Πέμπτη, Οκτωβρίου 30, 2008

O MAX PAYNE ΚΑΙ Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΒΑΡΕΜΑΡΑ ΤΩΝ COMPUTER GAMES ΠΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΤΑΙΝΙΕΣ


Ο Max Payne είναι πετυχημένο παιχνίδι υπολογιστή, που τώρα, φυσικά, γίνεται και ταινία από τον John Moore. Και διαθέτει όλα τα κακά των προηγούμενων σχετικών προσπαθειών (απ' όσες τουλάχιστον ξέρω): Δράση για τη δράση, βία για τη βία, προσχηματικό σενάριο, εντυπωσιακά εφφέ, ελάχιστη πρωτοτυπία και, πάνω απ' όλα, απίστευτη βαβούρα που σε ξεκουφαίνει και γι' αυτό η αίθουσα (Villagοειδής συνήθως) είναι πολύ περήφανη για τα μηχανήματά της. Λες και η νέα μονάδα μέτρησης για το αν μια ταινία είναι καλή ή κακή είναι τα ντεσιμπέλ...
Η... πρωτοτυπία του φιλμ αρχίζει από το βασικό σεναριακό κόνσεπτ: Μπάτσος αναζητά απελπισμένα εκδίκηση για το φόνο της οικογένειάς του από τους Κακούς. Αν νομίζετε ότι στα 32 καίγεσαι, ε, τότε το θέμα έχει καεί πολύ περισσότερο απ' όσο πιστεύατε. Δεν μπορω να σκεφτώ πόσα φιλμ έχουν αυτό το κόνσεπτ από την εποχή του Τσαρλς Μπρόνσον (τουλάχιστον). Και οι απιθανότητες συνεχίζονται. Εννοείται ότι ο Μαξ δεν πεθαίνει με τίποτα, εννοείται ότι τον πυροβολεί ολόκληρος στρατός αλλά ποτέ δεν τον πετυχαίνει, εννοείται ότι πέφτει σε παγωμένη λίμνη και βγαίνει σώος και αβλαβής (στο μείον τόσους βαθμούς, ξέρετε, όι άνθρωποι στο νερό πεθαίνουν από το κρύο) και πολλά άλλα τέτοια.
Να πούμε και τα καλά; Ναι, υπάρχει εντυπωσιακή εικόνα και αρκετή ατμόσφαιρα. Φωτισμοί, "βρώμικη" πόλη (κάτι μεταξύ Γκόθαμ και Sin City), υποβλητικές σκιές και μερικά καλά εφφέ, κυρίως με τους φτερωτούς τύπους (των οποίων η παρουσία, που εικαστικά είναι από τα καλά σημεία της ταινίας, ελάχιστα αξιοποιείται. Μάλλον βρίσκονται εκεί για εντυπωσιασμό και μόνο). Αυτά. Κατά τα άλλα χιονίζει διαρκώς (όπως βρέχει στο Sin City, αλλά ας μη μπερδεύουμε την π...α με τη βούρτσα), πράγμα που χρησιμοποιείται για την δημιουργία ατμόσφαιρας και πάλι, αλλά κάποιος πρέπει να τους πει ότι "το πολύ το κυρελέησον το βαριέται κι ο παπάς..." Κι όλα αυτά, το είπαμε, μέσα σε μια απίστευτη φασαρία, όπου κάθε γροθιά ηχεί σαν τύμπανο και η μονότονη, ρυθμική μουσική χειροτερεύει τα πράγματα.
Δεν περίμενα βέβαια κάτι καλύτερο από τον John Moore. Αρκεί να σας θυμίσω ότι το προηγούμενο φιλμ του ήταν το παντελώς άνευ λόγου ριμέικ της "Προφητείας".

Τρίτη, Οκτωβρίου 28, 2008

GLAM ROCK ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΜΗ ΣΤΟ "VELVET GOLDMINE"


Θεωρώ το "Velvet Goldmine" που γύρισε το 1998 ο Todd Haynes μια από τις σημαντικότερες ταινίες πάνω στο ροκ, στην σχέση παρακμής και τέχνης και πάνω στην ποπ κουλτούρα γενικότερα.
Η ταινία επικεντρώνεται στο φαινόμενο του glam rock, που έλαμψε στις αρχές της δεκαετίας του '70 στην Αγγλία κυρίως, έδωσε μερικούς αξέχαστους μέχρι σήμερα μουσικούς καρπούς και έσβησε ως διάττων αστέρας - απόλυτα σύμφωνα με την ίδια τη λογική του - στα μέσα της δεκαετίας. Ο Haynes κάνει εδώ ένα έξυπνο παιχνίδι πάνω σε υπαρκτά και μη πρόσωπα-σταρς της μουσικής αυτής, χρησιμοποιεί αυτούσια κομμάτια της εποχής και του είδους, αλλά και άλλα διασκευασμένα από μεταγενέστερους σημαντικούς μουσικούς. Έτσι ο βασικός ήρωας, ο φανταστικός σούπερ σταρ (για λίγα χρόνια) Σλέιντ είναι σαφώς ο Μπόουι, ο φίλος και εραστής του ο Ίγγυ Ποπ, ενώ διάφορα γκρουπ και μουσικοί που εμφανίζονται να παίζουν με φανταστικά ονόματα παραπέμπουν σε άλλα μεγάλα ονόματα της εποχής. Μην περιμένετε όμως μια βιογραφία - έστω και με άλλο όνομα - του Μπόουι. Ενώ υπάρχουν κοινά στοιχεία από τη ζωή και την καριέρα του, η ταινία αναμειγνύει και πολλά άλλα φανταστικά, κάνοντας έτσι ένα σχόλιο πάνω στο εφήμερο της δόξας, βασικό χαρακτηριστικό της ποπ κουλτούρας, στην έλξη που ασκεί η παρακμή σε μια μερίδα καλλιτεχνών, στην σχέση του καλλιτεχνικού έργου και της προσωπικής ζωής του δημιουργού του, την αυτοκαταστροφικότητα (ο ήρωας τινάζει μόνος του στον αέρα την καριέρα του) κλπ. Και σε όλα αυτά εμπλέκεται η φιλοσοφία και η στάση ζωής του "πρώτου διδάξαντα" Όσκαρ Γουάιλντ.
Αν στενέψουμε τα όρια και αφήσουμε απ' έξω τους ευρύτερους αυτούς προβληματισμούς, έχουμε μια εξαιρετική καταγραφή της εποχής και του εφήμερου φαινόμενου του γκλαμ ροκ, το οποίο δόξασαν σε ολόκληρη την καριέρα τους ή σε μια συγκεκριμένη φάση της μεγάλα ονόματα όπως ο David Bowie, οι Roxy Music, οι Cockney Rebel, οι T.Rex, o Brian Eno, οι Slade και πολλοί άλλοι, των οποίων τα τραγούδια, πολλές φορές πασίγνωστα, πλημμυρίζουν το φιλμ. Ταυτόχρονα δείχνεται η σχέση του είδους με την αμφισεξουαλικότητα, βασικό χαρακτηριστικό όχι μόνο της εμφάνισης όλων αυτών των μουσικών, αλλά μάλλον και της αληθινής τους ζωής και της πανηδονιστικής φιλοσοφίας τους, τουλάχιστον στη φάση αυτή.
Η εξαιρετική σκηνοθεσία προχωρά με συνεχή μπρος - πίσω στην αφήγηση, αφού παρακολουθούμε την έρευνα ενός δημοσιογράφου των 80ς, παλιού φαν του κινήματος και ως ένα βαθμό εμπλεκόμενου σ' αυτό, για να εντοπίσει τα ίχνη του εξαφανισμένου σούπερ σταρ Σλέιντ. Οι εικόνες, εντυπωσιακές, φευγάτες, ενίοτε σαν βιντεοκλίπ, εμπλέκουν αξεδιάλυτα φαντασία και πραγματικότητα.
Από τις σημαντικότερες, νομίζω, ροκ ταινίες όλων των εποχών, όπως είπα και στην αρχή, ενέχει έναν σημαντικό κίνδυνο: Αν δεν είστε φαν της μουσικής αυτής, θα πλήξετε από τον διαρκή μουσικό καταιγισμό, ενώ δεν θα καταλάβετε τίποτα από το πλήθος των αναφορών σε αληθινά πρόσωπα και γεγονότα. Αν όμως σας ενδιαφέρει το θέμα, συνίσταται ανεπιφύλακτα.

