Τετάρτη, Ιουνίου 29, 2011

"ΑΣΤΕΙΟ ΜΟΥΤΡΑΚΙ", ΓΟΗΤΕΙΑ ΚΑΙ ΑΦΕΛΕΙΑ


Ο μάστορας του αμερικάνικου μιούζικαλ Stanley Donen γυρίζει το "Funny Face" το 1957, προς το τέλος δηλαδή της λαμπρής περιόδου του είδους. Έχει σαν ατού τους δύο κλασικούς πρωταγωνιστές, τον Φρεντ Αστέρ και την πάντα κομψότατη και γοητευτική Όντρεϊ Χέπμπορν. Και βέβαια, τη μουσική του μεγάλου Cole Porter.
Η ταινία είναι ό,τι είναι συνήθως το αμερικάνικο μιούζικαλ: Αφέλεια ως εκεί που δεν παίρνει σεναριακά, γοητεία ανεπανάληπτη κινηματογραφικά. Η ιστορία είναι μια ακόμα παραλλαγή του πολυχρησιμοποιημένου (και σε μιούζικαλ επίσης) μύθου του Πυγμαλίωνα, που θα πάρει υπό την προστασία του και θα κάνει σταρ την άβγαλτη και άσημη μικρή. Στο συγκεκριμένο φιλμ ο διάσημος φωτογράφος μόδας Αστέρ θα κάνει με την επιμονή του τοπ μόντελ την άγνωστη Χέπμπορν (τότε που το τοπ μόντελινγκ ήταν ακόμα αθώο και δεν είχε να κάνει ούτε με σούπερσταρς σε περιοδικά, ούτε με τόνους κόκας, ούτε με φήμες για σχεδόν κατάσταση πορνείας). Μόνο που εδώ έχουμε και κάποιες σεναριακές πρωτοτυπίες: Η ταινία είναι γυρισμένη στο Παρίσι, πράγμα που δίνει την ευκαιρία στον Donen και για μια "τουριστική" ματιά στην ούτως ή άλλως πανέμορφη πόλη, και που για μια ακόμα φορά καταδεικνύει την ιδιότυπη αυτή "ζήλεια" και θαυμασμό που τρέφουν οι διανοούμενοι και "διανοούμενοι" αμερικάνοι για την Ευρώπη και το Παρίσι ιδιαίτερα. Όσο πιο πίσω στις δεκαετίες πάμε μάλιστα, τόσο εντονότερο γίνεται αυτό το στοιχείο: Το Παρίσι είναι το όνειρο του σκεπτόμενου αμερικάνου, που έχει συναίσθηση της έλλειψης βάθους της δικής του κουλτούρας.
Εδώ όμως μπαίνει και ένα άλλο στοιχείο: Παράλληλα με τον θαυμασμό, υπάρχει και η σάτιρα της πόλης και της κουλτούρας της. Βρισκόμαστε στο απώγειο του κινήματος του υπαρξισμού, η φιλοσοφία βρίσκεται στα πάνω της και μάλιστα είναι και κάτι σαν μόδα (κλίμα που προετοίμασε με την αμφισβήτησή του τον Μάη του 68), οπότε η σάτιρα όλων αυτών είναι πανταχού παρούσα. Αφελώς βέβαια - με αποκορύφωμα τον μεγάλο και διάσημο φιλόσοφο που το μόνο που θέλει είναι να πηδήσει - αλλά χαριτωμένα. Αλλά για την αφέλεια θα πούμε και πιο κάτω.
Ιδεολογικά, άστα να πάνε. Και πάλι (αυτό είναι αρκετά συνηθισμένο και συνήθως έχει πλάκα στα μιούζικαλ) έχουμε την αντιπαράθεση "υψηλής" και "χαμηλής" κουλτούρας (αυστηρά σε εισαγωγικά, γιατί σήμερα πολλοί τέτοιοι διαχωρισμοί έχουν ξεπεραστεί). Τώρα βέβαια, στο συγκεκριμένο φιλμ, αν είναι καλό να πάρεις μια διανοούμενη και πολύ καλλιεργημένη κοπέλα και να την βάλεις στον επιεικώς ηλίθιο κόσμο της μόδας, για τον οποίο, προς τιμή της, δεν είχε ιδέα, αυτό θα το κρίνετε εσείς. Είπαμε όμως: Σε τέτοια φιλμ συχνά παραβλέπουμε την πλήρη αφέλεια, ακόμα και την αντιδραστική ιδεολογία ενίοτε, και υποκύπτουμε στην κινηματογραφική τους γοητεία - συνυπολογίζοντας βεβαίως και τις εντελώς διαφορετικές πολιτικοκοινωνικά συνθήκες της εποχής που γυρίστηκαν. Αν λοιπόν σας αρέσει αυτή η ταινία, μη ντρέπεστε. Φτάνει να σας αρέσει έχοντας υπ' όψη όλα τα παραπάνω και όχι πιστεύοντας στις κάθε λογής χολιγουντιανές αφέλειες.
Έτσι κι εγώ πέρασα δύο ευχάριστες, ρομαντικές ώρες, θαύμασα για μια ακόμα φορά την παλιομοδίτικη γοητεία των σταρ του Χόλιγουντ, αν και θα ομολογήσω ότι σαν μιούζικαλ, σε μουσικοχορευτικό επίπεδο, δεν είναι από τα αγαπημένα μου.

Τρίτη, Ιουνίου 28, 2011

ΙΣΩΣ ΑΥΡΙΟ... ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΙΓΟΤΕΡΗ ΒΙΑ


"Ίσως αύριο" είναι ο ελληνικός τίτλος του "Haevnen", της ταινίας που πήρε το ξενόγλωσσο Όσκαρ για το 2010 και γυρίστηκε από τη δανέζα Susanne Bier. Πρόκειται για ένα δραματικό φιλμ που μου άρεσε αρκετά και που εξερευνά το μεγάλο πρόβλημα της βίας και της αντιμετώπισής της σε διάφορα επίπεδα: Στο σχολικό μικρόκοσμο με τη μαθητική βία, στον καθημερινό κόσμο, με τη βία που εξασκεί ο ένας άνθρωπος στον άλλο και σε μεγάλη κλίμακα, αυτή ενός πολέμου (στην Αφρική στο συγκεκριμένο φιλμ).
Η βία όπως εκδηλώνεται στα τρία αυτά επίπεδα είναι φυσικά διαφορετικού βάρους (αν μπορούσαμε να τη μετρήσουμε ποσοτικά). Άλλο η βία από έναν νταή μαθητή πάνω στον αδύνατο συμμαθητή του, άλλο αυτή του οπλαρχηγού που σκοτώνει κατά συρροήν και πράττει κάθε είδους φρικαλεότητες. Ωστόσο το μοτίβο είναι πανομοιότυπο. Πάντα υπάρχει ένας "κακός", ένας βίαιος άνθρωπος τέλος πάντων, ένας μαλάκας (όπως συχνά χαρακτηρίζεται στο φιλμ ο τύπος της δεύτερης περίπτωσης, που χτυπά και βρίζει άνευ λόγου). Αυτό είναι δεδομένο. Το θέμα που μελετά η σκηνοθέτης δεν είναι αυτό, αλλά το πώς αντιμετωπίζεται ο "κακός". Ειρηνικά (οπότε μπορεί να πει κάποιος ότι δεν αποδίδεται δικαιοσύνη) ή εξ ίσου βίαια (οπότε μπορεί να έχουμε τραγικές συνέπειες όπως σε μία από τις τρείς αλληλένδετες καταστάσεις που αντιμετωπίζει η ταινία);
Η απάντηση που δίνει η Bier δεν είναι μονοσήμαντη και βολική, όπως θα ικανοποιούσε ίσως κάποιους. Δείχνει όλες τις περιπτώσεις και όλες τις συνέπειες, θετικές και αρνητικές, των τρόπων αντιμετώπισης. Το σίγουρο είναι ότι η βία γεννά βία, και αυτό καταδεικνύεται επαρκώς. Από την άλλη όμως, ποιος μπορεί να κατηγορήσει τον γιατρό γι' αυτό που τελικά θα κάνει στον οπλαρχηγό; Νομίζω ότι όλοι μας σχεδόν το ίδιο θα κάναμε. Από την άλλη, οι συνέπειες της εκδικητικότητας είναι κι αυτές τραγικές... Η έλλειψη σαφούς απάντησης για μένα δεν αποτελεί έλλειψη θέσης, γι' αυτό και κάθε άλλο παρά την κατηγορώ για αμηχανία ή ό,τι άλλο. Τι θα μπορούσε να απαντήσει κανείς σε ένα τέτοιο τεράστιο θέμα; Εξ άλλου, αν υπήρχε μια σίγουρη απάντηση, η ανθρωπότητα συνολικά θα ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Ίσα ίσα μάλιστα, που βρίσκω ότι το φιλμ διερευνά πολλαπλές περιπτώσεις, εξετάζει διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης και σε κάποιες απ' αυτές, όπως αυτή του μικρού πρωταγωνιστή, ψάχνει τα ψυχολογικά αίτια που οδηγούν στην εκδικητική του συμπεριφορά. Το τέλος ίσως να είναι καθησυχαστικό και γαλήνιο, τα ερωτήματα όμως που έχουν τεθεί παραμένουν. Όπως και ο προβληματισμός για τις απαντήσεις.
Η ταινία είναι δραματική και κάποιες φορές φτάνει τον θεατή στα όριά του. Το κλίμα είναι διαρκώς απειλητικό, τεταμένο, όλα κινούνται σε μια κόψη. Με κράτησε απόλυτα και, τελικά, την εκτίμησα. Γενικά είναι ένα φιλμ που, εκτός του ότι δεν έκανε κάπου κοιλιά, νομίζω ότι θα προβληματίσει τον θεατή και θα τον κάνει να σκεφτεί ξανά αρκετά πράγματα.
Και κάτι τελευταίο: Πόσο ίδιες είναι οι καταστάσεις, πόσο παρόμοιες οι φάσεις ακόμα και σε προχωρημένες κοινωνίες, όπως η ευνομούμενη Δανία! Τελικά ο άνθρωπος και η φύση του είναι αυτός που δημιουργεί τα προβλήματα, είτε σε "ιδανικό" είτε σε "πρωτόγονο" κοινωνικό περιβάλλον. Όχι ότι αυτό δεν παίζει βέβαια τεράστο ρόλο. Αλλά ο άνθρωπος είναι νομίζω η πηγή των πάντων, θετικών και αρνητικών.

