Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2015

ΚΙ ΑΝ ΟΙ ΕΙΣΒΟΛΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΙ ΜΕ ΕΜΑΣ;

Στην αρχή υπήρξε ένα κλασικό b-movie επιστημονικής φαντασίας του 1956, το "Invasion of the Body Snatchers" του Don Segel. 20 και κάτι χρόνια μετά, το 1978 συγκεκριμένα, ο Philip Kaufman κάνει ένα από τα πιο πετυχημένα ριμέικ της ιστορίας του σινεμά, με τον ίδιο πάντα τίτλο.
Η ιστορία είναι από μόνη της ανατριχιαστική. Από την πρώτη κιόλας σκηνή (στα credits) ξέρουμε ότι ο κόσμος μας αντιμετωπίζει μια εξωγήινη εισβολή από κάποια σαν πλαγκτόν πλάσματα, που ταξιδεύουν στο διάστημα ψάχνοντας τον κατάλληλο πλανήτη. Πώς όμως εκδηλώνεται η εισβολή αυτή; Κατ' αρχήν "μολύνονται" τα φυτά, το πιο "αθώο" ίσως κομμάτι ζωής στη γη. Από εκεί και πέρα το "κακό" μεταδίδεται στον άνθρωπο. Οι άνθρωποι λοιπόν αντικαθίστανται από πανομοιότυπες ρέπλικες, που παίρνουν τη θέση του πρωτότυπου. Ναι, είναι ίδιοι εξωτερικά. Τι γίνεται όμως με τα συναισθήματά τους; Και τι μπορείς να κάνεις απέναντι σ' αυτό; Πώς να αντιμετωπίσεις τη ραγδαία εξάπλωση; Και, εν τέλει, είναι κανείς σίγουρος για το ποιος είναι πραγματικός και ποιος απομίμηση, ακόμα και από τους πιο δικούς του ανθρώπους (ή "ανθρώπους");
Η ταινία διαθέτει πολύ καλό ρυθμό και ισορροπεί με επιτυχία ανάμεσα στην επιστημονική φαντασία και τον τρόμο. Το διαρκώς αυξανόμενο σασπένς κρατά τον θεατή και η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο απειλητική - και πιο αδιέξοδη για τους ήρωες. Φυσικά το θέμα από μόνο τους οδηγεί σε πολλαπλούς προβληματισμούς (ή συμβολισμούς). Μήπως το κακό βρίσκεται σε μας τους ίδιους ή, τέλος πάντων, στον ίδιο τον άνθρωπο και όχι σε κάποια τέρατα; Μήπως οδηγούμαστε σε μια ψυχρή, μηχανική κοινωνία (όπως είναι οι ρέπλικες), όπου το συναίσθημα εξαφανίζεται και όλα γίνονται με γνώμονα μια ανατριχιαστικά ψυχρή και μηχανιστική λογική (ή "λογική"); Τελικά όμως το ηθικό δίλημμα που κυριαρχεί είναι το ίδιο ουσιαστικά με τους "Ρινόκερους" του Ιονέσκο για παράδειγμα: Θα αφεθεί να ακολουθήσει κανείς τη μάζα και τις όποιες επιλογές της ή θα παραμείνει ο εαυτός του, σταθερός στα πιστεύω και τις απόψεις του, ακόμα κι αν αυτές αποτελούν μειοψηφία; Βλέπετε, τις περισσότερες φορές το να ακολουθήσεις το όποια μαζικά πρότυπα και πιο εύκολο και πιο συμφέρον είναι...
Στο τέλος, που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά, ο Kaufman αρνείται να "χρυσώσει το χάπι" και να υποκύψει σε εύκολες λύσεις. Κάθε άλλο. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα ακόμα συν σε μια από τις πιο ασφυκτικές, ουσιαστικά τρομακτικές (δίχως καθόλου "μπου")  και απαισιόδοξες ταινίες του φανταστικού. Το συνιστώ.
ΥΓ: Εκτός του πρωταγωνιστή Ντόναλντ Σάντερλαντ, στο καστ θα ανακαλύψετε έναν νεαρότατο Τζεφ Γκόλντμπλουμ, αλλά και τον καλτ Λέοναρντ Νιμόι.


Τετάρτη, Οκτωβρίου 28, 2015

COLD SOULS: ΟΤΑΝ ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΚΑΤΑ ΒΟΥΛΗΣΗ...

Υπάρχουν ταινίες τις οποίες αγνοώ παντελώς (όπως και τους δημιουργούς τους), εμφανίζονται από το πουθενά και κάνουν την έκπληξη. Μια απ' αυτές τις ευχάριστες περιπτώσεις είναι το "Cold Souls" του 2009, πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Sophie Barthes.
Ο κόσμος είναι ακριβώς όπως τον ξέρουμε. Υπάρχει όμως μια μικρή διαφορά: Μπορείς με μια ανώδυνη και ακίνδυνη επέμβαση να... αφαιρέσεις την ψυχή σου αν αυτή σε ενοχλεί για οποιονδήποτε λόγο. Η ψυχή φυλάσσεται σε κατάλληλο μέρος και, στο μέλλον, μπορείς να την τοποθετήσεις και πάλι εντός σου. Αν πάλι δεν θέλεις, μπορείς να δεχτείς την ψυχή ενός άλλου. Υπάρχει ολόκληρη τράπεζα ψυχών και πολλοί δότες, εκούσιοι ή ακούσιοι. Ο ήρωας είναι ένας παθιασμένος ηθοποιός, που προετοιμάζεται πυρετωδώς για να ερμηνεύσει στη σκηνή τον Θείο Βάνια. Το άγχος, η πίεση, η ταύτιση με τον ρόλο σε βαθμό να μη μπορεί να ξεχωρίσει τον εαυτό του απ' αυτόν, τον οδηγούν στην απόφαση να αφαιρέσει την ψυχή του για να... πώς να το πούμε... κάπως σα να ξαλαφρώσει. Τα αποτελέσματα της "επέμβασης" στον εσωτερικό του κόσμο, αλλά και μία περίεργη (όχι ψυχολογική) εξέλιξη, θα πυροδοτήσουν τη συνέχεια της ιστορίας.
Φυσικά βρισκόμαστε στα χωράφια του σεναριογράφου Κάουφμαν, το στιλ του οποίου μοιάζει να έχει επηρεάσει τη δημιουργό, δίχως όμως να πρόκειται για κανενός είδους "αντιγραφή". Το φιλμ στηρίζεται ολόκληρο στον Πολ Τζιαμάτι, ο οποίος ερμηνεύει εξαιρετικά τον βασικό ρόλο, παίζοντας τον εαυτό του. Στην ταινία είναι γνωστός ηθοποιός και λέγεται ακριβώς Πολ Τζιαμάτι. Στα βιντεοκλάμπ κυκλοφορούν οι αληθινές ταινίες του. Τελικά ολόκληρο το φιλμ χτίζεται πάνω στην προσωπικότητα και την ερμηνεία του. Η ιστορία μπορεί να είναι δραματική και ενίοτε αγχωτική, διαθέτει ομως άφθονο χιούμορ. Ταυτόχρονα θίγει πολλά θέματα: Το ζήτημα της ανθρώπινης προσωπικότητας, τη σχέση με τον εαυτό μας, το υπαρξιακό άγχος, την αρκετά συνηθισμένη κατάσταση του να μη θέλεις αυτό που έχεις, αλλά αυτό που σου λείπει, κι αν τελικά το αποκτήσεις να νοιώθεις και πάλι ανικανοποίητος, την απληστία, αλλά και τον καταναλωτισμό στην ύστατη μορφή του: Αυτή της "αγοράς" νέας ψυχής. Οι αναφορές στη λογοτεχνία ή σε στερεότυπα ανθρώπινων τύπων εμπλουτίζουν την ιστορία, κάνοντάς την συχνά διασκεδαστικότερη, αν και το στοιχείο της συγκίνησης δεν λείπει ποτέ.
Δικαίως η ταινία χαρακτηρίζεται ως "υπαρξιακή κωμωδία". Θα τη συνιστούσα. Ακόμα και αν δεν σας αρέσει, σίγουρα θα τη βρείτε πρωτότυπη.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2015

