Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 30, 2010

ΤΟΛΜΗ ΚΑΙ ΧΙΟΥΜΟΡ ΣΤΙΣ "ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΚΑΝΤΡΙΛΙΕΣ"


Έχω πει επανειλημμένα ότι πιστεύω πως το σύγχρονο Χόλιγουντ είναι πολύ πιο συντηρητικό από το παλιό (το πολύ παλιό εννοώ). Πάρτε για παράδειγμα το "Design for Living" (Ερωτικές Καντρίλιες ο και πάλι άσχετος ελληνικός τίτλος). Γυρίζεται από τον Ernst Lubitsch (1892–1947) το 1933 (!), τέσσερα μόλις χρόνια μετά την έλευση του ομιλούντος, και είναι πολύ πιο τολμηρό ερωτικά από πάμπολλες σύγχρονες αισθηματικές ή κομεντί μπούρδες.
Τι γίνεται εδώ; Μια κοπέλα είναι ταυτόχρονα ερωτευμένη με δύο φτωχούς καλλιτέχνες (ένας θεατρικός συγγραφέςα κι ένας ζωγράφος), που είναι στενοί φίλοι και συγκατοικούν στο Παρίσι. Τα φτιάχνει και με τους δύο, αρχικά κρυφά, μετά εν γνώσει τους, στη συνέχεια γίνεται κάτι σα μάνατζέρ τους και τους οδηγεί στη φήμη και στον πλούτο, κάποια στιγμή τους παρατά και παντρεύεται έναν ζάπλουτο ξενέρωτο παλιό θαυμαστή της... για να καταλήξει και πάλι με τους δύο μαζί! Θυμάστε πολλά σημερινά χολιγουντιανά φιλμ (σημερινά εννοώ των 3 τελευταίων δεκαετιών) που να πραγματεύονται με τόση ανεμελιά και ελευθερία ένα τόσο "τολμηρό" θέμα; Δεν μιλώ φυσικά για βαριά δράματα με σπαρακτικές ή/και τραγικές καταλήξεις (τέτοια υπάρχουν και πολύ πιο τολμηρά), αλλά για ανάλαφρες, χαρούμενες κωμωδίες "για όλη την οικογένεια".
Αλλά βέβαια η αξία της ταινίας δεν βρίσκεται μόνο στην τόλμη της. Βρίσκεται κυρίως στο ότι κατά τη γνώμη μου αντέχει μέχρι τις μέρες μας, βλέπεται το ίδιο ευχάριστα και βγάζει το ίδιο γέλιο. Το σκαμπρόζικο, παιχνιδιάρικο - και ενίοτε σαρκαστικό - στιλ του Lubitsch είναι πανταχού παρόν, άρα η διασκέδαση είναι εξασφαλισμένη. Και υπάρχει κι ένας πολύ καλός νεαρός Γκάρι Κούπερ στο ρόλο του ενός από τους δύο μποέμ, του ζωγράφου. Δεν θα προβληματιστείτε, ούτε θα θιγούν σημαντικά και βαρύγδουπα θέματα. μιλώ για καθαρή διασκέδαση.
Νομίζω ότι ορισμένα πράγματα δικαίως θεωρούνται κλασικά. Και στενοχωριέμαι για τη σημερινή ξενερωσιά (εκτός από μεμονωμένες εξαιρέσεις βεβαίως) της μεγαλύτερης βιομηχανίας κινηματογραφικής διασκέδασης...

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 28, 2010

Η ΓΛΥΚΕΙΑ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΕΞΩ, Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΜΕΣΑ


Τελικά φαίνεται ότι το στιλ του Michael Winterbottom είναι η παντελής έλλειψη στιλ. Δεν εννοώ την έλλειψη αισθητικής στις ταινίες του, κάθε άλλο. Εννοώ ότι κάθε φορά κάνει απόλυτα διαφορετικές ταινίες σαν είδος, σαν στιλ, σαν θέμα. Έτσι γίνεται αναμφισβήτητα ένας από τους πιο απρόβλεπτους σκηνοθέτες του καιρού μας.
Το "The Killer Inside Me" του 2010 είναι ένα βίαιο θρίλερ με ήρωα έναν σίριαλ κίλερ με απόλυτα ήρεμο, καθησυχαστικό παρουσιαστικό. Τοποθετημένο σε μια μικρή πόλη της Αμερικής της δεκαετίας του 50 (όπως και το ομώνυμο βιβλίο στο οποίο βασίστηκε), δημιουργεί μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στο ήσυχο, γλυκό, νοσταλγικό, φωτισμένο με χρυσά χρώματα περιβάλλον και την εφιαλτική βία του δολοφόνου. Υπάρχουν όντως δύο σκηνές φόνων που είναι αληθινά δυσβάσταχτες. Κι εδώ βρίσκονται και οι πιθανές αντιρρήσεις: Γιατί πρέπει (σε μια μη σπλάτερ ταινία εννοείται) να δείχνεται τόσο ωμή βία; Εκτός αν μ' αυτόν τον ακραίο τρόπο ο Winterbottom προσπαθεί να τονίσει τη φρίκη που κρύβεται κάτω από τη γλυκύτατη, ηλιόλουστη ατμόσφαιρα της σχεδόν ονειρικής μικρής πόλης. Για τα "άπλυτα" που κρύβονται βεβαίως μας κάνει και άλλες νύξεις, όταν δίνει στοιχεία για το ποιόν του ζάπλουτου αφεντικού ουσιαστικά της πόλης, για το βρώμικο πόλεμό του με τα εργατικά συνδικάτα κλπ. Γενικά έχω την αίσθηση ότι το γενικό μοτίβο είναι ότι "κάτω από την καθησυχαστική επιφάνεια κρύβονται τέρατα".
Η ταινία επικεντρώνεται στην προσωπικότητα του δολοφόνου (που ξέρουμε από την αρχή ποιος είναι) και στα απαραίτητα παιδικά του τραύματα. Έχω την αίσθηση ότι κάποια απ' αυτά τα στοιχεία είναι μάλλον απλοϊκά. Εύκολη ψυχανάλυση. Επίσης οι τελικές σκηνές μου φάνηκαν κάπως τραβηγμένες.
Γενικά το είδα με ενδιαφέρον, αλλά δεν μπορώ να πω ότι με κέρδισε. Ο Κέισι Άφλεκ πάντως είναι εξαιρετικός στον κεντρικό ρόλο.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 27, 2010

ΣΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ "ΜΑΥΡΗΣ ΝΥΧΤΑΣ"


Ο Olivier Smolders είναι γαλλόφωνος βέλγος, αλλά γεννήθηκε στο Κονγκό. Γυρίζει ταινίες μικρού μήκους, με μία και μόνη εξαίρεση μέχρι σήμερα: Το "Nuite Noir" (Μαύρη Νύχτα) του 2005. Έχουμε να κάνουμε με μία απόλυτα σουρεαλιστική, αρκετά άρρωστη ταινία, ηθελημένα δίχως σαφή ειρμό και καθαρή αφήγηση.
Σ' έναν κόσμο όπου βασιλεύει το σκοτάδι ("ξημερώνει" για λίγα μόλις δευτερόλεπτα κάθε μέρα), ο μοναχικός ήρωας εργάζεται σε ένα μουσείο φυσικής ιστορίας και έχει εμμονή με τα έντομα. Τα όσα συμβαίνουν είναι ακατανόητα, σαν όνειρο: Γυναίκες τυλίγονται σε κουκούλια και, όπως τα έντομα, βγαίνουν εντελώς διαφορετικές και νέες, το φως καταστρέφει οτιδήποτε βρει στο δρόμο του μετατρέποντας τον μυστηριώδη αυτόν κόσμο σε στάχτη, παράξενοι δίδυμοι γέροι κυκλοφορούν με ποδήλατα, λύκοι κατασπαράζουν κοριτσάκια σ' ένα σαν σε κουκλοθέατρο ντεκόρ, άνθρωποι σκοτώνουν τον εαυτό τους...
Πήρατε μια γεύση; Ο ίδιος ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι δεν πρέπει να ψάξουμε για κάποια λογική εξήγηση στα όσα συμβαίνουν: Η ταινία "ακολουθεί τη λογική του ονείρου", και όντως περισσότερο με οτιδήποτε άλλο μοιάζει με ένα δίχως ειρμό (και αρκετά εφιαλτικό) όνειρο. Οι αναφορές είναι πάμπολλες και εντοπίζονται παντού: Στον Ντέιβιντ Λιντς (νομίζω ότι βρισκόμαστε κοντύτερα στο Eraserhead από οπουδήποτε αλλού), στον Κάφκα, στον Γκρίναγουέι (το "Zoo" μου έρχεται αμέσως στο μυαλό), στο αποικιοκρατικό παρελθόν του Βελγίου στην Αφρική (η Αφρική, τα ζώα και οι άνθρωποί της παίζον επίσης καθοριστικό ρόλο), στον Ζενέ, με την έννοια ότι ο σκηνοθέτης δημιουργεί έναν δικό του φανταστικό κόσμο, στον Σβανκμάγιερ ίσως, και σε πολλά άλλα πράγματα που μπορεί να εντοπίσει ο θεατής.
Φυσικά, σαν απόλυτα ονειρική ταινία που είναι, τα σύμβολα κυριαρχούν και τα νοήματα διαφεύγουν (ή υπάρχουν πολλά, τα οποία μπορεί ο κάθε θεατής να ερμηνεύσει όπως θέλει. Υπάρχει όμως ένα διάχυτο πνιγηρό και αρρωστημένο κλίμα και κάμποσες εφιαλτικές (ή μάλλον αηδιαστικές) σκηνές. Και προσοχή: Όσοι απεχθάνεστε / σιχαίνεστε τα έντομα, μείνετε μακριά από το φιλμ αυτό. Αληθινά ή κατασκευασμένα, πάντοτε μεγενθυμένα, κυριαρχούν.
Δεν μπορώ να πω ότι με γοήτευσε ιδιαίτερα η ταινία, και διαρκώς είχα την αίσθηση ότι κάπου τα είχα ξαναδεί όλα αυτά. Θα τονίσω όμως την υψηλή εικαστικότητα (την άρρωστη εικαστικότητα μάλλον) των εικόνων και τα εντυπωσιακά περιβάλλοντα. Αν είστε φίλος απόλυτα σουρεαλιστικών, σχεδόν πειραματικών, φιλμ, δείτε το.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 26, 2010