Κυριακή, Ιουνίου 26, 2011

Ο ΚΩΜΙΚΟΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ΓΙΟ-ΓΙΟ


Ήξερα σαν όνομα τον γάλλο Pierre Etaix, αλλά δεν είχα δει ποτέ ταινία του. Αν και γεννημένος το 1928 έχει κάνει 5 μόλις μεγάλου μήκους, δύο - τρία ντοκιμαντέρ και μερικές μικρές, ενώ οι λίγες δημιουργίες του δεν έβγαιναν σχεδόν ποτέ στα σινεμά λόγω προβλημάτων με τα δικαιώματα. Οι κωμωδίες του Ετέξ γυρίστηκαν σχεδόν όλες στη δεκαετία του 60 και μετά, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, ο ιδιόρυθμος αυτός δημιουργός αποσύρθηκε. Κάπου διάβασα για να ασχοληθεί με τη μεγάλη αγάπη του, το τσίρκο. Αγάπη η οποία φαίνεται καθαρά στο "Γιο-γιο", την ταινία του που είδα πρόσφατα.
Ασπρόμαυρη, γυρισμένη το 1965, θεωρείται μια από τις καλύτερές του και, όντως, μας βάζει αμέσως στο προσωπικό σύμπαν ενός, αν μη τι άλλο, πολύ ιδιαίτερου δημιουργού. Ο Ετέξ πρωτοξεκίνησε στο σινεμά σαν βοηθός του Τατί και η επιροή του τελευταίου είναι εμφανής. Ο νους μας είναι φυσικό να πάει κατ' ευθείαν σ' αυτόν, αφού βλέπουμε μια κωμωδία σχεδόν βουβή, με ελάχιστες, μάλλον απλές ατάκες, μια κωμωδία δηλαδή που στηρίζεται στα γκαγκς και στο οπτικό μέρος γενικότερα. Αν προσθέσετε και μια αρκετή δόση μελαγχολίας, αλλά και τη λεπτή διακωμώδηση και διεισδυτική παρατήρηση και σάτιρα της ζωής γύρω μας (των πλούσιων κυρίως), έχετε μια πληρέστερη εικόνα - και μια ακόμα πιο κοντινή ματιά σ' αυτήν του Τατί. Η άλλη επιροή βέβαια είναι ο Τσάπλιν, από τον οποίο έχει πάρει το συγκινητικό στοιχείο, αυτό το πάντρεμα δράματος - κωμωδίας που τόσο τέλεια πετύχαινε ο μεγάλος αυτός δημιουργός.
Η ιστορίας της ταινίας κάνει ένα μεγάλο κύκλο. Μοναχικός εκατομμυριούχος ζει μια βαρετή ζωή στο μυθικό του αρχοντικό, γεμάτο υπηρέτες, ωραίες γυναίκες και κάθε λογής πολυτέλεια. Αυτός όμως πλήττει αφόρητα. Ώσπου, με αφορμή το κραχ του 1929, τα παρατά όλα για να ζήσει τη ζωή που πάντα ποθούσε: Αυτή του πλανόδιου καλλιτέχνη του τσίρκου. Ο γιος του, που τον παρακολουθούμε από παιδί, κάνει ακριβώς την αντίστροφη διαδρομή: Μεγαλωμένος σε τσίρκο, δίχως ποτέ του μόνιμο σπίτι, ονειρεύεται να ανακαινίσει την εγκατελειμένη έπαυλη του πατέρα του, πράγμα που καταφέρνει όταν, μεγάλος πια, γίνεται διάσημος. Αλλά... Βλέπετε, ο κύκλος πρέπει να κλείσει απόλυτα.
Ευρηματικά γκαγκς (εκπληκτικό, μεταξύ άλλων, αυτό του πλούσιου που βγάζει βόλτα το σκυλάκι του δίχως ο ίδιος να βγει από τη λιμουζίνα του), διάχυτη μελαγχολία που τονίζεται από το στοιχείο της μοναξιάς που υπάρχει ακόμα και στις στιγμές της μεγάλης επιτυχίας, αγάπη για το τσίρκο και τη ζωή των πλανόδιων (εδώ συναντάμε φελινικές πινελιές), αγάπη για την περιπέτεια και απέχθεια για το βόλεμα και την ομοιόμορφη ζωή και μια ευπρόσδεκτα απλή αντιμετώπιση της ζωής των πλούσιων, που παρουσιάζεται ως κενή, κούφια, δίχως το παραμικρό συναίσθημα και ανθρωπιά και κάποιος σουρεαλισμός, συνθέτουν αυτή την ιδιόρυθμη ταινία που, αν μη τι άλλο, θα σας διασκεδάσει και θα σας κάνει να ανακαλύψετε (όπως κι εγώ άλλωστε) έναν ξεχασμένο δημιουργό. Ιδιαίτερα αν σας αρέσουν ο Τατί και ο Τσάπλιν, θα βρείτε στο πρόσωπο του κοντούλη και αδύνατου Ετέξ τον σημαντικότερο ίσως επίγονό τους.

Σάββατο, Ιουνίου 25, 2011

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΤΖΟΥΛΙΑ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΤΥΦΛΩΣΗΣ


Για την άνοδο του ισπανικού σινεμά στις τελευταίες δεκαετίες έχω βαρεθεί να μιλάω (κατά την προσωπική μου γνώμη είναι ο πιο ενδιαφέρων σήμερα στην Ευρώπη). Σημαντικό μέρος της ακμής αυτής οφείλεται στην πολύ καλή φάση που περνά το φανταστικό και ο τρόμος ιδιαίτερα. Αντίθετα με την παρακμή του είδους στην Αμερική, όπου προσπαθούν όλο και περισσότερο να μας τρομάξουν με άψογα σχεδιασμένα ψηφιακά τέρατα που πετιούνται ξαφνικά και κάνουν "μπου", οι ισπανοί έπιμένουν σε έναν "παλιομοδίτικο" (ο χαρακτηρισμός εδώ έχει απόλυτα θετικό πρόσημο) τρόμο, που βασίζεται στο μεθοδικό χτίσιμο ανησυχητικής ατμόσφαιρας, στο σενάριο και άλλα πολύ πιο ουσιαστικά κινηματογραφικά στοιχεία από τα εντυπωσιακά εφέ.
"Τα Μάτια της Τζούλια" (Les Ojos de Julia, 2010) του νέου Guillem Morales ακολουθούν την παράδοση αυτή, αλλά, ενώ πετυχαίνουν σε πολλά σημεία, κατά τη γνώμη μου δεν είναι από τα καλύτερα δείγματα του είδους. Μια γυναίκα που κινδυνεύει με τύφλωση υποψιάζεται ότι η αυτοκτονία της επίσης τυφλής αδελφής της (πάσχουν από κληρονομική ασθένεια των ματιών) δεν είναι ακριβώς αυτοκτονία. Εμείς το ξέρουμε από την πρώτη σκηνή, αφού βλέπουμε ότι η κοπέλα δολοφονείται, από εκεί και πέρα όμως οι ανατροπές είναι πάμπολλες.
Το θετικό για μένα, το είπαμε, είναι η δημιουργία μιας αγχωτικής και αρκετά τρομακτικής ατμόσφαιρας, που μοιάζει μ' αυτή του "Ορφανοτροφείου" (υπάρχουν άλλωστε στις δύο ταινίες και αρκετοί κοινοί συντελεστές, με γνωστότερο το παραγωγό εδώ Guillermo Del Torro). Επίσης, πέραν του τρόμου που εξ ορισμού σκορπά ένας κατά συρροήν δολοφόνος, ο Morales παίζει διαρκώς με έναν βαθύτερο και ουσιαστικότερο ανθρώπινο τρόμο: Τον τρόμο της τύφλωσης. Ποιος δεν έχει σκεφτεί κάποτε αυτό το εφιαλτικό ενδεχόμενο, που εδώ αποτελεί το φόντο πάνω στο οποίο χτίζεται η όλη ιστορία; Και βέβαια η εκδοχή αυτή είναι πολύ χειρότερη από την εκ γενετής τύφλωση. Ο τελευταίος δεν γνωρίζει, δεν κατανοεί ουσιαστικά τι είναι αυτό που το λείπει, αφού ποτέ του δεν το έχει βιώσει. Κάποιος όμως που τυφλώνεται, ας πούμε, στα 40 του... καταλαβαίνετε... Αυτό και μόνο το μοτίβο αρκεί να κάνει την ταινία τρομακτική, ακόμα και ενοχλητική κάποιες στιγμές (αυτοί οι όροι, λόγω μιας αρκετά διαδεδομένης κινηματογραφικής διαστροφής, από την οποία βεβαίως πάσχω κι εγώ, θεωρούνται θετικοί για το συγκεκριμένο είδος). Ο ρυθμός επίσης είναι καλός, το σασπένς συνεχές.
Αυτό που με ενόχλησε στο φιλμ είναι μια γενική αίσθηση "too much" που κυριαρχεί. Πολλές ανατροπές, αρκετές δίχως ουσιαστική σημασία, πολλοί τυφλοί μαζεμένοι, αρκετές απιθανότητες και κάποια κενά τόσο σεναριακά όσο και στους χαρακτήρες, με έκαναν να εκτιμήσω την ταινία λιγότερο από το εξ ίσου ατμοσφαιρικό, πιο χαμηλότονο, αλλά και πιο (ίσως και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο) πετυχημένο "Ορφανοτροφείο" που προανέφερα. Γενικά... πώς ακριβώς να το περιγράψω... βγήκα με μια γενική αίσθηση ότι κάπου ο Morales το παράκανε, κάπου του ξέφυγε.
Αυτά πάντως δεν μειώνουν την αξία της σχολής του ισπανικού "χειροποίητου" φανταστικού (διότι περί σχολής πρόκειται, με κοινό στιλ και γνωρίσματα). Ίσως να μη θεωρώ αυτά εδώ τα "Μάτια" ένα από τα καλύτερα δείγματά της, όμως, διάβολε, δεν παύουν να αποτελούν μια ακόμα απόδειξη ότι, επιτέλους, δεν χρειάζονται αστρονομικά ποσά για να κάνεις μια αποτελεσματική ταινία φανταστικού.

Πέμπτη, Ιουνίου 23, 2011

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ "ΑΔΕΛΦΕΣ"


Το 1973 ο Brian De Palma ήταν ακόμα ένας μάλλον άγνωστος νέος σκηνοθέτης, έχοντας στο ενεργητικό του μερικές σχετικά πειραματικές, μάλλον αναρχικές ταινίες, που αμφισβητούσαν το σύστημα και τον πόλεμο του Βιετνάμ ιδιαίτερα ("Hi Mom") - ό,τι δηλαδή έκαναν πολλοί δημιουργοί άμεσα επηρεασμένοι ή αποτελώντας ενεργό μέρος του ελεύθερου πνεύματος των 60ς. Τη χρονιά αυτή όμως ο εν λόγω σκηνοθέτης κάνει μια στροφή που θα αποτελούσε την αρχή του κλίματος που θα χαρακτήριζε το έργο του των 70ς και 80ς, της καλής του δηλαδή περιόδου (ας μη ξεχνάμε ότι ο De Palma είναι δυστυχώς σήμερα ένας από τους πλέον παρακμασμένους δημιουργούς).
Το "Sisters" είναι η αρχή της "αστυνομικής" στροφής του και, κυρίως, η αρχή της λατρείας του για τον Χίτσκοκ, που πάντοτε θεωρούσε δάσκαλό του. Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας κοπέλας που, ενώ θέλει να ερωτευτεί, πρέπει να αντιμετωπίσει την επικίνδυνη αδελφή της... (ή μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα;) και μιας άλλης κοπέλας, που ζει απέναντι και άθελά της γίνεται μάρτυρας ενός φόνου. Στη συνέχεια θα εμφανιστεί ένας εκκεντρικός "κακός" (που μοιάζει καταπληκτικά με τον Τζον Γουότερς!) και εν μέσω φόνων ή προσπαθειών για φόνο, αποκαλύψεων από το παρελθόν και ψυχαναλυτικών ερμηνειών, η δράση θα μεταφερθεί σ' ένα περίεργο ψυχιατρείο - δίχως πάντως να αποφεύγονται οι σεναριακές αφέλειες.
Πρόκειται για καθαρό b-movie (είπαμε ότι ο Ντε Πάλμα ήταν ακόμα σχετικά άγνωστος ανεξάρτητος δημιουργός τότε), αλλά με το φιλμ αυτό απέδειξε ότι ξέρει να φτιάχνει αποτελεσματικά θρίλερ - έστω και με τραβηγμένη πλοκή σ' αυτή την περίπτωση. Και για πρώτη φορά κάνει ανοιχτές αναφορές στον Χίτσκοκ. Η κοπέλα που γίνεται μάρτυρας εγκλήματος στο απέναντι διαμέρισμα παραπέμπει φυσικά άμεσα στον "Σιωπηλό Μάρτυρα", η σταδιακή κορύφωση του σασπένς το ίδιο, το υποβόσκον χιούμορ (γιατί υπάρχει κι αυτό) επίσης.
Σήμερα ίσως το φιλμ φανεί σε πολλούς αστείο και απλοϊκό. Είναι που έχουμε δει έκτοτε τόσα και τόσα παρόμοια... Είναι κι αυτή η απερίγραπτα 70ς αισθητική, με τα ντυσίματα, τα κουρέματα, την ξεθωριασμένη φωτογραφία... ένα συνολικό κλίμα δηλαδή που ή θα κάνει κάποιους να νοσταλγήσουν ή θα τους κάνει να βγάλουν σπυράκια (ή να βάλουν τα γέλια). Σίγουρα δεν είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της καλής περιόδου του δημιουργού, ούτε το καλύτερο θρίλερ όλων των εποχών, είναι όμως η πρώτη, σχετικά πετυχημένη απόπειρά του στον χώρο που θα τον έκανε διάσημο και γι' αυτό έχει νομίζω τη δική της αξία. Μην το δείτε όμως μόνο για ιστορικούς λόγους. Πολλοί φίλοι των παλιών θρίλερ σίγουρα θα το απολαύσουν κιόλας.

Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2011

ΟΛΟ ΚΑΙ ΒΑΘΥΤΕΡΑ ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΤΕΣΤΡΑΜΕΝΗ "EUROPA"


