Σάββατο, Ιουλίου 30, 2016

ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Πιστό στις παραδόσεις, το μπλογκ αναχωρεί για διακοπές στη θάλασσα. Τον Αύγουστο ίσως γράψουμε για (λίγες) ταινίες, ίσως και όχι. Ποιος ξέρει; Να περάσετε όσο πιο καλά γίνεται όπου και να πάτε (ή δεν πάτε). Όπως λοιπόν ανακοίνωναν τα παλιά χειμερινά σινεμά... "Ραντεβού τον Σεπτέμβριο".

Παρασκευή, Ιουλίου 29, 2016

"ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΑΠΟ ΚΟΚΚΑΛΟ": ΕΝΑ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΤΡΟΜΟΥ

Ο S. Craig Zahler είναι πρωτοεμφανιζόμενος σαν σκηνοθέτης. Είναι όμως, όπως διαβάζω, και σεναριογράφος και μουσικός (heavy metal μάλιστα) και συγγραφέας αστυνομικών, γουέστερν και επιστημονικής φαντασίας. Το "Τσεκούρι από Κόκκαλο" (Bone Tomahawk) του 2015 κάνει την είσοδό του στο χώρο της σκηνοθεσίας σχεδόν σοκαριστική, αφού η βία του είναι τέτοια που μάλλον στις ταινίες τρόμου θα έπρεπε να το κατατάξουμε.
Σε μια απομακρυσμένη, τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ στα τέλη του 19ου αιώνα ένας ξένος κάνει την (ύποπτη) εμφάνισή του, πυροβολείται από τον σερίφη και φυλακίζεται. Τη νύχτα ο βοηθός του σερίφη, ο φυλακισμένος και η γιατρός της πόλης θα εξαφανιστούν από το κελί. Όλα δείχνουν ότι έχουν απαχθεί από μια φυλή κανίβαλων, εξαθλιωμένων ινδιάνων. Ο σερίφης, ο ηλικιωμένος δεύτερος βοηθός του, ο τραυματισμένος στο πόδι σύζυγος της γιατρού και ένας "αφ' υψηλού" τύπος, έντονα ρατσιστής, θα ξεκινήσουν για απάτητες μέχρι τότε περιοχές, ψάχνοντας το λημέρι της φριχτής φυλής, για να σώσουν τους απαχθέντες.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή η έντονη βία ξεχειλίζει από το ιδιόρρυθμο αυτό γουέστερν. Φυσικά από το φιλμ απουσιάζει κάθε ηθική και ηρωισμός. Η "Άγρια Δύση" δείχνεται πιο ανελέητη, σκληρή, βίαιη και τραχιά από ποτέ. Ο ρεαλισμός σε κάθε τι περισσεύει. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και η "ταραντινική" φλέβα, με τις συχνά άσχετες συζητήσεις των ανδρών και το υπόγειο χιούμορ (κυρίως από τον ηλικιωμένο βοηθό). Όσο για την τελική συνάντηση των "πολιτισμένων" ανθρώπων με τη φρίκη της λίθινης εποχής, ε, εκεί θα δείτε εφιαλτικές σκηνές αληθινού σπλάτερ (με κανίβαλους), που φτάνουν στα όρια του να μην αντέχονται. Πάντως σπάνια οι αμερικάνικες ρίζες (το Ουέστ δηλαδή) έχουν δειχτεί τόσο απογυμνωμένες από κάθε καλό, τόσο άγριες και αμοραλιστικές (βία, ρατσισμός, αθλιότητα...).
Η πορεία των 4 ανδρών προς την κόλαση είναι βασανιστική, γεμάτη εμπόδια και αίμα, η τελική κατάληξη ακόμα χειρότερη. Τόσο, που δεν θα σας συνιστούσα την ταινία αν δεν διαθέτετε γερο στομάχι. Ο σαρκασμός στις αντιηρωικές απαρχές της Αμερικής είναι έντονος, υπόσχομαι ότι θα παρακολουθώ τον Zahler μετά το εντυπωσιακό αυτό ντεμπούτο, αλλά... εγώ σας προειδοποίησα: Δείτε το με δική σας ευθύνη. Όπως είπα μάλλον για τρόμου (σπλάτερ) πρόκειται (ειδικά προς το τέλος) παρά για γουέστερν.

Τετάρτη, Ιουλίου 27, 2016

ΠΩΣ ΤΟ "ALIEN" ΕΓΙΝΕ "ALIENS"

Θα πω κατ' αρχή ότι η σειρά των 4 "Alien" είναι μία από τις ελάχιστες στην οποία και οι 4 ταινίες έχουν ενδιαφέρον και δεν είναι κακέκτυπα της πρώτης (ναι μεν προτιμώ την πρώτη, αλλά σε καμία περίπτωση οι συνέχειες δεν είναι κακές). Άλλωστε και οι 4 γυρίστηκαν από αξιόλογους δημιουργούς (σκοτ, Κάμερον, Φίντσερ, Ζενέ). Το 1986 λοιπόν ο πολύς James Cameron φτιάχνει τη συνέχεια του αρχικού κλασικού "Alien" του Ridley Scott με τίτλο "Aliens" (Άλιενς: Η Επιστροφή" στα ελληνικά), πάλι με τη Σιγκούρνι Γουίβερ στον βασικό ρόλο.
Η Ρίπλεϊ, ηρωίδα του πρώτου φιλμ, ξυπνά μετά από 57 χρόνια, όταν ανακαλύπτεται το σκάφος της να περιπλανιέται στο γαλαξία. Στη γη κανείς δεν πιστεύει την ιστορία της με τα εφιαλτικά εξωγήινα όντα. Κι όχι μόνο αυτό: Ο πλανήτης LV-426, όπου συνέβησαν όλα, έχει στο μεταξύ αποικιστεί. Όταν όμως η επαφή με τους αποίκους χάνεται, η Εταιρία πείθει τη Ρίπλεϊ να ξαναπάει εκεί μαζί με μια ομάδα επίλεκτων κομάντος και έναν εκπρόσωπό της (της εταιρίας). Ο εφιάλτης ξαναρχίζει, ενώ η "βεντέτα" των φριχτών πλασμάτων με τη Ρίπλεϊ / Σιγκούρνι γίνεται όλο και πιο προσωπική υπόθεση...
Όπως θα ξέρετε (ή ίσως καταλαβαίνετε) ο Κάμερον μετατρέπει την πρώτη ταινία (που ανήκει συγχρόνως στα είδη του τρόμου και της επιστημονικής φαντασίας) σε καθαρόαιμο action movie. Αυτό προσωπικά δεν με πολυενθουσιάζει, πλην όμως (Κάμερον γαρ) πρόκειται για υποδειγματική ταινία του είδους, με την αγωνία να αυξάνει κάθε λεπτό που περνά. Το θετικό είναι ότι το εξαιρετικά δαιδαλώδες, μισοσκότεινο, υγρό και συχνά κατεστραμμένο βιομηχανικό σκηνικό του σταθμού των αποίκων δημιουργεί μια έντονα κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, ενώ η απειλή παραμονεύει κυριολεκτικά από παντού (η σκηνή με τα aliens που ορμάνε ομαδικά από τους στενούς σωλήνες κόβει την ανάσα). Φυσικά ουδείς καταλαβαίνει την ακριβή τοπογραφία του πολυεπίπεδου σταθμού και πώς το ένα τμήμα επικοινωνεί ή απομονώνεται από το άλλο και πολλές από τις σκηνές δράσης μάλλον δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα, αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα και εντάσσονται στις δεδομένες συμβάσεις του είδους. Και όταν πρόκειται για καλό δείγμα του, τι να κάνουμε, τα παραβλέπουμε αυτά. Τέλος υπάρχουν και οι βολές κατά της Εταιρίας, που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η προάσπιση των οικονομικών της συμφερόντων.
Καλή και χορταστικότατη ταινία του είδους λοιπόν, κλασικό action movie, παρά το ότι φέρει την σφραγίδα των 80ς. Εγώ βέβαια, το είπα, προτιμώ σαφώς την πρώτη της σειράς, το "Alien", αλλά οι φίλοι των ταινιών δράσης νομίζω ότι θα ικανοποιηθούν, έστω και μετά τόσα χρόνια.

