Παρασκευή, Νοεμβρίου 30, 2007

ΠΟΣΟ ΚΟΝΤΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ Ο BEOWULF ΚΑΙ ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ;


Αρχικά θα πω ότι δεν εκτιμώ ιδιαίτερα τα ψηφιακά an;imation, και μάλιστα αυτά που πασχίζουν με κάθε τρόπο να γίνουν όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται, σκανάροντας αληθινούς (γνωστούς συνήθως) ηθοποιούς και στη συνέχεια κινουμενοσχεδιοποιώντας τους. Εννοώ ότι δεν μ' αρέσουν από καθαρά αισθητική άποψη - και δεν καταλαβαίνω ακριβώς και τον λόγο ύπαρξής τους. Αν θέλουν να είναι τόσο ρεαλιστικά, ας γυρίσουν το φιλμ με κανονικούς ηθοποιούς.
Τέλος η γκρίνια. Παρά την αντίρησή μου αυτή, ο Beowulf του Robert Zemeckis έχει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία (καθαρά ενήλικα) που τον κάνουν να διαφέρει αρκετά (σεναριακά πάντοτε) από τα συνήθη animation οποιασδήποτε τεχνικής. Μεταφέρει στην οθόνη το ομώνυμο αγγλικό έπος, που θεωρείται και το πρώτο αγγλόφωνο έπος στην ιστορία και εμφανίστηκε από ανώνυμο ποιητή γύρω στον 10ο αιώνα. Δεν ξέρω πόσο πιστό μένει στο πρωτότυπο κείμενο του έπους κι ούτε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Με ενδιαφέρουν όμως οι σύγχρονες αρετές αυτής της μεταφοράς:
Πρώτα - πρώτα η ουσιαστική αμφισβήτηση του "ήρωα" (όχι του ήρωα της ταινίας, του "ήρωα" ως έννοια). Ο Beowulf είναι ο αναμφισβήτητος ήρωας, ατρόμητος, δυνατός, που βοηθά αυτούς που έχουν ανάγκη και παλεύει με ανθρώπους και τέρατα με αμοιβή κυρίως τη δόξα και όχι το χρήμα. Πλήν όμως είναι ταυτόχρονα κτηνώδης, βάναυσος ενίοτε, καθώς κομπάζει με τους συντρόφους του για τις σφαγές, τις λεηλασίες και τους βιασμούς που έχουν διαπράξει, και ματαιόδοξος, καθώς "φουσκώνει" τα κατορθώματά του κάθε φορά που τα αφηγείται. Γενικά στην ταινία απομυθοποείται πλήρως η έννοια της παρέας των ηρώων, που παρουσιάζονται περισότερο ως βάρβαροι παρά ως οτιδήποτε άλλο. Έπειτα, η ταινία μιλά για τον άσβεστο πόθο για εξουσία. Ίσως ο Beowulf να είναι υπεράνω χρημάτων, όχι όμως και υπεράνω της δίψας γι΄αυτήν. Γι΄αυτό άλλωστε την αποδέχεται αμέσως. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά την κρατά επί χρόνια βασισμένος σ' ένα ψέμα, το οποίο έχουν πιστέψει οι υπήκοοί του. Και επι πλέον, το πρώτο, όντως φριχτό τέρας, ο Γκρέντελ, παρουσιάζεται μάλλον συμπαθής, παρά την αποκρουστική του εμφάνιση. Υπάρχει άλλωστε κι ένα επτασφράγιστο μυστικό που μόνο το εκάστοτε τέρας και ο εκάστοτε βασιλιάς ξέρουν...
Έτσι ο ήρωας δεν είναι πλέον ο μονοδιάστατος "καλός", αλλά κατατρώγεται εσωτερικά από αγωνία και ενίοτε τύψεις, γνωρίζοντας ότι η δόξα του στηρίζεται σ΄ένα ψέμα. Ένας ήρωας με υπαρξιακά προβλήματα λοιπόν; Αν αυτό δεν είναι απομυθοποίηση, τότε τι είναι; Γενικά, όλοι οι χαρακτήρες δύσκολα κατατάσονται σε "καλούς" και "κακούς". Είναι και τα δύο, όπως ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα. Αφείστε που ένας από τους πιο αρνητικούς είναι ο πρώτος χριστιανός σε ένα παγανιστικό ακόμα βασίλειο.
Γενικά πρόκειται για ωμό σε πολλά σημεία φιλμ, πράγμα που το κάνει να απευθύνεται σε ενήλικο κοινό. Τα παιδιά ας το αποφύγουν, κι ας διαθέτει και μερικές θεαματικές σκηνές με την δενξερωποιά νέα τεχνική animation (ο Zemeckis, πετυχημένος εμπορικός σκηνοθέτης κατά τα άλλα, υπήρξε κι άλλες φορές τεχνικά πρωτοπόρος με ταινίες όπως ο Roger Rabbitt ή το Polar Express). Παρά τις αισθητικές ενστάσεις μου λοιπόν, βρήκα την ταινία απροσδόκητα ενδιαφέρουσα, πράγμα στο οποίο σίγουρα έχει παίξει ρόλο η σεναριακή πινελιά του Neil Gaiman.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 29, 2007

RINGU 2 Ή ΤΑ ΦΡΙΧΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΠΗΓΑΔΙΟΥ


Μετά τη μεγάλη επιτυχία στην Ιαπωνία του πρώτου Ring (Ringu) του 1998, πάλι ο Hideo Nakata γυρίζει το 1999 και το απαραίτητο νο 2, το "Ringu 2" φυσικά, το οποίο είναι απόλυτη συνέχεια του πρώτου. Η ιστορία της εφιαλτικής Sadako με τις τεράστιες ψυχικές δυνάμεις, που τις χρησιμοποιεί ακόμα και νεκρή, συνεχίζεται, τα θύματα πληθαίνουν, η περίφημη βιντεοκασέτα εξακολουθεί να κάνει καλά τη δουλειά της σκοτώνοντας ακριβώς σε μια εβδομάδα όποιον την έχει δει. Μόνο που εδώ ο μικρός Γιοϊτσι έχει πλέον κεντρικό ρόλο στα τεκταινόμενα.
Η ταινία διαθέτει κάποιες ανατριχιαστικές στιγμές, διατηρεί το σασπένς του πρώτου, αλλά έχει το προφανές βασικό μειονέκτημα: Δεν είναι παρά ένα νο 2 κι αυτό ποτέ (σχεδόν ποτέ τέλος πάντων) δεν είναι πολύ καλό. Η συγκίνηση της πρώτης θέασης, η βαθμιαία ανακάλυψη του τι συμβαίνει, έχει εξ ορισμού χαθεί. Στο τέλος δε, στη σκηνή με το πείραμα, τα πράγματα μπερδεύονται αρκετά και διάφορα σεναριακά ερωτήματα μένουν αναπάντητα (αλήθεια, γιατί δεν σκοτώνεται η ηρωίδα;), ενώ σε κάποια άλλα οι λύσεις είναι μάλλον απλοϊκές ("από μηχανής" βοήθεια του νεκρού πατέρα κλπ.). ΟΚ, βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον, δεν θα το κατέτασα όμως και στα καλύτερά μου.
Προσοχή: Μην το δείτε αν δεν έχετε δει το νο 1, αφού αυτή η δεύτερη ταινία προϋποθέτει ότι γνωρίζει ο θεατής τι έχει συμβεί πριν. Είναι εντελώς συνέχεια, ξεκινά ακριβώς από εκεί που τελείωνε το πρώτο, οι χαρακτήρες (και οι ηθοποιοί) είναι ίδιοι, οπότε όσοι επιχειρήσουν να δουν το νο 2 και μόνο θα έχουν τεράστια κενά.

Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2007

30 ΜΕΡΕΣ ΝΥΧΤΑ; Ο,ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΓΙΑ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ


Νομίζω ότι το έχω κάπου ξαναπεί: Πιστεύω ότι το σινεμά τρόμου περνά μια μεγάλη κρίση ήδη από τη δεκετία του 90. Καμιά σχέση με τις παλιότερες, μέχρι και αυτή του 80. Σήμερα η πλειοψηφία του είδους ανήκει σε ταινίες του στυλ Saw και Hostel και "Σε βλέπω", που το μόνο που κάνουν είναι να επινοούν όλο και πιο σαδιστικά βασανιστήρια για να καταφέρει να γυριστεί και το νο 18 της σειράς. Δεν ξέρω πόσοι το έχουν καταλάβει, αλλά αυτό δεν είναι τρόμος...
Μ' αυτά τα δεδομένα, μια ταινία όπως το "30 μέρες Νύχτα" του David Slade είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη. Εδώ οι βρικόλακες είναι πραγματικά τρομακτικοί, τόσο σαν εμφάνιση όσο και σαν "συμπεριφορά", η ατμόσφαιρα είναι γνήσια κλειστοφοβική και αδιέξοδη, το τέλος καθόλου καθησυχαστικό και ο τρόμος δεν χρειάζεται τα δεκανίκια των σούπερ ντούπερ εφφέ για να απλωθεί. Πιθανόν μάλιστα να είναι η καλύτερη του είδους των 1 - 2 τελευταίων χρόνων, μαζί με την "Κάθοδο" και μια - δυο άλλες που ίσως μου διαφεύγουν.
Ίσως πάλι να έχω εκθειάσει υπερβολικά το φιλμ. Στην πραγματικότητα και τα κλισέ του τα έχει, και το σενάριο δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο και μπορεί ξενερώσει λιγάκι τον θεατή με τις "οικογενειακκές αξίες" (λίγο όμως. Καμιά σχέση με άλλες τέτοιες δοξολογίες που κατά καιρούς έχουμε υποστεί). Δεν είναι λοιπόν μια "μεγάλη" ταινία. Είναι όμως τίμια, που πετυχαίνει απόλυτα τον στόχο της, καθώς δεν ανήκει ούτε στα παραπάνω σπλατεροειδή, αλλά ούτε και στα κενά ουσίας και πλήρη βιντεοκλιπάδικης επίδειξης της κατηγορίας των Van Helsing ή Underworld, που στην καλύτερη περίπτωση καταφέρνουν απλώς να είναι διασκεδαστικά και να μας εντυπωσιάσουν με κάποια ψηφιακά εφφέ. Εδώ πιστεύω ότι οι φανς θα εκτιμήσουν τη βαθειά σκοτεινιά και τη ζοφερότητά της. Η παγωνιά που επικρατεί στην Αλάσκα, όπου διαδραματίζεται, ταιριάζει με την εσωτερική παγωνιά που θέλει να μας μεταδωσει. Και, στο κάτω - κάτω, το είπαμε: Το είδος περνά εποχές ξηρασίας, οπότε...

Σάββατο, Νοεμβρίου 24, 2007

Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΞΕΦΕΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΑΦΑΝΔΡΟ


Ο Julian Schnabel είναι ένας πολύ γνωστός ζωγράφος, αφηρημένος κυρίως, ήδη από τη δεκαετία του 80. Τα τελευταία όμως χρόνια αφήνει για λίγο τον εικαστικό χώρο για να κάνει αραιές, αλλά πολύ ενδιαφέρουσες επισκέψεις σ' αυτόν της 7ης Τέχνης. Οι ταινίες του πραγματεύονται πάντα τις ζωές υπαρκτών ανθρώπων (του ζωγράφου Μπασκιά, του συγγραφέα Αρένας, του αρχισυντάκτη του Elle Jean-Dominique Bauby). Αυτή που μιλά για τη ζωή του τελευταίου, η τρίτη του, είναι "Το σκάφανδρο και η πεταλούδα".
Ο Bauby, bon viveur, πετυχημένος, δημοφιλής στους κύκλους του, παθαίνει ξαφνικά βαρύ εγκεφαλικό και μένει παράλυτος σ' όλο το σώμα. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ανοιγοκλείνει τα μάτια. Το εφιαλτικό στην περίπτωσή του είναι ότι ο εγκέφαλός του δεν έχει πειραχτεί καθόλου. Έχει πλήρη διάυγεια σκέψης, αντιλαμβάνεται τα πάντα γύρω του, γνωρίζει καλά την κατάστασή του, αλλά...
Αρχικά θέλει να πεθάνει. Απόλυτα φυσιολογικό. Αλλά, βέβαια, κανείς δεν του κάνει τη "χάρη". Από εκεί και πέρα, το πάνω χέρι παίρνει η ζωή και η επιθυμία γι' αυτήν. Πρώτα καταφέρνει να επικοινωνήσει με τους άλλους με ένα επίπονο σύστημα ανοιγοκλεισίματος του ματιού. Και μετά, φτάνει στο σημείο να "γράψει" ένα ολόκληρο βιβλίο, που μάλιστα είναι πολύ καλό.
Η ταινία έχει πολλά θετικά: Πολλοί θα πείτε: "Ωχ, πάλι η δύναμη της θέλησης και άλλα τέτοια. Τα ξέρουμε". Κι όμως, χωρίς φυσικά να λείπει το στοιχείο αυτό, κατορθώνει να είναι πολύ περισσότερα. Από την άλλη, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, καταφέρνει να μην είναι ψυχοπλακωτική, μόνιμος φόβος πολλών θεατών μπροστά σε ένα τέτοιο θέμα. Ίσως η ενίοτε αυτοκριτική διάθεση του πρωταγωνιστή, ακόμα και κάποιο χιούμορ παρά την κατάστασή του, συμβάλλουν σ' αυτό. Κι έπειτα, ο Schnabel επινοεί ευφάνταστες κινηματογραφικές λύσεις για να δώσει το δράμα του ανθρώπου αυτού και να μεταδώσει τα συναισθήματά του. Ειδικά το πρώτο μέρος, με το υποκειμενικό βλέμμα του Bauby, είναι εξαιρετικό (και παίρνει και λίγο χρόνο να καταλάβει ο θεατής ότι βλέπουμε μέσα από το μάτι του ήρωα και δεν έχει πάθει κάτι η κόπια).
Στο δεύτερο μέρος το δύσκολο παρόν του Bauby εναλάσσεται με σκόρπιες αναμνήσεις απ' την προηγούμενη ζωή του (εξαιρετικός ο Max von Syndow στο ρόλο του πατέρα), που φωτίζουν το χαρακτήρα του, κάνουν ακόμα πιο τραγική την αντίθεση του τότε με το τώρα και επισημαίνουν την τεράστια αξία των μικρών, καθημερινών στιγμών ή απολαύσεων στις οποίες δεν δίνουμε καμιά σημασία, αποτελούν ρουτίνα, όταν όμως χαθούν...
Γενικό συμπέρασμα: Δεν βαρέθηκα καθόλου, δεν ψυχοπλακώθηκα, αντίθετα βγήκα αισιόδοξος μετά την θέαση ενός τέτοιου δράματος. Μπράβο στον Schnabel.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 23, 2007

ΛΕΟΝΤΕΣ, ΑΜΝΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΜΕ ΗΔΗ ΚΑΛΑ


Ένας γερουσιαστής - γεράκι (θα μπορούσε να είναι το δεξί χέρι του Μπους) ανταλλάσει επιχειρήματα με μια "αριστερή" (για τα αμερικάνικα δεδομένα) δημοσιογράφο. Ένας καθηγητής πανεπιστημίου ανταλλάσει άλλα επιχειρήματα με έναν προικισμένο φοιτητή που έχει "αποσυρθεί" αηδιασμένος από την κατάσταση των πραγμάτων και πιστεύοντας ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Δύο άλλοι φοιτητές ταπεινής καταγωγής κατατάσονται, πάνε "ηρωικά" και εθελοντικά στο Αφγανιστάν και... τους τρώει η μαρμάγκα. Πάνω σ' αυτούς τους τρεις άξονες κινείται το "Λέοντες αντί Αμνών" του αξιόλογου και σαν σκηνοθέτη (και από τους πλέον προοδευτικούς σταρ) Robert Redford, που διαθέτει στα συν του κι ένα λαμπρό καστ.
Δυστυχώς όμως βρήκα το φιλμ μάλλον το χειρότερό του. Κατ' αρχάς νομίζω ότι πάσχει από υπερβολική θεατρικότητα. Πρόκειται για σινεμά που διαδραματίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε κλειστά δωμάτια με ανθρώπους που μιλάνε ακατάπαυστα. Ίσως λειτουργεί στο θέατρο, στην οθόνη όμως... Σημαντικότερο αρνητικό στοιχείο όμως είναι οι αρκετές ιδεολογικές μου αντιρρήσεις - παρά το ότι η πρόθεση του Redford είναι σαφώς να αφυπνίσει τους αμερικάνους ενάντια στην τρέχουσα πολιτική της χώρας τους. Διευκρινίζω: Από τη μία τάσσεται ενάντια στους βρώμικους πολέμους Ιράκ και Αφγανιστάν, από την άλλη όμως ηρωοποιεί τους δύο φαντάρους που δίνουν τη ζωή τους εθελοντικά "για την πατρίδα" (;;;;), πράξη που στηρίζουν με θολά και ασαφή επιχειρήματα που δεν πολυέπιασα. Προσωπικά θα είχα την σαφέστατη και "σκληρή" άποψη ότι, ακόμα κι αν κινούνται από "καλές προθέσεις", τα ήθελαν και τα έπαθαν. Ας πρόσεχαν. Από την άλλη, μου φαίνεται άτοπο να αφιερώνει κανείς τη μισή σχεδόν ταινία στον διαλογο της προοδευτικής δημοσιογράφου και του σκληροπυρηνικού ημιφασίστα γερουσιαστή και στα επιχειρήματά τους κατά και υπέρ των πολέμων. Πώς να σας το πω; Είναι σα να θέλω να κάνω μια αντιρατσιστική π.χ. ταινία και για πάνω απο μισή ώρα να βάζω να ανταλλάσουν επιχειρήματα υπέρ ή κατά του ρατσισμού ένας του Συνασπισμού και, ας πούμε, ο Πλεύρης. Δεν έχει νόημα. Θεωρώ ορισμένα απλά πράγματα λυμένα εξ αρχής και δεν έχω καμιά όρεξη να σπαταλώ τεράστιο χρόνο στα επιχειρήματα του κάθε Πλεύρη, που πρεσβεύουν κάτι προφανώς ψευδές και επικίνδυνο. Και μη μου πείτε το γνωστό "οι αμερικάνοι είναι τόσο ουγκ ώστε πρέπει να ακούσουν από την αρχή ακόμα κι αυτά τα προφανή για μας πράγματα". Διότι, απλούστατα, η ταινία είναι έτσι φτιαγμένη (το "καθιστικό" και η έλλειψη δράσης και πλοκής που λέγαμε) ώστε εξ ορισμού θα τη δουν πολύ λίγοι και ήδη "ψαγμένοι". Οποτε, ποιο το νόημα;
Για μια ακόμα φορά λοιπόν επιβεβαιώθηκε για μένα η αλήθεια ότι οι καλές προθέσεις δεν αρκούν στην τέχνη για να παραχθούν και καλά αποτελέσματα. Θα το ξεχάσω και θα περιμένω την επόμενη σκηνοθετική δουλειά του Redford.
ΥΓ: Επιβεβαίωσα για μια ακόμα φορά το πόσο ταιριάζει στον Τομ Κρουζ να παίζει ρόλους μαλάκα. Είναι ιδανικός.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 22, 2007

