Τρίτη, Σεπτεμβρίου 29, 2009

ART & COPY Ή Η "ΚΑΛΗ" ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ


Ο Doug Pray είναι ένας αμερικανός ντοκιμαντερίστας με κάμποσες ταινίες στο ενεργητικό του, αρκετές από τις οποίες ασχολούνται με τη μουσική. Στο "Art & Copy" ωστόσο αποφασίζει να ασχοληθεί με το φαινόμενο της διαφήμισης. Όχι όμως συνολικά. Ξεχωρίζει μερικές από τις σημαντικότερες, τις επιδραστικότερες, τις πιο πετυχημένες διαφημίσεις των τελευταίων 30 σχεδόν χρόνων, παίρνει συνεντεύξεις από τους δημιουργούς τους, διερευνά την επίδρασή τους στον κόσμο, τους λόγους της επιτυχίας τους. ΟΚ, είναι αρκετά ενδιαφέρον, έχω ωστόσο και τις αντιρρήσεις μου.
Ενώ στην ταινία αναφέρονται τα υπέρογκα ποσά που ξοδεύονται για τη διαφήμιση, κάποιος απ' τους δημιουργούς λέει ότι "εγώ δεν θα άφηνα τα παιδιά μου να βλέπουν διαφημίσεις" και κάποια άλλα αρνητικά στοιχεία της, το όλο πνεύμα του φιλμ μένει κυρίως στη δημιουργική πλευρά του θέματος, με τους περισσότερους από τους σούπερ πετυχημένους διαφημιστές που συναντά να μιλάν εκστασιασμένοι για το πόσο δημιουργικό είναι αυτό που κάνουν, για τις προκλήσεις που συναντούν και που πασχίζουν να ξεπεράσουν, για τη χαρά τέλος πάντων της διαφήμισης σαν τέχνη.
Τα πάμπολλα σκοετινά σημεία της μένουν απ' έξω. Ούτε λέξη για το πόσο εξοντωτικά ανταγωνιστικός είναι αυτός ο χώρος, για το ξεζούμισμα των διαφημιστών (οι περισσότεροί τους εγκαταλείπουν τη δουλειά μετά από μερικά χρόνια), για το ψέμα που είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό της, για τον τεράστιο αριθμό των όχι και τόσο πετυχημένων εταιριών / διαφημιστών και άλλα πολλά. Δεν διαφωνώ για το ότι η διαφήμιση αποτελεί ένα είδος τέχνης και φυσικά έχω κι εγώ απολαύσει μερικές πανέξυπνες διαφημίσεις. Απλά βρήκα την αντιμετώπιση του φαινομένου μονόπλευρη, σα να εξετάζει μόνο τη φωτεινή, πετυχημένη, δημιουργική πλευρά της ασχολούμενος με "ιερά τέρατα" του χώρου (οι περισσότεροι από τους οποίους, σημειωτέον, έδειξαν να διαθέτουν ήθος και συναίσθηση της θέσης τους), αφήνοντας απ' έξω την άλλη, τη σκοτεινή πλευρά.
Τελικά όσο προχωρούσε η ταινία μάλλον βαριόμουν. Συνολικά λοιπόν τη βρήκα κάπως επίπεδη, δίχως εξάρσεις. Οι επαγγελματίες του χώρου ίσως ενθουσιαστούν με το φιλμ (και καλά θα κάνουν, αφού παρουσιάζονται μερικοί απ' τους καλύτερους). Εγώ πάλι όχι και τόσο.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 28, 2009

ΕΦΗΒΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΣΤΗΝ ADVENTURELAND


Η Adventureland είναι ένα λούνα παρκ σε μια μάλλον μίζερη επαρχιακή αμερικάνικη πόλη. Επίσης είναι ο τίτλος της ταινίας του Greg Mottola (2009), που παλιότερα είχε κάνει το "Daytrippers". Ταινίας που παρακολουθεί με χιούμορ, τρυφερότητα, αγάπη θα έλεγε κανείς τις ιστορίες των νέων (έφηβων ως επί το πλείστον) που δουλεύουν για το καλοκαίρι στο λούνα παρκ αυτό (το οποίο, σημειωτέον, δεν διστάζει να κλέψει και λιγάκι τους πελάτες του) προκειμένου να μαζέψουν χρήματα για το επερχόμενο κολλέγιο (έχω δει και ακούσει χιλιάδες φορές για τα κολλέγια στις αμερικάνικες ταινίες, αλλά ομολογώ ότι εξακολουθώ να μην ξέρω και πολύ καλά πώς λειτουργεί το απόλυτα ιδιωτικό εκπαιδευτικό σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης στις ΗΠΑ).
Βρήκα το φιλμ αρκετά καλύτερο από τα μέσα εφηβικά αμερικάνικα αντίστοιχα, τα οποία συνήθως μου φαίνονται εμετικά. Εδώ, είπαμε, και αρκετό χιούμορ υπάρχει, και τρυφερή ματιά, και ασχολείται με τα ερωτικά κυρίως προβλήματα των νέων δίχως να καταφεύγει σε χοντράδες ή αφόρητα κλισέ, και μερικοί πολύ ενδιαφέροντες και αστείοι χαρακτήρες εμφανίζονται, ενώ εναλλάσει το αστείο με τις έως και συγκινητικές καταστάσεις πετυχαίνοντας μια πολύ καλή ισορροπία. Ταυτόχρονα δίνει μια αρκετά αληθινή εικόνα της αμερικάνικης καθημερινότητας των νέων (δουλειές, φλερτ, ναρκωτικά, προβληματισμοί για το μέλλον, αγωνίες κλπ.) Έτσι το παρακολούθησα ευχάριστα και δεν ένοιωσα καθόλου ότι προσβάλλει τη νοημοσύνη μου, αφού στη θεματολογία αυτή παραμονεύει πάντοτε αυτός ο κίνδυνος. Διασκέδασα μάλιστα σε αρκετά σημεία (όλα τα λεφτά το ζεύγος των ιδιοκτητών του λούνα παρκ, αλλά και ο εβραίος φίλος και συνάδελφος του πρωταγωνιστή). Το τέλος το βρήκα αρκετά προβλεπόμενο, αλλά του το συγχώρεσα, αφού είχα ευχαριστηθεί προηγουμένως.
Αν ποτέ πέσει στα χέρια σας δείτε το για ένα συμπαθές, ευχάριστο δίωρο. Έστω κι αν έχετε αλλεργία στις αμερικάνικες αισθηματικές, εφηβικές κομεντί. Νομίζω ότι πρόκεται για μια από τις σπάνιες καλές του είδους.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 27, 2009

ΠΩΣ; ΔΕΝ ΞΕΡΕΤΕ ΤΟΥΣ ΔΙΑΣΗΜΟΥΣ SPINAL TAP;


Υπάρχουν ταινίες που για να τις απολαύσεις όπως πρέπει - και όπως θα ήθελαν οι δημιουργοί τους - πρέπει να είσαι πολύ μέσα στο χώρο που αναφέρονται. Αλλιώς... ΟΚ, διασκεδάζεις, αλλά έχεις χάσει ένα μεγάλο μέρος της ουσίας τους, των αναφορών τους.
Αφορμή γι' αυτές τις σκέψεις μου έδωσε το απόλυτα cult "This Is Spinal Tap" (1984)του Rob Reiner, ενός από τους πολύ καλούς σκηνοθέτες της δεκαετίας του 80, που παρήκμασε απότομα στη συνέχεια.
Πρόκειται για ένα θρυλικό rockumentary (=rock + documentary) για ένα συγκρότημα του hard rock (λίγο πριν εφευρεθεί ο όρος heavy metal), τους Spinal Tap φυσικά. Ο ίδιος ο Reiner, ως σκηνοθέτης De Bergi, περνάει ώρες μαζί τους παίρνοντας συνεντεύξεις από τα μέλη, κινηματογραφώντας συναυλίες τους ή καταγράφοντας φάσεις στα παρασκήνια. Ε, και λοιπόν; Είναι το πρώτο ή το τελευταίο τέτοιο φιλμ; Χμμμ... Για σκάψτε βαθιά στις γνώσεις σας... Ξεσκονείστε τις δισκοθήκες σας (αυτές με τα βινύλια καλύτερα)... Βρήκατε πουθενά κανένα δίσκο τους; Όχι; Μην ανησυχείτε. Δεν έχετε χάσει κάποιο καλά κρυμένο μυστικό του ροκ. Απλούστατα, οι Spinal Tap δεν υπάρχουν. Πρόκειται για ένα επινοημένο από τους δημιουργούς του φιλμ γκρουπ, που με την ιδιοφυή αυτή ιδέα τους υπογράφουν ένα από τα ξεκαρδιστικότερα ψευδο-ντοκιμαντέρ της ιστορίας του σινεμά.
Δεν ξέρει κανείς πού να γελάσει περισσότερο. Με το γκρουπ να χάνεται στα παρασκήνια και να μη μπορεί να ανέβει στη σκηνή; Με το απερίγραπτο Stonehedge σκηνικό για μια συναυλία τους; Για τον περίφημο ενισχυτή που φτάνει μέχρι το 11 ενώ όλοι οι ενισχυτές του κόσμου φτάνουν ως το 10; Με τους αυτοαναφλεγόμενους ντράμερς; Με τις ηλίθιες δηλώσεις τους, που ουσιαστικά δεν λένε τίποτα απολύτως; Και άλλα πολλά.
Αυτό όμως που είναι το αληθινά απολαυστικό στοιχείο της ταινίας (κι αυτό στο οποίο αναφερόμουν στην αρχή, όταν είπα ότι πρέπει να είσαι "μέσα" για να το απολαύσεις) είναι η καταλυτική σάτιρα οτιδήποτε σχετίζεται με το ροκ. Ειδικά αν κανείς έχει γνώσεις αυτού που αποκαλείται "κλασικό ροκ" (αρχές '60 μέχρι 1976, όταν ξεκινά το πανκ), ε, τότε διασκεδάζει αφάνταστα με τις αναφορές ή/και παρωδίες όλων σχεδόν των ειδών και των στιλ του. Τα κοστουμαρισμένα αγγλικά γκρουπ του πρώτου μισού των 60ς (όπως η αρχική φάση των Beatles), το χαρντ ροκ, η ψυχεδέλεια και η φάση των χίπις, το art (ή progressive) ροκ, το glam rock, όλα έχουν το μερίδιο τους στην πλάκα, καθώς οι Spinal Taps μεταλλάσονται ανάλογα με τις εποχές και τις μόδες πασχίζοντας να είναι πάντοτε in. Αν και τώρα που υποτίθεται ότι γυρίζεται το φιλμ (1984) έχουν πια παρακμάσει και δεν τα πάνε και τόσο καλά ούτε συναυλιακά ούτε δισκογραφικά (στοιχείο από το οποίο επίσης βγαίνει πολύ γέλιο). Αλλά και οι σχέσεις με τις γκρούπις και με τις μόνιμες ερωμένες ή συζύγους, με το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά, οι σχέσεις αγάπης / μίσους των βασικών μελών, οι μάνατζερς, οι τουρνέ, η μανία των γιαπωνέζων να λατρεύουν παλιά, μισοξεχασμένα ονόματα και πολλά άλλα, όλα βρίσκουν τη θέση τους στην ιδιοφυή σάτιρα του Reiner.
Αν ενδιαφέρεστε για το ροκ ψάξτε το οπωσδήποτε. Πρόκειται για την απόλυτη σάτιρά του (και την καλύτερη κατά τη γνώμη μου). Και για μια απόλυτα δικαιολογημένα σούπερ καλτ ταινία.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 26, 2009