Σάββατο, Ιουλίου 23, 2016

ΕΝΑΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ, ΕΝΑ ΟΛΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ Η... ΣΑΟΥΔΙΚΗ ΑΡΑΒΙΑ

Καιρό είχε να μου αρέσει - σχετικά - μια ταινία του κάποτε ταλαντούχου και νυν αποπροσανατολισμένου (με την έννοια ότι κάνει εντελώς άσχετα μεταξύ τους πράγματα) γερμανού Tom Tykwer. Ευτυχώς το "Ένα Ολόγραμμα για τον Βασιλιά" του 2016 διορθώνει κάπως τα πράγματα.
Ένας αμερικάνος με πολλά οικονομικά προβλήματα, επιχειρηματικό στέλεχος, πηγαίνει στη Σαουδική Αραβία για να προσπαθήσει να πουλήσει στο βασιλιά ένα σύστημα πληροφόρησης της εταιρίας του. Εκεί όμως τα πάντα είναι μπάχαλο. Η ομάδα του βρίσκεται εγκατεστημένη σε μια... σκηνή στην έρημο με ανεπαρκή εξοπλισμό και δεν μπορεί να δουλέψει, ο σύνδεσμος που περιμένει κάθε μέρα για να συννενοηθεί δεν εμφανίζεται (γενικά είναι δύσκολο έως ανέφικτο να συννενοηθεί με οποιονδήποτε), πολύ περισσότερο δε ο ίδιος ο βασιλιάς, για τον οποίο βέβαια ουδείς γνωρίζει αν και πότε θα εμφανιστεί. Η βασανιστική αναμονή μετρέπεται σε καθαρό άγχος, οι διαρκείς επαναλήψεις του ίδιου μοτίβου (κάτι σαν τη "Μέρα της Μαρμότας") είναι συγχρόνως κωμικές και βασανιστικές και τα προβλήματα του ήρωά μας (και ιατρικά συν τοις άλλοις) πληθαίνουν... Στα μυαλό έρχεται βεβαίως και το "Χαμένοι στη Μετάφραση"...
Η ταινία είναι ένα είδος κομεντί με εξωτικά, αραβικά ντεκόρ, συγχρόνως όμως είναι αρκετά σκοτεινή και αγχωτική, οπότε υπάρχει ένας ενδιαφέρων συνδυασμός. Το βιντεοκλίπ της αρχής πάνω στο περίφημο "Once in a Lifetime" των Talking Heads είναι εξαιρετικό και ο Τομ Χανκς κρατά βέβαια μόνος του όλο το φιλμ. Το οποίο είναι ταυτόχρονα μια σάτιρα της παγκοσμιοποίησης, μια σαρκαστική ματιά πάνω στην αποτυχία του "αμερικάνικου ονείρου", μια μάλλον χιουμοριστική και σχετικά ανώδυνη ματιά σε μια από τις πιο "σκοτεινές" χώρες του κόσμου, τη Σαουδική Αραβία, με νύξεις μόνο για τη δεινή θέση της γυναίκας εκεί, μια ψυχολογική μελέτη για την κρίση και τις φοβίες της μέσης ηλικίας... και ίσως ανακαλύψετε και άλλα επίπεδα, ενώ βρήκα την ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό στοιχείο ικανοποιητική. Εντάξει, υπάρχει και το διαφαινόμενο από την αρχή love story που εξελίσσεται και το μάλλον εύκολο και προβλέψιμο τέλος, αλλά τι να κάνουμε; Είπαμε: Δεν πρόκειται για αριστούργημα. Ωστόσο το ευχαριστήθηκα και μου άρεσε και το ότι ξέφευγε αρκετά από την κλασική, χιλιοειδωμένη εξωτική κομεντί.
Σας προειδοποιώ : Αν πάτε αποκλειστικά για να γελάσετε και να περάσετε καλά, υπάρχουν αρκετές σκοτεινές και στενόχωρες πτυχές (αλκοόλ, ιατρικά, άγχος και κρίση κλπ.) Εμένα προσωπικά αυτό μου άρεσε. Εσείς αποφασίζετε.

Τετάρτη, Ιουλίου 20, 2016

Η "ΑΝΗΘΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ" ΚΑΙ Η ΠΕΡΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Ο αμφιλεγόμενος Andrian Lyne προκάλεσε σάλο με κάποιες ταινίες του στα 80ς, πήρε την κατιούσα στα 90ς και μετά εξαφανίστηκε παντελώς. Στο μεταξύ, το 1993, είχε προλάβει να κάνει το "Indecent Proposal" (Ανήθικη Πρόταση), μια δραματική / αισθηματική ταινία με καλή αρχική ιδέα και, κατά τη γνώμη μου, απογοητευτική κατάληξη.
Οι ήρωες είναι ένα πολύ ερωτευμένο ζευγάρι και έχουν το μέλλον μπροστά τους. Ξαφνικά όμως η μοίρα τραβά το χαλί κάτω από τα πόδια τους, καθώς από τη μια μέρα στην άλλη χάνουν τα πάντα από την τράπεζα εξ αιτίας μιας κρίσης στα ακίνητα (από τότε;). Τότε θα συναντηθούν τυχαία με έναν γοητευτικό δισεκατομμυριούχο και πλέιμποϊ, ο οποίος θα κάνει την απίστευτη πρόταση: Ένα εκατομμύριο δολάρια για να περάσει μια μόνο νύχτα με τη σύζυγο. Πώς θα αντιδράσει το ζευγάρι και τι θα γίνει με ηθικές αξίες, ρομαντισμό, έρωτα; Το σίγουρο πάντως είναι ότι μετά απ' αυτό η ζωή τους δεν θα είναι πια ίδια.
Η ταινία ξεκινά με σχετικό ενδιαφέρον και θέτει το ακόμα πιο ενδιαφέρον ερώτημα: Μπορεί το χρήμα να αγοράσει τα πάντα, ακόμα και την αγάπη; ("Can't buy me love", απαντούσαν κάποτε οι Beatles). Εδώ πάντως η απάντηση δεν είναι και τόσο σαφής. "Και ναι και όχι", θα αποφαινόταν κάποιος μετά το τέλος της ταινίας. Διότι η στάση και οι αντιδράσεις των τριών ηρώων αλλάζουν διαρκώς, μεταβάλλονται, όπως και οι σχέσεις τους. Τελικά πάντως ο Lyne επιλέγει την πιο ανώδυνη και "normal" λύση και όλοι είναι ευχαριστημένοι. Τα αδυσώπητα αρχικά ερωτήματα αμβλύνονται και ο ακραιφνής ρομαντισμός γλιστράει ύπουλα από τις χαραμάδες. Ο κάποτε wanabe ανατρεπτικός (ή προβοκατόρικος) σκηνοθέτης επινοεί μεν ένα προκλητικό θέμα, γρήγορα όμως βάζει νερό στο κρασί του. Αφήστε που αιωρείται και το φοβερό ερώτημα της σχέσης έρωτα και σεξ (μπορεί να υπάρχει το ένα δίχως το άλλο;)
Δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε το φιλμ. Και βρίσκω πολύ εύκολο και εξωπραγματικό τον χαρακτήρα του μεγιστάνα, που υποδύεται ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ. Φαίνεται ότι οι πλούσιοι είναι "κατά βάθος γλυκούληδες" και ξέρουν να χάνουν, αλλά εμάς μας είχε διαφύγει...
ΥΓ: Αλήθεια τώρα, τι απέγινε και γιατί χάθηκε ο Lyne;