"TROUBLE IN PARADISE": Η ΑΡΧΗ ΕΝΟΣ ΕΙΔΟΥΣ


Το 1932 ο Ernst Lubitsch (1892–1947) γυρίζει το "Trοuble in Paradise" και... επινοεί ένα κινηματογραφικό είδος: Αυτό της αισθηματικής κομεντί. Δεν είναι όμως μόνο το ιστορικό αυτό γεγονός. Είναι και το ότι η συγκεκριμένη ταινία παραμένει από τις καλύτερες του είδους αυτού.
Το πόσο έχει αντιγραφεί μέχρι τις μέρες μας είναι απίστευτο. Πέστε μου: Πόσες φορές έχετε δει νέο και ωραίο ζεύγος διεθνών κλεφτών / απατεώνων / ληστών, που κινείται σε αριστοκρατικό, κοσμοπολίτικο περιβάλλον, να οργανώνει κάποια "βρωμοδουλειά", ενώ συγχρόνως διάφορα, ερωτικά και μη, συμβαίνουν γύρω τους και μεταξύ τους και όλα αυτά, εκτός του πιθανού ρομαντικού στοιχείου, να δίνοται και με πολύ χιούμορ; Ε, αυτό ακριβώς ο Lubitsch το έκανε πολύ καλύτερα από αναρίθμητους μεταγενέστερούς του το 1932, τρία μόλις χρόνια δηλαδή αφότου είχε ξεκινήσει ο ομιλών κινηματογράφος!
Ξεκινώντας από τη Βενετία και περνώντας από διάφορα "χάι" μέρη το ζεύγος των ερωτευμένων απατεώνων (ο γοητευτικός άντρας είναι διεθνής καταζητούμενος κακοποιός, πιθανόν ρουμάνος αν κρίνουμε από το όνομά του) διεισδύει με άνεση και πανέξυπνους τρόπους σε υψηλούς αριστοκρατικούς κύκλους "ελαφρύνοντας" διάφορα επίλεκτα μέλη τους από πολύτιμα κοσμήματα και άλλα υπάρχοντα. Ταυτόχρονα προκύπτουν και διάφορα αισθηματικά προβλήματα μεταξύ τους, καθώς μια γοητευτική και αφελής εκατομμυριούχος ερωτεύεται τον άντρα, ο οποίος προσποιείται ότι είναι ο γραμματέας της - κι εκείνου δεν του κακοφαίνεται και πολύ...
Είναι απίστευτη η φρεσκάδα της ταινίας τόσες δεκαετίες μετά. Το χιούμορ της αντέχει ακόμα, το σασπένς το ίδιο, ενώ ταυτόχρονα συνυπάρχει η κριτική ματιά του Lubitsch στην κενότητα, την ηλιθιότητα, τη άνευ λόγου σπατάλη και τη βρωμιά που κρύβεται κάτω από την στιλπνή επιφάνεια του πλούτου και της αριστοκρατίας. Αν λοιπόν θέλετε και κάποιο κοινωνικό σχόλιο, πιστέψτε με, υπάρχει κι αυτό. Γι' αυτό άλλωστε και ο θεατής ταυτίζεται από την πρώτη στιγμή με τους απατεώνες. Ο Lubitsch χρησιμοποιεί την "ελλειπτική" άποψή του για το χιούμορ (πράγμα που κάνει και στις μεταγενέστερες μεγάλες ταινίες του), κάνοντας διάφορες αστείες καταστάσεις να συμβαίνουν εκτός πλάνου ή πίσω από κλειστές πόρτες, βγάζοντας όμως το ίδιο (ή και περισσότερο) γέλιο με το αν τις έδειχνε σε πρώτο πλάνο. Και είναι και αρκετα τολμηρός ερωτικά (σε σεναριακό επίπεδο εννοώ), πράγμα που επίσης τον χαρακτηρίζει.
Αν μπορέσετε δείτε αυτή την ταινία. Όχι μόνο για ιστορικούς λόγους, όχι μόνο επειδή, όπως είπαμε, επινόησε ένα ολόκληρο είδος, όχι μόνο για να κατανοήσετε το μέγεθος άπειρων μεταγενέστερων αντιγραφών του βασικού σεναριακού κορμού, αλλά και επειδή, απλούστατα, θα διασκεδάσετε και θα το ευχαριστηθείτε, παρά τα τόσα χρόνια που πέρασαν!

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 25, 2010

Η ΕΡΗΜΙΚΗ "ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΥ"


Δύο πληρωμένοι δολοφόνοι, όχι ιδιαίτερα συμπαθείς προσωπικότητες, στέλνονται σε έναν έρημικό τόπο στα βουνά, μόνιμα καλυμένο από πυκνό χιόνι και κυριολεκτικά στο μέσο του πουθενά, για να αναλάβουν μια αδιευκρίνιστη αποστολή. Ολομόναχοι σε ένα πελώριο, επιβλητικό σπίτι που κατοικείται μόνο από τη γυναίκα του, αθέατου προς το παρόν, αφεντικού, προσπαθούν αρχικά να σκοτώσουν όπως μπορούν την ώρα τους, ώσπου τα πράγματα παίρνουν απρόβλεπτη τροπή και οι καταστάσεις γίνονται όλο και πιο ανεξέλεγκτες.
Πρόκειται για το γερμανικό φιλμ "Snowman's Land" (2010) του Tomasz Thomson. Που ξεκινά σαν ένα είδος σύγχρονου νουάρ και στο δρόμο αλλάζει για να γίνει κάτι απροσδιόριστο ή, αν προτιμάτε, μια ταινία χαρακτήρων (ο μουντρούχαλος, εντελώς "ουδέτερος", λιγομίλητος βασικός ήρωας είναι όντως ενδιαφέρων). Από το οποίο φιλμ μάλιστα δεν λείπει και αρκετή δόση χιούμορ. Γενικά, ενώ είχε το ενδιαφέρον του, από κάποια στιγμή και μετά νομίζω ότι το έχασε και με έκανε μάλλον να πλήξω. Αρχικά νόμιζα ότι έφταιγε η πολύ μεγάλη διάρκεια, ότι χρειαζόταν λίγο συμμάζεμα και σφίξιμο. Μετά διαπίστωσα ότι διαρκούσε μόνο 95', έναν απόλυτα νορμάλ χρόνο, και έτσι πείστηκα ότι αλλού βρισκόταν το πρόβλημα, αφού και τα 95 αυτά λεπτά μου φάνηκαν πολλά. Γενικά η τροπή που παίρνουν τα πράγματα στην ταινία θα μπορούσε να δώσει κάτι πολύ πιο ζωντανό και νευρώδες, φοβάμαι όμως ότι ο Thomson έχασε την ευκαιρία, αφού ούτε και το υποβόσκων χιούμορ ήταν κάτι φοβερό.
Νομίζω ότι στην ταινία δέσποζε το υποβλητικό, κατάλευκο τοπίο και το αχανές, μισοεγκαταλειμένο κτίριο στο μέσον της ερημιάς. Το σκηνικό είναι τέτοιο, που κάλλιστα θα μπορούσε να υποστηρίξει ένα φιλμ τρόμου. Προφανώς όμως δεν ήταν αυτές οι προθέσεις του σκηνοθέτη. Κρίμα για μια ανεκμετάλλευτη ευκαιρία. Το όλο κλίμα, τόσο όσον αφορά στο τοπίο όσο και στην αρχική ιδέα, είναι τέτοιο, που θα μπορούσε να μας δώσουν κάτι πολύ καλύτερο.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 24, 2010

