Δευτέρα, Νοεμβρίου 28, 2011

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ


Η Isabel Coixet είναι ισπανίδα, η ταινία της όμως "Η Μυστική Ζωή των Λέξεων" του 2005 είναι μάλλον διεθνής παραγωγή, αγγλόφωνη, και μάλιστα με πρωταγωνιστές τον Τιμ Ρόμπινς, τη Σάρα Πόλεϊ και τη Τζούλι Κρίστι. Πρόκειται για ένα πυκνό, βαρύ δράμα, που νομίζω ότι τελικά αφήνει μια συγκλονιστική σχεδόν "επίγευση" στον θεατή.
Είναι η ιστορία μιας κουφής, κάθε άλλο παρά κοινωνικής κοπέλας, που θέλοντας να αφήσει πίσω της την ούτως ή άλλως άχαρη και μοναχική ζωή της, πιάνει δουλειά ως νοσοκόμα σε μια πλωτή πλατφόρμα άντλησης πετρελαίου κυριολεκτικά στο μέσον του πουθενά (του ωκεανού για την ακρίβεια), με αποστολή να φροντίζει έναν προσωρινά τυφλό άντρα.
Εκείνη δεν ακούει καλά, εκείνος δεν βλέπει προσωρινά. Η επαφή τους, η σχέση τους, χαρακτηρίζεται από την έλλειψη μιας βασικής αίσθησης - έστω και προσωρινής, αφού εκείνος ξέρουμε από την αρχή ότι κάποια στιγμή θα ξαναδεί κι εκείνη μπορεί να ακούσει φορώντας σύγχρονα ακουστικά. Ωστόσο, η περίοδος της γνωριμίας τους χαρακτηρίζεται από σκοτάδι και σιωπή. Καθώς η υποχρεωτική καθημερινή τους επαφή γκρεμίζει τα αρχικά τείχη, η σχέση τους περνά από διάφορα στάδια. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε πλήρως στο συγκλονιστικό πραγματικά τέλος (στη συγκλονιστική κυρίως εξομολόγηση της κοπέλας) είναι ότι και οι δύο αυτοί άνθρωποι έχουν ανοιχτές πληγές (ο άντρας μάλιστα και κυριολεκτικά) και μάλιστα πολύ βαθιές. Όλο το ζήτημα είναι αν αυτές, μετά την τεράστια φθορά που προξένησαν, μπορούν ακόμα να επουλωθούν, αν η ανθρώπινη επαφή μπορεί να κλείσει και τα πιο βαθιά τραύματα.
Η ταινία υπογραμμίζει τέλεια την ερημιά των ψυχών με την ερημιά του τοπίου, αφού το μεγαλύτερο μέρος της είναι γυρισμένο στην γιγάντια πλατφόρμα που την δέρνουν ασταμάτητα τα τιτάνια κύματα του ωκεανού. Τέλειο μέρος για μοναχικές ψυχές ή/και για ανθρώπους που προσπαθούν να ξεχάσουν... Τέλειο μέρος για πιο ζεστή ανθρώπινη επαφή ή για κατ' ευθείαν εισιτήριο στην τρέλα. Ποιο απ' τα δύο τελικά θα επικρατήσει; όσο για τις τραυματισμένες ψυχές, που τόσο έχουν υποφέρει, τι πιο φυσικό από το να αρπαχτούν, σαν να βρήκαν σανίδα σωτηρίας, η μία από την άλλη;
Δυνατό δράμα με συγκλονιστικές πραγματικά (το είπα ήδη) αποκαλύψεις στο τέλος, που ταυτόχρονα λειτουργεί και σαν αντιπολεμική κραυγή ή σαν διαμαρτυρία ενάντια στην ανθρώπινη κτηνωδία και τις αδιανόητες διαστάσεις που μπορεί αυτή να πάρει, το φιλμ διαθέτει και εξαίρετες ηθοποιίες. Αν είστε φίλοι τέτοιων "κλειστών" και ίσως και κλειστοφοβικών ταινιών, μην το χάσετε. Για την ιστορία, έχει κερδίσει και πλήθος από τα σημαντικότερα βραβεία του ισπανόφωνου κόσμου (Γκόγια κ.ά.)

Σάββατο, Νοεμβρίου 26, 2011

Η "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΕΡΑΥΝΟΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΡΧΑΡΙΕΣ



Αυτή τη φορά το κλασικό εξωτικό μέρος είναι οι Μπαχάμες, ενώ το κλου της ταινίας είναι οι υποβρύχιες μάχες, με ή χωρίς καρχαρίες. Βρισκόμαστε στο 1965 και ο τέταρτος αισίως Τζέιμς Μποντ προβάλλεται στις οθόνες. Στο "Thunderball" (Επιχείρηση Κεραυνός" στα ελληνικά) ο Terence Young (1915–1994), που είχε γυρίσει τις δύο πρώτες περιπέτειες του σούπερ πράκτορα, επιστρέφει στη σκηνοθεσία, μετά το διάλειμμα του "Χρυσοδάκτυλου".
Φυσικά ο Μποντ δεν βγαίνει ποτέ εκτός φόρμας, έχει όσες πανέμορφες γυναίκες γουστάρει (τις οποίες φυσικά ρίχνει με την πρώτη ατάκα), διαθέτει ως σήμα κατατεθέν το φλεγματικό χιούμορ του, είναι όπως πάντα τυχερός και, πρακτικά, απέθαντος, αφού καταφέρνει να τη γλυτώσει όσες παγίδες κι αν του στήσουν, όσες φορές κι αν τον πυροβολήσουν (συνήθως αστοχούν). Εδώ προσπαθεί όπως πάντα να σώσει τον κόσμο από έναν σατανικό υπερ-κακό, ο οποίος έχει κλέψει δύο ατομικές βόμβες και απαιτεί υπέρογκα λύτρα για να μην τινάξει τον μισό κόσμο στον αέρα.
Το χαρακτηριστικό, όπως είπαμε, του φιλμ είναι οι υποβρύχιες λήψεις. Υποβρύχια, αιματηρές μάχες στο βυθό, καρχαρίες που απειλούν τους πάντες, αλλά και που εκτρέφονται ως κατοικίδια στην πισίνα του κακού. Ο οποίος - πολύ κακός πρέπει να πω - τους ταϊζει με εχθρούς, αλλά και πρώην συνεργάτες/υφιστάμενους που απέτυχαν στην αποστολή που τους ανέθεσε. Τέτοια φριχτά πράγματα. Ίσως οι υποβρύχιες μάχες να είναι κάπως μακρόσυρτες και αργές και να επιμηκύνουν κάμποσο την ταινία, αλλά οι φίλοι δεν βαρυγκομούν. 007 είναι αυτός και θα τον απολαύσουμε σ' ό,τι κι αν κάνει, επιμένουν.
Γενικά - ως μη φίλος της σειράς, όπως επαναλαμβάνω κουραστικά σε κάθε ταινία της για την οποία γράφω - έχω να παρατηρήσω (στα υπέρ) ότι στις 4 πρώτες ταινίες, με τον Σον Κόνερι φυσικά, παρά το ότι βρισκόμαστε στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου (ο οποίος αποτελεί μόνιμο φόντο των πρώτων αυτών περιπετειών) και οι σχέσεις της Δύσης με τους Σοβιετικούς είναι διαρκώς τεταμένες, οι κακοί δεν είναι αδίστακτοι ρώσοι πράκτορες, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά ανεξάρτητοι υπερ-κακοί, που καταστρώνουν μοχθηρά σχέδια κατά της ανθρωπότητας και τις περισσότερες φορές ανήκουν στη μυστική οργάνωση SPECTRE. Ίσα - ίσα μάλιστα, που πασχίζουν να πείσουν τους δυτικούς ότι τη λαδιά την έκαναν οι ρώσοι, ώστε να γίνει παγκόσμιος χαμός. Ενδιαφέρον στοιχείο, αν σκεφτεί κανείς ότι πολύ μεγαλύτεροι (φυσικά) σκηνοθέτες, όπως ο Χίτσκοκ ας πούμε, γύρισαν πολύ περισσότερο ψυχροπολεμικές ταινίες.
Τέλος, μια προσωπική εξομολόγηση, που δεν σας ενδιαφέρει καθόλου βέβαια, αλλά δεν μπορώ να μην την πω: Ο κακός εδώ είναι ο απολαυστικός Αντόλφο Τσέλι (μονόφθαλμος μάλιστα για να φαίνεται ακόμα χειρότερος). Ε, λοιπόν εγώ δεν μπορώ να τον πάρω καθόλου στα σοβαρά και να τον μισήσω, όπως πρέπει, γιατί πολύ πριν τους πρώτους αυτούς Μποντ είχα δει τους ξεκαρδιστικούς "Εντιμότατους Φίλους μου". Έτσι ο πολύ καλός αυτός ηθοποιός μου προκαλεί πάντα ακούσιο γέλιο καθώς μου θυμίζει τον ρόλο του εκεί. Άντε τώρα να φοβηθείς...