Τρίτη, Ιουλίου 19, 2016

"FLORENCE" Ή Η ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΕΝΟΣ "ΨΩΝΙΟΥ"

Προσθήκη λεζάντας
Συμβαίνει κάποιες φορές να συμπίπτουν την ίδια χρονιά ταινίες με το ίδιο ακριβώς θεμα. Έτσι μετά τη γαλλική "Marguerite" (που απέδωσε την ιστορία σε ελευθερη διασκευή) o Steven Frears καταπιάνεται επίσης εν έτει 2015 με την απίστευτη περίπτωση της "χειρότερης τραγουδίστριας του κόσμου" στο φιλμ "Florence: Φάλτσο σοπράνο" (Florence Foster Jenkins).
 Η ομώνυμη κυρία, που έζησε μεταξύ 1868-1944 ήταν μια πλούσια αμερικάνα, παθιασμένη λάτρης της μουσικής, που πίστευε ότι είχε υπέροχη φωνή, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εντελώς φάλτσα. Το απίστευτο είναι ότι ο σύζυγος και ατζέντης της, που τη στήριζε πάντα, δωροδοκούσε κριτικούς, ενώ το υψηλής κοινωνίας κοινό έκρυβε την αλήθεια και της έδινε συγχαρητήρια, πασχίζοντας βέβαια να κρατηθεί ώστε να μη γελάσει. Έτσι τα κλειστά ρεσιτάλ που έδινε γνώριζαν μεγάλη επιτυχία. Η ταινία την βρίσκει στον τελευταίο χρόνο της ζωής της, όταν, νοιώθοντας "ώριμη", αποφασίζει να δώσει ρεσιτάλ στο Κάρνεγκι Χολ μπροστά σε 3000 κόσμο! Σε τέτοια περίπτωση δεν είναι δυνατόν να μη μαθευτεί η αλήθεια για το "τελέντο" της...
Φυσικά την ταινία κρατά η Μέριλ Στριπ, και πάλι πολύ καλή στο ρόλο της. Αλλά και οι άλλοι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί (δείτε τον Χιου Γκραντ όπως δεν τον έχετε συνηθίσει), ενώ βρήκα απολαυστικότατο τον άγνωστό μου Σάιμον Χέλμπεργκ. Ο Frears άλλωστε είναι πολύ έμπειρος και ασχολείται επί αρκετά χρόνια με τις βιογραφίες. Έτσι κρατά την ισορροπία ανάμεσα στο γέλιο (αν την ακούσεις να τραγουδά δεν μπορείς παρά να πεθάνεις από γέλιο) και στο δράμα. Πράγματι σιγά - σιγά η ευαίσθητη Φλοράνς αποκαλύπτεται ότι είναι μια μάλλον τραγική περίπτωση, σημαδεμένη από παλιά τραύματα. Ωστόσο η αθωότητά της είναι προφανής, όπως και η παθιασμένη και ειλικρινής λατρεία της για τη μουσική. Και σίγουρα δεν αντιλαμβάνεται τη γελοιότητά της. Έτσι, νομίζω ότι τελικά η συγκίνηση υπερτερεί και γενικά συμπαθείς (και λυπάσαι) την ηρωίδα. Φυσικά στην "παράξενη κι όμως αληθινή" αυτή ιστορία ενυπάρχει και η κριτική πάνω στην υποκριτική στάση της "καλής κοινωνίας" (ή την πλήρη άγνοιά τους περί μουσικής), τους κριτικούς και γενικά το ψέμα που κυριαρχεί στους ανώτερους κοινωνικούς κύκλους. Καθώς και η (δυστυχώς μάλλον αληθινή) αίσθηση ότι τελικά αν έχεις λεφτά μπορείς να αγοράσεις τα πάντα. Ακόμα και τη φήμη.
Χωρίς να είναι κάτι φοβερό (άλλωστε πρόκειται για μια μεμονωμένη, απίθανη περίπτωση), το φιλμ μου κράτησε το ενδιαφέρον και το βρήκα συμπαθητικό. Και, για να πω την αλήθεια, αυτή η "Εντ Γουντ της μουσικής" με συγκίνησε αρκετά.
ΥΓ: Ακούστε στο You Tube ηχογραφήσεις (από τις λίγες που έκανε) της αληθινής Jenkins. Δεν θα πιστεύετε στ' αυτιά σας. Σε κάθε περίπτωση πάντως θα διασκεδάσετε.

Δευτέρα, Ιουλίου 18, 2016

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΓΑΤΑΣ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΚΙΟΥ ΣΤΟ "ENEMY AT THE GATE"

Τελικά ο μεγαλεπήβολος και συχνά εντυπωσιακός Jean-Jacques Annaud έχει κάνει πολύ λίγες καλές ταινίες. Η τελευταία του που προβλήθηκε στην Ελλάδα ήταν το μακρινό 2001. Μιλάμε για το πολεμικό δράμα "Enemy at the Gates" (Εχθρός προ των Πυλών) με το καλό πρωταγωνιστικό δίδυμο Τζουντ Λο - Εντ Χάρις.
Η ιστορία διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της φριχτής και αιματηρότατης πολιορκίας του Στάλιγκραντ από τους ναζί, των οποίων η ήττα καθόρισε ίσως την τύχη του πολέμου. Καθώς οι ρώσοι υπερασπιστές της πόλης αποδεκατίζονται και το ηθικό τους βρίσκεται στο ναδίρ, η ζωή ενός αξιωματικού σώζεται από έναν νεαρό, απλό βοσκό από τα Ουράλια, ο οποίος, εκπαιδευμένος από παιδί να σκοτώνει λύκους, έχει την ικανότητα να είναι εξαιρετικός (και υπομονετικός) σκοπευτής. Ο αξιωματικός έχει τη φαεινή ιδέα να κάνει τον νεαρό ελεύθερο σκοπευτή και να τον μετατρέψει σε ήρωα, ινδάλμα για τους υπόλοιπους στρατιώτες, αλλά και για ολόκληρο τον ρωσικό λαό, καθώς οι πολεμικές επιτυχίες του γίνονται πρωτοσέλιδα, ενώ το ηθικό ανεβαίνει κατακόρυφα..Οι ναζί θα στείλουν έναν εξ ίσου άψογο σκοπευτή, αξιωματικό και αριστοκράτη, και οι δυο τους θα ξεκινήσουν ένα αγωνιώδες παιχνίδι γάτας - ποντικιού.
Τα σκηνικά της κατεστραμένης  πόλης είναι εντυπωσιακά, οι σκηνές μάχης το ίδιο, ενώ ο πάντα φιλόδοξος Annaud καταφέρνει να δημιουργήσει σασπένς, παρά τη μεγάλη διάρκεια του φιλμ, με τη "μονομαχία" των δύο ελεύθερων σκοπευτών, οι οποίοι εκμεταλλεύονται και την παραμικρή λεπτομέρεια. Άλλωστε από τις ελάχιστες λεπτομέρειες εξαρτάται η τελική νίκη - και η επιβίωσή τους. Βρήκα ενδιαφέρουσα τη διαδικασία μετατροπής ενός καλού στρατιώτη σε ήρωα και πολεμική διασημότητα, καθώς και την κατάδειξη του ψυχολογικού παράγοντα, του ηθικού, στην έκβαση μιας μάχης ή και ενός ολόκληρου πολέμου. Φυσικά ο Annaud δεν παραλείπει να τονίσει την βάναυση συμπεριφορά των "ανωτέρων κλιμακίων" κομμουνιστών στους στρατιώτες (και τον λαό) και γενικότερα τη σκληρότητα του σταλινικού καθεστώτος (ο Μπομπ Χόσκινς μάλιστα ερμηνεύει έναν Χρουστσόφ στα όρια της καρικατούρας). Από ιστορική άποψη διαβάζω μάλλον κακά λόγια, αν και αυτό προσωπικά δεν με ενδιαφέρει τόσο. Δεν θα μάθω ιστορία από το σινεμά. Σημειώστε ότι ο ήρωας του φιλμ είναι υπαρκτό πρόσωπο. Από την άλλη βρήκα αφελή και εύκολη την προσθήκη ενός love story και τη σύγκρουση για μια γυναίκα των δύο ρώσων.
Συνολικά το φιλμ, παρά τις σεναριακές του αδυναμίες, νομίζω ότι κρατά τον θεατή και πιθανόν να αρέσει στους φίλους των πολεμικών ταινιών. Πάντως, από εκεί και πέρα, αγνοώ πλήρως τη δουλειά του Ανό (έχει γυρίσει άλλες 4 ταινίες).

