Σάββατο, Νοεμβρίου 28, 2009

ΟΙ ΣΥΜΠΑΘΕΣΤΑΤΟΙ MICMACS ΚΑΙ Ο ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟΣ ΖΕΝΕ


Είναι ενδιαφέρουσα σύμπτωση το ότι έτυχε να συμπέσουν στα σινεμά οι πρόσφατες ταινίες δύο από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες της εποχής μας: Του Terry Gilliam και του Jean-Pierre Jeunet. Το "Micmacs. Μικροαπατεώνες στα δύσκολα" (ηλίθιος ελληνικός τίτλος. Ο γαλλικός - που δεν ξέρω τι σημαίνει - είναι Micmacs a Tire-Larigot) του τελευταίου, έχει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του δημιουργού του: Τα κιτρινωπά χρώματα, τον ρομαντισμό, τη ζεστασιά, το χιούμορ, τα ευφάνταστα, "κατασκευασμένα" περιβάλλοντα, μια παράξενη, παλιομοδίτικη αίσθηση, τους παράδοξους, losers αλλά τόσο αγαπητούς χαρακτήρες, την αγάπη του στο χειροποίητο και όχι στο "ψυχρό και απάνθρωπο" hightech και έναν διάχυτο, γλυκό σουρεαλισμό. Γενικά, αναγνωρίζεις από την πρώτη στιγμή ότι βρίσκεσαι σε μια ταινία του Ζενέ.
Εδώ μια ομάδα από παρίες που ζουν μαζί, σαν οικογένεια, σε ένα απίστευτο καταφύγιο φτιαγμένο αποκλειστικά πό ό,τι βρίσκουν στα σκουπίδια (όλα τα λεφτά το απίθανο αυτό σπίτι - καταφύγιο), τα βάζει με δύο ανταγωνιστές μεγολοκαρχαρίες βιομήχανους όπλων, ανθρώπων δηλαδή που "βοηθούν" στο θάνατο χιλιάδων άλλων ανθρώπων με σκοπό το κέρδος. Οι συμπαθέστατοι κλοσάρ με τις εξαιρετικά ευφάνταστες, χειροποίητες κατασκευές τους (πάντοτε από σκουπίδια), αχρηστεύουν με απροσδόκητους τρόπους τα high tech "αμυντικά τείχη" των κακών με σκοπό την εκδίκηση όσων έχουν χάσει τα πάντα εξ αιτίας τους.
Απολαυστικό, αστείο, ευφάνταστο και, όπως πάντα στον Ζενέ, απόλυτα feelgood, το φιλμ κυλά ευχάριστα και στο τέλος νομίζω ότι οι περισσότεροι θα βγουν με χαμόγελο. Ίσως όχι τόσο πλατύ όσο όταν έβγαιναν από την "Αμελί", αλλά πάντως χαμόγελο. Φυσικά ο Ζενέ αφηγείται ένα σύγχρονο παραμύθι, γι' αυτό και είναι εμφανείς οι αφέλειες και οι απιθανότητες στην πλοκή και σε όσα συμβαίνουν γενικότερα. Με άλλα λόγια όσα βλέπουμε στην οθόνη δεν γίνονται με τίποτα στην αληθινή ζωή, κι αυτό ισχύει τόσο για τη γενικότερη σύλληψη όσο και για πάμπολλες μεμονωμένες σκηνές και λεπτομέρειες. Όλα παραπέμπουν σε καρτούν (ηθελημένα φυσικά). Οι δε χαρακτήρες - των κακών ιδιαίτερα - είναι εντελώς μονοδιάστατοι, αλλά ούτως ή άλλως άλλοι είναι οι στόχοι του δημιουργού τους.
Το άλλο πρόβλημα είναι ότι ο Ζενέ επαναλαμβάνεται. Αυτό το αναγνωρίσιμο που λέγαμε στην αρχή, τόσο σαν εικόνα όσο και σαν γενικότερη ατμόσφαιρα, οφείλεται στην μίμηση (μανιερίστικη θα έλεγανν πολλοί) του στιλ των προηγούμενων ταινιών του. Γι' αυτό και το Αθηνόραμα, πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου, παρατηρεί ότι βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα στο "Delicatessen" και την "Αμελί". Αυτή η αναμφισβήτηση επανάληψη ίσως κουράσει αρκετούς ("κάπου το έχουμε ξαναδεί αυτό"), από την άλλη όμως θα ικανοποιήσει τους φανατικούς οπαδούς του, που ίσως να μη χορταίνουν τις επινοήσεις του, όσες φορές κι αν τις δουν. Και σ' αυτό βέβαια συντελεί και η βιρτουάζικη, πρωτότυπη σκηνοθεσία.
Και για να γυρίσουμε στην αρχική συγκυρία: Οι δύο παραμυθάδες επαναλαμβάνονται. Είναι σα να κάνουν με σιγουριά αυτό που ξέρουν καλά, αυτό που έκαναν πάντα. Αν συγκρίνουμε όμως τις ταινίες τους του 2009, η γνώμη μου είναι ότι ο Ζενέ έκανε καλύτερη ταινία από τον Γκίλιαμ, παρά τα προβλήματα αμφοτέρων. Αντιρρήσεις δεκτές.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 27, 2009

Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΟΡΓΙΑΖΕΙ ΣΤΟ DR PARNASSUS, ΑΛΛΑ...


Να λοιπόν που ο Terry Gilliam, ένας από τους αγαπημένους μου παραμυθάδες, με απόλυτα οργιαστική φαντσία, φαίνεται ότι πια έχει χάσει τη μαγεία του. Από την άλλη βέβαια, αυτός ο σχεδόν παραισθητικός σκηνοθέτης είναι και φοβερά άτυχος: Μετά από μια σειρά ατυχιών σε προηγούμενες ταινίες του, να τώρα που στα μισά των γυρισμάτων του μεγαλεπήβολου "The Imaginarium of Doctor Parnassus" πεθαίνει ο πρωταγωνιστής Χιθ Λέτζερ. Έτσι αναγκάζεται να ολοκληρώσει την ταινία με 3 άλλα μεγάλα ονόματα στον ίδιο ρόλο: Τζόνι Ντεπ, Κόλιν Φαρέλ, Τζουντ Λο. Δικαιολογείται κάπως αυτό σεναριακά, αλλά όπως και να το κάνουμε, κάπου το όλο πράγμα μπερδεύεται με 4 ηθοποιούς να ενσαρκώνουν τον ίδιο ήρωα, χάνει τη συνοχή του.
Πέραν αυτών όμως: Ο Dr Parnassus διαθέτει ακόμα σε αρκετά σημεία την κυριολεκτικά οργιαστική, μπαρόκ φαντασία του δημιουργού του. Υπάρχουν σκηνές αληθινής απογείωσης, όπου πραγματιά μπαίνουμε σε απίστευτους κόσμους και όπου το θέαμα αποζημειώνει. Υπάρχει επίσης αυτός ο ρομαντισμός, η αθωότητα (μέχρι αφέλειας μερικες φορές) που διακρίνει όλες σχεδόν τις ταινίες του Γκίλιαμ και, τελικά, τις κάνει γοητευτικές. Αυτές είναι οι αρετές. Το μεγάλο πρόβλημα όμως κατά τη γνώμη μου είναι ότι το φιλμ στερείται αφηγηματικού ρυθμού, σαφήνειας, νεύρου. Για να το πω πιο απλά, νομίζω ότι σε αρκετά σημεία "κάνει κοιλιές" και τελικά, προσωπικά τουλάχιστον, μάλλον με κούρασε.
Το θέμα είναι απόλυτα ταιριαστό στο κλίμα του Γκίλιαμ: Μια παραλλαγή στο θέμα του Φάουστ, με την τραγικότητα που το διακρίνει, αλλά και το χιούμορ του σκηνοθέτη. Αλλά νομίζω ότι το πολύπλοκο, μεγαλόστομο και με κάποια κενά σενάριο, μπαρόκ κι αυτό σαν την αισθητική του φιλμ, συνολικά δεν δένει, είναι πλαδαρό. Έτσι το συνολικό αποτέλεσμα φοβάμαι ότι με απογοήτευσε. Να λοιπόν που το καθηλωτικό μερικές φορές θέαμα δεν φτάνει... Κρίμα γιατί, το έχω ξαναπεί, ο Γκίλιαμ έχει κάνει ταινίες που πραγματικά αγαπώ.
ΥΓ: Υπάρχουν στιγμές που η οργιαστική φαντασία του σκηνοθέτη μου θύμισε εικόνες από την περίφημη τηλεοπτική σειρά των Monty Python "Flying Circus" (τέλη 60ς - αρχές 70ς), απ' όπου ξεκίνησε ο Γκίλιαμ και στην οποία έκανε τα ευφάνταστα κινούμενα σχέδια. Ε, όσο νά' ναι, σαν λάτρη της σειράς, αυτό το στοιχείο με συγκίνησε.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 25, 2009

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΟ CHUNGKING EXPRESS


Μία από τις πρώτες ταινίες που έκαναν γνωστό στη Δύση το κινέζο (κάτοικο Χονγκ Κονγκ) Wong Kar-Wai ήταν το Chungking Express (Chung Hing sam lam) του 1994. Στο οποίο ο σκηνοθέτης αυτός με την ξεχωριστή ματιά έχει ήδη βρει τον δρόμο του και διαθέτει όλα τα στοιχεία που τον έκαναν σημαντικό.
Τον Kar-Wai τον ενδιαφέρει πάνω απ' όλα το θέμα του έρωτα. Ασχολείται πάντοτε με ερωτικές σχέσεις, ενεργές ή τελειωμένες. Με πόσο δικό του τρόπο όμως ασχολείται μ' αυτό το τόσο συνηθισμένο θέμα! Στην συγκεκριμένη ταινία αφηγείται τις ερωτικές ιστορίες δύο μπάτσων, που, δίχως να γνωρίζονται, συχνάζουν στο ίδιο εστιατόριο (κάτι μεταξύ φαστ-φουντ και "βρώμικου" για τα δικά μας δεδομένα, που είναι όμως τα βασικά μέρη φαγητού για την Ανατολή). Η ιστορία του ενός έχει τελειώσει κι αυτός περνά μία μελαγχολική φάση, του άλλου ετοιμάζεται να ξεκινήσει.
Τρυφερότητα, ρομαντισμός θα έλεγα, ευαισθησία και μια προσωπική ματιά κάνουν τόσο γοητευτικό το φιλμ. Οι αφήγηση είναι συχνά ελλειπτική, το μοντάζ γρήγορο και παράδοξο, οι ρυθμοί άλλοτε επιταχύνονται άλλοτε χαμηλώνουν. Αυτό όμως που θεωρώ πολύ ιδιαίτερο στην ταινία (και στις υπόλοιπες του δημιουργού αυτού) είναι η εικόνα του. Η αγάπη για τους πολύχρωμους, τεχνητούς, νυχτερινούς φωτισμούς είναι ήδη από εδώ (τρίτη μόλις ταινία του) κάτι παραπάνω από φανερή. Τα χρώματα είναι έντονα, η όλη εικόνα ιμπρεσιονιστική, απόλυτα ταιριαστή με το στιλ αφήγησης. Μερικές απ' τις εικόνες είναι πανέμορφες. Τα νυχτερινά πλάνα κυριαρχούν (τι λέω, αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία. Δεν θυμάμαι καν αν υπάρχουν ημερήσια). Η πόλη, ασφυκτική, βρώμικη, εξωραϊζεται θαρρείς από τη ματιά του Kar-Wai. Σπάνια σε ταινία έχω δει τέτοια απόλυτη κυριαρχία της νυχτερινής πόλης. Ακόμα και η βία δίνεται στιλιζαρισμένα, κομψά. Η μουσική, γνωστά δυτικά κομάτια κυρίως με βασικό και επαναλαμβανόμενο το California Dreamer των Mamas and the Papas, προσθέτει κι αυτή τη χαρακτηριστική της πινελιά.
Μην περιμένετε να παρακολουθήσετε μια ιστορία που "κόβει την ανάσα", με κορυφώσεις, ανατροπές και τα σχετικά. Τίποτα τέτοιο. Είναι η κομψότητα, η ευαισθησία, το προσωπικό στιλ που γοητεύουν. Μοντέρνο σινεμά, που διατηρεί αμείωτη κατά τη γνώμη μου τη φρεσκάδα του, απευθύνεται κυρίως σε σινεφίλ, αλλά νομίζω ότι πιθανόν να γοητεύσει και άλλους.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 23, 2009