Στην αρχή της καριέρας του, τότε που ακόμα μου άρεσε ανεπιφύλακτα, ο Lars von Trier γύρισε μια τριλογία με θέμα μια κατεστραμένη Ευρώπη, θέμα που διαπραγματεύεται άλλοτε με φανταστικούς και άλλοτε με "ιστορικούς" (σε εισαγωγικά πάντα όταν έχουμε να κάνουμε με τον Τρίερ) όρους. Ξέρω ότι οι περισσότεροι από την τριλογία αυτή εκτιμούν κυρίως το "Στοιχείο του Εγκλήματος". Προσωπικά ωστόσο εκτιμώ εξ ίσου και το σκοτεινό "Europa", το τρίτο μέρος που γυρίστηκε το 1991 (ενώ θυμάμαι ότι είχα πλήξει στο "Epidemic").
Το "Europa" είναι το μέρος της τριλογίας όπου ο δανός σκηνοθέτης πιάνει μια ιστορική και όχι φανταστική, ακαθόριστου χρόνου, στιγμή της ηπείρου: Την κατεστραμένη, υπό κατοχή των συμμαχικών δυνάμεων Γερμανία αμέσως μετά το τέλος του 2ου παγκόσμιου πόλεμου (εποχή που δείχνεται με εξ ίσου συγκλονιστικό τρόπο στον "Τρίτο Άνθρωπο" του Ριντ, αλλά και στο "Berlin Experiment" του Τουρνέρ). Ναι, μπορεί η στιγμή να είναι ιστορική και η Γερμανία τότε να ήταν όντως σε άθλια κατάσταση, αλλά ο τρόπος του Τρίερ μπορούμε να πούμε ότι σχεδόν αγγίζει τα όρια του φανταστικού. Στην ουσία η σκοτεινή, άκρως καταθλιπτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί πολύ λίγο διαφέρει από την αντίστοιχη φανταστική του "Στοιχείου". Κοινό επίσης στα δύο φιλμ είναι και το στοιχείο του υπνωτισμού, που κι εδώ χρησιμοποιείται με μάλλον ανεξήγητο τρόπο. Φαντάζομαι ότι έχει χρησιμοποιηθεί επειδή γοήτευε τον Τρίερ και όχι για καθαρά σεναριακούς λόγους.
Ο αμερικανός, γερμανικής καταγωγής, ήρωας φτάνει στην πάμφτωχη, εξαθλιωμένη Γερμανία για να εργαστεί στο τρένο της εταιρίας Europa, που διασχίζει ολόκληρη τη χώρα. Εκεί θα γνωρίσει την κόρη του ιδιοκτήτη της εταιρίας, αλλά και αρκετούς άλλους, παράδοξους μερικές φορές τύπους, όπως ο αρχηγός της τρομοκρατικής οργάνωσης "Λυκάνθρωποι", ο θείος του κλπ. Καθώς βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο ζοφερό κλίμα της εποχής, τα πάντα γύρω του μοιάζουν να μην είναι αυτό που δείχνουν αρχικά, οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, όλα καταρέουν με γοργούς ρυθμούς, όλα είναι δισυπόστατα καθώς αντίροπες δυνάμεις παλεύουν για αντίθετους σκοπούς (με τελικά θύματα τους απλούς ανθρώπους).
Η εικόνα του φιλμ είναι εντυπωσιακή. Ο Τρίερ χρησιμοποιεί ασπρόμαυρη φωτογραφία, που συχνά χρωματίζει σε κάποια σημεία, διπλοτυπίες και κάθε λογής άλλες πειραγμένες εικόνες, δημιουργώντας ένα εικαστικό αποτέλεσμα που προσωπικά βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Η αφήγηση είναι κι αυτή υπνωτική, όπως και το κυρίαρχο θέμα του υπνωτισμού που αναφέραμε αρχικά, η διαρκής βροχή δημιουργεί ένα μόνιμα υγρό κλίμα (γενικά το υγρό στοιχείο κυριαρχεί κι εδώ, όπως στο "Στοιχείο του Εγκλήματος"), η ιστορία γίνεται όλο και πιο ασφυκτική και αγχώδης καθώς ο ήρωας οδηγείται σε αδιέξοδο, το τέλος είναι κι αυτό απισιόδοξο. Ιδεολογικά ο δημιουργός μοιάζει να συμπονά την διαλυμένη και διχασμένη χώρα (διάλυση βεβαίως που κράτησε λίγο μόνο χρόνια, καθώς η Γερμανία ανέκαμψε ταχύτητα για να γίνει σύντομα η ισχυρή χώρα που ξέρουμε σήμερα). Γενικά η αίσθηση της χαμένης, παλιάς δόξας και της οδύνης για την καταστροφή, είναι κυρίαρχες.
Πιθανότατα η τριλογία συμβολίζει την παρακμή της Ευρώπης, της κάποτε κυρίαρχης στον κόσμο δύναμης, που τώρα τρέχει πίσω από την Αμερική και τις αναδυόμενες ασιατικές δυνάμεις. Ό,τι κι αν συμβολίζει πάντως, ο Τρίερ, πριν γίνει συχνότατα εξοργιστικός, καταφέρνει να το δώσει με εξαιρετική δύναμη εικόνων και (παρακαλώ προσέξτε το αυτό) με έναν τρόπο σχεδόν πειραματικό, που σίγουρα θα ξενίσει και θα κουράσει πολλούς (όπως είπα στην αρχή δεν συγκαταλέγομαι ανάμεσά τους).

Κυριακή, Ιουνίου 19, 2011

"ΑΠΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ", ΑΣΤΕΙΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ



Γνωρίζετε τον Hal Hartley; Έναν εξαίρετο αμερικάνο ανεξάρτητο σκηνοθέτη, που δυστυχώς είχε μάλλον μικρή διάρκεια, κάνοντας μια σειρά από ιδιόρυθμες ταινίες στα πρώτα χρόνια των 90ς και μετά... το χάος (η τελευταία μεγάλη του έγινε το 2006). Το "Simple Men" πάντως του 1992 είναι νομίζω από τις πιο καλές και πλέον χαρακτηριστικές του πολύ προσωπικού του ύφους.
Η ταινία αφηγείται τις περιπέτειες δύο απένταρων αδελφών που ψάχνουν τον χαμένο και σχεδόν άγνωστο σ' αυτούς πατέρα τους. Ο ένας γιατί το θέλει πολύ, ο άλλος με το ζόρι, επειδή έχει μπλεξίματα με την αστυνομία και καλό είναι να την κάνει, οπότε... Θα καταλήξουν σε ένα μπαρ και αγρόκτημα που έχει μια δυναμική γυναίκα, όπου πολλά παράξενα και αστεία θα συμβούν.
Το φιλμ είναι τρυφερό, γλυκό, ανθρώπινο και ταυτόχρονα πολύ αστείο. Προσοχή όμως: Το χιούμορ του Hartley είναι πολύ προσωπικό και ίσως κάποιοι να μη γελάσουν. Οι βασικές επιροές του είναι, νομίζω, από τον Τζάρμους, αφού ο Hartley φτιάχνει ένα κάπως παρόμοιο κλίμα στις καλές ταινίες του. Για μένα η βασική του αρετή (και πηγή του χιούμορ) είναι οι απίστευτοι χαρακτήρες των ηρώων του και όσων τους περιβάλλουν. Στην ουσία πρόκειται για μια πινακοθήκη λίγο - πολύ λοξών τύπων, τους οποίους ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει με κατανόηση και τρυφερότητα. Ο ερωτοχτυπημένος σερίφης που λέει συνεχώς ατάκες για το πόσο άδικη και μαύρη είναι η ζωή, ο 70άρης αναρχικός πατέρας που απαγγέλει τσιτάτα του γνωστού επαναστάτη αναρχικού Μαλατέστα, η αλλόκοτη νεαρή ρουμανικής καταγωγής ερωμένη του, ο στα όρια της παράνοιας πρώην σύζυγος της ιδιοκτήτριας του μπαρ, ο βοηθός της με το κόλλημα με το παλιό ροκ, ο γαλλομαθής βενζινάς, είναι μερικοί απ' αυτούς που συνθέτουν τον ξεκαρδιστικό (για μερικούς τουλάχιστον) και "χαριτωμένο" - έστω κι αν μερικοί... χμμμ... - μικρόκοσμο του Χάρτλεϊ. Από την άλλη σκηνές όπως αυτή του χορού στο μπαρ, με την Elina Lowenson στα καλύτερά της, μένουν χαραγμένες στη μνήμη με το αλλόκοτο και πάντα αστείο ύφος τους. Οι ατάκες είναι κοφτές, οι διάλογοι επίσης. Ορισμένες καταστάσεις είναι στα όρια του σουρεαλισμού. Βρισκόμαστε στην καρδιά του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά στις καλές - για μένα - στιγμές του.
Προσωπικά, όπως καταλάβατε, το φιλμ αυτό μ' αρέσει πολύ. Και το χιούμορ και η τρυφερότητα κι η ανθρωπιά που αποπνέει, η γενική αίσθηση του "άσε τον κόσμο να είναι όπως θέλει ο καθένας" ή, αν προτιμάτε, "κι οι ιδιόρυθμοι έχουν μια θέση σ΄αυτόν τον κόσμο, ιδιαίτερα αν δεν πειράζουν κανέναν". Σας προειδοποιώ όμως: Το "Simple Men" και ο Hartley της σύντομης καλής περιόδου του θα αρέσουν μόνο σε ανθρώπους που τη βρίσκουν με δημιουργούς ιδιόρυθμους όπως ο Τζάρμους, που προανέφερα, ή ο Καουρισμάκι. Οι υπόλοιποι ας ψάξουν για πιο συμβατικές κωμωδίες.