Παρασκευή, Νοεμβρίου 25, 2011

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ROAD MOVIE ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΑ


Ας πούμε από την πρώτη στιγμή ότι το διάρκειας δυόμισι ωρών "Κάποτε στην Ανατολία" του 2011 του πολύ ενδιαφέροντα τούρκου Nuri Bilge Ceylan είναι μια ταινία "αγγελοπουλική" όσον αφορά τους ρυθμούς. Μεγάλα πλάνα, υπνωτικοί ρυθμοί, αργή ή και καθόλου κίνηση της κάμερας, βουβές σκηνές... Οπότε όσοι δεν αντέχουν αυτό το είδος σινεμά σταματάνε εδώ.
Ωστόσο, σε μένα τουλάχιστον, το φιλμ εξασκεί μια έντονη γοητεία. Το γυμνό, έρημο τοπίο, οι νυχτερινοί φωτισμοί (συχνά από τους κιτρινωπούς προβολείς των αυτοκινήτων και μόνο), τα πρόσωπα, τα βουβά δράματα που συντελούνται, όλα συγκλίνουν σε ένα αποτέλεσμα που καθόλου αδιάφορο δεν με άφησε.
Μια ομάδα από διαφορετικούς ανθρώπους - σε χαρακτήρες, σε επάγγελμα, σε ιδιοσυγκρασίες - διασχίζει τα έρημα τοπία της μακρινής Ανατολίας, κουβαλώντας έναν δολοφόνο, ο οποίος προσπαθεί να τους υποδείξει (αν καταφέρει να το θυμηθεί) πού ακριβώς, μέσα σ' αυτό το απόλυτο τίποτα, έθαψε το θύμα. Η νύχτα πέφτει, ο εκνευριμός μεγαλώνει, αλλά και η εξομολογητική διάθεση των μελών της ομάδας αυξάνεται. Η επίσκεψη σ' ένα ξεχασμένο χωριό και η καθημερινότητα της επόμενης μέρας θα ακολουθήσουν το αργό road movie του πρώτου (και παραπάνω) μισού μέρους της ταινίας.
Το γυμνό, λιτό τοπίο της Ανατολίας (που είναι η περιοχή βαθιά στην Τουρκία, κοντά στην Άγκυρα) κυριαρχεί απόλυτα, στο πρώτο μέρος τουλάχιστον. Μοιάζει να είναι ο αληθινός πρωταγωνιστής. Η ερημιά του είναι θαρρείς αυτή που κάνει τους ανθρώπους να έρθουν πιο κοντά. Ταυτόχρονα, μέσα από τις αντιθέσεις του γιατρού, του εισαγγελέα, του αστυνομικού, του κοινοτάρχη του χωριού κλπ. ο σκηνοθέτης μιλά για τις αντιθέσεις της χώρας του με το διπλό πρόσωπο: Το ευρωπαϊκό και το σχεδόν τριτοκοσμικό. Αλλά το πιο ενδιαφέρον μάλλον είναι ότι ανεπαίσθητα, δίχως καλά - καλά να το καταλάβουμε, χτίζει αποσπασματικά τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων, αποκαλύπτει τα προσωπικά τους δράματα. Διαπιστώνουμε τότε ότι όλοι αυτοί οι ετερόκλητοι χαρακτήρες έχουν την προσωπική τους κόλαση, τις δικές τους τραγωδίες. Τις έχουν ζήσει ή τις ζουν ακόμα. Παύουν έτσι βαθμιαία να είναι απρόσωποι (ο εισαγγελέας, ο γιατρός κλπ.) και γίνονται άνθρωποι που πάσχουν, άνθρωποι με σάρκα και οστά δηλαδή. Έτσι δεν είναι και στη ζωή άλλωστε; Αδύνατο να ξέρεις τι κρύβει ο καθένας με την πρώτη ματιά. Το τελευταίο πλάνο είναι διφορούμενο, ανοιχτό σε αναγνώσεις. Αναμενόμενο. Δεν θα περίμενα από τον Ceylan ξεκάθαρες απαντήσεις.
Γοητευτική ταινία από έναν - το είπαμε - πολύ αξιόλογο δημιουργό. Αλλά - το είπαμε κι αυτό - αποκλειστικά για σινεφίλ. Οι εθισμένοι σε πιο "συνηθισμένα" κινηματογραφικά στιλ, μάλλον ας μείνουν μακριά. Για την ιστορία, το φιλμ κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο στις Κάννες.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 23, 2011

Ο ΑΛΜΟΔΟΒΑΡ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΥΡΩΤΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ



Οι «Γυναίκες στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης» (Mujeres al borde de un ataque de nervios) του 1988 είναι η πρώτη ουσιαστικά ταινία που κάνει γνωστό τον Pedro Almodóvar στην Ελλάδα. Είχε προηγηθεί η προβολή του Μatador, αλλά αυτό ούτως ή άλλως, με τη μεταφυσική ματιά του, αποτελεί ένα είδος εξαίρεσης στο έργο του, οπότε δεν είχε γίνει ακόμα οικείο στο κοινό το πασίγνωστο πλέον σήμερα στιλ του.
Η ταινία, αν και είναι καθαρή κωμωδία, ισορροπεί θα έλεγα ανάμεσα στην πρώτη, αμιγώς κωμική του περίοδο, αυτή των 80'ς, και τη δεύτερη, αυτή της τωρινής του ωριμότητας. Και είναι όντως αστεία. Μέσα από ένα πραγματικά απίθανο σενάριο, ο δαιμόνιος ισπανός κάνει άγρια πλάκα με τις συμβάσεις των δραματικών / αισθηματικών ταινιών, χρησιμοποιεί κατά κόρον το προσφιλές του κιτς (ένα χαρακτηριστικό 80ς κιτς, φτάνει να προσέξετε τα έπιπλα, τα ρούχα των ηρωίδων, το γενικό ντεκόρ με τα έντονα χρώματα κλπ.) και μπλέκει ερωτικές ιστορίες, εφήμερες ή πολύ πιο σοβαρές, άγριους χωρισμούς, γυναικείες νευρώσεις, υστερίες ή / και εμμονές, μπάτσους, ισλαμιστές τρομοκράτες, κυνηγητά με αυτοκίνητα ή μηχανές, υπνωτικά χάπια και κάμποσα άλλα στοιχεία, για να δημιουργήσει μια απολαυστικότατη (κατά τη γνώμη μου πάντοτε) και ξεκαρδιστική ενίοτε σαλάτα - με καλή έννοια το λέω, οι σαλάτες είναι νόστιμες άλλωστε. Η οποία, σημειωτέον, διαδραματίζεται κυρίως μέσα σε ένα διαμέρισμα, αλλά πιστέψτε με, αυτό ουδόλως κουράζει.
Οι γυναίκες βρίσκονται, όπως συνήθως, στο επίκεντρο. Με διαφορετικές ψυχολογίες η κάθε μια, καρτερικές, επιπόλαιες, εκδικητικές, νευρωτικές, «εύκολες», σοφές, τρελές, δυνατές, έξυπνες ή αφελείς, δεμένες η μια με την άλλη άλλοτε με βαθιές φιλίες και άλλοτε με λυκοφιλίες, πάντοτε όμως αποτελούν το κέντρο της προσοχής, το σημείο όπου εστιάζει ο σκηνοθέτης. Οι άντρες, αντίθετα, μοιάζουν να περιστρέφονται γύρω τους. Αδύναμοι συνήθως ή αναξιόπιστοι, μόνο συμπληρωματικούς ρόλους καταφέρνουν να παίζουν στην όλη ιστορία. Κοινώς οι γυναίκες, "καλές" ή "κακές", είναι πάντα ενδιαφέρουσες. Οι άντρες... άστα να πάνε.
Και πώς βγαίνει το γέλιο σε ένα τόσο δακρύβρεκτο σε πρώτη ματιά δράμα; Μα, διάβολε, είναι τόσο, μα τόσο απίθανο το όλο στόρι, είναι τόσο αλλοπρόσαλλες οι συμπεριφορές και, κυρίως, είναι τόσο εξωπραγματικές οι φοβερές και συνεχείς συμπτώσεις πάνω στις οποίες δομείται σεναριακά η ταινία, που μόνο ως ξέφρενη πλάκα μπορούν να εκληφθούν. Νομίζω ότι από εδώ και πέρα – και μάλιστα μάλλον διαρκώς βελτιούμενος – ο Αlmodovar έχει ουσιαστικά βρει το προσωπικό του, ανεπανάληπτο ύφος. Αυτό που παντρεύει με τόσο μοναδικό τρόπο το εξωφρενικό δράμα με το μαύρο χιούμορ.
Γενικά πρόκειται για μια ταινία που με διασκεδάζει αφάνταστα κάθε φορά που τυχαίνει να τη δω. Ελπίζω να σας συμβεί το ίδιο.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά ο απίστευτος ταξιτζής, που νομίζω ότι κλέβει την παράσταση με τις δυο-τρεις (άλλη απίθανη σύμπτωση κι αυτή) σύντομες εμφανίσεις του.