ΤΟ 1984 ΚΑΙ ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ


Ο Τζορτζ Όργουελ έγραψε το συγκλονιστικό "1984" το 1948. Αντέστρεψε δηλαδή τα δύο τελευταία νούμερα του έτους. Το 1984, όπως ήταν φυσικό, έγινε και η πιο αξιόλογη προσπάθεια μεταφοράς του εφιαλτικού αυτού βιβλίου στην οθόνη. Αγγλική παραγωγή του Michael Radford, αποτελεί και το κύκνειο άσμα του Ρίτσαρντ Μπάρτον, που πέθανε λίγο μετά.
Αν πρέπει να χαρακτηρίσω με μια λέξη την ταινία, η λέξη αυτή θα ήταν "ζοφερή". Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, εφόσον το φιλμ παραμένει πιστό στο γράμμα και στο πνεύμα του βιβλίου. Φυσικά ο Όργουελ, αριστερός ο ίδιος, έκανε μια αλληγορία του σοβιετικού μοντέλου και ιδιαίτερα του σταλινισμού, που την εποχή αυτή (το 1948 εννοώ) βρισκόταν εν πλήρει ισχύ. Ωστόσο το βιβλίο και η ταινία λειτουργούν πολύ γενικότερα, δίνοντάς μας μια εφιαλτική περιγραφή του ολοκληρωτισμού στην πιο απόλυτη και ακραία του μορφή.
Η ταινία δίνει πολύ παραστατικά το κλίμα. Το μίζερο, στερημένο από κάθε ομορφιά περιβάλλον, τα πανταχού παρόντα ερείπια ενός αέναα συνεχιζόμενου πολέμου (ή υποτιθέμενου πολέμου), η συνεχής καταπίεση, η πλύση εγκεφάλων, οι άνθρωποι ως απόλυτα απρόσωπη μάζα, δίχως απολύτως τίποτα προσωπικό, η κυρίαρχη ομοιομορφία στα σπίτια, στα ρούχα, παντού, η απόλυτη απαγόρευση κάθε ηδονής, ακόμα και του οργασμού και κυρίως οι πανταχού παρούσες οθόνες που λειτουργούν και σαν κάμερες με την κυρίαρχη μορφή του διαβόητου "Μεγάλου Αδελφού", όλα λειτουργούν άψογα στη δημιουργία του ασφυκτικού και ζοφερού κλίματος που αναφέραμε στην αρχή.
Γενικότερα όμως η ταινία (και το βιβλίο φυσικά) προχωρούν ένα βήμα παραπάνω στη διερεύνηση του απόλυτου ολοκληρωτισμού. Στόχος του στυγνού καθεστώτος δεν είναι απλώς να υποτάξει, να κυριαρχήσει με τον φόβο. Στόχος του είναι να κάνει τους απρόσωπους υπηκόους του να πιστεύουν απόλυτα σ' αυτό, ακόμα περισσότερο, να το αγαπούν βαθιά. Το όνειρο δηλαδή κάθε δικτάτορα. Η αντικειμενικότητα, η αλήθεια, παύουν να υπάρχουν. Τη θέση τους παίρνει η αλήθεια του κόμματος, που μπορεί να αλλάζει από μέρα σε μέρα κατά βούληση (τη βούληση του κόμματος φυσικά). Γι' αυτό η ιστορία παραχαράσσεται καθημερινά. Γι' αυτό οι επίσημες ειδήσεις της κάθε μέρας βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις χτεσινές ή τις προσχτεσινές. Ο τέλειος έλεγχος οφείλει να εξαλείψει τη μνήμη. Ή μάλλον να την κάνει εύπλαστη. Κοινώς, η άνθρωποι δεν έχουν πια ατομικές μνήμες, αλλά τη μνήμη που το καθεστώς επιθυμεί.
Τι απ' αυτά συμβαίνει σήμερα; Πόσο αληθινό είναι το ζοφερό οργουελιανό όραμα; Φυσικά ή εξωτερική εικόνα δεν μοιάζει καθόλου. Παρά τη συγκεκριμένη οικονομική κρίση, μπορούμε σε γενικές γραμμές να μιλάμε για ευμάρεια και όχι για ανέχεια, όπως στο 1984. Ωστόσο το ανατριχιαστικό είναι ότι σήμερα η δυνατότητα πραγματοποίησης όσων περιγράφονται στο φιλμ, που τότε αποτελούσαν καθαρή επιστημονική φαντασία - κυρίως της απόλυτης παρακολούθησης των πάντων - υπάρχει χάρη στην αλματώδη τεχνολογική ανάπτυξη. Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το πού μπορεί να οδηγήσει αυτό. Θα δούμε.
Μίλησα πολύ για το βιβλίο βέβαια, πράγμα που δεν συνηθίζω. Νομίζω όμως ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται, αφού, όπως είπα, η ταινία έχει κατά τη γνώμη μου πιάσει απόλυτα το πνεύμα του βιβλίου. Και επί πλέον, Ρίτσαρντ Μπάρτον και Τζον Χαρτ είναι εξαιρετικοί. Οπότε νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να δει κανείς το φιλμ. Παρά το ότι στο τέλος θα νοιώθει σα να έχει φάει μια γερή γροθιά στο στομάχι...

Κυριακή, Νοεμβρίου 22, 2009

ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΑ ΤΡΕΝΑ ΝΑ ΠΕΡΝΟΥΝ


Στα μέσα της δεκαετίας του 60 ο τσέχικος κινηματογράφος γνωρίζει μια εκπληκτική άνθηση, που αποτελεί βέβαια μέρος της όλης πολιτικής και πνευματικής άνθησης που έγινε γνωστή σαν "Άνοιξη της Πράγας". Όλο αυτό το ευφορικό κλίμα πνίγηκε βίαια κάτω από τις ερπύστριες των σοβιετικών τανκς, που εισέβαλλαν στην Τσεχοσλοβακία το 1968. Μέχρι τότε όμως είχαμε απολαύσει τουλάχιστον ορισμένες πολύ καλές ταινίες.
"Ο Άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν" (Closely observed trains στα αγγλικά, Ostre sledované vlaky στα τσέχικα) είναι μια αρχετυπική ταινία της εποχής. Γυρίστηκε από τον Jiri Menzel το 1966, είναι ασπρόμαυρη, διασκεδαστική και πικρή μαζί. Σάτιρα της γραφειοκρατίας και της τσέχικης ιδιοσυγκρασίας, απομυθοποίηση κάποιων συμβόλων, καταγραφή των πρώτων εφηβικών ερωτικών σκιρτημάτων και λίγο αντιναζιστική ιστορία, είναι μερικά από τα βασικά της στοιχεία. Και περιέχει και μια τολμηρή για την εποχή σκηνή, με το σφράγισμα των οπισθίων μιας όμορφης δεσποινίδας με τις επίσημες σφραγίδες του σταθμού (και του κράτους), που φυσικά αποτελεί και μια θαυμάσια "αποκαθήλωση" κάποιων ιερών και οσίων.
Ένας έφηβος διορίζεται σε επαρχιακό σιδηροδρομικό σταθμό την εποχή της ναζιστικής κατοχής της Τσεχοσλοβακίας. Επί κεφαλής ένας αβάσταχτα γραφεικράτης και μεγαλόσχημος διευθυντής, δεύτερος τη τάξει ένας αθεράπευτα γυναικάς υπάλληλος. Και πού και πού δέχονται και τις επισκέψεις του παπαρολόγου ναζιστή επιθεωρητή. Ουσιαστικά ελάχιστα πράγματα έχουν να κάνουν εκεί. Έτσι, ο χρόνος που κυλά αργά, οι μεταξύ τους σχέσεις, οι πρώτοι έρωτες του ήρωα (και η αποτυχία του να "φανεί άντρας") δίνονται με χαμηλότονο χιούμορ και ειρωνική διάθεση. Ίσως στην αρχή σας φανεί κάπως αργό, σύντομα όμως πιστεύω ότι μπαίνει κανείς στο κλίμα και τότε η ταινία τον κερδίζει απόλυτα, έως την τελική δραματική κατάληξη.
Νομίζω ότι το φιλμ διατηρεί μέχρι σήμερα τη φρεσκάδα του και γίνεται ένα ντοκουμέντο μιας εποχής που επιχείρησε να ξεφύγει από ένα ασφυκτικό κλίμα και απέτυχε τραγικά, αφού κατέληξε σε άλλα 20 χρόνια καταπίεσης. Αξίζει πάντως να το δει κανείς (μαζί και με αρκετές άλλες τσέχικες ταινίες της εποχής) και σαν απόδειξη ότι κάτω από τη σοβιετική πνευματική δικτατορία, στις χώρες του τότε ανατολικού μπλογκ δεν γυρίζονταν μόνο μονόπλευρα φιλμ σοσιαλιστικού ρεαλισμού με ηρωικούς εργάτες και κακούς κεφαλαιοκράτες. Αντίθετα, υπήρξαν πολλές χαραμάδες φωτός και καθαρού αέρα (και στην Πολωνία και στη Γιουγκοσλαβία μεταξύ άλλων). Το "Closely observed trains" είναι από τα καλύτερα δείγματα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 21, 2009

WELCOME; ΜΑΛΛΟΝ ΟΧΙ...