Κυριακή, Οκτωβρίου 26, 2008

Ο ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ, ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΟΞΦΟΡΔΗΣ


Πώς εμπλέκονται η φιλοσοφία (και μάλιστα αυτή του μάλλον δυσνόητου Βιτγκενστάιν), τα μαθηματικά και μια σειρά απο φόνους στους πανεπιστημιακούς και όχι μόνο κύκλους της Οξφόρδης; Θα το μάθετε στο ενδιαφέρον και ευφάνταστο θρίλερ "Oxford Murders" (2008) του ισπανού Álex de la Iglesia, που είναι βασισμένο σε ομώνυμο βιβλίο. Ο σκηνοθέτης, τον οποίο αγνοούσα, έχει κάνει ήδη αρκετά φιλμ (να επαναλάβω ότι το νέο ισπανικό σινεμά κρύβει ακόμα πολλά υπέροχα μυστικά;). Αυτό εδώ συγκεκριμένα το βρήκα πρωτότυπο και πολύ καλογυρισμένο.
Προφανώς έχουμε να κάνουμε με ένα από τα βιβλία, αρχικά, που είναι "μόδα" τα τελευταία χρόνια και εμπλέκουν διάφορες επιστήμες (μαθηματικά, φυσική κλπ.) ή φιλοσοφία σε μια αστυνομική ίντριγγα. Συχνά μάλιστα η πλοκή τους διαδραματίζεται σε πανεπιστημιακές κοινότητες. Εδώ κεντρικά πρόσωπα είναι ένας εντυπωσιακός Τζον Χαρτ, που υποδύεται έναν ιδιόρυθμο και κλειστό διάσημο καθηγητή φιλοσοφίας, ειδικευμένο στη διδασκαλία του Βιτγκενστάιν και ένας νεαρός φοιτητής που τον έχει σαν είδωλο και προσπαθεί να τον πλησιάσει - αρχικά μάταια. Ώσπου αρχίζει μια σειρά από παράξενους φόνους... και σχεδόν όλοι όσοι εμφανίζονται στην ταινία, των δύο πρωταγωνιστών συμπεριλαμβανομένων, είναι ύποπτοι. Οι ανατροπές, ιδιαίτερα στο τέλος, δίνουν και παίρνουν (ανατροπές που προσωπικά δεν με ενόχλησαν καθόλου, αντίθετα μου φάνηκαν ευπρόσδεκτες καθώς είχαν και έντονο φιλοσοφικό ενδιαφέρον), οι φιλοσοφικές και μαθηματικές συζητήσεις είναι αρκετές, δίχως όμως να κουράζουν ή να διακόπτουν τη ροή, καθώς είναι απόλυτα ενσωματωμένες στην ιστορία και αποτελούν μέρος της σεναριακής σύλληψης, και η σκηνοθεσία, με εντυπωσιακά τράβελινγκ και σωστό timing, είναι πολύ καλή.
Θετική έκπληξη λοιπόν από κάτι που αγνοούσα παντελώς. Ιδιαίτερα αν είστε φίλος των αστυνομικών φιλμ νομίζω ότι θα απολαύσετε μια από τις πιο καλογυρισμένες και πρωτότυπες σύγχρονες ταινίες του είδους. Και θα μάθετε και μερικά πράγματα για τον Βιτγκενστάιν και τα μαθηματικά.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 24, 2008

ΑΘΗΝΑ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ - ΑΔΙΕΞΟΔΟ


Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος θέλει με το "Αθήνα - Κωνσταντινούπολη" να κάνει μια ταινία δρόμου. Θέλει επίσης να βρεθεί κοντά στις καλές στιγμές του Βέντερς, ας πούμε, ή του Γκοντάρ. Και βέβαια, το καταλαβαίνουμε αυτό, το ταξίδι δεν είναι παρά ένα πρόσχημα για να αφηγηθεί τις εσωτερικές περιπέτειες και τα αδιέξοδα των ηρώων του. Και κυρίως του βασικού του ήρωα, ενός ώριμου δικηγόρου, που μετά το διαζύγιό του ύστερα από εικοσιτόσα χρόνια γάμου, βρίσκεται στα όρια της κατάθλιψης και αδυνατεί να γεμίσει το κενό της ζωής του. Ξεκινά λοιπόν με το αυτοκίνητό του ένα ταξίδι ουσιαστικά δίχως προορισμό (τη Θεσσαλονίκη και τον άρρωστο πατέρα του έχει σαν αφορμή), που μετά από διάφορες αναπάντεχες συναντήσεις θα τον οδηγήσει στην Πόλη.
Η ταινία διαθέτει μερικές καλές στιγμές, κάποιες έξυπνες ατάκες, έχει ένα κοφτό μοντάζ (σα να χωρίζεται σε πολλά, μικρά κεφάλαια), αλλά παραμένει συνολικά μάλλον αργή - όχι με την έννοια των μακρόσυρτων πλάνων του Αγγελόπουλου, αλλά λόγω της αργής σεναριακής εξέλιξης. Ή ίσως του προσχηματικού σεναρίου, θα έλεγαν πολλοί, αφού αυτό (το σενάριο) μοιάζει να είναι αυτοσχεδιαστικό και αποσπασματικό, αφήνοντας αρκετά κενά. Υποθέτω ότι όλο αυτό είναι ηθελημένο, είναι άποψη του Παναγιωτόπουλου, που είναι "φίλος" του αυτοσχεδιασμού, φοβάμαι όμως ότι θα κουράσει πολλούς. Είναι και η όντως καταθλιπτική μορφή του Λευτέρη Βογιατζή, οπότε πάρτε και σεις καλού - κακού μαζί σας κανένα αντικαταθλιπτικό, σαν αυτά που σ' όλη τη διάρκεια καταναλώνει ο ήρωας.
Υπαρξιακό road movie λοιπόν, με συμπαθητική εμφάνιση του Πουλικάκου σε ρόλο ατόφιου λαϊκού κλαριτζή (κάτι σα Γιώργος Μάγγας), με καθόλου τουριστική ματιά στην Κωνσταντινούπολη, πλην όμως πάσχει απ' αυτό που πάσχουν πάρα πολλές ελληνικές ταινίες: Βγαίνεις έχοντας έντονη αίσθηση ότι κάτι λείπει...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 22, 2008

ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΘΗΤΩΝ - ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ... ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ


Το "Ανάμεσα στους τοίχους" του ενδιαφέροντα σκηνοθέτη Laurent Cantet είναι μια ταινία που διερευνά τις σχέσεις μαθητών - καθηγητών σε ένα γαλλικό λύκειο. Λέμε γαλλικό, αλλά στην πραγματικότητα θα μπορούσε να διαδραματίζεται οπουδήποτε στον δυτικό κόσμο, από την Ελλάδα μέχρι την Αμερική. Οι καταστάσεις που εξετάζονται είναι τόσο όμοιες...
Βρήκα την ταινία πολύ καλή στο είδος της, αλλά υπό αυστηρούς όρους: Για να σας αρέσει πρέπει να είστε φίλοι του ντοκιμαντερίστικου σινεμά, αυτού που λέμε "φέτα ζωής", με στοιχειώδη μόνο μυθοπλασία, που όλο το βάρος πέφτει στο να βρίσκονται όσο πιο κοντά στην πραγματικότητα, στην καθημερινότητα, όσα βλέπουμε στην οθόνη. Κάτι σαν το σινεμά των αδελφών Νταρντέν δηλαδή. Αν λοιπόν σας αρέσει αυτό το στιλ, πρόκειται για μια από τις καλύτερες ταινίες του είδους.
Ένας τριαντακάτι καθηγητής μπαίνει στην αρχή της χρονιάς στην τάξη του. Η ιδιορυθμία της (που βέβαια είναι συχνότατη σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης, οπότε μάλλον δεν πρέπει να μιλάμε για ιδιορυθμία) είναι ότι η τάξη αποτελείται από μαθητές πολύ διαφορετικής κουλτούρας, χρώματος, θρησκεύματος, καταγωγής κλπ. Η ασυνενοησία λοιπόν και τα προβλήματα, άλλοτε μικρά άλλοτε μεγαλύτερα, είναι δεδομένο ότι θα προκύψουν. Μην περιμένετε όμως δραματικές κορυφώσεις, τραγικές σε κατάληξη συγκρούσεις, θάνατους, έρωτες και άλλα τέτοια βαρύγδουπα. Εδώ μιλάμε για εξονυχιστική μελέτη της οικείας και σε μας πλέον της καθημερινότητς στη σχολική τάξη. Η ταινία εντάσσεται μόνο θεματικά στην μακρά παράδοση που ξεκινά από τη ΄"Ζούγκλα του Μαυροπίνακα" των 50ς και, περνώντας από την "Τάξη του '84" και τον "Κύκλο των Χαμένων Ποιητών" φτάνει μέχρι την πρόσφατη σχετικά μέτρια ταινία της οποίας τον τίτλο δεν θυμάμαι με την Μισελ Φάιφερ στο ρόλο της καθηγήτριας: Όλες αυτές βασίζονται στο δράμα, ενώ τούτη εδώ βλέπει τα πράγματα όπως ακριβώς είναι.
Η ισορροπία της ανάμεσα στους δύο πόλους είναι πραγματικά θαυμαστή. Τα προβλήματα εξετάζονται σφαιρικά, από την οπτική και των δύο πλευρών. Εδώ δεν υπάρχουν άγιοι καθηγητές που καλούνται να τιθασσεύσουν άγριους, επαναστατημένους μαθητές που δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα, αλλά ούτε και μαθητές - άγγελοι που καταπιέζονται βάναυσα από καθηγητές - φασίστες. Τέτοιες ακραίες περιπτώσεις υπάρχουν, αλλά είναι σπάνιες. Εδώ - το ξαναλέω - μιλάμε για την απόλυτη καθημερινότητα, γι΄αυτό που πραγματικά συμβαίνει στα σχολεία, και το φιλμ βρίσκει τον τρόπο να κατανοήσει το δίκιο και να δει με συμπάθεια και εντελώς αμερόληπτα και τις δύο "εμπόλεμες" (ενίοτε άνευ λόγου) πλευρές.
Αν σας αρέσει το απολυτα ρεαλιστικό, προσεγμένο μέχρι τελευταίας λεπτομέρειες ώστε να μοιάζει με αλήθεια σινεμά, δείτε το οπωσδήποτε. Αν ζητάτε από τον κινηματογράφο περισσότερη πλοκή, ανατροπές, σασπένς, αλλάξτε αίθουσα.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 20, 2008