Η (;) ΛΟΥΙΖ, Ο (;) ΜΙΣΕΛ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΑΥΡΟΥ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΑΣ


Το "Louise-Michel" (2008) των γάλλων σκηνοθετών Gustave de Kervern και Benoît Delépine είναι η απίθανη ιστορία δύο περιθωριακών που, αν μη τι άλλο, αντιδρούν έστω και με πρωτόγονο τρόπο στο ψέμα και την οργανωμένη, νόμιμη κλοπή που χαρακτηρίζει την κοινωνία μας (βλέπε τράπεζες, ξέπλυμα χρημάτων, φοροδιαφυγή, πλουτισμός εις βάρος των αδύνατων και άλλα πολλά). Πλημμυρισμένο από κατάμαυρο χιούμορ, με λίγους διαλόγους και πολλή ηθελημένη ασχήμια (σπάνια και πετυχημένη επιλογή κάθε άλλο παρά γοητευτικών ηθοποιών, αλλά και μίζερων, κοινότοπων εσωτερικών και εξωτερικών τοπίων), αποτέλεσε ευχάριστη έκπληξη για μένα, που αγνοούσα το σκηνοθετικό αυτό δίδυμο (είναι η 3η ταινία τους).
Όταν ένα εργοστάσιο κλείνει για να ανοίξει κάπου όπου υπάρχουν φτηνότερα εργατικά χέρια (σας θυμίζει τίποτα αυτό;) οι εργαζόμενες που έχουν μείνει στο δρόμο αποφασίζουν να ξοδέψουν τις αποζημειώσεις τους για να... σκοτώσουν το αφεντικό που την κοπάνησε δίχως να λογαριάσει κανέναν. Η Λουίζ, μια απ' αυτές, περιθωριακή, δίχως παρέες, αγράμματη, που μιλά με το ζόρι κάνοντας λάθη, αναλαμβάνει να βρει έναν πληρωμένο δολοφόνο και πέφτει πάνω σ' έναν εξ ίσου loser και τελειωμένο τύπο, που ζει σε άθλιο τροχόσπιτο και στην πραγματικότητα δεν μπορεί να πειράξει ούτε μυρμήγκι. Μαζί θα ξεκινήσουν προς αναζήτηση του πλούσιου αφεντικού και οι πλάκες και οι απίθανες καταστάσεις, διανθισμένες από κωμική σκληρότητα, διαδέχονται η μία την άλλη.
Βαθύτατα αναρχική ταινία, υποστηρίζει το δικαίωμα στην ευτυχία ακόμα και των πιο περιθωριακών στοιχείων μιας κοινωνίας που ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της είναι η απληστία, διαθέτει ακραίο μήνυμα (Σας κλέβουν και σας καταστρέφουν τη ζωή; Δεν χρειάζονται πολλές σκέψεις. Σκοτώστε τους!) που όμως καμουφλάρεται πίσω από τον σουρεαλισμό των καταστάσεων και το μαύρο χιούμορ, παίζει με τις σεξουαλικές ταυτότητες των ηρώων για να τους κάνει ακόμα πιο ακραίους σαν χαρακτήρες, υποστηρίζεται από τη εξαίρετη πάντοτε Γιολάντ Μορό, που θαυμάσαμε στη "Seraphine", και καταφέρνει να τρυπώσει και κάποια ψήγματα τρυφερότητας σε όλη αυτή τη σκοτεινά αστεία και ακραία κατάσταση.
Το διασκέδασα αρκετά, αν και μερικοί υποθέτω ότι θα τσινίσουν με την ασχήμια όλων όσων δείχνονται στο φιλμ αυτό (ανθρώπων και τόπων). Κι όσο για το "μήνυμα"... δεν θα σκότωνα φυσικά κανένα, αλλά, διάβολε, πόσες φορές έχω πιάσει τον εαυτό μου να το εύχεται ολόψυχα για αρκετούς που βρίσκονται πολύ ψηλά στην κοινωνική ιεραρχία... Και είμαι σίγουρος ότι δεν είμαι ο μόνος.
ΥΓ: Ο τίτλος και τα ονόματα των ηρώων αποτελούν λογοπαίγνιο που παραπέμπει σαφώς (με την προσθήκη μόνο μιας παύλας) στη Louise Michel (1830-1905), γαλίδα επαναστάτρια και αναρχική, που είχε φυλακιστεί και εξοριστεί πολλές φορές στη ζωή της εξ αιτίας των κοινωνικών αγώνων της.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 25, 2009

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΙΟΝΙΑ ΚΑΙ... ΝΑΖΙ ΖΟΜΠΙ


Χαράς ευαγγέλια για τους φίλους του κινηματογράφου τρόμου: Οι Σκανδιναυικές χώρες διαθέτουν, όπως φαίνεται, πολύ υλικό και το θαυμάσιο, καλλιτεχνικό "Άσε το Κακό να μπεί" είναι φαίνεται μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Το νορβηγικό "Dead Snow" ας πούμε του 2009 ("Dod Sno" αν δεν με απατούν τα νοργηγικά μου), δεύτερη μεγάλου μήκους του Tommy Wirkola, δεν έχει τίποτα απολύτως να ζηλέψει από τα τυπικά αμεριάνικα του είδους. Και, αν θέλετε τη γνώμη μου, είναι και κάπως πιο πρωτότυπο.
Φυσικά και ξεκινά με το υπερ-κλισέ όλων των παρόμοιων φιλμ: Παρέα φοιτητών πάει για διακοπές σε απομονωμένη περιοχή. Εδώ στο χιονισμένο "απόλυτο πουθενά" των νορβηγικών βουνών. Και τι τους περιμένει εκεί; Ο απόλυτος τρόμος φυσικά. Αλλά με ποια μορφή; Εδώ σας θέλω. Με μια ορδή από ζόμπι που εν ζωή υπήρξαν μια ολόκληρη αιμοσταγής ναζιστική φάλαγγα (ή λόχος ή μεραρχία ή... δεν ξέρω και πολύ απ' αυτά), που έδρασε στην υπό κατοχή Νορβηγία. Και το σπλάτερ πανηγύρι ξεκινά.
Επίσης τυπικά για το είδος, το φιλμ συνδυάζει το απόλυτο σπλάτερ με την πλάκα, κοινώς, όταν δεν ανακατεύεται το στομάχι σου, γελάς. Ιδιαίτερα "εντεροκεντρική" ταινία, με αρκετό σασπένς, αρκετό χιούμορ, πολύ όμορφη φωτογραφία με εντυπωσιακές εικόνες των πάντοτε χιονισμένων νορβηγικών βουνών, με λίγα λόγια καλογυρισμένη, είναι νομίζω ό,τι πρέπει για μια καλή μεταμεσονύχτια προβολή. Και δείχνει - το είπα και στην αρχή - ότι μπορεί οι αμερικανοί να γέννησαν το είδος - ή μάλλον το συγκεκριμένο υποείδος, αυτό των ζόμπι - πλην όμως υπάρχουν πολλοί ανά τον κόσμο σήμερα που μάλλον το κάνουν καλύτερα. Αν κρίνω τουλάχιστον από τις αρκετά συνηθισμένες πλέον αμερικάνικες μπούρδες τρόμου των αρκετών τελευταίων χρόνων.
ΥΓ: Δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω μετά από κάθε ταινία τρόμου - και ιδιαίτερα όταν αυτή διαθέτει και σπλάτερ, όπως και μετά από κάθε ταινία που ανήκει αυστηρά σε ένα είδος και παίζει με τους κανόνες του είδους αυτού: Όλη αυτή η θετική άποψη που εξέφρασα αφορά μόνο τους φίλους του είδους. Οι άλλοι καλά θα κάνουν να κρατηθούν όσο πιο μακριά μπορούν. Για το δικό τους καλό.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 24, 2009