Ξέρετε ότι στη Γαλλία είναι παράνομο και ποινικά κολάσιμο να βοηθήσεις λαθρομετανάστη; Ότι μπορεί να φας έως και 5 χρόνια φυλακή; Κι ότι πολλοί άνθρωποι έχουν ήδη καταδικαστεί γι' αυτό τους το "έγκλημα"; Αυτή την άγνωστη (σε μένα τουλάχιστον) απαράδεκτη πτυχή του νόμου εξετάζει το "Welcome" (εννοείται ότι ο τίτλος είναι ειρωνικός) του γάλλου Philippe Lioret. Αλλά και το καυτό και επίκαιρο πρόβλημα των λαθρομεταναστών γενικότερα.
Ένας νεαρός Κούρδος από το Ιράκ διανύει με τα πόδια χιλιάδες χιλιόμετρα και βρίσκεται τελικά στη Γαλλία - αφού βασανιστεί από τούρκους στρατιώτες. Μοναδική ώθηση για όλη αυτή την οδύσσεια, το πάθος του για την αγαπημένη του, που ζει νόμιμα στο Λονδίνο. Όλα αυτά τα μαθαίνουμε μετά. Το φιλμ ξεκινά όταν διαπιστώνει ότι είναι αδύνατο να διασχίσει τη Μάγχη και να πάει απέναντι. Τα μέτρα εδώ είναι ιδιαίτερα αυστηρά. Και τότε, με τη βοήθεια ενός γάλλου προπονητή κολύμβησης, αποφασίζει να τη διασχίσει κολυμπώντας.
Παρακολούθησα την ταινία με ενδιαφέρον, παρά το ότι νομίζω ότι κάπου - κάπου γίνεται μελό. Και θεωρώ επίσης ότι οι θυσίες του αδιάφορου μέχρι τότε για το μεγάλο αυτό πρόβλημα προπονητή είναι μάλλον υπερβολικές. Ωστόσο δεν την θεωρώ καθόλου κακή. Πιάνει το πρόβλημα από πολλές πλευρές, γίνεται σε αρκετά σημεία υγιώς συγκινητική και, κυρίως, μιλά για κάτι που πολλοί αποκρύπτουν ή προτιμούν να ξεχάσουν, ενώ άλλοι αγνοούν. Ρεαλιστικό, καλογυρισμένο, νομίζω ότι τελικά δίνει αρκετή τροφή για σκέψη και προβληματισμούς. Και μπλέκει έξυπνα την ιστορία του μικρού κούρδου με τα προσωπικά προβλήματα του γάλλου (που, ως ένα βαθμό, δικαιολογούν την ηρωική συμπεριφορά του).
Παρά τις αρετές αυτές πάντως, πιστεύω ότι το βασικό θετικό στοιχείο της ταινίας είναι το "ντοκιμαντερίστικο". Αυτό δηλαδή που θέτει το πρόβλημα και παρακολουθεί τις συμπεριφορές ντόπιων και ξένων απέναντι σ' αυτό. Διάβολε, γείτονες καταγγέλουν γείτονες επειδή φιλοξενούν λαθρομετανάστες, μπάτσοι εισβάλλουν σε σπίτια ντόπιων για να πιάσουν επ' αυτοφόρω ξένους να μένουν εκεί, σούπερ μάρκετ και λουτρά αρνούνται να τους δεχτούν ακόμα κι αν μπορούν να πληρώσουν, άνθρωποι καταδικάζονται κανονικά επειδή βοήθησαν ξένους... Αν αυτό δεν είναι υποβάθμιση κάθε ένοιας ανθρωπιάς, τότε τι είναι; Φυσικά το πρόβλημα της παράνομης μετανάστευσης είναι μεγάλο και οι τοπικές δυτικές κοινωνίες δυσκολεύονται πολύ να αφομοιώσουν τους εξαθλιωμένους τριτοκοσμικούς που φτάνουν αθρόα. Αλλά αρνούμαι να δεχτώ την άγρια αυτή ποινικοποίηση αν λύση. Αν θέλουν πραγματικά να εξαλείψουν το φαινόμενο οι δυτικές κοινωνίες, ας κόψουν το κεφάλι τους κι ας ανεβάσουν συνολικά το επίπεδο συνθηκών διαβίωσης στον Τρίτο Κόσμο (στο μισό περίπου πλανήτη δηλαδή). Ας βρουν λεφτά παράγοντας λιγότερα όπλα ή καταναλώνοντας λιγότερο, δεν ξέρω. Στο κάτω - κάτω κατά ένα μεγάλο μέρος είναι υπεύθυνες για την αθλιότητα που επικρατεί στις χώρες αυτές.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 20, 2009

ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ ΙΠΠΟΤΕΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ


Μετά την παταγώδη εμπορική αποτυχία των "Περπετειών του Βαρώνου Μιγχάουζεν" (που για μένα παραμένει από τις αγαπημένες μου ταινίες), ο μεγαλεπήβολος Terry Gilliam αναγκάζεται να δουλέψει με πολύ μικρότερο προϋπολογισμό. Έτσι το 1991 φτιάχνει το "Fisher King" (Ο βασιλιάς της μοναξιάς), δίνοντας την προσωπική του αμίμητη εκδοχή για τον "ρεαλισμό".
Ο Γκίλιαμ είναι δηλωμένα ενάντια στον ρεαλισμό. Λατρεύει το φαντασικό στοιχείο, το παραμύθι, το θαυμαστό, την αχαλίνωτη φαντασία. Όταν λοιπόν αναγκάζεται να κάνει μια ταινία με "κανονικούς", σύγχρονους ήρωες που ζουν στη σύγχρονη Νέα Υόρκη, κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: Τη μεταμορφώνει σε παραμύθι. Ένα παραμύθι που διαδραματίζεται ανάμεσα σε ουρανοξύστες, γιάπιδες, άστεγους, αυτοκίνητα, ραδιοφωνικούς σταθμούς και στο Central Park.
Ο ημίτρελος, άστεγος Ρόμπιν Ουίλιαμς και ο πανίσχυρος, αλαζόνας (αρχικά τουλάχιστον) Τζεφ Μπρίτζες αποτελούν ιδανικούς ερμηνευτές σαν ένα από τα πιο ιδιόρυθμα "ζευγάρια" της οθόνης, καθώς η πλήρως αταίριαστη τυχαία συνάντησή τους μεταμορφώνεται βαθμιαία σε βαθιά φιλία. Η αστείρευτη ανάγκη του Γκίλιαμ για το φανταστικό δίνει το παρόν στις φοβερές εμφανίσεις του "Κόκκινου Ιππότη" που κυνηγά τον τρελό Ουίλαμς στους εφιάλτες του, όταν μερικές φορές αυτός ξαναέρχεται σε επαφή με την πραγματικότητα (ναι, το εφιαλτικό, φανταστικό στοιχείο εισβάλλει όταν ο ήρωας ξεφεύγει από τον μόνιμα φανταστικό κόσμο του). Και εδώ, νομίζω, βρίσκεται κρυμμένο το βασικό μήνυμα του δημιουργού, που, με απλά λόγια, συνοψίζεται στο λαϊκό "ασ' τον τρελό στην τρέλα του": Αφού η πραγματικότητα πληγώνει τόσο, τι το κακό έχει η καταφυγή στη φαντασία; Γιατί να μη κυνηγάμε το Ιερό Δισκοπότηρο στη σύγχρονη, αγχωτική μεγαλούπολη; Πράγμα που εδώ δεν αποτελεί φυγή προς τη φαντασία, αλλά φάρμακο, λύτρωση από μια πεζή, σκληρή και άχρωμη πραγματικότητα που μόνο τραύματα μπορεί να δημιουργεί. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι σύγχρονοι άνθρωποι παρουσιάζονται ομοιόμορφοι, με πανομοιότυπα γκρίζα κοστούμια, σα ρέπλικες.
Πέραν όλων αυτών η ταινία είναι μία από τις πλέον feel good που έγιναν ποτέ. Ίσως υπερβολικά συναισθηματική πού και πού, ενίοτε και αφελής, αλλά νομίζω ότι όλα αυτά είναι ηθελημένα. Είπαμε: Ο Γκίλιαμ μεταμορφώνει την καθημερινότητα σε παραμύθι, οπότε ακολουθεί και τις συμβάσεις του, μια από τις οποίες είναι και η ύπαρξη θαυμάτων. Αν το δεχτούμε απ' την αρχή αυτό δεν μπορούμε παρά να απολαύσουμε το Fisher King. Που, επί πλέον, είναι και ένας ύμνος στη διαφορετικότητα, όχι μόνο λόγω του χαρακτήρα του Ουίλιαμς, αλλά και της απίθανης, φευγάτης φιγούρας της Αμάντα Πλάμερ. Και διαθέτει και μια σκηνή ανθολογίας: Αυτή του χορού στο σταθμό του μετρό.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 18, 2009

2012: ΤΟ ΘΕΑΜΑ ΠΛΟΥΣΙΟ, ΟΛΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΥΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ


Φυσικά ο Roland Emmerich έκανε μια ακόμα ταινία καταστροφής (αναρωτιέμαι αν ξέρει να κάνει και τίποτα άλλο). Φυσικά άρπαξε την ευκαιρία όλου αυτού του ηλίθιου θόρυβου περί "τέλους του κόσμου το 2012" (έχουν και ακριβή ημερομηνία οι προβλέψεις). Σιγά μην άφηναν τα στούντιο τέτοια ευκαιρία δίχως να βγάλουν κέρδη...
Στην ταινία τώρα: Πρώτα τα καλά, ή μάλλον το καλό, γιατί δεν νομίζω ότι διαθέτει οτιδήποτε άλλο. Φυσικά το θέαμα. Που έχει ξεπεράσει μάλλον οποιαδήποτε ταινία καταστροφής έχουμε δει μέχρι τώρα. Ουρανοξύστες πέφτουν, ηφαίστεια εκρήγνυνται, τσουνάμι ξεσπάν, πόλεις ολόκληρες βυθίζονται μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας. Φυσικά ζούμε τον απόλυτο θρίαμβο των εφφέ. Το είπα: Νομίζω ότι εδώ ξεπέρασαν τον εαυτό τους. Έτσι, θέλοντας και μη, χαζεύειες επί σχεδόν τρεις ώρες, και μάλιστα ενίοτε με το στόμα ανοιχτό.
Αυτά. Οτιδήποτε άλλο αφορά το φιλμ βρίσκεται υπό το μηδέν. Ειλικρινά δεν περίμενα να δω τόσα, μα τόσα πολλά συσσωρευμένα κλισέ και μάλιστα από τα πλέον τετριμμένα. Δεν ξέρω από πού να πρωτοαρχίσω. Από τα αεροπλάνα, τα αυτοκίνητα ή οπουδήποτε τέλος πάντων επιβαίνουν οι πρωταγωνιστές, που γλιτώνουν πάντα, μα πάντα, στο παρά τρίχα, ενώ πίσω τους, σε απόσταση ενός μέτρου, όλα καταποντίζονται; Τον άσχετο πιλότο (έχει παρακολουθήσει μόνο μερικά μαθήματα), που κάνει απίστευτες ταρζανιές και γλυτώνει; Την εμμονή των αμερικάνων με την οικογένεια, που πρέπει ντε και καλά να μείνει ενωμένη (και φυσικά θα μείνει κι ας καταστραφεί ολόκληρος ο κόσμος); Α, εδώ έχουμε και τα κακά του διαζυγίου, αλλά η πρώτη (βλέπε νόμιμη) αγάπη πάντοτε θριαμβεύει. Τον (μαύρο) πρόεδρο της Αμερικής, που είναι ο πιο καλός άνθρωπος που έχετε δει ποτέ, που θυσιάζεται άνευ κανενός λόγου κατά τη γνώμη μου (ίσως για να μείνει μέχρι τέλους με τους... υπαλλήλους του Λευκού Οίκου!!!); Φυσικά την παγκόσμια συνεργασία, που την τελευταία στιγμή, μπροστά στον υπέρτατο κίνδυνο, λειτουργεί άψογα; Ή μήπως τους ρώσους (μοιχούς και μη), που, καλού - κακού, χάνονται όλοι; Και πολλά πολλά άλλα, που δεν θυμάμαι πια. Όλα τα λεφτά για μένα πάντως ήταν η ατάκα της κόρης του προέδρου των ΗΠΑ, η οποία, σε μια στιγμή που διακυβεύονται τα πάντα και παίζεται το αν θα ανοίξουν κάποιες πόρτες για να σωθούν εκατοντάδες άνθρωποι που έχουν μείνει απ' έξω (πιθανόν με τίμημα τον χαμό του ίδιου του σκάφους) λεει: "Πάντως ο πατέρας μου σίγουρα θα άνοιγε τις πόρτες για να τους σώσει". Και έτσι πείθονται και οι άλλοι παγκόσμιοι ηγέτες. Όπως ακριβώς δηλαδή μας έχουν συνηθίσει οι αμερικάνοι πρόεδροι εδώ και δεκαετίες. Αλλοίμονο τώρα μη δεν παίζουν πάντοτε κορώνα - γράμματα τη ζωή τους για να σώσουν αθώους ανθρώπους...
Χαρακτήρισαν το 2012 ένα είδος πορνό, με την έννοια ότι απευθύνεται στην όραση και μόνο του θεατή, περιφρονώντας ουσιαστικά τη νοημοσύνη του. θα συμφωνήσω. Ίσως όμως και να παίζει κάτι χειρότερο εδώ: Τα πορνό δεν προσβάλλουν τη νοημοσύνη σου, διότι απλούστατα, στερούνται "ιστορίας", σεναρίου, οπότε εξ ορισμού απευθύνονται μόνο στο μάτι (και στα σεξουαλικά ένστικτα), πράγμα που όλοι το γνωρίζουν πολύ καλά. Οπότε δεν σε κοροϊδεύουν. Αν όμως αρέσει οτιδήποτε άλλο στο 2012 πλην του πλούσιου θεάματος... μάλλον κάτι δεν παει καλά...