ΒΙΚΥ, ΚΡΙΣΤΙΝΑ...ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΡΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ


Το έχω γράψει πολλές φορές ήδη, αλλά μου φαίνεται ότι θα το επαναλαμβάνω κάθε λίγο και θα γίνομαι κουραστικός, αφού εκείνος με αναγκάζει: Μιλώ για τον Woody Allen και το Vicky Cristina Barcelona. Αυτός λοιπόν είναι 73 χρονών και η ταινία η 40ή του αισίως, δίχως να μετρήσουμε και κάποια τηλεοπτικά! Και η φρεσκάδα της μπορεί όχι μόνο να συναγωνιστεί, αλλά να βάλει κάτω άνετα τη συντριπτική πλειοψηφία των νεότερων δημιουργών.
Από τους καλύτερους Woody Allen των τελευταίων χρόνων, σηματοδοτεί την επιστροφή του στην κωμωδία ή μάλλον στην ερωτική κομεντί. Και βέβαια, με βασικό θέμα τον έρωτα σε όλες του τις μορφές, συντηρητικές ή ακραίες, "λογικές" ή παθιασμένες, σατιρίζει πλήθος (ερωτικών κυρίως) συμπεριφορών και ιδιοσυγκρασιών, καθώς και τα στερεότυπα διαφόρων λαών: Οι αμερικάνοι είναι ξενέρωτοι και συντηρητικοί ή αφελείς και ρομαντικοί, οι ισπανοί παθιασμένοι και ο έρωτας γι' αυτούς είναι συνυφασμένος με το δράμα...
Αληθινή πρωταγωνίστρια όμως, πέρα από το φοβερό γυναικείο τρίο και τον Χαβιέ Μπαρδέμ, είναι η υπέροχη Βαρκελώνη, από τις πιο όμορφες και πιο ζωντανές πόλεις της Ευρώπης (αν όχι η πιο όμορφη και η πιο ζωντανή), που μπορεί να μεταμορφώσει κάθε σκηνή σε ποίημα. Ίσως η ματιά του να είναι αρκετά τουριστική, με τα απίστευτα αρχιτεκτονήματα του Gaudi να έχουν τον πρώτο λόγο, αλλά τα πάντα στο φιλμ είναι τόσο αφοπλιστικά, που εγώ τουλάχιστον παραδόθηκα αμαχητί στη γοητεία τους. Και είναι δικαιολογημένο νομίζω το "θάμπωμα" από κάποιον που στα 70του γύρισε σχεδόν για πρώτη φορά όχι απλώς εκτός Αμερικής, αλλά ουσιαστικά εκτός Νέας Υόρκης...
Πέραν αυτών όμως, το όλο πράγμα δίνεται τόσο ανάλαφρα, έξυπνα και γοητευτικά, που μου φαίνεται ότι και οι πιο αρτηριοσκληρωτικοί θεατές θα διασκεδάσουν και θα "συγχωρήσουν" τα ερωτικά τρίο και τα υπόλοιπα παιχνίδια. Γιατί πρόκειται για ένα από τα πιο διασκεδαστικά ερωτικά γαϊτανάκια που έγιναν ποτέ και από τις πιο παιχνιδιάρικες ματιές πάνω στον έρωτα, όπου όλα συγχωρούνται (και ξεχνιούνται), όπως μοιάζει να μας δηλώνει ο δαιμόνιος σκηνοθέτης. Και βέβαια, στα πολύ συν και η όντως σαρωτική παρουσία της Πενέλοπε Κρουζ.
Τελειώνοντας μπορώ μόνο να αναρωτηθώ για πολλοστή φορά: Μα πόσο ανεξάντλητος μπορεί να είναι κάποιος;

Σάββατο, Οκτωβρίου 18, 2008

ΑΓΓΕΛΟΙ, ΗΛΙΘΙΟΙ ΚΑΙ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΑ ΦΤΕΡΑ


Το "Angels and Idiots" (Άγγελοι και Ηλίθιοι) είναι η τελευταία δουλειά (2008) του πολύ καλού ανεξάρτητου καρτουνίστα Bill Plympton (ανεξάρτητος εδώ σημαίνει ότι τα κάνει κυριολεκτικά όλα μόνος του, και την παραγωγή επίσης). Από πολλούς θεωρήθηκε η πιο ώριμη δουλειά του, αλλά προσωπικά προτιμώ παλιότερα φιλμ του.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός αληθινού αντι-ήρωα: Ενός τύπου που θα τον χαρακτηρίζαμε ανενδοίαστα "μαλάκα", με όλες τις πιθανές αποχρώσεις που έχει η λέξη στη γλώσσα μας. Από τη μίζερη και την κάθε άλλο παρά γεμάτη αγάπη ζωή του τον βγάζει ένα αναπάντεχο, θαυμαστό γεγονός: Σην πλάτη του αρχίζουν να φυτρώνουν φτερά, που προσπαθεί απεγνωσμένα να κρύψει. Κι όχι μόνο αυτό: Όταν αυτά, παρά τις προσπάθειές του, μεγαλώνουν, τον ωθούν να κάνει καλές πράξεις, που ο ίδιος απεχθάνεται.
Αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, ο αντισυμβατικός Plympton αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας στις προσπάθειες του τύπου να εναντιωθεί με όποιον τρόπο μπορεί στον καλό εαυτό του, να παραμείνει δηλαδή ένας μονόχνωτος μισάνθρωπος. Πολλά θα συμβούν στον "αγώνα" του αυτόν, κυρίως στο εσωτερικό ενός μπαρ όπου συχνάζει.
Η ιδέα και η ιστορία είναι πρωτότυπη και κυρίως το σχέδιο και τα διάφορα σκηνοθετικά ευρήματα του Plympton εξαιρετικά. Το ότι δεν μου άρεσε τόσο η ταινία οφείλεται αποκλειστικά στο σενάριο. Νομίζω ότι πάσχει από σαφήνεια: Πολλά από τα γεγονότα παραμένουν ανεξήγητα, οι ενέργειες των ηρώων μου φάνηκαν συχνά αψυχολόγητες, ενώ αρκετές επαναλήψεις παρόμοιων καταστάσεων με κούρασαν. Ωστόσο η ταινία έχει πάρει καλές κριτικές και, ούτως ή άλλως, η ευρηματικότητα και η σχεδιαστική δεινότητα του δημιουργού της είναι δεδομένες.
Πάντως, ακόμα κι αν δεν δείτε το συγκεκριμένο φιλμ (που, παρά τις αντιρρήσεις μου, προτείνω να το δείτε), ψάξτε οπωσδήποτε οποιαδήποτε δουλειά του. Για να απολαύσετε μια εντελώς διαφορετική οπτική και αισθητική στο κινούμενο σχέδιο απ' αυτές που έχουμε συνηθίσει από τις μεγάλες αμερικάνικες εταιρίες, που μπορεί συχνά να κάνουν θαυμάσιες ταινίες, η αισθητική τους όμως κινείται πάντοτε στα ίδια γνωστά πλαίσια.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 17, 2008

