Παρασκευή, Ιουλίου 30, 2010

Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΟΝ ΦΙΛΙΠ ΜΟΡΙΣ


Το μόνο σίγουρο βλέποντας το "I Love you Phillip Morris" (2009) του μέχρι τώρα σεναριακού μόνο δίδυμου Glenn Ficarra και John Requa, είναι ότι τα πράγματα στο σινεμά, ακόμα και στο παραδοσιακά συντηρητικό αμερικάνικο, έχουν πολύ αλλάξει στις μέρες μας. Διότι κάποιες δεκαετίες πριν θα ήταν αδιανόητη η ύπαρξη μιας κωμωδίας (;) με ήρωες ένα απόλυτα, βαθιά ερωτευμένο ζεύγος ανδρών. Το ερωτηματικό δίπλα στην κωμωδία μπαίνει γιατί το φιλμ έχει πολλούς δραματικούς, ακόμα και συγκινητικούς τόνους, ενώ το τέλος πολύ απέχει από εύκολα happy end. Μη νομίζετε όμως ότι όλα είναι ρόδινα. Όπως διάβασα στο Αθηνόραμα η ταινία δεν έχει καταφέρει ακόμα να βρει διανομή στις ΗΠΑ, που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό τόσο, μα τόσο συντηρητικές...
Από τη μία θαυμάζω λοιπόν την πολύ τολμηρή επιλογή τόσο των δημιουργών όσο και των σταρ - πρωταγωνιστών Τζιμ Κάρεϊ και Γιούαν ΜακΓκρέγκορ (άλλο αδιανόητο για παλιότερες εποχές ήταν να δεχτούν διάσημοι, εμπορικοί ηθοποιοί - ο ένας μάλιστα σούπερ πετυχημένος κωμικός - να ερμηνεύσουν ρόλους γκέι), από την άλλη όμως πρέπει να πω ότι δεν με ενθουσίασε και τόσο η ταινία. Αυτό που πιθανόν αρέσει σε πολλούς, το πέρασμα από το κωμικό στο δραματικό στοιχείο, προσωπικά το βρήκα μάλλον μη ομαλό, δίχως ισορροπία, σα να μην είχαν καταλήξει στο τι ήθελαν να κάνουν οι σκηνοθέτες. Ο παράδοξος χαρακτήρας του βασικού ήρωα, του Κάρεϊ, από την άλλη, μάλλον δεν με έπεισε: Όλη αυτή η ξαφνική δημόσια αποκάλυψη ενός σεβαστού - και μάλιστα χριστιανού - οικογενειάρχη ότι είναι γκέι και η ταυτόχρονη ροπή του προς το συνεχές ψέμα και την απάτη, μου φάνηκε μάλλον κατασκευασμένη. Το ίδιο και η ευκολία με την οποία πείθει τους πάντες. Δεν κατάλαβα δηλαδή πώς μπορεί να προσλαμβάνεσαι τόσο εύκολα σαν διεθυντής (!) σε σούπερ εταιρία και μάλιστα να αυξάνεις στην αρχή και τα κέρδη της, όταν δεν έχεις την παραμικρή ιδέα απ' όλα αυτά ή, αντίστοιχα, να το παίζεις πετυχημένος δικηγόρος όντας άσχετος. Και - ακόμα κι αν αυτά είναι πταίσματα - δεν είμαι πολύ σίγουρος για το πού στόχευε το φιλμ, εφ' όσον σίγουρα δεν ανήκει σ' αυτό που θα αποκαλούσαμε "ξεκαρδιστικό", πράγμα που συχνά αποτελεί αυτοσκοπό από μόνο του. Είναι ένας ύμνος στον αιώνιο, ρομαντικό έρωτα, ανατρέποντας όμως ταυτόχρονα κάθε στάνταρ του είδους; Είναι σάτιρα του αμερικάνικου ονείρου ή του πόθου για πλουτισμό με κάθε μέσον; Παίζει με βασικούς θεσμούς όπως η διακαιοσύνη, το σωφρονιστικό σύστημα, οι μεγάλες εταιρίες; Στοχεύει στην πρόκληση για την πρόκληση και μόνο, υιοθετώντας σειρά από ρομαντικά κλισέ, μετατρέποντάς τα όμως σε γκέι; Ή, τι άλλο; Δεν ξέρω, δεν μου φάνηκαν και πολύ ξεκάθαροι οι στόχοι.
Παρ' όλα αυτά το ενδιαφέρον του εγχειρήματος παραμένει νομίζω και μόνο για το τελευταία στοιχεία: Αυτά της πλήρους ανατροπής των ερωτικών - ρομαντικών κλισέ και της συνολικής προκλητικότητας της ταινίας. Δεν την απορρίπτω λοιπόν εντελώς, ούτε όμως και θα μπει στη λίστα με τα αγαπημένα μου.

Τετάρτη, Ιουλίου 28, 2010

"ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ" ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ ΜΙΑΣ ΕΥΝΟΜΟΥΜΕΝΗΣ ΧΩΡΑΣ


Έχω κι άλλη φορά γράψει με πολύ καλά λόγια για τον δανό Per Fly, ένα σκηνοθέτη κοινωνικών δραμάτων εκπληκτικής πυκνότητας. Το 2000, πριν κάνει τις γνωστότερες ταινίες του "Ανθρωποκτονία" και "Η Κληρονομιά", γυρίζει "Το Παγκάκι" (The Bench), ένα ακόμη ζοφερό κοινωνικό δράμα φυσικά. Και παρά το ότι ανήκει στην κατηγορία των ταινιών "που κόβεις τις φλέβες σου" (σας προειδοποίησα, έτσι;), την θεωρώ εξαιρετική, όπως και τις άλλες δύο άλλωστε. Αντίθετα μ' αυτές όμως, ο Fly καταπιάνεται εδώ με το κοινωνικό περιθώριο.
Ήρωές του είναι μια ομάδα ανθρώπων που συντηρούνται ουσιαστικά από το κράτος, καθώς δουλεύουν στην καθαριότητα. Ο βασικός πρωταγωνιστής είναι ένας στρυφνός, ακοινώνητος και πικρόχολος ηλικιωμένος, πρώην μάγειρας, και, κυρίως, "τελειωμένος" αλκοολικός. Κατά τη διάρκεια του φιλμ κατεβάζει απίστευτες ποσότητες οποιουδήποτε ποτού βρει μπροστά του. Ο μοναχικός αυτός άνθρωπος, που δεν διστάζει να τα βάζει δίχως ουσιαστικό λόγο ακόμα και με τους μοναδικούς φίλους του, τους εξ ίσου περιθωριακούς συναδέλφους του δηλαδή, θα βρεθεί ξαφνικά να μένει στο ίδιο άθλιο συγκρότημα πολυκατοικιών με την κόρη του, που έχει εγκαταλείψει πριν 20τόσα χρόνια και δεν έχει δει ποτέ έκτοτε, και τον μικρό γιο της, θύμα κι αυτή ενός βίαιου συζύγου που την κακοποιεί κατ' εξακολούθηση. Τότε μόνο παλιά, ξεχασμένα συναισθήματα, κάπως ανθρώπινα, αρχίζουν να αναδεύονται μέσα του.
Η καταγραφή της ζωής των ανθρώπων αυτών από τον Fly είναι εξαιρετική, όπως καταπληκτικός πραγματικά είναι και ο αλκοολικός πρωταγωνιστής. Εντύπωση προκαλεί η ύπαρξη τόσης μιζέριας σε μια τόσο ευνομούμενη κοινωνία όπως αυτή της Δανίας. Τελικά όλα, μα όλα τα κοινωνικά συστήματα διαθέτουν το εξαθλιωμένο περιθώριό τους. Αλλά η ματιά του σκηνοθέτη εντοπίζει τη δυστυχία και έξω απ' αυτό: Η κόρη δεν είναι περιθωριακή, ανήκει σε μια τυπικά αστική οικογένεια, αντιμετωπίζει όμως κι αυτή στο πρόσωπο του έξαλλου και ζηλιάρη, σχετικά ευκατάστατου κατά τα άλλα, συζύγου της τη δική της προσωπική κόλαση. Η φιγούρα του τρελού μελετητή του Κίρκεγκαρντ, ένοικου κι αυτούβτης πολυκατοικίας, έρχεται να συμπληρώσει τη ζοφερή εικόνα. Παρ' όλα αυτά, ένα σφιχτοδεμένο και δίχως κενά σενάριο, μια διεισδυτική ματιά και μια στιβαρή σκηνοθεσία με κράτησαν απόλυτα. Και, τελικά, διαπιστώνουμε ότι παρά τα φαινόμενα έχουμε να κάνουμε με μια ταινία πλημμυρισμένη από ανθρωπιά, που φτάνει τελικά να μας συγκινήσει βαθιά.
Σας είπα απ' την αρχή: Ο Fly κάνει ζοφερότατα κοινωνικά, "κοψοφλέβικα" δράματα. Είναι όμως ένας πολύ καλός σκηνοθέτης (τουλάχιστον στα 3 φιλμ του που έχω δει). Αν λοιπόν δεν σας πειράζουν τα καθόλου εύκολα και κάθε άλλο παρά εύθυμα θέματά του, σας τον συνιστώ απόλυτα.