Σάββατο, Ιουνίου 18, 2011

ΟΤΑΝ Ο ΗΛΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΨΕΥΤΗΣ, ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ ΔΕΙΧΝΕΙ



Στα 1994 η κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού" ήταν ακόμα νωπή και ίσως η εξέλιξη των πραγμάτων ακόμα αβέβαιη. Τότε ο Nikita Mikhalkov γυρίζει τον "Ψεύτη Ήλιο" (Utomlyonnye solntsem για τους ρωσομαθείς φίλους μας), που είναι μια από τις πρώτες ρωσικές ταινίες που μιλά τόσο ανοιχτά για τον σταλινικό ολοκληρωτισμό και τις εφιαλτικές διώξεις που έγιναν την εποχή της παντοκρατορίας του. Πλην όμως η ταινία δεν είναι στενά (και στεγνά) πολιτική, με την έννοια ότι μιλά για το θέμα που την καίει μέσα από ένα δράμα, μέσα από την καθημερινότητά (συχνά με χιουμοριστικές πινελιές) και το παρελθόν των χαρακτήρων της, μέσα από ερωτικές ιστορίες τρέχουσες ή παλιές. Κατά τη γνώμη μου η αρετή της βρίσκεται στο πάντρεμα του προσωπικού με το πολιτικό στοιχείο, η ανάδυση του πολιτικού δράματος μέσα από μια α λα Τσέχοφ ματιά.
Ο συνταγματάρχης Κοτόφ περνά ειδυλλιακές στιγμές στο εξοχικό του σπίτι με την πολυμελή του οικογένεια - και κυρίως βέβαια με την αγαπημένη του γυναίκα και τη μικρή του κόρη. Η αναπάντεχη επίσκεψη ενός γνωστού από το παρελθόν δημιουργεί μια παράξενη αναταραχή και, σιγά - σιγά, το παρελθόν, αλλά και το αληθινό πρόσωπο του παρόντος, αρχίζουν να αποκαλύπτονται.
Ο Μιχαλκόφ βρίσκεται σίγουρα σε καλές στιγμές, το δράμα είναι πυκνό, η κατάληξη συγκλονιστική. Βρίσκω μάλιστα πολύ δυνατές τις σκηνές προς το τέλος, όπου οι ήρωες που γνωρίζουν την αλήθεια εξακολουθούν να προσποιούνται πως τα πάντα εξακολουθούν να είναι ειδυλιακά μποροστά στα υπόλοιπα, ανύποπτα μέλη της οικογένειας.
Ίσως κάποιες αντιρήσεις μου βρίσκονται ακριβώς σ' αυτό το "ειδυλιακά", λέξη που επαναλαμβάνω συχνά εδώ. Ο σκηνοθέτης, μέσα στον προφανή αντισταλινισμό του (πολύ καλά κάνει), τον οποίο τονίζει με κάθε δυνατό τρόπο (θυμηθείτε το πελώριο αερόστατο με την εικόνα του Στάλιν που μοιάζει να καλύπτει τα πάντα), αλλά και μέσα από την αντίθεσή του σε όλο το σοβιετικό καθεστώς, οδηγείται σε μια μάλλον μανιχαϊστική λογική: Οτιδήποτε σχετίζεται με το καθεστώς αυτό είναι νομοτελειακά κακό (τα τανκς που μπαίνουν στα χωράφια στην αρχή, οι μάλλον ηλίθιες ασκήσεις άμυνας κατά ενδεχόμενου χημικού πολέμου που καταστρέφουν την καλή διάθεση του πλήθους, οι πράκτορες στο τέλος...), ενώ οτιδήποτε σχετίζεται με τις ξένοιαστες οικογενειακές στιγμές του ήρωα υπέροχο. Γενικά βρήκα το όλο πράγμα πολύ άσπρο - μαύρο. Και, για να επιστρέψουμε στο "ειδυλιακό" που λέγαμε, η περιγραφή της πλούσιας και ξένοιαστης οικογενειακής ζωής του σοβιετικού ήρωα συνταγματάρχη, με την τεράστια οικογένεια, την υπηρέτρια (!) που όλοι πειράζουν, τις γραφικές γριούλες που αναπολούν το Παρίσι, ενώ γύρω τους οι αγρότες είναι εμφανώς φτωχοί και μοχθούν, όλα παραπέμπουν σε εικόνες της τσαρικής αριστοκρατίας. Δεν μπορεί κανείς να πιστέψει ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς. Άθελά του ίσως ο Μιχαλκόφ αποκαλύπτει ότι νοσταλγεί αυτές τις "ειδυλιακές" (για τους αριστοκράτες) εποχές, ανεξάρτητα από τη σωστή κριτική του κατά του σοβιετικού συστήματος (για να μην πείτε ότι συμπαθώ αυτό το καταπιεστικό αλήστου μνήμης σύστημα).
Πέραν όλων αυτώ όμως, βρίσκω τον "Ψεύτη Ήλιο" μια πολύ δυνατή ταινία και ένα από τα σημαντικά δράματα των τελευταίων δεκαετιών. Και, επί πλέον, μια ταινία με τη σφραγίδα αυτού που λέμε "ρωσική ψυχή". Αξίζει νομίζω να τη δείτε, παρά τις αντιρρήσεις που εξέφρασα.

ΥΓ: Ο σκηνοθέτης είναι και πρωταγωνιστής της ταινίας, ενσαρκώνοντας τον συνταγματάρχη.

Τετάρτη, Ιουνίου 15, 2011

ΟΙ X-MEN ΠΡΙΝ ΓΙΝΟΥΝ ΟΠΩΣ ΤΟΥΣ ΞΕΡΟΥΜΕ


Το έχω πει πολλές φορές: Βαριέμαι τα περισσότερα υπερηρωικά φιλμ και όλα σχεδόν τα αντίστοιχα κόμικς. Υπάρχουν ωστόσο και ορισμένες εξαιρέσεις. Οι Batman του Μπάρτον και του Νόλαν είναι μερικές απ' αυτές. Η σειρά των Χ-Men είναι μια άλλη - όχι τοσο καλή κατά τη γνώμη μου όσο οι "Μπάτμαν", αλλά πάντως μου είναι συμπαθής.
Αφού λοιπόν η εν λόγω ομάδα μεταλλαγμένων έμοιαζε να έχει ολοκληρώσει την παρουσία της στην οθόνη με τα τρία πρώτα φιλμ, το Χόλιγουντ σκέφτηκε - τι πρωτότυπο - να φτιάξει ένα πρίκουελ, τουτέστιν "πώς ξεκίνησαν όλα", όταν ακόμα φτιαχνόταν η υπερομάδα, και έκανε το "Χ-Μen: Η Πρώτη Γενιά" (2011). Μεταφερόμαστε λοιπόν αρχικά στον Β' Παγκόσμιο και στη συνέχεια στο 1962, μπλεκόμαστε ευχάριστα με μια σειρά από ιστορικά γεγονότα... και στο τέλος μαθαίνουμε τι πραγματικά συνέβει με την αμερικανορωσική εμπλοκή στον Κόλπο των Χοίρων και πώς τελικά η ανθρωπότητα γλύτωσε στο τσακ έναν πυρηνικό όλεθρο. Το καλό είναι ότι τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Matthew Vaughn, τον οποίο συμπαθώ ιδιαίτερα με τά το "Kick Ass", και νομίζω ότι τα κατάφερε μια χαρά.
Δίχως να γίνεται ο κακός χαμός στο πανί, δίχως τη βαρετή μετά τα πρώτα 5 λεπτά βιντεοκλιπίστικη οπτική, με βάρος σε διαλόγους και χαρακτήρες, με απόλυτα δικαιολογημένες εναλλαγές "καλών" - "κακών", η ταινία βλέπεται πολύ ευχάριστα νομίζω, δίχως βεβαίως να αποτελεί και κανένα σταθμό της 7ης Τέχνης. Απλώς περνάς μια χαρά, αφού γι' αυτό ακριβώς έχεις πάει σε ένα τέτοιο φιλμ, και μάλιστα δίχως να πηγαίνει να σπάσει το κεφάλι σου απ' τη δίωρη βαβούρα όταν φεύγεις. Και επιπλέον υπάρχει, όπως και στα υπόλοιπα της σειράς, το σοβαρό θέμα που υποβόσκει στους X-Men και είναι το σήμα κατατεθέν τους: Αυτό της διαφορετικότητας και της αποδοχής της ή μη από την κοινωνία.
Μ' αυτό το σκεπτικό έχει ιδιαίτερο βάρος ο ρόλος του (μελλοντικού) Μαγκνέτο και η μετατροπή του σε "κακό", με το ενδιαφέρον στοιχείο ότι η μετατροπή αυτή είναι δικαιολογημένη. Πολύ απλά, πολλοί από εμας θα ακολουθούσαμε πιθανόν τον ίδιο ακριβώς δρόμο με τον βασανισμένο αυτόν υπερήρωα και δεν θα είχαμε καν τύψεις. Βρισκόμαστε δηλαδή πολύ μακριά από τον Απόλυτο Κακό που θέλει να καταστρέψει άνευ λόγου τον κόσμο ή κάτι τέτοιο εξ ίσου βαθυστόχαστο. Ε, όλα αυτά, συν την καλή σκηνοθεσία και το σενάριο που κρατά τον θεατή, είναι τα θετικά μιας ταινίας του είδους αυτού. Είπαμε: Όταν βλέπεις τέτοια φιλμ, κάτι τέτοια στοιχεία είναι το καλύτερο που μπορείς να περιμένεις.
Α, υπάρχει και ένα διαρκές κλείσιμο ματιού και αναφορές στα κόμικς, αλλά αυτές τις πιάνει σε βάθος μόνο ένας φαν των κόμικς αυτών. Επειδή εγώ δεν είμαι, σίγουρα κάτι έχασα που κάποιοι άλλοι κατάλαβαν και διασκέδασαν περισσότερο.