Η ΝΙΝΟΤΣΚΑ ΚΑΙ Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ


Το 1939 ο Στάλιν "εκκαθάριζε" κατά χιλιάδες ρώσους αντιφρονούντες και όχι μόνο, στέλνοντάς τους μαζικά στη Σιβηρία (όταν δεν τους εκτελούσε). Η σοβιετική ουτοπία είχε μετατραπεί σε βασίλειο της τρομοκρατίας. Τότε ακριβώς ο Ernst Lubitsch (1892–1947) γυρίζει τη "Νινότσκα", από τις γνωστότερες ταινίες του και από τις γνωστότερες της Γκρέτα Γκάρμπο.
Ας πούμε από την αρχή ότι πρόκειται για μια καθαρά αντισοβιετική κωμωδία, κομεντί μάλλον, απ' αυτές που ο μεγάλος σκηνοθέτης ήξερε να γυρίζει καλύτερα από κάθε άλλον την εποχή εκείνη (ο ίδιος είχε άλλωστε επινοήσει το είδος). Φυσικά οι πολιτικές και ιστορικές καταστάσεις έδιναν αφορμή για κάτι τέτοιο. Και, φαντάζομαι, το Χόλιγουντ δεν θα είχε και πολλές αντιρρήσεις...
Τρεις σοβιετικοί κομισάριοι στέλνονται στο Παρίσι για να πουλήσουν τα πολύτιμα κοσμήματα μιας ρωσίδας αριστοκράτισας που ζει εξόριστη εκεί, κάνουν όμως τα πάντα για να καθυστερήσουν την αποστολή τους, θαμπωμένοι από την πολυτέλεια του καπιταλιστικού τρόπου ζωής. Τότε στέλνεται η άτεγκτη, ψυχρή και αγέλαστη Νινότσκα, επίσης σοβιετικό στέλεχος, για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Σιγά - σιγά όμως θα υποκύψει κι αυτή στην πρωτόγνωρη για κείνη χλιδή που αντικρύζει, αλλά και στη γοητεία ενός αριστοκράτη.
Μη νομίζετε πάντως ότι ο Lubitsch είναι τόσο μονόπλευρος όσο ακούγεται. Στην ταινία πέφτουν αρκετές μπηχτές και για τον καπιταλισμό, την ανισότητα που τον διακρίνει, την σπατάλη και την καταναλωτική μανία του, καθώς και άλλα αρνητικά του συστήματος. Όλο αυτό το πολιτικό background όμως περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο γέλιο που βγάζει το φιλμ και στις σπινθηροβόλες ατάκες που διαδέχονται με ταχύτητα η μία την άλλη. Ακόμα κι έτσι όμως, ο Lubitsch είναι από τους πλύ λίγους χολιγουντιανούς της εποχής που τολμούν να ενσωματώσουν και καθαρά πολιτικά στοιχεία στα φιλμ τους. Ταυτόχρονα το ερωτικό και ρομαντικό στοιχείο συνυπάρχει και δένει τέλεια με το χιούμορ. Όπως δένουν θαυμάσια, για μια ακόμα φορά στον Lubitsch, τα προσωπικά θέματα με το πολιτικοκοινωνικό σχόλιο. Η Γκάρμπο είναι ό,τι πρέπει για τον ρόλο, κυρίως βέβαια όσο κάνει την απόλυτα ψυχρή, σα ρομπότ, σοβιετική (και δεν θα πιστεψετε πόσο γέλιο βγάζουν οι ατάκες και η γενικότερη στάση της). Όσο για τις φιγούρες των τριών κομισαρίων, είναι ανεπανάληπτες.
Η ταινία όμως διέθετε και μια άλλη "πρωτιά", παντελώς ακατανόητη για τον σημερινό θεατή: Όπως θα δείτε στην αφίσα, πάνω από τον τίτλο, με μεγάλα γράμματα, υπάρχει το σλόγκαν "Garbo Laughs!" Ήταν η πρώτη φορά που η μεγαλύτερη ντίβα της εποχής της όχι μόνο χαμογελούσε, αλλά και ξεσπούσε σε τρανταχτά γέλια στην οθόνη. Μέχρι τότε, ως απόλυτη femme fatale ή, αν θέλετε, ως ένας θηλυκός (και πολύ πιο σέξι) Μπάστερ Κίτον, δεν είχε καν χαράξει το χείλι της. Το χαμόγελό της ήταν άγνωστο στα εκατομμύρια των θαυμαστών της. Δεν ταίριαζε, υποτίθεται, με την ψυχρή ομορφιά της. Το να γελάσει λοιπόν ήταν ένα είδος μικρής "επανάστασης".
Προσωπικά απόλαυσα το φιλμ και το βρήκα από τα καλά του δημιουργού του. Δεν θα το συνιστούσα βέβαια με τίποτα σε κνίτες. Οι υπόλοιποι ας είστε προετοιμασμένοι για τον θρίαμβο του καπιταλισμού (παρά την κριτική που υφίσταται κι αυτός) επί του σοβιετικού συστήματος (το οποίο, όπως δείχνεται στις σκηνές στη Σοβιετική Ένωση, πολύ φοβάμαι ότι περιείχε αρκετή δόση αλήθειας). Αν τώρα το ξεπεράσετε αυτό, πιστέψτε με, θα διασκεδάσετε!

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 23, 2010

ΠΟΣΟ ΚΑΚΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ;


Οι "Βόρειοι" (Σκανδιναυοί και άλλοι) είναι γνωστό ότι είναι μάστορες του δράματος. Οικογενειακού και όχι μόνο. Στα πλαίσια του "στενόχωρου" αυτού είδους συναντάμε τώρα τη φινλανδική ταινία "Κακή Οικογένεια" (Paha Perhe, 2010) του Aleksi Salmenperä. Όπου νεαρός ερωτεύεται την χαμένη του αδελφή όταν αυτή επανέρχεται στους οικογενειακούς κόλπους, κι όλα αυτά κάτω από τη μύτη ενός καταπιεστικού (στα όρια της παράνοιας) πατέρα, που μισεί την αδελφή και φτάνει να οργανώσει ακόμα και απαγωγή του ίδιου του του γιου για να τον γλυτώσει από την "καταστροφική" επιροή της.
Πρόκειται φυσικά για δράμα, αλλά δεν είναι τόσο βαρύ όσο πιθανόν θα συμπεράνετε από την παραπάνω περίληψη, που περιλαμβάνει καταπιεστικές σχέσεις, τρέλα και αιμομιξία. Κάποιες φορές μάλιστα (πολύ λίγες, μην ποντάρετε σ' αυτό) μπορεί και να γελάσετε, καθώς οι καταστάσεις αγγίζουν (ξώφαλτσα είναι η αλήθεια) τα όρια ακόμα και της παρωδίας, ενώ κάποιοι από τους χαρακτήρες βρίσκονται - στα όρια κι αυτοί - της καρικατούρας.
Η ταινία εξετάζει βέβαια μια παράδοξη και σπάνια περίπτωση, μπορεί να θεωρηθεί όμως και ότι μιλά για τις καταπιεστικές δομές της οικογένειας ή, αν προτιμάτε, της πατρικής πλευράς της οικογένειας. Παίρνει μάλιστα σαφώς τη θέση του νεαρού ζεύγους, καθώς ο εισαγγελέας πατέρας και οι ανεκδιήγητοι φίλοι του βρίσκονται στη θέση των αρνητικών ηρώων. Υπάρχει και κάποιο στοιχειώδες σασπένς (στοιχειώδες λέω, οπότε ούτε και σ' αυτό να ποντάρετε), και έτσι παρακολούθησα το φιλμ με κάποιο ενδιαφέρον. Διαθέτει μάλιστα και πολύ καλές ηθοποιίες, καθώς και όμορφη, μουντή φωτογραφία. Συνολικά πάντως δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Σίγουρα έχω δει πολύ καλύτερα και πυκνότερα - έως και σπαρακτικά - σκανδιναυικά δράματα.
Είναι, τέλος, φυσικό να αναρωτηθώ αν φταίει το βαρύ, μουντό και καθόλου ευχάριστο κλίμα της περιοχής για το γεγονός ότι οι σκηνοθέτες του βορρά ασχολούνται τόσο συχνά - και πολλές φορές και με τόση μαεστρία - με το εξ ίσου μουντό και ψυχοπλακωτικό αυτό είδος, το οποίο βεβαίως έχει κατά καιρούς δώσει αριστουργήματα. Και να σκεφτώ ότι τελικά πολύ πιθανόν βασικότατα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης να βασίζονται, πολύ απλά και κυνικά, σε τυχαίους παράγοντες, όπως το κλίμα που προαναφέραμε λόγου χάρη...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 22, 2010