Κυριακή, Νοεμβρίου 20, 2011

Ο ΤΕΝ ΤΕΝ ΩΣ ΙΝΤΙΑΝΑ ΤΖΟΟΥΝΣ




Ομολογώ ότι όταν είδα το τρέιλερ του κατά Steven Spielberg Τεν Τεν δεν ενθουσιάστηκα. Όταν όμως είδα το φιλμ "Οι Περιπέτειες του Τεν Τεν" (2011), άλλαξα γνώμη. Επιγραμματικά θα πω ότι σπάνια έχω διασκεδάσει τόσο πολύ σε σινεμά τα κάμποσα τελευταία χρόνια. Φυσικά, για να προλάβω αντιρρήσεις που σίγουρα θα υπάρχουν από κάποιους, ούτε βαθιά νοήματα ή "μηνύματα" εισπράτει κανείς από μια τέτοια ταινία ούτε μπορεί να θαυμάσει το πολυδιάστατο των χαρακτήρων, οι οποίοι είναι όντως "χάρτινοι", κοινώς μονοδιάστατοι. Ο Τεν Τεν στοχεύει στην καθαρή διασκέδαση, στην απόλαυση της περιπέτειας, στο διαρκές κράτημα του θεατή "στην άκρη του καθίσματος". Και σ' αυτά, κατά την προσωπική μου γνώμη τουλάχιστον, παίρνει άριστα.
Ο αιώνια έφηβος δημοσιογράφος είναι βέβαια το διάσημο κόμικς δημιούργημα του Herge, η πρώτη περιπέτεια του οποίου κυκλοφόρησε στο χαρτί το 1929 δημιουργώντας έτσι τη περίφημη γαλλοβελγική σχολή της "καθαρής γραμμής" στα κόμικς, που εξακολουθεί να παράγει εξαίρετες δουλειές μέχρι σήμερα (ο ίδιος ο Herge φαίνεται στην πρώτη σκηνή να σχεδιάζει το διάσημο δημιούργημά του σε ένα έξυπνο "κλείσιμο ματιού" στους θεατές) . Ο ήρωάς μας αγοράζει εδώ μια ρέπλικα ενός παλιού ιστιοφόρου, την οποία επιθυμούν με οποιοδήποτε τίμημα και κάμποσοι άλλοι, μπλέκοντας έτσι σε μια πολύπλοκη ιστορία με θησαυρούς, πειρατές και παλιές οικογενειακές βεντέτες.
Με αυτή την αφορμή λοιπόν ο Spielberg θυμάται (μετά από αρκετά χρόνια πρέπει να πω) τον παλιό, καλό του εαυτό, αυτόν του "μεγαλύτερου διασκεδαστή του κόσμου", και επιστρέφει θριαμβευτικά στις μέρες των πρώτων Ιντιάνα Τζόουνς. Δεν είναι τυχαίος ο παραλληλισμός. Ο Τεν Τεν είναι διαπραγματευμένος όπως ο περίφημος αρχαιολόγος-που -τα-κάνει-όλα, ο εξωτισμός και οι παλιές δεκαετίες (30-40) είναι ίδιες, η αναζήτηση κάποιου πολύτιμου αντικειμένου μοιάζει επίσης, απλώς εδώ έχουμε να κάνουμε με την ιδιότυπη αυτή τεχνική animation που θέλει κανονικούς ηθοποιόύς να "μεταμφιέζονται" μέσω πολύπλοκων ψηφιακών τεχνικών σε κινούμενα σχέδια. Οι σύγχρονες τεχνολογίες λοιπόν κάνουν αληθινά θαύματα, καθώς οι λεπτομέρειες είναι απίστευτες (διακρίνεται κυριολεκτικά η κάθε τρίχα, η κάθε πτυχή υφάσματος). Αλλά αυτά είναι τεχνικά. Είναι βέβαια η ασταμάτητη δράση, σε συνδυασμό με το μυστήριο, τις αποκαλύψεις, το πανταχού παρόν χιούμορ, το άψογο σασπένς, τις εντυπωσιακές εικόνες (υπερθέαμα θα λέγαμε καλύτερα), που κάνουν το φιλμ τον ορισμό αυτό που εγώ θα αποκαλούσα "χορταστικό". Και νομίζω ότι οι μεγάλοι θα διασκεδάσουν το ίδιο (αν όχι περισσότερο, αφού πιθανόν να υπάρχει και το καρύκευμα της νοσταλγίας από νεανικά αναγνώσματα) με τα παιδιά τους. Να που χρειάστηκε λοιπόν ένα animation και ένας έτοιμος (και διάσημος ήδη στην Ευρώπη τουλάχιστον) χαρακτήρας για να κάνει ο Spielberg την κατ΄εμέ καλύτερη ταινία του των αρκετών τελευταίων χρόνων.


ΥΓ: Όλα τα λεφτά ο αλκοολικός καπετάνιος Χάντοκ, που συχνά κλέβει την παράσταση, αλλά και οι ηλίθιοι ντετέκτιβ Ντιπόν και Ντιπόν.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 17, 2011

ΝΑΖΙ, ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΚΟΤΑ "ΟΧΥΡΑ"


Βρισκόμαστε στα 1983. Ο άσημος τότε Michael Mann κάνει τα πρώτα του βήματα. Για την ακρίβεια γυρίζει τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, το "The Keep", που είναι μια καθαρή ταινία τρόμου.
Βρισκόμαστε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μια διμοιρία ναζί φτάνουν σε ένα απομακρυσμένο, ορεινό ρουμάνικο (νομίζω) χωριό, με στόχο να εγκατασταθούν ως φρουρά σε ένα γιγάντιο, αλλόκοτο, αρχαίο κτίσμα, κάτι σαν οχυρό, που δεσπόζει στο χωριό αυτό. Ουδείς γνωρίζει πότε ακριβώς και για ποιον λόγο χτίστηκε, οι κάτοικοι όμως ξέρουν καλά ότι κάτι εφιαλτικό κρύβεται μέσα του. Οι ναζί βέβαια δεν πιστεύουν σε τέτοιες χωριάτικες προλήψεις, οπότε... αντιλαμβάνεστε ότι κακά πράγματα θα τους συμβούν.
Το φιλμ βέβαια είναι - σχετικά - πρωτόλειο και σε λίγα πράγματα θυμίζει τον Mann που ξέρουμε. Διαπραγματεύεται την κλασική πάλη καλού - κακού, όπου στη θεση του δεύτερου τοποθετεί το συλλογικό "τέρας" που δημιουργεί, τρέφει και υλοποιεί (εδώ κυριολεκτικά) ο ναζισμός. Αυτό το βρίσκω ενδιαφέρον στοιχείο. Από την άλλη, η ταινία είναι σε πολλά σημεία της ατμοσφαιρική και καταφέρνει να δημιουργεί αίσθημα ανησυχίας, το οποίο φυσικά είναι ζητούμενο στα φιλμ του είδους. Κάποιες σκηνές της μάλιστα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακόμα και εφιαλτικά ποιητικές.
Τα εφφέ φαντάζουν βέβαια λίγο αστεία και "εύκολα" με τα σημερινά δεδομένα, με διάφορα κόκκινα λέιζερ να ανάβουν ως μάτια ή όπλα και αντίστοιχες λάμψεις να ξεχύνονται από παντού. Θυμηθείτε όμως την εποχή και τις δυνατότητες που υπήρχαν τότε πριν τα απορρίψετε ολότελα.
Συνολικά την βρήκα συμπαθητική ταινία του είδους, με σχετικά πρωτότυπο σενάριο, που βλέπεται με (σχετικό πάντα) ενδιαφέρον, από τους φίλους του φανταστικού τουλάχιστον. Μέχρις εκεί όμως. Ίσως το μεγαλύτερο ακόμα ενδιαφέρον της να βρίσκεται στο όνομα του σκηνοθέτη και να αποτελεί κάτι σαν "ιστορικό καθήκον" ενός σινεφίλ το να ανακαλύψει (ξεθάψει μάλλον) τα άγνωστα πρώτα βήματα ενός μετέπειτα σημαντικού δημιουργού.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2011

ΛΗΣΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΡΕΤΙΡΕ ΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΞΥΣΤΗ


Οι ταινίες με απίθανες ληστείες, που συχνά διαθέτουν μικρή ή μεγάλη δόση χιούμορ, είναι κοινός τόπος στο σινεμά και συχνά είναι, αν μη τι άλλο, διασκεδαστικές. Υπακούουν μάλιστα σε στάνταρ κανόνες, όπως δράση μάλλον εξωπραγματική (είναι απίθανο να συμβούν όλα αυτά και μάλιστα με τέτοια ακρίβεια), όπως η ύπαρξη ενός όσο πιο απίθανου στόχου ληστείας μπορούν να επινοήσουν οι σεναριογράφοι και βέβαια, σπάνια αποβλέπουν και κάπου αλλού πέραν της καθαρής διασκέδασης που λέγαμε. Από τις συμπαθητικες τέτοιες περιπτώσεις - δίχως πάντως να ξεφεύγει από τους κανόνες - βρήκα το "Tower Heist" (Πώς να κλέψετε έναν Ουρανοξύστη, 2011) του Brett Ratner.
Η ιδέα μάλιστα είναι αρκετά πρωτότυπη, στα πλαίσια πάντα του είδους. Το προσωπικό ενός πολυτελέστατου ουρανοξύστη (του ακριβότερου ίσως στη Νέα Υόρκη) φτιάχνει μια στα όρια του γελοίου συμμορία για να ληστέψει τον ζάμπλουτο και "σεβάσμιο" χρηματιστή κάτοικο του ρετιρέ, ο οποίος έχει αποδειχτεί όχι μόνο απατεώνας ολκής, έχοντας καταχραστεί ακόμα και τις δικές τους πενιχρές οικονομίες, αλλά κινδυνεύει να μείνει και ατιμώρητος από πάνω εξ αιτίας ενός διεφθαρμένου συστήματος. Από εκεί και πέρα, ξέρετε. Το σχέδιο είναι ιδιοφυές, αλλά και οι απιθανότητες πολλαπλασιάζονται. Πάντοτε όμως η ταινία παραμένει διασκεδαστική και με την πρέπουσα, νομίζω, δόση σασπένς.
Βλέπετε πάντως ότι η εποχή, με τα κυρίαρχα αρπακτικά του χρηματομεσιτικού τομέα να απειλούν ουσιαστικά με παγκόσμια δυστυχία, με την ανθρώπινη απληστία να έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη, με τις στρατιές νεόπτωχων παγκοσμίως, δεν αφήνει ασυγκίνητο ακόμα και τον mainstream, χολιγουντιανό κινηματογράφο, που πρωτίστως βέβαια αποβλέπει στα ταμεία. Γι' αυτό υπάρχει το έντονο κοινωνικό στοιχείο στο φιλμ, γι' αυτό ο "κακός" της ταινίας είναι ένα τέτοιο αδίσταχτο αρπακτικό, γι΄αυτό συμπαθείς ως θεατής τους αστείους και ποικίλων χαρακτήρων ήρωες και αυτόματα ταυτίζεσαι μαζί τους, ευχόμενος ολόψυχα να πετύχει το σχέδιό τους. Επειδή έχουν δίκιο κι όχι επειδή είναι "ωραίοι τύποι", όπως σε πολλές άλλες ταινίες του είδους (βλέπε "Ocean δεκατόσο").
Αν συνυπολογίσουμε και το απολαυστικό καστ (Μπεν Στίλερ, Κέισι Άφλεκ, Έντι Μέρφι, Άλαν Άλντα, Μάθιου Μπρόντερικ) βρήκα την ταινία (παρά, ξαναλέω, τα σημεία που θα αναφωνήσει κανείς "ε, όχι, αυτό δεν γίνεται") διασκεδαστική. Ό,τι πρέπει για ένα ευχάριστο δίωρο. Τίποτα παραπάνω.

Τρίτη, Νοεμβρίου 15, 2011

WEST SIDE STORY: ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ


Το "West Side Story" που γύρισαν το 1961 οι Jerome Robbins ((1918-1998)και Robert Wise (1914-2005) (ο πρώτος ήταν χορογράφος και σκηνοθέτησε τα χορευτικά), θεωρείται ένα από τα καλύτερα μιούζικαλ όλων των εποχών και, σίγουρα, είναι ένα από τα πιο πετυχημένα εμπορικά και καλλιτεχνικά (είχε σαρώσει στα Όσκαρ στην εποχή του).
Η ιδέα αποδείχτηκε θαυματουργή: Οι δημιουργοί μετέφεραν τον μύθο του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας στην (τότε) σύγχρονη εποχή, βάζοντας μάλιστα τους δύο τινέιτζερς ερωτευμένους να ανήκουν σε δύο αντίπαλες νεανικές συμμορίες, η μία αποτελούμενη από λευκούς και η άλλη από ισπανόφωνους πορτορικάνους. Η μουσική του Λέοναρντ Μπερνστάιν υπήρξε άλλο ένα βασικό στοιχείο επιτυχίας του φιλμ (ο δίσκος ήταν για πολύ καιρό νο 1 στα charts).
Νομίζω ότι μπορούμε να διακρίνουμε διάφορα επίπεδα στην ταινία. Από τη μία υπάρχει το όντως εντυπωσιακότατο οπτικό μέρος. Κατασκευασμένα σκηνικά που αναπαράγουν φτωχές, λαϊκές περιοχές της Νέας Υόρκης, πλημμυρισμένα από έντονα χρώματα με κυρίαρχο το πανταχού παρόν κόκκινο. Ωραία χορευτικά, άλλοτε πολυπρόσωπα, άλλοτε όχι, έντονο στυλιζάρισμα και, βέβαια, μια απεικόνιση της τότε νεανικής κουλτούρας, τόσο των "ροκάδων" λευκών όσο και των ισπανόφωνων, με τη δική τους μουσική και τρόπο ζωής. Η αναπαράσταση μάλιστα της βίας με χορευτικά είναι αξέχαστη.
Από την άλλη υπάρχει το αισθηματικό, το ερωτικό μέρος, που, όπως σχεδόν κάθε νεανική ταινία, ιδιαίτερα περασμένων δεκαετιών, είναι μάλλον αφελές και υπερ-ρομαντικό. Έρωτας με την πρώτη (κυριολεκτικά) ματιά, όρκοι για αιώνια αγάπη, μελιστάλακτοι ερωτικοί διάλογοι... τέτοια πράγματα. [spoiler!! Spoiler!]Ναι, αλλά όλοι όσοι περιμένουν και το αντίστοιχο happy end που έχουν τέτοια φιλμ, νομίζω ότι μάλλον θα απογοητευτούν. Να λοιπόν μια πρώτη υπονόμευση των θεμελίων του είδους. Το φινάλε βέβαια, μπορεί να είναι εξ ίσου ρομαντικό με το όλο πνεύμα της ταινίας, βρίσκεται όμως πολύ - πολύ μακριά από το "έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα". [τέλος spoiler].
Εντάξει λοιπόν με τη ρομαντική πλευρά. Αν κοιτάξουμε όμως καλύτερα, θα ανακαλύψουμε και μια άλλη, έντονα κοινωνική ματιά. Αυτό που απροσδόκητα θα έλεγα περνά μέσα από ένα νεανικό μιούζικαλ με έρωτες και συμμορίες δεν είναι μόνο το θέμα της νεανικής βίας και εγκληματικότητας (το οποίο, καθόλου τυχαία βέβαια, επικεντρώνεται στα πιο φτωχά κοινωνικά στρώματα και το οποίο αποτελεί πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα απ' όσο τότε), αλλά και η καταγραφή των φυλετικών διαφορών και κατηγοριοποιήσεων. Ακούστε το "America", το γνωστότερο ίσως τραγούδι της ταινίας. Είναι ένα ειρωνικό σχόλιο πάνω στην Αμερική, την χώρα υποτίθεται των "ίσων ευκαιριών". Οι μεν μιλάνε για τα καλά της Αμερικής και οι άλλοι (οι ισπανόφωνοι και πιο "σκούροι" φυσικά) σχολιάζουν δηκτικά το τι ακριβώς ΔΕΝ περιλαμβάνει αυτή η υποτιθέμενη ισότητα, το πώς τους αντιμετωπίζουν οι λευκοί. Αν προσθέσετε σ' αυτό και την διάχυτο μείγμα νοσταλγίας/απέχθειας για την πατρίδα που άφησαν, και φυσικά την αντίστοιχη σχέση αγάπης/μίσους με τη νέα τους πατρίδα, τις ΗΠΑ, πράγμα που συμβαίνει με όλους τους μετανάστες σε μια "ανώτερη" οικονομικά χώρα, θα δείτε ότι η διάσημη αυτή ταινία περιέχει πολύ περισσότερα πράγματα από μια απλή και αφελή ρομαντική ιστορία και από εντυπωσιακά χορευτικά και τραγούδια.
Ο Wise είναι βέβαια ένας εξαίρετος σκηνοθέτης - χαμαιλέων, που πέρασε με επιτυχία απ' όλα σχεδόν τα είδη του κλασικού αμερικάνικου σινεμά, οπότε το άγγιγμά του είναι εγγυημένο. Προσωπικά βαρέθηκα κάπως στα overdose αισθηματικά μέρη, συνολικά όμως βρίσκω ότι η ταινία παραμένει μεγάλη. Και δεν με κούρασε καθόλου η τρίωρη διάρκειά της.