Τρίτη, Ιουλίου 27, 2010

ΡΙΦΙΦΙ: Η ΤΕΛΕΙΑ ΛΗΣΤΕΙΑ, ΑΛΛΑ...


Το 1955 ο Jules Dassin (1911-2008) γυρίζει τη γνωστότερη μάλλον ταινία του και συγχρόνως καθιερώνει μια νέα λέξη στα λεξικά: "Ριφιφί" σημαίνει έκτοτε την τέλεια οργανωμένη ληστεία ενός εκ πρώτης όψεως "απόρθητου" στόχου. Και παραμένει ένα άψογο γαλλικό νουάρ, απ' αυτά που φαίνεται ότι δεν θα γεράσουν ποτέ.
Μια ομάδα φίλων κατά βάση, που κανείς δεν είναι διατεθειμένος να προδώσει τους άλλους, σχεδιάζουν μια πανέξυπνη ληστεία κοσμηματοπωλείου κατά τη διάρκεια μιας νύχτας, την εκτελούν κατά γράμμα και... μετά αρχίζουν τα προβλήματα. Πολλά από τα νουάρ στοιχεία είναι παρόντα: Το αστικό τοπίο, νυχτερινό κυρίως, ο υπόκοσμος, η αντρική φιλία, οι γκάνγκστερς, οι γυναίκες (μοιραίες εδώ μόνο κατά μία έννοια)... Αυτό που εντυπωσιάζει και σήμερα είναι το τέλειο timing, το οποίο, εμένα τουλάχιστον, δεν με άφησε να βαρεθώ ούτε στιγμή. Στις ιδιορυθμίες του φιλμ το γεγονός ότι η εκτέλεση της ληστείας δεν αποτελεί την κορύφωσή του, όπως θα περίμενε κανείς. Αντίθετα, συμβαίνει κάπου στα μισά και το σασπένς στη συνέχεια γίνεται ακόμα εντονότερο. Στα αξιοσημείωτα επίσης το οτι ο θεατής ταυτίζεται και συμπάσχει απόλυτα με τους ληστές, αν και προφανώς οι τελευταίοι είναι παράνομοι.
Οι χαρακτήρες δίνονται ανάγλυφα: Από τον βλοσυρό, βασανισμένο "εγκέφαλο" της ληστείας μέχρι τον κομψό, αθεράπευτα γυναικά και μονίμως καλοντυμένο ιταλό. Και οι γυναίκες; Εδώ μπορεί κανείς να διακρίνει έναν έντονο μισογυνισμό, καθώς αυτές αποτελούν απλώς διακοσμητικά στοιχεία, "γκόμενες" και τίποτα παραπάνω. Είναι όμως ακριβώς έτσι; Αν προσέξουμε καλύτερα θα δούμε ότι μια γυναίκα, η σύζυγος του μοναδικού οικογενειάρχη της παρέας, λέει τις πιο καίριες ίσως ατάκες όλου του φιλμ, που περιέχουν πιθανότατα και τις "θέσεις" του ίδιου του Ντασέν. Είναι όταν επιτέλους κάνει σκληρή κριτική στον άντρα της και, επιτέλους ξανά, λέει το προφανές, που όλοι ξεχνάμε σε όλες τις κατά βάθος "μάτσο" ταινίες του είδους και όχι μόνο (άσχετα αν πολλες απ' αυτές είναι κατά τα άλλα θαυμάσιες ταινίες): Ότι για όσα κακά συμβούν φταίνε οι ίδιοι οι άντρες, αφού επέλεξαν σαν σταδιοδρομία στη ζωή τους το έγκλημα κι όχι τη ζωή εκατομμυρίων άλλων που γεννήθηκαν, σαν τους ίδιους, φτωχοί. Τη βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση που, απ' όσο ξέρω, δεν έχει ξαναγίνει στα νουάρ, όπου η σκληρότητα "κακών" ή ντετέκτιβ ή μπάτσων (που μοιάζουν να αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος) ή η εγκληματικότητα θεωρούνται δεδομένες δίχως να σχολιάζονται.
Άφησα τελευταία την περίφημη σκηνή της ληστείας. Μια εκπληκτική, απόλυτα βουβή σκηνή, δίχως καν μουσική υπόκρουση, που για τα αρκετά λεπτά λεπτά που διαρκεί κρατά κυριολεκτικά τεντωμένα τα νεύρα του θεατή, σχεδόν τον κάνει να μην αναπνέει κι ο ίδιος, καθώς ο παραμικρός θόρυβος μπορεί να αποβεί μοιραίος. Φυσικά πρόκειται για το πρότυπο δεκάδων παρόμοιων σκηνών που ακολούθησαν, από το "Top Kapi" του ίδιου του Ντασέν μέχρι τα διάφορα σύγχρονα Ocean 11, με τους καταιγισμούς λέιζερ και υπολογιστών και σύγχρονης υψηλής τεχνολογίας και όλους τους απίθανους και όλο πιο εξεζητημένους τρόπους που σκαρφίζονται οι σεναριογράφοι για να παρακάμψουν όλα αυτά. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με το αυθεντικό, το real thing. Ίσως και γι' αυτό και μόνο αξίζει μέχρι σήμερα η ταινία (αν και, το είπα, κατά τη γνώμη μου δεν είναι μόνο αυτό).