Τρίτη, Νοεμβρίου 17, 2009

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΙΡΑΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ


Το ιρανικό σινεμά κυριάρχησε για πολλά χρόνια σε φεστιβάλ και στις συνειδήσεις των σινεφίλ. Τα τελευταία χρόνια όμως ήταν κάπως πεσμένο - ή, τουλάχιστον, επαναλαμβανόμενο. Η εικόνα αυτή τείνει να αντιστραφεί με το "Τι απέγινε η Έλι" (Darbareye Elly) του Asghar Farhadi. Ο απόλυτος ρεαλισμός, η απεικόνιση της καθημερινότητας, η καταγραφή της φτώχιας και των κοινωνικών προβλημάτων, στα οποία μας είχαν συνηθίσει για χρόνια οι ιρανοί, δίνουν εδώ τη θέση τους σε μια αγχωτική καταγραφή ενός δραματικού ατυχήματος, που σε κάποια σημεία αγγίζει τα όρια του θρίλερ.
Αλλά και το όλο κλίμα είναι διαφορετικό. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια παρέα παλιών συμφοιτητών, άλλοι με οικογένειες κι άλλοι όχι, που νοικιάζουν μια παραθαλάσσια βίλα για ένα τριήμερο για να κάνουν διακοπές. Κάθε φολκλόρ λείπει από το φιλμ. Η παρέα δρα όπως ακριβώς θα κάναμε κι εμείς. Θάλασσα, παιχνίδια (παντομίμα μάλιστα), πλάκες, κινητά και βόλτες με τα αυτοκίνητα. Οι γυναίκες φοράνε βέβαια μαντίλα, αλλά κατά τα άλλα δεν θυμίζουν καθόλου καταπιεσμένες τριτοκοσμικές συζύγους. Όλα αυτά με μια πρώτη ματιά βέβαια. Όταν μια κοπέλα εξαφανίζεται η χαλάρωση και το κλίμα διακοπών τινάζονται στον αέρα, οι συμπεριφορές αλλάζουν, κάποια πέπλα πέφτουν και μια αγχωτική διαδικασία αρχίζει.
Αν εξαιρέσει κανείς την κάπως μακριά αρχή, με την καθημερινότητα, την άφιξη, τις πλάκες, τα παιχνίδια, που με κούρασε λίγο (αν και χρειαζόταν για να προετοιμάσει το κλίμα - ή μάλλον την ανατροπή του), η υπόλοιπη ταινία με κράτησε απόλυτα, καθώς η κατάσταση περιπλεκόταν όλο και περσσότερο. Μην περιμένετε όμως σεναριακές ανατροπές και συγκλονιστικές αποκαλύψεις για το τι συνέβει. Όλα είναι απλά, καθημερινά, θα μπορούσαν να έχουν συμβεί οπουδήποτε. Η αυξανόμενη αγωνία όμως υπάρχει και με το παραπάνω. Α, και να μην το ξεχάσω: Φοβερές ηθοποιίες απ' όλους. Ακόμα και από τα μικρά παιδιά (στα οποία έχει παράδοση το σινεμά της χώρας αυτής)!
Και εδώ έρχονται και κάποιες σκέψεις για την διαφορά των κοινωνιών αυτών από τις δικές μας: Δεν μπορώ να σας αποκαλύψω λεπτομέρειες, θα ήταν spoiler, πλην όμως όλα όσα συμβαίνουν στο τελευταίο τρίτο του φιλμ δύσκολα θα συνέβαιναν σε μια δυτική κοινωνία. Δεν εννοώ φυσικά τον πανικό, ο άγχος, την αγωνία. Αυτά είναι πανανθρώπινα. Αλλά η δυσκολία να αποκαλύψουν κάτι σε κάποιον (μιλάω με κώδικες, αλλά είπαμε, ο φόβος του spoiler), τα ψέματα που μπερδεύουν την κατάσταση, ο τρόπος αντιμετώπισης, όλα παραπέμπουν σαφώς σε μια κοινωνία όπου πράγματα κοινά για μας παραμένουν ταμπού και όπου, βέβαια, η γυναίκα έχει ελάχιστη ελευθερία σε σχέση με τη δυτική.
Τη βρήκα πάντως καλή ταινία, διαφορετική από τα συνηθισμένα της χώρας αυτής και σκηνοθετημένη με μαεστρία. Θα δούμε στο μέλλον αν πρόκειται για εξαίρεση ή αν μας περιμένει μια ακόμα άνοδος του ιρανικού σινεμά.

Κυριακή, Νοεμβρίου 15, 2009

NEW AGE ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ... ΚΑΤΣΙΚΕΣ


"Οι Άντρες που κοιτούν επίμονα Κατσίκες" (The Men Who Stare at Goats) του Grant Heslov θα μπορούσε να είναι μια πολύ καλή κωμωδία. Και πρωτότυπη ιδέα έχει, και αρκούντως αντιπολεμικό πνεύμα διαθέτει και εξαιρετικό καστ (πότε άλλοτε έχετε δει μαζί Τζορτζ Κλούνει, Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Κέβιν Σπέισι και Τζεφ Μπρίτζες;). Διαθέτει αρκετές πολύ αστείες στιγμές, αλλά συνολικά βγήκα λέγοντας "Μμμμ... συμπαθητικό ήταν". Αυτό μόνο.
Το φιλμ ασχολείται με τις θρυλούμενες έρευνες του αμερικάνικου στρατού (και του ρωσικού παλιότερα) που σχετίζονται με παραψυχολογικά και υπερφυσικά φαινόμενα (φανταστείτε δηλαδή τον Γκέλερ να χρησιμοποείται για στρατιωτικούς σκοπούς). Υποτίθεται ότι έχουν ξεκινήσει από την εποχή του Βιετνάμ και συνεχίζονται στο Ιράκ. Έτσι βρίσκει την ευκαιρία και σάτιρα να κάνει στο όλο New Age φαινόμενο, που ξεκίνησε στις αρχές των 80ς νομίζω, και στον μιλιταρισμό. Είναι όντως αστείο να βλέπεις την μονάδα παραψυχολογικών ερευνών, στρατιώτες και αξιωματικούς δηλαδή ντυμένους με τις στολές τους, να κάνουν γιόγκα, να είναι εμφανώς χίπις με μαλιά και γένεια, να κρατούν λουλούδια, να ευχαριστούν τη Μητέρα Γη και πολλά άλλα τέτοια ευτράπελα. Και γενικά βρίσκω εξαιρετικά αστεία την ιδέα διάφορων στρακόκαυλων μαντράχαλων να εκπαιδεύονται στα σοβαρά για το πώς μπορούν να γίνουν... αόρατοι, να περνάνε μέσα από τοίχους, να διοχετεύουν αρνητική ενέργεια στον εχθρό μέσα από τη σκέψη τους, να σκοτώνουν ζώα απλώς κοιτώντας τα στα μάτια και άλλα σχετικά. Ο Κλούνεϊ μάλιστα, κάτι μεταξύ ανθρώπου με ψυχικές ικανότητες και ψώνιου, είναι όλα τα λεφτά.
Η ταινία δεν φαίνεται να παίρνει στα σοβαρά όλα αυτά, μας αφήνει ανοιχτό όμως το αν υπάρχουν όντως τέτοιες δυνάμεις ή αν όλα είναι στα διαταραγμένα μυαλά κάποιων. Το πρόβλημα είναι ότι οι ρυθμοί σταδιακά χαλαρώνουν, οι ιδέες εξαντλούνται και τελικά, όπως είπα και στην αρχή, μένεις απλώς με το χαμόγελο και την αίσθηση ότι είδες κάτι συμπαθητικό, αλλά μέχρις εκεί. Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι ένα καινούριο MASH ή να είχε απογειωθεί στα χέρια των Κοέν ας πούμε.