TAXIDERMIA: ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΝΟΣΗΡΟΤΗΤΑΣ


Τρεις γενιές, τρεις απίστευτοι τύποι που τις εκπροσωπούν, με διαφορετικά βίτσια και μορφές νοσηρότητας ο καθένας, συνθέτουν την ουγγρική Taxidermia, δεύτερη μόλις ταινία του 33χρονου György Pálfi.
Τι μπορείς να πεις τώρα για μια ταινία που κυριολεκτικά επιτίθεται στις αισθήσεις και τις αντοχές του θεατή; Ίσως ο Pálfi κάνει κατά βάθος μια αλληγορία της πατρίδας του (στον πόλεμο, στην κομμουνιστική περίοδο και σήμερα), όπως έγραψε το Αθηνόραμα. Ίσως πάλι να έχει και άλλους, ακόμα βαθύτερους συμβολισμούς, οι περισσότεροι απ' τους οποίους ομολογώ ότι μου διέφυγαν. Δεν ξέρω. Σίγουρα όμως πρόκειται για μια από τις πιο "άρρωστες" ταινίες που έχω δει ποτέ. Όχι, η αρρώστεια της δεν έγκειται στο - συνηθισμένο πλέον - σπλάτερ (υπάρχει κι απ' αυτό πάντως, μην ανησυχείτε), αλλά στην απόλυτη αηδία. Τόννοι από εμετούς, αργά και σε γκρο πλαν πετσοκόματα και εγχειρίσεις, απίστευτα χοντροί τύποι και άλλα τέτοια ωραία συνθέτουν το φιλμ. Ειλικρινά δεν ξέρω πόσοι θα το αντέξετε μέχρι τέλους.
Κατά τα άλλα, υπάρχει μπόλικος σουρεαλισμός και παράλογο, υπάρχει και μαύρο χιούμορ και διάθεση σάτιρας ενός κόσμου που μόνο ως το άκρον άωτον του γκροτέσκου και του αποκρουστικού μπορεί να χαρακτηριστεί. Το μεσαίο μέρος μάλιστα, μια ασεβέστατη σάτιρα του κομμουνιστικού καθεστώτος, που δείχνει επίσημους αγώνες (κάτι σαν Ολυμπιακούς) που παρακολουθούν επίσημοι, φανατικό κοινό, σχολεία ολόκληρα με παιδάκια με στολές που τραγουδάν πατριωτικά άσματα και κραδαίνουν σημαίες κλπ., αλλά το βασικό αγώνισμα είναι μια σειρά αηδιαστικά πάνχοντρων "αθλητών" που διαγωνίζονται στο ποιος θα φάει περισσότερο και γρηγορότερα, θα μπορούσε να είναι απολαυστικό αν δεν ήταν τόσο αηδές. Γενικά νομίζω ότι η ταινία δεν είναι παρά μια άνευ λόγου συσσώρευση νοσηρότητας με μοναδικό ουσιαστικό λόγο να ενοχλήσει όσο περισσότερο μπορεί τους θεατές.
Κρίμα, γιατί ο Pálfi είναι πραγματικά εντυπωσιακός σκηνοθέτης και το ταλέντο του φαίνεται από την πρώτη στιγμή. Πολύ δυνατές εικόνες, απίστευτες λήψεις, έξυπνες λύσεις, με κάνουν να θαυμάζω τις ικανότητές του και - παρά την απωθητικότητα της Taxidermia - να περιμένω με ενδιαφέρον τις επόμενες δουλειές του (που θα επιθυμούσα να είναι λίγο πιο cool και ουσιαστικές).

Τρίτη, Νοεμβρίου 20, 2007

2-3 ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΡΩ ΓΙΑ ΤΗΝ POLLY MAGOO


Ο William Klein είναι αμερικανός, ζει όμως εδώ και πολλές δεκαετίες στο Παρίσι. Τον ήξερα σαν διάσημο φωτογράφο. Αγνοούσα την κινηματογραφική του δουλειά. Ωστόσο κάνει και σινεμά (κυρίως ντοκιμαντέρ) ήδη από τη δεκαετία του 50. Το "Qui êtes-vous, Polly Maggoo?" του 1966 είναι από τις λίγες μη ντοκιμαντερίστικες ταινίες του.
Ασπρόμαυρη, πειραματική, απόλυτα στο πνεύμα των 60ς, καταπιάνεται με τον χώρο της μόδας, χώρο που γνωρίζει καλά ο Klein, αφού για χρόνια υπήρξε ο βασικός φωτογράφος μόδας του Vogue. Και καταπιάνεται μ' αυτόν για να τον σατιρίσει. Η Polly Magoo είναι ένα όμορφο και πασίγνωστο μοντέλο με αρκετές ανησυχίες. Όλοι την ερωτεύονται, ανάμεσά τους όμως υπάρχει και ένας πάμπλουτος πρίγκιπας κάποιας (πιθανόν) τριτοκοσμικής χώρας. Μέσα από μια πολύ χαλαρή, αποσπασματική και συχνά σουρεαλιστική αφήγηση, παρακολουθούμε σκόρπια περιστατικά της ζωής της - και της ζωής των γύρω της. Η σάτιρα στοχεύει στον κενό, μάταιο - κρατιέμαι να μην πω ηλίθιο - κόσμο της μόδας, με τους "μετρ", τους "ειδικούς", τις πλούσιες κυρίες και όλους τους άλλους φελλούς που περιστρέφονται γύρω της. Συγχρόνως, με φεμινιστική ματιά, κάνει πλάκα με τις συντηρητικές, στερεοτυπικές γυναικείες φαντασιώσεις (π.χ. τον πρίγκηπα που φτάνει καβάλα στο άλογο), αλλά και με τους διανοούμενους (ή ψευτοδιανοούμενους) και γενικά με όλη την κενότητα που κυριαρχεί σε χώρους σαν κι αυτόν.
Ωστόσο, όλη αυτή η πειραματική, ηθελημένα "σκόρπια" ματιά με κούρασε αρκετά και βρήκα την ταινία (παρά το ότι περιέχει μερικές αστείες στιγμές) αρκετά ξεπερασμένη. Παραμένει μια ακόμα μαρτυρία του ελεύθερου πνεύματος της δεκαετίας του 60 και των ποικίλων πειραματισμών που έλαβαν χώρα τότε... αλλά μόνον αυτό. Δεν νομίζω ότι αντέχει σήμερα.
Στα συν η μουσική του Μισέλ Λεγκράν και οι εμφανίσεις των νεαρών τότε Ζαν Ροσφόρ και Φιλίπ Νουαρέ.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 19, 2007

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΥΣ (;)