Παρασκευή, Ιουλίου 15, 2016

"EURO TRIP" : ΜΙΑ ΜΑΛΛΟΝ ΧΑΖΗ ΣΑΤΙΡΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΩΝ

Το "EuroTrip" (2004) του τηλεοπτικού Jeff Schaffer είναι μία από τις λίγες απόπειρές μου να δω σύγχρονη αμερικάνικη "νεανική κωμωδία". Και, δυστυχώς, επιβεβαίωσε τους φόβους μου για το υποείδος αυτό (εννοείται ότι εξαιρέσεις υπαρχουν πάντα και παντού, η συγκεκριμένη ταινία όμως δεν νομίζω ότι είναι μία απ' αυτές).
Αμέσως μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο ένας νεαρός αμερικανός αποφασίζει να ταξιδέψει στην Ευρώπη για να βρει την γερμανίδα αγαπημένη του δια e mail (όπως παλιά θα λέγαμε "δι' αλληλογραφίας", δηλαδή δεν την έχει δει ποτέ ζωντανά), με την οποία έχει χωρίσει από ένα λάθος. Τον συνοδεύουν, σχεδόν ακούσια, ένας "έξω καρδιά" (βλέπε ηλίθιος) συμμαθητής του, του οποίου ο νους είναι μονίμως στο σεξ, και δύο δίδυμα (αγόρι και κορίτσι), επίσης συμμαθητές. Όλοι αυτοί οι διαφορετικοί μεταξύ τους τύποι θα περιπλανηθούν σε κάμποσες χώρες της Ευρώπης, αφού από την αρχή όλα τους πάνε στραβά και δεν καταφέρνουν να φτάσουν αμέσως στη Γερμανία όπως προγραμμάτιζαν. Έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να ρίξουμε τη σατιρική ματιά μας σε διάφορα ευρωπαϊκά έθνη.
Το φιλμ βασίζεται κυρίως σε χοντρά αστεία και γκαγκς: Σεξουαλικής φύσης ως επί το πλείστον, αλλά και παρεξηγήσεις και λάθη και καφρίλες και άλλα σχετικά. Σε κάποιες στιγμές υπάρχουν και αστεία ή αστείες καταστάσεις που βγάζουν αρκετό γέλιο, φοβάμαι όμως ότι αυτές είναι λίγες. Όσο για το σενάριο - με τον εξωπραγματικό, ρομαντικό, μέσω e mail πλην όμως ακατανίκητο έρωτα και τη σειρά από απιθανότητες που συμβαίνουν στους ήρωες, είναι μου φαίνεται τραβηγμένο απ' τα μαλλιά  (σκεφτείτε τη σκηνή με τον πάπα, που είναι αδύνατο να συμβεί, αν και μου φάνηκε από τις σχετικά αστείες) για να βγάλει υποτίθεται γέλιο πάσει θυσία. Χειρότερο βέβαια είναι το χιούμορ με τους ευρωπαίους: Όλοι τους είναι κάτι σαν καρικατούρες, που ενσαρκώνουν την γενική και πρόδηλη εικόνα που έχει ο (πολύ) "μέσος άνθρωπος" (βλέπε αμερικάνος) για κάθε λαό της Γηραιάς Ηπείρου. Έτσι οι ευρωπαίοι είναι συνήθως αγροίκοι, σεξουαλικά διεστραμένοι με ποικίλους τρόπους, ναζί και άλλα τέτοια. Το πράγμα είναι τόσο καρικατουρίστικο, που αγγίζει τα όρια ενός ιδιότυπου ρατσισμού. Γενικά, αυτό που βγαίνει ανάγλυφα είναι η χονδρειδής εικόνα για την Ευρώπης και τους μύθους της που κουβαλά στο μυαλό του ο μέσος αμερικάνος.
ΟΚ, το είδα, ομολογώ ότι διασκέδασα και γέλασα σε κάποια σημεία (μόνο σε κάποια σημεία ξαναλέω), σίγουρα πάντως δεν είναι το είδος κωμωδίας που προτιμώ. Το θεωρώ πολύ χοντρό και απλοϊκό, για τα γούστα μου τουλάχιστον.

Πέμπτη, Ιουλίου 14, 2016

"THE BIG TREES" : ΜΕΤΡΙΟ, ΑΛΛΑ ΠΡΩΙΜΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