Σάββατο, Νοεμβρίου 14, 2009

"Η ΝΥΧΤΑ" ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ


Δεύτερο μέρος της περίφημης "τριλογίας της αποξένωσης" (οι άλλες δύο είναι "Η Περιπέτεια" και "Έκλειψη") του Michelangelo Antonioni (1912-2007), "Η Νύχτα" (La Notte) γυρίζεται το 1961 και αποτελεί για πολλούς μια από τις σημαντικότερες ταινίες της ιστορίας του σινεμά . Βέβαια η ταινία είναι κλασική για όσους μπορούν να δουν σινεμά που δεν το ενδιαφέρει η δράση αλλά η σκέψη, που θέτει ή προσπαθεί να απαντήσει σε αιώνια ερωτήματα. Η βασική κατηγορία για φιλμς όπως αυτό είναι ότι "δεν συμβαίνει τίποτα", δεν υπάρχει έκπληξη ή/και ανατροπή. Έτσι είναι (σε μια πρώτη ματιά τουλάχιστον), αλλά τα στοιχεία αυτά μπορεί να είναι συχνά ευπρόσδεκτα, όχι όμως και υποχρεωτικά για να θεωρηθεί μια ταινία ή οποιοδήποτε άλλο έργο τέχνης σημαντικό. Γενικά αντιλαμβάνομαι την απόρριψη ανθρώπων που δεν αντέχουν έλλειψη δράσης, αργούς ρυθμούς και άλλα τέτοια. Γι' αυτούς δημιουργοί όπως ο Αντονιόνι, ο Ταρκόφσκι, ο Ρενέ και πλήθος άλλοι είναι "εκτός". Δεν συμφωνώ, αλλά η άποψη αυτή και σεβαστή είναι και κατανοητή. Ας ασχοληθούν λοιπόν με τη "Νύχτα" οι υπόλοιποι.
Η ταινία δείχνει ένα ακριβώς εικοσιτετράωρο από τη ζωή ενός ζευγαριού που είναι παντρεμένο επί 10 χρόνια. Διανοούμενος και διάσημος συγγραφέας εκείνος, από πλούσια οικογένεια εκείνη, επισκέπτονται έναν ετοιμοθάνατο φίλο το πρωί, στη συνέχεια εκείνη περιπλανιέται δίχως σκοπό στο Μιλάνο και τα φτωχά προάστιά του και το βράδι πάνε σ' ένα κλαμπ και στη συνέχεια σε ένα πάρτι πλούσιου βιομήχανου, όπου είναι μαζεμένη όλη η "καλή κοινωνία", στο οποίο μένουν μέχρι το ξημέρωμα και όπου συμβαίνουν διάφορα.
Η ταινία μιλά όσο λίγες στην ιστορία του σινεμά για την κρίση του σύγχρονου ζευγαριού, όταν πλέον το πάθος έχει εκλείψει. Δεν υπάρχουν δραματικές εξάρσεις, καυγάδες, απιστία (αν και συχνά και οι δύο πλησιάζουν σ' αυτή). Υπάρχει απλώς η απάθεια, η έλλειψη ζήλειας, η μοναξιά, η κενότητα, το ανικανοποίητο που νοιώθουν και οι δυο τους. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι γι' αυτά τα προφανώς αρνητικά συναισθήματα δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Είναι η βαθμιαία φθορά μιας σχέσης που τα δημιουργεί, φθορά που συμβαίνει πάντοτε (εκτός ίσως ελάχιστων ευτυχών εξαιρέσεων). Φυσικά ο Antonioni εμβαθύνει και στους χαρακτήρες των δύο (και της τρίτης, που απειλεί να ανατρέψει τις όποιες ισορροπίες): Εγωιστής κατά βάθος εκείνος, που βασικά ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, που πολύ λίγα μπορεί να δώσει, σχετικά "ρηχή" εκείνη, που απλώς πλήττει με τα πάντα και δεν τολμά καν να ολοκληρώσει μια απόπειρα "απόδρασης" από τη ρουτίνα. Η Ζαν Μορό περιφέρεται δίχως σχεδόν ποτέ να χαμογελά, κι αυτή της η έκφραση πλήξης και απάθειας είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ταινίας. Και επίσης, για να γίνουν τα πράγματα πιο ρεαλιστικά και πιο κοντά σ΄ ό,τι συνήθως συμβαίνει, δεν υπάρχει ακριβώς μίσος ανάμεσά τους. Υπάρχουν στιγμές που νοιάζονται ο ένας για τον άλλον, που δείχνουν υπολείμματα τρυφερότητας, ίσως και έρωτα. Αλλά η νεανική μαγεία έχει χαθεί οριστικά...
Πολύ σωστά ο Antonioni τοποθετεί το πλαίσιο στους υψηλούς - ή, τέλος πάντων, στους άνετους οικονομικά κοινωνικούς κύκλους. Εκεί είναι που τα προβλήματα αυτού του είδους φαίνονται ξεκάθαρα. Υπάρχουν και σε κατώτερες τάξεις βέβαια, αν όμως το βασικό πρόβλημά σου είναι η ανέχεια ή ακόμα και η πείνα, όλα τα άλλα περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Το άλλο χαρακτηριστικό της ασπρόμαυρης "ματιάς" του φιλμ είναι η άμεσα ορατή σχέση της με την αρχιτεκτονική και το αστικό τοπίο. Ο σκηνοθέτης μας δείχνει επίμονα μοντέρνα κτίρια, στιλπνές επιφάνειες που αντανακλούν τα πάντα, ευθείες γραμμές και γωνίες. Οι άνθρωποι φαίνονται πολύ μικροί και ασήμαντοι μπροστά στα κτίρια της πόλης (του Μιλάνου συγκεκριμένα). Η εμμονή αυτή επιτείνει και "εικονογραφεί" με ιδανικό τρόπο την αίσθηση της ψυχρότητας, της αποξένωσης του σύγχρονου ανθρώπου από το περιβάλλον του και από τους άλλους. Έτσι η σύγχρονη αρχιτεκτονική, που κυριαρχεί πάνω στο άτομο, μοιάζει να συμβάλλει στο κλίμα της αλλοτρίωσης.
Μεγάλη - και δύσκολη - ταινία, που διατηρεί νομίζω τη λάμψη της (τη μουντή λάμψη της θα ήταν καλύτερα να λέγαμε). Το πρωταγωνιστικό τρίο (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Ζαν Μορό, Μόνικα Βίττι) βρίσκεται στο απώγιό του, η χαλαρή τζαζ μουσική χρησιμοποιείται εδώ σαν "χαλί" που δεν την ακούει κανείς με προσοχή, επιτείνοντας έτσι το αίσθημα πλήξης και κενότητας που κυριαρχεί κυρίως στο δεύτερο μέρος, στο πάρτι της υψηλής κοινωνίας (κενότητα που χαρακτηρίζει την τάξη αυτή και εδώ προβάλλεται ανάγλυφα) και γενικά, δίχως εξάρσεις, ο Αντονιόνι καταφέρνει να μιλήσει για εσωτερικά θέματα που μας αφορούν όλους. Κι ας απευθύνεται- λόγω της "γλώσσας" του - σε λίγους.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 13, 2009

ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ


Αντίθετα με το ανεκδιήγητο "Τέρας της Θάλασσας των Κρεμασμένων", το "A Bucket of Blood" του Roger Corman (1959), ("Ματωμένα γλυπτά" ο ελληνικός τίτλος του dvd) είναι μια ενδιαφέρουσα ταινία. Είναι φυσικά φτηνή, ασπρόμαυρη, με άγνωστους ηθοποιούς (αλλοίμονο, για τον Κόρμαν μιλάμε), αλλά αυτά δεν μειώνουν τις αρετές της. Ισορροπώντας ανάμεσα στη μαύρη κωμωδία και τον τρόμο, διηγείται την ιστορία ενός όχι ιδιαίτερα έξυπνου γκαρσονιού (μάλλον προς το ελαφρώς καθυστερημένο κλίνει), που δουλεύει σε ένα καφέ όπου συχνάζουν καλλιτέχνες, κάνοντας μάλιστα και διάφορες περφόρμανς, και που ποθεί διακαώς να γίνει κι αυτός καλλιτέχνης. Μετά από ένα ατύχημα, αρχίζει να φτιάχνει γλυπτά από αληθινούς ανθρώπους που σκοτώνει και γίνεται διάσημος.
Σάτιρα του κόσμου της τέχνης, τραγική ιστορία κατά βάθος, παρακολούθησα το φιλμ με ενδιαφέρον παρά τις κάποιες αφέλειές του. Όπως και σε μια σειρά άλλων ταινιών, είναι αδύνατο να μη συμπαθήσεις κατά βάθος τον "αθώο", ιδιόρυθμο δολοφόνο, που, σχεδόν δίχως να αντιλαμβάνεται τι κάνει, έχει αυτό που λέμε "καλή καρδιά" και περίσσευμα αφέλειας. Λόγω του όχι και τόσο έξυπνου μυαλού του παίρνει κατά γράμμα τα λόγια και τα ποιήματα των καλλιτεχνών με τους οποίους καθημερινά έρχεται σε επαφή και τους οποίους θαυμάζει, οι οποίοι ωστόσο τον περιφρονούν (όσο τουλάχιστον δεν είναι παρά ένα απλό γκαρσόν). Όταν δε φτάνει η στιγμή της ερωτικής απόριψης από το αντικείμενο του πόθου του, δεν μπορείς παρά να ανακαλέσεις στη μνήμη τους κωμικοτραγικούς ήρωες του Τσάπλιν, που σε κάνουν να γελάς και να συγκινείσαι ταυτόχρονα.
Η άλλη αρετή της ταινίας (που μάλλον ενδιαφέρει λίγους) είναι ότι καταφέρνει να πιάσει το καλλιτεχνικό κλίμα της εποχής των μπίτνικς. Οι απαγγελίες ποιημάτων, οι εκθέσεις, οι μουσικές, οι συζητήσεις στο καφέ, η μποέμικη, ανέμελη ζωή των καλλιτεχνών, το αλκοόλ, οι έρωτες, όλα βρίσκονται εδώ και είναι αρκετά πειστικά. Δεν έχω ιδέα αν ο Κόρμαν είχε επαφή με τους μπίτνικς και τη ζωή τους ή αν του βγήκε τυχαία, αλλά το φιλμ αποτελεί (παράπλευρα) και μια ενδιαφέρουσα καταγραφή της καλλιτεχνικής ατμόσφαιρας των τελών των 50ς.
Είπαμε. Ο Corman ενδιαφερόταν πάνω απ' όλα να κάνει γρήγορες και φτηνές παραγωγές. Άλλοτε του βγαίνανε, άλλοτε όχι. Εδώ πάντως νομίζω ότι βρίσκεται στα καλά του.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 12, 2009

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ: ΕΝΑ ΟΙΚΙΑΚΟ BLAIR WITCH PROJECT


Θα χαρακτήριζα το "Paranormal activity" (Μεταφυσική Δραστηριότητα, γυρισμένο το 2007) του πρωτοεμφανιζόμενου ισραηλινού Oren Peli πρωτότυπο, αν δεν είχε προηγηθεί το πασίγνωστο Blair Witch Project. Και όχι μόνο αυτό. Από τότε κάποια ρομερικά ζόμπι, το Gloverfield και ίσως και μερικά άλλα που δεν θυμάμαι ή αγνοώ χρησιμοποίησαν την ίδια ακριβώς ιδέα και τεχνική, αυτή της ερασιτεχνικής υποτίθεται λήψης από ερασιτεχνική κάμερα, ώστε να επιτείνεται η ψευδαίσθηση του ντοκιμαντέρ (άρα του ντοκουμέντου). Απλώς το συγκεκριμένο φιλμ μοιάζει περισσότερο από τα άλλα με το Blair Witch λόγω του πάμφτηνου προϋπολογισμού, της ιντερνετικής προώθησης και της σούπερ επιτυχίας του στην Αμερική.
Κατά τα άλλα διαθέτει μια αρκετά πρωτότυπη ιδέα. Το αόρατο πλάσμα δεν στοιχειώνει ένα σπίτι, όπως έχουμε συνηθίσει, αλλά έναν άνθρωπο, την πρωταγωνίστρια συγκεκριμένα. Αυτό κάνει το όλο πράγμα πιο αδιέξοδο και τρομαχτικό, αφού δεν μπορεί να ξεφύγει απλώς εγκαταλείποντας τον χώρο. Οι συνεχείς λήψεις άλλωστε του ζευγαριού που κοιμάται, ενώ διάφορα παράδοξα φαινόμενα συμβαίνουν γύρω τους, επιτείνουν τον ντοκιμαντερίστικο χαρακτήρα (και κάνουν το φιλμ ακόμα φτηνότερο). Ο εγκλεισμός στο σπίτι το κάνει απόλυτα κλειστοφοβικό, ενώ ο σκηνοθέτης ξέρει πολύ καλά να κλιμακώνει την ένταση, που ξεκινά από "απλά πταίσματα" για να φτάσει στο τελικό κρεσέντο. Γενικά καταφέρνει να πετύχει ένα αρκετά τρομακτικό αποτέλεσμα, το οποίο όμως, λόγω της ιδιόμορφης φύσης του, θα απογοητεύσει αρκετούς.
Και τώρα οι αντιρήσεις μου: Είπαμε την πρώτη: Χρωστά τα πάντα σχεδόν στο Blair Witch. ΟΚ, αλλά πέραν αυτού, εκείνο που με ενοχλούσε σε όλο το φιλμ ήταν η αψυχολόγητη κατά τη γνώμη μου συμπεριφορά του άντρα. Αυτή η εμμονή του να αρνείται να καλέσει "ειδικούς", ο κατά καιρούς τσαμπουκάς του απέναντι στο πλάσμα, η εμμονή του ναι χώνεται παντού και να ψάχνει σε στιγμές που οποιοσδήποτε κοινός θνητός (κι αυτός τέτοιος είναι) θα είχε εξαφανιστεί τρέχοντας, κάνει την συμπεριφορά του αντιρεαλιστική, σε πλήρη αντίθεση με τον ρεαλισμό (τον ψευδορεαλισμό τέλος πάντων) στον οποίο στοχεύει - και πετυχαίνει κατά τα άλλα - η ταινία. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι κάποιος που έχει απόλυτες αποδείξεις ότι κάτι παραφυσικό συμβαίνει στο σπίτι του, που δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι όλα αυτά είναι αληθινά και συμβαίνουν όντως, δεν νομίζω λοιπόν ότι θα υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να αντιδρά - και μάλιστα κατ' εξακολούθηση - μ' αυτόν το τρόπο.
Όπως και να το κάνουμε όμως και παρά τις αντιρρήσεις μου, η ταινία έχει το ενδιαφέρον της και πετυχαίνει το στόχο της. Και είναι και σίγουρο ότι θα διχάσει τους θεατές. Όπως ακριβώς το πολλάκις προαναφερθέν Βlair Witch άλλωστε. Μένει μόνο να δούμε αν ο Peli θα συνεχίσει την εντυπωσιακής αρχής καριέρα του ή αν θα τον φάει κι αυτόν η μαρμάγκα, όπως τους ξεχασμένους σήμερα δημιουργούς του B.W.P.

