Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 29, 2008

ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΛΕΟΠΑΡΔΑΛΕΙΣ ΚΑΙ ΦΟΝΟΙ


Δεν νομίζω ότι τo Leopard Man του Jacques Tourneur (1904-1977) του 1943 συγκαταλέγεται στις καλύτερες ταινίες του. Μου φάνηκε αρκετά ξεπερασμένη, αντίθετα με άλλα φιλμ του δημιουργού της. Μια λεοπάρδαλη ξεφεύγει από μια τραγουδίστρια, που τη χρησιμοποιεί για να εντυπωσιάσει στις παραστάσεις της και σκοτώνει μια κοπέλα. Κι άλλοι φόνοι γυναικών ακολουθούν, αλλά πολύ σύντομα οι θεατές, μαζί με τον ήρωα της ταινίας, υποψιαζόμαστε ότι γι' αυτούς δεν είναι πλέον υπεύθυνο το θηρίο.
Ένα ακόμα θρίλερ του Tourneur σε παραγωγή του διάσημου Val Lewton, που γίνεται όμως αφορμή για να επιβεβαιώσουμε ότι ο πρώτος υπήρξε ένας άνισος δημιουργός, ικανός για υποβλητικά αριστουργήματα, αλλά και για μετριότητες όπως αυτή. Πράγματι, ενώ κι εδώ υπάρχουν μεμονωμένες ατμοσφαιρικές σκηνές, το όλο φιλμ μου φάνηκε γερασμένο και άνευρο, δίχως τήν απαραίτητη δόση σασπένς που θα με κράταγε - για να τρομάξει έναν σύγχρονο θεατή ούτε λόγος βέβαια. Έπειτα, το παιχνίδι με το διφορούμενο, σήμα κατατεθέν του Τουρνέρ, εδώ πάει πολύ σύντομα περίπατο, ενώ η τελική αποκάλυψη μοιάζει μάλλον ξεκρέμαστη και όχι επαρκώς δικαιολογημένη. Μένουνε κάποιες καλές στιγμές - το είπαμε ήδη - αλλά νομίζω ότι η ταινία αυτή σήμερα προορίζεται μόνο για φανατικούς φανς του σκηνοθέτη, που απλώς θέλουν να συμπληρώσουν τη φιλμογραφία του. Υπάρχουν πολύ καλύτερα φιλμ του Τουρνέρ για να απολαύσετε, πιστέψτε με...

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΣΕΞ


Το Eleve Libre είναι μια γαλλική ταινία του Joachim Lafosse που θέλει να είναι προκλητική. Για να είμαστε ακριβείς, νομίζω ότι αυτό και μόνο είναι ο στόχος της και τίποτα άλλο: Άβγαλτος έφηβος (αν και έχει κοπέλα) χωρισμένων γονέων, που μένει μάλλον (οι σχέσεις με τους άλλους είναι ακατανόητες) σε φιλική οικογένεια αφού η μητέρα ζει σε άλλη πόλη, ασχολείται κυρίως με το τένις παραμελώντας τα μαθήματά του. Προσπαθώντας να μην τον διώξουν από το σχολείο, αποφασίζει να μελετήσει σκληρά, πλην όμως χρειάζεται απαραιτήτως ιδιαίτερα μαθήματα, που θα τα κάνει αφιλοκερδώς 30άρης καθηγητής και κολλητός φίλος. Σύντομα τα μαθήματα εξελίσσονται σε ένα είδος σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, την οποία αναλαμβάνουν ο καθηγητής προφανώς και οι υπόλοιποι ενήλικες φίλοι και ο μικρός "διαπαιδαγωγείται" από άντρες και γυναίκες αδιακρίτως. Αυτό είναι όλο.
Βρήκα το πρώτο μέρος της ταινίας, πολύ απλά, βαρετό, γεμάτο συζητήσεις και καθημερινότητα, όπου ελάχιστα συμβαίνουν. Στο δεύτερο μέρος αρχίζουν τα (σεξουαλικά) μαθήματα που λέγαμε και υποτίθεται ότι πρέπει να σου κεντρίσουν το ενδιαφέρον(;), αλλά σε μένα τουλάχιστον απέτυχαν και σ' αυτόν τον τομέα, αφού βρήκα την όλη κατασκευή, πολύ απλά, άνευ λόγου. Φιλοσοφικές συζητήσεις, περί σεξ κυρίως, αλλεπάλληλα γεύματα (όπου συνήθως γίνονται οι συζητήσεις), απόλυτη βαρετή καθημερινότητα και σποραδικά το σεξ που προαναφέραμε, δίνονται πλαδαρά, τόσο που ούτε να με γαργαλήσουν καν κατάφεραν. Φαντάζομαι ότι ο Lafosse έκανε την ταινία για να προκαλέσει πλήθος αντιδράσεων και συζητήσεων. Σε όσους δεν την έχουν δει και απλώς ακούσουν για το περιεχόμενό της, ίσως τα καταφέρει. Οι υπόλοιποι, όπως εγώ, που την είδαμε, είμαστε πολύ νυσταγμένοι για συζητήσεις.
ΥΓ: Και μην πάτε καν καθαρά για να πάρετε μάτι. Δεν δείχνει τίποτα απολύτως. Η κινηματογράφηση του σεξ γίνεται κυρίως με κοντινά προσώπων που προσπαθούν να μας πείσουν ότι νοιώθουν ηδονή.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 28, 2008

ΜΥΣΤΙΚΑ, ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ


Ο Jacques Tourneur (1904-1977) γυρίζει το "Experiment Perilous" (Πείραμα στον κίνδυνο) το 1944. Πρόκειται για θρίλερ όπου ένας γιατρός υποψιάζεται ότι παράξενα πράγματα συμβαίνουν πίσω από τους τοίχους του πλούσιου σπιτιού ενός μέλους της αριστοκρατίας όταν η συμπαθής μεσήλιξ αδελφή, που μόλις γνώρισε σ' ένα τρένο, πεθαίνει μυστηριωδώς. Ο ήρωας παρεισφρύει στον οικογενειακό κύκλο της, όπου όλοι αντιδρούν παράξενα, τα μυστικά είναι καλά κρυμμένα, η απειλή αιωρείται... Πάνω απ' όλα όμως υπάρχει η σύζυγος, η πανέμορφη Χέντι Λαμάρ, ο απαραίτητος έρωτας προς αυτή, οι ανεξέλεγκτες συνέπειες...
Ο Tourneur κάνει εδώ ένα θρίλερ που κρατά τον θεατή, δίχως όμως κατά τη γνώμη μου να πρόκειται για μεγάλη ταινία. Χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει ενδιαφέρον. Κυρίως όσον αφορά την πραγματικά διεστραμμένη ψυχολογία του συζύγου και τις ψυχολογικές επιπτώσεις στα μέλη της οικογένειας, τον διάχυτο φόβο που κυριαρχεί στο σπίτι, τα σκοτεινά περιστατικά του παρελθόντος. Η μυστηριώδης ατμόσφαιρα είναι δεδομένη σχεδόν από την αρχή, η Λαμάρ στο ρόλο της μοιραίας γυναίκας είναι πανέμορφη, αλλά βρήκα το όλο σασπένς μάλλον χαλαρό. Αν πάντως είστε λάτρεις των παλιών, ασπρόμαυρων φιλμ, δείτε το χωρίς ενδοιασμούς.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 27, 2008

