Κυριακή, Σεπτεμβρίου 30, 2012

Ο ΕΡΝΕΣΤ, Η ΣΕΛΕΣΤΙΝ ΚΑΙ ΟΙ "ΑΔΥΝΑΤΕΣ" ΦΙΛΙΕΣ

To "Ernest et Celestine" υπήρξε κατ' αρχάς πετυχημένο παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο του Daniel Pennac. Το 2012 γίνεται και ταινία κινουμένων σχεδίων (γαλική βεβαίως) από τους Stephane Aubier, Vincent Patar και Benjamin Renner. Βρήκα το αποτέλεσμα θαυμάσιο.

Στο ευφάνταστο αυτό φιλμ λοιπόν υπάρχουν δύο κοινωνίες: Η υπέργεια των αρκούδων και η υπόγεια των ποντικών. Αρκούδες και ποντίκια μισιούνται θανάσιμα μεταξύ τους, τα ποντίκια φοβούνται τις αρκούδες και οι αρκούδες σιχαίνονται τα ποντίκια. Μέχρι που η μικρή ποντικίνα Σελεστίν γνωρίζεται με τον πλανόδιο καλλιτέχνη και μόνιμα φτωχό και πεινασμένο αρκούδο Έρνεστ και μεταξύ τους αναπτύσεται μια βαθειά φιλία, η οποία σύντομα θα οδηγήσει σε καταιγιστικές εξελίξεις και επιπτώσεις για τις δύο κοινωνίες.

Φυσικά το όλο στόρι είναι αλληγορικό και συμβολικό. Ουσιαστικά καυτηριάζει τις προκαταλήψεις, οι οποίες είναι βαθύτατα παγιωμένες (και συχνότατα άνευ αιτίας), και δηλητηριάζουν ολόκληρες κοινωνίες, καθώς και τον άκριτο και κοντόφθαλμο ρατσισμό, που εδώ δίνεται με τη μορφή της απέχθειας του ενός είδους προς το άλλο. Και βέβαια λειτουργεί ταυτόχρονα και σαν ύμνος υπέρ της διαφορετικότητας και της αποδοχής της. Πολύ ενδιαφέρον έχει επίσης το ότι οι δύο κόσμοι μισούν μεν ο ένας τον άλλον, αλλά οι δομές και οι βασικές αξίες τους είναι πανομοιότυπες. Το ίδιο και οι προκαταλήψεις τους βέβαια. Στο δεύτερο μέρος η δράση διαδραματίζεται παράλληλα και οι βαθύτατες και ουσιαστικότατες ομοιότητες κάτω από την επιφανειακή έχθρα γίνονται κάτι περισσότερο από εμφανείς.

Αλλά δεν είναι μόνο το στοιχείο του νοήματος και η ούτως ή άλλως απολαυστική και τρυφερή ιστορία. Είναι και η εικόνα που έχει βασικότατο ρόλο στο θετικό αποτέλεσμα. Μακριά από τα "στρογγυλά" και "γυαλιστερά" σχέδια των περισσότερων σύγχρονων animation, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικά ευαίσθητο, πολύ καλά και με πλούσια φαντασία σχεδιασμένο κόσμο, όπου κυριαρχούν οι παστέλ αποχρώσεις. Η όλη εικόνα, σαν αποτέλεσμα, βρίσκεται πολύ κοντά στον εικαστικό κόσμο της ακουαρέλας. Βρήκα το όλο πράγμα τουλάχιστον γοητευτικό.

Όπως καταλάβατε συνιστώ ανεπιφύλακτα το φιλμ στους φίλους τουλάχιστον των animation (και όχι μόνο). Για μένα αποτέλεσε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη από το πουθενά, αφού αγνοούσα την ύπαρξή της. Και, περιτό να το πω, είναι απόλυτα κατάλληλη τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικες. Όλων των ηλικιών!

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 29, 2012

"GRABBERS" ΕΝΑΝΤΙΟΝ... ΜΕΘΥΣΜΕΝΩΝ ΙΡΛΑΝΔΩΝ

Τι θα λέγατε αν αδηφάγοι, γεμάτοι πλοκάμια, τρομακτικοί εξωγήινοι εισβολείς επιτίθενται όχι στη Νέα Υόρκη ή το Τόκιο, αλλά σε ένα ξεχασμένο ιρλανδικό χωριουδάκι που βρίσκεται σε ένα επίσης απίθανο νησάκι; Διότι αυτό ακριβώς συμβαίνει στο "Grabbers" του 2012, δεύτερη ταινία του ιρλανδού Jon Wright. Πρόκειται φυσικά για κωμωδία επιστημονικής φαντασίας ή/και παρωδία ταινίας τρόμου. Και, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για μια από τις διασκεδαστικότερες του είδους.
Το φιλμ παραπέμπει άμεσα σε αρκετές παρόμοιες αμερικάνικες ταινίες, που είχαν γίνει κυρίως στη δεκαετία του 80 (Critters, Gremlins κλπ.), και, φυσικά, στις κλασικές παλιότερες "σοβαρές" ταινίες με εξωγήινες εισβολές. Ωστόσο στο συγκεκριμένο φιλμ όλα τα λεφτά είναι οι ιρλανδοί πρωταγωνιστές, οι κάτοικοι του χωριού. Και γενικότερα όλο το κλίμα της ταινίας βγαίνει ακριβώς απ' αυτή την ιρλανδέζικη ατμόσφαιρα. Φοβερές φάτσες, ηλικιωμένοι κυρίως, μερικοί μόνιμα μεθυσμένοι, μάχονται με τους πιο αστείους τρόπους ενάντια στους εφιαλτικούς εισβολείς. Και βέβαια η πλάκα κορυφώνεται όταν ανακαλύπτουν ότι οι τελευταίοι δεν αντέχουν το αλκοόλ, οπότε οι κάτοικοι... οφείλουν να είναι μεθυσμένοι!
Βρήκα, όπως είπα, την ταινία διασκεδαστικότατη, με πολύ καλό ρυθμό, με καλό συνδυασμό τρόμου και γέλιου και, παραδόξως, ενώ πίστευα ότι θα πρόκειται για κλασικό πλακατζίδικο low budget, είδα μια ταινία με αρκετά εντυπωσιακά εφέ και εξαιρετική φωτογραφία, η οποία επικεντρώνεται και προβάλλει το άγριο, μοναχικό, ανεμο- και θαλασσοδαρμένο ιρλανδέζικο τοπίο. Γενικά αποτέλεσε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα, πλημμυρισμένη μαλιστα από σπαρταριστούς και ολοζώντανους χαρακτήρες (ο φοβερός γέρος, ο παπάς, ο μπάρμαν, ο αλκοολικός αστυνομικός κλπ.).
Επειδή στην αρχή ανέφερα τις παλιότερες αμερικάνικες σχετικές ταινίες, πρέπει να πω ότι πιστεύω απόλυτα ότι αν το ίδιο ακριβώς σύγχρονο φιλμ ήταν αμερικάνικο, θα έχανε τη μισή από τη γοητεία του. Νομίζω ότι θα ήταν πολύ πιο "επίπεδο", κλισεδιάρικο (κι εδώ παίζει βέβαια με τα κλισέ, με πολύ ευφάνταστο όμως νομίζω τρόπο), κάτι που θα ειχαμε ξαναδεί πολλές φορές. Ενώ εδώ είναι ακριβώς η ιρλανδέζικη πινελιά που το απογειώνει. Γενικά τη θεωρώ μια από τις πιο feelgood ταινίες της χρονιάς (απαραίτητο να είστε βέβαια και λίγι φανς ταινιών τρόμου).