Τρίτη, Νοεμβρίου 10, 2009

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ "ΚΑΚΟ"... ΕΙΝΑΙ ΟΝΤΩΣ ΚΑΚΟ


Με το "Κακό" του 2005 ο Γιώργος Νούσιας είχε κάνει μια συμπαθητική ταινιούλα, που συνδύαζε τρόμο και σπλάτερ με χιούμορ (στα χνάρια των Evil Dead κλπ.) και ταυτόχρονα είχε κάνει και μια από τις ελάχιστες σύγχρονες ταινίες είδους του ελληνικού κινηματογράφου. Το 2009 έρχεται "Το Κακό: Στην εποχή των ηρώων" (σε συσκηνοθεσία Πέτρου Νούσια και Claudio Bolivar), όπου βρίσκει σαφώς περισσότερα λεφτά, χρησιμοποιεί περισσότερα και πιο πλούσια εφφέ και... κάνει μια εξ ίσου σαφώς πολύ χειρότερη ταινία.
Εδώ το απλό, αλλά λειτουργικό σενάριο του πρώτου φιλμ, κατ' ευθείαν εμπνευσμένο από Ρομέρο και άλλα στάνταρς των ταινιών με ζόμπι, με τα κυνηγητά, τα λουτρά αίματος, τις κάθε λογής σπλατεριές και το κατάμαυρο χιούμορ, αντικαθίστανται από ένα σεναριακό αχταρμά, όπου εμπλέκονται αρχαίοι έλληνες, αρχαία ζόμπι, μαγικά κουτιά, νεκραναστάσεις (όχι όμως ως ζόμπι), εμφανίσεις στη σύγχρονη εποχή κάποιου τύπου με κουκούλα που έρχεται κατ' ευθείαν από την αρχαιότητα (μάλιστα, του Μπίλι Ζέιν αυτοπροσώπως), προφητείες που δεν κατάλαβα τι ακριβώς λένε και άλλα ακατανόητα, και ουδείς κάνει την παραμικρή προσπάθεια να ξεκαθαρίσει λίγο το τι ακριβώς συμβαίνει. Συγχρόνως το χιούμορ είναι κατά τη γνώμη και λιγότερο και πολύ χοντρότερο, οι χαρακτήρες άστα να πάνε... και γενικά όλα με κάνουν να προτιμώ το πρώτο, πολύ πιο τίμιο φιλμάκι.
Μένουν μονάχα κάποια εντυπωσιακά ακροβατικά της κάμερας (εντυπωσιακά μεν, αλλά κι αυτά άνευ λόγου), σίγουρα καλύτερη εικόνα, μερικά όμορφα πλάνα μιας πανέρημης Αθήνας και μάλιστα σε κεντρικότατους δρόμους (πώς το πέτυχε αυτό;), οι ήρωες στις σκηνές που διαδραματίζονται στην αρχαιότητα που μιλάνε με άνεση καθημερινά αρχαία ελληνικά και ελάχιστες αστείες στιγμές. Α, ναι και τα σπλάτερ εφφέ των μαστόρων του είδους αδελφών Αλαχούζου. Αλλά αυτά είναι πολύ, πολύ λίγα μπροστά στο χάος και το συχνό κιτς που επικρατούν. Νομίζω ότι τελικά όλη αυτή η εμπλοκή της αρχαιότητας και τα σχετικά μεταφυσικά που τη συνοδεύουν λειτούργησαν εις βάρος του φιλμ.
Να λοιπόν που για μια ακόμα φορά επιβεβαιώνεται ότι οι μεγαλύτεροι προϋπολογισμοί δεν κάνουν και καλύτερες ταινίες. Και πήγαινα να το δω με ειλικρινά καλή διάθεση. Κρίμα.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 09, 2009

ΓΕΛΟΙΑ ΤΕΡΑΤΑ ΚΑΙ "ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΕΣ" ΘΑΛΑΣΣΕΣ


Ο Roger Corman είναι γνωστός σαν βασιλιάς των b-movies. Έχει σκηνοθετήσει πάνω από 50 και είναι παραγωγός σε περισσότερα από 380! Οι γνωστότερες ταινίες του σαν σκηνοθέτη είναι η σειρά με τις μεταφορές στο σινεμά έργων του Πόε, οι περισσότερες με τον Βίνσεντ Πράις, που έγιναν τέλη 50 - αρχές 60. Μερικές άλλες είναι συμπαθέστατες. Υπάρχουν όμως και φιλμς του που κυριολεκτικά δεν βλέπονται.
Εξέχουσα θέση σ' αυτά καταλαμβάνει το ανεκδιήγητο "Creature from the Haunted Sea", μια ασπρόμαυρη πάμφθηνη ταινία του 1961 (ελληνικός τίτλος, άγνωστο γιατί, "Το τέρας της θάλασας των κρεμασμένων"). Βλέποντάς το μπήκα στον πειρασμό να το θεωρήσω την χειρότερη ταινία που έχω δει ποτέ και να πιστέψω ότι ξεπερνά σε χάλι κι αυτό ακόμα το "θρυλικό" "Plan 9 from Outer Space" του Ed Wood!
Δεν ξέρω τι να... πρωτοθαυμάσω στο φιλμ αυτό. Ξεκινά σαν νουάρ, με ολίγη κατασκοπεία, εξελίσσεται σε φανταστικό, καθώς μετά τη μέση σκάει κι ένα θαλάσσιο τέρας, κι όλο αυτό είναι διανθισμένο και με χιούμορ, απ' αυτά που κάνουν την όποια απόπειρα χαμόγελου να παγώνει στα χείλη. Μάλλον ο Corman ήθελε να κάνει κάτι σαν σάτιρα νουάρ και τρόμου ταυτόχρονα, αλλά σίγουρα δεν πέτυχε τίποτα απ' αυτά. Ηλίθιο σενάριο - αχταρμάς γραμμένο στο γόνατο (αν και πολύ αμφιβάλλω αν γράφτηκε ποτέ πουθενά), απίστευτες ηθοποιίες από τους άγνωστους ηθοποιούς, χιούμορ που κάνει τις ελληνικές βιντεοταινίες των 80ς να φαίνονται εξαιρετικά πνευματώδεις και, κερασάκι στην τούρτα, το ανεκδιήγητο τέρας, που σαφώς είναι ένας τύπος ντυμένος με κουρέλια, σα μούμια με δύο εμφανώς πλαστικά γουρλωμένα μάτια κάπου στο κεφάλι, που κάνει ατσούμπαλες κινήσεις για να επιτεθεί τάχα σε ανθρώπους. Μέσα στο σεναριακό χάος εμπλέκονται οι θησαυροί του κουβανέζικου κράτους που κλέβουν στρατηγοί του παλιού καθεστώτος όταν την εξουσία παίρνει ο Κάστρο (ήταν πρόσφατα τότε όλα αυτά), εξωτικές "καλλονές" έτοιμες για όλα (το ίδιο και οι χοντρές μαμάδες τους), ηλίθιοι πιστολάδες που δεν μιλούν αλλά... μιμούνται μόνο φωνές ζώων (αυτό είναι από τα "αστεία"), τυχοδιώκτες με γιωτ και μοιραίες γυναίκες, αμερικάνοι πράκτορες που δεν ξέρουμε τι ακριβώς κάνουν και ποιον κατασκοπεύουν, φωνή off α λα νουάρ, που συχνά ξεχνά να μιλήσει και όταν την έχουμε ξεχάσει κι εμείς επανεμφανίζεται,και φυσικά το τέρας που σκάει άνευ λόγου. Σπάνια ομορφιά!
Το κακό είναι οτι δεν μπορείς ούτε να γελάσεις με όλο αυτό το κιτς, γιατί είναι και πολύ βαρετό (ομολογώ ότι το έτρεχα σε αρκετά σημεία) - αν και το τέρας σε αποζημειώνει και κάνει να γελάσει το χειλάκι του κάθε πικραμένου. Τι να πω... Νοιώθω τον θρόνο του "Plan 9..." να τρίζει επικίνδυνα...

Κυριακή, Νοεμβρίου 08, 2009

ΤΡΕΙΣ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ


Οι "Τρεις Γυναίκες", που γύρισε ο Robert Altman (1925-2006) το 1977, είναι μια από τις πιο παράξενες, αλλά και όμορφες κατά τη γνώμη μου, ταινίες του. Δεν ανήκει στο χώρο του φανταστικού κινηματογράφου, αλλά είναι τόσο παράδοξο και απόκοσμο που θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει. Είναι ρεαλιστικό, με την έννοια ότι τίποτα το φανταστικό δεν συμβαίνει, αλλά δεν το λες και ρεαλισμό αυτό.
Η ταινία φτιάχνει τα πορτρέτα τριών πολύ διαφορετικών γυναικών - αν και έχουν κάτι κοινό. Η μία (Σίσυ Σπέισεκ), μικρή, άβγαλτη, δειλή, ψάχνει για ανθρώπινη επαφή, αλλά δεν τη βρίσκει. Λίγο "αλλού", φευγάτη, προσκολλημένη θαρρείς στην παιδική ηλικία, αρπάζεται κυριολεκτικά από την πρώτη που θα της μιλήσει στη νέα της δουλειά με ένα πάθος για επαφή που αγγίζει τα όρια του ερωτικού. Η άλλη (Σέλεϊ Ντιβάλ), η μοναδική φίλη της προηγούμενης, είναι ακριβώς το αντίθετο. Εξωστρεφής, μιλά πολύ και μιλά με όλους, γελά, ακολουθεί τη μόδα, ψάχνει για φίλο. Το εξαιρετικό που συμβαίνει είναι ότι και οι δύο τόσο διαφορετικοί αυτοί χαρακτήρες είναι εξ ίσου μοναχικοί. Είναι σα να τις αγνοούν οι πάντες γύρω τους, δεν τις απαντάνε καν όταν μιλάνε, σα να είναι αόρατες. Η τρίτη γυναίκα, μια αμίλητη, αποτραβηγμένη ζωγράφος, κρατά το στόμα της ερμητικά κλειστό και ζωγραφίζει μεγάλες συνθέσεις σε πυθμένες από πισίνες, σε τοίχους, σε τσιμεντένια δάπεδα. Τα έργα της, απόκοσμα, αποτελούνται από πιθηκόμορφους ανθρώπους, με το αρσενικό πάντοτε κυρίαρχο και τρομαχτικό. Οι σχέσεις των παράξενων αυτών χαρακτήρων είναι και το θέμα του φιλμ.
Ερμητική μερικές φορές, ανοιχτή σε πολλές ερμηνείες - ή σε καμία - η ταινία νομίζω ότι συγκλίνει σε ένα σημείο: Στην απόλυτα φεμινιστική ματιά, έστω κι αν έχει γίνει από έναν άντρα. Πράγματι, στον κόσμο της οι άντρες είναι ουσιαστικά απόντες: Άλλοτε μέθυσοι, ρηχοί, που ενδιαφέρονται μόνο για σεξ, άλλοτε ψυχροί και αμίλητοι, ασχολούνται μόνο με τα "αντρικά" σπορ τους (κούρσες με μηχανές, σκοποβολή κλπ.) και είναι παντελώς άχρηστοι για ουσιαστική επικοινωνία με τις γυναίκες, που διψούν για βαθύτερη επαφή. Η απαστράπτουσα, ηλιόλουστη Καλιφόρνια, δείχνεται εδώ απάνθρωπη, ψυχρή, δίχως καμιά ανθρώπινη ζεστασιά. Και το τέλος (που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά) προς εκεί δείχνει: Προς έναν απόλυτο θρίαμβο του φεμινισμού. Σα να επαγγέλεται μια νέα εποχή μητριαρχίας.
Πέρα από τις αναλύσεις όμως, το φιλμ ασκεί μια υπνωτική γοητεία πάνω μου. Οι απόμακρες ανθρώπινες συμπεριφορές, τα παράξενα έργα της ζωγράφου, η σχεδόν υπερρεαλιστική ατμόσφαιρα, το κάνουν ένα από τα πιο αγαπημένα παράδοξα του δημιουργού του (και γενικότερα). Ακόμα κι αν δεν μπορέσετε να ερμηνεύσετε κάποια σημεία του, θα σας συμβούλευα να αφεθείτε στη γοητεία του.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 06, 2009