TO BE OR NOT TO BE... ΟΤΑΝ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΝ ΟΙ ΝΑΖΙ


Βρισκόμαστε στα 1942. Η Αμερική δεν έχει μπει ακόμα στον πόλεμο που μαίνεται στην Ευρώπη, άρα είναι σύμμαχος με τους ναζί (όπως και με τους Συμμάχους). Το Χόλιγουντ κάνει τα στραβά άπέναντι στο φασισμό... όχι όμως όλο το Χόλιγουντ. Είχε προηγηθεί ο Τσάπλιν με τον "Μεγάλο Δικτάτορα", όπου γελοιοποιούσε Χίτλερ και Μουσολίνι, και στον τολμηρό για την εποχή αυτόν χορό μπαίνει και άλλος ένας από τους μεγαλύτερους χολιγουντιανούς δημιουργούς, ο Ernst Lubitsch (1892–1947). Γερμανός, με αρκετές βουβές κυρίως ταινίες στο ενεργητικό του στην πατρίδα του, είχε καταφύγει όπως πολλοί άλλοι ευρωπαίοι στην Αμερική όπου γύριζε μεγάλες επιτυχίες, επινοώντας ουσιαστικά το είδος της κομεντί.
Με το "To Be or Not To Be" κάνει μια πολύπλοκη κωμωδία που διαδραματίζεται στην υπό ναζιστική κατοχή Πολωνία και τσακίζει εντελώς τους ναζί παρουσιάζοντάς τους από κακούς έως γελοίους (πράγμα, όπως είπαμε, εξαιρετικά τολμηρό για την εποχή στην Αμερική). Μια ομάδα πολωνών ηθοποιών εμπλέκεται στον αντιναζιστικό αγώνα προστατεύοντας έναν βρετανό πιλότο και καλύπτοντας με όποιον (ξεκαρδιστικό) τρόπο μπορεί την πολωνική αντίσταση.
Η ταινία ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στα προσωπικά, αισθηματικά προβλήματα του κεντρικού ζεύγους, που είναι οι πρωταγωνιστές του θιάσου, και στα κοινά προβλήματα, τον αντιναζιστικό αγώνα δηλαδή, βγάζοντας πολύ γέλιο και από τα δύο. Βρίσκω το πάντρεμα αυτό ανάμεσα στο κοινό και το προσωπικό στοιχείο άψογο και νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η επιτυχία του φιλμ. Στο μεταξύ όμως κατάφερε να με καθηλώσει με το διαρκές σασπένς (που κι αυτό συνυπάρχει άψογα με το χιούμορ) και τις συνεχείς ανατροπές, που κάνουν το σενάριο εξαιρετικά πολύπλοκο, αν και παραμένει απόλυτα κατανοητό, δίχως το παραμικρό κενό. Ο Lubitsch έχει έναν μοναδικό τρόπο να αφηγείται αστείες καταστάσεις συχνά δίχως να δείχνει τίποτα. Το αστείο βγαίνει από τις σιωπές, τις ματιές, τα κενά, τους ήχους που ακούγονται πίσω από μια κλειστή πόρτα, τα όσα συμβαίνουν εκτός πλάνου ενώ η κάμερα μένει καρφωμένη σε ένα άδειο δωμάτιο...
Βλέποντας το φιλμ θα δείτε έκπληκτοι πόσο το έχει αντιγράψει ο Ταραντίνο στο "Inglurious Basterds". Η επιροή (μόνο επιροή;) είναι δηλωμένη από τον ίδιο άλλωστε, που είναι θαυμαστής της ταινίας. Ωστόσο ο Ταραντίνο επίσης (νομίζω) έχει πει και κάτι άλλο γι' αυτήν, που όταν τέλειωσε η ταινία κατάλαβα έκθαμβος πόσο σωστό είναι: Πρόκειται για ταινία που, ενώ δεν έχει κανένα κενό όπως είπαμε, είναι αδύνατο να τη διηγηθεί κανείς στους φίλους του, εξ αιτίας των λεπτών καταστάσεων, των διαρκών ανατροπών και των μύριων όσων συμβαίνουν σ' αυτήν. Αφού τη δείτε, κάντε το τεστ. Ειχειρείστε να την αφηγηθείτε σε κάποιον που δεν την έχει δει και θα διαπιστώσετε ότι δεν θα μπορέσετε να πάτε πέρα από το πρώτο τέταρτο. Κι όμως (συγνώμη αν επαναλαμβάνομαι) δεν έχει κανένα απολύτως σεναριακό κενό, δεν πρόκειται (κάθε άλλο) για αχταρμά!
Γενικά τη θεωρώ από τις πολύ σημαντικές κωμωδίες της ιστορίας του κινηματογράφου. Διατηρεί κατά τη γνώμη μου τη φρεσκάδα της μέχρι σήμερα και αποδεικνύει την εξυπνάδα και την επινοητικότητα του δημιουργού της.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 20, 2010

ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ


Όλοι περιμέναμε με ανυπομονησία την επόμενη ταινία του Philip Ridley. Τον είχαμε γνωρίσει με το εξαιρετικό - και "άρρωστο" - "Διάφανο Δέρμα" και από την εποχή του άνισου "Πάθους του Ντάρκλι Νουν" δεν είχε κάνει τίποτα επί 15 περίπου χρόνια. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι έσπευσα να δω το "Heartless", την ταινία που επιτέλους γύρισε το 2010... και τη βρήκα και πάλι άνιση.
Ταινία τρόμου με μεταφυσική ατμόσφαιρα, έχει σαν ήρωα ένα νεαρό με ένα τεράστιο εκ γενετής σημάδι στο πρόσωπο, ο οποίος ανακαλύπτει ότι στους δρόμους του Λονδίνου κυκλοφορούν δαίμονες που επιδίδονται τις νύχτες σε πράξεις ανεξέλεγκτης βίας. Στη συνέχεια θα έχουμε μια συμφωνία με τον ίδιο τον διάβολο και άλλα πολλά.
Αυτό που πρώτα προσέχει κανείς στο φιλμ είναι η ατμόσφαιρα. Νυχτερινή ως επί το πλείστον, γυρισμένη σε απόμερα προάστια, όπου αντικρύζουμε ένα άσχημο, έρημο, σχεδόν ερειπωμένο Λονδίνο, ιδιαζόντως ανησυχητικό και απειλητικό. Το φιλμ προσπαθεί ίσως να κάνει ένα σχόλιο για τη βία και την εγκληματικότητα που κυριαρχούν στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, νομίζω όμως ότι τα μπουρδουκλώνει λίγο, και είναι και κάπως συντηρητικό, με τον Σατανά να θέλει να σπείρει το χάος με τρομοκρατικές ενέργειες... Μπαίνει έτσι σε επικίνδυνα "ημιπολιτικά" χωράφια, δίχως, κατά τη γνώμη μου, να αρθρώνει ουσιαστικό λόγο. Λες και θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι η εγκληματικότητα στις πόλεις είναι σχέδιο του... διαβόλου. Ευχαριστώ, αλλά είμαι λίγο δύσπιστος... Υπάρχει επίσης και η ανατροπή του τέλους, που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές και θεωρώ πλέον μάλλον εύκολη λύση.
Μένει πάντως η σκοτεινή και απειλητική ατμόσφαιρα που πετυχαίνει ο Ridley, η περιρέουσα "αρρώστια" (σ' αυτό είναι "μάνα" από την εποχή του "Διάφανου Δέρματος"), και αρκετές καλές σκηνές που μου δείχνουν ότι, παρά τη γκρίνια, είναι ένας αξιόλογος σκηνοθέτης. Τώρα λοιπόν μπορεί συνολικά να με απογοήτευσε, αλλά θα περιμένω και πάλι ανυπόμονα την επόμενη δουλειά του. Αν βεβαίως κάνει κάτι και δεν εξαφανιστεί και πάλι, όπως το συνηθίζει.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 19, 2010