Δευτέρα, Ιουλίου 26, 2010

Η ΖΩΗ, Η ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΑ "ΚΟΚΚΙΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ"


Τα "Κόκκινα Παπούτσια" είναι ένα γνωστό (και λυπητερό) παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Το 1948 το γνωστότερο δίδυμο του βρετανικού σινεμά, οι Michael Powell (1905-1990) και Emeric Pressburger (1902-1988) αποφασίζουν να το μεταφέρουν στην οθόνη. Προσοχή όμως: Καμία (σχεδόν) σχέση με το παραμύθι. Η εποχή είναι σύγχρονη, το περιβάλλον συχνά κοσμοπολίτικο, οι ήρωες καλλιτέχνες. Τα "Κόκκινα Παπούτσια" είναι ένα μπαλέτο, βασισμένο στο μύθο του Άντερσεν, που ανεβάζει ένας διάσημος ρώσος διευθυντής θιάσου, ένα είδος "πεφωτισμένου δικτάτορα" στο χώρο της τέχνης του. Οι υπόλοιποι βασικοί ήρωες είναι ένας συνθέτης και μια χορεύτρια, εξαιρετικά ταλαντούχοι και οι δύο, που ο ίδιος έχει ανακαλύψει και εκτινάξει στα ύψη της διασημότητας. Γύρω τους, τα υπόλοιπα μέλη του θιάσου: Ενδυματολόγοι, σκηνογράφοι, χορευτές...
Θα νομίζετε ίσως ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι σαν πρόδρομο του "Fame". Χμμμ... Ούτε γι' αυτό ακριβώς πρόκειται. Τα πράγματα εδώ είναι πιο πολύπλοκα (και ενδιαφέροντα). Εδώ το ζήτημα που άμεσα τίθεται είναι η σχέση της τέχνης με την αληθινή ζωή (που συμβολίζεται από τον έρωτα, στη συγκεκριμένη περίπτωση). Πόσες θυσίες μπορεί να κάνει κανείς υπηρετώντας την πρώτη εις βάρος της δεύτερης; Τι έχει μεγαλύτερη αξία; Μπορεί κανείς να αφιερωθεί απόλυτα στην πρώτη, τελειοποιώντας το ταλέντο του και κερδίζοντας απεριόριστη δόξα και να αντλεί απόλυτη ικανοποίηση απ' αυτό, πληρώνοντας σαν τίμημα την εξ ίσου απόλυτη παραίτηση από την αληθινή ζωή; Ο Λερμόντωφ, ο μυθικός θιασάρχης, τάσσεται απόλυτα με την τέχνη. Ο νεαρός, ταλαντούχος συνθέτης προτιμά τη ζωή. Και η ευαίσθητη, εξ ίσου ταλαντούχα, χορεύτρια τι θα διαλέξει, καθώς συνθλίβεται ανάμεσα στις δυο υπέρτατες αγάπες της ζωής της;
Όμως το φιλμ δεν είναι μόνο αυτό. Είναι η κατάδειξη όσων συμβαίνουν πίσω από την κλειστή αυλαία, είναι η προετοιμασία ενός μαγικού θεάματος και οι ιστορίες από τα παρασκήνια, είναι οι σχέσεις των μελών ενός θιάσου. Πάνω απ' όλα όμως, ως ένα από τα ωραιότερα "θεάματα μέσα στο θέαμα", στη συγκεκριμένη περίπτωση μπαλέτου μέσα στο σινεμά, είναι η υπέροχη κινηματογράφηση του ίδιου του μπαλέτου που ανεβάζει ο θίασος. Σε μια εκπληκτική 15λεπτη περίπου σκηνή βλέπουμε τα "Κόκκινα Παπούτσια" να ανεβαίνουν στη σκηνή, βλέπουμε τη θεατρική τους απόδοση. Είναι δύσκολο να μη μαγευτεί κανείς απ' αυτό. Είναι η σκηνή που χάρισε στο φιλμ μια θέση ανάμεσα στα κινηματογραφικά αριστουργήματα όλων των εποχών. Θα πρέπει να τονίσουμε όμως κάτι πολύ βασικό κατά τη γνώμη μου: Το δαιμόνιο σκηνοθετικό δίδυμο κινηματογραφεί τη σκηνή αυτή όχι με θεατρικό τρόπο, κάθε άλλο. Ξεφεύγοντας από κάθε πρόθεση ρεαλιστικής καταγραφής μιας χορευτικής παράστασης, χρησιμοποιεί καθαρά κινηματογραφικά μέσα, σπέσιαλ εφέ, παράξενες λήψεις, δείχνοντάς μας μια χορευτική παράσταση που, πολύ απλά, δεν μπορεί να συμβεί στην πραγματικότητα μιας σκηνής, αλλά μόνο στο πανί του σινεμά. Και μόνο γι' αυτό θα άξιζε η ταινία.
Όσο για το στιλ, η κομεντί παντρεύεται με το δράμα, το οποίο, κάπως απροσδόκητα θα λέγαμε, παίρνει όσο προχωράμε το "πάνω χέρι" για να καταλήξει σε μια τραγική κορύφωση. Από τις πιο παράξενες (λόγω ανάμειξης των ειδών) και συγχρόνως μαγικές στιγμές του σινεμά, νομίζω ότι είναι ένα φιλμ που οπωσδήποτε αξίζει να δει κανείς.

Σάββατο, Ιουλίου 24, 2010

Ο ΠΕΠΕ ΚΑΙ Η ΚΑΣΜΠΑ


Το "Pepe le Moko" είναι ένα εξαίρετο γαλλικό νουάρ που γύρισε ο Julien Duvivier (1896-1967) το 1937. Και, ενώ διαθέτει όλα σχεδόν από τα στοιχεία του νουάρ, έχει ένα πολύ ιδιαίτερο άρωμα που το κάνει να ξεχωρίζει από αυτά - ή τουλάχιστον από τα περισσότερα αμερικάνικα. Ο Ζαν Γκαμπέν βρίσκεται εδώ στο ζενίθ της καριέρας του και αποτελεί άλλη μια σίγουρη απόλαυση.
Ο Πεπέ λε Μοκό είναι ένας γνωστός γκάνγκστερ, ειδικευμένος στις ληστείες. Καταζητούμενος παντού, βρίσκει προστασία στο Αλγέρι (θυμίζουμε ότι το 1937 η Αλγερία ήταν ακόμα γαλλική αποικία) και συγκεκριμένα στη θρυλική Κάσμπα (θυμάστε το Rock the Cashba των Clash;), που είναι η αμιγώς αραβική συνοικία της πόλης. Εκεί ζει σαν άρχοντας και είναι απόλυτα ασφαλής, αφού η γειτονιά αυτή είναι κυριολεκτικά άβατο για την αστυνομία και αφού όλοι οι κάτοικοι τον προστατεύουν. Όλα αυτά έως ότου εμφανιστεί η κλασική μοιραία γυναίκα...
Είπαμε ότι ο Γκαμπέν είναι ο πρωταγωνιστής του φιλμ. Στην ουσία όμως ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι η ίδια η Κάσμπα. Από την αρχή κιόλας ο ντόπιος αστυνομικός μιλά γι' αυτή τονίζοντας τις ιδιαιτερότητες και το μυστήριό της. Παράλληλα ο φακός μας επιφυλάσσει μια εξαίρετη περιπλάνηση στα στενά σοκάκια της, στα παράξενα μπαρ, στις γυναίκες της, στους ανεξιχνίαστους κατοίκους της. Μας δείχνει έναν αληθινό λαβύρινθο, για εκατοντάδες ταράτσες που επικοινωνούν η μία με την άλλη, για παράδοξα υπόγεια ή καταγώγια, για σκάλες που ανεβοκατεβαίνουν θυμίζοντας πίνακα του Έσερ, μιλά για ένα μέρος που "χωρά 1000 ανθρώπους, αλλά κατοικείται από 40.000". Σπάνια ο κθνηματογράφος συνέλαβε τον εξωτισμό και συγχρόνως το ανησυχητικό (για τα δυτικά μάτια) μυστήριο τόσο καίρια. Η Κάσμπα προστατεύει, αλλά συγχρόνως πνίγει τον Πεπέ, που είναι αδύνατο να βγει απ' αυτήν και νοσταλγεί την πόλη και, πάνω απ' όλα, το Παρίσι, στο οποίο είναι αδύνατο να επιστρέψει δίχως να συλληφτεί άμεσα.
Οι τύποι που περιστοιχίζουν τον Πεπέ, συνεργάτες, καταδότες, απλοί κάτοικοι, ερωμένες, είναι όλοι εξαιρετικοί. Μια αληθινή πινακοθήκη μορφών και χαρακτήρων, που απο μόνη της αποτελεί ατού για το φιλμ. Η σχέση του Πεπέ με τον ντόπιο αρχηγό της αστυνομίας είναι επίσης πολύ ιδιαίτερη. Γνωρίζονται πολύ καλά, κάνουν διαρκώς παρέα, πίνουν και συζητάνε, σέβονται ο ένας τον άλλον, αλλά ο αστυνομικός δηλώνει ξεκάθαρα ότι απώτερος σκοπός του είναι να συλλάβει τον φίλο του, βγάζοντάς τον από την Κάσμπα... Τέλος, ολόκληρο το φιλμ είναι πλημμυρισμένο από αυθεντική αραβική μουσική της εποχής, εκτελεσμένη, φαντάζομαι, από ντόπιους, που επιτείνει την χαρακτηριστική "εξωτική" ατμόσφαιρα.
Αντιλαμβάνεστε ίσως ότι όλα αυτά συνθέτουν μια πολύ ιδιαίτερη ταινία, που προσωπικά με εντυπωσίασε. Συγχρόνως αποτελεί και έναν ύμνο στην ελευθερία (θα το καταλάβετε αν μη τι άλλο από το τέλος), ενώ μιλά για τη νοσταλγία για πράγματα που μοιάζουν οριστικά χαμένα και άπιαστα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία θεωρείται κλασική: Το γαλλικό νουάρ στα καλύτερά του!