ΑΣΑΝΣΕΡ, ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΝΟΥΑΡ


Φυσικά το φιλμ νουάρ είναι ένα αμερικάνικο είδος που υπάρχει ήδη από τη δεκαετία του 30. Να όμως που το 1958 ένας γάλλος κάνει ένα αριστούργημα του είδους (και γενικότερα). Εννοώ βέβαια το "Ασανσέρ για δολοφόνους" (Ascenceur pour l' echafaud) του Louis Malle (1932-1995) με τον Μορίς Ρονέ και τη θρυλική Ζαν Μορό.
Θεωρώ το ασπρόμαυρο αυτό φιλμ σαν ένα από τα σαγηνευτικότερα του παγκόσμιου σινεμά. Είναι ο συνδυασμός ενός έξυπνου και πρωτότυπου σεναρίου (με ένα φόνο φυσικά στο επίκεντρο), της θαυμάσιας, συχνά νυχτερινής φωτογραφίας, των ηθοποιών και της αξέχαστης, αυτοσχεδιαστικής μουσικής του Miles Davies που συνθέτουν το αξεπέραστο αυτό αποτέλεσμα.
Είναι επίσης εξαιρετική η αντιστικτική παρουσίαση των δύο ερωτευμένων ζευγαριών που πρωταγωνιστούν. Και τα δύο το ίδιο γοητευτικά, τόσο διαφορετικά όμως... Το ένα ώριμο, "καθώς πρέπει", σχεδιάζει μεθοδικά και εκτελεί έναν φόνο. Το άλλο νεανικό, ατημέλητο, επιπόλαιο, αυτοσχεδιάζει και σκοτώνει κι αυτό δίχως τίποτα να σκεφτεί. Δύο εγκλήματα. Ένα εν ψυχρώ, άψογα σχεδιασμένο, κι ένα εν θερμώ, άνευ ουσιαστικου λόγου, έτσι, σχεδόν για πλάκα. Και τα δύο ζεύγη θα καταστρέψουν τη ζωή τους. Με τόσο διαφορετικούς όμως τρόπους, με τόσο διαφορετική ιδιοσυγκρασία και στιλ... Έναυσμα όλου αυτού του θανατερού παιχνιδιού είναι ένα καπρίτσιο της μοίρας, μια σύμπτωση. Η μοίρα λοιπόν, όπως συχνά συμβαίνει στα νουάρ και στην αρχαία τραγωδία, είναι αυτή που θα αποδώσει δικαιοσύνη. Αν και δεν είμαστε και πολύ σίγουροι γι΄ αυτό. Θέλω να πω ότι το τι σημαίνει διακαιοσύνη δεν είναι πια καθόλου ξεκάθαρο σε έναν κόσμο που αποτελείται από "κακούς", όπως το πρώτο θύμα, ή, τέλος πάντων, όχι από καλούς.
Βέβαια οι σεναριακές αναλύσεις δεν λένε και πολλά για μια ταινία της οποίας η διαχρονική κατά τη γνώμη μου γοητεία βασίζεται σε μικρές λεπτομέρειες: Στις υπέροχες περιπλανήσεις μιας γεμάτης άγχος και αγωνία Μορό στο νυχτερινό Παρίσι υπό τη μουσική του Ντέιβις (όχι, στις σκηνές αυτές δεν συμβαίνει τίποτα ουσιαστικά, είναι όμως τόσο όμορφες...), στο ανοιχτό αυτοκίνητο του Ρονέ, στην καταγραφή μιας εποχής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
Ήταν η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Μαλ και μια από τις καλύτερές του. Απαραίτητη νομίζω για τους φίλους του νουάρ, αλλά και τους φίλους του σινεμά γενικότερα.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 05, 2009

Ο ΚΥΝΟΔΟΝΤΑΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΑΝ ΦΥΛΑΚΗ


Ο "Κυνόδοντας" του Γιώργου Λάνθιμου παρουσιάζει μια κάπως ευτράπελη παραδοξότητα: Κόβει εισιτήρια σαν τρελός, ενώ σε καμία περίπτωση δεν είναι ταινία "για όλα τα γούστα" ή, πολύ περισσότερο, για όλη την οικογένεια. Το γιατί παρατηρείται αυτή η ανακολουθία, δεν είναι δικό μου θέμα να ερευνήσω. Αρκούμαι απλώς να διασκεδάζω με τις απορημένες / φοβισμένες / ξυνισμένες φάτσες των "μέσων" άσχετων που πάνε να το δουν επειδή πάνε και όλοι οι άλλοι και δεν πιστεύουν τι είδαν. Απ' όσο μπόρεσα να καταλάβω πάντως στο "υποψιασμένο" κοινό, αυτό που βλέπει σινεμά και όχι μόνο χολιγουντιανό σινεμά, αρέσει πολύ.
Αυτά φυσικά είναι άσχετα με το φιλμ καθ' εαυτό. Το οποίο, μπορώ να σας διαβεβαιώσω, εμένα με εντυπωσίασε. Αν μη τι άλλο - και σ' αυτό θα συμφωνήσουν και οι πολέμιοί του - δεν μοιάζει με τίποτα απ' ότι έχουμε δει μέχρι σήμερα, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα (αλλά και διεθνώς νομίζω). Πρόκειται για μια ταινία που συνδυάζει κατάμαυρη κωμωδία και σάτιρα, ωμό ρεαλισμό, μερικές σοκαριστικές σκηνές και ταυτόχρονα παίζει με τα όρια του φανταστικού. Αν σ' αυτά προσθέσει κανείς και μια παράδοξη, ασυνήθιστη κινηματογραφική ματιά (παράξενα πλάνα, "έκκεντρη" κινηματογράφηση, που μερικές φορές μπορεί ακόμη και να κόβει τα κεφάλια των ηρώων), τότε σίγουρα έχει να κάνει με μια μοναδική ταινία για το ελληνικό σινεμά.
Η ιστορία της 5μελούς, αποκλεισμένης από τον κόσμο οικογένειας, με τα 3 μεγάλα πλέον παιδιά να μην έχουν ποτέ βγει στον έξω κόσμο και με τον δικτάτορα πατέρα - αφέντη να κυριαρχεί ως άλλος "κακός" θεός της Παλαιάς Διαθήκης, μπορεί να ειδωθεί ως αλληγορία ή/και σάτιρα (τραβηγμένη στα άκρα) του θεσμού της οικογένειας με τις πολύ συχνά καταπιεστικές δομές της, την επιβολή των απόψεων των γονιών στα παιδιά, την επίσης συχνή αρτηριοσκλήρωσή της. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι ίδιοι οι γονείς, το σπίτι, τα έπιπλα, το αυτοκίνητο, οι βιντεοταινίες, όλα παραπέμπουν σε ατμόσφαιρα 70ς - 80ς. Μπορεί κάλλιστα να εκλάβουμε ότι η ιστορία εκτυλίσσεται τότε (αφού ποτέ δεν δίνει κάποιο συγκεκριμένο χρονικό στίγμα), μπορεί όμως να είναι και ένα επί τούτου παιχνίδι του δημιουργού για να τονίσει τα κολλήματα των γονιών. Με όλα αυτά πάντως επιτείνεται η κλειστοφοβική, μίζερη ατμόσφαιρα, η οποία λειτουργεί ως τέτοια παρά το ότι βρισκόμαστε σ' ένα "ειδυλλιακό" περιβάλλον: Μια βίλλα μέσα στο πράσινο και στον καθαρό αέρα, απομονωμένη από άλλες κατοικίες, με πισίνα, με όλες τις ανέσεις.
Γενικά πρόκειται για σχετικά δύσκολη ταινία, κάθε άλλο παρά mainstream (όχι ως προς την κατανόηση των όσων συμβαίνουν, αλλά όσον αφορά το γενικότερο πνεύμα της), απ' αυτές που θα κατατάσαμε στον αόριστο χώρο των "σινεφίλ". Σε κάμποσα σημεία μπορεί να σοκαριστείτε, σε άλλα να γελάσετε, δύσκολα όμως θα σας φύγει από το μυαλό ένα τέτοιο φιλμ. Όπως και να το κάνουμε, για μένα παίρνει ήδη τη θέση της σαν μια από τις πιο αξιόλογες του ελληνικού σινεμά. Γι' αυτό και χαίρομαι πολύ για τα βραβεία που πήρε στις Κάννες.
ΥΓ: Το είπαμε και αλλού: Κάτι κινείται φέτος στο ελληνικό σινεμά (και περιμένουμε και τον Οικονομίδη). Μακάρι το ανανεωτικό αυτό πνεύμα να διαρκέσει και να μην είναι μια πρόσκαιρη αναλαμπή.