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 25, 2012

METROPOLITAN: ΕΞΥΠΝΟ ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΣΤΙΚΟ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ

Είναι δυνατόν μια ταινία να σε κάνει να βαρεθείς καθώς τη βλέπεις, κι όμως να σου αρέσει; Αυτό το παράδοξο μου συνέβει με το "Metropolitan" του 1990 του Whit Stillman. Ο οποίος θεωρείται ότι επηρέασε τον Wes Anderson και γενικά τα φιλμ του διακατέχονται μερικές φορές από έναν υπόγειο σουρεαλισμό.
Ο Stillman, στις λίγες ταινίες του, αρέσκεται, νομίζω, να καταπιάνεται με έναν συγκεκριμένο κάθε φορά μικρόκοσμο και να τον αναλύει. Πολλοί διάλογοι, πάντοτε όμως έξυπνοι έως (όπως προείπαμε) σουρεαλιστικοί, που σου κινούν συχνά το ενδιαφέρον.
Στο "Metropolitan" ασχολείται με μια μικροομάδα που ούτε καν γνωρίζουμε (την υποπτευόμαστε βέβαια) την ύπαρξη και, κυρίως, την καθημερινότητά τους: Με τους νεαρούς γόνους των πολύ - πολύ πλούσιων και αριστοκρατικών οικογενειών της Νέας Υόρκης. Η συγκεκριμένη παρέα (αγόρια και κορίτσια γύρω στα 25) αναλώνουν τη ζωή τους ανάμεσα σε σαλόνια (πολυτελή βεβαίως) και επίσημους χορούς στους οποίους πηγαίνουν ανελλιπώς. Πάνε βέβαια και σε κυριλέ μπαρ και εστιατόρια, οι πρώτες όμως είναι οι βασικές ασχολίες τους. Σπουδάζουν σε ακριβά πανεπιστήμια, είναι καλλιεργημένοι με τον μάλλον σπαστικό τρόπο τους... και κουτσομπολεύουν ασύστολα.
Το φιλμ κινείται ως επί το πλείστον σε σαλόνια και ακριβές εξόδους και δείχνει την παρέα να μιλά ακατάπαυστα (εξ ου και το κουραστικό του πράγματος που δήλωσα στην αρχή). Ως νέοι Βιτελόνι, στην πραγματικότητα δεν κάνουν απολύτως τίποτα και απλώς περιφέρουν την κενή ύπαρξή τους προσπαθώντας να περάσουν την ώρα τους. Ερωτεύονται βέβαια, μετανοιώνουν, χωρίζουν, πηδιούνται πού και πού, και όλα αυτά μοιάζουν να είναι επίσης βασικό θέμα των συζητήσεών τους, όπως και κάθε λογής μάλλον "κουφές" αμπελοφιλοσοφίες.
Πιστεύω ότι στόχος του Stillman είναι ακριβώς η κατάδειξη της απόλυτης κενότητας της παρασιτικής και καθόλου δημιουργικής ουσιαστικά ομάδας. Προσοχή όμως: Ενώ συνολικά είναι αντιπαθείς και συντηρητικοί ως εκεί που δεν παίρνει, μερικοί απ' αυτούς σε ατομικό επίπεδο έχουν τις ευαισθησίες, το ρομαντισμό, τις ανησυχίες τους ή μπορεί να είναι καλόψυχοι (μερικοί λέω), οπότε ο θεατής ίσως συμπαθήσει κάποιους, ακόμα και συμπάσχει μαζί τους. Ωστοσο η τεράστια κενότητα και βαρεμάρα της συνολικής τους ύπαρξης παραμένει στο ακέραιο.
Η κριτική στρέφεται και προς τον μοναδικό προλεταριακής καταγωγής τύπο που καταφέρνει να εισχωρήσει στην παρέα, έχοντας μάλιστα και ουτοπικά σοσιαλιστικά οράματα (που φυσικά οι υπόλοιποι πρώτη φορά ακούνε)! Από τη μία κατακρίνει ανοιχτά τον τρόπο ζωής τους, από την άλλη έλκεται απ' αυτόν και προσπαθεί να γίνει όσο περισσότερο μπορεί αναπόσπαστο μέρος της παρέας (και της τάξης τους).
Η ταινία κυλά αργά, σχεδόν δίχως πλοκή, με κάποια φλερτ και έρωτες, και κινείται κάπως μόνο προς το τέλος. Εκεί όμως ο Στίλμαν βρίσκει την ευκαιρία να "αδειάσει" εντελώς όλους αυτούς του κηφήνες, δείχνοντας ότι ακόμα και αυτή η τόσο κολλητή παρέα, δεν είναι παρά μια λυση ανάγκης και δεν έχει καθόλου βαθιές ρίζες φιλίας. Στο μεταξύ είναι απίστευτο να βλέπεις τόσο συντηρητισμό, τέτοια ντυσίματα (φράκα, κοστούμια, φορέματα σαν νυφικά) στη δεκαετία του 80, τόση άγνοια της πολιτικοκοινωνικής πραγματικότητας που τους περιβάλλει. Είναι σα να μην πήραν ποτέ χαμπάρι τη δεκαετία του 60 και όσες αλλαγές επέφερε αυτή στην καθημερινότητα των δυτικών ανθρώπων. Και είναι απίστετυτο επίσης να μαθαίνεις για το τυπικό των χορών που πρέπει να παρευρεθούν, με συγκεκριμένους συνοδούς και τρόπους εμφάνισης, λες και βρισκόμαστε στις Βερσαλίες. Μα, διάβολε, υπήρχαν όλα αυτά στα 80ς σ' αυτούς τους τόσο γελοίους υψηλούς κύκλους;
Γι' αυτό σας είπα: Ενώ βαριόμουν κατά τη διάρκεια της προβολής, τελικά μου άρεσε. Ίσως μάλιστα να θέλει ο σκηνοθέτης να κάνει τον θεατή να βαρεθεί ακριβώς για να δείξει την αχρηστία και γελοιότητα της ύπαρξης όλων αυτών, ακόμα κι αν κάποιες στιγμές γίνονται αξιαγάπητοι. Όλη αυτη η καταγραφή της κενότητας (διανθισμένη με στοιχεία κομεντί) και οι συχνά έξυπνοι διάλογοι που περιέχει με έκαναν τελικά να εκτιμήσω την ταινία. Και κατανοώ γιατί αυτή αποτελεί ένα είδος καλτ για κάποιους σινεφίλ.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 24, 2012