Παρασκευή, Ιουλίου 23, 2010

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ BARRY LYNDON


Ξέρω πολλούς που θεωρούν το Barry Lyndon, που γύρισε ο μεγάλος Stanley Kubrick (1928-1999) το 1975 σαν την πιο βαρετή του ταινία. Φταίει μάλλον το ότι είναι ταινία εποχής - είδος που έχει φανατικούς εχθρούς, φταίει η τρίωρη διάρκεια, οι μάλλον αργοί ρυθμοί, ο συχνά αντιπαθητικός ήρωας, με τον οποίο δύσκολα ταυτίζεσαι ή, πιθανόν, ο "άχαρος" 18ος αιώνας στον οποίο διαδρματίζεται. Ωστόσο προσωπικά το θεωρώ σαν ένα από τα παραγνωρισμένα του αριστουργήματα.
Βασισμένη σε μυθιστόρημα του Θάκερέι, η ταινία αφηγείται τη ζωή ενός ιρλανδού τυχοδιώκτη, ανήθικου και συναισθηματικά ψυχρού, που μοναδικό στόχο έχει την είσοδό του στην υψηλή κοινωνία και την απόκτηση πλούτου. Η ίδια έλλειψη ηθικής όμως που τον κάνει να πετύχει τον στόχο του, γίνεται αιτία και για την πτώση του. Χωρισμένο σε δύο μέρη (την "άνοδο" και την "πτώση"), με αφήγηση off η οποία παραπέμπει σε γλώσσα και αφηγηματικό ύφος στα μυθιστορήματα της εποχής, αποτελεί μια πλατειά τοιχογραφία της Ευρώπης του 17ου αιώνα. Ως εκ τούτου, είναι λογικό αρκετοί να δηλώσουν "δεν με ενδιαφέρει".
Αυτό όμως που κάνει την ταινία εκπληκτική για μένα είναι κυρίως η απίστευτη εικαστικότητά της. Στον τομέα αυτόν ο Kubrick δημιουργεί ίσως το αριστούργημά του. Τα πλάνα συναγωνίζονται σε ομορφιά το ένα το άλλο, οι εικόνες τής ακόμα ανέγγιχτης ως επί το πλείστον φύσης σου κόβουν την ανάσα, τα εσωτερικά το ίδιο. Συνειδητά τα πλάνα παραπέμπουν σε πίνακες μεγάλων ζωγράφων της εποχής (ο Χόγκαρθ και ο Βατό και αρκετοί τοπιογράφοι είναι κάποιοι από αυτούς που μου έρχονται στο νου). Είναι άλλωστε γνωστό ότι ο σκηνοθέτης κατέφυγε στην τελευταία λέξη της τεχνολογίας της εποχής για να φωτογραφίσει τα εσωτερικά του μόνο με φυσικό φως κεριών στα νυχτερινά πλάνα ή φως μέρας που μπαίνει από τα παράθυρα στα ημερήσια. Δίνει έτσι μια ανεπανάληπτη ποιότητα στην εικόνα και, συγχρόνως, μας δίνει μια ιδέα για το τι ακριβώς έβλεπαν οι άνθρωποι πριν την καθιέρωση του τεχνητού φωτισμού. Αντιλαμβάνομαι ότι για πολλούς ίσως αυτοί δεν είναι επαρκείς λόγοι, εμένα όμως με καθήλωσαν πραγματικά. Ελάχιστες φορές ο κινηματογραφικός φακός έχει συλλάβει τόση ομορφιά. Επίσης είναι σαφές ότι ο μάλλον όχι σπουδαίος σε συνολική προσφορά Ράιαν Ο'Νιλ ερμηνεύει εδώ τον ρόλο της ζωής του.
Το φιλμ διαθέτει τη συμμετρία που τόσο αγαπά ο Kubrick (θυμηθείτε τη δομή του "Κουρδιστού Πορτοκαλιού" ή του "Μάτια ερμητικά Κλειστά"), με άνοδο στο πρώτο μισό, κορύφωση και "συμμετρική" πτώση στο δεύτερο. Νοηματικά, ίσως πρόκειται για μια καταδίκη της έλλειψης ηθικής, του ανθρώπου - ψυχρού υπολογιστή, της έλλειψης συναισθημάτων. Ο ίδιος ο Kubrick, μιμούμενος ίσως τον χαρακτήρα του ήρωα, κινηματογραφεί με ψυχρό, αποστασιοποιημένο τρόπο, στον οποίο συντελεί τόσο η τελειότητα της εικόνας όσο και η επιτηδευμένη αφήγηση και η ηθελημένη λογοτεχνικότητα. Σας είπα: Ίσως κάτι που προσωπικά μ' αρέσει πολύ κουράσει αρκετούς. Νομίζω όμως ότι κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος μπροστά στην τόση ομορφιά της εικόνας.

Δευτέρα, Ιουλίου 19, 2010

Η ΑΓΕΡΑΣΤΗ ΦΡΕΣΚΑΔΑ ΤΗΣ "ΣΑΜΠΡΙΝΑ"