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΑ ΜΕΛΩΔΙΑ


Το "The Tune" (1992) του Bill Plympton είναι μια πολύ όμορφη ταινία κινουμένων σχεδίων του ιδιαίτερου αυτού δημιουργού. Ο ήρωάς της, ένας συνθέτης, πιέζεται από τον μεγαλοπαραγωγό Mr Mega (!) - με του οποίου τη γραμματέα είναι ερωτευμένος - να γράψει σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα ένα σουξέ, αλλιώς θα χάσει τα πάντα (ο συνθέτης εννοείται, όχι ο εταιριάρχης). Στην αγχωμένη αναζήτηση έμπνευσης ο ήρωας θα φτάσει στην σουρεαλιστική χώρα του Φλούμπι Ντούμπι, όπου όλα μπορούν να συμβούν και όπου αυτό που κυρίως θα μάθει είναι να γράφει τραγούδια απ' την καρδιά του.
Το χιούμορ, ο σουρεαλισμός, οι φευγάτες εικόνες, η φαντασία και η τρυφερότητα συνυπάρχουν στην όμορφη αυτή ταινία. Κυρίως όμως υπάρχει η μουσική, που πρωταγωνιστεί. Για τον Plympton η ιστορία αυτή δεν είναι παρά η αφορμή για να κάνει μια σειρά από ιδιόρυθμα βιντεοκλίπ κινουμένων σχεδίων, που "ντύνουν" μια πλειάδα έξυπνων τραγουδιών, που μάλιστα ανήκουν σε διαφορετικά είδη, φτιάχνοντας έτσι και ένα είδος "οδηγού" μουσικών στυλ, ενώ τα κινούμενα σχέδια που τα συνοδεύουν είναι συχνά φτιαγμένα κι αυτά με διαφορετικό στυλ γραφής. Τα τραγούδια έχει γράψει η Maureen McElheron, μόνιμη μουσική συνεργάτης του Plympton. Δείτε, αν μπορέσετε, το παράξενο αυτό φιλμ, κυρίως για μια εναλλακτική πρόταση για το βιντεοκλίπ, και ψάξτε και το σάουντρακ. Θα το κάνω κι εγώ σύντομα.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 26, 2008

ΤΡΟΠΙΚΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤΙΑΝΩΝ ΚΛΙΣΕ


Για πολλοστή φορά το Χόλιγουντ δείχνει την εξυπνάδα του (ή την πονηριά του, αν προτιμάτε): Αν πρόκειται να κάνουμε επιτυχία, γιατί να μην χλευάσουμε μέχρι τελικής πτώσης τον ίδιο μας τον εαυτό; Ίσως ακριβώς η τόση ευελιξία του είναι που τελικά το κάνει να επιβιώνει και να κυριαρχεί παγκόσμια εδώ και ένα σχεδόν αιώνα.
Η "Τροπική Καταιγίδα" του ενός εκ των πρωταγωνιστών της Ben Stiller δεν αφήνει τίποτα όρθιο προκειμένου να καννιβαλίσει κάθε πτυχή του Χόλιγουντ. Η ιδέα είναι καλή και ενίοτε ξεκαρδιστική. Έχοντας σα βάση τις πολεμικές ταινίες σε όλη τους τη γκάμα, από "Ράμπο" μέχρι "Αποκάλυψη Τώρα" και "Πλατούν", βάζει αδίστακτα χέρι και σε άλλα χολιγουντιανά είδη, φτάνοντας μέχρι τις (χολιγουντιανές πάντα) "ταινίες ποιότητας", που στηρίζονται σε ηθοποιούς της σχολής των Actor's Studio (Πατσίνο, Ντε Νίρο κλπ.) Και ταυτόχρονα παίζει και με το σπλάτερ σε αρκετές σκηνές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποκρουστικές από μη μυημένους στο είδος. Το εγχείρημα υποστηρίζεται από μια πλειάδα πασίγνωστων ηθοποιών, μερικοί από τους οποίους σατιρίζουν τον ίδιο τους τον εαυτό, ενώ η ταινία κατακλύζεται κυριολεκτικά από κάθε είδους αναφορές - παρωδίες διάσημων σκηνών του αμερικάνικου κινηματογράφου, τόσο που μερικές δεν προλαβαίνεις να τις πιάσεις ή, ενώ αναρωτιέσαι ακόμα "τι μου θυμίζει αυτό, πού το έχω ξαναδεί;" έρχεται η επόμενη. Όλα τα λεφτά επίσης η απροσδόκητη εμφάνιση του αγνώριστου Τομ Κρουζ (θα αργήσετε πολύ να καταλάβετε ποιος είναι). Το έχω ξαναπεί νομίζω: Του πάει πολύ να παίζει τον μαλάκα.
Τα πλεονεκτήματα υπάρχουν: Είπαμε και στην αρχή ότι πολλά σημεία της είναι ξεκαρδιστικά, με κορυφαία τα τρέιλερ - παρωδίες της αρχής. Επίσης τα πάντα λέγονται με το όνομά τους: Ο Ράμπο (ή ο ηθοποιός που τον ενσαρκώνει) είναι ηλίθιος, οι κωμωδίες του Έντι Μέρφι επιεικώς κακόγουστες που το "χιούμορ" τους βασίζεται στο... πόσο κλάνει ο ευτραφής πρωταγωνιστής, οι μεγάλοι ηθοποιοί μπαίνουν "στο πετσί του ρόλου τους" μέχρις αηδίας (ή γελοιότητας), οι παραγωγοί είναι ακαλλιέργητα κτήνη που τους νοιάζουν μόνο τα φράγκα, οι εθνικοί ήρωες είναι απατεώνες κλπ. κλπ... Το κακό είναι ότι μεγάλο μέρος του φιλμ διαθέτει επίσης χοντρό και παρατραβηγμένο χιούμορ - πλάκα μάλλον - που προσωπικά τουλάχιστον δεν μου έβγαλε το γέλιο που υποσχόταν, λες και η ταινία μιμόταν τις κακογουστιές που σατίριζε. Επίσης στα πλην και η αποσπασματικότητα: Πρόκειται μάλλον για συρραφή αστείων που πολλά πολύ σύντομα θα ξεχάσετε, παρά για ολοκληρωμένη ταινία.
Καλή διασκέδαση πάντως - όσο αντέξετε τις τόσες χοντράδες που διανθίζονται από πολλές έξυπνες σκηνές.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 25, 2008

Η... ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΜΛΕΤ ΚΑΙ Η ΔΙΧΩΣ ΤΑΜΠΟΥ ΠΛΑΚΑ


Ε, λοιπόν, με το "Hamlet 2. Η Ανάσταση" του Andrew Fleming διασκέδασα περισσότερο απ' όσο περίμενα. Όχι μόνο με τις πολλές αστείες φάσεις της ταινίας, αλλά και με το συνολικό ελευθεριάζον πνεύμα της, που δεν διστάζει να κάνει άφθονη πλάκα με διάφορα ταμπού, ιερά και όσια της τέχνης, της θρησκείας κλπ., και μάλιστα στη σύγχρονη Αμερική του Μπους και να σατιρίσει τη λογοκρισία, τη θρησκοληψία, τους... δικηγόρους και άλλα δεινά. Και είναι και ο Στιβ Κούγκαν, που είναι ξεκαρδιστικός ακόμα και ως φάτσα, οπότε το γέλιο ρέει άφθονο (ενώ ανέλπιστα εμφανίζεται και η Ελίζαμπεθ Σου παίζοντας ακριβώς τον εαυτό της).
Ο Κούγκαν λοιπόν είναι αποτυχημένος θεατρικός ηθοποιός και μεγάλο ψώνιο με το θέατρο και διδάσκει (θέατρο, τι άλλο) σε τάξη σχολείου, έχοντας 2 (!) φανατικούς μαθητές και ανεβάζοντας κάθε χρόνο με πλήρη αποτυχία... χολιγουντιανά φιλμ διασκευασμένα για τη σκηνή. Ώσπου κάποια χρονιά η τάξη του γεμίζει (κατά λάθος) από άγριους λατίνους, τους οποίους πείθει να ανεβάσουν ένα δικό του έργο, που είναι μια συνέχεια του Άμλετ, όπου, μεταξύ άλλων, ο ομώνυμος ήρωας, ο Ιησούς, ο Αϊνστάιν και άλλοι ξαναζούν και βρίσκονται όλοι μαζί χάρη σε μια μηχανή του χρόνου. Και μια που είμαστε στην Αμερική οι λογοκριτικοί μηχανισμοί τίθενται άμεσα σε εφαρμογή, οι αγανακτισμένοι πολίτες (θρησκόληπτοι, πατριώτες και φανατικοί κάθε είδους) ζητούν το αίμα τους πίσω και ο χαβαλές δεν έχει τελειωμό.
Η ταινία θέλει να ισορροπήσει (σε μερικά σημεία της τουλάχιστον) ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, δεν νομίζω ότι τα καταφέρνει όμως, αφού η πρώτη έχει συνεχώς το επάνω χέρι. Και, φυσικά, κορυφώνεται με το ανέβασμα της παράστασης στο τέλος, η οποία είναι βεβαίως πραγματικός αχταρμάς, και χτυπάει κόκκινο περιφρονώντας κάθε πολιτική ή άλλη ορθότητα όταν επί σκηνής εμφανίζεται ημίγυμνος ο Ιησούς τραγουδώντας "Rock me sexy Jesus" - και με φωνητικά από την Gay Ανδρική Χορωδία της πόλης - σκορπίζοντας, υποθέτω, "ιερή αγανάκτηση" σε εκατομμύρια αμερικανών και όχι μόνο.
Δεν είναι η ταινία της χρονιάς, πιστεύω όμως ότι θα διασκεδάσετε πολύ, τουλάχιστον αν δεν σας ενοχλούν οι κάθε είδους ασέβειες.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 24, 2008