Κυριακή, Νοεμβρίου 13, 2011

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΣΤΟ "LITTLE CAESAR"


Κλασικός σκηνοθέτης του αμερικάνικου σινεμά, με πάμπολλες ταινίες στο ενεργητικό του, ο Mervyn LeRoy (1900–1987) γυρίζει το 1931 το "Little Caesar" (Ο Άρχων του Εγκλήματος" στα ελληνικά), καθιερώνοντας τον Έντουαρντ Ρόμπινσον και συγχρόνως φτιάχνοντας μια από τις πρώτες και βασικές γκαγκστερικές ταινίας.
Ολόκληρο το φιλμ βασίζεται στην πρωσωπικότητα (και στην ηθοποία βέβαια) του ομώνυμου ήρωα. Μια εγκληματική, οξύθυμη, δίχως κανένα οίκτο περσόνα, που το μόνο που ποθεί στη ζωή είναι η άνοδος, η δύναμη, η εξουσία πάνω στους άλλους. Όπως λέει χαρακτηριστικά "οι γυναίκες είναι αδιάφορες και το χρήμα δεν είναι το παν". Η εξουσία όμως; Η δύναμη; Αυτά και μόνο είναι μεθυστικά γι' αυτόν. Η έλλειψη συναισθημάτων είναι απόλυτη (σχεδόν), η αποφασιστικότητά του να πετύχει δίχως να διστάζει μπροστά σε τίποτα τεράστια. Ο άνθρωπος αυτός λοιπόν, με τον κολλητό του φίλο, φεύγουν ως μικροεγκληματίες από την επαρχία για να πάνε στη "μεγάλη πόλη". Όπου ο ένας θα προσπαθήσει να βγει για πάντα από τον κόσμο του εγκλήματος, ενώ ο ήρωάς μας θα ανέλθει ταχύτατα τις βαθμίδες του και θα γίνει ο περιβόητος "Μικρός Καίσαρας", που φτάνει σχεδόν να ελέγχει την πόλη. Τίποτα όμως δεν κρατά πολύ, όπως σαφώς μας λέει πριν καν ξεκινήσει η ταινία, ένα απόσπασμα από την Αγία Γραφή που χρησιμοποιείται ως μότο.
Μπορεί όμως ένας άνθρωπος να στερείται παντελώς συναισθημάτων; Όχι, μοιάζει να μας απαντά το φιλμ. Η αχίλλειος πτέρνα του διαβόητου εγκληματία είναι η αγάπη για τον πρώην αδελφικό του φίλο. Είναι αυτό που χρειάζεται, αφού όλοι οι άνθρωποι πρέπει κάπου να στηρίζονται. Η ρωγμή αυτή στην συναισθηματική του πανοπλία είναι αυτή ακριβώς που θα αποβεί μοιραία.
Πρόκειται για ένα από τα κλασικά γκαγκστερικά φιλμ που, μαζί με 2-3 άλλα, θεμελείωσαν το είδος που άνθισε σ΄αυτή και στην επόμενη δεκαετία στο αμερικάνικο σινεμά. Σήμερα η πλοκή μας φαίνεται ίσως κάπως απλοϊκή και είχα την αίσθηση ότι όλα γίνονται "πολύ εύκολα", πολύ γρήγορα. Επίσης ενοχλεί ίσως το overdose παίξιμο των ηθοποιών. Σκεφτείτε όμως: Βρισκόμαστε στο 1931 και ο ομιλών μόλις έχει ξεκινήσει. Οι ηθοποιοί δεν έχουν ακόμα αποβάλλει το υπερβολικό παίξιμο που χαρακτήριζε τον βωβό και που σ΄αυτόν ήταν απαραίτητο για να γίνεται κατανοητή η πλοκή. Δείτε το λοιπόν έχοντας στο μυαλό σας τα στοιχεία αυτά. Πρόκειται για κλασικό φιλμ που όχι μόνο καταδύεται στον υπόκοσμο, αλλά και διαπραγματεύεται το θέμα της ανόδου και της πτώσης (την οποία κατά βάση προκαλεί η απληστία).

Παρασκευή, Νοεμβρίου 11, 2011

Ο "ΧΡΥΣΟΔΑΚΤΥΛΟΣ", Ο ΜΠΟΝΤ ΚΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ


Η επιτυχία των δύο πρώτων ταινιών του πράκτορα 007, του Τζέιμς Μποντ δηλαδή, ήταν τέτοια, ώστε επιβαλλόταν η συνέχιση του σίριαλ (του μακροβιότερου, υπενθυμίζουμε, στην ιστορία του σινεμά, που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας). Έτσι λοιπόν, το 1964, η τρίτη συνέχεια είναι έτοιμη: "Goldfinger", σε σκηνοθεσία Guy Hamilton, ο οποίος διαδέχεται τον Terence Young, και που είναι ίσως η πλέον cult ταινία της σειράς: Οι φίλοι του Μποντ τη θεωρούν αν όχι την αγαπημένη τους, σίγουρα μια από τις αγαπημένες τους, ενώ άλλες ταινίες του υπερπράκτορα την έχουν σαν μέτρο σύγκρισης. Μάλιστα.
Όπου ο Μποντ, πιστός στον κοσμοπολιτισμό που διακρίνει τις περιπέτειές του, μεταφέρεται τώρα στις ελβετικές Άλπεις όπου κυνηγά τον σούπερ επιχειρηματία Χρυσοδάχτυλο (Golgfinger δηλαδή), ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, σχεδιάζει να χτυπήσει το ίδιο το Φορτ Νοξ, το κεντρικό θησαυροφυλάκιο των ΗΠΑ, και να καταστρέψει την παγκόσμια οικονομία (λες και αυτή δεν μπορεί να καταστραφεί από μόνη της, όπως αποδεικνύεται καμιά πενηνταριά χρόνια μετά). Και φυσικά ο πράκτοράς μας θα σώσει και πάλι τον κόσμο.
Η αλήθεια είναι ότι η ταινία περιέχει μια σειρά απο θεαματικές σκηνές έντονης δράσης (αεροπλάνα που οδηγούν μόνο σέξι γυναίκες - πιλότοι, αυτοκινητοκυνηγητά στα βουνά, εντυπωσιακές ληστείες και άλλα τέτοια), οι οποίες θα ήταν αναμφισβήτητα ακόμα πιο εντυπωσιακές στην εποχή τους. Γενικά πρόκειται σίγουρα γι' αυτό που αποκαλούμε "χορταστική περιπέτεια". Κατά τα άλλα, ο 007 είναι πάντα κομψότατος και κοσμοπολίτης, αθεράπευτα γυναικάς - οι γυναίκες, ακόμα και οι εχθροί, πέφτουν σαν ξερόφυλλα σχεδόν με τη μία, δυναμικός όσο δεν γίνεται, έξυπνος, με κλασικό βρετανικό φλεγματικό χιούμορ, δεν πεθαίνει με τίποτα, χρησιμοποιεί πλήθος γκάτζετ που κινούνται στα όρια της... επιστημονικής φαντασίας και, στο συγκεκριμένο φιλμ, είναι και τυχερός, αφού πέφτει στα ίχνη του υπερ-κακοποιού κατά τύχη και όχι εκτελώντας κάποια αποστολή. Κάποια στοιχειωδώς φεμινίστρια θα γινόταν φυσικά έξαλλη, ενώ κάποιος που επίσης στοιχειωδώς αμφισβητεί κάποιες από τις αξίες του "δυτικού ελεύθερου κόσμου" το ίδιο. Αλλά το ιδεολογικό περιεχόμενο είναι δεδομένο, τουλάχιστον στα 60ς. Ας μην ασχολούμαστε άλλο μ' αυτό. Καλύτερα να κρίνουμε τέτοιες ταινίες από το πόσο χορταστικές είναι και μόνο, αφού εκεί στοχεύουν και γι' αυτό περηφανεύονται. Και, είπαμε, αυτό το στοιχείο το διαθέτει και με το παραπάνω.
Τώρα εγώ τι να σας πω. Έγραψα και σε άλλα ποστ ότι ποτέ δεν υπήρξα ιδιαίτερος φαν του Μποντ, και, παρά τον καταιγισμό δράσης, κι αυτός εδώ ο "Χρυσοδάχτυλος" μου φαίνεται μία από τα ίδια (γενικά οι 007, παρά τη διαρκή αλλαγή τοπίων, μου φαίνονται πάντα περίπου ίδιοι μεταξύ τους). Αν όμως είστε φαν της σειράς, όντως είναι από τα καλά της.
ΥΓ: Respect στο κλασικό τραγούδι τίτλων του John Barry από την θαυμάσια Σίρλεϊ Μπάσεϊ.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 09, 2011

"ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ" ΩΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΤΥΠΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ


Εν μέσω γερμανικής κατοχής, στα 1945, ο Marcel Carné (1906–1996) καταφέρνει, παρά τις πολλές αντιξοότητες, να γυρίσει μία από τις 5-6 καλύτερες γαλικές ταινίες όλων των εποχών: "Τα Παιδιά του Παραδείσου", ταινία που βλέπεται - από μένα τουλάχιστον - ανετότατα μέχρι τις μέρες μας και κατορθώνει ακόμα να μας εκπλήσει.
Η ιστορία μας μεταφέρει πίσω, στο Παρίσι του 19ου αιώνα, γύρω στα 1830 συγκεκριμένα, και αναπαράγει με εκπληκτικό τρόπο όλη αυτή την εποχή, ιστορικά, κοινωνικά και, βέβαια, οπτικά. Και κυρίως όσα διαδραματίζονται γύρω από την περίφημη "Λεωφόρο του Εγκλήματος", μια πολυσύχνασυη, πολύβουη, πάντα γεμάτη πλήθη λεωφόρο, όπου συνωστίζονται πόρνες και αριστοκράτες, απατεώνες και καλλιτέχνες, έμποροι και καταναλωτές. Και, κυρίως, άνθρωποι του κάθε λογής θεάματος, που τότε βέβαια ήταν οι ποικίλες μορφές ζωντανού θεάματος, από θέατρο μέχρι ακροβατικά στους δρόμους. Ένα Μπρόντγουέι της εποχής ή, καλύτερα, μια αληθινή Αυλή των Θαυμάτων. Πάνω σ' αυτό το εκπληκτικά δοσμένο φόντο διαδραματίζεται και αναπτύσεται σε βάθος αρκετών χρόνων, μια πολύπλοκη ιστορία ερώτων, παθών, συγκρούσεων, μια πινακοθήκη ανθρώπινων τύπων, συναισθημάτων, συμπεριφορών και χαρακτήρων.
Οι δύο βασικοί ήρωες, ερωτευμένοι με διαφορετικό τρόπο με την ίδια "μοιραία" γυναίκα, είναι καλλιτέχνες. Και οι δύο άσημοι στα πρώτα τους βήματα, διάσημοι και πετυχημένοι στη συνέχεια. Ο ένας εξωστρεφής, πληθωρικός, γλεντζές, με έκδηλη ιδιοφυία σε ό,τι κάνει, ο άλλος εσωστρεφής, ρομαντικός, χαμηλότονος - αλλά εξ ίσου ιδιοφυής και διάσημος. Ο πρώτος "σοβαρός" ηθοποιός, ένας σούπερ σταρ της εποχής, ο άλλος μίμος, που η έκφρασή του βασίζεται μόνο στο σώμα και καθόλου στο λόγο. Απέναντί τους ένας απατεώνας και εγκληματίας και ένας πλούσιος δανδής. Όλοι τους περιστρέφονται γύρω από την ίδια γυναίκα.
Το φιλμ, πέραν της εξαιρετικής του σκηνοθεσίας, πέραν της εντυπωσιακής αναπαράστασης, τοιχογραφίας μάλλον μιας εποχής, πέραν της ποικιλίας ανθρώπινων τύπων που διαθέτει, εκπλήσει με την τόλμη του σε αρκετά σημεία. Σε ερωτικό επίπεδο, η μοιραία γυναίκα, που τόσα πάθη προκαλεί, θα πάει με όλους, άλλοτε από αγνό έρωτα, άλλοτε από απλό σαρκικό πόθο (ναι, λεγόντουσαν αυτά στο σινεμά και στα 1945). Από την άλλη, υπάρχει μια εκπληκτική, μπροστά από την εποχή της, σκηνή, όπου ο "εξωστρεφής" ηθοποιός καταλύει κάθε κανόνα θεάματος, παρωδώντας το ίδιο το "σοβαρό" έργο στο οποίο πρωταγωνιστεί, αναμειγνύεται με τους θεατές και μιλά από την πλατεία, αυτοσχεδιάζει ασύστολα, σπάει κάθε κανόνα αφήγησης, κάθε όριο ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία. Στην αρχή πάλι, ο "κακός" ξετυλίγει μια ολόκληρη μισάνθρωπη φιλοσοφία, σαρκάζοντας μάλιστα κάθε διαδεδομένη αξία ή, αν θέλετε, είναι "κακός" συνειδητά, έχοντας μια ολόκληρη κοσμοθεωρία πίσω του. Κι αυτά είναι μερικά μόνο από τα πολύ ιδιαίτερα σημεία του φιλμ.
Θα καταλάβατε ότι πέραν της διερεύνησης διαφόρων μορφών έρωτα, βασικός προβληματισμός του φιλμ είναι και η σχέση της ζωής και της αναπαράστασής της, της αληθινής ζωής και του θεάματος, αλλά και η καταγραφή των όσων συμβαίνουν στο χώρο του τελευταίου, μπροστά και πίσω από την αυλαία (ή από την κάμερα, αν διαδραματιζόταν σε πιο πρόσφατη εποχή).
Έχω ξαναπεί ότι οι μεγάλες ταινίες είναι πολυεπίπεδες. Αυτό ισχύει απόλυτα και γι' αυτό εδώ το κλασικό φιλμ. Ο κάθε θεατής μπορεί να βρει και να αναλύσει κι άλλα νοήματα πέραν αυτών που προσπάθησα να επισημάνω, να εμβαθύνει σε άλλα σημεία, να ανακαλύψει άλλες οπτικές. Κι όλα αυτά δίχως η πλοκή να γίνεται ποτέ πλαδαρή, αφού η ταινία διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή στο πρώτο επίπεδο, αυτό της αφήγησης, της ιστορίας, παρά την τρίωρη και βάλε διάρκειά της, προσφέροντάς του μάλιστα χορταστικό θέαμα και γνήσια συγκίνηση - υπάρχει πάντα, βλέπετε, το σπαρακτικό και πολύ ευαίσθητο ερωτικό στοιχείο.
Την χαρακτήρισαν ευρωπαϊκό "Όσα Παίρνει ο Άνεμος". Κρίνετε εσείς αν ο χαρακτηρισμός είναι σωστός. Σίγουρα όμως πρόκειται για μεγάλη ταινία.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 07, 2011

ΟΙ "ΑΛΠΕΙΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΡΟΛΟΙ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΜΕ


Να το πω από τη αρχή: Ο Γιώργος Λάνθιμος κάνει ένα στριφνό σινεμά, με πολύ ιδιαίτερη κινηματογραφική άποψη, ένα σινεμά που βλέπεται μάλλον δύσκολα. Ή, αν θέλετε να το πω αλλιώς, βλέπεται μόνο από λίγους, που ψάχνουν πολύ μακριά από κάθε κρατούσα αισθητική. Δεν το λέω αυτό ούτε ως θετικό ούτε ως αρνητικό. Απλώς είναι ένα γεγονός, κι από εκεί και πέρα ο καθένας αποφασίζει αν του αρέσει ή όχι.
Στην τρίτη του ταινία, τις "Άλπεις" του 2011, το "δύσκολο" αυτό μάλλον επιτείνεται σε σχέση με τον "Κυνόδοντα". Μουντή, σκοτεινή εικόνα, επιμονή σε απόλυτα τετριμμένα, μπανάλ, εσωτερικά ή εξωτερικά περιβάλλοντα (τόσο, ώστε να μην υπάρχει ούτε μια απ' αυτές που θα ονομάζαμε "όμορφες εικόνες", τόσο ώστε η εμμονή με την άσχημη ή/και απόλυτα συνηθισμένη πλευρά της καθημερινότητας να γίνεται στιλ), περίεργα, "αντικινηματογραφικά" θα έλεγε κανείς καδραρίσματα, ψυχρότητα συναισθημάτων, παράξενο, στημένο παίξιμο των ηθοποιών (αν και εδώ έχει και σεναριακό λόγο αυτό το "στήσιμο"), ανησυχητική ατμόσφαιρα ενώ βρισκόμαστε, όπως είπαμε, στη σφαίρα του απόλυτα οικείου, ελλειπτικό σενάριο, υπόγειο, αδιόρατο χιούμορ, όλα όσα χρειάζονται δηλαδή για να μισήσει το φιλμ ο εθισμένος στη χολιγουντιανή αισθητική θεατής.
Μάλιστα. Πλην όμως, σπάνια ταινία με προβλημάτισε τόσο (θετικά το εννοώ) και με έβαλε σε τόσες σκέψεις και προσπάθειες ανάγνωσής της όσο αυτή εδώ. Ίσως γνωρίζετε την ιστορία: Μια ιδιότυπη εταιρία, αποτελούμενη από τέσσερα άτομα, αναλαμβάνει να ενσαρκώνει αγαπημένα πρόσωπα που μόλις έχουν πεθάνει, δίνοντας έτσι μια ψευδαίσθηση μη απώλειας, μια παρηγοριά τέλος πάντων, στους συντετριμένους συγγενείς. Ώσπου η βασική ηρωίδα αποφασίζει να δράσει μόνη της, παραβλέποντας τους αυστηρότατους κανόνες της εταιρίας, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Τα θέματα που θίγονται και οι προβληματισμοί που προκύπτουν είναι και πολλοί και πολυεπίπεδοι. Όλοι στη ζωή αυτή παίζουμε κάποιους ρόλους, και μάλιστα πολλούς συγχρόνως: Του γονιού, του παιδιού, του ερωτευμένου, του επαγγελματία και άπειρους άλλους. Η συμπεριφορά μας αλλάζει κάθε ώρα που περνά, ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο βρισκόμαστε. Ποιος ειναι ο αληθινός μας εαυτός; Ποιος ξέρει; Ίσως αυτός να έχει χαθεί ανεπιστρεπτί μέσα σ' αυτό το καθημερινό συνονθύλευμα ρόλων, την σχεδόν υποχρεωτική και ασυνείδητη συνήθως προσαρμογή στα κυρίαρχα πρότυπα. Έτσι τουλάχιστον μοιάζει να μας λέει το φιλμ. Κι όχι μόνο αυτό: Χρειαζόμαστε απεγνωσμένα αυτούς τους ρόλους. Δίχως αυτούς είναι αδύνατο να συνεχίσουμε, κάθε έννοια ταυτότητάς μας (έστω και ψευδούς ταυτότητας) χάνεται. Αν οι ρόλοι κατέρρεαν θα βρισκόματε στα όρια της παράνοιας. Αυτό μας λέει το συγκλονιστικό σε ψυχολογικό επίπεδο τελευταίο τέταρτο του φιλμ.
Κι αυτά είναι μόνο λίγα. Νομίζω ότι κάθε θεατής μπορεί να σκεφτεί κι άλλα, να ανιχνεύσει δικές του ερμηνείες, προσωπικές εκδοχές. Γι' αυτό άλλωστε η ταινία γύρισε με το βραβείο σεναρίου από το φεστιβάλ της Βενετίας. Προσωπικά λοιπόν η ταινία μου άρεσε, όπως και ο "Κυνόδοντας". Θεωρώ μεγάλο ταλέντο τον Λάνθιμο και ελπίζω να συνεχίσει τον ιδιόρυθμο δρόμο που χάραξε. Σας προειδοποίησα όμως και στην αρχή: Το στιλ του είναι μάλλον απωθητικό για τους περισσότερους. Πάντως, είτε εκτιμάτε (όπως εγώ) το ύφος του Λάνθιμου, είτε αυτό σας απωθεί, είναι αναμφισβήτητο ότι με λίγες μόνο ταινίες και σε σχετικά μικρή ακόμα ηλικία, έχει δημιουργήσει ένα δικό του, καθαρά προσωπικό σύμπαν, τόσο σε κινηματογραφικό / σκηνοθετικό επίπεδο όσο και σε σεναριακό, ένα σύμπαν που συνδυάζει μια αβάσταχτα μίζερη και συνηθισμένη καθημερινότητα με εξωφρενικές, στα όρια του απίθανου, ιστορίες, που διαδραματίζονται μέσα σ' αυτή. Ξέρετε πολλούς άλλους να έχουν καταφέρει κάτι τέτοιο;

Κυριακή, Νοεμβρίου 06, 2011

"FINAL PROGRAM" ΚΑΙ ΨΥΧΕΔΕΛΙΚΟ ΚΙΤΣ


Ο Robert Fuest υπήρξε ένας σκηνοθέτης που κυρίως δραστηριοποιήθηκε στη δεκαετία του 70 με 5- 6 ταινίες του φανταστικού (γνωστότεροι οι δύο Dr Phibes). Βλέποντάς τον μάλιστα σήμερα μπορούμε να πούμε ότι δεν στερείτο στιλ. Το 1973 διασκευάζει ένα από τα βιβλία του συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Michael Moorcock από τη σειρά "The Cornelius Chrοnicles", φτιάχνοντας έτσι το "Final Program". Όπου ο ήρωας της σειράς, ο στιλάτος, glam πράκτορας Τζέρι Κορνέλιους μπλέκεται σε μια σειρά από περιπέτειες σε έναν ακαθόριστο μελλοντικό κόσμο και, τελικά, με μια μάλλον ναζί σέξι κυρία βρίσκεται σε ένα θάλαμο για το "τελικό" πείραμα, για το οποίο ας μη σας πω περισσότερα. Τελικά το φινάλε είναι κουφό και, για να είμαστε ακριβέστεροι, ξεκάρφωτο. Καημένε Κορνέλιους, τι σου έμελλε να πάθεις...
Η αισθητική της εποχής είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Η μπαρόκ φαντασία του Μούρκοκ συναντά το οπτικό παραλήρημα του Φιούεστ και το αποτέλεσμα είναι ένα είδος αποθέωσης του κιτς. Το σενάριο είναι ελλειπτικό - και μ' αυτό εννοώ βέβαια ότι μάλλον δεν κατανοούμε κάμποσα πράγματα, οι γωνίες λήψης συχνά περίεργες, τα πρόσωπα παίζουν με τη γοητεία του ανδρόγυνου και άλλα τέτοια, οπτικά τουλάχιστον εντυπωσιακά. Γενικά νομίζω το αποτέλεσμα μπορεί να προκαλέσει ακόμα και γέλιο σε ορισμένα σημεία, εύκολα όμως το φιλμ μπορεί να καταταχθεί στην κατηγορία των cult ή (αν προτιμάτε) των "ένοχων απολαύσεων".
Σκεφτείτε πάντως ότι βρισκόμαστε στην καρδιά της εποχής του glam rock, ενώ οι ψυχεδελικές 60ς εικόνες δεν έχουν ακόμα σβήσει (κάθε άλλο). Και ο Μούρκοκ άλλωστε παιδί των 60ς είναι (ο οποίος, όπως διάβασα, είχε μισήσει την ταινία). Οπότε είναι λογικό η κυρίαρχη, συχνά αστεία με τα σύγχρονα πρότυπα αισθητική της εποχής να διαπερνά το βρετανικό αυτό φιλμ. Δείτε το αν θέλετε ως κάτι μάλλον αξιοπερίεργο, διασκεδάστε κατά βούληση, αλλά σας συμβουλεύω να μην το πάρετε και πολύ στα σοβαρά. Απλώς για την πλάκα του όλου πράγματος.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 03, 2011

ΤΟ ΔΕΡΜΑ, ΤΟ ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ, Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΠΙΣΤΕΥΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΛΜΟΔΟΒΑΡ


Με το "Δέρμα που Κατοικώ" (La piel que habito) του 2011, ο Pedro Almodovar μπαίνει για τα καλά σε έναν εφιαλτικο κόσμο, δίχως όμως να χάσει το παραμικρό από το γνωστό αλμοδοβαρικό σύμπαν: Το μελόδραμα, η εξεζητημένη (μάλλον κιτς) αισθητική, οι απίστευτα πολύπλοκες ιστορίες, το πάθος, η συχνή αντιστροφή κάθε συμβατικής ηθικής, το υπόγειο, όλο και πιο δυσδιάκριτο, χιούμορ, όλα βρίσκονται και σ' αυτή του την ταινία. Απλώς εδώ υπάρχει και η πινελιά της ταινίας τρόμου.
Ένας διάσημος πλαστικός χειρούργος κρατά αιχμάλωτη μια όμορφη κοπέλα, στην οποία κάνει συνεχείς μεταμοσχεύσεις δέρματος, προκειμένου να κατασκευάσει ένα απόλυτα ανθεκτικό συνθετικό δέρμα. Ναι, αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή. Πώς συναντήθηκαν ο γιατρός και η κοπέλα; Γιατί η οικονόμος του τον βοηθά με τόση αφοσίωση; Πώς ακριβώς έχει πεθάνει η κόρη του γιατρού στο παρελθόν; Αυτά και άλλα ερωτήματα προκύπτουν από την αρχή κιόλας του φιλμ και εξηγούνται σταδιακά, συναρμολογώντας σιγά - σιγά τα κομμάτια ενός απίστευτου παζλ.
Η αφήγηση ακολουθεί μια πολύπλοκη μπρος - πίσω πορεία για να διηγηθεί μια έξ ίσου πολύπλοκη ιστορία, η οποία τελικά αποδεικνύεται ότι είναι μια απόλυτα "άρρωστη", εφιαλτική ιστορία εκδίκησης ενός μάλλον πειραγμένου μυαλού, που κατέχεται από εμμονές και φαντάσματα του παρελθόντος. Και, βέβαια, ο Αλμοδοβάρ βρίσκεται απόλυτα στο στοιχείο του.
Οι αναφορές είναι πάμπολλες: Πρώτα - πρώτα η κλασική γαλική ταινία τρόμου "Μάτια δίχως Πρόσωπο" του Φρανζί, της οποίας αποτελεί ένα είδος πειραγμένου, ιδιόρυθμου και πολύ πιο σύνθετου ριμέικ. Αλλά και διάφορες ταινίες όπου ο ήρωας προσπαθεί να "κατασκευάσει" μια γυναίκα που του λείπει, από αυτές που έχουν εμπνευστεί από τον κλασικό μύθο του Πυγμαλίωνα έως το "Vertigo" του Χίτσκοκ και τον Φρανκενστάιν. Αλλά και σε πίνακες, όπως του Γκόγια, του Ενγκρ κ.ά. Προσπαθούμε να κατασκευάσουμε τη ζωή μας, μοιάζει να μας λέει ο φοβερός ισπανός, να την κάνουμε να μοιάζει με όσα ποθούμε και ονειρευόμαστε, ανεξάρτητα από την πραγματικότητα. Ζούμε σε έναν κατασκευασμένο, φανταστικό σχεδόν κόσμο και βλέπουμε τον πραγματικό περισσότερο μέσα από οθόνες. Κάτι τέτοιο δεν είναι άλλωστε το ίδιο το σινεμά;
Και το χιούμορ; Όπως έχω γράψει ξανά, νομίζω ότι το χιούμορ στις τελευταίες, δραματικές ταινίες του δημιουργού βρίσκεται καμουφλαρισμένο κάτω ακριβώς από τις απίθανες, δαιδαλώδεις ιστορίες που σκαρφίζεται ή δανείζεται για να μεταφέρει στην οθόνη, πάντοτε με τη γνωστή του αφηγηματιή δεινότητα. Ιστορίες όπου συνυπάρχουν τόσο, μα τόσο αλλόκοτα, διεστραμένα, τραβηγμένα, ακραία στοιχεία, που μόνο ως ένα είδος εξ ίσου διεστραμένου χιούμορ μπορούν να εκληφθούν. Και βέβαια στην μπαρόκ αισθητική που μόνιμα παίζει με το κιτς. Στους πίνακες του σπιτιού του γιατρού, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στον γιο της οικονόμου και σε άλλες λεπτομέρειες. Αν το δείτε έτσι, νομίζω ότι μπορείτε ακόμα και να διασκεδάσετε με τα όσα ακραία συμβαίνουν. Σας επαναλαμβάνω όμως: Η βασική ιστορία, που αποκαλύπτεται γύρω στα 2/3 του φιλμ, είναι πραγματικά ανατριχιαστική.
Για μένα πρόκειται για έναν από τους καλύτερους Αλμοδοβάρ. Να λοιπόν ένας δημιουργός που όσο μεγαλώνει, όχι μόνο δεν με κάνει να τον βαριέμαι, αλλά νομίζω ότι γίνεται όλο και καλύτερος.

Τρίτη, Νοεμβρίου 01, 2011

CONTAGION: ΟΤΑΝ Ο ΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΣ


Ο Steven Soderbergh είναι καλός σκηνοθέτης και έχει φτιάξει αξιόλογες και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες. Μερικές φορές χρησιμοποιεί ντοκιμαντερίστικο στιλ, αρνούμενος να ποντάρει στο υπερθέαμα. Το "Contagion" του 2011 είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις.
Εμπνευσμένο προφανώς από την ιστορία με τον ιό των χοίρων, εξερευνά το τι θα συμβεί στον πλανήτη αν ένας παρόμοιος ιός όντως μεταλλαχτεί, και είναι και πιο θανατηφόρος από τον αλήστου μνήμης (ελπίζω) Η1Ν1. Παρακολουθώντας την επιδημία από την πρώτη ως την τελευταία μέρα, καταφέρνει να μας τρομάξει με τον σχετικό ρεαλισμό του και τις αλυσσιδωτές επιπτώσεις που θα είχε μια τέτοια ιστορία σε κάθε πτυχή της ζωής μας.
Όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, η ταινία κατακερματίζεται σε πολλές, παράλληλες δράσεις, που συμβαίνουν σε πολλά μέρη της γης (εξ ου και το απίστευτο καστ, δίχως να υπάρχει ένας αληθινός πρωταγωνιστής). Το μοντάζ είναι δυναμικό και το ενδιαφέρον διαρκές, δίχως όμως κορυφώσεις, άγριες σκηνές δράσης και εκκωφαντικά δράματα. Αυτό ακριβώς το συνεχές "flat", ηθελημένο προφανώς, είναι που δεν με κάνει να μιλήσω για εντυπωσιακό φιλμ ή, τέλος πάντων, για κάτι που θα μου μείνει ιδιαίτερα. Μπορεί μάλιστα να υπάρχουν και κάποιες αντιρρήσεις: Ο "καλός" Οργανισμός Υγείας που πασχίζει για το καλό όλων, ο "κακός" και αδίστακτος blogger που θέλει να εκμεταλλευτεί την κατάσταση χρησιμοποιώντας ακόμα και κατάφωρα ψέμματα, οι ελάχιστες αναφορές στο ρόλο και τα παιχνίδια των φαρμακευτικών εταιριών και στο ρόλο των media, δίνουν μια μάλλον εξωραϊσμένη εικόνα των πραγμάτων (όχι ότι δεν υπάρχουν πάμπολλοι τέτοιοι bloggers ή δημοσιογράφοι, ούτε ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι του Οργανισμού που θα κάνουν άψογα τη δουλειά τους, αλλά είναι η χρήση κάποιων χαρακτήρων ως αρχέτυπα που ενοχλεί κάπως).
Συνολικά λοιπόν δεν ενθουσιάστηκα. Η άποψή μου είναι, θα έλεγα, χλιαρή. Έμεινα μάλλον με μια επίγευση του στιλ "μα γιατί όλα αυτά; Μόνο για να μας τρομάξει;". Πάντως αναγνωρίζω την άρνηση από μέρους του Soderbergh κάθε προσπάθειας εντυπωσιασμού, την εμφανή του προσπάθεια να κάνει μια όσο το δυνατόν ρεαλιστική καταγραφή του πώς θα ήταν τα πράγματα στην εφιαλτική αυτή περίπτωση, στο worst case σενάριο.
Άφησα τελευταίο το καστ. Σπάνια έχουμε δει στην οθόνη τόσους μαζεμένους σταρ. Σημειώστε λοιπόν: Γκουίνεθ Πάλτροου, Κέιτ Γουίνσλετ, Ματ Νέιμον, Τζουντ Λο, Μαριάν Κοτιγιάρ, Λόρενς Φίσμπερν, Έλιοτ Γκουλντ. Αν αυτό αποτελεί πόλο έλξης για σας, δεν έχετε παρά να το δοκιμάσετε.

eXTReMe Tracker