Νομίζω ότι το 1954 γυρίζεται μια αρχετυπική ταινία για ένα είδος: Αυτό της ρομαντικής κομεντί. Μιλώ για τη "Σαμπρίνα" του εξαίρετου Billy Wilder (1906-2002), του οποίου η υπογραφή είναι σφραγίδα άλλοτε για απόλυτη διασκέδαση κι άλλοτε για πικρόταη, ασυνήθιστη για τα χολιγουντιανά δεδομένα, κριτική και στην οποία "Σαμπρίνα" η Όντρεϊ Χέπμπορν λάμπει για μια ακόμα φορά και ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ ερμηνεύει έναν μάλλον ασυνήθιστο ρόλο για την καριέρα του, μακριά από τον "σκληρό τύπο" που έχουμε συνηθίσει.
Η "Σαμπρίνα" διαθέτει σε άψογες δόσεις ρομαντισμό και χιούμορ και μπορεί να σε κάνει μέχρι σήμερα να χαμογελάς και να ονειρεύεσαι. Αφέλειες; Αρκετές. Παραμύθι; Ίσως. Διότι πόσες φορές έχετε δει να συμβαίνει στην πραγματικότητα ο μύθος της Σταχτοπούτας; Είναι όμως τόση η κομψότητα του Wilder (και της Χέπμπορν φυσικά), τόσο τέλειες οι δόσεις που λέγαμε πριν, ώστε νομίζω ότι είναι δύσκολο να βγει θεατής δίχως ένα χαμόγελο μέχρι τ' αυτιά. Κι ο Wilder, όπως συχνότατα κάνει, "τη λέει" κιόλας με πλάγιο τρόπο, μέσα σ' όλο αυτό το χαριτωμένο περιτύλιγμα, στο σκληρό και άκαρδο καπιταλισμό, που σκέφτεται μόνο το κέρδος και τις μπίζνες ξεχνώντας οτιδήποτε άλλο. Πριν φτάσετε όμως μέχρι εκεί, έχετε τόσο διασκεδάσει (ή μαγευτεί σε κάμποσες περιπτώσεις), που μάλλον θα αργήσετε να τα σκεφτείτε όλα αυτά. Όπως αντιλαμβάνεστε, αν μη τι άλλο, θεωρώ τη διασκέδαση δεδομένη.
Καταλαβαίνω πολύ καλά ότι μπορεί να σιχαίνεστε το είδος της ρομαντικής κομεντί. Δεκτό και σεβαστό. Προσέξτε όμως: Πρόκειται για είδος που τις λίγες τελευταίες δεκαετίες έχει κακοποιηθεί όσο ελάχιστα άλλα από (αμερικάνικες φυσικά) επιεικώς ηλίθιες ταινίες. Αν αυτό είναι το κριτήριό σας και ο λόγος που το αντιπαθείτε, ξεχάστε το. Τα εξαιρετικά δείγματα του είδους βρίσκονται πολύ, πολύ πίσω στη χολιγουντιανή ιστορία. Και η "Σαμπρίνα" είναι αναμφισβήτητα ένα από αυτά.
ΥΓ: Και επειδή βρισκόμαστε στη δεκαετία του 50, βλέπεουμε για μια ακόμα φορά τον αφελή μάλλον θαυμασμό των αμερικάνων για το Παρίσι, που, παρά το ότι σίγουρα έχει ξεθωριάσει, διατηρείται κάπως ακόμα και στις μέρες μας. Έχει λοιπόν ενδιαφέρον να δούμε το φιλμ και υπό τη σκοπιά του αισθήματος κατωτερότητας που ένοιωθαν και ως ένα βαθμό νοιώθουν ακόμα οι αμερικάνοι για την Ευρώπη (και ιδιαίτερα το Παρίσι, που τότε ήταν ακόμα το κέντρο της). Ίσως επειδή αντιλαμβάνονται την έλλειψη βάθους της κουλτούρας τους, ίσως επειδή νοιώθουν μειονεκτικά για τη μάλλον σύντομη ιστορία τους, ίσως για άλλους λόγους... Δεν ξέρω. Αλλά αυτός ο αφελής θαυμασμός σίγουρα υπάρχει, ανάμικτος πολλές φορές με κάποιο φόβο και σκανδαλισμό για τα ήθη της γηραιάς ηπείρου. Γι' αυτό και το Παρίσι είναι αυτό που μεταμορφώνει στο φιλμ το δειλό και άβγαλτο κοριτσάκι, στο οποίο κανείς δεν δίνει σημασία, σε κυριολεκτικά περιζήτητη γυναίκα, με πλήθος ανδρών να λειώνουν στα πόδια της.

Πέμπτη, Ιουλίου 15, 2010

Η "ΑΤΑΛΑΝΤΗ" ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ


Ο Jean Vigo (1905-1934) υπήρξε ένας πολλά υποσχόμενος γάλλος δημιουργός της πρωτοπορίας, που δυστυχώς πέθανε μόλις 29 ετών. Το έργο που πρόλαβε να αφήσει (3 μικρές και μια μεγάλου μήκους ταινία) είναι πολύ διαφορετικό: Από μια σουρεαλιστική, πειραματική ταινία στα χνάρια του "Ανδαλουσιανού Σκύλου" μέχρι ένα ντοκιμαντέρ για τη Νίκαια. Η "Αταλάντη" του 1934 είναι η μοναδική μεγάλου μήκους του και η τελευταία του, αφού πέθανε από φυματίωση λίγο μετά την ολοκλήρωσή της.
Πρόκειται για το μόνο φιλμ του με "κανονική" ιστορία. Για έναν έρωτα, που καταλήγει σε γάμο, του καπετάνιου ενός ποταμόπλοιου, της "Αταλάντης", που διασχίζει τη Γαλλία και μιας γυναίκας από χωριό, που ποθεί να φύγει απ' αυτό και να γνωρίσει τις μεγάλες πόλεις και τον έρωτα. Και του πληρώματός του, ενός παράξενου γέρου πρώην θαλασσόλυκου και ενός παιδιού. Βασικά αφηγείται τα σκαμπανεβάσματα στις σχέσεις του ζευγαριού, την φυγή της γυναίκας, την αναζήτησή της από τον απελπισμένο σύζυγο και τον γέρο...
Αυτό που εκπλήσσει μέχρι σήμερα, παρά τη σεναριακή απλότητα, στο ασπρόμαυρο και με σχετικά λίγους διαλόγους αυτό φιλμ είναι η φρεσκάδα της σκηνοθετικής ματιάς. Ανάμεσα στο ρεαλισμό και την ποιητικότητα, την καταγραφή των σχέσεων του ζευγαριού και τις ονειρικές εικόνες, τη σκληρή πραγματικότητα και τον ρομαντικό έρωτα, η ταινία παραμένει μια από τις αγαπημένες πολλών σύγχρονων μεγάλων δημιουργών. Με σεναριακά κενά ίσως, με παράδοξο τρόπο αφήγησης, με χρονικά άλματα, κερδίζει ωστόσο τον θεατή με την ομορφιά των εικόνων της. Και ταυτόχρονα, αποτελεί ίσως ένα από τα πρώτα (αν όχι το πρώτο) road movie, έστω και με ποταμόπλοιο. Και περιέχει και κάποιες σκηνές σχεδόν αυτοερωτισμού, καθώς το ζευγάρι έχει χωρίσει, αλλά εξακολουθεί να ονειρεύεται ο ένας την άλλη, που ενώ σήμερα θα περάσουν μάλλον απαρατήρητες, στη μακρυνή εποχή τους υπήρξαν εξαιρετικά τολμηρές. Ίσως η ταινία να θέλει να μας μιλήσει για το ρομαντικό ξεκίνημα, τα όνειρα στην αρχή μιας νέας ζωής και την απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα, ίσως πάλι να θέλει απλώς να μας αφηγηθεί μια κατά βάθος ρομαντική ιστορία - διανθισμένη με τον απίθανο χαρακτήρα του γέρου ναυτικού. Όπως και να το κάνουμε πάντως παραμένει όμορφη.
Φυσικά απευθύνεται σε σινεφίλ κοινό και σε όσους ψάχνουν σε βάθος την ιστορία του σινεμά. Οι υπόλοιποι μάλλον θα κουραστούν από ένα κομψοτέχνημα κινηματογραφικής ιστορίας. Όσοι νομίζουν ότι ανήκουν στην πρώτη κατηγορία ας σπεύσουν.