Η ΤΥΦΛΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΤΗΝΩΔΙΑ


Το "Περί Τυφλότητας" (Blindness) του εξαιρετικού βραζιλιάνου Fernando Meirelles βασίζεται ως γνωστόν στο ομώνυμο βιβλίο του Σαραμάγκου, το οποίο δεν έχω διαβάσει αν και ο συγγραφέας αυτός μ' αρέσει αρκετά. Έτσι λοιπόν, κάθε σύγκριση με το πρωτότυπο δεν υφίσταται και ό,τι γράφω αφορά αποκλειστικά στην ταινία.
Λοιπόν είναι μια απο τις μάλλον σπάνιες φορές που διαφωνώ με το σύνολο της κριτικής, η οποία σε γενικές γραμμές έθαψε την ταινία. Προσωπικά μου άρεσε αρκετά, παρά τις κάποιες (σημαντικές) αντιρρήσεις που θα εκφράσω πιο κάτω. Θα γνωρίζετε μάλλον την ιστορία: Μια ανεξήγητη και άγνωστη μεταδοτική ασθένεια που προκαλεί άμεση τύφλωση απλώνεται στον κόσμο. Πολύ σύντομα ο πολιτισμός καταρρέει και οι άνθρωποι επιστρέφουν στην απόλυτη βαρβαρότητα.
Ο Meirelles φτιάχνει μια εντυπωσιακή "τοιχογραφία" της κατάρρευσης των πάντων, που ξεκινά από τον εγκλεισμό μιας πρώτης ομάδας ασθενών (= τυφλών) σε ένα άθλιο οίκημα και βαθμιαία κλιμακώνεται σε γενικό χάος, πείνα και αθλιότητα, καθώς κανείς δεν είναι σε θέση να φροντίσει τον εαυτό του. Η εξέλιξη της έγκλειστης ομάδας, που ολοένα και αυξάνεται δημιουργώντας εκρηκτικά προβλήματα, δίνει την ευκαιρία για μια κυνική μελέτη του ανθρώπινου πολιτισμού (ή της ανθρώπινης φύσης), κάθε άλλο παρά ουμανιστική: Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι μόλις βρουν ευκαιρία τα κατώτερα ένστικτα παίρνουν το πάνω χέρι τσακίζοντας αδίστακτα κάθε έννοια ανθρωπιάς. Έτσι η ολοένα και περισσότερο εξαθλιωμένη κοινότητα, ως μια άλλη οργουελική "Φάρμα των Ζώων", σύντομα παραμερίζει την αρχική ισότητα και η αδίστακτη δίψα για εξουσία, η απληστία και - σε τελική ανάλυση - η βλακεία θριαμβεύουν. Και, φυσικά, αναπόφευκτο αποτέλεσμα, το ξέσπασμα της βίας. Και, να θυμάστε, ανάμεσα στους τυφλούς δεν κυριαρχεί πάντοτε ο μόνος που βλέπει...
Όλα αυτά δίνονται από τον Meirelles με εντυπωσιακό οπτικό στιλ (κατά την γνώμη μου βέβαια, γιατί διάβασα για "σοβαροφάνεια" και "έλλειψη κινηματογραφικότητας"). Από την γκριζόλευκη φωτογραφία, από την οποία λείπουν σχεδόν τα χρώματα, μέχρι τις σκηνές βρώμικης Αποκάλυψης στην ρημαγμένη πόλη, με τα εξαθλιωμένα πλήθη τυφλών να περιφέρονται άσκοπα, βρήκα το φιλμ πολύ δυνατό οπτικά.
Στο τέλος ωστόσο έρχεται μια γερή ένεση ανθρωπιάς να ισορροπήσει (ή να ανατρέψει) το όλο σκηνικό. Και εδώ βρίσκονται οι αντιρρήσεις μου, που είναι καθαρά νοηματικές και όχι κινηματογραφικές. Η αλλαγή κλίματος γίνεται ξαφνικά, απρόβλεπτα, ουρανοκατέβατα. Την κτηνωδία διαδέχεαι η συγκίνηση, αυτό όμως γίνεται μάλλον αναίτια. Φυσικά και θα προτιμούσα χιλιάδες φορές οι άνθρωποι να είναι όπως οι έγκλειστοι στο διαμέρισμα της πρωταγωνίστριας (που βλέπει) και όχι όπως οι έγκλειστοι στο τεράστιο εγκατελειμμένο κτίριο. Προφανώς. Απλώς η απότομη αλλαγή δεν με έπεισε καθόλου. Ήταν σα να μην ολοκλήρωνε το κυνικό πορτρέτο της ανθρώπινη φύσης που ζωγράφιζε στα 2/3 του φιλμ, σα να μην τολμούσε να το φτάσει στα άκρα.
Αν και, ακόμα και στο τέλος, παρεισφρύουν άκρως ενδιαφέρουσες σκέψεις: Ακόμα και μέσα στη φρίκη υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να είναι πιο ευτυχισμένοι από πριν. Ή, το καβαφικό "τι θα κάνουμε τώρα χωρίς βαρβάρους;" Τι θα κάνουμε τώρα που χάνουμε τον σκοπό μας ή τον ξεκάθαρο εχθρό μας, αν προτιμάτε;
Πιστεύω ότι πολλοί θα διαφωνήσουν με όσα έγραψα και ίσως η ταινία να τρομάξει αρκετούς. Οι αντιρρήσεις είναι φυσικά ευπρόσδεκτες.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 15, 2008

"ΜΑΙΤΡΕΣΑ" Ή ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΣΑΔΟΜΑΖΟΧΙΣΜΟΥ


Υπάρχουν ταινίες που πραγματικά δεν αντιλαμβάνομαι τον λόγο ύπαρξής τους. Δεν λένε τίποτα νοηματικά (σε μένα τουλάχιστον) και ταυτόχρονα δεν είναι διασκεδαστικές, με οποιαδήποτε έννοια του όρου. Μου φαίνεται ότι η "Μαιτρέσα" του Barbet Schroeder (1976) ανήκει σ' αυτές τις περιπτώσεις.
Όπου ο μικροαπατεώνας, νεαρός τότε, Ζεράρ Ντεπαρντιέ μπαίνει με ένα φίλο του σε διαμέρισμα που νομίζουν ότι είναι άδειο για να κλέψουν και βρίσκονται μπροστά σ' ένα αληθινό άντρο σαδομαζοχισμού. Η ιδιοκτήτης του είναι μια επαγγελματίας dominatrix, ακολουθεί αμοιβαίος αγνός έρωτας με τον ήρωα, αλλά αυτή έχει έναν μυστηριώδη και πανίσχυρο προστάτη (;) και όλα καταλήγουν σ' ένα ουρανοκατέβατο και δίχως καμιά εξήγηση χάπι εντ. Πολλά σημεία του φιλμ παραμένουν σκοτεινά, μάλλον ηθελημένα. Υποθέτω ότι αυτό γίνεται επίτηδες και αποτελεί ένα είδος στυλ, αλλά προσωπικά δεν μου είπε τίποτα. Και ερχόμαστε στα highlights: Η ταινία περιέχει μερικές απίστευτα ανατριχιαστικές σκηνές σαδομαζοχισμού (καθώς και μερικές αστείες), οι οποίες εκτελούνται live, προφανώς από αληθινούς μαζοχιστές, καθώς και μια σοκαριστική σκηνή θανάτου ενός αλόγου, εξ αιτίας των οποίων η προβολή της είχε απαγορευτεί σε κάποιες χώρες στην εποχή της. Φαντάζομαι ότι η πρόκληση σοκ αποτελεί τον βασικό ίσως στόχο της.
Λυπάμαι, αλλά το σοκ για το σοκ ποτέ δεν ήταν το καλύτερό μου. Άλλωστε θεωρώ τον Schroeder πραγματικά άνισο σκηνοθέτη και πολύ λίγες ταινίες του μου αρέσουν. Του αναγνωρίζω πάντως τη προσήλωση σε ακραία θέματα (ναρκωτικά στο More, αλκοολισμός στο Barfly, σαδομαζοχισμός έδώ κλπ.) Η συγκεκριμένη ταινία είναι προφανώς η χαρά των μαζοχιστών, όχι κινηματογραφικά, αλλά ως κάτι πραγματικά ερεθιστικό γι' αυτούς. Οι υπόλοιποι δοκιμάστε κάτι άλλο.
Σημειώνω τέλος ότι η ηρωίδα δεν κάνει ποτέ σεξ με τους πελάτες της, και κάπου το λέει καθαρά αυτό. Απλώς ικανοποιεί τις πιοο άρρωστες μαζοχιστικές τους φαντασιώσεις. Αυτά είχα να παρατηρήσω μετά από δυο ώρες βαρεμάρας.