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΔΙΧΩΣ "ΕΓΓΥΗΜΕΝΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ"

Όταν το αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά βρίσκεται στα κέφια του, παράγει συμπαθέστατες ταινίες. Σ΄αυτή την κατηγορία υπάγεται, κατά τη γνώμη μου, το "Safety Not Guaranteed" (2012) του πρωτοεμφανιζόμενου σε μεγάλου μήκους φιλμ Colin Trevorrow.
Όταν ένα περιοδικό ανακαλύπτει μια μικρή αγγελία που, ούτε λίγο ούτε πολύ, λέει περίπου "Ζητείται συνταξιδιώτης για ταξίδι στο χρόνο, η ασφάλεια δεν είναι εγγυημένη και ο συνταξιδιώτης πρέπει να φέρει τα δικά του όπλα", στέλνει μια σπαρταριστή ομάδα δημοσιογράφων, τον επί κεφαλής και δύο μαθητευόμενους, αγόρι και κορίτσι, στην επαρχιακή πόλη απ' όπου προέρχεται η αγγελία για να ερευνήσουν το θέμα. Τα αποτελέσματα είναι, αν μη τι άλλο, απροσδόκητα.
Φυσικά η ταινία παίζει με το είδος της επιστημονικής φαντασίας, αλλά πρέπει να προειδοποιήσω τους φίλους του είδους ότι δεν πρόκειται ακριβώς για κάτι τέτοιο. Απλώς πρόκειται για το φόντο. Μέχρι την τελευταία σκηνή άλλωστε δεν ξέρουμε αν υπάρχουν στοιχεία αλήθειας στην όλη φάση ή αν πρόκειται για φαντασιώσεις ενός τρελού. Ουσιαστικά πρόκειται για μια ρομαντική, τρυφερή και με πολύ χιούμορ ματιά πάνω στις σχέσεις ανάμεσα σε τύπους... χμ... ας τους χαρακτηρίσουμε ιδιόρυθμους, ίσως λιγάκι "βαρεμένους", όχι όμως τόσο ώστε να χαρακτηριστούν psycho. Μοναχικούς σίγουρα. Διαφορετικούς, ας τους πούμε καλύτερα. Οπότε η ταινία γίνεται και ένας ύμνος προς τη διαφορετικότητα και την ανοχή και, τελικά, υποστηρίζει με τον χαριτωμένο τρόπο της ότι υπάρχει και γι' αυτούς θέση στον κόσμο. Γι' αυτό άλλωστε και βλέπει με τόση συμπάθεια τους παράξενους ήρωές της. Κι όλα αυτά δίχως να της λείπουν η ατμόσφαιρα μυστηρίου, που δημιουργεί σασπένς, και οι αρκετές ανατροπές.
Σίγουρα πρόκειται για μια feelgood ταινία, απ' αυτές που οι αμερικάνοι ανεξάρτητοι δημιουργοί ξέρουν καλά να φτιάχνουν. Νομίζω ότι θα την παρακολουθήσετε χαμογελώντας - εγώ τουλάχιστον την απόλαυσα - και ελπίζω να μην απογοητευτείτε από την έλλειψη ειδικών εφέ και θεαματικών ταξιδιών στο χρόνο. Δεν είναι άλλωστε αυτός ο στόχος του φιλμ (και πολύ καλά κάνει).