ΟΡΓΗ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΔΡΑΜΑΤΑ


Η αργεντινή Albertina Carri είναι μια σημαντική σύγχρονη σκηνοθέτης, που αρκετές δουλειές της έχουν διακριθεί σε διάφορα φεστιβάλ. Η ταινία "La Rabia" (Η Οργή) του 2008 είναι ένα δυνατό και ιδιαίτερα σκοτεινό αγροτικό δράμα, που κάποιες στιγμές σαν ιστορία θυμίζει τα "Μαθήματα Πιάνου". Αυτό που ξαφνιάζει αρχικά είναι ότι τέτοιες κοινότητες, σχεδόν αποκλεισμένες από τον σύγχρονο κόσμο, και τα όσα συμβαίνουν εκεί, μπορούν ακόμα να υφίστανται στη σημερινή Αργεντινή, που, όπως και να το κάνουμε, δεν είναι μια τόσο τριτοκοσμική χώρα. Αν και μπορώ να φανταστώ ότι και στη σύγχρονη Ελλάδα θα μπορούσαμε να συναντήσουμε σε απομακρυσμένα χωριά παρόμοιες καταστάσεις.
Σε μια αγροτική κοινότητα λοιπόν, που μοιάζει να τη ξέχασε ο χρόνος, διαδραματίζεται μια υπόθεση μοιχείας, που κύρια θύματά της (ψυχολογικά) είναι τα παιδιά των δύο εμπλεκόμενων οικογενειών. Τα εγκλήματα δεν θα αργήσουν να ακολουθήσουν, καθώς φουντώνουν τα πάθη που σιγοβράζουν κάτω από την επιφανειακά αναλλοίωτη, μίζερη καθημερινότητα.
Η ταινία είναι ιδιαίτερα βαρειά και καταθλιπτική, η ατμόσφαιρα ζοφερή, σα να περιμένεις ανά πάσα στιγμή να ξεσπάσει η καταιγίδα. Όλα κινούνται στην κόψη του ξυραφιού. Παρά το βάρος της όμως και τους σχετικά αργούς ρυθμούς, αναγνωρίζω τη σκηνοθετική μαεστρία της Carri στο χτίσιμο της σκοτεινής ατμόσφαιρας και κυρίως στη δημιουργία μιας σειράς από πανέμορφες (στατικές μερικές φορές) εικόνες. Δυνατές οι ηθοποιίες, όπως δυνατή είναι η ταινία γενικότερα. Σαφώς και δεν είναι για όλες τις ώρες (κινδυνεύετε να κόψετε τις φλέβες σας), αλλά το βρήκα καλό σινεμά.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 22, 2008

ΤΟ ΕΞΠΡΕΣ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ - ΦΑΝΤΑΣΜΑ


Ο Jacques Tourneur (1904-1977), γάλλος που δούλεψε κυρίως στο Χόλιγουντ, είναι γνωστός για τις θαυμάσιες φανταστικές του ταινίες (Cat People, Περπάτησα μ' ένα ζόμπι κλπ.) και πολύ καλά κάνει, αφού είναι μάλλον οι καλύτερές του (χωρίς φυσικά να έχω δει το σύνολο της εκτεταμένης φιλμογραφίας του). Ωστόσο έκανε και πολλές άλλες από κάθε κινηματογραφικό είδος.
Το "Berlin Express" είναι μια κατασκοπευτική ταινία που γύρισε το 1948. Πέραν του όποιου καθαρά κινηματογραφικού ενδιαφέροντός της, διαθέτει και μια σημαντική ντοκουμενταρίστικη αξία: Είναι η πρώτη (αμερικάνικη τουλάχιστον) ταινία που γυρίστηκε στα αληθινά ερείπια της Φραγκφούρτης και του Βερολίνου, που τότε ήταν ακόμα ισοπεδωμένες από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων, κυριολεκτικά πόλεις - φαντάσματα. Θα επανέλθω όμως σ' αυτό.
Σαν φιλμ δεν το θεωρώ και κάτι φοβερό, χωρίς ωστόσο να σημαίνει αυτό ότι δεν σε κρατάει. Μια ομάδα φανατικών γερμανών (νοσταλγών των ναζί, υποθέτω) απαγάγει σε ένα τρένο έναν σημαντικό, οραματιστή γερμανό που δουλεύει για μια ευημερούσα και κυρίως ειρηνική Γερμανία. Μια πολυεθνική ομάδα συνταξιδιωτών του, που βρέθηκε τυχαία στο ίδιο τρένο, αναλαμβάνει οικειοθελώς να διελευκάνει την υπόθεση. Οι πολιτικές αναφορές είναι σαφείς, καθώς στην ομάδα αντιπροσωπεύονται όλοι οι νικητές σύμμαχοι: Άγγλοι, αμερικάνοι, σοβιετικοί, γάλλοι... Ατμοσφαιρική σκηνοθεσία στα ερείπια και στα υπόγεια των κάποτε ακμαζουσών γερμανικών πόλεων, κριτική στον πόλεμο, σασπένς, το κάνουν να βλέπεται με ενδιαφέρον. Μέχρι εκεί. Δεν νομίζω ότι πρόκειται για κλασικό αριστούργημα.
Αυτό όμως που συγκλονίζει είναι οι εικόνες των κατεστραμένων πόλεων. Αν δεν το δείτε με τα μάτια σας δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο, μα πόσο είχε ισοπεδωθεί το Βερολίνο, που φαντάζει εδώ σαν ένας σουρεαλιστικός εφιάλτης βγαλμένος από νοσηρή φαντασία. Σωροί από μπάζα παντού και πού και πού σκόρπιοι όρθιοι τοίχοι με μυτερές προεξοχές που θυμίζουν σκηνικό ταινίας τρόμου. Τρελαίνεσαι όταν σκέφτεσαι ότι αυτό που αντικρύζεις δεν είναι φτιαχτό, αλλά πέρα για πέρα αληθινό κι ότι μέσα σ' αυτή την κόλαση, σαν ποντίκια, έζησαν για κάμποσα χρόνια οι πολίτες που επιβίωσαν. Έτυχε να είμαι στο Βερολίνο 3 μήνες πριν. Έβλεπα λοιπόν γνωστά μου μέρη, χαρακτηριστικά μνημεία ή σημεία της πόλης που φυσικά σήμερα έχουν αναστηλωθεί, και δεν πίστευα στα μάτια μου. Νομίζω ότι αυτή η ντοκιμαντερίστικη πλευρά είναι και η σημαντικότερη του φιλμ.
Και βέβαια, έχει και ένα εξωκινηματογραφικό πολιτικό ενδιαφέρον: Έίναι από τις λίγες αμερικάνικες ταινίες που οι Ρώσοι, παρά το ότι κριτικάρονται, είναι κατά βάθος φίλοι. Βλέπετε, είχαν μόλις νικήσει μαζί τους ναζί και ακόμα δεν είχαν μπει (ή είχαν μπει αλλά το 1948 δεν το είχαν ακόμα πάρει είδηση) στον Ψυχρό Πόλεμο. Ακολούθησε η δεκαετία του 50 κυρίως, αλλά και οι επόμενες, όπου οι σοβιετικοί είναι... πιο κακοί δεν γίνονται. Και έπρεπε να φτάσουμε στα 1990 περίπου, όταν το σοβιετικό καθεστώς καταρρέει, για να γυριστεί ξανά ταινία με "καλούς" αμερικάνους και ρώσους, που συνεργάζονται: Το αδιάφορο κατά τα άλλα, αλλά χαρακτηριστικό της εποχής Red Heat, με τον Σβαρτσενέγκερ. Ποιος είπε ότι ο εμπορικός κινηματογράφος δεν είναι απόλυτος καθρέφτης της εκάστοτε εποχής;