ΜΙΑ "ΑΝΙΕΡΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ" ΜΕ ΠΟΛΛΕΣ ΔΙΑΠΛΟΚΕΣ

Ο Τζέιμς "Γουάιτι" Μπόλτζερ υπήρξε διαβόητος γκάνγκστερ στη Βοστώνη των 70ς και 80ς. Ήταν μάλιστα ένας από τους πλέον βίαιους του σιναφιού του, υπέυθυνος, μεταξύ άλλων, για πολλούς φόνους. Την ιστορία του μεταφέρει στην οθόνη το 2015 ο Scott Cooper με την "Ανίερη Συμμαχία" (Black Mass), με έναν αγνώριστο, μεταμορφωμένο Τζόνι Ντεπ.
Το ενδιαφέρον με τον γκάνγκστερ αυτόν δεν είναι τόσο η εγκληματική του δράση όσο η απίστευτη ιστορία και οι διαπλοκές του με το κράτος. Ιρλανδικής καταγωγής, μεγάλωσε σε φτωχογειτονιά με τον αδελφό του και κάποιους "κολλητούς". Ε, λοιπόν, ο αδελφός έγινε γερουσιαστής (!), ενώ ο καλύτρερός του φίλος πράκτορας του FBI! Ο τελευταίος πείθει τον Μπόλτζερ να γίνει πληροφοριοδότης ώστε να καταστραφεί η ιταλική μαφία της πόλης και, ταυτόχρονα, ανεξάρτητα από την αξία των πληροφοριών που δίνει εκείνος, τον προστατεύει απέναντι σε ανώτερούς του πράκτορες με νύχια και με δόντια, λόγω της παλιάς τους φιλίας (η οποία μάλιστα διατηρείται σε αρκετό βαθμό, ακόμα και μπάρμπεκιου κάνουν μαζί). Ο αδίστακτος Μπόλτζερ, απολαμβάνοντας μια τόσο ιδιότυπη ασυλία, αφήνει όντως την ιταλική μαφία να συντριβεί και, ταυτόχρονα, γιγαντώνει τις (παράνομες βεβαίως) επιχειρήσεις του και γίνεται πραγματικός άρχοντας της πόλης. Πρόκειται για απίστευτη κατάσταση!
Η ταινία στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον Ντεπ. Πολύ μακριά από το sui generis στιλ, με το οποίο τον έχουμε συνηθίσει τα αρκετά προηγούμενα χρόνια, είναι πολύ καλός στο ρόλο του... πολύ κακού. Πραγματικά, μόνο με την παρουσία του ή έστω με μια του λέξη, καταφέρνει να εμπνέει φόβο και να δημιουργεί κλίμα έντονης απειλής. Η ταινία διαθέτει ένταση, παρακολουθεί διεξοδικά και μεθοδικά τις συχνά βρώμικες μεθόδους της πολιτείας στην αντιμετώπιση του εγκλήματος, και, τελικά, ο θεατής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα πάντα διαπλέκονται με απιστευτο τρόπο. Κράτος, αστυνομία, έγκλημα, συνδιαλέγονται μεταξύ τους επί ίσοις όροις, φτιάχνουν κατά καιρούς όντως "ανίερες συμμαχίες" και, τελικά, μοιράζουν σύμφωνα με τα εκάστοτε συμφέροντά τους την πίτα.
Ίσως η διαπλοκή αυτή, αλλά και ο ρόλος καθαρά προσωπικών καταστάσεων (φιλία, παιδική ηλικία, φυλετική αλληλεγγύη) ναι μη θίγονται, νομίζω, τόσο βαθιά όσο θα έπρεπε, ωστόσο σίγουρα αναφέρονται.
Την παρακολούθησα με ενδιαφέρον, κυρίως χάρη στον Ντεπ, ωστόσο δεν την βρήκα και ιδιαίτερα "μεγάλη" ταινία.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 22, 2015

WALKABOUT : Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ

Το δεύτερο φιλμ, μετά το "Performance", του σημαντικού Nicolas Roeg είναι το "Walkabout" του 1971. Γυρισμένο ολόκληρο στην αυστραλιανή έρημο, ενός από τα πιο παρθένα μέρη του πλανήτη, μιλά για την άγρια γοητεία της φύσης, αντιπαραθέτοντάς στον πολιτισμό.
Η διαδικασία ενηλικίωσης των aboriginals, των αυστραλών ιθαγενών, είναι παράδοξη σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη: Κάθε νεαρός, όταν φτάνει τα 16, αφήνεται ολομόναχος στην αφιλόξενη έρημο και πρέπει να επιβιώσει για καιρό αποκλειστικά με τις δικές του δυνάμεις, πριν επιστρέψει στη φυλή. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται walkabout. Στην ταινία τώρα: Δύο αδέλφια από εύπορη λευκή οικογένεια, 16 εκείνη, γύρω στα 10 εκείνος, απομένουν ολομόναχα στο μέσο της ερήμου μετά την απρόσμενη αυτοκτονία του πατέρα τους, που τους έχει πάει μέχρι εκεί. Καθώς η επιβίωσή τους γίνεται όλο και πιο προβληματική, συναντούν έναν 16χρονο ιθαγενή που βρίσκεται στη διαδικασία του walkabout. Θα περιπλανηθούν μαζί για καιρό, εκείνος προσπαθώντας να ολοκληρώσει τη διαδικασία της ενηλικίωσής του και τα λευκά παιδιά πασχίζοντας να επιστρέψουν στον πολιτισμό, από τον οποίο τόσο βίαια αποκόπηκαν.
Η ταινία αντιπαραθέτει με δραματικό τρόπο τον φυσικό με τον τεχνητό, τον δυτικό τρόπο ζωής. Ο ιθαγενής μπορεί να επιβιώσει με όσο παίρνει απ' ευθείας από την ίδια τη φύση, ενώ οι λευκοί αδυνατούν να κάνουν κάτι τέτοιο. Ο ιθαγενής βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία μ' αυτήν, ο λευκός την καταστρέφει (η σκηνή με τα βουβάλια είναι χαρακτηριστική). Αυτό που τελικά μένει στον λευκό άνθρωπο αργότερα, μετά την επιστροφή, είναι η νοσταλγία του φυσικού τρόπου ζωής που έχει για πάντα χαθεί. Ίσως και η νοσταλγία της απλής επιβίωσης ως αυτοσκοπού, δίχως κανένα άλλο πρόσθετο βάρος που υποχρεωτικά μας επιφορτίζει ο πολιτισμός. Παράλληλα η ταινία μπορεί να θεωρηθεί και ως αλληγορία της χαμένης παιδικότητας, συνυφασμένης με την ξενοιασιά, η οποία χάνεται οριστικά με την ενηλικίωση - η οποία, βεβαίως, συνοδεύεται και με το ξύπνημα της σεξουαλικότητας. Όχι, μη νομίζετε ότι η φύση δείχνεται ειδυλλιακά: Είναι κι αυτή δύσκολη, σκληρή, άγρια, μπορεί με την ίδια ευκολία που σου δίνει να σε σκοτώσει. Η νοσταλγία της όμως παραμένει κάπου μέσα στον δυτικό άνθρωπο. Εκτός αυτών η αδυναμία συνύπαρξης δύο τόσο διαφορετικών πολιτισμών δίνεται επίσης ανάγλυφα.
Κυρίαρχο στην ταινία είναι το υποβλητικό τοπίο, υπέροχα φωτογραφημένο από τον ίδιο τον Ρεγκ. Γενικά, πέρα από τα νοήματά της, το φιλμ πάνω απ' όλα είναι υπνωτιστικό, κάτι σαν τριπ, με σχετικά αργούς, αλλά απόλυτα υποβλητικούς ρυθμούς. Είναι απ' αυτά που, απλώς, αφήνεσαι και τα απολαμβάνεις. Νομίζω ότι αυτή είναι και η σημαντικότερη αρετή του. Γενικά πάντως τη θεωρώ από τις καλύτερες δουλειές του "ολιγογράφου" αυτού σκηνοθέτη.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2015

ΚΑΘΩΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΥΛΑ ΚΑΙ Η "ΝΙΟΤΗ" ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΤΑΙ ΟΛΟΕΝΑ...

Δύο περίπου ογδοντάρηδες φίλοι, ένας συνθέτης και μαέστρος και ένας σκηνοθέτης, περνούν τις διακοπές τους σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στις Άλπεις. Ο συνθέτης έχει αποσυρθεί και αρνείται τις πιέσεις της ίδιας της βασίλισσας της Βρετανίας να διευθύνει για τελευταία φορά το γνωστότερο έργο του, ενώ ο σκηνοθέτης, με ένα επιτελείο σεναριογράφων, δουλεύει για μια ταινία την οποία θεωρεί πνευματική του διαθήκη. Συναντήσεις με διάφορους ένοικους του ξενοδοχείου, μικρά, ενίοτε παράξενα συμβάντα, αστείες καταστάσεις, οικογενειακά και άλλα δράματα, αναμνήσεις,  όνειρα, μπλέξιμο φαντασίας (και φαντασιώσεων) των ηλικιωμένων ηρώων, καθώς και ονειρικών σκηνών με την πραγματικότητα, συνθέτουν το φιλμ.
Πρόκειται για το "Youth" (Νιότη), την ταινια που γύρισε το 2015 ο Paolo Sorrentino, την επομενή του δηλαδή μετά το "Grande Belezza". Πολύ δυνατό καστ (εξαιρετικοί Μάικλ Κέιν και Χαρβεϊ Καϊτέλ στους βασικούς ρόλους, αλλά και Ράιτσελ Βάις. Πολ Ντέινο και... Τζέιν Φόντα σε απρόσμενη εμφάνιση), υπέροχη, καθαρή φωτογραφία, έξυπνη σκηνοθεσία με κάποιες πρωτοτυπίες, και κάμποσα άλλα στοιχεία κάνουν ενδιαφέρον το φιλμ του διεθνούς πλέον ιταλού σκηνοθέτη. Φυσικά το βασικό θέμα είναι το πέρασμα του χρόνου - ή μάλλον το τέλος του ουσιαστικά - και η σχέση του ανθρώπου με τον αναπόφευκτο θάνατο που έρχεται. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για δημιουργικούς ανθρώπους, οι οποίοι, προφανώς, ξέρουν ότι το τέλος έχει πλησιάσει πολύ και αντιλαμβάνονται ότι πολλές από τις επιθυμίες τους είναι πλέον αδύνατο να πραγματοποιηθούν. Υπάρχουν λοιπόν οι αναπόφευκτοι απολογισμοί ζωής, τονίζονται οι διαφορετικοί χαρακτήρες (πιο κυνικός και σαρκαστικός ο συνθέτης Κέιν) και υπάρχουν και κάποιες (μικρές) ανατροπές.
Φυσικά με ένα τέτοιο θέμα υπάρχει και αρκετή μελαγχολία. Ωστόσο η αντιμετώπιση του Sorrentino δεν είναι καθόλου μονοδιάστατη. Ίσα - ίσα που τη μελαγχολία και τη συγκίνηση διαδέχονται το συχνό χιούμορ, το δραματικό εναλλάσσεται με το κωμικό. Όσο για την ανθρώπινη ύπαρξη, νομίζω ότι εδώ η γκάμα αντιμετώπισής της είναι ευρεία: Από τραγική έως γελοία, από "μεγάλη" και "υψηλή" έως "φτηνή", καθημερινή, με πάθη και κακίες. Και βέβαια, ο σαρκασμός για όλα αυτά είναι επίσης έντονα παρόν. Οπότε δεν θα δείτε ένα "βαρύ" φιλμ - ή τουλάχιστον όχι ένα ΜΟΝΟ "βαρύ" φιλμ. Οι ψυχολογικές εναλλαγές είναι αρκετές.
Ο  Sorrentino είναι βασικά επηρρεασμένος από τον Φελίνι, όπως πολύ καθαρά είχε φανεί στο "Grande Belezza". Στα ίδια τα θέματά του, αλλά και στην γλυκόπικρη αντιμετώπισή τους. Βρήκα ωστόσο ότι, παρά τις αρετές της, η ταινία συχνά γίνεται φλύαρη. Ίσως ο σκηνοθέτης θα έπρεπε να περιορίσει λίγο τον πληθωρισμό που τον διακρίνει πάντοτε σχεδόν. Επίσης υπάρχει και το στοιχείο της αποσπασματικότητας. Δεν πρόκειται ακριβώς για ένα δεμένο φιλμ. Σα να αποτελείται από πολλά σκόρπια επεισόδια. Ίσως βέβαια αυτό το τελευταίο να είναι ηθελημένο. Συνολικά πάντως η "Νιότη" είναι νομίζω αξιόλογη. Όπως και αξιόλογος είναι και ο σκηνοθέτης της, ο οποίος μας κάνει να περιμένουμε με περιέργεια - τουλάχιστον - κάθε προσπάθειά του.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2015

ΑΓΟΥΡΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΦΡΕΣΚΑΔΑ ΣΤΟ "ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ"