Τρίτη, Ιουλίου 13, 2010

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΕ ΓΕΡΑΚΙΑ ΚΑΙ ΛΥΚΟΥΣ


Ο Richard Donner ήταν πάντοτε ένας εμπορικός σκηνοθέτης με επιτυχίες κυρίως στα 80ς. Το "Ladyhawke" που γύρισε το 1985 είναι ένα γλυκό και, σε κάποια σημεία, συγκινητικό παραμύθι, που διαθέτει κάμποσα από τα κλισέ του είδους, δεν το λες όμως και απόλυτα κακό. Και μόνο οι ηθοποιοί αρκούν για να τραβήξουν το θεατή (ή εμένα τουλάχιστον): Μια υπέροχη Μισέλ Φάιφερ στις μεγάλες ομορφιές της και ο καλτ (και δυστυχώς πρόωρα εξαφανισμένος) Ρούντγκερ Χάουαρντ, ενώ από κοντά και ο πιτσιρικάς σταρ της εποχής Μάθιου Μπρόντερικ.
Η κατάρας που πέφτει σε ένα απεγνωσμένα ερωτευμένο ζευγάρι είναι απόλυτα σατανική στη σύλληψή της, ώστε να προκαλέσει τον μεγαλύτερο δυνατό πόνο (εσωτερικό εννοώ) στους ερωτευμένους (ας μην σας την αποκαλύψω, αφού αποτελεί μία από τις αποκαλύψεις κάπου στο ένα τρίτο της ταινίας). Όλα αυτά σε έναν μεσαίωνα με ξόρκια, μαγεία και τα άλλα συναφή που περιμένει κανείς, και, φυσικά, με καλούς και κακούς. Ο πολύ κακός εδώ μάλιστα συμβαίνει να είναι επίσκοπος.
Αρκετά καλογυρισμένο φιλμ, δεν βασίζεται στα εφφέ, αλλά στα όσα συμβαίνουν. Το είδα με σχετικό ενδιαφέρον (χωρίς να το θεωρώ και τίποτα πολύ σπουδαίο), αλλά, όπως έγραψα στην αρχή, τα κλισέ - πέραν των καλών και των πολύ κακών - βάρυναν αρκετά την ατμόσφαιρα: Απίθανες συμπτώσεις, κυρίως στο timing (όλα συμβαίνουν το κατάλληλο ακριβώς δευτερόλεπτο και με τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να λειτουργήσουν), όλοι οι καλοί είναι ηρωικοί και με απίθανες ικανότητες κλπ. κλπ.
Τέλος πάντων, αν αυτά θεωρηθούν συμβάσεις μιας ταινίας του είδους, μένει ένα ευχάριστο παραμύθι με πολύ ρομαντισμό (μπορεί να σς ξεφύγει κατά λάθος και κανένα δάκρυ) που μάλλον βλέπεται ευχάριστα παρά τα χρόνια που έχουν περάσει. Αλλά είπαμε: Μην το πάρετε και πολύ στα σοβαρά.

Δευτέρα, Ιουλίου 12, 2010

ΟΙ ΛΥΚΟΙ, Η ΠΑΡΕΑ ΤΟΥΣ, ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΚΑΙ Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ


Η δεύτερη ταινία του Neil Jordan γυρίστηκε το 1984 και λεγόταν "Η Παρέα των Λύκων". Και ήταν πραγματικά εκτυφλωτική. Σίγουρα μία από τις καλύτερές του και μια από τις εντυπωσιακότερες των 80ς. Αυτό που θα ήθελα να τονίσω απο την αρχή είναι ότι το φιλμ αυτό δεν έχει ένα κλασικό σενάριο, δεν διαθέτει μια δομημένη ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος όπως θα λέγαμε. Τι ακριβώς είναι όμως η ταινία;
Ο Jordan παίρνει όλες σχεδόν τις ιστορίες που έχετε ακούσει για λύκους: Στα παραμύθια, στους θρύλους, στις ταινίες τρόμου, στις λαϊκές δοξασίες, και κάνει ένα κολάζ απ' όλα αυτά. Η Κοκκινοσκουφίτσα δένει με ιστορίες τρόμου για λυκάνθρωπους, τα παραμύθια της γιαγιάς με μεσαιωνικούς θρύλους για κατάρες και κορίτσια που χάθηκαν στο δάσος... Και ταυτόχρονα η παιδικότητα, το παραμύθι, η αθωότητα, "παντρεύονται" με τον τρόμο, τη σεξουαλικότητα ή, αν προτιμάτε, με τον τρόμο της σεξουαλικότητας, ενώ οι ονειρικές σκηνές που παραπέμπουν στην παιδική ηλικία ακολουθούνται από σκηνές τρόμου, ακόμα και σπλάτερ. Η δομή που ακολουθείται από το σκηνοθέτη είναι αυτή της "ιστορίας μέσα στην ιστορία μέσα στην ιστορία".
Υπάρχει σαν κεντρικό πρόσωπο μια γιαγιά που αφηγείται ιστορίες με άντρες και λύκους (που συχνά ταυτίζονται) στην έφηβη εγγονή της, που είναι έτοιμη να υποδεχτεί την αφύπνηση της σεξουαλικότητάς της (γι' αυτό άλλωστε ο άντρας ταυτίζεται με τον λύκο και ο πόθος με τον τρόμο). Ο χρόνος πισωγυρίζει ανάμεσα στον 20ό αιώνα και τον μεσαίωνα, με τους ίδιους ηθοποιούς να ερμηνεύουν παρόμοιους ρόλους και στις δύο εποχές. Και βέβαια, πάνω απ' όλα αυτά δεσπόζει η φιγούρα του λύκου (του κακού λύκου ή του ποθητού λύκου ή και τα δύο) και η απόλυτη συγχώνευση των δύο, ο λυκάνθρωπος (αλλά και η λυκανθρωπίνα σε μία περίπτωση). Τα ένστικτα παλεύουν με τον καθωσπρεπισμό, το "ζώο μέσα μας" πασχίζει να απελευθερωθεί από τον πολιτισμό και όσα αυτός επιβάλλει. Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, θύτες και θύματα. Όλοι είναι λίγο απ' όλα.
Αυτό που καθηλώνει στην ταινία είναι η πανέμορφη, ατμοσφαιρική εικόνα της. Υπέροχη φωτογραφία, θαυμάσιες εικόνες, που ενίοτε συνδυάζουν εικαστική ομορφιά και φρίκη, γλυκειά παιδικότητα και τρόμο. Πρόκειται νομίζω για μια από τις εικαστικότερες ταινίες που έγιναν ποτέ. Και, σας προειδοποιώ, μην ξεγελαστείτε από την ομορφιά. Υπάρχουν αρκετές εφιαλτικές σκηνές και εντυπωσιακές (και αιμοσταγείς) μεταμορφώσεις. Από την άλλη, σπάνια ταινία είναι τόσο γεμάτη (φορτωμένη ίσως) από σύμβολα. Σε σχεδόν κάθε καρέ ο Φρόιντ κλείνει πονηρά το μάτι στον θεατή και τα αντικείμενα ζητούν αποκρυπτογράφηση...
Αφού χωνέψετε το τρομακτικό στοιχείο, ξεχάστε την έλλειψη γραμμικής αφήγησης και ολοκληρωμένης ιστορίας (είπαμε, πρόκειται για κολλάζ μύθων) και απολαύστε μια από τις ομορφότερες και πιο πρωτότυπες ταινίες (για μένα τουλάχιστον) των 80ς. Θα καταλήξω με την ίδια φράση που τέλειωνα και το ποστ για το "Παιχνίδι των Λυγμών": Κρίμα που ο Jordan έχει τόσα χρόνια να κάνει καλή ταινία...