HAROLD (20) + MAUDE (80) = LOVE


Πώς είπατε; Ένας νεαρός 20 χρονών με τάσεις αυτοκτονίας ερωτεύεται τρελά και τα φτιάχνει με μια γηραιά κυρία 80 ετών; Και είναι καλό αυτό; Ε, λοιπόν είναι εξαίρετο όταν μιλάμε για το "Harold & Maude" του 1971 του Hal Ashby (1929-1988). Ούτως ή άλλως θεωρώ τον Ashby από τους καλύτερους αμερικανούς σκηνοθέτες της γενιάς του και μ' αρέσουν όλες οι ταινίες του που έχω δει (με αποκορύφωμα το "Να είσαι εκεί, κ. Τσανς").
Μπορεί λοιπόν μια ταινία που πραγματεύεται έναν τέτοιο "παρά φύσει" έρωτα να είναι καλή και ευχάριστη; Δείτε το φιλμ και θα διαπιστώσετε ότι παραδόξως πρόκειται για μια από τις πιο feelgood ταινίες που έχετε δει ποτέ. Και μάλιστα απόλυτα σκεπτόμενη feelgood. Που φυσικά, λόγω εποχής, είναι βουτηγμένη στην καταλυτική αμφισβήτηση των 60ς, τα οποία μόλις έχουν τελειώσει και ελάχιστοι έχουν ακόμα αντιληφτεί το εύρος της αποτυχίας τους στο να αλλάξουν τον κόσμο.
Το όλο πράγμα λοιπόν είναι διαπραγματευμένο σαν κωμωδία, μια φευγάτη κωμωδία που ισορροπεί ανάμεσα στον σουρεαλισμό, την καρτουνίστικη οπτική και την κοινωνική καταγγελία. Ο Χάρολντ είναι ένα νεαρό πλουσιόπαιδο που διαθέτει μια μεγάλη περιουσία και μια αφόρητα καταπιεστική και "καθώς πρέπει" μαμά. Ο Χάρολντ δεν γελά ποτέ, και τα αγαπημένα του χόμπι είναι οι με ποικίλους τρόπους απόπειρες αυτοκτονίας (από τις οποίες, όσο σοβαρές κι αν είναι, βγαίνει με ανεξήγητο τρόπο απολύτως αλώβητος, όπως τα καρτούν που πέφτουν από ουρανοξύστες και απλώς βγάζουν ένα καρούμπαλο) και... το να παρακολουθεί κηδείες αγνώστων. Όπου γνωρίζει την Μωντ, μια 80χρονη που είναι, νομίζω, ένας από τους πιο πρωτότυπους και ευρηματικούς χαρακτήρες στην ιστορία του σινεμά. Μια κυρία που με αστείρευτη ενέργεια κλέβει αυτοκίνητα, κοροϊδεύει τους μπάτσους, ερωτεύεται, συμμετέχει σε κοινωνικούς αγώνες, μιλά για ειρήνη και αμφισβητεί οτιδήποτε είναι δεδομένο γύρω της. Αυτή λοιπόν θα μυήσει τον με-αστείο-τρόπο-καταθλιπτικό Χάρολντ όχι μόνο στον έρωτα (για τον οποίο μοιάζει να μην ενδιαφέρεται καθόλου στην μέχρι τότε ζωή του), αλλά κυρίως στη χαρά και την απόλαυση της ζωής.
Πέραν της αμφισβήτησης κάθε ταμπού που προείπαμε (τα ερωτικά, τα κοινωνικά, της τρέχουσας αντίληψης για την ευτυχία και τον πλούτο κλπ.) το φιλμ θέτει με έξυπνο και παιχνιδιάρικο τρόπο και θέματα όπως το χάσμα των γενεών, η οικογενειακή καταπίεση, η αποδοχή της διαφορετικότητας και κάμποσα άλλα. Και διαθέτει και μια σειρά από απολαυστικές, ξεκαρδιστικές ενίοτε σκηνές, όπως οι απόπειρες αυτοκτονίας του ήρωα, η προσπάθειες της μητέρας του να τον παντρέψει κλείνοντάς του με το ζόρι ραντεβού με διάφορες υποψήφιες που το βάζουν στα πόδια έντρομες, η καταδίωξη του απίστευτου ζεύγους από έναν μπάτσο με μοτοσυκλέτα κ.ά. Και είναι πλημμυρισμένο και από τραγούδια του Cat Stevens, που τότε βρισκόταν στις δόξες του.
Δείτε το και θα καταλάβετε ότι οποιοδήποτε θέμα μπορεί να μεταμορφωθεί σε οτιδήποτε, φτάνει να υπάρχει σκηνοθετικό (και σεναριακό) ταλέντο. Αυτή είναι άλλωστε και η δύναμη της τέχνης (και όχι μόνο του σινεμά).

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 22, 2009

ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΟΜΑΔΙΚΕΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΕΣ


Μερικά χρόνια πριν το "Strange Cirkus", το 2001 συγκεκριμένα, ο τρομερός γιαπωνέζος Shion Sono γύρισε το "Suicide Circle". Τουτέστιν μια ακόμα παρανοϊκή ιστορία, βουτηγμένη στην αρρώστεια και την τρέλλα.
Όλα αρχίζουν από μια φριχτή ομαδική αυτοκτονία. 52 μαθήτριες "βουτούν" ταυτόχρονα στις ρόδες του τρένου στο μετρό του Τόκιο. Αυτό όμως είναι μόνο η αρχή. Ένα κύμα αναίτιων αυτοκτονιών, αρκετές απ' αυτές εξ ίσου μαζικές, ταρακουνούν απ' άκρη σ' άκρη την Ιαπωνία. Μια ομάδα από αστυνομικούς προσπαθεί να βγάλει άκρη, δίχως να τα καταφέρνει.
Η ιδέα είναι πολύ ενδιαφέρουσα, η ταινία με κράτησε σε αγωνία γιατί προσπαθούσα κι εγώ να βγάλω άκρη... αλλά... Κι εδώ αρχίζει μια μεγάλη σειρά από "αλλά". Ο Sono δίνει ένα πλήθος από στοιχεία, έναν ορυμαγδό εφιαλτικών καταστάσεων και αρρωστημένων χαρακτήρων... και δεν καταλήγει πουθενά. Όταν το φιλμ τελείωσε αμφιβάλλω αν υπήρχε κανείς στην αίθουσα που είχε καταλάβει τι ακριβώς συνέβει, πώς και γιατί έγιναν όλα αυτά. Υπάρχει απλώς ένας αχταρμάς εντυπωσιακών πολλές φορές περιστατικών κι αυτό είναι όλο. Ή, για να είμαι πιο σαφής και να μη μιλώ εκ μέρους άλλων, εγώ τουλάχιστον δεν έβγαλα κανένα νόημα.
Ένα μυστηριώδες site στο δίκτυο, κάποιος που αυτοκτονεί πέφτοντας από μια ταράτσα ακριβώς στο... κεφάλι της κοπέλας του, ένα κοριτσίστικο συγκρότημα με μέλη ηλικίας περίπου 12 χρονών που γνωρίζει τεράστια επιτυχία παράγοντας γελοία γιαπωνέζικη ποπ και που φαίνεται να κρατά το κλειδί του μυστηρίου, αλλά..., κομάτια ανθρώπινου δέρματος που κάποιος έχει συρράψει για να σχηματίσει ένα μεγάλο ρολό, ένα απίστευτο γκλαμ ροκ συγκρότημα που μοιάζει να ξεπήδησε κατ' ευθείαν από τις αρχές των 70ς, μυστηριώδη ανώνυμα τηλεφωνήματα στην αστυνομία... είναι λίγα μόνο από τα στοιχεία που συμπληρώνουν (;) αυτό το ακατανόητο παζλ.
Η εικόνα και η σκηνοθεσία είναι εδώ λιγότερο εντυπωσιακές από τις αξέχαστες εικόνες του "Strange Circus", η αρρώστεια επίσης λιγότερη (για τα δεδομένα του Sono φυσικά), αλλά όλο μαζί μοιάζει να είναι ένα συνοθύλευμα ιστοριών και καταστάσεων δίχως ειρμό. Δεν μιλάμε για ανοιχτό τέλος, όπως στο φιλμ του 2005, αλλά για ένα πλήθος μπερδεμένων στοιχείων που δεν οδηγούν πουθενά. Το παρακολούθησα με ενδιαφέρον, το ξαναλέω, γιατί συνέβαιναν εντυπωσιακά πράγματα, αν θέλετε όμως να καταλαβαίνετε στοιχειωδώς τι συμβαίνει σε μια ταινία, μάλλον διαλέξατε λάθος φιλμ.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 21, 2009