Κυριακή, Ιουνίου 12, 2011

"ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ": ΕΝΑ ΔΥΣΤΟΠΙΚΟ ΝΟΥΑΡ


Έχω απόλυτα αντικρουόμενα συναισθήματα για τον εκκεντρικό δανό Lars von Trier. Άλλες ταινίες του μ' αρέσουν πολύ κι άλλες μισώ, πράγμα μάλλον λογικό, αφού πρόκειται για ένα είδος σχιζοφρενικής προσωπικότητας (ας μη μιλήσουμε και για τις ναζιστικές του συμπάθειες). Μερικές από τις πρώτες ταινίες του πάντως, όπως το "Στοιχείο του Εγκλήματος" και το "Europa" είναι από τις αγαπημένες μου. Το πρώτο ("Forbrydelsens element" ο δανέζικος τίτλος) γυρίστηκε το 1984 και είναι η ταινία που τον έκανε γνωστό στη χώρα μας.
Σίγουρα δύσκολη ταινία, με πολύ ιδιαίτερη εικαστική άποψη και δίχως απόλυτα ξεκάθαρη πλοκή, είναι αναμενόμενο να ενοχλεί όσους αρέσκονται σε μια καθαρή, γραμμική αφήγηση και όχι σε ένα κινηματογραφικό παιχνίδι όπως αυτό. Πρόκειται για φιλμ νουάρ, με πλήθος αναφορών, οπτικών και σεναριακών, στο είδος, το οποίο όμως διαδραματίζεται σε μια ακαθόριστης εποχής παρακασμένη, κατεστραμένη και δυστοπική Ευρώπη (ο Τrier έχει κάνει ένα είδος τριλογίας μεταξύ 1984-1991 με θέμα την παρακμή και καταστροφή της Ευρώπης), οπότε εντάσεται και στο χώρο του φανταστικού. Ο ήρωας, ένας μπάτσος που για χρόνια ζει στο Κάιρο, καλείται να επιστρέψει στη βόρεια Ευρώπη για να βοηθήσει στον εντοπισμό ενός σίριαλ κίλερ και βασίζει την έρευνά του στο βιβλίο που φέρει τον τίτλο της ταινίας, το οποίο έγραψε ο γέρος μέντοράς του και βάσει του οποίου ο ερευνητής πρέπει να μπει βαθιά στο μυαλό του διαταραγμένου δολοφόνου.
Τα σημάδια της πλήρους κατάρευσης της ηπείρου είναι κάτι παραπάνω από εμφανή. Σ' αυτά άλλωστε βασίζεται και ολόκληρη η εξαίρετη κατά τη γνώμη μου αισθητική του φιλμ. Τα πάντα είναι καλυμένα από νερό, όπου επιπλέουν ή είναι βυθισμένα κάθε λογής αντικείμενα (αλλά και νεκρά άλογα). Τα πάντα διαποτίζονται θαρρείς από τη μόνιμη υγρασία, ενώ η βροχή είναι διαρκής. Οι άνθρωποι αυτοκτονούν τελετουργικά, τα πάντα είναι διαβρωμένα, σκουριασμένα, ξεφτισμένα. Ο κόσμος (ή μάλλον η Δύση) καταρέει.
Μέσα σ' αυτό το αποκαλυπτικό κλίμα με τις εντυπωσιακές εικόνες της παρακμής, το αστυνομικό μέρος της ιστορίας περνά σε δεύτερο πλάνο. Ο Trier δεν δίνει καμιά εξήγηση για το τι ακριβώς συμβαίνει, γιατί η ήπειρος βρίσκεται σ' αυτή την εφιαλτική κατάσταση, τι ακριβώς είναι το "μεγάλο άλμα", με το οποίο πεθαίνουν οι άνθρωποι... Αφήνει μόνο τις εικόνες να μιλήσουν. Και τον ήρωα που μπαίνει όλο και πιο βαθιά στο παρακμιακό κλίμα και, συγχρόνως, στο μυαλό του δολοφόνου που κυνηγά ακολουθώντας βήμα - βήμα την πορεία του σε ένα εφιαλτικό οδοιπορικό. Ένα άλλο στοιχείο, κοινό στις πρώτες ταινίες του, είναι αυτό του υπνωτισμού, που επαναλαμβάνεται και στο "Europa". Ο σκηνοθέτης μοιάζει να γοητεύεται απ' αυτό και το βάζει στην ταινία, αλλά ο τρόπος και το γιατί ακριβώς το χρησιμοποιεί δεν είναι ξεκάθαρο. Όντως δεν καταλαβαίνω ακριβώς το γιατί ο ήρωας υπνωτίζεται για να ανακαλέσει την περιπέτειά του στην Ευρώπη, όπως και το τι ακριβώς συμβαίνει - σε σχέση με τον υπνωτισμό πάντα - στο τέλος.
Η πειραγμένη και φιλτραρισμένη φωτογραφία κυριαρχείται από πορτοκαλί - ώχρα χρώματα, επιτείνοντας έτσι την ατμόσφαιρα σκουριάς και αλλοίωσης των πάντων. Γενικά μιλώντας θα χαρακτήριζα το φιλμ ως μια κατ' εξοχήν ταινία ατμόσφαιρας, που κυριαρχεί πάνω σε κάθε άλλο στοιχείο. Τι θέλει να μας πει ο Trier; Δύσκολο να πούμε, εκτός από μια βάσιμη εικασία: Μας μιλά με το δικό του τρόπο για την παρακμή του δυτικού πολιτισμού. Δύσκολη λοιπόν και η ταινία για πολλούς, το είπαμε, αλλά για μένα ένα από τα καλύτερα φιλμ που βασίζονται στην ατμόσφαιρα - και μένουν γι' αυτό χαραγμένα στο μυαλό.

Παρασκευή, Ιουνίου 10, 2011

ΤΟ "ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ" ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΟΛΑ, ΑΛΛΑ...