Κυριακή, Ιουλίου 11, 2010

M FOR MURDER ΚΑΙ ΦΟΝΟΙ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ


To 1954 o Alfred Hitchcock (1899-1980) γυρίζει μια από τις τυπικές αστυνομικές του ταινίες: Το "Dial M for Murder" ("Καλέστε Ασφάλεια Αμέσου Δράσεως" ελληνικά). Το συγκεκριμένο, θεατρικής προέλευσης, φιλμ ανήκει στην κατηγορία των "αστυνομικών δωματίου", αφού διαδραματίζεται κυρίως σε κλειστούς χώρους (σε ένα διαμέρισμα ουσιαστικά) και είναι απ' αυτά που γνωρίζουμε από την αρχή τον δολοφόνο και το ζητούμενο είναι αν το έγκλημα που σχεδιάζει είναι "τέλειο" ή όχι: Ένας σύζυγος αναθέτει, εκβιάζοντάς τον, σε ένα όχι και τόσο καθαρό τύπο να δολοφονήσει τη γυναίκα του που τον απατά. Όλα είναι τέλεια σχεδιασμένα. Μπορεί όμως κάτι να πάει στραβά;
Συνολικά δεν θεωρώ την ταινία από τα αριστουργήματα του Hitchcock, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν βλέπεται ευχάριστα και, πολύ περισσότερο, ότι δεν διαθέτει πολλά από τα χιτσκοκικά χαρακτηριστικά: Το σασπένς κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος, το θέμα της ανάθεσης ενός φόνου (της ευθύνης γενικότερα) σε κάποιον άλλον βρίσκεται εδώ (έχει αναπτυχθεί πολύ καλύτερα κατά τη γνώμη μου στον αγαπημένο μου "Άγνωστο του Εξπρές"), η προτίμησή του στις ξανθιές (κυρίως θύματα, αλλά όχι πάντα) είναι καθαρή - εδώ έχουμε και πάλι την πολύ όμορφη Γκρέις Κέλι - και ο ίδιος κάνει την παραδοσιακή του εμφάνιση σε μία... φωτογραφία, κλείνοντας πονηρά για μια ακόμα φορά το μάτι στο θεατή.
Βασισμένο κυρίως σε μικρές λεπτομέρειες που χτίζουν την ιστορία (και κάποιες στιγμές την κάνουν και αρκετά πολύπλοκη), με αναπάντεχο γύρισμα κάπου μετά τα δύο τρίτα, καταφέρνει για μια ακόμα φορά να κάνει αυτό που ο Χίτσκοκ ξέρει καλύτερα από κάθε άλλο: Να κρατήσει τον θεατή. Τελικά νομίζω ότι στην περίπτωση του μεγάλου αυτού δημιουργού η διασκέδασή μας, όσα χρόνια κι αν περάσουν, παραμένει εγγυημένη. Τι σημασία έχει λοιπόν το ότι δεν τη θεωρώ από τις καλύτερές του ταινίες; Πιστεύω ότι θα περάσετε πολύ καλά.

Παρασκευή, Ιουλίου 09, 2010

ΟΤΑΝ ΟΙ MONTY PYTHON "ΑΣΕΛΓΟΥΣΑΝ" ΣΤΑ ΕΠΗ ΤΟΥ ΑΡΘΟΥΡΟΥ


Πρέπει να είμαι σαφής από την αρχή: Όσα θα γράψω για το θρυλικό "Monty Python and the Holy Grail" του 1975 (με έναν από τους χειρότερους ελληνικούς τίτλους ever, τον ανεκδιήγητο "Το Αδελφάτο των Ιπποτών της Ελεεινής Τραπέζης" !!!), δεν μπορεί να είναι παρά καθαρά υποκειμενικό. Κι αυτό διότι η ταινία αυτή καθόρισε κατά πολύ, όταν την πρωτοείδα, το χιούμορ μου, ίσως και τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα. Οποιοσδήποτε μπορεί να διαφωνήσει ελεύθερα σε οποιοδήποτε επίπεδο επιθυμεί. Όταν λοιπόν παίχτηκε στην Ελλάδα το φιλμ αυτό, αρκετά μετά τη χρονιά που γυρίστηκε, έσκασε κυριολεκτικά σαν κεραυνός εν αιθρία. Τότε αγνοούσαμε την ύπαρξη της πιο αστείας κωμικής ομάδας που έγινε ποτέ (προσωπική άποψη), παρά το ότι είχε στην πλάτη της κοντά 5 χρόνια αριστουργηματικής τηλεοπτικής παραγωγής με το αξεπέραστο Flying Circus. Δεν υπήρχε διαδίκτυο, βλέπετε, ούτε dvd και μια ξένη τηλεοπτική σειρά ήταν, πολύ απλά, αδύνατο να τη δει κάποιος που δεν έμενε στη χώρα που παιζόταν. Το Holy Grail πάντως ήταν η πρώτη από τις 3 ταινίες που θα γύριζε η ομάδα και σκηνοθέτες του ήταν οι δύο από τους 6 Python, οι Terry Gilliam και Terry Jones.
Ξαφνικά λοιπόν, από το πουθενά κυριολεκτικά, ήρθα αντιμέτωπος με ένα είδος χιούμορ που πραγματικά δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι υπήρχε. Ήταν πέρα για πέρα σουρεαλιστικό και παράλογο, απίστευτα βλάσφημο και δίχως να διστάζει μπροστά σε τίποτα, και απόλυτα, μα απόλυτα ξεκαρδιστικό (για τα δικά μου δεδομένα τουλάχιστον). Κάτι καινούριο εμφανιζόταν στον ορίζοντα για μένα.
Για την ιστορία, η ταινία είναι μια πέρα για πέρα ανατρεπτική παρωδία του κύκλου των επών του Βασιλιά Αρθούρου και των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης. Για τους Άγγλους οι μύθοι αυτοί είναι ό,τι είναι για μας η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, ας πούμε. Κι ίσως ακομα πιο σοβαροί, αφού μιλάνε ουσιαστικά για τη γέννηση του βρετανικού έθνους και τη συγκρότησή του σε κράτος. Οπότε το να παρωδείς μέχρι τελικής πτώσης κάτι τέτοιο, είναι ήδη αρκετά τολμηρό (τόλμη που συνέχισαν ακόμα πιο "άγρια" με το Life of Brian, όπου παρωδούσαν τη ζωή του Χριστού). Και διαθέτει όλο το οπλοστάσιο της ανεπανάληπτης ομάδας: Συνειδητούς αναχρονισμούς και αναφορές στη σύγχρονη εποχή, ατάκες και φάσεις από τις πιο αστείες που έγιναν ποτέ, συχνές διακοπές από κινούμενα σχέδια, πέρα για πέρα παράλογες καταστάσεις και το πιο ανατρεπτικό τέλος που έγινε ποτέ, με καυστικότατο σχόλιο για την... αστυνομία (όχι, πέστε μου, ποιοι άλλοι θα τολμούσαν να τελειώσουν μια ταινία με έναν τρόπο σαν αυτό που θα δείτε, πάνω στο κρισιμότερο σημείο, αδιαφορώντας πλήρως για την... "ψυχική υγεία" των θεατών;) Φυσικά για όσους γνώριζαν το τηλεοπτικό Flying Circus, το είδος αυτό του χιούμορ ήταν γνώριμο. Για μας τους "παρθένους" όμως;
Δεν θα αναφέρω εδώ μεμονωμένες φάσεις από το φιλμ, αφού διαθέτει πάμπολλες και εξαιρετικά αστείες. Επίσης δέχομαι ότι πιθανόν το "Life of Brian" είναι ακόμα πιο αστείο. Ωστόσο, σας το είπα στην αρχή, το post αυτό είναι υποκειμενικότερο από τα άλλα, αφού αυτή είναι η αγαπημένη μου ταινία της ομάδας. Επειδή άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο γελούσα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν γελάνε όλοι με το χιούμορ των Python. Μερικοί, όπως εγώ, είναι φανατικοί, αλλά κάποιοι άλλοι το βρίσκουν πολύ "ξένο" και ασυνήθιστο. Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι' αυτό. Εννοείται όμως ότι για όσους είναι φίλοι αυτού του τόσο ιδιόρυθμου χιούμορ, η ταινία είναι κάτι περισσότερο από must.