Τρίτη, Οκτωβρίου 14, 2008

ΠΙΑΝΟ ΚΑΙ ΤΡΕΛΑ


Το Piano, Solo είναι μια ιταλική ταινία του Riccardo Milani που αφηγείται την αληθινή ιστορία του Luca Flores, ενός εκπληκτικού ιταλού τζαζ πιανίστα με κλασική παιδεία, που στο απώγειο της καριέρας του χτυπήθηκε από την τρέλα με τραγική κατάληξη.
Βρήκα το φιλμ εξαιρετικά καλογυρισμένο, με πειστικές ερμηνείες, με ένα απογειωτικό πρώτο μέρος και, αναπόφευκτα, ένα αρκετά καταθλιπτικό δεύτερο. Μοιραία βέβαια φέρνει στο μυαλό το "Shine", που αφηγείται μια παρόμοια ιστορία, αν και το πράγμα εδώ είναι πιο ρεαλιστικά ειδωμένο (είπαμε, αληθινή ιστορία). Φυσικά δεν ξέρω κατά πόσο μένει πιστό στα αληθινά γεγονότα, αλλά αυτό δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Σημασία έχει ότι πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα μελέτη πάνω στην τρέλα, η οποία, σύμφωνα με την ταινία τουλάχιστον, πηγάζει από παιδικά τραύματα (συγκεκριμένα από την πεποίθηση του ήρωα ότι άθελά του σκότωσε τη μητέρα του), που οδηγεί σε προσκόλληση στην παιδική ηλικία και σχεδόν μόνιμη κατάθλιψη, παρά τις κάποιες ευχάριστες αναλαμπές. Σε ορισμένες στιγμές καταφέρνει να γινεται συγκλονιστικό και να σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς ένας τόσο ταλαντούχος και επιτυχημένος άνθρωπος, που τα έχει όλα (έρωτα, φήμη, ταλέντο) μπορεί να είναι τόσο δυστυχισμένος.
Πριν φτάσουμε στα βαθειά όμως, ολόκληρο το πρώτο μέρος είναι πραγματικά πλημμυρισμένο από τζαζ (και το δεύτερο, βέβαια, αλλά λιγότερο, λόγω των τραγικών γεγονότων) και νομίζω ότι θα είναι αληθινό πανηγύρι για τους φίλους της, που συνήθως είναι και φανατικοί (με καλή έννοια το λέω, πολύ καλά κάνουν). Υπάρχουν στιγμές που πιάνουν πραγματικά τον σφυγμό και την ατμόσφαιρα μιας τζαζ συναυλίας και οι μουσικές που ακούγονται είναι από τις καλύτερες του είδους, με αποκορύφωμα τη συνεργασία του Flores με τον μεγάλο Chet Baker, λίγο πριν τον θάνατο του τελευταίου.
Καλή ταινία αλλά, σας προειδοποίησα νομίζω, αρκετά καταθλιπτική.

Κυριακή, Οκτωβρίου 12, 2008

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΟΨΗ ΕΝΟΣ ΚΟΝΦΟΡΜΙΣΤΗ


Κομφορμισμός (έννοια που σχετίζεαται, αλλά δεν ταυτίζεται με το συντηρηρτισμό) είναι η τάση να μη διαφέρεις, να είσαι ίδιος με τους άλλους ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, με την πλειοψηφία των άλλων γύρω σου. Να προσπαθείς να μην είσαι δακτυλοδεικτούμενος, διαφορετικός σε οποιοδήποτε επίπεδο.
Το 1970 ο Bernardo Bertolucci γυρίζει τον "Κομφορμίστα", τη σημαντικότερη μελέτη της τόσο κοινής αυτής τάσης, μια από τις καλύτερες ταινίες του και μια από τις σημαντικότερες ταινίες του μεταπολεμικού σινεμά. Ο "Κομφορμίστας", που διαδραματίζεται στον μεσοπόλεμο, αφηγείται την ιστορία ενός ιταλού που γίνεται φασίστας, όταν φυσικά ο φασισμός βρίσκεται στην εξουσία, παντρεύεται μια σέξι αλλά πνευματικά αδιάφορη μικροαστή και γενικά κάνει ό,τι μπορεί για να μοιάσει με τους γύρω του, με τον συνηθισμένο, μέσο άνθρωπο. Όταν αναλαμβάνει την αποστολή να σκοτώσει έναν εξόριστο αριστερό καθηγητή που ζει στο Παρίσι, τα πράγματα αρχίζουν να καταρρέουν, καθώς ανεξέλεγκτοι παράγοντες μπαίνουν στο παιχνίδι...
Ο Μπερτολούτσι εξετάζει τον ήρωά του τόσο από καθαρά πολιτική, όσο και από ψυχαναλυτική σκοπιά. Τα φλάς μπακ σε περιστατικά της παιδικής του ηλικίας που τον σημάδεψαν αναμειγνύονται αριστοτεχνικά με το παρόν που βλέπουμε στο φιλμ, η αφήγηση ακολουθεί αυτό το συνεχές μπρος - πίσω, η σκηνοθεσία παραμένει μοντέρνα μέχρι σήμερα, η εποχή περιγράφεται σφαιρικά. Οι συγκρούσεις του παλιού με το καινούριο, του συντηρητικού με το προοδευτικό, των ανοιχτών οριζόντων με ταστερεότυπα, βρίσκονται όλα εδώ, σε μια Ευρώπη που περνά μια από τις κρισιμότερες ιστορικά φάσεις της. Αυτό που τελικά αποδεικνύεται περίτρανα στην εξαιρετική αυτή μελέτη είναι ότι ο κομφορμισμός έχει κι αυτός το τίμημά του: Αυτό που βιώνει ο ήρωας είναι ότι κάθε άλλο παρά ανώδυνο είναι το να μην αφήνεσαι στη φύση σου, αλλά να πασχίζεις να μη ξεχωρίσεις, να είσαι σαν τους άλλους. Το πληρώνεις σκληρά και, τελικά, ίσως όλα να βασίζονται σε ένα ψέμμα, μια απάτη, όπως δείχνει η απρόσμενη αποκάλυψη του τέλους.
Πρέπει να πω ότι παρά τη μοντερνικότητά του και την σχετικά περίπλοκη φόρμα του, η ταινία με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, όχι μόνο με την πλοκή, αλλά και με τις υπέροχες εικόνες της. Πρόκειται για ιδανικό παράδειγμα αυτού που ορίζεται ως "κλασικό", όχι με κανένα βαρύγδουπο ορισμό, αλλά, πολύ απλά, επειδή διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον και τη φρεσκάδα του μέχρι σήμερα.

Σάββατο, Οκτωβρίου 11, 2008

ΓΕΛΑΣΤΗ, ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΗ


Είναι αλήθεια ότι το τελευταίο που περίμενα από τον Mike Leigh είναι μια τόσο ανάλαφρη, αστεία και αισιόδοξη ταινία. Συνήθως ο δημιουργός αυτός μας δείχνει ένα βαρύ, μελαγχολικό, σκοτεινό πρόσωπο (θυμηθείτε τον "Γυμνό", τη "Βέρα Ντρέικ" ή το συγκινητικό "Μυστικά και Ψέμματα"). Στο "Τυχερή και ευτυχισμένη" όμως (Happy-Go-Lucky) πάει ξαφνικά στο άλλο άκρο, παραδίδοντας "με το τσουβάλι" μαθήματα αισιοδοξίας. Ή μάλλον, είναι καλύτερα να το διατυπώσουμε αλλιώς: Ο κόσμος του (το σύγχρονο Λονδίνο δηλαδή) είναι σκοτεινός, φοβισμένος, κλειστός, μοναχικός. Φτάνει να σκεφτείτε τον αμίλητο και μουρτζούφλη υπάλληλο του βιβλιοπωλείου, τον σαλταρισμένο δάσκαλο οδήγησης, το προβληματικό παιδάκι στο σχολείο, τις δύο αδελφές της ηρωίδας, μονίμως κακόκεφη η μία, νευρική και καταπιεστική η άλλη... Πλην όμως η δασκάλα Πόπι κινείται μέσα σ' αυτόν τον κόσμο σαν τίποτα απ' όλα αυτά να μη την επηρεάζει, σα να μην αντιλαμβάνεται τη σκοτεινιά γύρω της. Γελά ακατάπαυστα, είναι χαρούμενη, αισιόδοξη και βλέπει τις αντιξοότητες περισσότερο σαν εφαλτήρια για νέες ευκαιρίες.
Ένα κομμάτι της καθημερινής της ζωής παρακολουθεί η ταινία. Το σχολείο όπου διδάσκει, η αγαπημένη φίλη και συγκάτοικός της, η ακανθώδης σχέση της με τον δάσκαλο οδήγησης (ο τύπος είναι απίστευτος, γελοίος και τραγικός μαζί), ένας έρωτας, μια επίσκεψη στην αδελφή της... Σχεδόν τα πάντα γύρω της είναι προβληματικά, όπως είναι συνήθως οι ήρωες του Leigh. Κι όμως, το φιλμ έχει τόσο χιούμορ, ανθρώπινη ζεστασιά, αστείες καταστάσεις και διαποτίζεται τόσο από την αθεράπευτη αισιοδοξία της ηρωίδας του, που γίνεται μια από τις πλέον feel good ταινίες των τελευταίων χρόνων. Πώς το καταφερνει αυτό ο Leigh, και μάλιστα στους ιδιαίτερα σκοτεινούς καιρούς που ζούμε, μόνο αυτός το ξέρει. Δείτε το όμως. Νομίζω ότι θα σας φτιάξει σίγουρα τη διάθεση και είναι και πολύ καλή ηθοποιός η Σάλι Χόκινς.
Ξέρω ότι πολλοί θα θεωρήσουν τη στάση της ηρωίδας και το πνεύμα του φιλμ γενικότερα απλώς χαζοχαρούμενο. "Πώς μπορείς να είσαι τόσο ανάλαφρος και ευτυχισμένος με όσα συμβαίνουν γύρω σου"; (και δεν εννοώ βέβαια όσα μακρινά μαθαίνουμε από τις ειδήσεις, λιμούς, πολέμους, φτώχεια κλπ., αλλά για την άμεση καθημερινότητά μας, που τρομάζει ολοένα και περισσότερους, και η οποία, όπως είπα, δείχνεται ανάγλυφα στο φιλμ). Κι εγώ το σκέφτηκα αυτό. Αφήνω τα συμπεράσματα στην κρίση του κάθε θεατή. Ανεξάρτητα απ' αυτό όμως, νομίζω ότι όλοι θα βγουν χαρούμενοι, έστω κι αν απορρίψουν τη θέση της ταινίας.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 09, 2008

ΣΚΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ


Θεωρώ το Out of the Past (Αμάρτημα από το Παρελθόν) του 1947 του Jacques Tourneur (1904-1977) ένα από τα 3-4 αριστουργήματά του και ένα από τα 3-4 καλύτερα νουάρ όλων των εποχών (προφανώς απ' όσα έχω δει). Αν μπορούμε να μιλήσουμε για αρχετυπικές ταινίες ενός είδους, σίγουρα αυτή εδώ συγκαταλέγεται σ' αυτές.
Όλα τα στοιχεία του νουάρ, είδους από τα σημαντικότερα του αμερικάνικου τουλάχιστον κινηματογράφου, υπάρχουν εδώ και μάλιστα με εξαιρετικό τρόπο: Η υποβλητική σκηνοθεσία, με την ατμοσφαιρική ασπρόμαυρη εικόνα και το παιχνίδι των σκιών, η πολύπλοκη ίντριγγα (όχι όμως ακατανόητη, όπως συμβαίνει με μερικές άλλα δείγματα του είδους) που κρατά τον θεατή με κομμένη την ανάσα, οι εξαιρετικοί ηθοποιοί με πρώτο τον Ρόμπερτ Μίτσαμ και τους Κερκ Ντάγκλας και Τζέιν Γκριρ, οι φοβερές ατάκες, πανέξυπνες και αστείες ενίοτε, που πέφτουν με καταιγιστικό ρυθμό και, φυσικά, οι τυπικοί χαρακτήρες: Ο παραπλανημένος ήρωας, ντετέκτιβ φυσικά, που αν και θέλει να αλλάξει ζωή υποκύπτει στο πάθος, η μοιραία, μυστηριώδης και διπρόσωπη πανέμορφη γυναίκα, ο "κακός" κλπ. Όλα αυτά δένουν τέλεια μεταξύ τους δημιουργώντας ένα κλασικό στόρι: Ένας φιλήσυχος βενζινάς που ετοιμάζεται να παντρευτεί δέχεται μια απροσδόκητη επίσκεψη από ένα μυστηριώδη τύπο που γνωρίζει από παλιά. Εξ αιτίας της το παρελθόν θα επανέλθει με βίαιο τρόπο, παλιά πάθη θα ξυπνήσουν, η ζωή του θα αλλάξει και θα βρεθεί άθελά του σ' ένα δρόμο δίχως επιστροφή...
Η ταινία μιλά πάνω απ' όλα για το καταστροφικό πάθος που κυβερνά τον ήρωα και δεν τον αφήνει να ακολουθήσει το δρόμο που ο ίδιος θα ήθελε, αλλά και για τις σκιές του παρελθόντος, μερικές απ' τις οποίες δεν φεύγουν ποτέ απ' τη ζωή, όσο κι αν προσπαθήσουμε. Αλλά οι αναλύσεις είναι μάλλον άχρηστες όταν έχει κανείς να κάνει με μια ταινία που, πολύ απλά, την απολαμβάνεις απ' την αρχή ως το τέλος. Αν δεν το έχετε δει και είστε φίλοι του νουάρ, ψάξτε το οπωσδήποτε. Επαναλαμβάνοντας αυτό που είπα στην αρχή, ξαναλέω ότι είναι από τα σημαντικότερα δείγματα του είδους.

Τρίτη, Οκτωβρίου 07, 2008

Η ΟΠΕΡΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ


Ο Julien Temple είναι γνωστός για την ανάμιξή του με το ροκ του τέλους των 70ς και των 80ς, κυρίως με το πανκ. Δημιουργός πολλών βιντεοκλίπ (από τους Sex Pistols μέχρι τη Janet Jackson) έχει γυρίσει μερικές ταινίες, δίχως καμιά τους να είναι ιδιαίτερα σπουδαία. Και ξαφνικά, το 2008, κάνει μια όπερα! Προσέξτε: Το "The Eternity Man" δεν είναι ροκ όπερα, όπως πιθανόν σκέφτεστε. Είναι μια κανονική, κλασικού στυλ όπερα, γραμμένη βέβαια στην εποχή μας από τον αυστραλό Jonathan Mills, που είχε ήδη ανέβει με επιτυχία στη σκηνή πριν γίνει ταινία.
Θέμα της η αληθινή ιστορία ενός παράξενου τύπου που κατέληξε να γίνει σήμα κατατεθέν της πόλης του Σίντνεϊ. Ο ήρωας είναι ένας προχωρημένος αλκοολικός της δεκαετίας του 30 (αν θυμάμαι καλά), που είχε καταντήσει κλοσάρ. Ξαφνικά, ακούγοντας ένα κήρυγμα που μιλούσε για την αιωνιότητα, "φωτίζεται", κόβει με μιας το αλκοόλ, ντύνεται με κοστούμι και περνά κυριολεκτικά ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του (αν θυμάμαι και πάλι καλά πέθανε στα τέλη των 60ς) δίχως να κάνει τίποτα άλλο εκτός από το να βγαίνει κάθε νύχτα, να περιπλανιέται στους έρημους δρόμους της πόλης και να γράφει με κιμωλία σε τοίχους, δρόμους, τζαμαρίες, παντού, απλώς τη λέξη "Eternity" (Αιωνιότητα) με πανομοιότυπα πάντοτε καλλιγραφικά γράμματα. Τίποτα άλλο, για πάνω από 30 χρόνια. Σημειωτέον, ο τύπος δεν ήξερε καν γραφή και ανάγνωση. Ήταν τόση η εμμονή του και η γραμμένη παντού εικόνα της λέξης έγινε τόσο οικεία σε κάθε κάτοικο, ώστε η λέξη αυτή, με τη συγκεκριμένη γραφή (σαν λογότυπο) έγινε το σύμβολο της πόλης του Σίντνεϊ. Μ' αυτήν μάλιστα, με τεράστια γράμματα νέον, υποδέχτηκαν το millenium (στην Αυστραλία η αλλαγή του χρόνου είναι η πρώτη στον κόσμο).
Η ταινία - όπερα του Temple αφηγείται τη ζωή του ανθρώπου αυτού. Ο σκηνοθέτης γοητεύεται από την εμμονή του, την τρέλλα του αν θέλετε, και του αφιερώνει την ταινία αν και, όπως δηλώνει ο ίδιος, είναι άθεος. Οι εικόνες είναι εντυπωσιακές και συχνά σουρεαλιστικές. Στα όμορφα νυχτερινά πλάνα στους τοίχους των κτιρίων προβάλλονται συνεχώς ασπρόμαυρες σκηνές από παλιά ντοκιμαντέρ που σχετίζονται με την ιστορία του Σίντνεϊ. Οι φωτισμοί είναι υποβλητικοί. Γενικά βρήκα την εικόνα το μεγαλύτερο ατού του φιλμ. Από εκεί και πέρα, όλοι οι ηθοποιοί τραγουδούν συνεχώς (η ηχογράφηση έγινε όντως στους δρόμους της πόλης), η ιστορία, πέραν της εμμονοληψίας του ήρωά της, δεν έχει και τα φοβερά κρεσέντα και γενικά προορίζεται για ανθρώπους με πολύ ειδικά γούστα.
Σίγουρα πρόκειται για ταινία για πολύ λίγους. Δείτε το μόνο αν σας αρέσει η όπερα (η κλασική όπερα, ξαναλέω, όχι οι ροκ παραλλαγές της) και μόνο ως ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο.

Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΚΑΙ Η ΝΥΧΤΑ


Το 1957 ο Jacques Tourneur (1904-1977) γυρίζει την τελευταία γνωστή του ταινία, τη "Νύχτα του Δαίμονα". Ο ηγέτης μιας δαιμονολατρικής αίρεσης μπορεί κατά βούληση να στέλνει έναν φριχτό δαίμονα να σκοτώνει όσους αποφασίζει. Ο ήρωας ψυχολόγος θα παρακολουθήσει κάποιο συνέδριο, με στόχο να τον ξεσκεπάσει ως απατεώνα. Και ο Tourneur βρίσκει την ευκαιρία να δώσει μερικές ακόμα ασπρόμαυρες υποβλητικές σκηνές.
Χμ..., ναι, αλλά το χαρακτηριστικό των μεγάλων φανταστικών ταινιών του σκηνοθέτη (Cat People, Περπάτησα μ' ένα Ζόμπι) είναι το διφορούμενο, το ότι το κακό δεν δείχνεται, υπονοείται, μένει εκτός πλάνου, κι αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που κάνει τόσο ιδιαίτερες τις ταινίες του. Αλλά αυτά συνέβαιναν την προηγούμενη δεκαετία. Εδώ αυτό έχει αλλάξει δραστικά: Από την πρώτη κιόλας σκηνή δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία για την ύπαρξη του δαίμονα. Κι όχι μόνο αυτό: Ο δαίμονας δείχνεται με όλες του τις λεπτομέρειες, πιο σαφής δεν γίνεται. Και είναι όντως αρκετά τρομακτικός, παρά τα άγαρμπα εφφέ της εποχής, που ίσως προκαλέσουν χαμόγελα σε αρκετούς σημερινούς θεατές. Όπως επίσης άγαρμπα δίνεται και το πορτρέτο του ήρωα, ο οποίοις, παρά τα όσα υπερφυσικά συμβαίνουν γύρω του εξακολουθεί με παιδιάστικη εμμονή να είναι ορθολογιστής και να επιμένει ότι όλα έχουν επιστημονικές εξηγήσεις. Μέχρι την τελευταία σκηνή, όπου...
Έχει σίγουρα ενδιαφέρον σαν μια ταινία τρόμου άλλων εποχών, που φυσικά δεν θα προκαλέσει τρόμο σε κανένα σήμερα, έχει και τις καλές στιγμές της, αλλά και πάλι δεν θα τη χαρακτήριζα μεγάλη ταινία, παρά το ότι εκτιμάται από αρκετούς σήμερα.
ΥΓ 1: Εξαιρετικά αστείο σημείο η σύντομη σκηνή μιας πνευματιστικής συγκέντρωσης όπου, για να καλέσουν τους νεκρούς, οι παρευρισκόμενες ηλικιωμένες κυρίες τραγουδούν ένα γελοίο παλιό τραγουδάκι, επειδή "το τραγούδι αρέσει στα πνεύματα". Ακόμα δεν έχω καταλάβει αν ο Τουρνέρ έκανε πλάκα ή γύρισε στα σοβαρά τη σκηνή αυτή.
ΥΓ 2: Οι σκηνές που δείχνουν φάτσα - κάρτα τον φριχτό δαίμονα επιβλήθηκαν από τους παραγωγούς, που ήθελαν κάτι "άμεσο και τρομακτικό". Το γεγονός αυτό λειτουργεί σαφώς υπέρ του σκηνοθέτη, με την έννοια ότι δείχνει πως ο ίδιος θα ήθελε να παραμείνει πιστός στο υπαινικτικό σύμπαν των ταινιών του.

Σάββατο, Οκτωβρίου 04, 2008

ΓΟΥΟΛ-Υ, ΕΠΙΣΤΗΜOΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ


Tο Wall-e του Andrew Stanton είναι ίσως μια από τις καλύτερες ταινίες κινουμένων σχεδίων στην ιστορία του σινεμά. Βλέποντάς το δεν ήξερα τι να πρωτοθαυμάσω: Την άψογη τεχνικά, αλλά και αισθητικά, εικόνα, τα οικολογικά και άλλα "μηνύματα", την δράση που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα, το κωμικό στοιχείο, τις αναφορές στο σινεμά επιστημονικής φαντασίας, την τρυφερότητα και το ρομαντισμό που διαποτίζουν το φιλμ... Και όλα αυτά με σχεδόν παντελή απουσία ανθρώπων (ΟΚ, εμφανίζονται κι αυτοί στο δεύτερο μέρος, αλλά με τίποτα δεν είναι πρωταγωνιστές), και με ήρωες ρομπότ που είναι ελάχιστα ανθρωπόμορφα! Στα συν για μένα είναι και το ότι όλα αυτά γίνονται σχεδόν βουβά, με ελάχιστους διαλόγους στο δεύτερο μισό, καθιστώντας έτσι το φιλμ ακόμα πιο "παγκόσμιο".
Στη γη που έχει εγκαταλειφτεί από τους ανθρώπους λόγω μόλυνσης, το ρομπότ Wall-e, που μαζεύει ακατάπαυστα σκουπίδια, ερωτεύεται ένα άλλο, πολύ πιο εξελιγμένο ρομπότ, που αποστέλλεται από το μητρικό σκάφος που ταξιδεύει αέναα στο διάστημα και στεγάζει την ανθρωπότητα πολλές γενιές μετά τη φυγή από τη γη. Οι εικόνες της κατεστραμμένης, γεμάτης σκουπίδια γης στο πρώτο μισό είναι από τις πιο υποβλητικές. Τα οικολογικά μηνύματα σαφέστατα, όπως επίσης και το κλείσιμο ματιού στους λάτρεις της επιστημονικής φαντασίας. Δεν είναι μόνο οι σαφέστατες αναφορές στην Οδύσσεια του Διαστήματος στο τέλος, είναι κυρίως ο έξυπνος συνδυασμός πολλών αρχετυπικών θεμάτων του είδους, που δένουν άψογα και συνυπάρχουν αρμονικά στο σενάριο: Η εγκατάλειψη της ερειπωμένης γης μετά την οικολογική καταστροφή, το αχανές σκάφος που ταξιδεύει παντοτινά στο διάστημα, όπου γεννιούνται και πεθαίνουν γενιές ανθρώπων οι οποίες το θεωρούν τον μοναδικό γι' αυτούς κόσμο, οι μηχανές με νοημοσύνη, η σύγκρουση ανθρώπου - μηχανής, η επιστροφή στη γη και πολλά άλλα. Κι όλα αυτά, όπως ξαναείπα, με πολύ χιούμορ, δράση που σε κρατά από την αρχή ως το τέλος και, κυρίως, έναν γνήσιο και καθόλου ξενέρωτο ρομαντισμό, που σε ορισμένες στιγμές γίνεται αληθινή συγκίνηση. Όσο για την ψηφιακή τεχνική, ε, αυτή έχει φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα, που δίνουν εικόνες όχι μόνο υψηλής αισθητικής και τέλεια πειστικές, αλλά και συχνά φορτισμένες με ποίηση.
Τελικά η Pixar δεν σταματά να μας εκπλήσσει με τις αστείρευτες ιδέες της. Είμαι περίεργος για πόσα ακόμα χρόνια θα καταφέρνει να βρίσκεται στην κορυφή του παγκόσμιου animation.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 03, 2008