ΤΟ ΡΟΚ ΛΥΚΕΙΟ ΚΑΙ ΟΙ RAMONES


Βρισκόμαστε στα 1979, το πανκ και η άτυπη συνέχειά του, το new wave, βρίσκονται στα πάνω τους και ο μέτριος σκηνοθέτης Allan Arkush γυρίζει το cult "Rock'n'Roll Higschool", κάνοντας χαβαλέ με τη μέση εκπαίδευση, τα γκομενικά προβλήματα, το χάσμα γενεών και διάφορα άλλα, πιο αμερικάνικα θέματα. Γιατί είναι cult αυτό το απόλυτα b-movie; Πρώτα επειδή οι ουσιαστικοί πρωταγωνιστές του είναι οι θρυλικοί (τουλάχιστον την εποχή αυτή) Ramones αυτοπροσώπως. Και δεύτερον, επειδή οδηγεί την εφηβική πλάκα στα άκρα.
Μια αυταρχική (τουλάχιστον) λυκειάρχης σκάει μύτη στο όντως ροκ λύκειο του τίτλου, απαγορεύει το ροκ, που είναι η ζωή των κάθε άλλο παρά επιμελών μαθητών του, και αμέσως αρχίζει ο πόλεμος μαθητών - καθηγητών, που θα κορυφωθεί όταν όταν η σχεδόν ναζί διευθύντρια θα απαγορέυσει στους μαθητές (και κυρίως στις μαθήτριες) να παρακολουθήσουν τη συναυλία των Ramones που θα γίνει στην πόλη τους.
Χαρακτήρες - καρικατούρες, συχνά χοντρές πλάκες εφηβικού επιπέδου, όχι σπουδαίες ηθοποιίες και μερικές ξεπερασμένες σήμερα αστείες καταστάσεις οδηγούν το φιλμ στην καρδιά των b-movies. Και ταυτόχρονα το κάνουν cult, όπως προαναφέραμε. Γιατί αν αφεθείς θα κάνεις κι εσύ χοντρό χαβαλέ και θα διασκεδάσεις αρκετά ακόμα και σήμερα (τουλάχιστον αυτό συνέβει σε μένα). Και θα δεις και επί σκηνής τους Ramones.
Αυτό όμως που έχει νομίζω μεγαλύτερη σημασία και το κάνει να ξεχωρίζει από το σωρό των ηλίθιων αμερικάνικων εφηβικών κωμωδιών είναι η μέχρι τέλους αμφισβήτηση των πάντων, και κυρίως του σχολείου και της εκπαίδευσης γενικότερα. Αντιπαραθέτοντας αυστηρούς, συντηρητικούς, απολιθωμένους καθηγητές και γεμάτους ζωή νέους, που βαριούνται αφόρητα τα όσα μαθαίνουν στο σχολείο, θέτει επι τάπητος (χοδροειδώς βεβαίως, το είπαμε), το θέμα του χάσματος των γενεών και του ξεπερασμένου, σχεδόν νεκρού εκπαιδευτικού συστήματος. Και καταλήγει, εν έτει 1979, σε κατάληψη του σχολείου από τους μαθητές, που πετάν έξω καθηγητές και μπάτσους και οδηγούν το πράγμα, όπως θα δείτε, στα απόλυτα άκρα (αφού προηγουμένως έχουν χρίσει λυκειάρχη τον μακαρίτη... Joe Ramone). Οι καταλήψεις πανεπιστημίων μόλις ξεκινούσαν την εποχή αυτή στην Ελλάδα (έξω ήταν συνηθισμένες από το 1968 τουλάχιστον), αλλά οι καταλήψεις σχολείων ήταν ακόμα άγνωστες στη χώρα μας τουλάχιστον.
Θα μου πείτε, καλό είναι να γράφεις στα τέτοια σου τα πάντα και να ενδιαφέρεσαι μόνο για το ροκ; Να αρνείσαι οποιαδήποτε μορφή εκπαίδευσης; Είπαμε. Το θέμα δεν συζητείται σοβαρά σε μια ταινία σαν κι αυτή, που παραμένει κατά βάση νεανική και ενίοτε χονδροειδής και τα πάντα συμβαίνουν καρικατουρίστικα. Από την άλλη όμως, ποτέ δε με χάλασε ιδιαίτερα η αμφισβήτηση. Των πάντων.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 20, 2009

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΑΡΡΩΣΤΕΙΑ ΤΟΥ "ΠΑΡΑΞΕΝΟΥ ΤΣΙΡΚΟΥ"


Ο γιαπωνέζος Shion Sono αποτελεί αυτό που θα αποκαλούσαμε επιεικώς "ιδιάζουσα περίπτωση". Στις δύο ταινίες του που έχω δει οι απόλυτα άρρωστες ψυχικές (και όχι μόνο) καταστάσεις κυριαρχούν απ' άκρου σ' άκρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το "Strange Circus" του 2005.
Να το πω από την αρχή: Η ταινία είναι για λίγους, για πολύ λίγους. Αρκετοί είναι εκείνοι που θα εγκαταλείψουν τη αίθουσα αν μπουν δίχως να ξέρουν τι πρόκειται να δουν, καθώς η μία ακραία κατάσταση διαδέχεται την άλλη. Αιμομιξία, ακρωτηριασμοί, παιδεραστία, οιδιπόδεια, παράνοια κυριαρχούν. Και από ένα σημείο και πέρα, τα πάντα ανατρέπονται και οδηγούν σε πολύ διαφορετικές απ' όσο μέχρι τότε νομίζαμε εκδοχές της πραγματικότητας (αν τελικά υπάρχει αυτή).
Μια διάσημη, ανάπηρη συγγραφέας ετοιμάζεται να τελειώσει το τελευταίο βιβλίο της, που μάλλον είναι αυτοβιογραφικό. Η σχέση με τον αφοσιωμένο βοηθό της (από τις πιο ακραίες φιγούρες που έχοπμε δει ποτέ στο σινεμά), οι εφιαλτικές, κάτι παραπάνω από τραυματικές αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία, η αρρωστημένη σχέση με τη μητέρα της και η σύγχιση των ταυτοτήτων τους, ένας διεστραμένος πατέρας, σύγχιση φύλων και σεξουαλικών ταυτοτήτων και η περιρέουσα τρέλα (που αφορά, τελικά, όλους τους χαρακτήρες) είναι βασικά χαρακτηριστικά του δυσβάσταχτου αυτού του φιλμ. Το τέλος μένει ανοιχτό. Δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να πει κανείς ποια είναι η αλήθεια και το ψέμα, πού σταματά το όνειρο (ο εφιάλτης δηλαδή) και αρχίζει η πραγματικότητα. Τελικά όσα βλέπουμε είναι μάλλον πολλαπλές εκδοχές της πραγματικότητας, όπως την αντιλαμβάνεται ένας άρρωστος, βαθειά τραυματισμένος νους.
Το ενδιαφέρον είναι ότι πρόκειται για καλή - εικαστικά τουλάχιστον - ταινία. Ο Sono διαθέτει εδώ εντυπωσιακή σκηνοθετική ματιά, δημιουργεί αξέχαστες εικόνες, κατασκευάζει παράδοξους, παρακμιακούς χώρους και χρησιμοποιεί "κρυστάλινη" φωτογραφία με έντονα χρώματα, με κυρίαρχο το κόκκινο (παραπομπή στο αίμα, φυσικά). Ξέρει να φτιάχνει ατμόσφαιρα απόλυτα ταιριαστή με το περιεχόμενο όσων αφηγείται.
Δεν ξέρω τι και αν έχει νόημα όλη αυτή η συσσώρευτη ακροτήτων. Μια ακόμα διερεύνηση της παράνοιας και της επίδρασης των ψυχικών τραυμάτων; Ίσως. Σίγουρα όμως πρόκειται για ένα σινεμά στα άκρα και για μια εντυπωσιακή φιλμική κατασκευή. Για πολύ λίγους - το ξαναλέω, για να μην πείτε ότι δεν προειδοποίησα.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 19, 2009

ΤΟ "ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΣΑΡΑΓΟΣΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ


"Το Χειρόγραφο της Σαραγόσα" του 1965, βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο, είναι μια θρυλική τρίωρη, ασπρόμαυρη πολωνική ταινία του Wojciech Has (1925-2000). Αγαπημένη ταινία ανθρώπων όπως ο μεγάλος Μπουνουέλ, ο Σκορτσέζε, ο Ντέιβιντ Λυντς ή ο Τζέρι Γκαρσία, αποτελεί μέχρι σήμερα μια γοητευτκή σπαζοκεφαλιά, αφού είναι ένα είδος κινηματογραφικού καλειδοσκόπιου.
Στους πολέμους του Ναπολέοντα στην Ισπανία ένας στρατιώτης ανακαλύπτει σ' ένα ερειπωμένο πανδοχείο ένα ογκώδες χειρόγραφο με υπέροχες γκραβούρες και καθώς, παρέα με έναν αντίπαλο στρατιώτη, βυθίζεται στην ανάγνωσή του, μπαίνει σ' ένα μαγικό, πολύπλοκο κόσμο μπερδεμένων και διαπλεκόμενων ιστοριών, συχνά κωμικών και διασκεδαστικών, μερικές από τις οποίες αφορούν τον παπού του.
Θα πω από την αρχή ότι το "Χειρόγραφο" είναι μια ταινία που ή σε ρουφάει και την παρακολουθείς μαγεμένος ή σε κάνει να βαριέσαι και σε απωθεί. Δύσκολα θα υπάρξουν μέσες λύσεις. Η τεράστια διάρκειά της, οι μπερδεμένες αφηγήσεις με τις πάμπολλες, ανολοκλήρωτες ιστορίες, τα υπέροχα αλλά επαναλαμβανόμενα σκηνικά, όλα σε μαγεύουν - σαν τις ιστορίες που αφηγείται - ή σε αποδιώχνουν.
Το κοντινότερο λογοτεχνικό αντίστοιχο του φιλμ που έρχεται κατ' αυθείαν στο μυαλό μου είναι οι "Χίλιες και Μία Νύχτες". Όπως ακριβώς σ΄αυτές, η ταινία αποτελείται από ιστορίες μέσα σε ιστορίες μέσα σε ιστορίες... Αρχίζει η αφήγηση μιας ιστορίας, κάπου όμως σ' ένα σημείο της ένας από τους ήρωές της αρχίζει να αφηγείται μια άλλη, που κι αυτή διακόπτεται πριν ολοκληρωθεί από μια άλλη αφήγηση κ.ο.κ. και το πράγμα εξακολουθεί να τραβάει "για πάντα". Πολλές ιστορίες συνδέονται μεταξύ τους, όχι μόνο λόγω των κοινών πρωταγωνιστών, αλλά και επειδή μερικές αποτελούν αποτέλεσμα ή λύση μιας άλλης, τελικά όμως από ένα σημείο και μετά παύεις να πασχίζεις να ξετυλίξεις το μπερδεμένο κουβάρι τους και απλά αφήνεσαι στη γοητεία της αφήγησης. Γιατί, νομίζω, το καλειδοσκοπικό αυτό "Χειρόγραφο" γι' αυτό μας μιλά: Για τη διαχρονική ηδονή της ίδιας της αφήγησης, του να αφηγείσαι ιστορίες. Αυτό είναι για μένα το ουσιαστικό του νόημα.
Εντυπωσιακά σκηνικά και σουρεαλισμός (ο Has είχε επηρεαστεί απ' αυτόν και καταλαβαίνω γιατί αποτελεί αγαπημένο φιλμ του Bunuel, υπάρχει και οπτική συγγένεια), συνεχές πέρασμα από το φανταστικό στο πραγματικό, από το όνειρο στην πραγματικότητα και αντίστροφα, καταλύει απόλυτα (και συνειδητά) τα όρια φαντασίας και πραγματικότητας, αλήθειας και ψέματος και τελικά δημιουργεί ένα απόλυτα παραισθητικό αποτέλεσμα, σα να έχεις καταναλώσει ουσίες... Διασκεδαστικό και τρομακτικό σε κάποια σημεία, γεμάτο ερωτισμό, νεκροκεφαλές, κρεμασμένους, φαντάσματα και κακά πνεύματα που σε βάζουν σε πειρασμούς, μυστηριώδεις σπηλιές, μονομαχίες, ηθοποιούς που παίζουν διαφορετικούς ρόλους και αποκαλύπτουν αλλεπάλληλα προσωπεία (όπως και η ίδια η ταινία άλλωστε) και άλλα πολλά, είναι το πιο κοντινό κινηματογραφικό αντίστοιχο που μπορώ να φανταστώ σε ένα λαβύρινθο (εδώ μπαίνει ο άλλος θαυμαστής του, ο Lynch). Αν δεν το βαρεθείτε και είστε απ' αυτούς που παρασυρθήκατε, γοητευτήκατε και διασκεδάσατε απ' αυτόν, ξεχάστε τις όποιες ερμηνείες και αφεθείτε στις απίθανες ιστορίες του - που συχνά επιστρέφουν στο ίδιο σημείο απ' όπου ξεκίνησαν και σπάνια ολοκληρώνονται. Αυτό που μετρά είναι η συνολική παραισθητική αίσθηση που αφήνει. Και το ταξίδι στις συχνά αλησμόνητες εικόνες του.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 18, 2009