Τρίτη, Νοεμβρίου 03, 2009

ΣΤΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟΜΑ ΙΙΙ : Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ


Η τρίτη συνέχεια του διαβόητου πλέον Φαντομά ήρθε και πάλι το 1913 και φυσικά δημιουργός της ήταν ο Louis Feuillade (1873-1925) - προφέρεται Φεγιάντ για όσους αναρωτιέστε. Τίτλος του "Le mort qui tue" (Ο νεκρός που σκοτώνει) και αυτή τη φορά είχε κανονική διάρκεια σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα: 90 λεπτά περίπου.
Φυσικά είναι απόλυτη συνέχεια του προηγούμενου. Λειτουργούσε όπως τα σημερινά τηλεοπτικά σίριαλ. Δεν θα μπορούσε δηλαδή κανείς να το παρακολουθήσει αν δεν είχε δει τα προηγούμενα δύο "επεισόδια".
Εδώ ο Φαντομάς γίνεται σατανικότερος από ποτέ. Ενοχοποιεί έναν αθώο για έναν δικό του φόνο. Αλλά οι σεναριακές εκπλήξεις έρχονται μετά. Το πτώμα του ανθρώπου αυτού εξαφανίζεται. Ακολουθεί μια σειρά εγκλημάτων στα οποία όλα τα στοιχεία (δακτυλικά αποτυπώματα κλπ.) δείχνουν ότι έχουν διαπραχτεί από τον νεκρό. Τις έρευνες αυτή τη φορά διεξάγει μόνος του ο δημοσιογράφος Φεντόρ, καθώς ο φίλος του επιθεωρητής Jouve θεωρείται νεκρός από την έκρηξη του προηγουμένου επεισοδίου.
Φυσικά και πάλι η ιστορία έχει πολλές αφέλειες, δικαιολογημένες για την εποχή, ωστόσο το στόρι είναι αρκετά έξυπνο και αρκούντως μακάβριο. Νομίζω ότι με τις βασικές του ιδέες θα μπορούσε να γίνει ένα καλό σύγχρονο θρίλερ. Γενικά, σε σεναριακό επίπεδο πάντα, έχω την αίσθηση ότι τα πράγματα ήταν πιο τολμηρά τότε απ' όσο στο σύγχρονο mainstream σινεμά. Ο "κακός" είναι απόλυτα κακός (δεν διαθέτει καν τη γοητεία ενός Χάνιμπαλ), κάνει ανήκουστα (και συχνά, όπως φαίνεται σε μας τουλάχιστον) άνευ λόγου εγκλήματα και στο τέλος πάντοτε ξεφεύγει, προς μεγάλη θλίψη των καθ' όλα συμπαθών "καλών". Γενικά δε, το επεισόδιο αυτό βλέπεται σήμερα σχετικά πιο άνετα και είναι πιο πολύπλοκο από τα προηγούμενα. Με τα σχετικά μειδιάματα φυσικά για τις τεχνικές δυνατότητες, την αισθητική και τις αφέλειες του 1913.
Ο Φαντομάς είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της δημοτικότητάς του. Χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν με αγωνία την επόμενη ταινία. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ήταν χωρισμένοι σε υποστηρικτές του Φαντομά και υποστηρικτές των "καλών" και είχαν σημειωθεί και επεισόδια μεταξύ τους! Κάτι σαν σύγχρονοι χούλιγκανς δηλαδή.
Το 1914 ο Feuillade γύρισε άλλες δύο ταινίες με τον ήρωα αυτόν με την ίδια επιτυχία. Η σειρά είχε βάλει τις βάσεις για πολλά πράγματα που σήμερα θεωρούνται κοινότοπα στο σινεμά.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 02, 2009

ΕΡΩΤΑΣ, ΤΣΑΪ, ΑΛΛΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΕΙΝΑΙ Η ΕΡΗΜΟΣ


Το "Τσάι στη Σαχάρα" (The sheltering Sky) που γύρισε ο Bernardo Bertolucci το 1990 είναι από τις ταινίες που αγαπώ. Όχι λογικά, αλλά καθαρά συναισθηματικά. Θέλω να πω, ίσως να υπάρχουν κάποια προβλήματα κατανόησης της σχέσης και των πράξεων του πρωταγωνιστικού ζεύγους, ίσως πάλι να υπάρχουν κάποιες ελλείψεις στην αφήγηση, αλλά για μένα η γοητεία της ταινίας βρίσκεται αλλού.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Paul Bowles, που από το 1959 επέλεξε να ζήσει στο Μαρόκο, εν μέρει αυτοβιογραφικό, αφού εμπνέεται από τη σχέση του με τη γυναίκα του και επίσης πολύ καλη συγγραφέα Jane Bowles, περιγράφει την ασυνήθιστη σχέση ενός εύπορου καλλιτεχνικού ζευγαριού (συνθέτης αυτός, συγγραφέας εκείνη) που περιπλανιέται άσκοπα στη Σαχάρα και σε άλλα μέρη της βόρειας Αφρικής. Η σχέση τους, πάντοτε αντισυμβατική, μοιάζει να φθίνει μετά από 10 χρόνια γάμου και ο πλούσιος αμερικάνος φίλος που ταξιδεύει μαζί τους θα ανατρέψει κάποιες ισορροπίες. Όσο όμως βυθίζονται στην Αφρική και στην έρημο, τόσο ένα είδος χαύνωσης, παρακμής τους καταλαμβάνει. Τους πολύ καλούς Μάλκοβιτς και Γουίνγκερ τυλίγει η μουσική του Ρουίτσι Σακαμότο, ανάμεικτη με ιθαγενείς μουσικές, φτιάχνοντας ένα μεθυστικό χαρμάνι.
Για μένα - πέρα από τη σχέση του ζεύγους και την οδύσσεια της γυναίκας που ακολουθεί - η ταινία με συναρπάζει από αυτό που περιέγραψα παραπάνω: Το πώς βαθμιαία ο τόπος, συγκλονιστικός ούτως ή άλλως, επιβάλλεται πάνω στους "παρείσακτους" δυτικούς, πώς τους καταπίνει σιγά-σιγά οδηγώντας τους - εκείνον κυρίως - σε μια σταδιακή παραίτηση από τα πάντα, σε ένα ταξίδι δίχως σκοπό και τέλος. Όλο και βαθύτερα, όλο και πιο κοντά στην έρημο και στην υπνωτική γοητεία που εξασκεί.
Ο Bertolucci δημιουργεί μια σειρά από τις ομορφότερες εικόνες που έχουν ποτέ αποτυπωθεί σε φιλμ. Πολλοί μάλιστα τον κατηγόρησαν σαν "δημιουργό καρτ ποστάλ". Δεν ξέρω, αλλά εμένα οι εικόνες αυτές - καρτ ποστάλ ή μη - με συνεπήραν όσο ελάχιστες άλλες. Εικόνες παράξενες, όσο παράξενες είναι οι κουλτούρες των ντόπιων, η γλώσσα τους, τα τραγούδια και οι μουσικές τους, οι συχνά ακατανόητες πράξεις τους. Αυτή η ατμόσφαιρα μυστηρίου, πανέμορφη και συγχρόνως απειλητική και ξένη, γοητευτική και θανατηφόρα, μαγνητική και χαυνωτική, είναι για μένα όλη η ουσία του φιλμ.
Τελειώνοντας θα πω ξανά ότι σπάνια έχω δει τον τόπο, το τοπίο, να επιβάλλεται τόσο πάνω στους ανθρώπους, να είναι ο βασικός πρωταγωνιστής. Γι' αυτό σας συμβουλεύω να μην ψάξετε τόσο τα όσα - συχνά σπαρακτικά - συμβαίνουν ή, τέλος πάντων, ψάξτε τα αργότερα. Και μην απογοητευτείτε από ένα σχετικά ελλειπτικό σενάριο όπου δεν φαίνεται να συμβαίνουν πολλά (ίσως συνειδητά ακολουθεί τους νωχελικούς ρυθμούς του μέρους). Απλώς αφεθείτε στη γοητεία των εικόνων και των ήχων και απολάυστε τα.

Κυριακή, Νοεμβρίου 01, 2009

Η "ΛΕΥΚΗ ΚΟΡΔΕΛΑ" ΚΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ


Ο Michael Haneke ήταν πάντοτε ένας μεγάλος σκηνοθέτης, του οποίου οι ταινίες όμως βλέπονται δύσκολα. Εννοώ ότι ενοχλούν βαθιά και σε πολλά επίπεδα. Έτσι και η "Λευκή Κορδέλα" του (Das weisse Band) δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική.
Αυτή τη φορά, με ασπρόμαυρη φωτογραφία, μας μεταφέρει στις αρχές του 20ού αιώνα, σ' ένα γερμανικό χωριό, ήσυχο και ειρηνικό φαινομενικά, όπου αρχίζουν να συμβαίνουν διάφορα παράδοξα περιστατικά βίας. Ο δάσκαλος (ο μόνος ίσως "υγιής" απ' όλους τους χαρακτήρες του φιλμ) είναι ο αφηγητής που προσπαθεί να διελευκάνει την υπόθεση. Φυσικά αυτό που πολύ σύντομα γίνεται αντιληπτό είναι ότι η φιλειρηνική, ήσυχη εικόνα δεν είναι παρά μόνο η απατηλή επιφάνεια. Στο βάθος συμβαίνουν μύρια όσα εφιαλτικά. Ο πυθμένας βρίθει από καλά κρυμένα, σκοτεινά μυστικά. Οι χαρακτήρες (με αποκορύφωμα αυτόν του γιατρού, του οποίου το ξαφνικό ψυχικό "ξεγύμνωμα" σοκάρει) είναι σκληροί, φανατικοί θρησκόληπτοι, βίαιοι, άτεγκτοι. Κι ας μοιάζουν συχνά ειρηνικοί και καλοκάγαθοι.
Και μόνο αυτό το μοτίβο θα αρκούσε σαν "μήνυμα" του φιλμ. Ωστόσο μπορούμε να ανιχνεύσουμε κι άλλα πράγματα. Βασικό επαναλαμβανόμενο στοιχείο είναι η αφόρητη (για τα σημερινά δυτικά δεδομένα τουλάχιστον) καταπίεση των παιδιών, στα οποία είναι απαγορευμένη σχεδόν κάθε χαρά. Τα παιδιά υφίστανται μια εκπαίδευση που τα κάνει να νοιώθουν ένοχα για κάθε ηδονή και ευχαρίστηση. Η αυστηρότητα, η ατσάλινη πειθαρχία και η έλλειψη χαράς παραμονεύουν σε κάθε τους βήμα. Καμιά ανθρώπινη αδυναμία δεν επιτρέπεται στο απάνθρωπο αυτό σύστημα. Και, όπως πάντοτε, βασικοί συντελεστές της καταπίεσης των παιδιών είναι το κλασικό τρίπτυχο σχολείο, εκκλησία, οικογένεια. Η κοινωνικοποίηση και η εκπαίδευση γίνονται εδώ ταυτόσημα με την προσπάθεια κατασκευής ενοχικών, βαθιά συντηρητικών και φοβισμένων με τα πάντα χαρακτήρων.
Το ίδιο το σύστημα εξουσίας του χωριού μοιάζει αρτηριοσκληρωτικό και αμετάβλητο εδώ και αιώνες: Από τη μία η απόλυτη κοσμική εξουσία του βαρώνου, στον οποίο πρακτικά ανήκουν τα πάντα, από την άλλη η εξ ίσου "φασιστική" πνευματική εξουσία του πάστορα, που έχει μια μαζοχιστική αντίληψη για τον χριστιανισμό και για τον οποίο κάθε μικρή, ανθρώπινη παρέκλιση είναι ταυτόσημη με την αμαρτία. Όλα συγκλίνουν σε ένα τελικό αποτέλεσμα: Σε μια ζωή δίχως χαρά.
Κι ερχόμαστε στο χωροχρονικό σημείο που ο Haneke τοποθετεί την ιστορία του: Γερμανία, λίγο πριν την έναρξη του Α' παγκόσμιου πόλεμου. Που σημαίνει ότι αυτά τα παιδιά που βλέπουμε, αυτά που ανατράφηκαν μέσα σ' αυτή την πολιτικοθρησκευτική σκοτεινιά θα γίνουν σε καμιά εικοσαριά χρόνια οι ναζί, αυτοί που υποστήριξαν τον ολοκληρωτισμό, αυτοί που ψήφισαν τον Χίτλερ όταν ακόμα αυτός ήταν ηγέτης κόμματος και κατέβαινε στις εκλογές. Νομίζω ότι τα συμπεράσματα είναι προφανή. Μόνο με τέτοιες ρίζες μπορεί να "ανθίσει" ο φασισμός.
Ο Haneke δεν ενδιαφέρεται τόσο για το "αστυνομικό" μέρος της πλοκής. Μας δίνει μια λύση, η οποία είναι σχετική με τα όσα είπαμε παραπάνω και είναι και συγκλονιστική αν την αναλογιστεί κανείς, αλλά κι αυτή μένει στα όρια της πιθανότητας. Δεν είναι αυτό όμως το ζητούμενο. Τα όσα λέει είναι πολύ βαθύτερα. Και όπως πάντα, τα λέει συχνά με ενοχλητικό τρόπο για τον θεατή.

eXTReMe Tracker