Φυσικά και αγνοούσα τον Felix E. Feist (1910-1965), έναν από τους πολλούς άγνωστους σκηνοθέτες που - μάστορες περισσότερο παρά αληθινοί δημιουργοί - εδραίωσαν την εικόνα του αμερικάνικου σινεμά (εννοείται παράγοντας συχνά σαβούρες, θεμελιώνοντας όμως διάφορα χαρακτηριστικά είδη του). Το "The Big Trees" είναι ένα μέτριο, νομίζω, γουέστερν, γυρίστηκε το 1952 και έχει πρωταγωνιστή τον Κερκ Ντάγκλας.
Ο ήρωας είναι ένας αδίστακτος απατεώνας, που ασχολείται κυρίως με την ξυλεία. Χρησιμοποιώντας την προσωπική του γοητεία και τις χειριστικές του ικανότητες, δεν διστάζει να οικειοποιηθεί χρήματα άλλων προκειμένου να προωθήσει τα δικά του οικονομικά συμφέροντα. Κάποια στιγμή θα βάλει στο μάτι τις γιγάντιες και υπεραιωνόβιες σεκόγιες της Καλιφόρνια. Βλέπετε, από ένα και μόνο τέτοιο κολοσσιαίο δέντρο θα μπορούσαν να χτιστούν πολλά σπίτια, οπότε συμφέρει. Στην περιοχή όμως κατοικεί μια κοινότητα ειρηνικών Κουάκερων (μια χριστιανική αίρεση, κάτι σαν τους Μορμόνους και άλλους παρόμοιους), οι οποίοι θεωρούν τα επιβλητικά δέντρα σχεδόν ιερά, κάπως σαν απόδειξη της ύπαρξης του θεού και, φυσικά, θα εναντιωθούν στα σχέδιά του.
Είπα από την αρχή ότι η ταινία είναι μέτρια. Οι σκηνές δράσης είναι μάλλον αστείες και αδέξια σκηνοθετημένες, αλλά σημαντικότερο πρόβλημα είναι οι ραγδαίες και αδικαιολόγητες αλλαγές χαρακτήρων από "κακούς" σε "καλούς" και αντιστρόφως. Ειδικά η σχεδόν άμεση μετατροπή του αρχικού αδίστακτου καθάρματος σε τύπο που θυσιάζει τα πάντα για να βοηθήσει την κοινότητα φαίνεται απίστευτη. Το στοιχείο όμως που κάνει το φιλμ κάπως να ξεχωρίζει είναι ότι διαθέτει μία πρώιμη οικολογική ματιά : Τα δέντρα δεν πρέπει να κοπούν (κόντρα σε κάθε οικονομικό συμφέρον) απλώς διότι είναι πανέμορφα, επιβλητικά, είναι το μεγαλείο της φύσης προσωποποιημένο. Βεβαίως η ματιά αυτή εδώ υπάρχει για καθαρά θρησκευτικούς λόγους, αλλά μιλάμε για μια εποχή που ο όρος οικολογία ήταν άγνωστος. Οπότε, έστω και έτσι, το όλο πράγμα έχει την αξία του. Εξ άλλου γινόμαστε μάρτυρες μιας (μάλλον ακούσιας) άγριας κόντρας του στυγνού καπιταλισμού που δεν σταματά μπροστά σε τίποτα με το συμφέρον της κοινότητας, πράγμα τόσο επίκαιρο, δυστυχώς, σήμερα... Φυσικά η ταινία δεν φαντάζομαι ότι είχε την παραμικρή συνειδητή πολιτικής φύσης βλέψη, να όμως που καμιά φορά "από μικρό κι από τρελό"...

Τετάρτη, Ιουλίου 13, 2016

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΡΟΥΣΟΥΖΗ "ΚΥΡΙΟΥ ΟΒΕ"

Το έχουμε δει πολλές φορές στο σινεμά, σε ποικίλες παραλλαγές: Ο μίζερος, γρουσούζης, καυγατζής και άλλα τέτοια (συνήθως) ηλικιωμένος κύριος, που (συνήθως) ζει μόνος και, παρά τη μισητή επιφάνεια "κατά βάθος έχει χρυσή καρδιά". Ιδού λοιπόν και μια σουηδική παραλλαγή: "Ο κύριος Όβε" (En man som hete Ove) του 2015 του Hannes Holm διαθέτει όλα τα παραπάνω στοιχεία.
Ο ομώνυμος 60χρονος ήρωας έχει σχετικά πρόσφατα χάσει την αγαπημένη του γυναίκα, το μόνο πλάσμα που λάτρευε, και είναι ο απόλυτος γρουσούζης (σε υπερβολικό βαθμό). Κακός και αγενής με τους πάντες, μοιάζει να μισεί όλον τον κόσμο. Είναι κάτι σαν διαχειριστής σε ένα περιφραγμένο συγκρότημα κατοικιών, κλειστό θαρρείς από τον έξω κόσμο. Και μια μικρή λεπτομέρεια:  ο κ. Όβε κάθε λίγο προσπαθεί ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Την μίζερη αυτή ρουτίνα θα διαταράξει η άφιξη μιας φασαριόζικης οικογένειας απέναντι, που αποτελείται από ένα ζεύγος με σουηδό σύζυγο, ιρανή μητέρα και ένα κοριτσάκι. Όπως καταλαβαίνετε, πολλά θα αλλάξουν.
Φυσικά πρόκειται για φιλμ που ισορροπεί ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, κατά τη γνώμη μου πετυχημένα. Σε διαρκή φλας μπακ βλέπουμε ολόκληρη τη ζωή του Όβε, ο οποίος, για να πούμε την αλήθεια, από μικρός ήταν παράξενος και κλειστός, και τη σχέση με την υπέροχη σύζυγό του, και, σταδιακά, διάφορα μυστικά αποκαλύπτονται. Στο τέλος το φιλμ διαθέτει χώρο και για τη συγκίνηση.
Εκτός του ότι παρακολουθείται ευχάριστα και πετυχαίνει την ισορροπία που είπαμε, κάνει και κριτική (ή σάτιρα) στον "βόρειο", άνετο μεν, αλλά απόλυτα τακτοποιημένο και τυποποιημένο, απόλυτα "λογικό" και, τελικά, στεγνό τρόπο ζωής, φέρνοντάς τον σε αντίθεση με τον συναισθηματικό, εκρηκτικό και "τσαπατσούλικο" νότιο (ή/και τριτοκοσμικό) τρόπο. Μιλά επίσης για τα θέματα της μοναξιάς και της απώλειας, που επιτείνονται από τον ψυχρό τρόπο ζωής που προαναφέραμε. Επίσης τα εκτεταμένα φλας μπακ δίνονται αρκετά στυλιζαρισμένα, αποτελούν μια επίτηδες "τραβηγμένη" ιστορία και διαθέτουν ένα ανεπαίσθητο είδος (σχεδόν) σουρεαλισμού. Τέλος ο πρωταγωνιστής Ραλφ Λάσγκαρντ είναι πολύ καλός και στηρίζει το φιλμ.
Καλά όλα αυτά (αν και πολυειδωμένα), επιτρέψτε μου όμως να γκρινιάξω: Μέχρι πότε όλοι αυτοί οι γρουσούζηδες γερο - παράξενοι θα είναι "κατά βάθος καλοί"; Θέλω να πω ότι ο συγκεκριμένος δεν είναι απλά ενοχλητικός επιφανειακά. Αγγίζει τα όρια του φασισμού. Εθνικιστής (η Σουηδία πάνω απ' όλα), ξενοφοβικός, ομοφοβικός, δεν συμπαθεί τα ζώα... Τι άλλο θέλετε; Γενικά ιδεολογικά είναι το άκρο άωτο της συντήρησης. Με προβληματίζει λίγο το αν τύποι σαν κι αυτόν πρέπει τελικά να δικαιώνονται. Παρά το όποιο background τους.

Δευτέρα, Ιουλίου 11, 2016

"ΟΙΩΝΟΣ" : ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΠΕΡΙ ΧΑΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΞΑΝΑΚΕΡΔΙΣΜΕΝΗΣ ΠΙΣΤΗΣ(!)