ΨΥΧΩΤΙΚΟΣ "ΛΗΣΤΗΣ"


"Ο Ληστής" (Der Rauber) είναι μια γερμανοαυστριακή ταινία που γυρίστηκε το 2010 από τον γερμανό Benjamin Heisenberg και αφηγείται μια παράδοξη, αληθινή ιστορία. Την ιστορία ενός τύπου που είναι πρωταθλητής στο μαραθώνιο και ταυτόχρονα ληστεύει τράπεζες δίχως να έχει ανάγκη από χρήματα, έτσι, από χόμπι (;). Αυτό που βγαίνει από το φιλμ, καθώς η προσωπικότητα του ήρωα ξετυλίγεται σιγά - σιγά, είναι το προφίλ ενός απόλυτα ψυχοπαθούς ατόμου, μοναχικού (παρά το ότι τα έχει με μια κοπέλα) και εντελώς κλεισμένου στον εαυτό του, με έντονα προβλήματα επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους. Οι πράξεις του (οι ληστείες και άλλες χειρότερες που θα διαπράξει) γίνονται περισσότερο από ένα είδος ψυχικού καταναγκασμού παρά από ανάγκη (αυτή δεν υπάρχει καθόλου) ή ευχαρίστηση.
Είδα την ταινία με κάποιο ενδιαφέρον, καθώς με κράτησε αρκετά η παράδοξη αυτή προσωπικότητα, όπως και η εξέλιξη του φιλμ σε ανθρωποκυνηγητό. Επίσης, τόσο η εμφάνιση του ανθρώπου αυτού, όσο και οι πράξεις και ο ψυχωτικός χαρακτήρας του, μου θύμιζαν έντονα την εμφάνιση και την προσωπικότητα του περίφημου Rorsach στους Watchmen (προσοχή: στο κόμικς, όχι στην ταινία). Ωστόσο δεν θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω σημαντική ταινία. Γενικά έχω ένα πρόβλημα (ίσως το έχω ξαναγράψει παλιότερα) με ταινίες που ασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με μια ιδιάζουσα προσωπικότητα, είτε υπαρκτή είτε φανταστική. Όσο παράξενη και να είναι αυτή, δεν παύω να αναρωτιέμαι: ΟΚ, υπάρχει αυτός ο "κουφός" τύπος που είναι ένας στα πολλά εκατομμύρια και κάνει το τάδε μυστήριο πράγμα. Αξιοπερίεργο μεν, αλλά και τι έγινε; Πόσους αφορά αυτό; Εννοείται ότι αυτές οι σκέψεις γεννιούνται όταν η ταινία είναι απόλυτα επικεντρωμένη στον ήρωα, όπως ο "Ληστής". Διότι, με αφορμή μια τέτοια προσωπικότητα, κάποιοι δημιουργοί θα μπορούσαν να πουν και άλλα πράγματα.
Τέλος πάντων, δεν βρήκα την ταινία κακή, αλλά ούτε και τίποτα σπουδαίο. Αν θέλετε ψάξτε το για το αξιοπερίεργο του χαρακτήρα και μόνο.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 16, 2010

ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΛΑΣ ΒΕΓΚΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΖΩΗ


Εκείνος είναι ένας τελειωμένος αλκοολικός, στα πρόθυρα σχεδόν του θανάτου. Εκείνη μια πόρνη. Συναντιούνται στο Λας Βέγκας, την απόλυτη πόλη της ακολασίας, όπου ο πρώτος έχει πάει για "να πεθάνει από το ποτό", απολυμένος από τη δουλειά του και δίχως πια κανένα ταλέντο εξ αιτίας φυσικά του αλκοόλ, και ένας δυνατός, παράξενος έρωτας ξεκινά ανάμεσα σε δυο πλάσματα του περιθωρίου.
Το "Αφήνοντας το Λας Βέγκας" του ενδιαφέροντα Mike Figgis, που γυρίστηκε το 1995, είναι κατά τη γνώμη μου μια από τις πιο "βουτηγμένες στο αλκοόλ" ταινίες που έγιναν ποτέ. Σπάνια έχει δειχτεί τόσο η διαλυμένη ζωή ενός αλκοολικού στο τελευταίο στάδιο. Ταυτόχρονα όμως - κι αυτό είναι το παράξενο - είναι και μια γλυκειά και, με κάποιον παράδοξο τρόπο, αισιόδοξη ταινία. Με την έννοια ότι ο πέρα για πέρα κατεστραμένος αυτός άνθρωπος βρίσκει, έστω και στο τέλος, τον "φύλακα άγγελό" του, την αδελφή ψυχή αν θέλετε, και ζει έναν τελευταίο, ανέλπιστο έρωτα. Στην έννοια του άγγελου μάλιστα επιμένει το φιλμ, καθώς η ηρωίδα, όπως είπαμε, παίζει αυτόν ακριβώς το ρόλο. Έτσι άλλωστε την αποκαλεί ο πρωταγωνιστής. Ο Φίγγις, πολύ πέρα από καταγγελίες και διδακτισμούς, αγαπά και νοιάζεται για τους περιθωριακούς ήρωές του, τους δέχεται όπως είναι, όπως ακριβώς κάνει και η Σέρα, που δέχεται άνευ όρων τον ετοιμοθάνατο και καθόλου εύκολο Μπεν.
Η ταινία, παρά το κάθε άλλο παρά ευχάριστο θέμα της, αποπνέει τρυφερότητα, ζεστασιά και ανθρωπιά, ενώ συγχρόνως είναι ιδιαίτερα ατμοσφαιρική, πράγμα που, εκτός των άλλων, οφείλεται και στη μουσική που έχει γράψει ο ίδιος ο Φίγγις, ενώ η επιλογή των τραγουδιών γίνεται από παλιά αμερικάνικα στάνταρς. Οι δύο ήρωες, ο Νίκολας Κέτζ και η Ελίζαμπεθ Σου, είναι αμφότεροι καταπληκτικοί (από τις καλύτερες δουλειές του μάλλον παρακμασμένου σήμερα Κέιτζ). Γενικά πρόκειται για ένα φιλμ που αγαπώ ιδιαίτερα και που θεωρώ από τα καλύτερα τού όχι και τόσο γνωστού αυτού δημιουργού.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 14, 2010

ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ "ΟΝΤΙΝ"


Ο Neil Jordan επιστρέφει. Αυτή τη φορά με ένα γλυκό "παραμύθι" (αν δείτε το φιλμ θα καταλάβετε γιατί τα εισαγωγικά), την "Ondine" του 2009. Είναι αλήθεια ότι είχε κάμποσο καιρό να κάνει καλή ταινία, οπότε ακόμα και κάτι που βρήκα συμπαθητικό - κυριολεκτικά, δεν εννοώ κατ' ευφημισμό κακό - να είναι ευπρόσδεκτο.
Η επιστροφή λοιπόν δεν είναι μόνο στις ενδιαφέρουσες ταινίες, αλλά και στην πατρίδα του, την Ιρλανδία, όπου έχει κάνει μερικά από τα καλύτερα φιλμ του. Η "Οντίν", που ξεκινά με έναν πρώην αλκοολικό, χωρισμένο ψαρά να πιάνει στα δίχτυα του μια όμορφη κοπέλα, παίζει έξυπνα με το φανταστικό και μεταφυσικό στοιχείο, ενώ το περιβάλλον και οι χαρακτήρες είναι απόλυτα ρεαλιστικοί, όπως ρεαλιστική είναι και η πανέμορφη ιρλανδέζικη παραθαλάσσια πόλη και τα όσα καθημερινά - εκτός της μυστηριώδους κοπέλας - συμβαίνουν στους ήρωες. Βρήκα το πάντρεμα αυτό ρεαλισμού και φαντασίας (των κέλτικων μύθων συγκεκριμένα για όντα της θάλασσας, η οποία αποτελεί και το κυρίαρχο στοιχείο της ταινίας) πετυχημένο, αν και στο τέλος η προσγείωση είναι κάπως απότομη. Επί πλέον, ο σκηνοθέτης βρίσκει την ευκαιρία να κάνει και κάποιο σχόλιο για τη σύγχρονη σκληρή πραγματικότητα της Ευρώπης σε μια εποχή πολλαπλής κρίσης. Στα μείον κατά τη γνώμη μου τα κάποια κλισέ - κυρίως και πάλι προς το τέλος - που ίσως είναι παραχωρήσεις του δημιουργού στην εμπορικότητα. Στα συν η όμορφη, μουντή φωτογραφία και τα τραγούδια των Sigur Ros που δημιουργούν σε ορισμένα σημεία μια "στοιχειωμένη" ατμόσφαιρα.
Γενικά, δίχως να το θεωρώ αριστούργημα, το φιλμ μου άφησε μια γλυκειά γεύση και σίγουρα δεν με χάλασε. Και, όπως έγραψα στην αρχή, το θεωρώ ένα καλό ξεκίνημα για την επιστροφή του Jordan σε πράγματα που τόσο αγαπήσαμε παλιότερα.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 12, 2010