Είχαμε γνωρίσει την Alante Kavaite το 2006 με το "Ecoute le temps", μια σχετικά ενδιαφέρουσα ταινία φανταστικού. Το 2015 (μόλις) κάνει τη δεύτερη ταινία της, "Το Καλοκαίρι του Έρωτά μου" (Sangailes vasara o πρωτότυπος λιθουανικός τίτλος, καθώς πρόκειται κυρίως για παραγωγή της χώρας αυτής - και είναι γυρισμένο εκεί).
Η 17χρονη, όμορφη Sangaile κάνει διακοπές με τους εύπορους γονείς της στο καλοκαιρινό τους σπίτι στην επαρχία. Η κοπέλα γοητεύεται από τα αεροπλάνα και παρακολουθεί με πάθος επιδείξεις με αεροπορικά "ακροβατικά" που γίνονται εκεί. Κατά τη διάρκειά τους θα γνωρίσει μια ντόπια συνομίληκή της, με την οποία θα δεθεί με στενή φιλία. Σύντομα η σχέση τους θα γίνει ερωτική. Μέσα απ' αυτή - και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού εκείνου - η ηρωίδα θα εξομολογηθεί τα μυστικά της, θα ξεπεράσει φόβους και δισταγμούς, θα πραγματώσει τη βαθύτερη επιθυμία της και, τελικά, θα ενηλικιωθεί. Το επόμενο καλοκαίρι στο ίδιο μέρος θα είναι μια εντελώς διαφορετική εποχή για εκείνη.
Η ταινία βασίζεται στην άγουρη και συχνά αμήχανη λεσβιακή σχέση των δύο κοριτσιών, δίχως να παραλείπει ωστόσο να καταγράψει τα προβλήματα του τέλους της εφηβείας (επαναστατικότητα, μελαγχολία, σύγκρουση με τους γονείς και το κοινωνικό περιβάλλον κλπ.) Παρά τις δραματικές στιγμές, αντιμετωπίζεται σχετικά ανάλαφρα και αρκετά αισιόδοξα. Η "απαγορευμένη" σχέση δεν είναι φορτισμένη με αδιέξοδα, άγρια και αυτοκαταστροφικά πάθη ή/και κοινωνικά πογκρόμ, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Ρέει μάλλον φυσικά και χαλαρά. Αυτό όμως που είναι το κύριο προσόν της ταινίας κατά τη γνώμη μου είναι η έξυπνη σκηνοθεσία, η φρεσκάδα (και η ανεμελιά θα έλεγα) της αντιμετώπισης ενός συνήθως ταμπού θέματος και η πολύ όμορφη, "κρυστάλλινη" φωτογραφία της. Γι' αυτό κέρδισε και το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Sundance.
Το βρήκα συμπαθητικό και γλυκό, όχι όμως και κάτι συγκλονιστικό. Αποτελεί πάντως ενδιαφέρον δείγμα γραφής από μια παντελώς άγνωστη για μένα κινηματογραφία, αυτή της Λιθουανίας.

Σάββατο, Οκτωβρίου 17, 2015

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΣΩΣΕΤΕ ΕΝΑΝ ΝΑΥΑΓΟ ΣΤΟΝ ΑΡΗ

Η επάνοδος του Ridley Scott εν έτει 2015 είχε θετικά και αρνητικά. "Η Διάσωση" (The Martian) βασίζεται στο μπεστ σέλερ του Άντι Γουέιρ, είναι βεβαίως επιστημονική φαντασία, ουσιαστικά όμως παντρεύει την ταινία επιβίωσης με αγχώδεις διαστημικές αποστολές.
Ένας βοτανολόγος, μέλος αποστολής στον Άρη, ξεμένει εκεί μετά από τραυματισμό του σε σφοδρή αρειανή καταιγίδα. Το υπόλοιπο πλήρωμα απογειώνεται την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή και τον εγκαταλείπει θεωρώντας τον νεκρό. Έτσι αρχίζει ένας απίστευτος αγώνας επιβίωσης στον αφιλόξενο πλανήτη, ο οποίος πρέπει να κρατήσει ως την επόμενη αποστολή, μερικά... χρόνια μετά. Στο μεταξύ στη γη, μετά από κάποιο διάστημα, αντιλαμβάνονται από εικόνες που παίρνουν από τον Άρη, ότι ο επιστήμονας είναι ζωντανός και ένας αγωνιώδης μαραθώνιος για την διάσωσή του αρχίζει...
Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί το "Αθηνόραμα", το φιλμ είναι συνδυασμός του "Ναυαγού" και του "Απόλλων 13"  - αν και, κατά τη γνώμη μου, καλύτερο και από τα δύο. Ο γεμάτος εφευρετικότητα αγώνας του διαστημικού ναυαγού για να επιβιώσει αποτελεί τη μία παράλληλο. Η άλλη είναι η επίσης γεμάτη έξυπνες ιδέες (εκ μέρους επιστημόνων στη γη αυτή τη φορά) για να βρουν τρόπο να φτάσουν στον Κόκκινο Πλανήτη έγκαιρα για τη διάσωση του ναυαγού, καθώς και οι ενέργειες του υπόλοιπου πληρώματος, το οποίο εξακολουθεί να επιστρέφει στη γη, προς την ίδια κατεύθυνση.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ταινία διαθέτει αρκετό ρεαλισμό και επιστημονική ακρίβεια (ή, έστω, επιστημονικοφανείς λύσεις), ώστε να πείθεσαι πραγματικά για όσα βλέπεις, αλλά και δόσεις χιούμορ που σπάζουν την τραγικότητα της κατάστασης. Υπάρχει και η σωστή σκηνοθεσία του όπως και να το κάνουμε ικανού Scott, το διαρκώς αυξανόμενο σασπένς, οπότε η συνταγή δένει με αποτέλεσμα να κρατά, νομίζω, σε όλη τη διάρκεια τον θεατή. Οι προσωπικές μου αντιρρήσεις; Ε, ναι, το Χόλιγουντ βρίσκεται στα πολύ καλά και "ανθρωπιστικά" του. Όλοι λίγο πολύ (ο ήρωας φυσικά, το πλήρωμα, οι δεκάδες επιστήμονες στη γη, ακόμα και οι... κινέζοι με τους οποίους θα συνεργαστούν κάποια στιγμή) είναι άμεσα ή έστω κατά βάθος πολύ καλοί! Όλοι είναι έτοιμοι να ρισκάρουν, ακόμα και να φτάσουν στα όρια της αυτοθυσίας, για να σώσουν τον ηρωικό ναυαγό! Δυστυχώς μια ματιά στον κόσμο γύρω μας και στον απροκάλυπτο κυνισμό που μας περιβάλλει θα δείξει ότι δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα... Και κάτι υποκειμενικό : Προσωπικά βαριέμαι κάπως τις ταινίες "σκληρής" ΕΦ, αυτές δηλαδή που χρησιμοποιώντας αληθοφανή επιστημονικά δεδομένα και υπολογισμούς και νούμερα και όρους και φυσική και... και άλλα τέτοια προσπαθούν να πείσουν πως ό,τι βλέπουμε είναι εφικτό και δυνατό να πραγματοποιηθεί. Κάπως με κούρασε όλο αυτό το έντονο στοιχείο στο φιλμ.
ΟΚ λοιπόν, με κράτησε, είχε σασπένς, ήταν εντυπωσιακό κάποιες φορές, το είδα λοιπόν ευχάριστα, αλλά το θεωρώ απόλυτα mainstream και αφελές ιδεολογικά.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 16, 2015

Ο ΠΑΓΩΜΕΝΟΣ (ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΣ) "ΝΑΝΟΥΚ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ"