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 21, 2012

ΜΟΝΟΣ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΙΛΙΑ... ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ο Yimou Zang είναι μάλλον ο γνωστότερος σύγχρονος κινέζος σκηνοθέτης. Το 2005, έχοντας ήδη στο ενεργητικό του αρκετές και αρκετά διαφορετικού στιλ ταινίες, γυρίζει το "Riding Alone for Thousands of Miles". Το φιλμ, πάνω απ' όλα, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα συγκινητικό, σε καμιά περίπτωση όμως μελό.
Ένας χήρος πατέρας από την Ιαπωνία έχει αποξενωθεί πλήρως και για πολλά χρόνια από το γιο του, όταν ξαφνικά μαθαίνει από τη γυναίκα του τελευταίου ότι ο γιος του είναι μάλλον ετοιμοθάνατος. Αφού μια προσπάθεια προσέγγισης αποτυγχάνει (ο γιος αρνείται να τον δει), ο πατέρας αποφασίζει να πραγματοποιήσει ο ίδιος την μεγάλη επιθυμία του γιου, ο οποίος έχει πάθος με την κινέζικη όπερα: Να ταξιδέψει σε ένα χωριό της Κίνας και να κινηματογραφήσει την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης όπερας (που έχει τον τίτλο της ταινίας) από έναν συγκεκριμένο χωρικό περφόρμερ.
Το φιλμ παίζει σε πολλά συναισθηματικά επίπεδα: Ο πατέρας, κλειστός, αμίλητος, βαρύς, νοιώθει την τόσων χρόνων στέρηση ανθρώπινης επαφής να βαραίνει αμείλικτα πάνω του. Η όψιμη αγάπη για τον γιο που τόσα χρόνια έχει να δει τον κυριεύει. Στην Κίνα θα βρει ένα "υποκατάστατο". Τον μικρό γιο του χωρικού, που δεν έχει δει ποτέ τον πατέρα του, αφού ο τελευταίος βρίσκεται στη φυλακή. Η σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια. Τελικά θα είναι μια παράλληλη σχέση μ' αυτήν που αρχικά ξεκίνησε να (ξανα)φτιάξει με τον δικό του γιο. Έτσι τα δράματα του ιάπωνα, του κινέζου χωρικού και του μικρού παιδιού του συναντιούνται και τελικά μπλέκονται αξεδιάλυτα.
Σε ένα άλλο επίπεδο, ο κλειστός "πολιτισμένος" γιαπωνέζος έρχεται σε επαφή με το φτωχό κινέζικο χωριό, αλλά και με την έμφυτη ανθρωπιά των απλών του κατοίκων. Η φιλοξενία τους, η βοήθειά τους, θα τον συγκλονίσουν. Θα αναθεωρήσει - σιωπηλά πάντα - την μέχρι τότε "στεγνή" στάση που κράτησε στη ζωή του. Θα είναι όμως μάλλον αργά...
Εκτός των άλλων το φιλμ διαθέτει και μαι μεγάλη σκηνή σε ένα παράδοξο κινέζικο τοπίο με τεράστια κάθετα βράχια που σχηματίζουν έναν αληθινό λαβύρινθο. Ωστόσο μάλλον λίγες είναι οι παραχωρήσεις που κάνει στο κινέζικο φολκλόρ.
Καλή ταινία, ίσως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υπερσυναισθηματική, πλην όμως είναι γεμάτη από τόση τρυφερότητα, συγκίνηση και ανθρωπιά, που την συγχωρώ. Και, τελικά, κοιτάξτε να εκδηλώνετε τα συναισθήματά σας πριν να είναι αργά. Δεν είναι και τόσο κακό ή ντροπιαστικό.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 19, 2012

RESIDENT EVIL No ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ: Η ΦΑΣΑΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΑΣΑΡΙΑ

Βρέθηκα λοιπόν με μια δωρεάν πρόσκληση στο χέρι και είπα: Άντε, ας το δω το "Resident Evil : Retribution" του 2012("R.E.: Η Τιμωρία" στα καθ' ημάς). Του Paul W.S. Anderson βεβαίως και πάλι, όπως το πρώτο και κάποια άλλα παρόμοιου στιλ φιλμς. Πρόκειται για το νο 4 ή 5 της σειράς (δεν θυμάμαι και βαριέμαι να το ψάξω). Είχα δει το πρώτο μόνο και δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα. Λες, λέω, να έχει βελτιωθεί το τέταρτο;
Δυστυχώς τα πράγματα εδώ ήταν ακόμα χειρότερα: Η βαβούρα, από την αρχή ως το τέλος αδιάκοπη. Το ξύλο, οι πυροβολισμοί, οι εκρήξεις δεν σταματάνε. Το 3D προσθέτει σε όλα αυτά (και ευχαριστιέσαι (;) έτσι θραύσματα από εκρήξεις να σου έρχονται στη μούρη, τι ωραία!). Το σενάριο είναι υποτυπώδες, για μάλλον χαμηλής νοημοσύνης μαθητές και το όλο πράγμα εξαντλείται σε συνεχή εφέ, από αυτά με την υψηλή τεχνολογία έως τα διάφορα τέρατα (ζόμπι και άλλα) που παρελαύνουν.
Το πολύ κακό με όλα μάλλον τα φιλμ που προέρχονται από ηλεκτρονικά παιχνίδια είναι ότι τους είναι αδύνατο να ξεπεράσουν τη λογική του παιχνιδιού. Ανεβαίνεις συνεχώς πίστες, κάθε μια είναι δυσκολότερη από τη άλλη, και στο τέλος, φυσικά, επιβιώνεις (σιγά μην πέθαινες) και προετοιμάζεις το έδαφος για την επόμενη συνέχεια, που θα γυριστεί, υποθέτω, όταν βγει στην αγορά και η επόμενη βερσιόν του παιχνιδιού. Τόσο καλά. Εδώ όλα αυτά ήταν κάτι παραπάνω από εμφανή. Οι ήρωες περνάν από προσομοίωση πόλης σε προσομοίωση άλλης πόλης (Τόκιο, Νέα Υόρκη, Μόσχα κλπ.), αντιμετωπίζουν τους διάφορους (παρόμοιους) κινδύνους της κάθε μιας και πηγαίνουν στην επόμενη. Τόσο πρωτότυπο... Στο μεταξύ κακά υπερκομπιούτερ, μεταλλαγμένοι, ενέσεις που δίνουν ειδικές δυνάμεις, κλώνοι κι ό,τι άλλο μπορεί κανείς να βουτήξει από το απόθεμα χρόνων επιστημονικής φαντασίας συσσωρεύονται ως αχταρμάς κι όποιος αντέξει. Όπως καταλάβατε, αν βαθμολογούσα τις ταινίες, θα ήταν η περίπτωση που θα έβαζα το γνωστό μικρό τετραγωνάκι.
Μα υπάρχουν εντυπωσιακά εφέ, εξ ίσου εντυπωσιακά γυρισμένες σκηνές (δράσης φυσικά, τι άλλο;), εντυπωσιακά σκηνικά... Φοβάμαι ότι η εποχή που όλα αυτά ήταν ικανά να κρατήσουν τον θεατή έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Μα πέστε μου στην εποχή μας μια αμερικάνικη, μεγάλου προϋπολογισμού περιπέτεια, που να μην διαθέτει κάμποσα τέτοια. Αρκεί αυτό; Το αντίθετο μάλιστα: Το όλο πράγμα γίνεται όλο και πιο βαρετό.
Έχω την εντύπωση ότι όλα τα R.E. γυρίζονται τελικά για να μας δείξει τα κάλλη της η Μίλα Γιόβοβιτς, που φοβάμαι ότι της είναι αδύνατο να παίξει άλλου είδους ρόλους. Και σ' αυτό όμως μάλλον ατυχήσαμε, αφού είναι μεν σέξι, δεν εμφανίζεται όμως ποτέ γυμνη. Πάει κι ο τελευταίος λόγος να δει κανείς κάποιο από δαύτα...
Γενικό συμπέρασμα; Ευτυχώς που το είδα δωρεάν. Την επόμενη φορά θα το σκεφτώ ακόμα κι έτσι.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 16, 2012