Η ΚΑΡΔΙΑ ΠΡΟΔΙΔΕΙ, Ο ΠΟΕ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ


Το "Tell Tail" (2009) είναι ένα μεταφυσικό θρίλερ του Michael Cuesta που υποτίθεται ότι μεταφέρει στη σύγχρονη εποχή το γνωστό διήγημα "Tell Tail Heart" του Πόε. Ωστόσο στην πραγματικότητα μόνο μια αρχική ιδέα από το διήγημα υπάρχει, ενώ το πνεύμα του Πόε απουσιάζει παντελώς.
Ο καρδιακός ήρωας κάνει μεταμόσχευση καρδιάς και "φιλοξενεί" στο σώμα του την καρδιά ενός άγρια δολοφονημένου, η οποία ωστόσο, αποκτώντας όλο και μεγαλύτερη ανεξαρτησία, απαιτεί την τιμωρία των δολοφόνων, ενώ τα πάντα κινούνται και συμβαίνουν γύρω από ένα νοσοκομείο. Ακούγεται αρκετά ενδιαφέρον, αλλά προσωπικά το βρήκα μάλλον κοινότοπο σαν θρίλερ. Ένας μόνος πατέρας, ένας έρωτας, ένα χαριτωμένο κοριτσάκι που πάσχει από σπάνια ασθένεια, φόνοι, ένας μισο- αλκοολικός μπάτσος... κάπου έχουμε ξαναδεί κάμποσα απ' αυτά τα στοιχεία. ΟΚ, υπάρχει το τυπικό σασπένς, υπάρχουν κάποιες ανατροπές και κάποιες καλές μεμονωμένες σκηνές, αλλά το όλο πράγμα δεν με έπεισε ιδιαίτερα (γιατί τέλος πάντων τόσος έρωτας και τόσοι αγώνες και θυσίες από μια πετυχημένη γιατρό σε έναν άσχετο ασθενή που τη βγάζει δεν τη βγάζει και γιατί τόση "εφ΄όρου ζωής" αφοσίωση στην κόρη του; Οι εξηγήσεις που δίνει η ίδια μου φάνηκαν αστείες). Πολλά δεν εξηγούνται, κάμποσοι από μηχανής θεοί εμφανίζονται, κάμποσα προβλεπόμενα μέρη, αν και υπάρχει μια συνολικά "άρρωστη" ατμόσφαιρα, που θα κορυφωθεί στην προτελευταία σκηνή.
Τίποτα ιδιαίτερο κατά τη γνώμη μου. Και, κυρίως, μην πάτε εξ αιτίας των όποιων συνειρμών με τον Πόε, γιατί τότε την έχετε πατήσει εντελώς.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 15, 2009

9 ΡΟΜΠΟΤ - Ή ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;


Animation συνέχεια λοιπόν, αφού, όπως είπαμε σε προηγούμενο post, το πράγμα όσο πάει και βελτιώνεται. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Shane Acker μετέτρεψε σε μεγάλου μήκους την 11λεπτη ταινιούλα του "9", διατηρώντας τον τίτλο, και ανέβασε σε νέα εικαστικά ύψη το animation.
Το "9" είναι μια σκοτεινή ιστορία μετακαταστροφικής επιστημονικής φαντασίας. Στο μέλλον οι μηχανές στρέφονται ενάντια στους ανθρώπους και τους εξολοθρεύουν. Και - μην ανησυχείτε - οποιαδήποτε άλλη ομοιότητα με τους "Εξολοθρευτές" σταματά εδώ. Άνθρωποι δεν υπάρχουν πια. Ήρωες της ταινίας είναι 9 πάνινες κούκλες που έχουν νοημοσύνη, μιλάν και διαθέτουν διαφορετικούς χαρακτήρες. Τις περιπέτειές τους ενάντια στις παντοδύναμες μηχανές παρακολουθούμε, καθώς βαθμιαία διαφωτίζεται το μυστήριο της ύπαρξής τους.
Όλα τα λεφτά στο φιλμ νομίζω ότι είναι η εκπληκτική της εικόνα. Σκοτεινή, σε σκουριασμένα χρώματα, ζοφερή, δημιουργεί ένα από τα καλύτερα και πιο πειστικά μετακαταστροφικά περιβάλλοντα που έχω δει ποτέ. Σκουπίδια, σκουριασμένα απομεινάρια, ερείπια, κατεστραμένα αντικείμενα κάθε είδους, συνθέτουν ένα ατμοσφαιρικότατο φόντο, πάνω στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία, ενώ εξαιρετικά ευφάνταστες σαν σύλληψη και κατασκευή είναι και οι "κακές" μηχανές. Γενικά, προσωπικά θα χαρακτήριζα το εικαστικό μέρος της ταινίας, από τα εντυπωσιακότερα (τουλάχιστον στα πλαίσια της επιστημονικής φαντασίας), που παραπέμπει σε γερμανούς εξπρεσιονιστές ζωγράφους που ασχολήθηκαν με τη φρίκη του πολέμου (κυρίως Gross και Dix). Και δεν είναι τυχαίο ότι "τσίμπησε" και ο Τιμ Μπάρτον, που κάπου έβαλε κι αυτός το χεράκι του.
Θα μιλούσα για αριστούργημα, αλλά υπάρχει και το σενάριο, βλέπετε. Δεν το βρήκα ιδιαίτερα εμπνευσμένο, ενώ το μεταφυσικό τέλος με χάλασε αρκετά. Δεν ξέρω αν θα μπορούσε κανείς να το χειριστεί διαφορετικά, όπως είναι όμως το βρήκα αταίριαστο με την όλη ατμόσφαιρα. Ωστόσο οι ιδεολογικές του θέσεις με βρήκαν απόλυτα σύμφωνο, καθώς το φιλμ επιτίθεται στο μιλιταρισμό, την ανθρώπινη ανοησία και απληστία για δύναμη και εξουσία και τον ολοκληρωτισμό, ενώ θέτει το κλασικό δίλημμα "επιβίωση και ασφάλεια μέσα απο καταπιεστικές εξουσιαστικές δομές ή ρίσκο και απολυτη ελευθερία και δημιουργικότητα";
Θα περιμένω με ενδιαφέρον τις επόμενες δουλειές του Acker, καθώς έβαλε τον εαυτό του στον χάρτη των ελπιδοφόρων νέων δημιουργών. Αν και νομίζω ότι έχασε την ευκαιρία να κάνει ένα αριστούργημα.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 13, 2009