Πίσω στα χρόνια του βωβού σινεμά, στα 1922 συγκεκριμένα. Τότε ο διάσημος και πρωτοπόρος ντοκιμαντερίστας Robert Flaherty (1884-1951) γυρίζει αυτό που έμελλε να γίνει ένα από τα επιδραστικότερα (το επιδραστικότερο για κάποιους) ντοκιμαντέρ στην ιστορία του κινηματογράφου, τον "Νανούκ του Βορρά". Εκτός των άλλων η τεράστια σημασία του έγκειται στο ότι το φιλμ εγκαινίασε από μόνο του ένα ολόκληρο είδος: Το ανθρωπολογικό ντοκιμαντέρ, τόσο διαδεδομένο σήμερα. Μέχρι τότε η έννοια του ντοκιμαντέρ περιοριζόταν σε ταινίες που έδειχναν τοπία ή εικόνες από πόλεις από μακρινές και συνήθως εξωτικές χώρες, λειτουργώντας έτσι "τουριστικά" σε μια εποχή που ο ίδιος ο τουρισμός ήταν ακόμα μια πολύ σπάνια συνήθεια. Αντίθετα ο Flaherty καταπιάνεται για πρώτη φορά με τον άνθρωπο (με μία οικογένεια συγκεκριμένα) και παρακολουθεί τον καθημερινό τρόπο ζωής τους.
Λίγα για την ιστορία: Ο σκηνοθέτης είχε ξαναπάει πριν χρόνια στην Αρκτική, έμεινε για καιρό εκεί και κινηματογράφησε άφθονο υλικό. Πλην όμως όλο αυτό καταστράφηκε σε πυρκαγιά, αφού τότε το φιλμ ήταν ένα εξαιρετικά εύφλεκτο υλικό. Έτσι το 1921 ταξιδεύει ξανά στην παγωμένη ήπειρο. Αυτή τη φορά εντοπίζει τον Νανούκ, έναν τυπικό εσκιμώο, και την οικογένειά του (τη σύζυγο Nyla και τα μικρά παιδιά τους) και αποφασίζει να τους κάνει ήρωες της ταινίας του. Έτσι για έναν περίπου χρόνο παρακολουθεί την καθημερινότητά τους, τη νομαδική ζωή τους, τον διαρκή αγώνα τους για επιβίωση (εύρεση τροφής κυρίως), τις συνήθειες τους. Κι όλα αυτά στο πιο αφιλόξενο ίσως περιβάλλον του πλανήτη. Επιστρέφει στις ΗΠΑ με τεράστιο όγκο υλικού. Εκεί πλέον επινοεί ένα σενάριο, μοντάρει κατάλληλα το υλικό και φτιάχνει την 71 λεπτών ταινία που ξέρουμε.
Εξετάζοντας αυστηρά τα πράγματα θα λέγαμε ότι με τον τρόπο αυτό "παραποιεί" το αυθεντικό υλικό, το χειρίζεται όπως αυτός θέλει φτιάχνοντας μια ιστορία καθημερινής επιβίωσης. Ίσως. Η απόλυτη πρωτοπορία και επινοητικότητα όμως του εγχειρήματος παραμένει μέχρι σήμερα μοναδική. Και, βεβαίως, υπάρχει η ζεστασιά (στις σχεδόν μόνιμα παγωμένες αχανείς εκτάσεις), το χιούμορ, η συμπάθεια με τα οποία αντιμετωπίζει τους πρωταγωνιστές τους, που κάνουν το φιλμ ακαταμάχητο. Και σήμερα; Θα μπορούσε κανείς να απολαύσει τόσο παλιό υλικό; Θα απαντούσα ναι. Η σκέψη και μόνο ότι βρισκόμαστε στα 1922 και οι άνθρωποι αυτοί είναι κυριολεκτικά ανέγγιχτοι από τον δυτικό πολιτισμό, ότι ζουν μια δύσκολη (για μας αδιανόητη) καθημερινότητα και επιβιώνουν δίχως ίχνος τεχνολογίας, μπορεί να προκαλέσει δέος. Πέραν αυτού όμως υπάρχουν εκπληκτικές σκηνές που εντυπωσιάζουν και σήμερα : Το χτίσιμο του ιγκλού, το κυνήγι μιας φώκιας από μια μικρή τρύπα στον πάγο, το κυνήγι θαλάσσιων ελεφάντων, είναι μερικές μόνο που μου έρχονται αυθόρμητα στο νου. Ναι, παραδόξως αυτό το κάτι παραπάνω από κλασικό ντοκιμαντέρ διατήρησε αμείωτο το ενδιαφέρον μου. Σας το συστήνω λοιπόν. Ακόμα κι αν δεν συμφωνήσετε με τα παραπάνω, θα δείτε ένα σημαντικότατο κομμάτι της ιστορίας του κινηματογράφου.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 15, 2015

"ΣΝΑΪΝΤΕΡ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΠΑΞ" ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΟΥ VAN WARMERDAM

Όσοι τυχόν παρακολουθούν αυτό το blog θα γνωρίζουν τη συμπάθειά μου για τον ολλανδό  Alex van Warmerdam, έναν απόγονου (πιθανόν) του Μπουνουέλ και της σουρεαλιστικής, σαρκαστικής ματιάς στα πράγματα. Το 2015 λοιπόν ο σκηνοθέτης γυρίζει το "Schneider vs. Bax", ένα είδος αστυνομικού φιλμ, με την προσωπική του όμως ματιά και με πρωταγωνιστή, όπως το συνηθίζει μερικές φορές, τον εαυτό του.
Ένας μποέμ μεσήλικας συγγραφέας ζει απομονωμένος σε ένα ξύλινο σπίτι που περιστοιχίζεται από βάλτους. Ένας πληρωμένος δολοφόνος δέχεται, την ημέρα των γενεθλίων του μάλιστα και ενώ έχει προετοιμαστεί για μια ήσυχη οικογενειακή μέρα, την παραγγελία να σκοτώσει τον συγγραφέα. Πείθεται δύσκολα λόγω της ευκολίας της υπόθεσης, όταν όμως φτάνει στην απομονωμένη κατοικία, τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο δύσκολα απ' όσο υπολόγιζε. Κατ' αρχήν ο συγγραφέας έχει δεχτεί την ξαφνική επίσκεψη της σχεδόν καταθλιπτικής κόρης του, κι αυτό είναι μόνο η αρχή. Τα πάντα οδεύουν μαθηματικά προς το απόλυτο χάος καθώς όλο και περισσότεροι εμπλέκονται στην ιστορία...
Ναι, το φιλμ είναι αστυνομικό. Ναι, υπάρχουν κάμποσοι πυροβολισμοί, φόνοι, κυνηγητά στα έλη και τα πτώματα συσσωρεύονται. Ναι υπάρχει σασπένς και δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να πλήξετε χάρη στο έξυπνο σενάριο. Ωστόσο, πάνω απ' όλα, υπάρχει το κατάμαυρο, σαρδόνιο χιούμορ του Warmerdam που κυριαρχεί και σε κάνει, παρά την έντονα αγχωτική ατμόσφαιρα, να μην παίρνεις ακριβώς στα σοβαρά αυτό που βλέπεις, να μη νοιώθεις το βάρος των όσων συμβαίνουν. Πολύ μακριά από τα τυπικά χολιγουντιανά πρότυπα, με την έντονα προσωπική ματιά του, ο δημιουργός δίνει την δική του, σκοτεινή και παιχνιδιάρικη συγχρόνως, εικόνα για την αστυνομική ταινία και συγχρόνως κριτικάρει και διάφορα κοινωνικά φαινόμενα. Π.χ. ο δολοφόνος είναι ένας πολύ καλός κατά τα άλλα οικογενειάρχης, ενώ στοιχεία όπως η έλλειψη δισταγμού μπροστά στο κέρδος, η σχέση της λουστραρισμένης επιφάνειας και των όσων σκοτεινών κρύβονται από κάτω, ακόμα και η αιμομιξία, θίγονται δίχως ποτέ να βαραίνουν το φιλμ. Το υποβλητικό, μελαγχολικό τοπίο του βορρά, με τους βάλτους να περικυκλώνουν τα πάντα, κυριαρχεί, δίνοντας μια απροσδόκητη εικαστική χροιά στην εικόνα.
Το "Schneider vs. Bax" είναι η επόμενη ταινία του σκηνοθέτη μετά το πολύ καλό για μένα "Borgman". Ίσως να μην το βρήκα εξ ίσου καλό όσο αυτό, ωστόσο μου άρεσε ιδιαίτερα και με ικανοποίησε. Αν σας αρέσει ο Warmerdam ψάξτε το οπωσδήποτε, αφού πρόκειται ίσως για τη δεύτερη καλύτερη δουλειά του. Αν πάλι τον αγνοείτε, ανακαλύψτε τον.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 12, 2015