Δηλώνω από την αρχή ότι με τις δύο μόνο ταινίες του που έχω δει, δεν θεωρώ τον Terrence Malick ως «έναν από τους μεγαλύτερους δημιουργούς όλων των εποχών» ή κάτι τέτοιο. Απόλυτος περφεξιονίστας ναι. Μεγαλεπήβολος ως εκεί που δεν παίρνει, βεβαίως. Άνθρωπος που περιφρονεί τους κανόνες και δεν ενδιαφέρεται για την εμπορική επιτυχία των ελάχιστων ταινιών του, επίσης. Ανυποχώρητος μπροστά στην πραγμάτωση του οράματός του, κι αυτό. Αλλά, παρ’ όλα αυτά δεν μπορώ να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό κάποιων γι’ αυτόν.
«Το Δέντρο ης Ζωής» του 2011 είναι κι αυτό μεγαλεπήβολο (φυσικά). Ο Malick θέλει κυριολεκτικά να τα πει όλα. Όχι μόνο για τον άνθρωπο ή/και τη ζωή, αλλά και για ολόκληρο το Σύμπαν! Έτσι δεν διστάζει να μας δείξει εκπληκτικές εικόνες από το διάστημα, από πλήθος ουράνιων σωμάτων, αποκαλυπτικές εικόνες του πλανήτη, δεινόσαυρους, μετεωρίτες που χτυπάν τη γη και άλλα πολλά, για να κάνει τελικά βουτιά στον εξ ίσου ονειρικό μικρόκοσμο και να καταλήξει στη γέννηση ενός παιδιού! Στην ουσία βέβαια διηγείται την ιστορία μιας πενταμελούς οικογένειας με καταπιεστικό πατέρα και αγγελική μητέρα, κυρίως με flash-back, μετά το θάνατο του ενός από τους τρεις γιους (δεν είναι spoiler, το μαθαίνουμε από την αρχή). Φυσικά και πάλι, όλα αυτά είναι συμβολικά για να μας μιλήσει «για τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα».
Οι διαφωνίες μου επικεντρώνονται στην έντονα θρησκευτική / χριστιανική ματιά του. Από την αρχή κιόλας μας μιλά για τη διαφορά φύσης και (θείας) χάρης, ο Ιώβ και τα παθήματά του αναφέρονται συχνότατα και καταλήγουμε σε απόλυτα μεταφυσικό φινάλε, που θυμίζει το πρόσφατο «Hereafter” του Ίστγουντ. Συγνώμη, αλλά ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα «της θρησκείας» και, ακόμα περισσότερο, ποτέ δεν χώνεψα τις ιστορίες με το θεό που στέλνει τις φριχτότερες δυνατές δυστυχίες στους πολύ πιστούς και αγαπημένους του «για να τους δοκιμάσει» ή κάτι τέτοιο (περίπτωση Ιώβ), όπως εδώ στην υπέροχη, γεμάτη αγάπη και πίστη μητέρα. Ούτε και με ενδιέφερε ποτέ η μόνιμη επωδός «άγνωστες οι βουλές του Κυρίου», όταν γίνεται η προφανής περί κατάφορης αδικίας ερώτηση. Ευχαριστώ πολύ, αλλά δεν θα πάρω.
Μένει λοιπόν η ταινία. Η οποία είναι πλημμυρισμένη από κάτι παραπάνω από πανέμορφες εικόνες. Είτε κινηματογραφεί τη γέννηση ενός πλανήτη είτε το πότισμα του γκαζόν σε μια αυλή, τα πλάνα είναι εκπληκτικά, αποτελούν έργα τέχνης από μόνα τους. Ίσως βέβαια, θα παρατηρήσουν δικαίως μερικοί, κάποια στιγμή «μπουχτίζεις» απ’ όλη αυτή την ομορφιά, αλλά πάντως η ομορφιά παραμένει. Όπως μένει και η παράξενη, ρευστή αφήγηση των γεγονότων. Ο τρόπος που ο Malick αφηγείται τη μάλλον κοινότοπη ιστορία της οικογένειας, μπορώ να πω ότι με γοήτευσε. Σύντομες σκηνές, συνειδητά δίχως κορυφώσεις, "μαλακό" πέρασμα από τη μία σκηνή στην άλλη. Αφηγηματική ρευστότητα, η λέξη αυτή μου ξανάρχεται σαν χαρακτηριστική του τρόπου του.
Έγιναν διάφορες συγκρίσεις με τον Κιούμπρικ. Σίγουρα και οι δύο δημιουργοί μάς έδειξαν υπέροχες εικόνες, σίγουρα έχουν πάντοτε κάτι μεγαλεπήβολο, το είπαμε. Στο συγκεκριμένο φιλμ υπήρχε και η παραληρηματική ροή κοσμικών εικόνων που κόβουν την ανάσα, με τη συνοδεία κλασικής μουσικής, ροή που νομίζω ότι κρατά γύρω στα 15 λεπτά (τεράστιος κινηματογραφικός χρόνος), που βέβαια φέρνει στο νου την περίφημη μεγάλη, ψυχεδελική σκηνή προς το τέλος της «Οδύσσειας του Διαστήματος» (αλλά και τη συνεχή ροή εικόνων στο Koyanisqatsi), οπότε η σύγκριση έρχεται μοιραία. Δεν νομίζω όμως ότι τα κάποια κοινά χαρακτηριστικά είναι ικανά για μια τέτοια σύγκριση. Δεν νομίζω ότι ο Malick, ο οποίος μάλιστα έχει και ελάχιστο ποσοτικά έργο, μπορεί να φτάσει τον μεγάλο δημιουργό.
Παραλείπω λοιπόν το ιδεολογικό μέρος και την αφέλεια (τα οποία ωστόσο νομίζω ότι θα γοητεύσουν πολλούς), κρατώ τις πανέμορφες (μέχρι σκασμού) εικόνες, την υπέροχη μουσική, την αφήγηση, στέκομαι αμήχανος μπροστά στο τόσο, μα τόσο μεγαλεπήβολο όραμα… και πάω για κάτι άλλο, περισσότερο του γούστου μου και δίχως όλη αυτή τη μεταφυσική σάλτσα.

Τρίτη, Ιουνίου 07, 2011

ΤΑ ΚΟΥΡΕΛΙΑ ΠΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΟΥΝ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΝ ΑΚΟΜΑ



Το 1979 ο Νίκος Νικολαϊδης (1939-2007) γυρίζει τη δεύτερη ταινία του, που θα τον έκανε γνωστό και θα αποτελούσε την αφετηρία της cult για τα ελληνικά δεδομένα φήμης του. «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα» έσκασαν σαν κεραυνός εν αιθρία στο άρτι μεταπολιτευτικό και πέρα για πέρα πολιτικοποιημένο ελληνικό σινεμά της εποχής και, βέβαια, δεν έμοιαζαν με τίποτα άλλο του τότε.
Εδώ ο σκηνοθέτης ξεδιπλώνει για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα τις εμμονές του, που θα τον ακολουθούσαν σε όλο το υπόλοιπο έργο του (και που, βέβαια, είχαν φανεί από την προηγούμενη, πρώτη ταινία του, την «Ευριδίκη»): Εγκλεισμός σε σπίτι, νοσταλγία για τη δεκαετία του 50 και για τις εποχές που χάθηκαν γενικότερα, μαύρο χιούμορ και ενίοτε σουρεαλιστικές καταστάσεις, απίστευτες ατάκες, μπαρόκ ατμόσφαιρα… πολύ λιγότερο παρακμιακή πάντως απ’ όσο στα άλλα του φιλμ. Και μιλά βέβαια για τα πράγματα που πάντα τον ενδιέφεραν.
Κεντρικό μοτίβο αποτελεί η παλιά παρέα που, χρόνια μετά, ξαναμαζεύεται στο σπίτι ενός από τα μέλη της, που έχει μετατραπεί σε κάτι σαν σίριαλ κίλερ. Θυμούνται τα παλιά και ανάμεσα σε πλάκες, σεξ, ροκ εντ ρολ και ιστορίες του παρελθόντος, πασχίζουν να αναβιώσουν τη νιότη τους και τα όσα έκαναν τότε. Πράγματα και εποχές δηλαδή που, φευ, έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί.
Η ταινία είναι πραγματικά πλημμυρισμένη από νοσταλγία για όσα έχουν φύγει. Μπορεί το πρόσχημα να είναι οι δεκαετίες του 50 και λιγότερο του 60 στην Αθήνα, και οι πάμπολλες αναφορές σ’ αυτές (βιώματα βέβαια του ίδιου του δημιουργού), ουσιαστικά όμως η νοσταλγία αυτή παίρνει πολύ γενικότερες νομίζω διαστάσεις, αφού τελικά πρόκειται για τη νοσταλγία όλων των ανθρώπων για τη νιότη που πέρασε δίχως δυνατότητα επιστροφής. Το στοιχείο αυτό τονίζεται ακόμα περισσότερο στο φιλμ, αφού όλα σχεδόν τα μέλη της παρέας «έχουν μείνει εκεί πίσω» και είναι απόλυτα απροσάρμοστες στο σήμερα προσωπικότητες, ένα σήμερα που γι' αυτούς μοιάζει κενό και αδύνατο να αποδεχτούν. Καλύτερα να πεθαίνει κανείς νέος, μοιάζει να λέει ο Νικολαϊδης. Αλλιώς, υπάρχει μονάχα η μελαγχολία και η νοσταλγία για όσα έφυγαν.
Το βαρύ, θανατερό ενίοτε κλίμα που επικρατεί, υπονομεύεται διαρκώς από το περίφημο χιούμορ (συχνά κατάμαυρο, όπως είπαμε στην αρχή) του σκηνοθέτη. Έτσι το φιλμ κυλά πολύ περισσότερο ευχάριστα απ’ όσο θα περίμενε κανείς από το θέμα του. Θέμα που, βέβαια, προηγείται χρονικά της πολύ γνωστής «Μεγάλης Ανατριχίλας» του Κάσνταν, που κάπως κινείται στα ίδια μοτίβα. Από την άλλη είναι και οι θανατερές ατάκες του Νικολαϊδη (θυμηθείτε το «Άκου, πτώμα, να μαθαίνεις» που λέει ο Τζούμας σε μια νεκρή κοπέλα, ενώ θυμούνται παλιές φάσεις με τον Άλκη), που καταφέρνουν να απογειώσουν τα τόσο σκοτεινά θέματα που κυριαρχούν.
Η «Γλυκειά Συμμορία» είναι σίγουρα η γνωστότερη και πιο δημοφιλής ταινία του ιδιόρρυθμου δημιουργού. Ωστόσο στο προσωπικό μου πάνθεον η αγαπημένη είναι αυτά εδώ τα «Κουρέλια». Με έπιασε απόλυτα αυτό το πέρα για πέρα μελαγχολικό και νοσταλγικό κλίμα, αυτή η διαρκής αίσθηση ότι όσα αφήσαμε πίσω μας δεν θα ξανάρθουν ποτέ, αυτή η προσκόλληση (μέχρι παράνοιας βέβαια στο φιλμ) στην εφηβική – νεανική ηλικία. Όχι για τις συγκεκριμένες αναφορές και φάσεις, αφού δεν έζησα τη δεκαετία του 50, αλλά γενικότερα. Το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου και η δυσκολία προσαρμογής στα διαρκώς καινούρια δεδομένα των ζωών μας δεν μπορεούν να αφήσουν κανέναν ασυγκίνητο.

Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2011

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΗΣ "ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΡΑΚΕΛΑ"


Η Queen Raquela είναι μια φιλιππινέζα τραβεστί πόρνη με πολλά όνειρα (το να ζήσει στο Παρίσι είναι ένα από τα κυριότερα). Ο σκηνοθέτης Olaf de Fleur Johannesson (Olafur Johannesson το πραγματικό του) είναι ισλανδός. Αποφασίζει λοιπόν το 2008 να κάνει μια ταινία για τη Ρακέλα (και την απίθανη σύνδεση Φιλιππίνων - Ισλανδίας). Για την καθημερινή ζωή της, τα όνειρά της, το ταξίδι της στην Ευρώπη. Ο τίτλος του φιλμ "The Amazing Truth about Queen Raquela".
Η ταινία είναι ημι-ντοκιμαντερίστικη. Στην αρχή μάλιστα, για τουλάχιστον ένα τέταρτο, ήμουν σίγουρος ότι πρόκειται για καθαρό ντοκιμαντέρ. Αργότερα, όταν άρχισαν να προστίθενται κάποια (στοιχειώδη) μυθοπλαστικά στοιχεία, κατάλαβα ότι δεν πρόκειται ακριβώς για τέτοιο, αλλά περίπου. Οι ήρωες (-ίδες) παίζουν τους εαυτούς τους. Η Ρακέλα είναι και στην πραγματικότητα ό, τι ακριβώς βλέπουμε στο φιλμ. Το ίδιο και οι τρανσέξουαλ φίλες της, που είναι όντως οι αληθινές της φίλες. Ακόμα όμως κι όταν μπαίνουν τα μυθοπλαστικά στοιχεία που λέγαμε, πάλι ο σκηνοθέτης φροντίζει να μην υπάρχουν εξάρσεις, κορυφώσεις, οι εικόνες να είναι απόλυτα καθημερινές, ώστε ολόκληρο το φιλμ τελικά να διαθέτει μια εντονότατη ντοκιμαντερίστικη αίσθηση.
Ο Johannesson αντιμετωπίζει με συμπάθεια και ζεστασιά τον ήρωά(-ίδα) του και τελικά, δίχως την παραμικρή κορώνα, έξαρση ή διδακτισμό, αυτό που μένει είναι η αίσθηση ότι και αυτή η τόσο ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων δεν παύει κατά βάθος να είναι σαν οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο πλάσμα του πλανήτη. Με καθημερινά όνειρα, με ευαισθησίες, με τον ίδιο πόθο με όλους μας να καλυτερέψει η ζωή μας (γι' αυτό άλλωστε η Ρακέλα έχει τόσο πολύ μυθοποιήσει τη μακρινή γι' αυτήν Ευρώπη), με τις ίδιες αγωνίες, με την ίδια συνηθισμένη ρομαντική επιθυμία να γνωρίσει τον "αληθινό έρωτα".
Όλη αυτή η συμπαθητική, πέρα για πέρα αληθινή αίσθηση που βγάζει η ταινία είναι νομίζω το προτέρημά της. Ωστόσο το απόλυτα ντοκιμαντερίστικο ύφος, η flat αφήγηση, η έλλειψη "συμβάντων" και το στοιχειώδες στόρι ίσως κουράσουν αρκετούς θεατές. Αυτό βέβαια ήταν ο στόχος της ταινίας (όχι να κουράσει τους θεατές, εννοώ να καταγράψει την καθημερινότητα - και το ταξίδι - της ηρωίδας δίχως υπερβολές και όσο πιο κοντά στην πραγματικότητα γίνεται). Τελικά μένει ένα συμπαθητικό πορτρέτο. Κι αυτή η λέξη θα χαρακτήριζε για μένα και ολόκληρο φιλμ: Συμπαθητικό. Τίποτα το πολύ σπουδαίο πάντως.

Τετάρτη, Ιουνίου 01, 2011

ΕΓΚΛΕΙΣΤΗ ΕΥΡΙΔΙΚΗ



Βρισκόμαστε στα 1975 όταν ο Νίκος Νικολαϊδης (1939-2007) κάνει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, την "Ευριδίκη ΒΑ2037", ένα πειραματικό φιλμ που βλέπεται μάλλον δύσκολα. Κι όμως, από τότε έβγαζε στο πανί τις χαρακτηριστικές του εμμονές, το προσωπικό του στιλ, την μόνιμη κλειστοφοβική και παρακμιακή ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στο έργο του.
Η Ευριδίκη είναι μια γυναίκα κλεισμένη σε ένα σπίτι. Οι εκδοχές είναι πολλές, ποτέ όμως δεν θα μάθουμε ποια είναι η αληθινή (αν υπάρχει). Τι συμβαίνει στον έξω κόσμο; Κάποιος πόλεμος, μια εισβολή, μια επιδημία; Ή όλα αυτά βρίσκονται μόνο στο σίγουρα όχι και τόσο ισορροπημένο μυαλό της έγκλειστης γυναίκας; Ως άλλη ηρωίδα του "Περιμένοντας τον Γκοντό" η Ευριδίκη περιμένει "να έλθει το φορτηγό για την πάει αλλού", να μετακομίσει από το σπίτι όπου είναι κλεισμένη. Αυτό όμως, παρά τις τηλεφωνικές υποσχέσεις, δεν φτάνει ποτέ.
Τα στοιχεία που κάνουν τόσο αναγνωρίσιμο το έργο του σκηνοθέτη βρίσκονται κιόλας - τα περισσότερα - εδώ. Ο εγκλεισμός σε ένα σπίτι, σταθερό μοτίβο των ταινιών του. Η μπαρόκ και συγχρόνως έντονα παρακμιακή ατμόσφαιρα (που κορυφώνεται στο Singapore Sling). Οι παλιές μουσικές. Η εκτός οποιουδήποτε γνωστού τόπου ή χρόνου τοποθέτηση των όσων διαδραματίζονται (όπως στα "Zero Years" ή στην "Πρωινή Περίπολο") και άλλα πολλά.
Τίποτα δεν εξηγείται στο φιλμ. Τι ειναι ο παράξενος άντρας - εραστής - παλιός γνωστός (;) που εμφανίζεται στην αρχή και στο τέλος; Τι συμβαίνει εκεί έξω και γιατί επαναλαμβάνεται η μοναδική εξωτερική σκηνή, αυτή με τα πτώματα; Τι είναι αυτοί που πολιορκούν το σπίτι προσπαθώντας να μπουν; Ποια είναι η μυστηριώδης γυναίκα (νεκρή σίγουρα) που εμφανίζεται σε μια σκηνή; Ή μήπως τα πάντα είναι γεννήματα ενός διαταραγμένου μυαλού;
Η βαθμιαία φθορά των πάντων, η μόνιμη, κυρίαρχη ακαταστασία που εντείνει την ανησυχητική ατμόσφαιρα, η σεξουαλική στέρηση, η πείνα, το όλο κλίμα, παραπέμπουν στην "Αποστροφή" του Πολάνσκι, που φαντάζομαι ότι θα είχε επηρεάσει τον έλληνα δημιουργό. Όπως και η νωπή ακόμα ατμόσφαιρα της χούντας (τα εμβατήρια στο ραδιόφωνο, οι πυροβολισμοί, ο ήχος από οχήματα (τάνκς μήπως;) που ακούγεται τακτικά). Κάποιες σκηνές παραπέμπουν σε ταινία τρόμου, ενώ η ασπρόμαυρη φωτογραφία κάνει ακόμα πιο καταθλιπτικό το όλο κλίμα. Το όνομα της ηρωίδας επίσης θυμίζει την μυθική Ευριδίκη που, έγκλειστη στον Άδη, όπως και η γυναίκα του φιλμ στην προσωπική της κόλαση, περιμένει τον Ορφέα που θα τη σώσει, που θα την πάρει από εκεί. Εσείς μπορείτε να κάνετε όσες άλλες σκέψεις και συνειρμούς θέλετε. Το φιλμ είναι ανοιχτό.
Σας είπα από την αρχή ότι πρόκειται για πειραματικό, έντονα κλειστοφοβικό φιλμ, άρα είναι κι αυτό (όπως και το "Singapore..." για άλλους λόγους) για λίγους. Όσοι όμως ενδιαφέρονται για τον πιο στιλάτο ίσως έλληνα σκηνοθέτη, ανακαλύπτοντας στο ντεμπούτο αυτό τη γνώριμή του ατμόσφαιρα, δεν μπορούν παρά να θαυμάσουν αν μη τι άλλο την απόλυτη συνέπειά του. Έχει ειπωθεί ότι πολλοί δημιουργοί (και πολύ μεγάλοι μάλιστα) γυρίζουν σ' όλη τους τη ζωή την ίδια ταινία. Ο Νικολαϊδης είναι νομίζω ένας απ' αυτούς.

eXTReMe Tracker