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 21, 2008

Η ΘΕΑ ΦΑΡΟ ΚΑΙ ΟΙ ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΔΥΣΕΙΔΑΙΜΟΝΙΕΣ


Το να βλέπεις μια αφρικάνικη ταινία (ξεκαθαρίζω ότι όταν λέω αφρικάνικη εννοώ κυρίως της μαύρης Αφρικής, κάτω από τη Σαχάρα, και όχι αιγυπτιακά, μαροκινά κλπ. φιλμ) είναι σίγουρα μια παράξενη εμπειρία, όχι πάντοτε θετική. Έτσι το «Φάρο, η θεά των νερών» (2007) του Salif Traoré από το Μάλι είναι, αν μη τι άλλο, μια ταινία ακατανόητη σε ορισμένα σημεία της από δυτικούς θεατές.
Η ιστορία διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή σε ένα πάμπτωχο χωριό ψαράδων, που ακόμα ζει με τους μύθους και τις παραδόσεις του βαθύτατου παρελθόντος. Εκεί επιστρέφει κάποιος που έχει διωχτεί από μικρός επειδή ήταν νόθος. Είναι πλέον μορφωμένος (ο μόνος στο χωριό) και πετυχημένος και ονειρεύεται να φτιάξει ένα φράγμα που θα σώσει το χωριό από τη φτώχεια. Συναντά και τη μητέρα του, που έχει να τη δει από παιδί, αλλά και την απροκάλυπτη εχθρότητα των περισσότερων συχωριανών του, που τον απεχθάνονται επειδή είναι νόθος και πιστεύουν ότι οποιοδήποτε έργο θα ενοχλήσει τη Φάρο, τη θεότητα του ποταμού που τους δίνει τροφή.
Ενδιαφέρον, ίσως να σκεφτείτε. Όλο αυτό όμως είναι δοσμένο με έναν περίεργο, πρωτόγονο σχεδόν τρόπο, όσο πρωτόγονη είναι και η ιστορία που αφηγείται. Είναι σα να βρίσκεται το σινεμά στα πρώτα του βήματα (πράγμα που πιθανότατα συμβαίνει σε χώρες σαν κι αυτή, με μικρή κινηματογραφία). Η φωτογραφία είναι άτεχνη, οι ηθοποιοί παίζουν με παράξενο τρόπο, η ιστορία δεν αφηγείται στρωτά και, όπως είπα στην αρχή, πολλά από όσα γίνονται και λέγονται είναι ακατανόητα για δυτικούς θεατές. Το «μήνυμα» βέβαια υπέρ της προόδου και ενάντια στην καθυστέρηση και τις δεισιδαιμονίες (που εδώ δεν είναι και ιδιαίτερα γραφικές) είναι σαφές. Αλλά το όλο πράγμα με κούρασε αρκετά.
ΥΓ: Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει πάντοτε ενδιαφέρον να βλέπει κανείς σινεμά από άγνωστες γωνιές του κόσμου. Κάθε άλλο.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 20, 2008

ΣΠΛΑΤΕΡ, ΧΑΒΑΛΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΣΥΖΥΓΟΙ


O Bill Plympton είναι ένας αμερικανός ανεξάρτητος δημιουργός κινουμένων σχεδίων, από τους πιο γνωστούς του είδους. Όταν λέμε ανεξάρτητος σημαίνει ότι δεν δουλεύει σε μεγάλες χολιγουντιανές εταιρίες (Disney, Pixar κλπ.) και ότι, περίπου, τα κάνει όλα μόνος του.
Το "I married a strange person" γυρίστηκε το 1997. Το πρώτο που έχουμε να παρατηρήσουμε είναι ότι πρόκειται πέρα για πέρα για ενήλικα κινούμενα σχέδια. Για να είμαστε ακριβέστεροι, για αυστηρώς ακατάλληλα. Σεξ, βία και μπόλικες δόσεις σπλάτερ συνθέτουν την παρωδία αυτή των παλιών b-movies επιστημονικής φαντασίας. Ένας νέος, ωραίος και νιόπαντρος τύπος δέχεται άθελά του μια ακτίνα και, μετά το ατυχές (;) συμβάν μπορεί να πραγματοποιεί τις φαντασιώσεις του. Και δεν μιλάμε μόνο για τις σεξουαλικές (αυτές άλλωστε είναι λίγες, αφού είναι πολύ ερωτευμένος με την όμορφη γυναίκα του). Μπορεί όμως να μεταμορφώνει κατά βούλησιν τους άλλους (κυρίως όσους μισεί) και να κάνει διάφορα άλλα «θαύματα».
Είπαμε ότι το σπλάτερ ως χαβαλές κυριαρχεί. Μυαλά ανοίγουν, εντόσθια χύνονται, μάτια βγαίνουν και άλλα τέτοια ορεκτικά. Κι ακόμα υπάρχει κάμποσο σεξ, έντονη αντιμιλιταριστική διάθεση (η παρουσίαση των ηλίθιων και στρατόκαυλων στρατιωτικών είναι σπαρταριστή), κακά πεθερικά (εδώ σατιρίζεται και ο συντηρητικός μέχρι βλακείας αμερικάνος «μέσος πολίτης»), κακές πολυεθνικές, κριτική στην ηλιθιότητα της τηλεόρασης και πολλά κυνηγητά. Και, κυρίως, πολύ προσωπικό, αναγνωρίσιμο σχέδιο με εξαιρετική τεχνική, που σε τίποτα δεν μοιάζει με τα «γλυκά», τυποποιημένα ντισνεϊκά ή κομπιουτεράδικα. Ίσως πάσχει κάπως από ρυθμό – τα κυνηγητά παραείναι πολλά, ορισμένες κοιλίτσες υπάρχουν – συνολικά όμως αξίζει η γνωριμία με έναν πολύ ταλαντούχο και πολυβραβευμένο ανεξάρτητο δημιουργό.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 17, 2008

ΚΟΚΚΙΝΑ ΣΑΤΕΝ ΚΑΙ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΚΟΙΛΙΑΣ


Το "Κόκκινο σατέν" (Satin Rouge) του Raja Amari του 2002 είναι η πρώτη τυνησιακή ταινία που βλέπω. Και, χωρίς να το θεωρήσω και κανένα αριστούργημα, πρέπει να πω ότι μου άρεσε αρκετά. Να πούμε κατ' αρχήν ότι η μουσουλμανική Τυνησία δεν έχει μια φανατικά ισλαμική κυβέρνηση που να επιβάλλει ισλαμικό νόμο. Δεν πρόκειται δηλαδή για θεοκρατικό κράτος. Γι' αυτό οι γυναίκες δεν κυκλοφορούν υποχρεωτικά με τσαντόρ, υπάρχουν καμπαρέ, είναι μια πολύ τουριστική χώρα κλπ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι γυναίκες δεν καταπιέζονται κάτω από το βάρος των παραδόσεων που τις θέλει κλεισμένες στο σπίτι - τουλάχιστον περισότερο από τους άντρες.
Μια καλοδιατηρημένη χήρα, προσπαθώντας να παρακολουθήσει την κόρη της που βρίσκεται σε ηλικία πρώτων ερωτικών σκιρτημάτων, έρχεται σε επαφή με τον κόσμο του καμπαρέ, όπου γυναίκες όχι τόσο ευϋπόληπτες σύμφωνα με τα τρέχοντα ήθη ψυχαγωγούν τους αποκλειστικά σχεδόν άντρες πελάτες χορεύοντας χορό της κοιλιάς. Η χήρα, απόλυτα συντηρητική και καταπιεσμένη μέχρι τότε, γοητεύεται από τον κόσμο αυτόν και γίνεται η ίδια (κρυφά από το περιβάλλον της φυσικά) πετυχημένη χορεύτρια κοιλιάς. Το δράμα μοιάζει να ζυγώνει όλο και περισσότερο όταν εμπλέκεται ένας νέος άντρας... αλλά τελικά... δεν θα σας πω τι γίνεται τελικά.
Πρόκειται βέβαια για φεμινιστική ταινία, για ένα κάλεσμα εξόδου από την καταπίεση, και γι' αυτό τολμηρή ακόμα και για τα σχετικά ανεκτικά στάνταρ της χώρας. Ο χορός της κοιλιάς συμβολίζει την απελευθέρωση, των ενστίκτων, της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας, της γυναίκας συνολικά τελικά. Το όλο θέμα δίνεται αρκετά ευαίσθητα και ρεαλιστικά. Και είναι και ενδιαφέρουσα η στάση που κρατά ο σκηνοθέτης όταν όλα δείχνουν ότι το σκάνδαλο ετοιμάζεται να ξεσπάσει. Νομίζω ότι ο τελευταίος πάνω απ' όλα νοιάζεται για την αξιοπρέπεια της γυναίκας (στη χώρα του και γενικότερα). Καθόλου μεγάλη ταινία, πλην όμως συμπαθής και με αρκετό ενδιαφέρον.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 14, 2008