"SIMPLE FORMALITY" Ή ΜΗΠΩς ΚΑΤΙ ΠΟΛΥ ΠΑΡΑΠΑΝΩ;

Το 1994 ο Giuseppe Tornatore γυρίζει το "A Simple Formality" (Una Pura Formalita), βασισμένο μάλιστα σε δική του ιδέα και σενάριο. Πρόκειται για κλασική "ταινία δωματίου", απ' αυτές που το στοίχημα είναι αν, παρά την έλλειψη ποικιλίας χώρων και έντονης δράσης, θα κρατήσουν τον θεατή. Το συγκεκριμένο φιλμ βέβαια στηρίζεται στους δύο βασικούς ηθοποιούς: Τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ και τον Ρόμαν Πολάνσκι (ναι, τον σκηνοθέτη) σε έναν από τους σχετικά λίγους ρόλους που έχει ερμηνεύσει σε όχι δική του ταινία.
Ένας άνθρωπος βρίσκεται από την αστυνομία να τρέχει στη βροχή δίχως προορισμό. Στην ανάκριση που ακολουθεί, αποδεικνύεται ότι πρόκειται για έναν διάσημο συγγραφέα, ο οποίος ωστόσο έχει πολύ καιρό να γράψει, του οποίου μάλιστα φανατικός θαυμαστής είναι ο ίδιος ο ανακριτής. Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται τίποτα από τις τελευταίες ώρες πριν τη σύλληψή του. Καθώς η βροχή πυκνώνει ολοένα, ένα πτώμα ανακαλύπτεται, η ιστορία μετατρέπεται σε κάτι σαν αστυνομική, ενώ η απροσδόκητη κατάληξη ανατρέπει τα πάντα.
Το κακό με ταινίες σαν αυτή είναι ότι δεν μπορώ να πω πολλά, γιατί με μια ελάχιστη νίξη μπορεί να δημιουργήσω απαράδεκτο σπόιλερ. Με μια λέξη μόνο μάλιστα, την οποία θα έπρεπε, αλλά δεν θα γράψω. Απλώς θα πω κάπως περιληπτικά ότι οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές, οι σχέσεις ανακριτή - ανακρινόμενου περνάνε από πολλές φάσεις και μας προσφέρουν αρκετά ψυχολογικά παιχνίδια, ότι κάποια θεατρικότητα υπάρχει ( η οποία ωστόσο δεν με ενόχλησε) και τελικά ότι ναι, αυτό το παράξενο "θρίλερ δωματίου" (αν και υπάρχουν και κάποιες εξωτερικές σκηνές) με κράτησε αρκετά (να πούμε ότι εκτός της τελικής, υπάρχουν και αρκετές άλλες ανατροπές στην πορεία). Σημαντικό είναι επίσης το ότι η μουντή, υγρή και παρακμιακή ατμόσφαιρα βοηθά στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος για την τελική αποκάλυψη. Απλώς βρήκα το όλο πράγμα κάπως υπερβολικό και τραβηγμένο.
Γενικά θεωρώ ότι ο Tornatore σχεδόν πάντα είναι κάπως υπερβολικός, θέλει να πει πολλά, να φορτώσει τις ταινίες του με περισσότερες ιδέες απ' όσο αντέχουν. Παρ' όλα αυτά (που είναι προσωπικές απόψεις), πιστεύω ότι το φιλμ θα εντυπωσιάσει πολλούς. Ίσως στο τέλος τους αφήσει άναυδους.

Κυριακή, Οκτωβρίου 11, 2015

O "SICARIO" ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΑΚΗΡΥΚΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΜΑΙΝΕΤΑΙ

Θεωρώ τον καναδό (εκ Κεμπέκ) Denis Villeneuve έναν από τους πλέον σημαντικούς σύγχρονους σκηνοθέτες. Το "Sicario: Ο Εκτελεστής" του 2015 επιβεβαίωσε αυτή μου την πεποίθηση.
Αυτή τη φορά η σκοτεινή ματιά του μας μεταφέρει σε έναν εφιαλτικό ακήρυχτο πόλεμο, ο οποίος μαίνεται εδώ και χρόνια στα σύνορα ΗΠΑ και Μεξικού: Τον πόλεμο ανάμεσα στις αρχές και τα αδίστακτα καρτέλ ναρκωτικών, που είναι από τις πλέον εγκληματικές οργανώσεις του πλανήτη. Μια ιδεολόγος και νομοταγής πράκτορας του FBI, έχοντας επιβιώσει από μια πρώτη εμπλοκή της με τα καρτέλ, δέχεται (σχεδόν εκβιαστικά, αλλά το θέλει και η ίδια) να πάρει μέρος σε μια ακαθόριστη, καθόλου σαφή επιχείρηση εναντίον ενός απο τους πλέον σημαντικούς αρχηγούς της οργάνωσης, υπό την καθοδήγηση δύο παράξενων τύπων, των οποίων η ταυτότητα και το αξίωμα (;) παραμένουν αινιγματικά. Σύντομα θα διαπιστώσει ότι (παράτυπα) η επιχείρηση θα λάβει χώρα στο ίδιο το Μεξικό (κάτι σαν μικρή εισβολή), ενώ όσο η ιστορία προχωρά τα πράγματα γίνονται όλο και σκοτεινότερα, ίσως και χαώδη, οι παρατυπίες διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ τα όρια καλού και κακού, νόμιμου και παράνομου, καθώς και οι ακολουθούμενες μέθοδοι γίνονται όλο και πιο θολά. Το τέλος είναι σοκαριστικό.
Ακριβώς αυτή την "κατάβαση στην κολαση" μας δίνει με πειστικό τρόπο ο Villeneuve. Πέρα από μια περιπέτεια γεμάτη ένταση και ένα θρίλερ δράσης - που συνοδεύεται πάντοτε από μια ατμόσφαιρα υπόγειας απειλής - ο στόχος του είναι νομίζω να προβληματίσει τον θεατή για το αν "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα", αν οι κάθε λογής παρανομίες επιτρέπονται για κάποιο απώτερο "καλό" σκοπό, αν τελικά υπάρχουν σαφή όρια ανάμεσα στο καλό και το κακό. Παράλληλα με τους γενικότερους αυτούς προβληματισμούς η ταινία μας αποκαλύπτει έναν εφιαλτικό κόσμο βίας, κυριαρχίας αδίστακτων συμφερόντων, βρωμιάς και κάθε λογής φρίκης που κυριαρχεί σ' αυτόν τον πόλεμο ενάντια στα παντοδύναμα καρτέλ, που αποτελούν κυριολεκτικά κράτος εν κράτει σε νοτιοαμερικάνικες χώρες (Κολομβία, Μεξικό), όπου τα πράγματα είναι πραγματικά πολύ χειρότερα απ' όσο φανταζόμαστε. Όπως λέει κάποιος (θετικός ή αρνητικός;;;) ήρωας στο τέλος "βρισκόμαστε σε ένα μέρος όπου κυριαρχούν οι λύκοι". Και βέβαια οι θεατές θα αναρωτηθούν τελικά αν το φιλμ διαθέτει ή όχι χάπι εντ...
Σκοτεινή, βρώμικη, τραχειά και βίαιη, η  ταινία διαθέτει σασπένς και επιβεβαιώνει την μόνιμα ανησυχητική ματιά του δημιουργού της. Τελικά ό,τι έχει κάνει μέχρι τώρα ο Villeneuve είναι τουλάχιστον ενδιαφέρον.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2015