Τελικά νομίζω ότι ο M. Night Shyamalan έχει κάνει μόνο μία απόλυτα ικανοποιητική ταινία, την "6η Αίσθηση". Και κάποια άλλα του μου άρεσαν σχετικά, αλλά... Όσο για τον "Οιωνό" (Signs) του 2002, ε, αυτό μπορώ να πω ότι είναι η χειρότερή μου (ιδεολογικά τουλάχιστον).
Ένας χήρος, πρώην ιερέας που τώρα έχει χάσει την πίστη του, ζει στην σχετικά απομονωμένη φάρμα του με τον αδελφό του και τα δύο μικρά παιδιά του. Κάποια στιγμή στη φυτεία με τα καλαμπόκια του εμφανίζονται μυστηριώδη, περίεργα σύμβολα. Από την τηλεόραση μαθαίνουν ότι παρόμοια φαινόμενα συμβαίνουν σε ολόκληρο τον κόσμο. Σύντομα όλοι αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για εξωγήινη εισβολή.
Κατ' αρχήν θα πω ότι στο μεγαλύτερό της μέρος η ταινία παρακολουθείται κατά τη γνώμη μου ευχάριστα και καταφέρνει να δημιουργεί σασπένς. Το άλλο θετικό είναι ότι μιλά για μια παγκόσμια εξωγήινη εισβολή δίχως να χρησιμοποιεί ούτε ένα εφέ, δίχως τη λογική των διαφόρων "Ημερών Ανεξαρτησίας". Αντιμετωπίζει το θέμα αυτό σχεδόν σαν θρίλερ δωματίου - και καταφέρνει αρκετά να δημιουργήσει ανατριχίλες. Καλό λοιπόν το μέρος της σκηνοθεσίας. Το σενάριο όμως τι το ήθελε;
Πάμε λοιπόν στα αρνητικά. Κατ' αρχήν - πέραν του μοτίβου της εισβολής - πρόκειται στην ουσία για ένα χριστιανικό φιλμ, που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει χρηματοδοτηθεί από τις εταιρίες που παράγουν κατά κόρον τέτοια στην Αμερική, και γνωρίζουν και επιτυχία (μόνο εκεί εννοείται). Το θέμα που υποβόσκει διαρκώς είναι αυτό της πίστης στο Θεό, αν αυτή έχει νόημα, αν υπάρχουν "αποδείξεις" για να στηριχτεί κλπ. Τελικά (αλοίμονο τώρα) η πίστη θα ξαναβρεθεί με ένα επιχείρημα επιεικώς ηλίθιο - κατά την προσωπική μου γνώμη πάντα. Και το ίδιο αφελές είναι κι αυτό που συμβαίνει με την εισβολή που λέγαμε, το περίφημο "γύρισμα", η "μεγάλη έκπληξη" που πάντα επιφυλάσσει ο Shyamalan στο τέλος των ταινιών του. Στο συγκεκριμένο φιλμ η αφέλεια χτυπάει κυριολεκτικά κόκκινο. Δυστυχώς δεν μπορώ να συζητήσω άλλο τους παραπάνω ισχυρισμούς μου, διότι θα ήταν κάτι παραπάνω από spoiler.
Εν κατακλείδει σπάνια έχω δει ταινία τόσο ευχάριστη αρχικά, με τόσο ηλίθιο και απογοητευτικό τέλος. Ουφ!
ΥΓ: Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε με τη γραμματοσειρά, που δεν αλλάζει με τίποτα. Τα computer είναι του διαβόλου, βλέπετε, αφείστε που μπορεί να τα κατευθύνουν οι γνωστοί εξωγήινοι...

Κυριακή, Ιουλίου 10, 2016

Η ΕΦΙΑΛΤΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ ΤΟΥ "GUMMO"

Δεν ξέρω αν είσαστε εξοικειωμένοι με ταινίες του Larry Clark (όπως το "Kids" για παράδειγμα) και αν μπορείτε να αντέξετε το σινεμά αυτού του είδους. Σεναριογράφος αρχικά της παραπάνω ταινίας, ο Harmony Korine γυρίζει το 1997 το πρώτο του φιλμ, το περιβόητο "Gummo", οδηγώντας το πράγμα σε ακόμη πιο σοκαριστικά άκρα.
Τι ακριβώς είναι το "Gummo"; Ένα φιλμ δίχως υπόθεση, σχεδόν πειραματικό, δίχως γραμμική αφήγηση, που απαρτίζεται από σκόρπιες, τυχαία βαλμένες θαρρείς, σχεδόν πάντοτε όμως ενοχλητικές σκηνές, που η αισθητική τους και η "βρώμικη" φωτογραφία παραπέμπουν σε ντοκιμαντέρ. Όλα συμβαίνουν σε μια πόλη του Οχάιο που χτυπήθηκε από τυφώνα, με αποτέλεσμα να χαθούν οι μισοί κάτοικοι και να καταστραφεί η μισή πόλη. Το φιλμ παρακολουθεί τις ζωές διαφόρων κατοίκων, εφήβων κυρίως - αλλά και των μεγαλύτερών τους, των οποίων οι ποικίλες συμπεριφορές είναι τουλάχιστον σοκαριστικές. Στο επίκεντρο δυο έφηβοι φίλοι με απόλυτα παραβατική ζωή: Σκοτώνουν γάτες, σνιφάρουν κόλα, κάνουν έρωτα με μια καθυστερημένη, την οποία εκπορνεύει ο σύζυγός της... για να αναφέρουμε μερικά μόνο. Το κοινωνικό τους περιβάλλον μοιάζει να αποτελείται αποκλειστικά από τέρατα: Μια νεαρή καθυστερημένη, ένας μαύρος νάνος, ένα 12χρονο τραβεστί, ένα αγόρι ντυμένο μόνιμα ... ροζ κουνέλι... για να αναφέρουμε και πάλι μερικούς μόνο απ' αυτούς. Η συμπεριφορά των πάντων είναι - για να το χαρακτηρίσουμε με μια λέξη - μηδενιστική.
Με μια λέξη επίσης θα προσπαθήσω να χαρακτηρίσω την ταινία: Ενοχλητική (θα μπορούσα να πω απωθητική). Όλοι πασχίζουν να διασκεδάσουν με τρόπους από κοινωνικά απαράδεκτους έως απλώς ανεγκέφαλους. Το όλο περιβάλλον μοιάζει με κόλαση κατοικημένη από τέρατα. Κανένας δεν ενστερνίζεται την παραμικρή αξία. Εμείς παρακολουθούμε απλώς σκόρπιες, ασύνδετες φάσεις από τις μίζερες (εφιαλτικές καλύτερα) ζωές τους. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την έντονη αίσθηση ντοκιμαντέρ, κάνουν αυτό που αρχικά χαρακτήρισα σαν σημαντικότερη αίσθηση που αφήνει η παρακολούθηση της ταινίας: Απώθηση.
Ίσως ο Korine προσπαθεί να καταγράψει τον απόλυτο "πάτο" της Αμερικής. Ίσως πάλι να επινοεί ό,τι πιο νοσηρό - και καθημερινό ταυτόχρονα - μπορεί για να ενοχλήσει, δρώντας έτσι ως προβοκάτορας. Όποια κι αν είναι η πρόθεσή του, ο θεατής για το μόνο που είναι σίγουρος είναι ότι δεν θα ήθελε να ζει σ' αυτό το μέρος. Έτσι λοιπόν την ταινία ή τη μισείς βαθύτατα (πολλοί μάλιστα θα τη σταματήσουν στη μέση δίχως καν να τη δουν ολόκληρη) ή θαυμάζεις το θράσος, την τόλμη και τον απόλυτο μηδενισμό της (ηθικές αξίες; Τι διάβολο είναι αυτό;) Διαλέγετε και παίρνετε. Ό,τι και να αποφασισετε πάντως, δείτε το με δική σας ευθύνη. Αν αηδιάσετε, εγώ σας προειδοποίησα.