ΜΕΤΑΛΙΑ ΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ


Ο ρουμάνικος κινηματογράφος έχει τα τελευταία χρόνια κάνει σημαντικές προόδους, πάντοτε σχεδόν με ρεαλιστικές, και ενίοτε συγκλονιστικά ρεαλιστικές, ταινίες. Στα συν θεωρώ και το "Μετάλιο Τιμής" (Medalia de Honoare, 2009) του Calin Peter Netzer.
Ένας ηλικιωμένος, συντηρητικός κύρος ζει με τη γυναίκα του, ενώ ο γιος τους, που ζει με την οικογένειά του στον Καναδά, δεν μιλά με τον πατέρα του εδώ και 7 χρόνια εξ αιτίας της καταπιεστικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ενώ διατηρεί άριστες (τηλεφωνικές) σχέσεις με τη μάνα του. Η βαλτωμένη, μίζερη ζωή του ηλικιωμένου θα αλλάξει απροσδόκητα όταν θα λάβει από το υπουργείο ένα χρυσό μετάλιο τιμής ως ήρωας πολέμου, το οποίο θα του απονείμει - καθώς και σε άλλους βετεράνους - ο ίδιος ο πρόεδρος της δημοκρατίας. Ο άνθρωπός μας δεν μπορεί να θυμηθεί αν έκανε κάτι ηρωικό, σιγά - σιγά όμως αρχίζει να φτιάχνει μια ιστορία από τις θολές αναμνήσεις του. Γίνεται ο ήρωας της πολυκατοικίας του, κάτι σαν παράδειγμα προς μίμηση, αλλά βρισκόμαστε ακόμα στα μισά του φιλμ.
Εξαίρετη σκιαγράφηση χαρακτήρων, κυρίως του κεντρικού ήρωα, που ερμηνεύεται εκπληκτικά από τον άγνωστό μου μέχρι τώρα Victor Rebengiuc, άψογη αναπαράσταση της καθημερινότητας και γλυκόπικρο κλίμα κυριαρχούν σε ένα φιλμ που καταφέρνει να μιλήσει ταυτόχρονα για πολλά πράγματα: Για τις άδειες, μίζερες ζωές χιλιάδων ανθρώπων, που ζουν ανάμεσά μας και συναντούμε καθημερινά, που ένα γεγονός που για άλλους θα ήταν απλή τυπικότητα έχει σαν αποτέλεσμα την απόλυτη ανατροπή των πάντων. Για την αγωνιώδη τους προσπάθεια να πιαστούν από κάπου, να βρουν νόημα στη ζωή τους, έστω κι αν αυτό το κάπου βασίζεται σε κάτι που έγινε 50 χρόνια πριν και το οποίο οι ίδιοι δεν θυμούνται καθόλου. Για τα παιχνίδια της μνήμης και την παράδοξη ικανότητα των ανθρώπων να πιστεύουν σαν αληθινό κάτι που οι ίδιοι επινόησαν. Για τη μιζέρια και τη δύσκολη καθημερινότητα της σύγχρονης Ρουμανίας (αν και η ταινία διαδραματίζεται το 1994). Και για πολλά ακόμα. Κρατάω όμως κυρίως το πρώτο στοιχείο σαν βασικό: Την ανάγκη εκατομμυρίων ανθρώπων με κοινότοπες και αποτυχημένες ζωές να βρουν έναν λόγο ύπαρξης. Κι όταν αυτός εμφανίζεται, έστω και με μάλλον γελοίο και ασήμαντο τρόπο, εκείνοι γραπώνονται απ' αυτόν και οικοδομούν όλη τους την ύπαρξη γύρω του.
Το φιλμ με συγκίνησε αρκετά και νομίζω ότι πέτυχε απόλυτα το στόχο του. Σημειωτέον ότι ο βασικός χαρακτήρας, αν και αρχικά συμπαθής, με τα δικά του βάσανα, κατά βάθος δεν είναι καθόλου τέτοιος. Συντηρητικός, καταπιεστικός παλιότερα, δουλικός όταν θέλει να κερδίσει κάτι και επιδεικτικός όταν πιστεύει ότι το κέρδισε, καταφέρνει παρ' όλα αυτά να είναι πάνω απ' όλα ανθρώπινος: Να μας θυμίζει δηλαδή χιλιάδες τέτοιους τύπους που όλοι έχουμε συναντήσει πολλές φορές και, γι' αυτό, να μας συγκινεί με παράξενο τρόπο.
Αν δεν σας ενοχλεί ο πολύς ρεαλισμός και η βουτιά στην καθημερινότητα, τότε ψάξτε το σύγχρονο ρουμάνικο σινεμά. Κρύβει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 10, 2010

ΤΑ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΤΑΜ ΝΤΕ..., Η ΜΟΙΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ


Το 1953 ο Max Ophüls (1902-1957) γυρίζει στη Γαλλία τη "Madame de..." (Η Άγνωστη Κυρία), μια από τις πιο γνωστές ταινίες του. Ασπρόμαυρη φωτογραφία, 19ος αιώνας, βαριά κοστούμια και εσωτερικά ντεκόρ, πολύτιμα κοσμήματα, άμαξες, ανάλαφρα φλερτ και μοιραίοι έρωτες, χοροί και μονομαχίες, συνθέτουν το οπτικό κλίμα του φιλμ. Στο βάθος όμως σιγοβράζουν ισχυρά πάθη, ικανά να μετατρέψουν την αρχική ανάλαφρη ατμόσφαιρα σε βαρύ δράμα, ποσφιλές είδος άλλωστε του δημιουργού.
Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται ένα ζευγάρι πολύτιμα, διαμαντένια σκουλαρίκια, που αλλάζουν διαρκώς ιδιοκτήτη και, από ένα καπρίτσιο της μοίρας, καταλήγουν πάντοτε στην ηρωίδα, την μαντάμ του τίτλου. Ίσως το βασικό στοιχείο λοιπόν του φιλμ να είναι η μοίρα, από την οποία, ως γνωστόν, είναι αδύνατο να ξεφύγουμε. Ίσως πάλι να μιλά για τις απρόβλεπτες συνέπειες μιας απλής πράξης, της πώλησης των σκουλαρικιών σε έναν κοσμηματοπώλη και τα όσα ακολουθούν, θέλοντας να υπογραμμίσει το τυχαίο που διέπει τη ζωή μας και δείχνοντας ότι μια απλή πράξη - παρόρμηση της στιγμής - μπορεί να αλλάξει όλη μας τη ζωή. Κυρίως όμως μιλά για το ψέμα και τις ολέθριες συνέπειές του. Τα σχετικά αθώα και ανάλαφρα ψέματα της ηρωίδας γίνονται τελικά μπούμεραγκ για την ίδια και όχι μόνο. Με άξονα το τελευταίο, ο Οφύλς καταδεικνύει (πιθανόν και άθελά του) όλη την επιφανειακότητα, την υποκρισία και τη λουστραρισμένη επιφάνεια (κάτω από την οποία κρύβονται βρωμιές) μιας ολόκληρης υψηλής τάξης, εποχής και τρόπου ζωής.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει το πώς κινεί την κάμερά του ο σκηνοθέτης. Η κίνηση είναι διαρκής, πολύπλοκη κι ωστόσο ανάλαφρη, συχνά ακολουθεί τους ήρωες και γενικά δίνει μια συνεχή ροή στο φιλμ. Μιλάμε για απόλυτη σκηνοθετική μαεστρία.
Από την άλλη, όλο αυτό το βαρύ στοιχείο, η ατμόσφαιρα εποχής, το ερωτικό δράμα, μπορεί να κουράσουν πάμπολλους σύγχρονους θεατές, εθισμένους σε άλλες ταχύτητες και άλλο σινεμά. Σίγουρα το εξωτερικό μέρος, όλος αυτός ο επιτηδευμένος και στημένος τρόπος ζωής της υψηλής κοινωνίας του τότε, βρίσκεται πολύ - πολύ μακριά από το σύγχρονο στιλ, μας ξενίζει σχεδόν τόσο, όσο αν παρακολουθούσαμε την καθημερινή ζωή εξωγήινων. Νομίζω όμως, παρ' όλα αυτά, ότι η ουσία βρίσκεται αλλού κι όχι στη βαρύγδουπη εξωτερική επιφάνεια των πραγμάτων. Είδα λοιπόν την ταινία με πολύ ενδιαφέρον, δεν είναι όμως, ξαναλέω, για σύγχρονους, εθισμένους σε βιντεοκλιπάδικη οπτική, θεατές.
ΥΓ: Βσικό ρόλο ερμηνεύει ο γνωστός σκηνοθέτης Βιτόριο ντε Σίκα, που, αν δεν το ξέρατε, ήταν και ηθοποιός, και μάλιστα γοητευτικός, με πολλές ερμηνείες στο ενεργητικό του.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 09, 2010

Η ΤΡΑΓΕΛΑΦΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ "ΚΑΝΤΙΝΑΣ"


Δεν ξέρω πόσο εξοικειωμένοι είσαστε με το σινεμά του Σταύρου Τσιώλη. Σίγουρα είναι ένας ιδιόρυθμος δημιουργός με προσωπικό και αναγνωρίσιμο στιλ, που καταφέρνει πάντοτε να καταγράφει το σουρεαλισμό της ελληνικής πραγματικότητας, ξέρω όμως ότι αρέσει σε λίγους, λόγω κυρίως της λιτότητάς του, του "φτωχού" ύφους του και του πολύ ιδιότυπου χιούμορ του. Για μένα πάντως είναι ένας από τους αγαπημένους έλληνες δημιουργούς.
"Η Καντίνα" βέβαια δεν είναι ταινία του Τσιώλη, αλλά του Σταύρου Καπλανίδη. Βασίζεται όμως σε σενάριο του πρώτου και γι' αυτό φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του έργου του, αφού από την αρχή αντιλαμβανόμαστε ότι βρισκόμαστε στον κόσμο του. Απόλυτα λιτή ταινία, διαδραματίζεται όλη σε μια υπαίθρια καντίνα κάπου στο πλάι της εθνικής. Εκεί συμβαίνουν διάφορες ετερόκλητες ιστορίες, άλλοτε πικρές (ή που ξεκινούν σαν πικρές και καταλήγουν... άστα να πάνε) και άλλοτε κωμικές, που πάντοτε όμως ακροβατούν στα όρια της γελοιότητας. Το φιλμ δεν σ' αφήνει να συγκινηθείς ακόμα κι όταν οι στιγμές είναι "σοβαρές", καθώς, όπως είπαμε παραπάνω, το στοιχείο της γελοιότητα καραδοκεί.
Αυτό που καταφέρνει η ταινία - όπως και αυτές του Τσιώλη - είναι να αποτυπώσει την ελληνική καθημερινότητα, με την αντιφατικότητα και το σουρεαλισμό της, και μάλιστα την επαρχιακή καθημερινότητα, στην οποία έχει βεβαίως εντρυφήσει ο σεναριογράφος. Όλο αυτό το κάνει δίχως κριτική, δίχως καταγγελίες και υποδείξεις. Απλώς καταγράφει. Στην σφαιρική αυτή απεικόνιση της επαρχίας, της μιζέριας αλλά και του πηγαίου στοιχείου της ταυτόχρονα, βοηθά το ότι ακριβώς οι ιστορίες, που άλλοτε συμβαίνουν μπροστά μας και άλλοτε τις αφηγούνται οι καντινιέρηδες ή οι πελάτες τους, είναι, όπως είπαμε, ετερόκλητες, άσχετες μεταξύ τους, τόσο που κάνουν συνολικά την ταινία να θυμίζει σπονδυλωτό φιλμ. Καθόλου στρωτό, "στρογγυλεμένο" σενάριο λοιπόν, με κορυφώσεις και άλλα τέτοια. Σ' αυτό ακριβώς όμως το "άγαρμπο" στοιχείο οφείλεται νομίζω πάντοτε η διεισδυτικότητα και το πηγαίο στοιχείο του Τσιώλη και του Καπλανίδη, που σκηνοθετεί τις καθημερινές, οικείες ιστορίες του. Οι χαρακτήρες είναι γνήσια λαϊκοί, χαρακτηριστικοί τύποι που μπορείς να συναντήσεις παντού, αλλά και συχνά "κουφοί", και γι' αυτό αποπνέουν οικειότητα και ζεστασιά.
Ξαναλέω ότι δεν είναι σινεμά που θα εκτιμήσουν πολλοί. Ο Τσιώλης άλλωστε έχει λίγους και φανατικούς "οπαδούς". Προσωπικά πάντως είδα αυτό που περίμενα να δω και ικανοποιήθηκα - και θα χαρώ αν στην κινηματογραφία μας δημιουργηθεί μια "σχολή" Τσιώλη.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 06, 2010

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2009-2010

Έφτασε πάλι αυτό που, μάλλον αυθαίρετα τελικά, χαρακτηρίζουμε σαν "τέλος σεζόν" και αρχή της επόμενης. Οπότε οι απολογισμοί είναι αναπόφευκτοι. Ξεχωρίζουμε λοιπόν τα καλύτερα της περιόδου 2009-2010 με τους γνωστούς κανόνες που έχει θεσπίσει το μπλογκ παλαιόθεν:
Α. Ως "σεζόν" θεωρείται η περίοδος που ξεκινά από 1 Σεπτέμβρη του 2009 και λήγει στις 31 Αυγούστου του 2010.
Β. Οι 10 καλύτερες ταινίες παρατίθενται ΟΧΙ με αξιολογική σειρά, αλλά αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη. Έχω πολλές φορές πει ότι μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάθε λογής "καλύτερο", πολύ περισσότερο δε να αποφασίσω ποια ταινία (ή βιβλίο ή δίσκος ή κόμικς ή οτιδήποτε άλλο) βρίσκεται π.χ. στο νο 8 και ποια στο νο 9. Έτσι έχουμε τις 10 καλύτερες γενικά (κι αυτές με βαρειά καρδιά) και άλλες 10 που ξεχώρισαν (μερικές από τις οποίες κάλλιστα θα μπορούσαν να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα) - κατά την προσωπική μου γνώμη πάντοτε.
Γ. Δεν περιλαμβάνονται οι παλιές ταινίες, κλασικές ως επί το πλείστον, που ξαναβγήκαν σε πρώτη προβολή. "Το Φάντασμα της Ελευθερίας" ή "Ο Μεγάλος Ύπνος", ας πούμε, είναι σαφώς εκτός συναγωνισμού.
Πάμε λοιπόν. Οι 10 καλύτερες:
- Το Μυστικό στα Μάτια της / Juan Jose Campanella
- Δίψα / Chan-wook Parc
- Up / Pete Docter, Bob Peterson
- Mary and Max / Adam Elliot
- Λευκή Κορδέλα / Michael Haneke
- Στρέλλα / Πάνος Κούτρας
- Κυνόδοντας / Γιώργος Λάνθιμος
- Αόρατος Συγγραφέας / Roman Polanski
- Το Νησί των Καταραμένων / Martin Scorseze
- Kick Ass / Matthew Vaughan

Ακολουθούν οι επόμενες 10 που ξεχώρισαν (πάντα όχι αξιολογικά, αλλά εξ ίσου αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη):

- Soul Kitchen / Fatih Akin
- Ραγισμένες Αγκαλιές / Pedro Almodovar
- Fantastic Mr Fox / Wes Anderson
- District 9 / Neil Blomkamp
- Avatar / James Cameron (μόνο για το οπτικό του μέρος)
- Moon / Dunkan Jones
- Lebanon / Samuel Maoz
- Το Κορίτσι με το Τατουάζ / Neils Arden Oplev
- Up in the Air / Jason Reitman
- Toy Story 3 / Lee Unkrich

Βάλτε κι από κοντά τα "Τι απέγινε η Έλι", το "Κι αν σου Κάτσει;" του Woody Allen και το "Where the Wild Things Are" του Spike Jonze και έχετε πλήρεις τις προτιμήσεις μου.
Πρέπει να πω ότι φέτος, λόγω μανιακής παρακολούθησης παλιών ταινιών που ξαναβγαίνανε στα σινεμά (σαν την μεγάλη οθόνη τίποτα), πρόλαβα κάπως λιγότερες από τις καινούριες ταινίες, οπότε συγχωρείστε κάποιες πιθανές παραλείψεις. Και τι άλλο; Φυσικά η πληθώρα κάθε λογής animation στις λίστες με τα καλύτερα. Ε, ναι, νομίζω ότι το animation περνά μια από τις καλύτερες περιόδους της ιστορίας του και φυσικά παίζει επί ισοις όροις με τις "κανονικές" ταινίες.
Αυτά. Κάθε αντίρρηση ή/και διαφωνία εκ των προτέρων δεκτή. Αυτό μας έλειπε, να έχουμε όλοι τις ίδιες γνώμες.
Καλή κινηματογραφική (και όχι μόνο) χρονιά λοιπόν!