ΨΗΛΑ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ


Στην εποχή μας δεν υπάρχουν πια κινηματογραφικές σχολές, ρεύματα, κινήματα, πέστε τα όπως θέλετε. Μόνο προσωπικά, ευδιάκριτα στιλ. Έτσι, τολμώ να πω ότι το σημαντικότερο γενικότερο κινηματογραφικό φαινόμενο σήμερα (εννοώ συνολικό φαινόμενο, που δεν αφορά ένα μεμονωμένο δημιουργό) είναι η ενηλικίωση και ολοένα καλύτερη ποιότητα των animation (προτιμώ τον αγγλικό όρο, γιατί είναι ευρύτερος από το "κινούμενα σχέδια" και περιλαμβάνει όλες τις κινηματογραφικές τεχνικές που δεν χρησιμοποιούν ηθοποιούς).
Αφορμή γι' αυτές μου τις σκέψεις αποτέλεσε το θαυμάσιο "Up" των Pete Docter και Bob Peterson και, βέβαια, της Pixar, η οποία έχει τη μερίδα του λέοντος στην αναβάθμιση των animation. Στην εταιρία αυτή φαίνεται ότι όλα γίνονται συλλογικά: σκηνοθετούν εναλλάξ, γράφουν όλοι μαζί και γενικά προωθούν την ομαδική δουλειά με τεράστια επιτυχία (η τελευταία σκηνοθεσία του Docter π.χ. ήταν το Monsters Inc.) Πάνω απ' όλα όμως τολμούν να μπαίνουν σε "απαγορευμένα" χωράφια για το Χόλιγουντ και τα κιν. σχέδια γενικότερα. Ποιος άλλος θα τολμούσε να έχει σαν πρωταγωνιστή έναν γέρο συνταξιούχο 78 χρονών και να έχει ένα αληθινά συγκινητικό αρχικό δεκάλεπτο, όπου μας δείχνει έξυπνα, ελλειπτικά και πέρα για πέρα ρεαλιστικά τη ζωή του, μέχρι το θάνατο της γριάς πια γυναίκας του; Και σαν δεύερο χαρακτήρα έναν μάλλον βλάκα προσκοπάκο, που από την πρώτη στιγμή θέλεις να τον πλακώσεις στο ξύλο;
Αλλά μη νομίζετε ότι έχουμε να κάνουμε με κάποιο συγκινητικό, ρεαλιστικό animation. Στη συνέχεια η ταινία απογειώνεται κυριολεκτικά (όπως ο τίτλος της) και διαθέτει περιπέτεια, ξεκαρδιστικό ενίοτε χιούμορ, σασπένς, σουρεαλισμό, νοσταλγία και ό,τι άλλο φανταστείτε για ένα πραγματικά χορταστικό θέαμα που θα απολαύσουν μικροί και μεγάλοι. Αλλά ο γέρος είναι πάντοτε ένας γέρος συνταξιούχος, μόνος, λίγο στριφνός από τα χρόνια, λίγο συντηρητικός και αθεράπευτος νοσταλγός των παιδικών του χρόνων, όπως οι περισσότεροι γέροι δηλαδή. "Μικροί και μεγάλοι", έγραψα παραπάνω, και γι΄αυτό ακριβώς στην αρχή μίλησα για "ενηλικίωση". Επειδή τα σύγχρονα animation (τα mainstream εννοώ, αυτά που κόβουν εκατομμύρια στα ταμεία και όχι κάποια περίεργα πειραματικά, που υπήρχαν από καταβολής κινηματογράφου) έχουν προ πολλού πάψει να απευθύνονται μόνο σε παιδιά.
Στο Up θαυμάζει κανείς τόσο την υπέροχη εικόνα και τα χρώματα όσο και την ευρηματική, σουρεαλιστική ιστορία και το έξυπνο χιούμορ. Και κυρίως, την εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στη συγκίνηση και τον ρεαλισμό αφ΄ενός και τις φευγάτες ή/και αστείες καταστάσεις αφ΄ετέρου. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το φιλμ άνοιξε το φετινό φεστιβάλ Καννών. Ήταν η πρώτη φορά που η μεγάλη πρεμιέρα του μεγαλύτερου από τα κινηματογραφικά φεστιβάλ ήταν ένα animation.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 11, 2009

ΕΝΑΣ ΚΛΑΣΙΚΟΣ "ΚΑΝΟΝΑΣ"


Ο "Κανόνας του Παιχνιδιού", το κλασικό φιλμ του Jean Renoir (1894-1979) που γυρίστηκε το 1939, είναι σίγουρο ότι θα κουράσει αρκετούς σύγχρονους θεατές. Έχω πολλές φορές γράψει για το ενίοτε βιντεοκλιπάδικο, σχεδόν πάντοτε όμως ταχύτατο σύγχρονο Χόλιγουντ που κυριαρχεί σήμερα στην υφήλιο. Δεν έχω τίποτα εναντίον των γρήγορων ρυθμών μιας ταινίας, κάθε άλλο. Αυτό όμως που με ενοχλεί είναι ο εθισμός των περισσότερων θεατών στον χωρίς ανάσα ρυθμό, η αδυναμία τους να δουν κάτι αργό ή, τέλος πάντων, όχι τόσο γρήγορο. Όταν λέω "αργό" δεν εννοώ υποχρεωτικά τους ρυθμούς του Αγγελόπουλου, που έχει κάνει μανιέρα ένα ακραίο στιλ. Μιλώ απλά για φιλμ που δεν είναι τόσο γρήγορα όσο η πλειοψηφία των σύγχρονων blockbuster.
Αφορμή για όλα αυτά είναι η κατηγορία (ανάμεσα σε άλλες) που διάβασα για το ότι ο "Κανόνας" είναι μια αργή ταινία. Και ότι σ' αυτήν "δεν συμβαίνει τίποτα". Προσωπικά τάσομαι μ' αυτούς που τη θεωρούν αριστούργημα, θέση που επιβεβαιώθηκε μέσα μου τώρα που την ξαναείδα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα απ' την αρχή.
Μια παρέα πλούσιων μεγαλοαστών μαζεύεται στον πύργο ενός απ' αυτούς ένα σαβατοκύριακο για κυνήγι. Μαζί τους το υπηρετικό προσωπικό, απλά πιόνια που εκτελούν τις διαταγές και τα καπρίτσια των κυρίων τους. Ο χρόνος θα κυλήσει ανάμεσα σε όλο και πιο πολύπλοκες ερωτικές ίντριγκες έως την (κατά λάθος) τραγική κατάληξη. Γυρισμένο σαν ανάλαφρη αισθηματική κομεντί, η ταινία σατιρίζει ανελέητα την μεγαλοαστική τάξη. Μη φανταστείτε όμως "επικές" καταγγελίες, σκληρές καταστάσεις ή καθαρή αριστερή προπαγάνδα. Τίποτα τέτοιο. Όλα εδώ συμβαίνουν και δείχνονται ανεπαίσθητα, σα να σε σφάζουν με το μπαμπάκι. Οι ταξικές σχέσεις και διακρίσεις φιλτράρονται μέσα απ' αυτή την κομψή οπτική. Αλλά αυτό που πάνω από οτιδήποτε άλλο δείχνεται και καταγράφεται στο φιλμ είναι η απόλυτη κενότητα και επιπολαιότητα των πλούσιων ηρώων της (και, παρέα μ' αυτά, το βαθύ ανικανοποίητο ή, αν θέλετε, η εσωτερική τους μοναξιά). Η επιπολαιότητα είναι νομίζω η λέξη - κλειδί για το φιλμ. Όλοι μιλούν για βαθιούς έρωτες, για ρομαντικές καταστάσεις, για αβάσταχτους πόθους, για θανάσιμες έχθρες και μονομαχίες, όλοι είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να τινάξουν τα πάντα στον αέρα και ξαφνικά... πουφ!... τα πάντα ξεθυμαίνουν, οι δεύτερες σκέψεις παίρνουν το πάνω χέρι, ο συντηρητισμός θριαμβεύει κι όλα συνεχίζουν δίχως καμιά ανατροπή, σα να μην έχει συμβεί τίποτα απολύτως. Τα ψεύτικα, επίπλαστα αισθήματα (που συχνά ούτε οι ίδιοι οι κάτοχοί τους γνωρίζουν ότι είναι ψεύτικα και επίπλαστα) κυριαρχούν από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή και ακόμα και ένας τραγικός θάνατος περνά σχεδόν στο ντούκου, καλύπτεται με ψέματα και όλα συνεχίζουν να "βαίνουν καλώς". Στο μεταξύ όμως η κενότητα και η ψευτιά έχουν αποκαλυφτεί σε όλο τους το μεγαλείο. Όπως, κατά βάθος, ψεύτικη είναι και η ελευθεριότητα των ηθών που μοιάζει να κυριαρχεί σε πρώτο επίπεδο.
Δεν χρειάζονται λοιπόν υπερβολικά βίαιες σκηνές και τόννοι αίματος για να δείξεις το κενό και την ψευτιά. Αν και η βία, παράλογη, κτηνώδης, άνευ λόγου και σκέψης, όπως όλα τα άλλα, δείχνεται με συγκλονιστικό τρόπο στην κλασική σκηνή του κυνηγιού, όπου ψυχροί, αδιάφοροι, με κάποια βαρεμάρα μάλιστα, οι ήρωές μας σφαγιάζουν έτσι για σπορ δεκάδες, εκατοντάδες ίσως, ανυπεράσπιστους λαγούς και φασιανούς, που απλώς τρέχουν έντρομοι. Πλακίτσες, ερωτικά γαϊτανάκια, παιχνίδια, να όμως και τι άλλο μπορούν να κάνουν στην πραγματικότητα οι φίλοι μας, είναι σα να λέει ο Ρενουάρ. Νομίζω ότι αυτή η βία αρκεί για να ειπωθούν πολλά.
Όσο για τη σκηνοθεσία, η ταινία είναι το αποκορύφωμα αυτού που στο σινεμά ονομάζεται "βάθος πεδίου". Επειδή τα πάντα σχεδόν συμβαίνουν στους ασφυκτικούς τοίχους του πύργου, που βέβαια λειτουργεί σα μικρόκοσμος, ο Ρενουάρ εκμεταλλεύεται στο έπακρο τους μακρείς διαδρόμους και τα αχανή σαλόνια για να δείξει ταυτόχρονα πολλά επίπεδα δράσης στις συνήθως πολυπρόσωπες σκηνές του. Αν παρατηρήσετε προσεχτικά θα δείτε ότι, εκτός από όσα συμβαίνουν στο πρώτο επίπεδο της εικόνας, υπάρχουν γεγονότα που γίνονται σε δεύτερο ή και σε τρίτο επίπεδο. Άνθρωποι που περνάν, χαιρετιούνται, συνομιλούν και ό,τι άλλο.
Πολλοί το χαρακτήρισαν ως την καλύτερη ευρωπαϊκή ταινία όλων των εποχών. Θα αποφύγω τέτοιους χαρακτηρισμούς γιατί - το έχω ξαναπεί - δεν νομίζω ότι υπάρχει μια "καλύτερη ταινία" ή "καλύτερο βίβλίο" ή "καλύτερος πίνακας" ή ό,τι άλλο τέτοιο. Θα θεωρήσω όμως - μαζί με άλλους - ότι πρόκειται για αριστούργημα, κυρίως επειδή λέει ό,τι λέει με τόσο ανεπαίσθητο και ανάλαφρο τρόπο. Αν και πιστεύω, το είπα στην αρχή, ότι λίγοι θεατές θα το εκτιμήσουν στις μέρες μας.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 08, 2009