H PETULIA ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΩΝ 60ς


Θα πω από την πρώτη στιγμή ότι η "Petulia" του Richard Lester μπορεί να ξενίσει ή/και να κουράσει αρκετούς από τους σύγχρονους θεατές. Για μένα είναι μια αγαπημένη ταινία, αλλά αυτό είναι υποκειμενικό.
Γυρίστηκε το 1968 και είναι σίγουρο ότι δεν θα ήταν δυνατό να γυριστεί οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή. Είναι από τα φιλμ που πραγματικά αιχμαλωτίζουν την εποχή τους. Την ατμόσφαιρα, την αισθητική, τη μουσική, τη φιλοσοφία. Άλλωστε ο Lester (είναι αυτός που έκανε τις ταινίες των Beatles) είναι καθαρά παιδί των 60ς. Ξεκίνησε να γυρίζει ταινίες το 1960, έφτασε στο απώγειό του στα μέσα της δεκαετίας, παρήκμασε στα 70ς γυρίζοντας αρκετές μάπες και αποσύρθηκε τη δεκαετία του 80, δίχως από τότε να κάνει κανένα φιλμ μυθοπλασίας.
Πίσω στην Petulia όμως, που αφηγείται την ιστορία της ομώνυμης κοπέλας, παντρεμένης με έναν trendy αλλά καταπιεστικό και - όπως αποκαλύπτεται - βάναυσο σύζυγο, και την παράξενη σχέση της με έναν μόλις χωρισμένο γιατρό. Το χιούμορ μπλέκεται με το δράμα, η τρέλα της εποχής αιχμαλωτίζεται στο φιλμ, ενώ οι συμβάσεις έρχονται σε αντιπαράθεση (σύγκρουση μάλλον) με την ελευθερία και την τρέλα του έρωτα. Όλη η ιστορία δίνεται με συνεχή μπρος - πίσω στο χρόνο και με ιδιόρυθμο μοντάζ, που θυμίζει πολύ αυτό των μετέπειτα ταινιών του Νίκολας Ρεγκ, ο οποίος ήταν διευθυντής φωτογραφίας στην Petulia. Έτσι το παρελθόν της ηρωίδας αποκαλύπτεται σταδιακά και μάλλον μπερδεμένα. Αυτό ακριβώς το δύσκολο μοντάζ και το ότι η ιστορία είναι πολύ απλή (ένα ρομάντζο ουσιαστικά), είναι τα στοιχεία που πιθανόν θα κουράσουν. Όμως βρισκόμαστε στην καρδιά των 60ς και όλα βρίσκονταιεδώ: Η Τζούλι Κρίστι είναι πιο λαμπερή από ποτέ σε έναν από τους σημαντικότερους ρόλους της καριέρας της, η ιστορία διαδραματίζεται στο Σαν Φρανσίσκο, καρδιά του χιπισμού και της ψυχεδέλειας τότε, εμφανίζονται να παίζουν ζωντανά οι Grateful Dead και οι Big Brother and the Holding Company με τραγουδίστρια την Janis Joplin, η ψυχεδελική αισθητική είναι πανταχού παρούσα, η τηλεόραση μεταδίδει ειδήσεις από τον πόλεμο στο Βιετνάμ, o έρωτας δείχνει πιο ελεύθερος από ποτέ...
Πέραν αυτών όμως, και κάτω από την χαριτωμένα τρελή συμπεριφορά της ηρωίδας, υποβόσκει μια απέραντη ευαισθησία και τρυφερότητα, που κορυφώνεται στην τελευταία σκηνή, μια από τις συγκινητικότερες του σινεμά κατά τη γνώμη μου. Όχι, μην περιμένετε δραματικές κορυφώσεις, συγκλονιστικές αποκαλύψεις και τέτοια. Αντίθετα η σκηνή του τέλους είναι χαμηλότονη και η συγκίνηση που βγάζει βουβή και "ύπουλη" και αφορά συναισθηματικές καταστάσεις και μόνο. Ίσως γι' αυτό με αγγίζει τόσο πολύ.
Προσωπικά τη θεωρώ κλασική ταινία, μάλλον ξεχασμένη σήμερα. Ίσως επειδή αντανακλά τόσο, μα τόσο πολύ την εποχή της.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 02, 2008

ΟΥΡΑΝΙΑ ΤΟΞΑ ΚΑΙ ΒΑΡΕΤΑ ΡΟΚ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ


To Rainbow Around the Sun είναι ένα μιούζικαλ των πρωτοεμφανιζόμενων σκηνοθετών Kevin Ely και Beau Leland, την μουσική του οποίου έγραψε ο άγνωστός μου Matthew Alvin Brown, ο οποίος και πρωταγωνιστεί. Και πολύ φοβάμαι ότι όλο αυτό το team των άγνωστων καλλιτεχνών κάνει μια ασήμαντη ταινία, που μόνο πλήξη κατάφερε να μου προκαλέσει.
Πρόκειται για ένα ροκ μιούζικαλ, που έχει, φαίνεται, κυκλοφορήσει ήδη σε δίσκο από τον Brown. Μόνο που το μιούζικαλ αυτό βρίσκεται πολύ – πολύ μακριά από διαμάντια του είδους όπως το Hedwig and the Angry Inch ή, βέβαια, τα παλιότερα Rocky Horror, Tommy κλπ. (το τελευταίο δεν μου αρέσει ως ταινία, αλλά μ’ αυτή τη μουσική δεν μπορείς παρά να το θεωρείς ορόσημο). Και ποιο είναι το στόρι; Αποτυχημένος σε όλα τύπος (που δουλεύει σε μικρό καφέ, βρίσκεται στο κατώφλι του αλκοολισμού, τον έχει παρατήσει η κοπέλα του και άλλα τέτοια δεινά), γίνεται ροκ σταρ στα όνειρά του, διάσημος, πετυχημένος, κέντρο της προσοχής των πάντων. Κάθε λίγο προσγειώνεται στη σκληρή πραγματικότητα, σπάει τα μούτρα του, απογειώνεται όμως και πάλι με την επόμενη φαντασίωση (που είναι λίγο – πολύ ίδια με την προηγούμενη κι αυτό είναι από τα κακά ττης ταινίας), ξαναπροσγειώνεται και… Αυτά. Δεν έχει άλλο. Έτσι πάει όλο το φιλμ, δίχως ιδιαίτερη εξέλιξη, με τον τύπο να προσπαθεί να βάλει σε τάξη τα ψυχοτέτοια του, πλην όμως να χάνει όλο και πιο πολύ την επαφή με την πραγματικότητα. Όσο για τη μουσική, είναι συμβατικό ροκ, άντε να το πεις συμπαθητικό, τίποτα το σπουδαίο όμως. Από τα πιο βαρετά φιλμ που έχω δει τον τελευταίο καιρό.
Ίσως βέβαια κάποιοι να γουστάρουν πολύ τη μουσική, οπότε να δουν σχετικά ευχάριστα και την ταινία. Δυστυχώς, όπως είπα, εμένα δεν μου συνέβη ούτε κι αυτό.

ΚΑΥΤΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ Ή ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑ


Μετά το ζοφερό και καθόλου κωμικό "Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους" οι φοβεροί Joel και Ethan Coen επιστρέφουν στην προσφιλή τους μαύρη κωμωδία, τον σαρκασμό του αμερικάνικου τρόπου ζωής (αλλά και του δυτικού γενικότερα, αφού αυτά πλέον μοιάζουν όλο και περισσότερο), την κατάδειξη της ανθρώπινης ηλιθιότητας και κενότητας. Για να δειχτούν όλα αυτά οι ταινίες τους έχουν ως όχημα ένα συνήθως πολύπλοκο σενάριο, με ίντριγκες, παρεξηγήσεις, συμπτώσεις, απροσδόκητες αποκαλύψεις και άφθονο, συχνά μαύρο χιούμορ.
Έτσι και το "Καυτό Απόρρητο" (Burn after reading) σατιρίζει σε ένα πρώτο επίπεδο τις ταινίες κατασκοπείας, στο βάθος όμως παίζει με τις έμμονες ιδέες των αμερικανών, είτε πολιτικές (αν και όσο υπάρχουν) είτε άλλες (πλαστικές επεμβάσεις, κυνήγι χρήματος, εύκολου αν είναι δυνατόν, καλή φυσική κατάσταση, δικηγόροι, πλήρης άγνοια πολιτικών συνθηκών κλπ.) Ακόμα και η CIA παρουσιάζεται μάλλον ως αμήχανη σε βαθμό ανικανότητας παρά οτιδήποτε άλλο. Και βέβαια, αφού βρισκόμαστε σε ταινία των Κοέν, όλα συμβαίνουν με ιδιαίτερα κωμικούς τρόπους, με άψογους σκηνοθετικούς ρυθμούς και σφιχτό σενάριο, που σε κρατά σε όλη τη διάρκεια του φιλμ. Κυρίως όμως είναι όλη αυτή η ηλιθιότητα (των Μπραντ Πιτ και Φράνσις ΜακΝτέρμοντ βασικά, αλλά και του Κλούνεϊ, εδώ που τα λέμε, που δεν πάει και πολύ πίσω), που και εδώ κερδίζει τον τίτλο της βασικής ιδιότητας των χαρακτήρων.
Διασκέδασα ιδιαίτερα με την ταινία και επιβεβαίωσα ότι οι δημιουργοί βρίσκονται σε φόρμα (κι ας είναι τόσο διαφορετική αυτή εδώ από την βραβευμένη προηγούμενή τους).
Είναι βέβαια και το ασυνήθιστα πλούσιο καστ που κεντρίζει το ενδιαφέρον, αλλά πιστέψτε με, δεν είναι αυτός ο λόγος που σας προτείνω να την δείτε. Α, να μην το ξεχάσω: Ο Μπραντ Πιτ είναι όλα τα λεφτά ως ηλίθιος γυμναστής. Μήπως του πάνε τελικά ρόλοι ηλιθίων;
Είμαι βέβαια φαν των Κοέν και γι' αυτό ίσως και να είμαι θετικά προκατειλημένος, αλλά πιστεύω ότι εκτός από το βαρετό "Lady killers", τα δύο αδέλφια δεν έχουν κάνει ποτέ κακή ταινία.

eXTReMe Tracker