O HELLBOY ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΚΟΤΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ


Έχουμε ξαναπεί ότι ο ευφάνταστος Guillermo del Toro έχει δύο πρόσωπα: Κάνει μια δικιά του, προσωπική ταινία, και μετά ένα χολιγουντιανό blockbuster. Εγώ μπορεί να προτιμώ την πρώτη κατηγορία, των "προσωπικών" ταινιών του, πλην όμως χάρη στη φαντασία και την βαθειά του αγάπη για το φανταστικό τα καταφέρνει μια χαρά και στο άλλο είδος. Αποτέλεσμα τα blockbuster του να φέρουν την προσωπική του σφραγίδα, σε οπτικό επίπεδο τουλάχιστον. Έτσι, βλέποντας το δεύτερο Hellboy : The Golden Army, αναγνωρίζει κανείς το σύμπαν του δημιουργού του και μάλιστα πολλά πλάσματα θυμίζουν αυτά του "Λαβύρινθου του Πάνα".
Πέρα απ' αυτές τις οπτικές κυρίως ιδιαιτερότητες πάντως, η συγκεκριμένη ταινία πάσχει νομίζω από υπερφόρτωση. Πολλά πλάσματα, πολλοί κόσμοι, πολλά gadget, μαγικά και μη, όλα τέλος πάντων είναι πολλά. Δράση υπάρχει μπόλικη (αυτό μας έλειπε), χιούμορ επίσης, ρομαντικοί και ανεκπλήρωτοι έρωτες και μια μυθολογία που θυμίζει Τόλκιν σαν φόντο στην όλη ιστορία. Διασκέδασα, δεν λέω, αλλά μου έμεινε κάπως η αίσθηση του overdose. Του το συγχωρώ πάντως. Ο del Toro είναι αναμφισβήτητα αξιόλογος, αγαπά το κόμικς του Mignola, αλλά περιμένω εναγωνίως την επόμενη "δική του" ταινία. Αν πάντως είστε φίλοι των υπερθεαματικών περιπετειών θα χορτάσετε σίγουρα. Μέχρι λιγώματος.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 13, 2008

ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΙΛΑΣ... ΑΛΛΑ ΜΕ ΧΙΟΥΜΟΡ


"Τα Χρόνια της Μαυρίλας" (L'Age des Tenebres) του εξαιρετικού καναδού (από το Κεμπέκ για την ακρίβεια) Denys Arcand διαθέτουν το σαρκασμό, το χιούμορ, την παντελή έλλειψη πολιτικής ορθότητας και τον κοινωνικό καυτηριασμό προηγούμενων ταινιών του, αλλά δεν νομίζω ότι φτάνουν στο ύψος τους.
Ένας μεσήλικας, μεσοαστός και άλλα μεσο... ζει μια απόλυτα αλλοτριωμένη ζωή, αποξενωμένος από τις κόρες του, σχεδόν μισώντας τη επιτυχημένη γυναίκα του και πλήττοντας με το επάγγελμά του. Μόνη του διέξοδος οι φαντασιώσεις του, όπου είναι υπερ επιτυχημένος, σούπερ εραστής, διάσημος και άλλα τέτοια. Μέχρι τη στιγμή που το ποτήρι θα ξεχειλίσει...
Ο Arcand κάνει για πρώτη φορά μια ταινία σχεδόν επιστημονικής φαντασίας, αφού βρισκομαστε μάλλον σε ένα κοντινό μέλλον με την εγκληματικότητα να έχει πάρει απίστευτες διαστάσεις, τη γραφειοκρατία να έχει γιγαντωθεί, το κράτος δικαίου να έχει πάει περίπατο... Φτιάχνει έτσι μια δυστοπία που θυμίζει Κάφκα και στην οποία κανείς δεν είναι σε θέση να αντιδράσει. Ο λόγος που το κάνει αυτό βέβαια είναι να σατιρίσει αλλύπητα κάθε λογής σύγχρονες καταστάσεις, μικρές και μεγάλες: Από την αντικαπνιστική υστερία, τη μανία με το new age, το φενγκ σούι και άλλα σχετικά, την άχρηστη γραφειοκρατία και τον κρατικό συγκεντρωτισμό μέχρι το σταρ σύστεμ και την εμμονή του σύγχρονου ανθρώπου με το σεξ. Μεγάλο μέρος του φιλμ κινείται ανάμεσα σε πραγματικές καταστάσεις και τις φαντασιώσεις του ήρωα... μέχρι την τελική προσγείωση.
Ίσως όλο αυτό το παιχνίδι να κουράζει κάπως, πάντως οι εύστοχες και αστείες στιγμές υπάρχουν και, βέβαια, παρά το ότι δεν τη θεωρώ από τις καλύτερές του, ο Denys Arcand κάνει μια ακόμα ενδιαφέρουσα ταινία.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 12, 2008

WANTED: ΖΩΝΤΑΝΟΣ Ή (ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ) ΝΕΚΡΟΣ


Αρχικά πρέπει να πω ότι το "Wanted" του Ρώσου δεξιοτέχνη Timur Bekmambetov (που, όπως ήταν αναμενόμενο, πήγε στο Χόλιγουντ), είναι σεναριακά πιο ενδιαφέρον από το μέσο βιντεοκλιπάδικο, εφφετζίδικο blockbuster. Σ' αυτό συμβάλλουν το πρωτότυπο σενάριο, οι αρκετές ανατροπές (κυρίως στο ποιοι είναι "καλοί" και ποιοι "κακοί"), αλλά και τα πολιτικοκοινωνικά μηνύματα που περνά (ή θέλει να περάσει). Έχει βέβαια απομακρυνθεί πολύ από το κόμικς του σεναριογράφου Μαρκ Μίλαρ απ' όπου προήλθε, αυτό όμως, όπως έχω πει και στο παρελθόν, δεν με πειράζει ιδιαίτερα, αφού προσπαθώ πάντα να ξεχνώ το πρωτότυπο και να βλέπω την ταινία που προκύπτει ως αυτόνομο έργο.
Είναι λοιπόν σαφές ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κράμα Fight Club και Matrix και δεν είμαι ο μόνος που το λέει αυτό. Σε πολλά σημεία θα σας θυμίσει είτε το ένα είτε το άλλο, είτε ιδεολογικά / σεναριακά είτε οπτικά. Ο Bekmambetov - αν και προσωπικά τον βαριέμαι κάπως - είναι εξαιρετικά ικανός στην εντυπωσιακή, βιντεοκλιπάδικη περιπέτεια και τα κυνηγητά με αυτοκίνητα και μη, τη δράση που κόβει την ανάσα και τα ευφάνταστα σκηνοθετικά κόλπα. Ιδεολογικά όμως (εφ' όσον, όπως είπαμε, η περιπέτεια αυτή θέλει να είναι πιο σύνθετη από τη μέση ταινία δράσης και διαθέτει κι αυτή τη διάσταση) έχω αρκετές αντιρρήσεις. Έχει βεβαίως κάποια αναρχικά μηνύματα, ένα κάλεσμα για απελευθέρωση από την καθημερινή, καταπιεστική ρουτίνα που σε κάνει να νοιώθεις πρόωρα γέρος, ένα μήνυμα του στυλ "χτύπα τα όλα κάτω επι τέλους, τρίψ' τους τα στη μούρη και απελευθερώσου", πλην όμως όλη αυτή η macho αίσθηση που τα συνοδεύει, η οπλολαγνεία, το κάλεσμα για αυτοδικία και εκδίκηση, δεν είμαι σίγουρος αν οδηγούν σε μια αντιεξουσιαστική λογική ή έναν νέο φασισμό. Βέβαια στο τέλος η ανατροπή και η αμφισβήτηση των μέχρι στιγμής καρα-βίαιων προτύπων κάτι λέει, αλλά και πάλι η γενική εικόνα μένει. Και δεν είναι και σίγουρο το πόσο ουσιαστικά αμφισβητούνται. Αφείστε που με ενοχλούν αρκετά (και είναι και σεναριακά κάπως αβάσιμα) τα περί μοίρας που αποφασίζει τα εκάστοτε θύματα και ο όλος (για μια ακόμα φορά) μεσιανισμός.
Εν πάσει περιπτώσει, όλα αυτά ίσως για τους περισσότερους να είναι ψιλά γράμματα μπροστά στο τόσο χορταστικό υπερθέαμα, που σίγουρα με κράτησε για δύο ώρες. Αν αυτό είναι που ψάχνει κανείς, τότε μιλάμε για μια από τις καλύτερες ταινίες του είδους.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 10, 2008