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 03, 2010

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΑΥΤΟΥ ΠΟΥ "ΕΠΕΣΕ ΣΤΗ ΓΗ"



divΟ Άνθρωπος που έπεσε στη Γη" είναι πριν απ' όλα η ταινία που θα θυμόμαστε πάντα χάρη στον ταιριαστό σα γάντι πρωταγωνιστικό ρόλο του Ντέιβιντ Μπόουι, που δεν χρειάζεται και πολλά για να υποδυθεί πειστικότατα έναν εξωγήινο. Διότι πρόκειται βεβαίως για την τραγική ιστορία ενός εξωγήινου που έρχεται στη γη αναζητώντας νερό για να σώσει τον πλανήτη του, αλλά... Κι αυτό το "αλλά" είναι όλη η ουσία του φιλμ.
Γυρισμένο το 1976 από τον Nicolas Roeg, αποτελεί και μια από τις σημαντικότερες ταινίες του ενδιαφέροντα αυτού σκηνοθέτη. Με ελλειπτικό τρόπο αφήγησης, ο Ρεγκ διηγείται την αρχική επιτυχία και τη βαθμιαία πτώση του ήρωά του καταφέρνοντας να μας συγκινήσει. Πέραν της ελλειπτικότητας που προαναφέραμε, χαρακτηριστικό της ταινίας είναι και το ιδιόρυθμο μοντάζ, που μπορεί να παρακολουθεί δύο ή και τρία γεγονότα να εξελίσσονται ταυτόχρονα σε διαφορετικούς χώρους, ενώ παίζει με την αίσθηση του χρόνου. Όλα αυτά βέβαια αποτελούν σήμα κατατεθέν του Ρεγκ, που τα έχει χρησιμοποιήσει και στο "Don't Look Now".
Νομίζω ότι το νόημα του φιλμ βρίσκεται στην κατάδειξη της ανθρώπινης βλακείας, απληστίας και μιζέριας. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να δεχτούν το ξένο, κάτι που δεν καταλαβαίνουν και που εμφανώς τους ξεπερνά. Πρόκειται για αρχέγονο φόβο, για κάτι σα ζήλεια, για απληστία ή συνδυασμούς όλων αυτών και, πολύ πιθανόν, και άλλων αρνητικών στοιχείων της ανθρώπινης φύσης; Πάντως η επίδρασή τους στον αθώο ήρωα είναι καταστροφική. Ταυτόχρονα μπορώ να "διαβάσω" την ταινία και σαν μια αλληγορία της ανθρώπινης ζωής, που ξεκινά με ελπίδες, όνειρα και στόχους και σιγά - σιγά, με τα χρόνια, όλα αυτά ξεχνιούνται καθώς βυθιζόματε στη ρουτίνα της καθημερινότητας, το βόλεμα ή (όπως εδώ) σε εθισμούς.
Ας προειδοποιήσω ότι, παρά το ότι βρισκόμαστε σαφώς στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, η ταινία δεν διαθέτει ούτε εντυπωσιακά εφέ (εκτός από σπάνιες εμφανίσεις της αληθινής μορφής των εξωγήινων), ούτε διαστημόπλοια ούτε συνεχή δράση. Οι ρυθμοί είναι μάλλον χαλαροί και παίρνει λίγη ώρα μέχρι να αντιληφτεί ο θεατής το πέρασμα μεγάλων χρονικών διαστημάτων στην ιστορία. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιδιότυπη επιστημονική φαντασία, σε μια σινεφίλ ταινία, με τους όρους και το στιλ του Ρεγκ. Αυτά για να μην περιμένετε Πόλεμους των Άστρων. Προσωπικά πάντως πρόκειται για ταινία που εκτιμώ πολύ.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 02, 2010

ΣΤΟΥΣ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΥΣ ΤΟΥ "INCEPTION"


Με το "Inception" του 2010 ο Christopher Nolan επιβεβαιώνει ότι είναι από τους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους σκηνοθέτες. Αυτή τη φορά βουτά στην καρδιά του κυβερνοπάνκ, όπως τουλάχιστον το επινόησε ο William Gibson, μόνο που τη θέση των υπολογιστών παίρνουν εδώ τα όνειρα. Από την άλλη η διφορούμενη / αμφισβητήσιμη φύση της πραγματικότητας, που πάνω σ' αυτή χτίζεται όλο το σενάριο, χρωστά πολλά στον Philip Dick. Όλα αυτά βέβαια ντύνονται με ένα εξαιρετικά εντυπωσιακό περιτύλιγμα, με ιλιγγιώδη εφφέ, δυνατές εικόνες και μπόλικα κυνηγητά και, γενικότερα, δράση.
Οι ριψοκίνδυνοι "Συλλέκτες" της ταινίας εισχωρούν στα όνειρα των στόχων τους - άρα και στο υποσυνείδητό τους - για να αποσπάσουν μυστικά και πολύτιμες πληροφορίες. Και εκεί αντιμετωπίζουν και πλήθος κινδύνων από τις άμυνες που δημιουργεί το υποσυνείδητο όταν νοιώθει ότι παραβιάζεται. Όλα αυτά συνυπάρχουν με μια αφήγηση που κυλά σε τρία επίπεδα, με διαφορετικές ταχύτητες στο καθένα, κάνοντας τα πράγματα αρκετά πολύπλοκα. Έτσι, ψυχανάλυση, προσωπικά τραύματα και φαντάσματα, αναμνήσεις και φαντασία και πολλά άλλα μπερδεύονται κάνοντας αρκετούς θεατές να χαθούν κάπως στη δαιδαλώδη και πολυεπίπεδη αφήγηση.
Γενικά, παρά το προφανώς εντυπωσικό οπτικό μέρος και το πλήθος ιδεών με μεγάλο ενδιαφέρον, βρήκα το φιλμ κάπως βαρυφορτωμένο και, ίσως, υπέρ το δέον πολύπλοκο. Γενικά είχα την αίσθηση πληθώρας ιδεών που δεν αναπτύσσονται όσο πρέπει, που κάθε μια τους θα μπορούσε ίσως να αποτελεί θέμα άλλης, αυτόνομης ταινίας. Την ίδια αίσθηση την είχα και στο προηγούμενο φιλμ του Nolan, το θαυμάσιο "Dark Knight". Κι αν θυμηθούμε και την προϊστορία του σε ταινίες όπως το "Memento" ή το "Prestige", έ, έχω την αίσθηση ότι ο Νόλαν δίχως πολυπλοκότητα δεν μπορεί. Ας προσέξει όμως να τιθασεύσει την οργιαστική του φαντασία, γιατί πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος του αχταρμά (που μέχρι στιγμής έχει αποφύγει, παρά τις συχνά ανολοκλήρωτες υποπλοκές).
Θα μπορούσα να γκρινιάξω λίγο και για τα πολλά κυνηγητά, πιστολίδια και κλωτσοπατινάδες, που θα μπορούσαν να είναι λιγότερες όταν έχουμε να κάνουμε με σοβαρά και άκρως ενδιαφέροντα θέματα όπως εδώ. Τι να κάνουμε όμως; Αφού αυτά είναι απαραίτητα στοιχεία της εμπορικής επιτυχίας; Και, βέβαια, το "Inception" τον στόχο αυτόν τον πέτυχε απόλυτα.
Ο Ντι Κάπριο, από την άλλη, παίζει ένα ρόλο που μοιάζει πολύ με τον αμέσως προηγούμενό του, στο "Shutter Island" του Σκορσέζε. Αμφότερους πάντως τους βρήκα πολύ καλούς.
Γενικά το βρήκα χορταστικό, πολύ ενδιαφέρον... και κάπως βαρυφορτωμένο. Μακάρι όμως να κάνουν τόσο μεγάλη επιτυχία τόσο ενδιαφέρουσες ταινίες.

eXTReMe Tracker