Ο νοτιοκορεάτης Chang-dong Lee έχει στο ενεργητικό του λίγες ταινίες, μερικές απ' αυτές βραβευμένες. Η "Όαση" του 2002 είναι η πρώτη του που βλέπω.
Καταπιάνεται με ένα ιδιαίτερο και δύσκολο θέμα: Τον έρωτα δύο "καταραμένων", ακούσια περιθωριοποιημένων ανθρώπων. Εκείνος θα λέγαμε στην καθομιλουμένη ότι "χάνει" κάπως. Παραβατική συμπεριφορά, απρόβλεπτες αντιδράσεις, όχι ιδιαίτερη εξυπνάδα, έχει ήδη στα 29 του κάνει δυο - τρεις φορές φυλακή. Εκείνη, σαφώς βαρύτερη περίπτωση, είναι σπαστική, με τεράστιες δυσκολίες στην κίνηση και την ομιλία. Οι δικοί της την έχουν παραπεταμένη σε ένα μικρό διαμέρισμα και πληρώνουν τους γείτονες για να την περιποιούνται στοιχειδώς. Κι όμως. Ανάμεσα στα δύο αυτά πλάσματα, που όλοι βρίσκουμε βολικό να ξεχνάμε ότι υπάρχουν κάπου ανάμεσά μας, αναπτύσεται ένας μεγάλος έρωτας, που περνά από διάφορα στάδια. Από τη σταδιακή απόκτηση της εμπιστοσύνης της κοπέλας, που πρώτη της φορά νοιώθει ότι κάποιος την αγαπά παρά την εμφάνισή της, μέχρι την ολοκλήρωσή του και τις συνέπειες που φέρνει αυτή και στους δύο.
Η ταινία είναι γεμάτη από τρυφερότητα και συχνά συγκίνηση, παρά τις σκληρές της εικόνες. Τελικά είναι ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος, με τις προκαταλήψεις του, τη στενομυαλιά και, αρκετές φορές, τη σκληρότητά του, που θα απαγορεύσει την ευτυχία, που βρίσκεται τόσο κοντά, από τα δύο ιδιαίτερα πλάσματα. Με την έννοια αυτή, η ταινία έχει κοινωνικό περιεχόμενο. Πάνω απ' όλα όμως την κάνουν να ξεχωρίζει ο ίδιος ο απροσδόκητος αυτός έρωτας, η τρυφερότητα που τη διαπερνά, η εφευρετικότητα του ήρωα - που στην περίπτωση αυτή και μόνο αποδεικνύεται έξυπνος - και οι σκηνές φαντασίας, όπου η κοπέλα είτε ονειρεύεται ότι είναι υγιής σαν όλες τις άλλες είτε πλάθει με το μυαλό της όμορφες εικόνες από ασήμαντες αφορμές κλεισμένη ολομόναχη και μονίμως στο διαμέρισμα. Η τελική σκηνή, με την απόδραση του ήρωα, είναι μάλιστα από τις πιο συγκινητικές. Παρ' όλα αυτά πάντως, βλέπεται μάλλον δύσκολα, ίσως λόγω της εμφάνισης της ηρωίδας (η οποία, παρεπιπτόντως, δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας, καθώς σε ορισμένες σκηνές βλέπουμε έκπληκτοι ότι πρόκειται για φυσιολογική και μάλιστα όμορφη κοπέλα και όχι για αληθινή σπαστική).

Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2007

H SILVER CITY ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΛΥΤΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


O John Sayles είναι ο γνωστότερος ίσως εκπρόσωπος του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά, αφού ακολουθεί χωρίς χολιγουντιανές "παρεκτροπές" τον δρόμο αυτόν από την πρώτη του ταινία (1980) μέχρι σήμερα. Έντονα πολιτικοποιημένος, αρέσκεται να βγάζει στη φόρα κάθε άπλυτο, υποκριτικό ή στραβό της αμερικάνικης (και δυτικής γενικότερα) κοινωνίας. Το "Silver City" του 2004 ακολουθεί πιστά τη γενική αυτή γραμμή.
Εδώ παρακολουθεί το με κάθε κόστος αδίστακτο "σπρώξιμο" ενός ηλίθιου, ακροδεξιού υποψήφιου (πλην όμως γόνου ισχυρής και πλούσιας οικογένειας) στη θέση του κυβερνήτη μιας πολιτείας. Σας θυμίζει τίποτα αυτό; Εμένα δε μου βγάζετε από το μυαλό ότι ο Sayles είχε στο μυαλό του τον Bush (αν σκεφτείτε ότι ο τελευταίος είναι ουσιαστικά κυβερνήτης όλου του πλανήτη - έστω και εικονικός - τα πράγματα στην πραγματικότητα είναι ακόμα χειρότερα...)
Αυτό που μας δείχνει λοιπόν στο Silver City είναι αυτό που όλοι υποψιαζόμαστε: Ολόκληρο το οικοδόμημα της πολιτικής δομείται (και εξυπηρετεί φυσικά) πάνω σε οικονομικά συμφέροντα. Και ότι σε ακραιφνώς καπιταλιστικές κοινωνίες (όπως η αμερικάνικη, αλλά και η δική μας σιγά - σιγά) τείνει πλέον να εξυπηρετεί μόνο αυτά και τίποτα άλλο. Όλο το κόλπο είναι πώς θα πείσεις τον κόσμο ότι όλα αυτά γίνονται για το δικό του συμφέρον. Ο Sayles παρακολουθεί όλο τον μηχανισμό, που φυσικά δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα: Μίζες δίνονται, ατυχήματα ή "ατυχήματα" κουκουλώνονται, μπάτσοι λαδώνονται, παμπόνηροι κάθε είδους σύμβουλοι οργιάζουν (η δική τους δουλειά είναι κυρίως να πειστεί ο κόσμος να εκλέξει τον κατάλληλο), πανίσχυροι οικονομικά άνθρωποι κινούν τα νήματα... Όταν η ταινία τελειώνει δεν μπορείς παρά να νοιώθεις βαθιά αηδιασμένος για όλα όσα συμβαίνουν εις βάρος σου. Μπορεί το φιλμ να αφορά την Αμερική, είναι όμως σαφές όλο όλο αυτό το πολύπλοκο πλέγμα λειτουργεί (ίσως σε κάπως μικρότερο βαθμό) και στην Ευρώπη και γενικά σ' όλη τη Δύση.
Η ταινία (όπως και άλλες του Sayles) είναι ίσως κάπως "στεγνή" και άχαρη και σχετικά βαρυφορτωμένη σεναριακά, καθώς φαίνεται ότι βασικό μέλημα του δημιουργού της είναι να αποκαλύψει όλον αυτόν τον καλοκουρδισμένο, πολύπλοκο μηχανισμό εξαπάτησης και όχι να κάνει κάτι κινηματογραφικά ιδιαίτερο. Έχοντας αυτό σαν δεδομένο, νομίζω ότι πετυχαίνει τον (ιδεολογικό) στόχο της. Όσο για το εντυπωσιακό καστ, περιλαμβάνει ονόματα όπως ο Κρις Κριστόφερσον, ο Τιμ Ροθ, ο Ρίτσαρντ Ντρέιφους, η Ντάριλ Χάννα, ο Μπίλι Ζέιν και ο σταθερός συνεργάτης του σκηνοθέτη Κρις Κούπερ.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2007

Η ΚΑΤΑ KAURISMAKI "ΜΠΟΕΜΙΚΗ ΖΩΗ"


Το 1992 ο Aki Kaurismaki γυρίζει στη Γαλλία μια από τις καλύτερες ταινίες του, το La Vie de bohème ("Μποέμικη ζωή"). Κι αφού η ζωή είναι μποέμικη, δεν θα μπορούσε παρά να διαδραματίζεται στο Παρίσι. Καθώς μάλιστα και ο ίδιος είναι κάπως έτσι στην προσωπική του ζωή, είναι φυσικό να βρίσκεται στο στοιχείο του.
Υπάρχουν τρεις καλλιτέχνες: Ένας λογοτέχνης, ένας μουσικός κι ένας ζωγράφος. Οι δύο πρώτοι είναι γάλλοι και ο τρίτος είναι αλβανός, που ζει παράνομα στο Παρίσι. Και οι τρεις είναι μονίμως πάμπτωχοι, ζουν σε άθλια διαμερίσματα, συζητάνε για τέχνη και όχι μόνο, τους αρέσει το ποτό, πολύ συχνά πεινάνε... αλλά φυσικά αρνούνται να δουλέψουν και πασχίζουν να ζήσουν από την τέχνη τους και μόνο. Όταν (σπανίως) πιάσουν κάποια λεφτά, τα σπαταλάνε ταχύτατα για να ξαναβουτήξουν στην προηγούμενη φτώχεια. Οι σχέσεις τους με τις γυναίκες είναι κι αυτές βουτηγμένες στην ανέχεια, πλην όμως συχνά γλυκιές και ρομαντικές.
Το χιούμορ είναι κυρίαρχο στην ταινία. Στην καθημερινότητα, στις συζητήσεις, στις μικροκομπίνες που σκαρφίζονται οι τρεις ήρωες για να επιβιώσουν. Αλλά, επειδή μιλάμε για Καουρισμάκι, το δράμα υπάρχει κι αυτό. Εισβάλλει ξαφνικά και απρόβλεπτα και καταφέρνει να συγκινήσει τους απροετοίμαστους θεατές. Πέρα από το διάχυτο χιούμορ όμως, ο ιδιοσυγκρασιακός φινλανδός βλέπει με τρυφερότητα και απεριόριστη συμπάθεια τους φτωχούς καλλιτέχνες του, μοιάζει να συμμερίζεται ολόψυχα τις ρομαντικές και αστείες ταυτόχρονα ζωές και τις αγωνίες τους.
Εδώ πάντως, ίσως επειδή η ταινία περιέχει πιθανόν και αυτοβιογραφικά στοιχεία, η σκηνοθεσία είναι λιγότερο ιδιόρυθμη από άλλες δουλειές του - κάπως πιο βατή θα έλεγα ή ίσως, πάλι, για πρώτη φορά να λείπει αυτή η χαρακτηριστική "ψυχρότητα" που τον διακρίνει (τα ανέκφραστα πρόσωπα, οι κοφτές ατάκες, ο μινιμαλισμός κλπ.) Η ασπρόμαυρη φωτογραφία συντελεί στη δημιουργία της επιθυμητής ατμόσφαιρας και το Παρίσι μοιάζει ρομαντικότερο από ποτέ, δίχως ίχνος όμως εξωραϊσμού, όπως συνειδητά συνέβαινε, για παράδειγμα, στην Amelie.
Δείτε το σαν ξεχωριστό δείγμα ευρωπαϊκού σινεμά στις καλές στιγμές του. Δεν έχει καμία σχέση με Χόλιγουντ κι αυτό ίσως δυσαρεστήσει τους πιο "mainstream" θεατές. Οι υπόλοιποι όμως νομίζω ότι θα διασκεδάσουν πολύ και, συγχρόνως, θα συγκινηθούν αρκετά.

Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2007

LENINGRAD COWBOYS ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Πρέπει κατ' αρχήν να είστε φανς του ιδιόρυθμου σινεμά του φοβερού Φινανδού Aki Kaurismaki για να εκτιμήσετε ταινίες όπως το "Leningrad Cowboys Go America" του 1989. Κι αυτό για πολλούς λόγους: Επειδή το άμεσα αναγνωρίσιμο στιλ του διαθέτει ένα πολύ προσωπικό χιούμορ, που ή λατρεύεις ή σε αφήνει αδιάφορο, και έναν εξ ίσου προσωπικό σουρεαλισμό. Επειδή οι ήρωές του είναι πάντοτε λακωνικοί, ψυχροί, και κάνουν τα πιο απίθανα πράγματα, μπλέκονται στις πιο κουφές καταστάσεις ή παίρνουν τις πιο αλλόκοτες αποφάσεις εντελώς ανέκφραστοι, σα να μη συμβαίνει τίποτα. Επειδή οι σκηνές του είναι μικρές και κοφτές, σαν οι ταινίες του να αποτελούνται από σύντομα ανέκδοτα. Ο μινιμαλισμός στα πάντα είναι διάχυτος. Οι δραματικές, συχνά και τραγικές καταστάσεις, προκύπτουν στα καλά καθούμενα και πολλές φορές ανατρέπουν την μέχρι τότε ιλαρή διάθεση. Οι ταινίες του, με κάποιο τρόπο, μοιάζουν με το σινεμά του Τζάρμους, που είναι και φίλος του και εκτιμούν ο ένας το έργο του άλλου. Ο ίδιος ο Τζάρμους άλλωστε κάνει και έναν μικρό ρόλο στους Leningrad Cowboys.
Ακούγονται πολύ "βόρεια" όλα αυτά, και κυρίως αυτή η ηθελημένη ψυχρότητα, αλλά νομίζω ότι αν κανείς μπει στο εξ ορισμού αλλόκοτο κλίμα του Kaurismaki θα το διασκεδάσει πραγματικά (και ενίοτε θα μελαγχολήσει βαθειά, αφού η μελαγχολία είναι άλλο ένα στοιχείο που το χαρακτηρίζει και πολλές φορές γίνεται κυρίαρχη).
Στους Leningrad Cowboys πάντως ο σουρεαλισμός και η πλάκα έχουν το πάνω χέρι. Το όλο εγχείρημα είναι μια παρωδία του ροκ, της μυθολογίας και όλων των στερεοτύπων του. Διότι οι Leningrad Cowboys είναι ένα 8μελές φιλανδικό (ή πιθανόν ρωσικό) συγκρότημα που παίζει.. πόλκες, έχει απίστευτη εμφάνιση που παραπέμπει σε καρικατούρα ροκαμπιλά και με επικεφαλής τον πονηρό και τυρανικό μάνατζέρ του πάει να γνωρίσει τη δόξα και τα πλούτη στην Αμερική, μεταφέροντας μάλιστα μονίμως και το πτώμα ενός μέλους που πέθανε από το κρύο πίσω στην πατρίδα. Περιπλανιούνται λοιπόν στις νότιες πολιτείες, συνήθως πεινασμένοι, οδεύοντας για το Μεξικό, όπου θα παίξουν σε ένα γάμο, παίζουν όπου (και ό,τι) μπορούν και, εξ ίσου συνήθως, δεν αρέσουν ιδιαίτερα στο κοινό. Στο αεροπλάνο μαθαίνουν αγγλικά (!), στην Αμερική ακούν πρώτη τους φορά για το ροκ εντ ρολ - αλλά μπορούν να το παίξουν άμεσα - και άλλα τέτοια. Και όταν ένας αμερικάνος ατζέντης λέει στο μάνατζερ οτι πρέπει να ακούσει το γκρουπ πριν κλείσει το συμβόλαιο, εκείνος απαντά φυσικότατα: "Είναι απαραίτητο;"
Κατά τη διάρκεια του φιλμ το συγκρότημα παίζει όλα τα είδη αμερικάνικης (και όχι μόνο) μουσικής: Πόλκες, ροκ εντ ρολ, ντου - γουόπ, χαρντ ροκ, κάντρι, ακόμα και μεξικάνικα. Όσο για την Αμερική, ο Kaurismaki μας δείχνει την άσχημη, σχεδόν εγκατελειμένη πλευρά της: Μισοερειπωμένα σπίτια, άθλια μπαρ, σχεδόν έρημες κωμοπόλεις, παρατημένα και σκουριασμένα αυτοκίνητα, εργοστάσια, έρημοι. Κανένα κλασικό αμερικάνικο τοπίο, καμιά εντυπωσιακή μεγαλούπολη. Σαν ο χρόνος να έχει παγώσει, όλα να έχουν μείνει πίσω σε μια γλυκειά και μελαγχολική χαύνωση.
Θα το επαναλάβω: Το σινεμά του Kaurismaki είναι πολύ ιδιόρυθμο και μπορεί να σας ξενίσει. Αν μπείτε όμως στο κλίμα του, μπορεί να το ερωτευθείτε. Έτσι συνέβει και με μένα. Όσο για το συγκεκριμένο φιλμ, είναι ίσως το πιο χαβαλετζίδικό του. Πάντα με το δικό του, πολύ προσωπικό χιούμορ βέβαια.

RINGU Ή ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ


Αρχικά ήταν το ομώνυμο βιβλίο του γιαπωνέζου Koji Suzuki. Η ταινία "Ringu" του Hideo Nakata γυρίστηκε το 1998, ήταν σχετικά πιστή στο βιβλίο και, λόγω της μεγάλης επιτυχίας της στην Ιαπωνία, απέκτησε ένα σίκουελ, ένα πρίκουελ και 2 ριμέικ: Το γνωστό αμερικάνικο και ένα κορεάτικο.
Το αυθεντικό γιαπωνέζικο Ring του Nakata λοιπόν, κατέχει για μένα ένα μοναδικό αρνητικό ρεκόρ: Είναι η μοναδική φορά (απ' όσο θυμάμαι τυλάχιστον) που ένα αμερικάνικο ριμέικ μου αρέσει περισσότερο από το πρωτότυπο. Όχι ότι το γιαπωνέζικο ορίτζιναλ είναι κακό, αλλά να, το αμερικάνικο ήταν πιο ατμοσφαιρικό και πιο τρομακτικό ενίοτε. Πάντως η ιδέα παραμένει πρωτότυπηκαι βασίζεται στην ύπαρξη ενός μυστηριώδους βίντεο με ασπρόμαυρες, δίχως ειρμό και νόημα εικόνες, που όποιος το δει πεθαίνει σε μια εβδομάδα.
Πάνω σ' αυτό το μοτίβο ο σκηνοθέτης χτίζει και σασπένς - αφού εξ ορισμού υπάρχει dead line - και τρόμο, καθώς σιγά - σιγά ξετυλίγεται η τρομαχτική, υπερφυσική αλήθεια και μια αστυνομικού τύπου ίντριγκα, αφού το καταδικασμένο (εφόσον έχει δει το μοιραίο βίντεο) πρώην ζεύγος κλιμακώνει τις έρευνές του για να αποκαλύψει το σκοτεινό μυστικό. Βέβαια δεν βρήκα την τελική εξήγηση ιδιαίτερα ξεκάθαρη και το όλο φιλμ μου φάνηκε ίσως κάπως πιο "επίπεδο" απ' όσο η έξυπνη ιδέα θα μπορούσε να το κάνει. Ίσως όμως και πάλι, όλη αυτή η γκρίνια να οφείλεται στο ότι θεωρώ, όπως έλεγα, καλύτερο το ριμέικ. Αν δεν υπήρχε αυτό, πιθανόν θα μιλούσα για μια από τις πιο πρωτότυπες ταινίες τρόμου, που εμπλέκει έξυπνα τις γιαπωνέζικες παραδόσεις για κατάρες και φαντάσματα με τη σύγχρονη τεχνολογία και ερευνά το πώς η δεύτερη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν "όχημα" από τις πρώτες. Έτσι, συνολικά και παρά την εις βάρος του σύγκριση, παραμένει μια ενδιαφέρουσα ταινία τρόμου.

Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2007

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΜΙΑΣ "ΗΣΥΧΗΣ ΓΗΣ"


Το 1985, όταν ο Geoff Murphy γύρισε το φιλμ επιστημονικής φαντασίας "The Quiet Earth", η Νέα Ζηλανδία δεν είχε ακόμα μπει στον κινηματογραφικό χάρτη, όπως έγινε κυρίως μετά τα Lord of the Rings. Αυτό όμως δεν εμποδίζει το φιλμ αυτό να είναι ένα καλό - και ξεχασμένο σήμερα - b-movie, το οποίο μάλιστα ξαφνιάζει με τα έντονα μεταφυσικά του στοιχεία.
Ένας άνθρωπος ξυπνά μια μέρα για να διαπιστώσει ότι, ενώ οι πόλεις και όλα τα άλλα γύρω του είναι άθικτα, ο ίδιος είναι μάλλον το μοναδικό ζωντανό πλάσμα στον κόσμο (και τα ζώα έχουν εξαφανιστεί). Το πρώτο μέρος επικεντρώνεται στις αντιδράσεις του καθώς αντιμετωπίζει έναν πρωτόγνωρο συνδυασμό απόλυτης ελευθερίας, αλλά και ακόμα πιο απόλυτης μοναξιάς. Οδηγείται έτσι στα πρόθυρα της τρέλας και σε σκέψεις αυτοκτονίας. Οι σκηνές αυτές της σχεδόν τρέλας είναι από τις γοητευτικές της ταινίας. Στη συνέχεια δύο ακόμα επιζήσαντες εμφανίζονται και την προσοχή του σκηνοθέτη απασχολούν πια οι μεταξύ τους σχέσεις, καθώς και οι λόγοι που οδήγησαν στην καταστροφή της ανθρωπότητας.
Το σενάριο είναι μάλλον προσχηματικό και, ακόμα και στο τέλος, αφήνει αρκετά αναπάντητα ερωτήματα ως προς το τι ακριβώς έχει συμβεί. Όσο για επιστημονική - ή έστω επιστημονικοφανή - τεκμηρίωση... ξεχάστε το καλύτερα. Ωστόσο όλα αυτά μοιάζουν συνειδητά να μην ενδιαφέρουν τον σκηνοθέτη. Το κύριο ενδιαφέρον του είναι οι αντιδράσεις ενός ανθρώπου μόνου αρχικά, οι σχέσεις τριών ανθρώπων μόνων στον κόσμο στη συνέχεια, καθώς κι αυτό το πανταχού παρόν μεταφυσικό στοιχείο που λέγαμε, που κορυφώνεται στην τελευταία σκηνή (άμεσα επηρεασμένη από το "2001: Οδύσσεια του Διαστήματος", αλλά βέβαια μη συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα). Πάντως, παρά το low budget και τις ασάφειες, η ταινία μου κράτησε το ενδιαφέρον και γενικά τη βρήκα αρκετά αξιόλογη και πρωτότυπη - χωρίς φυσικά να πρόκειται για αριστούργημα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 10, 2007

ΠΑΘΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠ' ΟΛΑ


Το θέμα ουσιαστικά είναι το ίδιο με το Brokeback Mountain, κι ας είναι τόσο διαφορετικό το background και οι ιστορίες: Το πάθος, απαγορευμένο, παράλογο, που αψηφά κάθε περιορισμό και σύμβαση. Εκεί ήταν το ομοφυλόφιλο πάθος (και μάλιστα σε μια κατ' εξοχήν συντηρητική κοινωνία), εδώ είναι το πάθος για τον εχθρό εν μέσω πολέμου, διανθισμένο με περίπλοκες κατασκοπευτικές ίντριγγες.
Όπως καταλάβατε μιλώ για το "Προσοχή: Πόθος", την καινούρια ταινία του Ang Lee, που είναι πλέον ένας από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες της εποχής μας. Βρισκόμαστε στα 1942, οι γιαπωνέζοι έχουν καταλάβει την Σαγκάη της Κίνας και μια αντιστασιακή ομάδα νεαρών κινέζων έχει σαν στόχο τη δολοφονία του επίσης κινέζου, δοσίλογου διοικητή της πόλης, που συνεργάζεται με τον κατακτητή. Το κλασικό δόλωμα είναι μια όμορφη γυναίκα. Η οποία, βέβαια, όντως τον σαγηνεύει. Από εκεί και πέρα όμως τον πρώτο λόγο έχει το ανεξέλεγκτο ερωτικό πάθος, που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει και να υπολογίσει από πριν, που είναι κόντρα σε κάθε λογική και "πρέπει", που μπορεί να οδηγήσει σε πολλά δεινά, ακόμα και στην προδοσία ή τον θάνατο. Δεν έχει σημασία η τελική έκβαση. Σίγουρο όμως είναι ότι αν κάποτε αυτό σταματήσει, όποιος από τους δύο μείνει μόνος θα είναι τσακισμένος, ίσως για όλη του τη ζωή. Όπως επίσης ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τη συνηθισμένη εκδοχή των μελό, όπου οι εραστές πρέπει να αψηφίσουν τις "κακές" απαγορεύσεις και να αφεθούν να κάνουν αυτό που πραγματικά θέλουν. Εδώ το να αφεθείς στο πάθος σημαίνει πολλά κακά για τους γύρω σου, σημαίνει προδοσία και καταπάτηση κάθε ιδεολογίας. Γι' αυτό, τούτο εδώ το πάθος, που κάθε στιγμή φλερτάρει με τον θάνατο, είναι καταστροφικό.
Η ταινία είναι ιδιαίτερα ατμοσφαιρική. Κυριαρχούν τα καφέ - ώχρα - κόκκινα ζεστά χρώματα, υπάρχει παντού μια διάχυτη κομψότητα. Και υπάρχουν και πολλές έντονες ερωτικές σκηνές, στα όρια σχεδόν της πορνογραφίας, οι οποίες όμως είναι απόλυτα ενταγμένες στο κλίμα και δεν ενοχλούν καθόλου.
Μου άρεσε η ταινία, ωστόσο δεν τη βρήκα πια και τόσο αριστουργηματική όσο πολλοί κριτικοί. Μία αντίρησή μου αφορά την αδικαιολόγητα μεγάλη κατά τη γνώμη μου διάρκειά της. Νομίζω ότι αυτό την κάνει να χάνει σε πυκνότητα. Δεν πειράζει όμως. Σίγουρα έχει κερδίσει μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες και πιο ευαίσθητες ταινίες της χρονιάς.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 09, 2007