ΤΟ ΚΑΤΑ ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΛΕΝ ΣΕΞ


Στα 1972 ο Woody Allen βρισκόταν ακόμα στην πρώτη φάση της μεγάλης καριέρας του: Έκανε καθαρές κωμωδίες, με σοφιστικέ χιούμορ μεν, αλλά που πάντοτε ως βασικό στόχο είχαν το να σε κάνουν να γελάσεις. "Τα πάντα γύρω από το σεξ" ήταν η 4η ταινία του - και μάλλον όχι από τις πιο πετυχημένες.
Πρόκειται για ένα σπονδυλωτό φιλμ, που το κάθε επεισόδιο μιλά για κάτι σχετικό με το σεξ ή - αν προτιμάτε - συθήθως για κάποια διαστροφή, με τίτλους όπως "Τι είναι σοδομισμός;", "Είναι όλα τα τραβεστί ομοφυλόφιλοι;" και άλλα τέτοια χαριτωμένα και ενδιαφέροντα. Είπα παραπάνω ότι δεν είναι από τις πιο πετυχημένες ταινίες του, ωστόσο, διάβολε, βρισκόμαστε σε ένα φιλμ του Woody οπότε πάντοτε απολαμβάνει κανείς μερικές πανέξυπνες ατάκες και καταστάσεις. Απλώς τα επεισόδια νομίζω ότι είναι άνισα. Ενώ μερικά αποσπούν μονάχα μερικά χαμόγελα και ξεχνιούνται, ορισμένα μένουν βαθειά χαραγμένα στη μνήμη. Τα καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, είναι αυτό με το πρόβατο που ερωτεύονται διαδοχικά (!) ο Τίτος Βανδής και ο Τζιν Γουάιλντερ και το εξαιρετικό τελευταίο, που παρουσιάζει τον οργανισμό σαν μια πελώρια μηχανή με διαφορετικά τμήματα και εργάτες που, σε αγαστή συνεργασία, μοχθούν να πετύχουν έναν οργασμό. Οι σκηνές με τα σπερματοζωάρια (ο Γούντι ένας απ' αυτά) είναι όλα τα λεφτά.
Πάντως ορισμένα στοιχεία της ταινίας δείχνουν να έχουν γεράσει σήμερα και γενικά βρισκόμαστε στην αρχή και ο ακούραστος (όπως αποδείχτηκε αργότερα) δημιουργός δεν έχει βρει ακόμα το μοναδικό στιλ του, αυτό δηλαδή που θα τον χαρακτηρίσει από τον "Νευρικό Εραστή" και μετά.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 08, 2008

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2007-2008

Σεπτέμβρης και πάλι και ώρα για τους γνωστούς κινηματογραφικούς απολογισμούς για τη σεζόν που πέρασε. Τρίτη συνεχή χρονιά που το μπλογκ επιλέγει τις 10 καλύτερες κατά τη γνώμη του ταινίες που είδαμε το 2007-8 (και μερικές που ξεχώρισαν από τις υπόλοιπες), μόνο που αυτή εδώ ήταν μια ιδιαίτερα σκοτεινή κινηματογραφικά χρονιά. Σκοτεινή εννοώ ότι πολλές από τις καλές ταινίες ήταν κατάμαυρες - ακόμα και το Sweeny Todd του Burton. Σημεία των καιρών;
Όπως κάθε χρόνο θα ξεκαθαρίσω - προς αποφυγήν παρεξηγήσεων - τα εξής:
1. Ως "σεζόν" εννοώ την περίοδο από 1 Σεπτέμβρη 2007 έως 31 Αυγούστου 2008. Όποια ταινία βγήκε στα ελληνικά σινεμά μέχρι και την τελευταία μέρα του Αυγούστου που μόλις τελείωσε ανήκει σ΄αυτήν. Όποια βγήκε από 1η Σεπτέμβρη θα εξεταστεί στον επόμενο απολογισμό (αν είμαστε καλά μέχρι τότε).
2. Η σειρά των 10 ταινιών ΔΕΝ είναι αξιολογική, αλλά απλώς αλφαβητική. Μου είναι αδύνατο να κρίνω το νο 1, το νο 5 ή το νο 8, ας πούμε, από οποιαδήποτε λίστα αγαπημένων πραγμάτων. Ήδη κουράστηκα για να επιλέξω τις 10 από τις καμιά εικοσαριά που μου άρεσαν. 3. Οι παλιές ταινίες που προβλήθηκαν ξανά στη σεζόν (π.χ. "Πρόγευμα στο Τίφανυς", "Η Γκαρσονιέρα κλπ.) ΔΕΝ περιλαμβάνονται στη λίστα.
Ιδού λοιπόν:

- 4 ΜΗΝΕΣ, 3 ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΚΑΙ 2 ΜΕΡΕΣ του Cristian Mungiu
- Η ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ του Fatih Akin
- ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΦΙΛΙ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ του Alex Holdridge
- ΚΑΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΥΣ των αδελφών Coen
- Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΩΝ του Jorge Sánchez-Cabezudo
- ΠΡΙΝ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΜΑΘΕΙ ΟΤΙ ΠΕΘΑΝΕΣ του Sidney Lumet
- ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΙΠΠΟΤΗΣ του Christopher Nolan
- SWEENEY TODD του Tim Burton
- JUNO του Jason Reitman
- LA ZONA του Rodrigo Pla

Δεν μπορώ να μην αναφέρω και τις "επιλαχούσες", αυτές δηλαδή που με πόνο ψυχής δεν περιέλαβα στη δεκάδα (αλφαβητικά πάντοτε):

- ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗ ΜΠΡΙΖ του Martin McDonagh
- ΘΑ ΧΥΘΕΙ ΑΙΜΑ του Paul Thomas Anderson
- ΕΞΙΛΕΩΣΗ του Joe Wright
- ZODIAC του David Fincher
- ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟ του Juan Antonio Bayona
- ΠΡΟΣΟΧΗ: ΠΟΘΟΣ του Ang Lee
- ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΟΥ ΗΛΑ του Paul Haggis
- ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΦΥΣΗ του Sean Penn

Να σημειώσω επίσης τα κινούμενα σχέδια που μου άρεσαν: SIMPSONS: THE MOVIE, PERSEPOLIS και RATATOUILLE και την ελληνική έκπληξη ΙΣΤΟΡΙΑ 52 του Αλέξη Αλεξίου.
Κάθε διαφωνία ευπρόσδεκτη.
Και του χρόνου και... καλή (κινηματογραφική) χρονιά, σύντροφοι.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 07, 2008

ΟΥΤΕ ΚΙ ΕΓΩ Σ' ΑΓΑΠΩ...