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2011-2012

Όπως κάθε Σεπτέμβρη, το blog δηλώνει ευθαρσώς αυτά που του άρεσαν περισσότερο την κινηματογραφική χρονιά που έφυγε. Πάντοτε με τους 3 γνωστούς κανόνες:
1. Η σειρά ΔΕΝ είναι αξιολογική. Αναφέρω τις 10 ταινίες που μου άρεσαν περισσότερο και τις 10 επόμενες δίχως εσωτερική αξιολόγηση σε κάθε λίστα. Η σειρά είναι απλώς αλφαβητική κατά σκηνοθέτη.
2. Ως σεζόν νοείται από 1 Σεπτέμβρη 2011 έως 31 Αυγούστου 2012. Αναφερόμαστε στις ταινίες που παίχτηκαν στις οθόνες την περίοδο αυτή.
3. Οι λίστες περιλαμβάνουν μόνο τις καινούριες ταινίες που προβλήθηκαν, και όχι τις παλιότερες που κατακλύζουν τις οθόνες (και καλά κάνουν) τα τελευταία χρόνια. Το "Key Largo" π.χ. δεν παίρνει μέρος στην αξιολόγηση.
Πάμε λοιπόν:

Η ΠΡΩΤΗ ΔΕΚΑΔΑ

1. Μεσάνυχτα στο Παρίσι του Woody Allen
2. Το Δέρμα που Κατοικώ του Pedro Almodovar
3. Moonrise Kingdom του Wes Anderson
4. Ένας Χωρισμός του Asgar Farhadi
5. Τα Χιόνια του Κιλιμάντζαρο του Robert Guediguian
6. The Artist του Michel Hazanavicius
7. Το Λιμάνι της Χάβρης του Aki Kaurismaki
8. Intouchables των Olivier Nakache & Eric Toledano
9. Οι Απόγονοι του Alexander Payne
10. Hugo του Martin Scorsese

Από τους "επιλαχόντες", που θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται και στην πρώτη δεκάδα, ξεχώρησα:
1. Dark Shadows του Tim Burton
2. Κάποτε στην Ανατολία του Nuri Bilge Ceylan
3. Cabin in the Woods του Drew Goddard
4. Shame του Steve McQueen
5. Το Καταφύγιο του Jeff Nichols
6. This Must Be the Place του Paolo Sorentino
7. Tin Tin του Steven Spielberg
8. Μεσοτοιχίες του Gustavo Taretto
9. Melancholia του Lars von Trier
10. Drive του Nicolas Refn Winding

Αυτά και για φέτος. Μακάρι του χρόνου να μπορούμε να προτείνουμε ακόμα καλύτερες ταινίες.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 13, 2012

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ"

Το 1977 ο Peter Weir ζούσε ακόμα και γύριζε ταινίες στην Αυστραλία και δεν ήταν γνωστός έξω απ' αυτήν. Το "Τελευταίο Κύμα" είναι μια εξαιρετική, κατά τη γνώμη μου, ταινία, που αποδεικνύει πόσο ο δημιουργός αυτός αξίζει τη διεθνή αναγνώριση ου απολαμβάνει σήμερα.
Καθαρό φιλμ του φανταστικού, βρίσκεται χιλιόμετρα μακρυά από το εφετζίδικο, ψηφιακό συνήθως, φανταστικό των ημερών μας. Εδώ όλα είναι χειροποίητα, τα εφέ δεν έχουν θέση, όλα είναι θέμα ατμόσφαιρας και γενικότερου κλίματος ανησυχίας.
Ένας πετυχημένος αυστραλός δικηγόρος - λευκός φυσικά -αρχίζει να έχει βασανιστικά όνειρα που σχετίζονται με τους αβορίγινες, τους αυτόχθονους κάτοικους της Αυστραλίας. Το πράγμα γίνεται ανησυχητικό όταν τα όνειρα αποδεικνύονται προφητικά. Σταδιακά ο δικηγόρος βουλιάζει όλο και περισσότερο στην κουλτούρα των ιθαγενών και στα τρομερά μυστικά τους.
Έχω γράψει πολλές φορές ότι μερικές φορές το κλίμα ενός φιλμ είναι πολύ δυνατότερο από την πλήρη κατανόησή του. Έτσι κι εδώ, ίσως κάποια σκοτεινά σημεία να μείνουν στο θεατή, ίσως η "ποιητική" κοσμοθεωρία των αυτόχθονων, που σχετίζεται με έναν κόσμο ονείρων που είναι εξ ίσου πραγματικός με την "πραγματικότητα", αφήνει κάποια αδιευκρίνιστα σημεία. Προσωπικά πιστεύω ότι δεν έχει καμιά σημασία. Το σταδιακό χτίσιμο του σασπένς, τα μικρά γεγονότα που προστίθενται για να δημιουργήσουν το απειλητικό και ανησυχητικό κλίμα, η σταδιακή απώλεια των βεβαιοτήτων του ήρωα, είναι αρκετά για να με αποζημειώσουν. Ποιος νοιάζεται για πανάκριβα εφέ;
Σημαντικότατο στοιχείο της ταινίας είναι το ότι μιλά για την κουλτούρα των αυτόχθονων αυστραλών, τα πιστεύω τους, αλλά και εξετάζει τη θέση τους στο σύγχρονο κόσμο. Όπως ακριβώς οι ινδιάνοι της Αμερικής, έχουν κι αυτοί ως επί το πλείστον εξοντωθεί. Κι όσοι έχουν ενσωματωθεί στις μοντέρνες μεγαλουπόλεις είναι περιθωριακοί. Αλκοολικοί, ναρκομανείς ή πάμπτωχοι (το τελευταίο δημιουργεί συνήθως τα προηγούμενα). Ζώντας στο περιθώριο, είναι σα να μην υπάρχουν στα μάτια των λευκών. Θεωρούνται το κατακάθι των πόλεων. Αν όμως οι άνθρωποι αυτοί έχουν διατηρήσει κάτι από την παλιά φυλετική τους ταυτότητα;
Διπλά λοιπόν ενδιαφέρουσα για μένα η ταινία. Και με σωστή ατμόσφαιρα και με μια πολιτική ματιά που μιλά για πράγματα που έχουμε ξεχάσει ή "ξεχάσει". Τη θεωρώ από τα πολύ καλά και σχετικά άγνωστα φιλμ του Γουίαρ.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 11, 2012