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ 2008-2009

Έτσι λοιπόν οι διακοπές τελείωσαν και ο Σεπτέμβρης ξανάρθε και έτσι επίσης αρχίζουν πολλές σχολικές εκθέσεις (στις οποίες τα πρωτοβρόχια περιλαμβάνονται απαραιτήτως). Εμάς βεβαίως, πέραν των υψηλών, χαμηλών και άλλων διακυμάνσεων των βαρομετρικών, μας ενδιαφέρει πρωτίστως ότι με το τέλος Αυγούστου μια ακόμα κινηματογραφική σεζόν τελείωσε, αυτή του 2008 - 2009, οπότε είναι ώρα για τον καθιερωμένο μας απολογισμό. Κι επειδή κάθε χρόνο επαναλαμβάνω (προς μεγάλη σας βαρεμάρα) τα ίδια, πριν από τη λίστα με τα 10+ καλύτερα, έχω να πω τα εξής:
1. Όταν λέω σεζόν εννοώ όλες τις ταινίες που βγήκαν στα ελληνικά σινεμά από 1 Σεπτέμβρη 2008 έως 31 Αυγούστου 2009. Από την 1η Σεπτέμβρη 2009 οι ταινίες ανήκουν στην επόμενη σεζόν.
2. Δεν περιλαμβάνονται οι παλιές ταινίες που παίχτηκαν σε επανέκδοση (π.χ. "Δεσμώτης του Ιλίγγου", "Βίκτωρ Βικτώρια", "Μερικοί το προτιμούν καυτό" κλπ. κλπ.)
3. Η σειρά των ταινιών που ξεχώρισα ΔΕΝ είναι αξιολογική. Σε καμία περίπτωση. Είναι απλώς αλφαβητική κατά επίθετο σκηνοθέτη. Εδώ δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω τις προσωπικές μου 10 καλύτερες. Σιγά μην αποφασίσω ποια είναι στο νο 6 και ποια στο νο 8...
Πάμε λοιπόν.

- ΑΣΕ ΤΟ ΚΑΚΟ ΝΑ ΜΠΕΙ του Tomas Alfredson
- ΒΙΚΥ, ΚΡΙΣΤΙΝΑ, ΜΠΑΡΤΣΕΛΟΝΑ του Woody Allen
- ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΑ ΧΕΙΛΗ του Stephen Daldry
- GRAN TORINO του Klint Eastwood
- ΒΑΛΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΑΣΙΡ του Ari Folman
- ΓΟΜΟΡΡΑ του Matteo Garrone
- 4 ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΝΑ του Jerzy Skolimowski
- IL DIVO του Paolo Sorrentino
- WALL-E του Andrew Stanton
- MILK του Gus Van Sant

Από κοντά (επιλαχούσες δηλαδή) και οι:
- HAPPY-GO-LUCKY του Mike Leigh
- BLINDNESS του Fernando Meirelles
- ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ του Laurent Cante
- WRESTLER του Darren Aronowsky
- FROST/NIXON του Ron Howard
- CORALINE του Henry Selick
- ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ του Guillermo Arriaga
- ΑΔΟΞΟΙ ΜΠΑΣΤΑΡΔΗ του Quentin Tarantino

αλλά και τα
- MESRIN του Jean-Francois Richet
- BRUNO του Larry Charles
- SLUMDOG MILLIONAIRE του Danny Boyle
- ΚΑΥΤΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ των αδελφών Coen
- SERAPHINE του Martin Provost

Φαντάζομαι τις αντιρρήσεις σας. Το Blindness, ας πούμε, δεν άρεσε σε κανένα, αλλά εμένα μου άρεσε και το περιέλαβα, ενώ άφησα απ' έξω "Το Κύμα", που πολλούς εντυπωσίασε, αλλά εμένα δεν με έπεισε καθόλου. Τι να κάνουμε όμως; Προσωπικές προτιμήσεις είναι αυτές. Να μην έχουμε τις παραξενιές και τα βίτσια μας; Οι αντιρρήσεις πάντως είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες. Αλλιώς δεν θα ήμουν κινηματογραφόφιλος (σαν διαστροφή ακούγεται) αλλά Ταλιμπάν.
Και του χρόνου με καλύτερες ταινίες!

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 07, 2009

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ, ΤΟ ΕΚΡΕΜΜΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΛΙΟΜΟΔΙΤΙΚΟΣ ΤΡΟΜΟΣ


Ο νους όσων θέλουν να "προβληματιστούν" για το ποιος είναι ο βασιλιάς των b-movies, πάει κατ' ευθείαν στον Roger Corman. Παραγωγός πάνω από 300 (!) ταινιών και σκηνοθέτης των 50τόσων απ' αυτές, έδωσε τις πιο αξιομνημόνευτες δουλειές του στις αρχές της δεκαετίας του 60, κυρίως με τα εμπνευσμένα από τον Πόε φιλμ του.
Το "Pit and the Pendulum" του 1961 είναι χαρακτηριστικό, συγκεντρώνοντας όλα τα γνωρίσματα της σειράς και, φυσικά, έχοντας και πάλι σαν πρωταγωνιστή τον επιβλητικό Βίνσεντ Πράις.
Η ταινία βασίζεται, υποτίθεται, στο ομώνυμο διήγημα του Πόε, οι αλλαγές όμως στο στόρι είναι πάμπολλες. Γενικά μην έχετε την προσμονή ότι θα παρακολουθήσετε αυτούσια την ιστορία του μεγάλου συγγραφέα. Αφεθείτε απλώς στο γενικό κλίμα και δείτε ένα καινούριο σενάριο με πολλές αλλαγές, που, όπως συχνά γίνεται σ' αυτή τη σειρά, αποτελεί συνοθύλευμα από κάμποσα διηγήματά του. Και, όπως συχνά συμβαίνει σ' αυτά, αλλά και στις σχετικές ταινίες, στην καρδιά της ιστορίας βρίσκεται η εμμονή του Πόε με το εφιαλτικό θέμα της πρόωρης ταφής.
Μ΄ αυτά λοιπόν στο μυαλό, θα δείτε ένα φιλμ βουτηγμένο στο μπαρόκ. Τα βαριά σκηνικά και χρώματα, τα ρούχα των ηρώων, το υπόγειο με τα παλιά όργανα βασανιστηρίων, ο ίδιος ο πύργος όπου διαδραματίζεται η τρομαχτική ιστορία - με αποκορύφωμα τον φοβερό χώρο με το πηγάδι και το εκρεμμές - όλα συμβάλουν στη δημουργία της μπαρόκ ατμόσφαιρας. Και βέβαια το παίξιμο των ηθοποιών, και κυρίως του Πράις. Υπερβολικό, στυλιζαρισμένο, θεατρικό, δίνει ακριβώς τον τόνο του φιλμ. Και δίπλα του η Μπάρμπαρα Στιλ, βασίλισσα των b-movies της εποχής, για να ολοκληρωθεί η εικόνα.
Βλέποντάς το σήμερα είναι σίγουρο ότι δεν θα τρομάξετε - τουλάχιστον όχι τόσο όσο τρόμαζαν οι θεατές του 60. Ίσως μάλιστα σε κάποια σημεία - λίγο με το παίξιμο των ηθοποιών, λίγο με το γενικό στυλιζάρισμα - ίσως, λέω, να σας έρθει και κανένα γελάκι. Παρ' όλα αυτά δεν το θεωρώ κακή ταινία. Νομίζω μάλιστα ότι τόσο αυτή όσο και οι υπόλοιπες της σειράς αποτελούν must για τους φίλους του είδους. "Γιατί;" θα μου πείτε, "αφού προηγουμένως την χαρακτήρισες περίπου ξεπερασμένη". Δεν μπορώ να σας απαντήσω με λόγια, γιατί πάνω απ' όλα υπάρχει η γενική, πολύ έντονη αίσθηση και η περιρέουσα ατμόσφαιρα. Απλώς πιστεύω ότι η σειρά του Κόρμαν που βασίζεται στον Πόε εκπέμπει όσο ελάχιστες άλλες αυτό που θα αποκαλούσαμε "γοητεία του παλιομοδίτικου". Κι αυτό είναι σημαντικό, για μένα τουλάχιστον.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2009

ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ' ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ


Το "Πέντε λεπτά πριν τον παράδεισο" (Five minutes of heaven) του γερμανού Oliver Hirschbiegel (που είχε κάνει "Το Πείραμα" και την "Πτώση") μας μεταφέρει στην ταραγμένη βόρεια Ιρλανδία, πρώτα στη δεκαετία του 70, όταν ο πόλεμος, εθνικός (ενάντια στους άγγλους) και εμφύλιος (καθολικοί εναντίον προτεσταντών), μαινόταν, και στη συνέχεια στη σύγχρονη εποχή, όπου κάποιοι πασχίζουν να επουλώσουν τις παλιές πληγές, δίχως να τα καταφέρνουν πάντα. Ένα τηλεοπτικό σόου λοιπόν προσπαθεί να φέρει σε επαφή και να συμφιλιώσει έναν άνθρωπο με το δολοφόνο του αδελφού του, τριαντατόσα χρόνια μετά το τραγικό γεγονός.
Η ταινία έχει βέβαια τα κλασικά φιλειρηνικά μηνύματα, της δίνω όμως κάποιους παραπάνω πόντους απ' αυτό. Αυτό που δείχνεται ξεκάθαρα εδώ, είναι ότι τα θύματα της βίας βρίσκονται πάντοτε κι από τις δυο πλευρές: Και του θύτη και του θύματος. Παρακολουθώντας την εξέλιξη των δύο αυτών ανθρώπων (ο δολοφόνος έχει κάνει 12 χρόνια φυλακή πριν αφεθεί ελεύθερος), διαπιστώνουμε ότι οι ζωές και των δύο έχουν πρακτικά καταστραφεί. Δεν υπάρχουν πια καλοί και κακοί, ένοχοι και αθώοι. Υπάρχουν μόνο τσακισμένοι άνθρωποι που πληρώνουν μια ζωή τον φανατισμό και την επιπολαιότητα (στο συγκεκριμένο φιλμ ενός δεκαεφτάχρονου, αλλά βέβαια τα συμπεράσματα είναι πολύ γενικότερα). Αυτή η απόλυτη καταδίκη του φανατισμού και της βίας είναι και το βασικό ατού της ταινίας. Καθώς και κάποιος προβληματισμός για το ρόλο της τηλεόρασης, που μετατρέπει τον ανθρώπινο πόνο (έστω και αν έχει καλές προθέσεις, όπως αφήνεται να εννοηθεί εδώ) σε τηλεοπτικό σόου.
Και βέβαια στα συν οι πολύ καλές ερμηνείες του Τζέιμς Νέσμπιτ και του Λίαμ Νίσον. Αλλά και το ότι η δραματική αυτή ταινία είναι γυρισμένη σαν ψυχολογικό θρίλερ με το σασπένς να ανεβαίνει καθώς οι θεατές προσπαθούν να μαντέψουν τις αντιδράσεις και τις ενέργειες των ηρώων. Αυτό είναι έξυπνο, γιατί το όλο στόρι πάσχει από θεατρικότητα και, στα χέρια ενός άλλου σκηνοθέτη, θα μπορούσε να γίνει πολύ πιο στατικό και θεατρικό. Συνολικά λοιπόν τη βρήκα αρκετά καλή ταινία, την παρακολούθησα με ενδιαφέρον, αλλά δεν τη θεωρώ αριστούργημα.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 04, 2009

ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΠΡΕΣΟΝ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΧΡΗΜΑ


Θα το πω από την πρώτη στιγμή: Το σινεμά του Robert Bresson (1901-1999) είναι δύσκολο, απευθύνεται κυρίως σε σινεφίλ. Ίσως μεγάλο μέρος της δυσκολίας αυτής οφείλεται στη "στεγνότητά" του, την έλλειψη αφηγηματικότητας και δράσης. Για τα τελευταία αυτά χαρακτηριστικά δεν είναι ακριβώς υπέυθυνα τα σενάρια (που είναι "κανονικά"), αλλά ο τρόπος κινηματογράφησης. Η κάμερα του Bresson είναι αυτή που αποφεύγει τη δράση, όχι τα όσα συμβαίνουν σεναριακά.
"Το Χρήμα" του 1983 υπήρξε η τελευταία του ταινία. Εδώ παίρνει ένα διήγημα του Τολστόι, το μεταφέρει στη σύγχρονη εποχή και το φέρνει απόλυτα στα δικά του μέτρα. Τα μπρεσονικά γνωρίσματα βρίσκονται όλα εδώ: Μινιμαλισμός και λιτότητα στο έπακρο, απαραίτητες μόνο κινήσεις της κάμερας, γυμνή και στεγνή εικόνα που, ανεξάρτητα με το τι αφηγείται, κινηματογραφεί μόνο καθημερινά, συνηθισμένα πράγματα, ερασιτέχνες ηθοποιοί που παίζουν με παράξενο, αργό τρόπο, σαν υπνωτισμένοι. Τα πάντα περιορίζονται στο απόλυτα αναγκαίο, τίποτα δεν είναι περιττό, δεν υπάρχει καμιά φιοριτούρα, κανένα εφφέ.
Φυσικά όλα αυτά μπορεί να κουράσουν τον ανύποπτο θεατή. Τα νοήματα ωστόσο είναι πολλά και πλούσια. Πρώτα - πρώτα ο Bresson ξεκινά από το τεριμμένο: Το χρήμα δεν φέρνει ευτυχία. Αντίθετα, εδώ έχουμε μια αλυσίδα όλο και κλιμακούμενων καταστροφών, που φτάνουν σε απώλειες ζωών. Χαρακτήρες αλλάζουν, άνθρωποι διαφθείρονται, ζωές πάνε στράφι, και όλα ξεκινούν από ένα πλαστό χαρτονόμισμα. Ταυτόχρονα όμως ανιχνεύουμε και μια αρκετά πολιτική ματιά: Τα πλουσιόπαιδα, από τα οποία ξεκινά το κακό, μένουν ουσιαστικά ατιμώρητα. Οι επιπτώσεις στη ζωή των μεσαίων είναι σχετικά μικρές - παρά το ότι μάλιστα αυτοί οι τελευταίοι συνέχισαν αδίστακτα τον κύκλο της ανηθικότητας. Στη ζωή των φτωχών όμως, του μεροκαματιάρη ήρωα, της οικογένειάς του και του περίγυρού του, επέρχεται ένα αληθινό τσουνάμι που θα αλλάξει ριζικά (προς το χειρότερο φυσικά) τη μοίρα τους - αφού πρώτα θα έχει αλλάξει τους χαρακτήρες τους. Πιο ταξικά δεν γίνεται...
Σε ένα άλλο επίπεδο πάλι, παρακολουθούμε την πορεία ενός ανθρώπου από την τιμιότητα προς το απόλυτο κακό. Η σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ψυχής εμφανίζεται με τα μελανότετρα χρώματα. Στην ψυχή του δεν χωρά ούτε ευγνωμοσύνη ούτε μετάνοια. Η διαφθορά ενός ανθρώπου οδηγείται στα απόλυτα άκρα.
Φυσικά μπορείτε και σεις να εξάγετε κι άλλα ακόμα ή και διαφορετικά συμπεράσματα. Οι ταινίες σκηνοθετών με όραμα και προσωπικότητα έχουν πάντοτε πολλά επίπεδα. Ανεξαρτήτως αυτού όμως, πρόκειται για δύσκολη ταινία, που απευθύνεται κυρίως σε σινεφίλ ή, τέλος πάντων, σε όσους γνωρίζουν το έργο του Bresson και ξέρουν το στιλ του, που, όπως είπαμε, βασίζεται στο ελάχιστο. Όσο για τους υπόλοιπους... εγώ τους προειδοποίησα.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2009

Ο ΒΙΚΤΩΡ, Η ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΦΥΛΑ


Το "Victor, Victoria" του 1982 είναι νομίζω η τελευταία καλή ταινία του Blake Edwards (1922-2010), που σκηνοθετεί ήδη από το 1955. Από εκεί και πέρα ο σκηνοθέτης αυτός αναλώθηκε σε φτηνές κωμωδιούλες, που δικαίως πέρασαν σχεδόν απαρατήρητες. Εδώ όμως η σπιρτάδα, οι κωμικές ανατροπές, οι ξεκαρδιστικές σε μερικές φάσεις καταστάσεις, περισσεύουν.
Πρώτα απ' όλα, βέβαια, το "Victor, Victoria" είναι ένα κωμικό μιούζικαλ που παίζει με τα φύλα. Οι περισσότεροι από τους αρσενικούς ήρωες είναι gay, οι υπόλοιποι προβληματίζονται για τη σεξουαλική τους ταυτότητα, ενώ η Τζούλι Άντριους στον βασικό ρόλο, ενσαρκώνει μια γυναίκα που υποδύεται ένα τραβεστί, δηλαδή έναν άντρα που υποδύεται μια γυναίκα! Γύρω της στήνεται ένα πολύπλοκο γαϊτανάκι που αφορά μπερδέματα φύλων: Σκληροτράχηλοι γκάγκστερς που αναρωτιούνται για τις προτιμήσεις τους, άλλοι που ομολογούν ότι πάντοτε ήταν gay, ερωτικές σχέσεις που διχάζονται ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι, άντρες που τρέμουν να αποκαλύψουν τις αληθινές επιθυμίες τους στο κοινό... Ανατρεπτικό φιλμ με τα όλα του κατά βάθος, όπου αντρισμοί, πρότυπα και άλλα στερεότυπα και ταμπού πάνε περίπατο... Κι όλα αυτά με μια σειρά από απολαυστικά σεναριακά μπερδέματα και απρόβλεπτες καταστάσεις, που διανθίζονται από έξυπνα και αρκετά αστεία μουσικοχορευτικά νούμερα. Και επίσης, απόλυτα απενοχοποιημένα. Ο καθένας έχει τις προτιμήσεις του και καλά κάνει. Κανένα πρόβλημα, μοιάζει να μας λέει ο Edwards. Ας είστε ό,τι θέλετε να είστε, φτάνει να μην πειράζετε κανέναν.
Σε ένα άλλο επίπεδο, θα μπορούσε κανείς να πει ότι το "Victor, Victoria" μιλά για την ίδια τη φύση του θεάματος, τον τεχνητό του χαρακτήρα. Σα να μας υπενθυμίζει διαρκώς δηλαδή ότι όσα βλέπουμε στη σκηνή ή στην οθόνη είναι ψεύτικα, με την έννοια ότι όλοι αυτοί είναι ηθοποιοί, υποδύονται κάποιους χαρακτήρες, δεν είναι στην πραγματικότητα οι χαρακτήρες αυτοί. Πρόκειται για καταστάσεις στημένες, επινοημένες από κάποιον ή κάποιους, φτιαγμένες απ' αυτούς. Αυτό ακριβώς δεν είναι το θέαμα;
Ξαναείδα το φιλμ μετά από πολλά πολλά χρόνια και το βρήκα εξ ίσου απολαυστικό. Πιστεύω ότι το ίδιο θα το βρείτε κι εσείς.

eXTReMe Tracker