Παρασκευή, Ιουλίου 08, 2016

ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΣΚΟΤΕΙΝΟ "ΠΕΙΡΑΜΑ"

Ο Dan Turner είναι βρετανός και γυρίζει την πρώτη του ταινία "Experiment" το 2005 στην Τσεχία, στην Πράγα συγκεκριμένα. Η ταινία είχε επιτυχία σε φεστιβάλ και πέτυχε διεθνή διανομή. Πρόκειται για ένα πραγματικά σκοτεινό θρίλερ, με τέλος που νομίζω ότι δεν θα τολμούσε να επιλέξει χολιγουντιανή ταινία του είδους.
Μια γυναίκα περιπλανιέται στους δρόμους της Πράγας δίχως μνήμη, δίχως να ξέρει ποια είναι και τι κάνει εκεί. Κάποια στιγμή συναντά έναν άντρα που μοιάζει να πάσχει από το ίδιο ακριβώς σύνδρομο. Σχεδόν από την αρχή μαθαίνουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι αντικείμενα ενός μυστηριώδους πειράματος και παρακολουθούνται / κατευθύνονται από ένα κρυφό υπόγειο χώρο, όπου κάποιοι (πολύ λίγοι) χειρίζονται τους υπολογιστές που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά τους. Σιγά - σιγά οι δύο άνθρωποι θα αρχίσουν να μαθαίνουν κάποια στοιχεία για το τι τους συμβαίνει. Μπορούν όμως να αντιδράσουν;
Θρίλερ με στοιχεία τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, το φιλμ είναι ιδιαίτερα σκοτεινό σαν γενική διάθεση και δεν κάνει καμιά παραχώρηση σε χάπι εντ και άλλες σχετικές ευκολίες. Το σασπένς και το μυστήριο είναι νομίζω αρκετά για να κρατήσουν τον θεατή, ενώ ενυπάρχει ο έντονος προβληματισμός για τον έλεγχο των ανθρώπων από άλλους - και τη χρησιμοποίησή τους για τους σκοπούς άλλων. Θα επισημάνω επίσης την καλή μουσική που ντύνει τις σκοτεινές εικόνες του φιλμ.
Δεν το θεωρώ αριστούργημα, το βρήκα όμως αρκετά ενδιαφέρον ή τουλάχιστον περισσότερο ενδιαφέρον από πολλά αμερικάνικα και παντελώς άνοστα θρίλερ τρόμου που έρχονται από τις ΗΠΑ και έχουν πραγματικά ρίξει πολύ χαμηλά τον πήχυ του είδους. Και, σημαντικό κι αυτό νομίζω, είναι το ότι πρόκειται για μια εντελώς low budget ταινία, που για μια ακόμα φορά αποδεικνύει ότι τα πολλά λεφτά και τα εντυπωσιακά εφέ σε καμιά περίπτωση δεν αρκούν για να φτιαχτεί μια καλή ταινία. Η έμπνευση είναι αυτό που χρειάζεται.

Τετάρτη, Ιουλίου 06, 2016

"BFG" ΚΑΙ ΤΥΠΙΚΗ Α ΛΑ ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ ΓΛΥΚΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΚΟΤΗΤΑ

Ο Steven Spielberg, μετά τη "σοβαρή" "Γέφυρα των Κατασκόπων", επιστρέφει σ΄αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα απ' όλα (και ίσως απ' όλους): Στα γλυκά, τρυφερά, ενίοτε συγκινητικά παραμύθια, που βλέπονται από μικρούς και μεγάλους και περιέχουν και τα θετικά τους μηνύματα. Σ΄ αυτά ακριβώς ανήκει το "The BFG" (Ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας) του 2016, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του μεγάλου παραμυθά Roald Dahl.
Ένας γίγαντας ύψους 7 μέτρων απάγει τη μικρή Σόφι από το ορφανοτροφείο όπου ζει ("αναγκάζεται" να την απαγάγει επειδή τον είδε, ενώ αυτός πρέπει να παραμένει αόρατος όταν βρίσκεται στην πόλη) και τη μεταφέρει στη μαγική και ονειρική Γιγαντοχώρα. Εκεί όλα είναι υπέροχα... εκτός από τους άλλους, πολύ μεγαλύτερους και δυνατότερους γίγαντες από τον δικό μας, οι οποίοι - σε αντίθεση μ' αυτόν - τυχαίνει να είναι φανατικά ανθρωποφάγοι. Μια περιπέτεια με αρκετό σασπένς ξεκινά, αλλά και μια βαθιά φιλία ανάμεσα στον γίγαντα και το κοριτσάκι.
Ο Spielberg ξέρει καλά, βεβαίως, να στήνει μια εντυπωσιακή, θεαματική και μαγική ατμόσφαιρα - στην Γιγαντοχώρα κυρίως. Άψογα ψηφιακά εφέ και πολλή φαντασία συντελούν σ' αυτό και σε μερικές σκηνές απογειώνουν το φιλμ. Ταυτόχρονα για μια ακόμα φορά ασχολείται με τα προσφιλή του θέματα (τα οποία βεβαίως είναι και πολύ μόδα στον σύγχρονο αμερικάνικο κινηματογράφο): Την αποδοχή της διαφορετικότητας: (και οι δύο ήρωες είναι ένα είδος απόκληρων στους κόσμους τους), και το θέμα της φιλίας, μιας φιλίας που μπορεί να ανθίσει παρά τις τερατώδεις σωματικές διαφορές των δύο. Ταυτόχρονα το φιλμ παραμένει γλυκό, τρυφερό, γεμάτο παιδικότητα και χιούμορ - δίχως, όπως είπαμε, να ενοχλεί τους μεγάλους. Ωστόσο προς το τέλος, όταν εμπλέκεται στην ιστορία η βασίλισσα της Βρετανίας, το όλο πράγμα κάνει κατά τη γνώμη μου κάποια κοιλιά ή μάλλον πλημμυρίζει από υπερβολική αφέλεια (όσο κι αν μιλάμε για παραμύθι, έχοντας στο μυαλό τον σύγχρονο κόσμο, δεν μπορώ να φανταστώ αυλικούς, πολιτικούς και κυρίως στρατιωτικούς, να φέρονται με τόσο υπέροχο τρόπο στον "διαφορετικό" γίγαντα. Μου φαίνεται τόσο εξωπραγματικό... Βλέπετε, όταν η φαντασία απογειώνεται και δημιουργεί κάθε λογής καινούριους κόσμους, τα πάντα είναι αποδεκτά. Όταν όμως στη φαντασία παρεισφρύουν ρεαλιστικά στοιχεία, στοιχεία της πραγματικότητας - κυριολεκτικά, όχι αλληγορικά ή μεταφορικά - και αυτά δείχνονται τόσο διαφορετικά απ' όσο είναι, τότε το πράγμα μου φαίνεται ότι "κλωτσάει").
Γενικά πάντως είδα την ταινία ευχάριστα, απόλαυσα για μια ακόμα φορά το θέαμα και την γλυκύτητα (υπερβολική πάντως, είναι γεγονός ότι θα την προτιμούσα πιο σκοτεινή) του κατ' εξοχή παραμυθά του σινεμά, αλλά έφυγα με την αίσθηση της επανάληψης. Νομίζω ότι ο Spielberg εξακολουθεί ως ένα βαθμό να είναι μαγικός, πολύ φοβάμαι όμως ότι δεν θα καταφέρει ποτέ να μας μαγέψει με τον ίδιο τρόπο που μπορούσε κάποτε...