Ο "ΝΑΠΟΛΕΩΝ" ΤΟΥ GANCE ΠΟΛΛΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΜΕΤΑ

Βρισκόμαστε στα 1927. Ο γάλος Abel Gance (1889-1981) ολοκληρώνει το πλέον παράτολμο εγχείρημα τού μέχρι τότε κινηματογράφου: Τον "Ναπολέοντα", ένα περίπου εξάωρο (!) βωβό φιλμ (και, όπως θα δούμε, δεν βρίσκεται μόνο στη διάρκεια η πρωτοπορία του). Ο Gance είχε εμμονή με το θέμα του και δούλευε για χρόνια πάνω σ' αυτό.
Το απίστευτο για την εποχή έπος ξεκινά από τα παιδικά χρόνια του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και φτάνει μέχρι την αρχή της παντοδυναμίας του στη Γαλλία, στις στάχτες της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν περιλαμβάνει δηλαδή τους μετέπειτα πολέμους στην Ευρώπη ούτε την πτώση του. Κι αυτό επειδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, οι 6 αυτές ώρες θα ήταν το πρώτο από τα πέντε (!) μέρη της ταινίας για τον στρατηλάτη. Βέβαια από έλλειψη χρημάτων τα υπόλοιπα μέρη δεν γυρίστηκαν ποτέ.
Ίσως σήμερα κάθε ιδεολογική ανάλυση του εγχειρήματος να φαντάζει μάλλον αφελής. Μακριά από κάθε λογής σχεδόν κριτική σκέψη, ο σκηνοθέτης ηρωοποιεί / θεοποιεί το ίνδαλμά του. Ο Ναπολέων του είναι αυστηρός, παθιασμένος για την πατρίδα, ηρωικός, μπορεί με ένα βλέμμα να εμπνεύσει υπακοή και αυτοθυσία στους στρατιώτες του και ταυτόχρονα είναι εξαιρετικά λιτοδίαιτος, μακριά από κάθε απόλαυση ή φιλοδοξία πλούτου. Για να μην πούμε για τα σχεδόν θεϊκά σημάδια που τον συνοδεύουν από μικρό (όπως ο αετός που πετά σχεδόν μόνιμα από πάνω του). Κάποιες φορές βέβαια μπορεί να φαντάζει απόμακρος και αλαζονικός (από παιδί ήδη), ακόμα και αντιπαθής, η όλη εικόνα όμως παραπέμπει μάλλον σε κάτι πολύ πάνω από το ανθρώπινο. Τι διάολο, μιλάμε για ήρωα, δίχως ίχνος ανθρώπινης αδυναμίας...
Μη πάρετε λοιπόν και πολύ σοβαρά την τόσο ηρωοποίηση. Εξ άλλου ο Gance φαίνεται να κρατά και μια διφορούμενη στάση απέναντι στη γαλλική επανάσταση και τους πρωταγωνιστές της (από τη δικαιοσύνη στην τρομοκρατία). Η αξία του φιλμ έγκειται σε καθαρά κινηματογραφικά στοιχεία. Οι διαρκείς πειραματισμοί περιλαμβάνουν τη χρήση τεράστιας οθόνης, συχνών διπλοτυπιών, εντυπωσιακού μοντάζ, ακόμα και ταυτόχρονης προβολής σε τρεις οθόνες, πράγμα βέβαια που δεν επετεύχθη στην εποχή του, αλλά σε κάποιες αποκατεστημένες επαναπροβολές. Εξαιρετικός είναι ο χειρισμός σκηνών πλήθους, οι οποίες μάλιστα αφθονούν. Φαίνεται απίθανο το πώς ο Gance κατορθώνει κάτι τέτοιο σε μια τόσο πρώιμη εποχή του σινεμά. Από την άλλη κάποιες εξαιρετικά δυνατές στιγμές, όπως η σκηνή της μάχης κάπου στα μισά του φιλμ, με την διαρκώς κλιμακούμενη ένταση και την αληθινή σφαγή που ακολουθεί - προάγγελος πολλών μεταγενέστερων σκληρών αντιπολεμικών σκηνών - καθώς και το μοντάζ της θυελλώδους συνεδρίας στη Συνέλευση σε αντιπαράθεση με τη μοναχική μάχη του ήρωα με τα κύματα σε μια μικρή βάρκα στα ανοιχτά της Κορσικής, νομίζω ότι μένουν ανεξίτηλα γραμμένες στη μνήμη μας. Και όχι μόνο. Το φιλμ επιφυλάσσει διαρκείς οπτικές εκπλήξεις, πειραματισμούς από τον εφευρετικότατο σκηνοθέτη και πρωτοποριακές έως και πειραματικές τεχνικές. Αλλά μια απλή ανάγνωση μιας οποιασδήποτε Ιστορίας του Κινηματογράφου θα σας μιλήσει περισσότερο και λεπτομερέστερα για όλα αυτά.
Η σημερινή θέαση του φιλμ συνίσταται αποκλειστικά σε παθιασμένους σινεφίλ. Πρόκειται για μια ιστορική σελίδα του παγκόσμιου σινεμά και αποτελεί must γι' αυτούς. Οι άλλοι πιστεύω ότι μάλλον θα βαρεθούν - παρά το ότι η εικόνα μπορεί νομίζω να συνεπάρει και σήμερα.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 05, 2015

ΣΕ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ (ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ;)