TOTAL-ACTION MOVIE-RECALL

Νομίζω ότι βρήκα την ευκαιρία να μιλήσω για την κυριαρχία ανεγκέφαλων ταινιών σε μεγάλο μέρος της χολιγουντιανής παραγωγής σήμερα. Χαρακτηριστικό της η πληθώρα action movies και - πολύ χειρότερο αυτό - η μετατροπή παλιών λιγότερο ή περισσότερο καλών ταινιών σε action movies. Αφορμή το ριμέικ του "Total Recall" (2012). Φυσικά δεν περίμενα κάτι καλύτερο από τον Len Wiseman των "Underworld". Εδώ όμως μιλάω συνολικά για το φαινόμενο.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: Δεν είμαι ντε και καλά εναντίον των action movies. Μια χαρά είναι να κάθεσαι πού και πού αραχτός με τα ποπ κορν σου αγκαλιά και να χαζεύεις κυνηγητά και εξωπραγματικές αποδράσεις και ξύλο και πιστολίδι όλων των πιθανών μορφών. Φτάνει να το ξέρεις και, για τη συγκεκριμένη φάση, να έχεις συνειδητά επιλέξει κάτι τέτοιο (βλέπε π.χ. "Speed", τα διάφορα "Die Hard", το τελευταίο μάλιστα από τα οποία έκανε και πάλι ο Wiseman, κλπ.) Το πρόβλημά μου είναι ότι σήμερα φαίνεται ότι όλο το Χόλιγουντ (σχεδόν τέλος πάντων) θέλει να γυρίζει τέτοια φιλμ που απευθύνονται σε 15χρονους, και μάλιστα απ' αυτούς που δεν σκέπτονται και πολύ. Δεν είναι μόνο η τεράστια ποσότητα τέτοιων ταινιών (τα περισσότερα υπερηρωικά, οι Τζέιμς Μποντ και πολλά άλλα τουλάχιστον ανήκουν εξ ορισμού σ' αυτή την κατηγορία). Είναι, όπως είπα, και η μάστιγα των ριμέικ. Θέλεις να (ξανα)κάνεις Σέρλοκ Χολμς; Καν'τον action movie. Αστυνομικό; Action movie και πάλι. Επιστημονική φαντασία; Μα action movie φυσικά. Και δεν συμμαζεύεται...
Έτσι κι εδώ. Στο καινούριο "Total Recall" το σενάριο υποχωρεί άτακτα (σιγά μη σκεπτόμαστε και πολύ...), τα κλισέ πληθαίνουν, από τον αρχικό Φίλιπ Ντικ ελάχιστα μένουν και, βέβαια, τον πρώτο λόγο έχει η συνεχής δράση. Απ' αυτή που δεν μπορεί να υπάρχει στον αληθινό κόσμο - φυσικά και πάλι. Με διαρκείς αποδράσεις, με ξεκάθαρα διαχωρισμένους καλούς - κακούς, με κυνηγητά κάθε είδους, με μάχες στην κορυφή ενός "ασανσέρ" που διασχίζει σε ελάχιστο χρόνο ολόκληρο το εσωτερικό της γης, άρα τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλά φυσικά αυτοί δεν κολώνουν, με τελική μονομαχία καλού - κακού... Τι άλλο θέλετε;
Τι να κάνω τα εντυπωσιακά σκηνικά, τα οποία παραπέμπουν κατ' ευθείαν στο κλασικό "Blade Runner" και είναι, κατά τη γνώμη μου, από τα λίγα καλά στοιχεία του φιλμ; Και τι να κάνω τη μικρή δόση αμφιβολίας που αφήνεται στο τέλος (αν και, αν το καλοσκεφτείς, ούτε αυτή υπάρχει, αλλά δεν μπορώ να πω άλλα γιατί θα είναι spoiler); Το θέμα είναι ότι η μετατροπή καλών παλιότερων φιλμ σε απλά action movies με ενοχλεί πλέον όλο και περισσότερο.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 09, 2012

Η ΚΟΜΜΩΤΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

"Ο Εραστής της Κομμώτριας" είναι μια ταινία που μιλά για τον απόλυτο έρωτα. Τόσο απόλυτο, που είναι εξωπραγματικός. Κι αυτό διαφαίνεται σε πολλά από τα στοιχεία της.
Ο Patrice Lecont, ο συμπαθέστατος και κομψός γάλλος σκηνοθέτης, γυρίζει το φιλμ αυτό το 1990 και μ' αυτό γίνεται γνωστός στη χώρα μας. Ο Αντουάν λοιπόν, από μικρός, ερωτεύεται μόνο κομμώτριες και, με απόλυτη σιγουριά, είναι αποφασισμένος να παντρευτεί κομμώτρια. Πράγμα που κάνει με τον πιο φυσικό και αβίαστο τρόπο όταν γνωρίζει την (κομμώτρια φυσικά) Ματίλντ, της προτείνει γάμο στο πρώτο του κούρεμα... και όλα πάνε μια χαρά.
Καταλάβατε ότι το όλο κλίμα του φιλμ, χωρίς βέβαια να περιέχει στοιχεία ου φανταστικού, ουσιαστικά κινείται στη μάλλον μη υπαρκτή ατμόσφαιρα που λέγαμε. Ο Λεκόντ δεν ενδιαφέρεται να μας δώσει κανένα στοιχείο για τους ήρωές του. Τι εκανε πριν η Ματίλντ; Πώς ζει ο Αντουάν, αφού είναι σαφές ότι δεν εργάζεται; Γιατί δεν έχει φίλους; Είναι σίγουρο ότι η έλλειψη αυτών και άλλων στοιχείων για τους χαρακτήρες των ηρώων είναι ηθελημένη. Αυτό ακριβώς το γεγονός, ότι οι δύο ερωτευμένοι μοιάζουν απόλυτα ξεκομμένοι από τον κόσμο, τονίζει το εξωπραγματικό στοιχείο του έρωτά τους.
 Πράγματι, πόσοι έρωτες μπορεί να είναι τόσο, μα τόσο αυτάρκεις; Το ζευγάρι δεν έχει καμιά εξάρτηση από τον έξω κόσμο. Το κομμωτήριο είναι σαν ένα νησί ευτυχίας στην πόλη, σα μια φυσαλίδα που στεγάζει και προστατεύει τον έρωτά τους. Τίποτα άλλο δεν υπάρχει γι' αυτούς. Ο μικροκοσμός τους τους αρκεί και τους περισσεύει. Το κομμωτήριο είναι "διαφανές", αφού έχει μεγάλες γυάλινες βιτρίνες. Ο έξω κόσμος μπορεί να δει λοιπόν την ευτυχία τους, δεν την κρύβουν, ωστόσο μοιάζει να μη μπορεί να παρέμβει!
Το φιλμ κάνει συχνά φλας μπακ στην παιδική ηλικία του ήρωα. Η εμμονή του με τις κομμώτριες, ο απίστευτος και αστείος χορός του με υπόκρουση εξωτικών αραβικών τραγουδιών (που τον συνοδεύει σ' όλη του τη ζωή και αποτελεί το σήμα κατατεθέν του φιλμ), οι σχέσεις με τους γονείς, η ανακοίνωση σε μικρή ηλικία "ότι θα παντρευτεί κομμώτρια", όλα δεν ξέρω αν ακριβώς ρίχνουν φως στην προσωπιότητα και το background του. Μάλλον την εμμονή του για την αναζήτηση του απόλυτου έρωτα (στην αγκαλιά κομμώτριας φυσικά) τονίζουν.
Η τανία είναι ευχάριστη, εξαιρετικά τρυφερή, με χιούμορ, συγκίνηση και μια σπάνια γλυκύτητα. Και τελικά, με το μάλλον απροσδόκητο τέλος της, μας μιλά για το ανέφικτο ενός τόσο τέλειου, ιδανικού και αυτάρκη έρωτα. Ή, αν θέλετε, για την ανθρώπινη αυτοκαταστροφικότητα. Είναι σαν να μας λέει ο Λεκόντ ότι όλο αυτή η ευτυχία είναι τόσο εξωπραγματική που δεν μπορεί να υφίσταται στον κόσμο μας.
Πολύ καλή ταινία λοιπόν για την τέλεια ερωτική αγάπη, πλην όμως θα μου επιτρέψετε, παρά το ότι μ' αρέσει, να τη θεωρώ και κάπως υπερτιμημένη.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 06, 2012