Το 1976 ο μεγάλος Serge Gainsbourg *(1928-1991) καταπιάνεται για πρώτη φορά με τη σκηνοθεσία (έκτοτε γύρισε 4-5 ταινίες). Το αποτέλεσμα ήταν το "Je t'aime moi non plus" (Εγώ δεν σ' αγαπώ), όπως δηλαδή το ομώνυμο πασίγνωστο και σκανδαλώδες για την εποχή τραγούδι του. Και φυσικά η αγαπημένη του (και δική μου, μεταξύ μας) Τζέιν Μπίρκιν ήταν πρωταγωνίστρια. Το πρόβλημα ήταν ότι, κατά τη γνώμη μου, ο Σερζ ήταν μεγάλος μόνο στη μουσική. Στο σινεμά δεν άξιζε και πολλά πράγματα, πράγμα σύνηθες και απόλυτα φυσιολογικό βέβαια για τους περισσότερους απ' όσους καταπιάνονται με πράγματα που δεν ανήκουν στον βασικό χώρο δημιουργίας τους (θυμηθείτε τις ταινίες του Bilal που δεν βλέπονται, το αποτυχημένο Johnny Mnemonic του ζωγράφου Robert Longo, το Boxes της ίδιας της Τζέιν Μπίρκιν... και η λίστα θα μπορούσε να είναι πολύ μακριά).
Στο Je t'aime moi non plus ο Γκενσμπούργκ, παρακμιακός, καθόλου πολιτικά ορθός και προκλητικός ο ίδιος, εστιάζει σε ένα ασυνήθιστο ερωτικό τρίο: Δύο γκέι και ένα αγοροκόριτσο εμπλέκονται σε ένα παιχνίδι έρωτα και ζήλειας, που θα πυροδοτηθεί όταν η κοπέλα ερωτεύεται τον έναν από τους δύο - που τυγχάνει και οδηγός σκουπιδιάρικου. Όλα αυτά συμβαίνουν στο απόλυτο πουθενά, σ' ένα απροσδιόριστο μέρος, ένα απομονωμένο μπαρ - βενζινάδικο που θα μπορούσε να βρίσκεται κάπου στην καρδιά της Αμερικής, κοντά στην έρημο, κι όπου δουλεύει η κοπέλα πλήτοντας αφόρητα.
Στις αρετές η ωραία αισθητικά εικόνα, με τα εγκαταλειμένα τοπία, τα παρακμασμένα κτίσματα και οχήματα, τον σκουπιδότοπο... Ενδιαφερόμενος όμως μάλλον για την αισθητική και μόνο, ο Γκενσμούργκ "στήνει" σε διάφορες αφύσικες πόζες τους ηθοποιούς του, που θα χαρακτήριζα ψυχρούς, και τελικά η όλη ιστορία που αφηγείται είναι μάλλον ανούσια και άνευ λόγου. Η ενδιαφέρουσα εικόνα δεν κατάφερε να με κρατήσει όταν η πόζα και η κενότητα υπερείχαν.
Η ταινία θεωρείται καλτ για πολλούς, ίσως λόγω της μουσικής και του μύθου εν γένει του δημιουργού της, ίσως λόγω του όλου κλίματός της, ίσως λόγω των γυμνών εμφανίσεων της Μπίρκιν και του "καλτ" Τζο Νταλεσάντρο... Εμένα πάντως περισσότερο με κούρασε. Θα εξακολουθήσω να αποκαλώ "μεγάλο" τον Γκενσμπούργκ μόνο λόγω της μουσικής του.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 06, 2008

ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΗΝ "ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ"


Αντίθετα με το "Έγκλημα κάτω από τον ήλιο" στη γαλική "Ώρα Μηδέν" (L'heure zero) του βετεράνου Pascal Thomas, ένα βιβλίο της Άγκαθα Κρίστι μεταφέρεται στο σινεμά με αρκετά πρωτότυπο τρόπο. Κατ' αρχήν βρισκόμαστε στη σύγχρονη εποχή και, μερικοί τουλάχιστον από τους χαρακτήρες, είναι σημερινοί, αναγνωρίσιμοι τύποι κι όχι κάποιοι βγαλμένοι θαρρείς από φορμόλη αριστοκράτες. Έπειτα υπάρχει το χιούμορ, που μερικές στιγμές φτάνει σε καθαρά κωμικές καταστάσεις, που απαλύνει τον αρτηριοσκληρωτισμό ανάλογων ταινιών. Τέλος (αυτό δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό, έχει πάντως πλάκα) ο Thomas βάζει μερικές φορές τους ηθοποιούς να παίζουν εξωφρενικά, τραβηγμένα, δημιουργώντας ένα παράξενο αποτέλεσμα.
Η ιστορία βέβαια είναι μια ακομα από τις δεκάδες παραλλαγές στο ίδιο θέμα που έγραψε η Κρίστι: Ομάδα ετερόκλητων ανθρώπων (μεταξύ τους πλούσιος σύζυγος με την νυν, αλλά και η πρώην σύζυγός του) συγκεντρώνεται σε αριστοκρατικό πύργο της νότιας Γαλλίας, κάποια δολοφονείται, πολλοί έχουν συμφέρον απ' το θάνατο, άρα όλοι είναι ύποπτοι, καταφθάνει ο αστυνομικός... Μάλιστα. Το έχουμε ξαναδεί πολλές φορές. Ωστόσο η ταινία κατάφερε να με κρατήσει με το χιούμορ και μερικούς σπαρταριστούς χαρακτήρες. Είναι απολαυστικό να βλέπεις σε μια πάντα καθώς πρέπει, υποτίθεται, ιστορία της Άγκαθα τη σύζυγο να βρίζει, να μεθά και να συμπεριφέρεται σαν τσούλα, επιτιθέμενη χυδαία στην πρώην. Ή τη γριά οικοδέσποινα να καπνίζει αρειμανίως όπιο. Και, κυρίως, τον ανεκδιήγητο αστυνομικό, μια πραγματικά γελοία φιγούρα, πολύ μακριά από τη γραφικότητα του Πουαρό και των άλλων παρόμοιων ντετέκτιβς, να προσπαθεί να λύσει την υπόθεση (παρέα μάλιστα με τον... ανιψιό του) με μια εξυπνάδα που κάθε άλλο παρά συνάδει με το παρουσιαστικό του.
Ομολογώ ότι δεν το περίμενα, αλλά διασκέδασα αρκετά.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 05, 2008

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΡΟΥΤΙΝΑΣ "ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΙΟ"


Τη δεκαετία του 70 κυρίως η μεταφορά στο σινεμά βιβλίων της Άγκαθα Κρίστι γινόταν κατά συρροήν (όπως οι εγκληματίες). Τα κινηματογραφικά αποτελέσματα ήταν από μέτρια έως απλώς αξιοπρεπή, οι ταινίες αυτές όμως γίνονταν αφορμή για να παρελάσουν στο ίδιο φιλμ πλήθος σούπερ σταρ ή απλώς σταρ, πολλοί απ' τους οποίους υπήρξαν παλαιές δόξες και εμφανίζονταν τώρα σε γεροντική ηλικία. Πρόσφατα είδα και μια σύγχρονη γαλλική μεταφορά έργου της Κρίστι, οπότε μια σύγκριση της νέας ταινίας με μια από τις παλιές είναι ενδιαφέρουσα.
Το "Έγκλημα κάτω από τον ήλιο" (Evil under the sun) του 1982 του Guy Hamilton θεωρώ ότι ανήκει στα πιο μέτρια φιλμ του είδους. Πολλοί τύποι, αριστοκράτες, ζάμπλουτοι αλλά και κάπως ύποπτων πόρων, μαζεύονται σ' ένα αριστοκρατικό ξενοδοχείο για καλοκαιρινές διακοπές, μία αντιπαθής σταρ δολοφονείται και όλοι είναι ύποπτοι για το φόνο, γιατί όλοι κάτι είχαν μαζί της. Πόσες φορές το έχετε ξαναδει/-διαβάσει;
Σύμφωνοι, έχει την σχετική αγωνία για το ποιος το έκανε, σκάει και ο Πίτερ Ουστίνοφ ως πάντοτε εκκεντρικός Πουαρό (προτιμώ σαφώς τον Άλμπερτ Φίνεϊ στο "Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές"), αλλά τα πάντα κυλούν με έναν απόλυτα ρουτινιάρικο τρόπο. Η σκιαγράφηση των σχέσεων των παραθεριστών μεταξύ τους, ο φόνος, οι ανακρίσεις του καθενός από τους καλεσμένους, τα ιδιοφυή συμπεράσματα του παχουλού, ηλικιωμένου ντετέκτιβ. Μάλιστα. Η σκηνοθεσία είναι άνευρη, ρουτινιάρικη (πάλι αυτή η λέξη. Είναι νομίζω η καταλληλότερη εδώ, γι' αυτό επαναλαμβάνεται) και πάντοτε ξέρεις τι περίπου θα δεις μετά (εκτός του ποιος ακριβώς είναι ο δολοφόνος). Αν έχετε δει ένα τέτοιο φιλμ, τα έχετε δει όλα (όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα βιβλία της Κρίστι). Και μάλιστα, όπως είπα στην αρχή, το συγκεκριμένο δεν νομίζω ότι είναι από τα καλύτερα. Εν τω μεταξύ, εκτός του Ουστίνοφ, ο Τζέιμς Μέισον, η Τζέιν Μπίρκιν, η Μάγγι Σμιθ, ο Ρόντι ΜακΝτάουελ και διάφορες άλλες φίρμες έχουν προλάβει να κάνουν το πέρασμά τους.
Αν είστε φανατικοί του είδους, ΟΚ. Εγώ δεν θα πάρω πολλά απ' αυτό. Λιγώνει.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 03, 2008

ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΣΤΟ "ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ"


Το πρόσωπο ενός άντρα παραμορφώνεται φριχτά από ατύχημα. Ένας ψυχίατρος του προτείνει να δοκιμάσει μια μάσκα με τα χαρακτηριστικά ενός αγνώστου, που εφαρμόζει τέλεια στο πρόσωπο και ουδείς μπορεί να αντιληφτεί ότι πρόκειται για μάσκα. Έτσι, ουσιαστικά, όταν την φορά ο ήρωας γίνεται ένας άλλος άνθρωπος, δίχως παρελθόν, δεσμούς και ταυτότητα, άγνωστος και, κατά συνέπεια, ελεύθερος. Το θέμα - το πείραμα του γιατρού στην ουσία - είναι αν, όντας άγνωστος και μη ανιχνεύσιμος, μπορεί κανείς να διατηρήσει την ηθική του. Ή, αν θέλετε αλλιώς, αν η ηθική είναι τελικά μέρος της φύσης μας ή ένας κοινωνικός καταναγκασμός. Ή, πάλι, αν η απόλυτη ελευθερία και ατιμωρησία βγάζει το "καλό" ή το αρνητικό στοιχείο μέσα μας. Κι αν απελευθερώνει ανομολόγητες επιθυμίες...
Τα παραπάνω είναι μερικά μόνο από τα ερωτήματα που ανακύπτουν από το εκπληκτικό "Πρόσωπο ενός άλλου" (1966) του κορυφαίου, τελικά, ιάπωνα Hiroshi Teshigahara (1927-2001). Θέλω να πω από την αρχή ότι η ταινία χαρακτηρίζεται από απόλυτη πρωτοπορία, τόσο, που σε κάποιες στιγμές της μπορεί να θεωρηθεί πειραματική. Άρα προορίζεται κυρίως για σινεφίλ (αν και νομίζω ότι όλοι μπορούν να εντυπωσιαστούν από το στιλ και τις εικόνες της). Αυτό που είναι κοινό με τις άλλες ταινίες του δημιουργού της είναι το κλιμα του αλλόκοτου και το φανταστικό στοιχείο που υπάρχει κι εδώ - και μάλιστα ακόμη εντονότερα. Μόνο που εδώ οι πειραματισμοί, οι συμβολισμοί, ο σουρεαλισμός είναι περισσότεροι από τις άλλες δύο ταινίες του που έχω δει. Εικόνες που σου κόβουν την ανάσα εμφανίζονται απροειδοποίητα - και συχνά δίχως άμεση συνάφεια με το στόρι -, ενώ τα σκηνικά, οι σκηνοθέτικοί ακροβατισμοί, ο τρόπος κινηματογράφησης, παραπέμπουν σε ένα αλλόκοτο σύμπαν, που θυμίζει πολύ επιστημονική φαντασία. Μέρος των πειραματισμών και μια δεύτερη, άσχετη ιστορία, που προχωρά παράλληλα μ' αυτή που ήδη αναφέραμε στην αρχή. Το κοινό τους είναι τα παραμορφωμένα πρόσωπα. Μια όμορφη κοπέλα, με το μισό πρόσωπο κατεστραμένο από την πυρηνική έκρηξη του Ναγκασάκι, πασχίζει να ενταχτεί στον κοινωνικό της περίγυρο και φτάνει σε μια παράδοξη, αιμομικτική σχέση. Οι δύο ιστορίες δεν συναντιούνται πουθενά.
Ίσως στο θεατή να μείνουν ορισμένα ερωτηματικά για έντονα φορτισμένες, πανέμορφες εικαστικά, αλλά και αινιγματικές εικόνες που παρεμβάλλονται. Ωστόσο, και παρά τις όποιες απορίες, δύσκολα μπορεί κανείς να ξεφύγει από τη σκοτεινή σαγήνη μιας από τις πιο παράξενες ταινίες που έγιναν ποτέ. Σινεφίλ ή μη, θα σας τη συνιστούσα ανεπιφύλακτα.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 01, 2008

Ο ΕΡΩΤΑΣ, Η ΧΟΛΕΡΑ ΚΑΙ Ο ΚΑΚΟΣ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟΣ ΤΟΥΣ


Σχεδόν πάντοτε η μεταφορά ενός καλού βιβλίου στο σινεμά υστερεί σε νοήματα και συχνά απογοητεύει τους φίλους του (του βιβλίου εννοώ), αυτό όμως δεν εμποδίζει πολλές φορές να έχουμε μια καλή ταινία, φτάνει να καταφέρουμε να ξεχάσουμε την προέλευσή της. Σπάνια όμως έχει γίνει τόσο κακή μεταφορά και συγχρόνως τόσο αδιάφορη και βαρετή ταινία όσο "Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας" του Mike Newell, από το γνωστό βιβλίο του Μαρκές βεβαίως.
Οι λόγοι της αποτυχίας είναι πολλοί: Οι εντελώς ψεύτικοι εμφανισιακά χαρακτήρες, οι κοιλιές στην αφήγηση, η μη δικαιολόγηση αρκετών πράξεων και καταστάσεων, η αδικαιολόγητα μακρά διάρκεια, οι ξαφνικές, άγαρμπες κωμικές σκηνές, που καθόλου δεν έδεναν με το δραματικό της υπόθεσης και που μάλλον αποδυνάμωναν τον περιρέοντα ρομαντισμό... για να αναφέρω μερικούς. Και, επιτέλους, ας μου λύσει κάποιος μια απορία: Γιατί ο πρωταγωνιστής δείχνεται τόσο γερασμένος, καμπούρης, αρρωστιάρης στα μέσα μόλις της ζωής του, τη στιγμή που πηδά κυριολεκτικά ό,τι κινείται; Όσο για τον κακό πατέρα της κοπέλας... ήταν κυριολεκτικά καρικατούρα, λες και βλέπαμε μια παρωδία. Σπάνια έχω δει τόσο μονοδιάστατο χαρακτήρα σε ταινία που δεν είναι συνηθισμένη χολυγουντιανή περιπέτεια δράσης με καλούς - κακούς και τίποτα παραπάνω. Και, τελικά, με τόσα εφφέ που διαθέτει το σινεμά, ήταν τόσο δύσκολο να γεράσουν στοιχειδώς πειστευτά την πρωταγωνίστρια, της οποίας το δέρμα παρέμενε αρυτίδωτο στα 70 της; Και προσθέστε και την φολκλορική, τουριστική ματιά στην εξωτική Κολομβία, για να δέσει το πράγμα.
Να πούμε ότι ο Χαβιέ Μπαρδέμ ήταν καλός; Ήταν. Αλλά, όπως ξέρετε, ένας καλός πρωταγωνιστής και μόνο δεν αρκεί να ανεβάσει μια ταινία στην οποία όλα τα άλλα χωλαίνουν. Κρίμα. Και να φανταστεί κανείς ότι ο Newell έχει κάνει συμπαθητικές ταινίες...

eXTReMe Tracker