Η "PERSEPOLIS" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΦΑΣΙΣΜΟΥΣ


Η Marjane Satrapi, ιρανή, έκανε αίσθηση στον κόσμο των κόμικς με το αυτοβιογραφικό, δίτομο έργο της "Persepolis". Η μεταφορά του κόμικς σε ασπρόμαυρα κινούμενα σχέδια από την ίδια και τον Vincent Paronnaud είναι εξ ίσου πετυχημένη.
Ας γίνει σαφές από την αρχή ότι, αν και κινούμενο σχέδιο, σε καμία περίπτωση δεν απευθύνεται σε παιδιά. Πρόκειται για απόλυτα ενήλικο έργο, που μιλά τόσο για την ταραγμένη πολιτική ιστορία του Ιράν όσο και για τη ζωή της δημιουργού, από τη παιδική ηλικία γύρω στα 1977 μέχρι την ωριμότητά της το 1994. Φυσικά όλα αυτά δεν μπορούν να γίνει κατανοητά αν δεν ξέρει κανείς τι συνέβει στη χώρα τα τελευταία 30 χρόνια: Η στυγνή καταπίεση του δυτικόφιλου δικτατορικού καθεστώτος του Σάχη (που ήταν αυτοκράτορας) κατέρρευσε από την ισλαμική επανάσταση του Χομεϊνί το 1979 για να αντικατασταθεί από ένα εξ ίσου καταπιεστικό θεοκρατικό καθεστώς, φανατικά αντιδυτικό αυτή τη φορά. Η μικρή Satrapi ανήκει σε μεσοαστική, αριστερή οικογένεια που εναντιώνεται στο σαχικό καθεστώς και ως έφηβη είναι απόλυτα μοντέρνα (με τη δυτική έννοια): Μπλουτζίν, πάρτι, Abba και ό,τι άλλο θα έκανε ένας έφηβος των 70ς. Και ξαφνικά, με την ισλαμική επανάσταση, όλα ανατρέπονται: Η νεαρή κοπέλα αναγκάζεται να φορά υποχρεωτικά μπούρκα, τα πάρτι και το ροκ απαγορεύονται αυστηρά, για σεξ... ούτε κατά διάνοια... και οι φυλακές των εχθρών του Σάχη γεμίζουν με εχθρούς των φανατικών ισλαμιστών. Η κοπέλα, με τη βοήθεια της οικογένειας που παραμένει αντίθετη και στο νέο καθεστώς, καταφεύγει στο Παρίσι, επισκέπτεται κατά καιρούς τη χώρα της που βουλιάζει στο φανατισμό και την καταπίεση και τελικά επιλέγει να ζήσει οριστικά στη Γαλλία.
Ως μικρή, πανέξυπνη μαθήτρια κόντρα σε θρησκόληπτες δασκάλες, θυμίζει πολύ τη Μαφάλντα από ένα άλλο, παλιότερο κόμικς. Ως νεαρή γυναίκα βιώνει όλα τα αδιέξοδα και τις απογοητεύσεις κάθε δυτικής κοπέλας στον έρωτα, στα ανεκπλήρωτα όνειρα κλπ. - συν την αποξένωση, αφού παραμένει ξένη, νε διαφορετική κουλτούρα και στο Παρίσι. Και στις δύο χώρες πασχίζει, για διαφορετικούς λόγους, να κάνει την προσωπική της επανάσταση. Και στις δύο περιπτώσεις, εκτός από την κριτική στα γύρω της, μπορεί και να αυτοσαρκάζεται. Όλα αυτά δείχνονται με συνεχή περάσματα από το χιούμορ στο δραματικό και το τραγικό, από το γέλιο στον τρόμο και την αγωνία. Βρήκα αυτά τα σκαμπανεβάσματα πολύ πετυχημένα.
Το σχέδιο είναι εντελώς απλό (καμιά σχέση με την περιπλοκότητα και το φόρτωμα της ντισνεϊκής σχολής), μινιμαλιστικό, με πλακάτες μαύρες - άσπρες επιφάνειες και χοντρά περιγράμματα. Το αποτέλεσμα είναι γοητευτικό και πολύ εκφραστικό. Δείτε το, χωρίς να κουβαλήσετε μαζί και τα παιδιά σας.
ΥΓ: Η ταινία κατηγορήθηκε από κάποιους ως φιλοδυτική. Διαφωνώ πλήρως. Μα, διάβολε, ένας "κανονικός" άνθρωπος που, από τη μια μέρα στην άλλη, του στερούν βίαια κάθε στοιχειώδη προσωπική ελευθερία - και μάλιστα εν ονόματι της θρησκείας, που, ως γνωστόν, είναι από τα καταπιεστικότερα ιδεολογήματα αν πάρει το πάνω χέρι και γίνει κράτος (σκεφτείτε πρωθυπουργό τον Χριστόδουλο, και πάλι είναι πιο light σε σχέση με τους φανατικούς μουσουλμάνους παπάδες) - ένας τέτοιος άνθρωπος λοιπόν, είναι πολύ λογικό και αναμενόμενο να θεωρήσει "παράδεισο" τη σχετικά φιλελεύθερη και σαφώς πιο ανεκτική Γαλλία (και οποιοδήποτε άλλη χώρα της δύσης). Δεν νομίζω ότι έχει κάτι φιλοδυτικό η απόλυτα φυσιολογική αυτή στάση. Αν διαπιστώσουμε ότι κάτι είναι "λιγότερο σκατά" από κάτι άλλο, αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι είμαστε υπέρμαχοι των "λιγότερων σκατών". Στόχος μας (θα έπρεπε τουλάχιστον) παραμένουν τα "καθόλου σκατά".

Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2007

THE SHOOTING: ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΙΑΚΑ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ;


Ο Monte Hellman είναι ένας όχι πολύ γνωστός σκηνοθέτης ταινιών μικρού προϋπολογισμού, που μερικές απ' αυτές θεωρούνται διαμάντια. Η μοναδική δουλειά του που έχω δει είναι το γουέστερν "The Shooting" του 1967, με έναν νεαρό Τζακ Νίκολσον σε ρόλο κακού.
Πρόκειται για απόλυτα μινιμαλιστικό φιλμ, με την έννοια ότι χρησιμοποιούνται πολύ λίγοι ηθοποιοί, λιτά σκηνικά, έρημος και λίγη σχετικά δράση, ενώ η πλοκή παραμένει σε κάποια σημεία αρκετά σκοτεινή και αδιευκρίνιστη. Βασικός πρωταγωνιστής είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, το απέραντο τοπίο της αμερικάνικης ερήμου, γυμνό, ξερό, κακοτράχαλο, γεμάτο βράχια και σκόνη.
Ο πρωταγωνιστής Warren Oates (τακτικός συνεργάτης του Hellman) και ο φίλος και συνεργάτης του πληρώνονται από μια μυστηριώδη γυναίκα, που αρνείται να τους πει το όνομά της, να ακολουθήσουν στην έρημο τα ίχνη κάποιου που, για άγνωστους επίσης λόγους, αυτή κυνηγά. Στην πορεία θα προστεθεί στη συντροφιά και ο σκληρός πιστολέρο Τζακ Νίκολσον, επίσης πληρωμένος από την κοπέλα, κι όλοι καταλαβαίνουν ότι σκοπός της είναι να εκτελέσει αυτόν που κυνηγά.
Η ταινία επικεντρώνεται στους χαρακτήρες και στις σχέσεις των δύο ανδρών και της κοπέλας, σχέσεις που κυμαίνονται από τον έρωτα έως το βαθύ μίσος, ενώ εκείνη παραμένει ψυχρή και αινιγματική, κι όλα αυτά κάτω από το άγρυπνο και επίσης ψυχρό βλέμμα του πιστολέρο. Ταυτόχρονα είναι και ένα είδος γουέστερν - road movie, καθώς όλο το φιλμ είναι ένα ταξίδι στην έρημη απεραντοσύνη της τότε Άγριας Δύσης. Μοιάζουν περισσότερο σα να ψάχνουν οι ήρωες τον εαυτό τους, σαν μια υπαρξιακή αναζήτηση, καθώς οι λόγοι της σεναριακής αναζήτησης δεν ξεκαθαρίζονται ποτέ. Το απροσδόκητο τέλος αφήνει τον θεατή προβληματισμένο - ίσως και μπερδεμένο - μάλλον συνειδητά. Πιστεύω ότι σκοπός του σκηνοθέτη είναι η ανάπτυξη των σχέσεων που είπαμε ή - αν το δούμε και κάπως μεταφυσικά - το ταξίδι καθεαυτό, η αναζήτηση του εαυτού μας.
Παράξενη, χαμηλότονη ταινία, που δεν ξέρω αν πραγματικά μου άρεσε ή όχι, που μένει όμως στη μνήμη του θεατή σαν κάτι ασυνήθιστο. Πάντως μου έκανε κλικ να ψάξω κι άλλες δουλειές του Monte Hellman.

Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2007

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ, ΚΟΙΝΟΒΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ 60's ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Λίγες συστάσεις για πρόσωπα και πράγματα κρίνονται αρχικά απαραίτητες: Ο Woody Guthrie θεωρείται ο μεγαλύτερος αμερικανός folk τραγουδιστής - τραγουδοποιός και επηρέασε βαθύτατα τον Bob Dylan, που ήταν δηλωμένος θαυμαστής του. Ο γιός του Arlo Guthrie είναι κι αυτός τραγουδιστής - συνθέτης, με επιτυχίες στις ΗΠΑ στις δεκαετίες 60 και 70. Ο Arthur Penn είναι βέβαια από τους σημαντικότερους αμερικανούς σκηνοθέτες, που τα αρκετά τελευταία χρόνια έχει αποσυρθεί.
Το "Alice's Restaurant" του 1969 είναι μια ακόμα προσπάθεια να "συλληφθεί" επί της οθόνης το περίφημο "πνεύμα των 60ς". Ο Arlo Guthrie παίζει εδώ τον εαυτό του με αρκετά αληθινά στοιχεία της τότε βιογραφίας του, ενώ η ιστορία βασίζεται στο πετυχημένο ομώνυμο τραγούδι του. Είναι η εποχή που ο πατέρας του Woody βρίσκεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο (εκεί τον είχε επισκεφτεί και ο Ντύλαν), ενώ ο Arlo, νεαρός και χίπυ, περιπλανιέται στην Αμερική και τελικά καταλήγει με πολλούς φίλους σε μια πρώην εκκλησία που έχει μετατραπεί σε εστιατόριο, αλλά και κοινόβιο, από ένα ζευγάρι, τον Ρέι και την Άλις του τίτλου. Εκεί καταφεύγουν κάθε λογής επαναστατημένοι, εκκεντρικοί, περιθωριακοί, χίπις και διάφορες άλλες κατηγορίες, βρίσκοντας πάντοτε ένα ζεστό καταφύγιο. Κι εκεί καταλήγει συχνά και ο Arlo, όταν κουράζεται από περιπλανήσεις, τουρνέ ή συναυλίες σε άλλες πόλεις.
Η ταινία είναι ένας μάλλον ασυνήθιστος συνδυασμός δράματος και κωμωδίας, που δεν είμαι πολύ σίγουρος ότι είναι απόλυτα πετυχημένος, καθώς μάλλον στερείται ενός γερού σεναρίου. Η αξία της όμως έγκειται στην καταγραφή της εποχής, το "πιάσιμο του σφιγμού" των τότε γεγονότων. Ο Penn προσπαθεί να φωτίσει και τις καλές και τις κακές πλευρές. Έτσι, πέρα από τις ευτυχισμένες στιγμές στο κοινόβιο - εστιατόριο, τους έρωτες, τις ομαδικές μαστούρες, τις ξέφρενες γιορτές και τα πάρτι, θίγονται και τα προβλήματα, όπως η πανταχού παρούσα αφέλεια των τότε νέων που πίστευαν στ' αλήθεια ότι αλλάζουν τον κόσμο για πάντα, το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών (που πολλοί θεωρούν ότι υπήρξε η βασική αιτία της διάλυσης του κινήματος των 60ς στις ΗΠΑ), ή οι απαραίτητες εσωτερικές διαφωνίες και τριβές και τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα των ηρώων. Όπως επίσης δείχνεται (με αστείο μερικές φορές τρόπο) και η απροκάλυπτη εχθρότητα της συντηρητικής Αμερικής στα τεκταινόμενα και τον επαναστατικό αέρα που έπνεε από παντού τότε.
Πολύ ενδιαφέρον λοιπόν σαν ντοκουμέντο της εποχής, αν και ίσως όχι από τις πιο πετυχημένες στιγμές του Arthur Penn. Στα συν και η εμφάνιση του του Pete Singer, που τραγουδά σε μια συγκινητική στιγμή δίπλα στο κρεβάτι του ετοιμοθάνατου Woody (ο Woody Guthrie πέθανε το 1967, τότε που διαδραματίζεται η ταινία).

Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2007

"ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ" ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΜΑΦΙΑΣ


Από πάντα μου άρεσε πολύ ο David Cronenberg. Τον είχα βέβαια συνηθίσει σαν έναν από τους κορυφαίους σκηνοθέτες του φανταστικού κι έτσι η πρόσφατη στροφή του σε αστυνομικές ταινίες ομολογώ ότι μου κακοφάνηκε λίγο. Παρ' όλα αυτά πάντως και οι δύο τελευταίες του μου άρεσαν (νομίζω ότι είμαι από τους λίγους που τους άρεσε "Το τέλος της βίας").
Με τις "Επικίνδυνες υποσχέσεις" (Eastern promises) καταδύεται στα φριχτά βάθη της φοβερής ρωσικής μαφίας, μιας μαφίας, που, όπως και όλες που προέρχονται από χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, είναι σκληρότερη και πιο "πρωτόγονη" από την παλιά και κλασσική. Φταίει μάλλον ο ζήλος του νεοφώτιστου ή η έλλειψη "know how" και εμπειρίας αιώνα και βάλε που διαθέτει η αμερικανοϊταλική, οπότε όλα στις "ανατολικές" μαφίες γίνονται πιο χοντροκομμένα, πιο βίαια και άγρια, πιο βάρβαρα. Πέρα από τη βία όμως και από τις σεναριακές ίντριγγες αυτές καθ' εαυτές, ο Cronenberg ενδιαφέρεται όπως πάντα για το διφορούμενο των ανθρώπινων χαρακτήρων, για την μεγάλη αντίθεση του είναι και του φαίνεσθαι, της επιφάνειας και του βάθους. Ο μειλίχιος και σεβάσμιος ιδιοκτήτης εστιατορίου είναι ο αιμοσταγής και ύπουλος αρχηγός της ρωσικής μαφίας του Λονδίνου (δεν είναι spoiler, αποκαλύπτεται σχεδόν από τη αρχή), ο ήσυχος και χαμηλών τόνων οδηγός είναι ο "νεκροθάφτης" που, ήρεμα και αθόρυβα, σκοπεύει να ανέβει ψηλά κλπ. Και για να κάνει σκοτεινότερο το κλίμα, βάζει όλους τους πρωταγωνιστές να κουβαλούν μια απώλεια, έναν θάνατο, ένα μυστικό. Εκτός αυτών πάντως, περνά "από σπόντα" και ο ρατσισμός που κουβαλούν διάφορες κλειστές κοινωνίες ή ομάδες για τους γύρω τους και για οτιδήποτε είναι διαφορετικό. Κι αυτό καταγράφεται σαφώς τόσο από τα αδίστακτα μέλη της τρομακτικής οργάνωσης, όσο και από τον "καλό" (με πολλά εισαγωγικά) ρώσο θείο της ηρωίδας.
Η ατμόσφαιρα που φτιάχνει ο Cronenberg είναι νυχτερινή, κλειστοφοβική, πνιγηρή. Προειδοποιώ ότι σε αρκετές σκηνές (με εντυπωσιακότερη αυτή του χαμάμ) η βία αγγίζει τα όρια του σπλάτερ και θα ενοχλήσει τους ανύποπτους θεατές. Γενικά η ταινία μου άρεσε αρκετά - αν και εξακολουθώ να προτιμώ τον παλιό Κρόνενμπεργκ.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2007

MASH: Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ


Η δεκαετία του 60 είχε μόλις τελειώσει, το κλίμα αμφισβήτησης όμως ήταν ακόμα ολοζώντανο. Έτσι, το 1970 ο Robert Altman (1925-2006) γυρίζει το MASH, μια από τις καυστικότερες σάτιρες ενάντια στον πόλεμο και τη στρατιωτική λογική που έγιναν ποτέ.
Παρά το ότι το Βιετνάμ αποτελούσε τότε το καυτότερο θέμα στην Αμερική (και σ' ολόκληρο ίσως τον κόσμο), διαλέγει να τοποθετήσει την ταινία του στον πόλεμο της Κορέας που είχε γίνει στη δεκαετία του 50 (μια ακόμα επέμβαση των αμερικάνων). Ήρωές του οι στρατιωτικοί γιατροί και νοσοκόμοι μιας μονάδας κοντά στο μέτωπο. Κι ενώ το μακελειό σχεδόν δίπλα τους συνεχίζεται ασταμάτητα, αυτοί το διασκεδάζουν με πλάκες, γκόμενες, τσιμπούσια, μεθύσια κι ό,τι άλλο θέλετε. Είναι σα να έχουν τόσο συνηθίσει τη σφαγή, που ο θάνατος δεν τους κάνει την παραμικρή εντύπωση. Σα να έχουν αναισθητοποιηθεί απόλυτα και τίποτα δεν μπορεί να τους αγγίξει.
Στην ταινία εναλλάσσονται οι αστείες καταστάσεις και οι ανατριχιαστικές σκηνές μέσα στα χειρουργεία, όπου οι καταματωμένοι γιατροί - στρατιώτες πετσοκόβουν, ακρωτηριάζουν, ράβουν τους τραυματίες. Αλλά και σ' αυτές τις φριχτές σκηνές κυριαρχεί ένα κατάμαυρο χιούμορ και γελάς, παρά το ότι πιθανόν να μην αντέχεις και πολύ αυτά που βλέπεις.
Αυτό που κάνει κυρίως το MASH είναι να αποηρωικοποιήσει με κάθε τρόπο τους "ήρωες" (υποτίθεται) του πολέμου. Η απόλυτη αδιαφορία των πάντων για το μακελειό λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά τους είναι χαρακτηριστική. Καθώς και η δηλωμένη με κάθε ευκαιρία πρόθεσή τους να περάσουν όσο το δυνατόν καλύτερα και να λουφάρουν όσο το δυνατόν περισσότερο, αδιαφορώντας για τιμές, πατρίδες, ηρωισμούς και ό,τι άλλο μεγαλεπήβολο τέτοιο. Όταν κάποιος πιο φανατικός από αυτούς τους λέει: "Μα τι στρατιώτες είσαστε εσείς;", αυτοί απαντάνε αφοπλιστικότατα: "Μα ποιος είπε ότι είμαστε στρατιώτες; Γιατροί είμαστε που μας στείλανε με το ζόρι στον πόλεμο". Στην περίφημη αυτή μονάδα κάθε στρατόκαυλος, υπερπατριώτης ή υπερχριστιανός που φτάνει παίρνει σε λίγο καιρό πόδι, μερικές φορές μάλιστα με ζουρλομανδύα μετά από όλα όσα έχει υποστεί. Και, φυσικά, εκτός από τους φαντάρους, οι στρατηγοί και όλοι οι "πάνω" δεν παρουσιάζονται καθόλου καλύτεροι. Το αντίθετο μάλιστα.
Έτσι, εκτός του πολέμου, καυτηριάζεται η ίδια η στρατιωτική λογική της παράλογης υπακοής, της τυφλής ιεραρχίας, της άτεγκτης πειθαρχίας (η οποία στο περίφημο στρατόπεδο έχει πάει περίπατο). Αλλά ο Altman δεν διστάζει να προχωρήσει κι άλλο, κάνοντας πλάκα, για παράδειγμα, και με τη θρησκεία (απολαυστικότατη η σκηνή με την παρωδία του Μυστικού Δείπνου).
Πιστεύω ότι δύσκολα θα γυριζόταν σήμερα μια τόσο τολμηρή και αθυρόστομη ταινία. Αν δεν το έχετε δει, κάντε το. Νομίζω ότι και σήμερα παραμένει φρέσκια.

eXTReMe Tracker