ΠΕΡΙ "ΑΝΑΤΡΟΠΩΝ" ΚΑΙ ΟΠΛΟΚΑΤΟΧΗΣ

Ο James D. Stern είναι παραγωγός κυρίως αλλά και σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ. Το 1999 γύρισε τη μοναδική fiction ταινία του, το "All the Rage" ή "It's the Rage" (ελληνικός τίτλος σε dvd - άγνωστο γιατί - "Ανατροπές", από τους πλέον άσχετους τίτλους ever).
 Πρόκειται για μια δραματική ταινία που το βασικό της θέμα είναι μια πολεμική ενάντια στην οπλοκατοχή, "σπορ" που, ως γνωστόν, ανθεί στις ΗΠΑ με τραγικά, κάθε λίγο και λιγάκι, αποτελέσματα. Η ταινία μας δείχνει αρκετούς χαρακτήρες, άσχετους μεν, αλλά που κάπως συνδέονται μεταξύ τους, που όλοι έχουν να κάνουν με κάποια ιστορία οπλοκατοχής και φόνου. Όλες οι ιστορίες έχουν τραγική κατάληξη, απόροια ενός νόμου που μάλλον έχει δημιουργήσει περισσότερα θύματα παρά έχει προστατεύσει ανθρώπους.
Καλές λοιπόν οι προθέσεις, όχι όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, και το φιλμ. Γιατί εδώ όλα γίνονται πολύ, μα πολύ εύκολα. Κατ' αρχήν οι περισσότεροι από τους ποικίλους χαρακτήρες είναι λιγότερο ή περισσότερο "βαρεμένοι": Ο δολοφόνος σύζυγος της αρχικής σκηνής είναι ένας οργίλος και αντιπαθής τύπος που κάθε λίγο χάνει την ψυχραιμία του και ουρλιάζει, ο γκέι πάσχει από κατάθλιψη - στα όρια της τρέλας για να είμαστε ακριβείς, ο εκατομμυριούχος εφευρέτης ιντερνετικών παιχνιδιών (κάτι σαν Μπιλ Γκέιτς) είναι ολότελα τρελός, τα δύο νεαρά αδέλφια άστα να πάνε (η μία κλεπτομανής, ο αλλος ένας υπερβίαιος θρησκόληπτος) και δεν συμμαζεύεται. Με τέτοια υπερσυγκέντρωση ψυχωτικών χαρακτήρων, η βία - με ή χωρίς οπλοκατοχή - είναι σίγουρο ότι θα ξεσπάσει σύντομα. Από την άλλη πάλι, ο τρόπος που συναντιούνται οι τροχιές και οι πορείες όλων αυτών των αρχικά άγνωστων μεταξύ των τύπων βασίζεται πολύ σε συμπτώσεις, τόσο ώστε να καταντά από ένα σημείο και πέρα ακόμα και αστείο. Όλοι διαπλέκονται με κάποιον τρόπο, πολύ εύκολο όμως.
Τελικά, παρά τους αρκετούς καλούς ηθοποιούς και, όπως είπα και πριν, την σωστή ιδεολογικά - για μένα τουλάχιστον - αντιμετώπιση του ακανθώδους αυτού θέματος (για τις ΗΠΑ τουλάχιστον), να που δεν αρκούν οι καλές προθέσεις και μερικά άλλα καλά για να γίνει και μια καλή ταινία. Λίγη περισσότερη προσοχή, σεναριακά τουλάχιστον, δεν θα έβλαπτε...

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 03, 2012

ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΕΠΛΑΣΕ ΤΗ ΜΠΡΙΖΙΤ ΜΠΑΡΝΤΟ!