Δευτέρα, Ιουλίου 04, 2016

"REVOLVER" Ή ΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ ΤΗΣ ΑΜΠΕΛΟΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

"Αν δεις μια ταινία του Guy Ritchie είναι σα να τις έχεις δει όλες" μου έχουν πει αρκετοί σε συζητήσεις - και μάλλον συμφωνώ. Ναι, αλλά τουλάχιστον αυτή η επανάληψη είναι, αν μη τι άλλο, διασκεδαστική. Εκτός, κατά τη γνώμη μου, από το "Revolver" του 2005. Αυτό είναι μόνο κουραστικό.
Ένας σούπερ τύπος βγαίνει μετά από 7 χρόνια από τη φυλακή (από την απομόνωση μάλιστα). Στο μυαλό του κυριαρχεί η σκέψη να εκδικηθεί αυτόν που τον έστειλε εκεί, έναν βίαιο και στα όρια της παράνοιας ιδιοκτήτη καζίνου. Ο ήρωάς μας, που ξέρει πολύ καλά να περιμένει, κερδίζει πολλά λεφτά από τον τζόγο και μετά δύο χρόνια ξαναπιάνει το σχέδιο εκδίκησης. Τότε συμβαίνουν διάφορα: Από γιατρούς μαθαίνει ότι του έχουν απομείνει τρεις μόλις μέρες ζωής, ο εχθρός του δίνει εντολή στους ανθρώπους του να τον σκοτώσουν, ενώ δύο άγνωστοι, μυστηριώδεις τύποι, μοιάζουν να τον προστατεύουν διαρκώς - με το αζημείωτο όμως. Από εκεί και πέρα... μπάχαλο.
Ο Ritchie χρησιμοποιεί κι εδώ βέβαια το εντυπωσιακό στιλ σκηνοθεσίας που ξέρουμε πολύ καλά (επαναλαμβανόμενο πάντως, όπως λέγαμε στην αρχή), φτιάχνει μια σκοτεινή ατμόσφαιρα, βάζει τους ηθοποιούς να μιλούν ψιθυριστά και υποβλητικά (υποτίθεται), χρησιμοποιεί μέχρι τελικής πτώσης διάφορες διαρκώς επαναλαμβανόμενες βαρύγδουπες και με βαθύ (υποτίθεται πάλι) νόημα ατάκες, μας πρήζει με το σκάκι και τη φιλοσοφία του... και μετά τα μισά κάνει και μια κωλοτούμπα και η "γκαγκστερική" αρχικά ταινία παίρνει μια σχεδον μεταφυσική τροπή. Μάλιστα. Ταυτόχρονα όμως πλήθος από προβλήματα συσσωρεύονται: Το σενάριο γίνεται όλο και πιο μπερδεμένο και με κενά, ίσως και ακατανόητο και οι "φιλοσοφικές" ατάκες  πολλαπλασιάζονται σε βαθμό κακουργήματος, για να καταλήξουμε σε φιλοσοφικό - αυτοψυχαναλυτικό ή δεν ξέρω τι άλλο τέλος, που το βρήκα πραγματικά για κλάματα.
Ξέρετε το συνηθέστατο στο σινεμά "κόλπο" όπου στο μυαλό του ήρωα κάποια στιγμή επαναλαμβάνεται (που σημαίνει ότι εκείνος θυμάται) μια πολύ σύντομη σκηνή ή/και ατάκα που έχουμε ξαναδεί/ ξαναακούσει σε προηγούμενο μέρος του φιλμ, η οποία θα παίξει καθοριστικο ρόλο στο παρόν. Ε, λοιπόν, δεν έχω ξαναδεί ποτέ τόσο συχνή χρήση αυτής της αφηγηματικής τεχνικής. Κάθε τρεις και λίγο σκηνές ή ατάκες από την αρχή του φιλμ επεναλαμβάνονται κατά τη διάρκειά του. Γενικά δεν έχω ξαξαδεί τόσες αμπελοφιλοσοφίες και "πλήρη νοήματος" υποτίθεται τσιτάτα μαζεμένα σε μια ταινία, να πέφτουν βροχή. Τι να πω...
Ας μη σας κουράζω άλλο. Κατά την προσωπική μου γνώμη πρόκειται για τη χειρότερη ταινία του συνήθως διασκεδαστικού Ritchie.

Παρασκευή, Ιουλίου 01, 2016

ΑΠΟΛΥΤΑ ΚΑΘΩΣ ΠΡΕΠΕΙ, ΑΛΛΑ... ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ "ΦΑΜΙΛΙΑ"

Αν και γνωρίζω σχετικά λίγα γι' αυτό, το αργεντίνικο σινεμά μας έχει δώσει κατά καιρούς αξιόλογα δείγματα. Ένας από τους γνωστούς σκηνοθέτες του, ο Pablo Trapero, γυρίζει το 2015 την ανατριχιαστική "Φαμίλια" (El Clan), βασισμένη (για να κάνει χειρότερα τα πράγματα) σε αληθινή ιστορία της δεκαετίας του 80.
Τι θα λέγατε αν μια καθ' όλα αξιοσέβαστη μεσοαστική οικογένεια (πατέρας, μητέρα, 4 παιδιά) λειτουργεί σαν εγκληματική, αιμοσταγής συμμορία; Εγκέφαλος είναι ο πατέρας, βοηθός του ο μεγάλος γιος (και αργότερα και ο δεύτερος), ενώ η μητέρα γνωρίζει τα πάντα (οι δύο κόρες είναι μικρές ακόμα). Αυτοί λοιπόν απάγουν πλούσιους (νεαρούς κυρίως, αλλά όχι μόνο), τους κρατάνε κλεισμένους στα ασφαλή υπόγεια του σπιτιού, παίρνουν τα υψηλά λίτρα που απαιτούν και στη συνέχεια, αδίστακτα, εκτελούν τους απαχθέντες. Βέβαια ο πατέρας γνωρίζει καλά το "know how", αφού είχε στενές σχέσεις με το αιμοσταγές φασιστικό καθεστώς που κυβερνούσε τη χώρα μέχρι το 1982, όπου συμμετείχε σε απαγωγές "εξαφανισμένων" πολιτικών αντιπάλων. Απλώς, μετά την πτώση της χούντας και τον εκδημοκρατισμό, συνέχισε, αυτή τη φορά για προσωπικό του όφελος.
Η ταινία σοκάρει όχι με σκηνές βίας ή σπλάτερ (ελάχιστα τέτοια δείχνονται), αλλά με την καθησυχαστική, καθημερινή, συντηρητική, απόλυτα "καθώς πρέπει" και αξιοσέβαστη επιφάνεια που καλύπτει την οικογένεια. Και γίνεται εφιαλτική τόσο με την φοβερή ψυχρότητα, την απόλυτη πίστη ότι όλα γίνονται "για το καλό της οικογένειας και το μέλλον των παιδιών" του πατέρα όσο και με την απόλυτη έλλειψη κάθε ηθικού ενδοιασμού ενός ανθρώπου τυπικού, που ανησυχεί για την έξωθεν εικόνα της φαμίλιας, για το τι θα πουν οι άλλοι, που σκουπίζει κάθε πρωί το πεζοδρόμιο μπροστά στο μαγαζί του... 
Φυσικά η ταινία μπορεί να θεωρηθεί και ως ένα είδος αλληγορίας για το τι μπορεί να κρύβεται κάτω από μια τόσο λουστραρισμένη και άψογη εικόνα, όσο και ως πολιτικό σχόλιο για τις σχέσεις φασισμού και ανθρώπινης ηθικής, για την πολιτική διαπλοκή (ύποπτες σχέσεις συνέχισαν φυσικά να υπάρχουν και μετά τον εκδημοκρατισμό, καθώς για μια ακόμα φορά κάθαρση σε βάθος δεν έγινε), αλλά και μια καταγγελία της κάθε είδους  απληστίας, ακόμα κι αν αυτή μεταφράζεται στην ανάγκη να "ανέβουμε" κοινωνικά. Ταυτόχρονα, με διακριτικό τρόπο, καταγράφει και την πνιγηρή ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι, την "εσωτερική" δικτατορία που ασκεί ο πατέρας εκεί, πάντοτε όμως με ευγένεια και διακριτικότητα, δίχως ποτέ να υψώνει τον τόνο της φωνής, πραγματικά "με το γάντι".
Ενδιαφέρον φιλμ, με μπρος - πίσω αφήγηση στο χρόνο, που λειτουργεί και σαν ένα είδος θρίλερ. 

eXTReMe Tracker