Η ταινία "Σε Ακολουθεί" (It Follows) είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους του David Robert Mitchell και γυρίστηκε το 2014. Πρόκειται για ταινία τρόμου, με κάποιες ιδιορυθμίες.
Στην πρώτη κιόλας σκηνή μια νεαρή κοπέλα μοιάζει να ακολουθείται από μία οντότητα, με ανθρώπινη ωστόσο μορφή. Σύντομα ο θάνατός της είναι γεγονός. Στη συνέχεια μια 19χρονη κοπέλα κάνει έρωτα με τον καινούριο της φίλο στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου. Μετά εκείνος θα της ανακοινώσει ότι της έχει μεταδώσει το "κακό": Μια οντότητα (όχι ακριβώς με την ίδια μορφή με την προηγούμενη) θα αρχίσει να την ακολουθεί αργά, με σκοπό να τη σκοτώσει. Εκτός αν... Η κοπέλα και οι φίλοι της πασχίζουν απεγνωσμένα να βρουν τρόπο να γλιτώσουν από τον εφιάλτη.
Πρόκειται για ένα αληθινό low budget, γυρισμένο από το τίποτα. Όχι, μην περιμένετε εντυπωσιακά εφέ, διαρκή "μπου" και άλλα τέτοια που μας έχουν μπουχτίσει στις εφετζίδικες παραγωγές τρόμου της εποχής μας. Εδώ όλα είναι χαμηλότονα και γι' αυτό πιο υποβλητικά. Το σημαντικότερο για μένα είναι η εξαιρετική ιδέα: Ένας εφιάλτης τον οποίο, πολύ απλά, δεν μπορείς να αποφύγεις με τίποτα. Η σχετικά συνηθισμένη μορφή του και η αργή κίνηση, σε συνδυσμό μ' αυτό το φριχτό "για πάντα" είναι που  γεννούν αληθινό και βαθύ τρόμο, κατά τη γνώμη μου πολύ πιο βαθύ από τις "γκαγκάν" παραγωγές που προαναφέραμε.
Παράλληλα η ταινία παίζει με τους φόβους για το σεξ (νομίζω ότι το σεξ έχει πάντα κάποια σχέση με το φόβο και μάλιστα σε πολύ νεαρές ηλικίες, εδώ πολύ λίγο μετά την εφηβεία). Μπορεί να ειδωθεί και σαν μεταφορά του AIDS και άλλων υπαρκτών εφιαλτων του σύγχρονου κόσμου. Μπορεί και να θεωρηθεί σαν μια παραβολή της ενηλικίωσης και των ευθυνών που αναλαμβάνει από εκείμκαι πέρα το άτομο. Μπορεί... κι άλλα "μπορεί" αν θέλετε και ψάξετε.
Σίγουρα λοιπόν πρόκειται για ευχάριστη έκπληξη σε ένα, φοβάμαι, κορεσμένο είδος, από την άλλη πάντως δεν συμερίζομαι και τον φοβερό ενθουσιασμό πολλών κριτικών γα την ταινία. Προσωπικά νομίζω ότι τα κείμενα γι' αυτήν την υπερεκτιμούν.

Σάββατο, Οκτωβρίου 03, 2015

ΜΕΣΑ ΣΤΑ "ΜΥΑΛΑ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑΣ"

Πέρασαν κάποια χρόνια που η Pixar, η περίφημη αμερικάνικη εταιρία κινουμένων σχεδίων, είχε κάνει κάποια κοιλιά με σχτετικά μέτριες παραγωγές. Να όμως που το 2015 επανέρχεται δριμύτερη με τα "Μυαλά που Κουβαλάς" (Inside Out) των Pete Docter και Ronnie Del Carmen (ο πρώτος είναι ο βασικός εμπνευστής και δημιουργός) για να εδραίώσει την αναμφισβήτητα κορυφαία θέση της στο χώρο του παγκόσμου πιθανόν animation, αφού την θεση αυτή στο αμερικάνικο την κατέχει σίγουρα.
Αυτό που εντυπωσιάζει στην εταιρία είναι πρώτα πρώτα η αστείρευτη φαντασία της δημιουργικής της ομάδας. Μετά απο ήρωες παιχνίδια, ρομπότ, γέρους, παιδικούς εφιάλτες, να τώρα που οι πρωταγωνιστές του φιλμ είναι ούτε λίγο ούτε πολύ τα ανθρώπινα συναισθήματα! Η ιστορία διαδραματίζεται σχεδον εξ ολοκλήρου μέσα στο... κεφάλι ενός μικρού κοριτσιού. Στην αχανή έκταση του οποίου κυριαρχεί ένας πύργος ελέγχου όπου εδρεύουν και κυβερνούν πέντε βασικά συναισθήματα: Χαρά, λύπη, θυμός, αηδία, φόβος, οι εκάστοτε συνδυασμοί των οποίων στην κεντρική κονσόλα καθορίζουν τη συμπεριφορά του κοριτσιού (πράγμα που προφανώς, κατά την ταινία, συμβαίνει στο μυαλό κάθε ανθρώπου και ζώου). Καθώς λοιπόν η οικογένεια της μικρής μετακομίζει και εγκαθίσταται σε νέα πόλη, με νέο περιβάλλον και, υποχρεωτικά, νέα πρόσωπα στο σχολείο, η χαρά και η λύπη χάνονται από ατύχημα από τον πύργο ελέγχου και περιπλανώνται στα άγνωστα, συχνά απειλητικά, αχαρτογράφητα και αχανή βάθη του μυαλού, πασχίζοντας να επιστρέψουν στη θέση τους. Και, φυσικά, όσα συμβαίνουν εκεί μέσα καθορίζουν και τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις του κοριτσιού, που κάνει τα πρώτα του "τρομαχτικά" βήματα προς την ενηλικίωση.
Βρήκα την ταινία πραγματικά πανέξυπνη. Πρόκειται για έναν εξαιρετικό συνδυασμό περιπέτειας με άφθονο σασπένς, εντυπωσιακής ενίοτε εικόνας, χιούμορ, συγκίνησης, αλλά και ψυχολογίας! Όλα σε σωστές δόσεις ώστε το μείγμα να γίνει ακαταμάχητο. Κυρίως, θα έλεγα, πρόκειται για μάθημα ψυχολογίας και κοινωνικής συμπεριφοράς. Η φαντασία, το σκοτεινό και τρομαχτικό ασυνείδητο, τα όνειρα, οι αναμνήσεις, όλα παίζουν βασικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Την οποία, ξαναλέω, βρήκα πραγματικά ευφάνταστη. Βέβαια η εικόνα καθ' εαυτή, όπως συμβαίνει πάντα στις δουλειές της Pixar, είναι κάπως παραπάνω "γυαλιστερή" και κομπιουτερέ από τα προσωπικά μου γούστα (προτιμώ τα πιο "χειροποίητα" και με προσωπικότητα animation), αλλά, πραγματικά, πολύ μικρό το κακό. Σημασία έχει ότι τόσο η δράση όσο και η ευφυία της ταινίας με καθήλωσαν.
Όπως καταλάβατε απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους. Σε μεγάλους περισσότερο, τολμώ να πω, αφού οι μικροί θα διασκεδάσουν σίγουρα μεν σε πρώτο επίπεδο, θα χάσουν όμως εξ ίσου σίγουρα μεγάλο μέρος από το βάθος και το χιούμορ του φιλμ. Γι΄αυτό, ανεξαρτήτως ηλικίας, μη διστάσετε.

eXTReMe Tracker