Ο Roger Vadim (1928-2000) δεν νομίζω ότι υπήρξε ποτέ πολύ μεγάλος σκηνοθέτης. Συχνά όμως κατάφερνε να κάνει αίσθηση με τις ταινίες του και με την επιλογή των πρωταγωνιστριών τους (μερικές από τις οποίες υπήρξαν και σύζυγοι / ερωμένες του). Όπως, βέβαια, με την πρώτη του ταινία, το θρυλικό "Και ο Θεός έπλασε τη γυανίκα" του 1956.
Θρυλικό; Επειδή είναι μια συγκλονιστική ταινία; Μάλλον όχι. Το μεγαλύτερο μέρος της μεγάλης φήμης της οφείλεται στην κυριολεκτικά εκρηκτική παρουσία της 22χρονης τότε Μπριζίτ Μπαρντό στον πρώτο σημαντικό ρόλο της. Αυτό ήταν άλλωστε το φιλμ που την ανέδειξε και την καθιέρωσε σαν παγκοσμιο σύμβολο του σεξ.
Στην ταινία παίζει το ρόλο μιας ανεξάρτητης (αλλά και κακομαθημένης) τινέιτζερ, που αψηφά όλες τις σεξουαλικές και κοινωνικές συμβάσεις και, ενώ είναι ερωτευμένη με κάποιον αρκετά μεγαλύτερό της και πολιορκείται από έναν ακόμα μεγαλύτερο πλούσιο αρχιτέκτονα, αυτή τελικά παντρεύεται το μικρό αδελφό του πρώτου, που είναι ερωτευμένος μαζί της, και το δράμα ξεκινά.
 Πρόκειται βέβαια για ερωτικό δράμα, με αισθηματικές συγκρούσεις και διλήμματα και την αξέχαστη περσόνα της Μπαρντό, με τον προφανή και πρωτοφανή για την εποχή ερωτισμό της, στο επίκεντρο των πάντων. Πέραν αυτών, αξίζει και για τη γραφική απεικόνιση του μάλλον φτωχού τότε Σαιν Τροπέζ, όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Κατά τη γνώμη μου έχει πάντως ενδιαφέρον και η τόλμη του Βαντίμ στη σκιαγράφηση του ποτρέτου της νεαρής ηρωίδας του. Η σεξουαλική της ελευθεριότητα, το ερωτικό της πάθος, η περιφρόνηση κάθε κοινωνικής σύμβασης, ταμπού και καθωσπρεπισμού, μπορούν να προκαλέσουν αίσθηση ακόμα και σήμερα, που τόσα έχουμε δει. Πιστεύω μάλιστα ότι μια κοπέλα με τη δική της συμπεριφορά θα προκαλούσε ανάλογες αντιδράσεις του κοινωνικού περίγυρου ακόμα και στις μέρες μας, ιδιάιτερα αν πρόκειται για επαρχία και όλα αυτά γίνονται ουσιαστικά φανερά.
Ας επισημάνω τέλος και την απίστευτη σκηνή του ζωώδους σχεδόν, παραληρηματικού και πέραντα αισθησιακού χορού της Μπαρντό - απόλυτο σύμβολο της ανάγκης της για πλήρη ελευθερία - προς το τέλος του φιλμ, που επίσης είχε σοκάρει στην εποχή του.
Είναι από τις ταινίες που ενώ νομίζω ότι δεν είναι και πολύ σημαντική, θα συνιστούσα σε όλους να τη δουν - αν ενδιαφέρονται τέλος πάντων και για παλιότερες κινηματογραφικές ιστορίες. Μερικά πράγματα αξίζουν ακόμα και αν συνολικά δεν είναι, όπως είπαμε, ιδιαίτερα σπουδαία, όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται αυτό.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 02, 2012

ΤΟ "ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ" ΚΑΙ Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Κάπου στη δεκαετία του 40 το Χόλιγουντ αρχίζει σοβαρά να ενδιαφέρεται για τη φροϊδική θεωρία της ψυχανάλυσης. Πολλές φορές είναι κακοχωνεμένη, συχνά η χρήση της γίνεται εύκολα και επιφανειακά, ωστόσο η γοητεία της είναι σαφής και προσφέρεται για σεναριακή αξιοποίηση. Γνωστότερο παράδειγμα παραμένει το "Spellbound" του Χίτσκοκ. Ωστόσο το 1947 υπάρχει και το "Secret Beyond the Door" του μεγάλου Fritz Lang (1890-1976), ο οποίος τότε διανύει την αμερικάνικη περίοδό του.
Στην ταινία όμορφη και πλούσια κληρονόμος ερωτεύεται στο Μεξικό μυστηριώδη αρχιτέκτονα και σύντομα παντρεύονται. Ωστόσο, από τις πρώτες κιόλας μέρες του γάμου τους, οι αμφιβολίες και τα ερωτηματικά της ηρωίδας για το ποιος πραγματικά είναι ο σύζυγός της πολλαπλασιάζονται. Κυρίως όταν πηγαίνει να ζήσει στο πατρικό του σπίτι, που κατοικείται και από την αδελφή του και μια άλλη γυναίκα...
Ναι, η ιστορία θυμίζει Χίτσκοκ. Άλλωστε, αυτό που αρχικά μοιάζει με αισθηματική ταινία, εξελίσσεται σύντομα σε ψυχολογικό θρίλερ. Ο Λανγκ κουβαλά βεβαίως την παράδοση του γερμανικού εξπρεσιονισμού (του οποίου φυσικά υπήρξε πρωτεργάτης) κι αυτό φαίνεται καθαρά στα ασπρόμαυρα πλάνα του φιλμ, με τις έντονες σκιές, το κοντράστο λευκού - μαύρου, τις λήψεις... Από την άλλη, υιοθετεί την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, χαρακτηριστικό γνώρισμα του νουάρ, του οποίου, υπενθυμίζουμε, έχει επίσης γυρίσει εξαιρετικά δείγματα. Εδώ μάλιστα πρωτοτυπεί, βάζοντας στη θέση του κλασικού αφηγητή μια γυναίκα - αφηγήτρια, την ηρωίδα, η οποία έτσι αποκαλύπτει την πάλη που γίνεται μέσα της και το διχασμό της ψυχής της. Και υπάρχει και η ενδιαφέρουσα σκηνή του ονείρου. Όσο για την ψυχανάλυση που λέγαμε, αυτή παίζει κομβικό ρόλο στη λύση της ιστορίας. Και, βέβαια, κι εδώ χρησιμοποιείται με μάλλον εύκολο τρόπο. Θυμήθηκες, πάει τελείωσε. Όλα έχουν φωτιστεί και λυθεί ως δια μαγείας. Μακάρι να ήταν τόσο εύκολα τα πράγματα...
Η ταινία υπήρξε μεγάλη αποτυχία στην εποχή της και πήρε κακές κριτικές. Σήμερα αναγνωρίζεται ως πολύ καλύτερη από όσο φαινόταν τότε. Προσωπικά μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον και μου άρεσε η ονειρική διάσταση που την διαπερνά, δεν τη θεωρώ πάντως από τις πολύ μεγάλες στιγμές του Lang.

eXTReMe Tracker