Πέμπτη, Ιουλίου 08, 2010

"Ο ΠΑΙΚΤΗΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ


"Ο Παίκτης" (The Player) που γύρισε ο Robert Altman (1925-2006) το 1992, είναι για μένα μια από τις καλύτερες ταινίες του και μια από τις καλύτερες των 90ς γενικότερα, ενώ συγχρόνως αποτελεί και ένα κινηματογραφικό παράδοξο. Ποτέ κάποιος αμερικάνος, και μάλιστα αρκετές φορές χολιγουντιανός σκηνοθέτης, δεν έκανε μια τόσο άμεση, σαρκαστική επίθεση στο ίδιο το Χόλιγουντ και την κινηματογραφική βιομηχανία. Ο Altman δεν αφήνει κυριολεκτικά τίποτα όρθιο στην ταινία του. Κι όταν τελειώσει, το μόνο που μένει στο θεατή είναι μια γεύση αηδίας για τις αληθινές συνθήκες σ' αυτόν τον ηθικό βόθρο που λέγεται Χόλιγουντ (και μη παρεξηγείτε τα λεγόμενά μου. Το ότι είναι βόθρος, δεν σημαίνει ότι παύουμε να αγαπάμε αρκετά από τα προϊόντα του).
Όλα αυτά τα κάνει ο Altman χρησιμοποιώντας και αρκετό χιούμορ, οπότε μη νομίσετε ότι το φιλμ είναι μια σοβαροφανής, στυγνή καταγγελία. Ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο αυτό. Ο ήρωάς του, ο Τιμ Ρόμπινς, είναι αυτός που αποφασίζει ποιες ταινίες θα γυρίσει και ποιες όχι η μεγάλη κινηματογραφική εταιρία στην οποία είναι σούπερ στέλεχος. Ακούει λοιπόν καθημερινά δεκάδες υποψήφια σενάρια και αποφασίζει, πάντοτε φυσικά με μοναδικό γνώμονα το αν το φιλμ θα φέρει κέρδος ή όχι και πάντοτε ακολουθώντας δοκιμασμένες συνταγές. Φυσικά πολλοί τον μισούν, αφού απορρίπτει πλήθος σεναρίων. Κι όταν κάποιος αρχίζει να τον απειλεί, το πανηγύρι αρχίζει.
Ο ήρωάς του Altman είναι ένα αληθινό κάθαρμα. Ένας γλοιώδης, υποκριτικός γιάπης, που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα. Ένας καρχαρίας ανάμεσα σε καρχαρίες, αφού και τα κάθε λογής πισώπλατα μαχαιρώματα μεταξύ high συναδέλφων κάθε άλλο παρά λείπουν. Κάποτε θα φτάσει μέχρι το έγκλημα. Από εκεί και πέρα, σε μια από τις καυστικότερες ματιές που έριξε ποτέ σκηνοθέτης στην αμερικάνικη κοινωνία, SPOILER SPOILER θα παρακολουθήσουμε όλες τις συγκυρίες που συντελούν στο να μείνει ατιμώρητος κι όλα θα τελειώσουν με ένα εμφανέστατα ειρωνικό χάπι εντ. Ποτέ πριν, νομίζω, ένα χάπι εντ δεν αποτέλεσε τόσο γροθιά στα μούτρα του συστήματος ΤΕΛΟΣ SPOILER. Και, ταυτόχρονα, η ταινία είναι μια καυστικότατη ματιά στον κόσμο και τη νοοτροπία των γιάπηδων εν γένει.
Το άλλο στοιχείο, που κάνει το φιλμ απόλυτα cult, είναι οι δεκάδες (πολλές δεκάδες) σούπερ σταρ, σκηνοθέτες και άλλοι παράγοντες του Χόλιγουντ που κάνουν σύντομα περάσματα, μερικές φορές απλώς φαίνονται στο πλάνο, παίζοντας τον εαυτό τους. Η Τζούλια Ρόμπερτς είναι η Τζούλια Ρόμπερτς, ο Μπρους Γουίλις ο Μπρους Γουίλις κλπ. Αξίζει τον κόπο να δείτε δεύτερη φορά το φιλμ, σταματώντας όπου υπάρχουν άνθρωποι εκτός των πρωταγωνιστών στο πλάνο, και να αναγνωρίζετε πρόσωπα. Είναι πραγματικά απίστευτο. Ο Altman ήταν ένα πολύ σεβαστό πρόσωπο - ίσως επειδή παρέμενε πάντοτε με το ένα πόδι ανεξάρτητος - και, προφανώς, όλοι, ακόμα και οι σούπερ σταρς, δέχτηκαν να κάνουν ένα πέρασμα (αφιλοκερδώς υποθέτω). Οι λεκτικές αναφορές σε άλλους τόσους σταρ και σκηνοθέτες είναι επίσης άπειρες, ενώ το πρωτοφανές αυτό όργιο κινηματογραφικών αναφορών συνεχίζεται και σε "δεύτερο πλάνο" με τις αφίσες παλιών χολιγουντιανών επιτυχιών που εμφανίζονται παντού, σχολιάζοντας κατά κάποιον τρόπο με τους τίτλους τους τα δρώμενα. Έτσι η αυτοαναφορικότητα και η κινηματογραφοφιλία γίνονται ο άλλος βασικός άξονας της ταινίας.
Και βέβαια, προκύπτει αβίαστα το ερώτημα: Μα καλά, δεν αυτοαναιρείται το φιλμ όταν μας δείχνει ένα αληθινά βρώμικο, υποκριτικό, ψεύτικο Χόλιγουντ, που έχει τεράστια σχέση με επενδύσεις, αλλά καμία με τέχνη, τη στιγμή που το ίδιο αυτό Χόλιγουντ επέτρεψε να γυριστεί στους κόλπους του μια τέτοια ταινία, που, κυριολεκτικά, το χέζει πατόκορφα; Αυτό παραμένει και για μένα ένα μυστήριο. Πάντοτε βέβαια η καρδιά της βιομηχανίας του θεάματος άφηνε μικρά παραθυράκια για πολύ τολμηρά (σε διάφορα επίπεδα) φιλμ. Αλλά τόσο πολύ, τόση κοροϊδία στο ίδιο το σύστημα που παράγει τις mainstream ταινίες, τόση κατάδειξη των όσων κρύβονται κάτω από την αστραφτερή επιφάνεια, μάλλον δεν έχει ξαναγίνει. Δεν ξέρω. Ίσως, μια που οι ιθύνοντες εκεί φαίνεται να πιστεύουν ότι πρακτικά η τέχνη είναι ακίνδυνη, να αφήνουν να γυριστούν τέτοιες ταινίες για να μπορούν να λένε μετά :"Κοιτάξτε πόσο δημοκρατικοί είμαστε!"
Τέλος πάντων, όποια κι αν είναι η απάντηση, θεωρώ τον "Παίκτη" αριστούργημα. Όχι μόνο για την ιδιοφυή του ιστορία, όχι μόνο για τον απίστευτο κυνισμό και σαρκασμό του, όχι μόνο για το πανταχού παρόν σινεφίλ, αυτοαναφορικό στοιχείο, αλλά και γιατί παρακολουθείται νομίζω με απόλαυση από την αρχή ως το τέλος. Ε, μετά σε πιάνει και η ακατάσχετη επιθυμία να βάλεις καμιά βόμβα σε κανένα στούντιο...

Τρίτη, Ιουλίου 06, 2010

ΡΗΧΟΙ ΤΑΦΟΙ, ΑΠΥΘΜΕΝΗ ΑΠΛΗΣΤΙΑ


Το 1994 ήταν η χρονιά που γνωρίσαμε τον άγγλο Danny Boyle, που μέχρι τότε έκανε τηλεόραση. Το Shallow Graves ("Μικρά Εγκλήματα μεταξύ Φίλων" στα ελληνικά) ήταν η πρώτη του ταινία. Και μας έκανε αμέσως να ενδιαφερθούμε γι' αυτόν.

Το φιλμ κινείται στη γραμμή που χάραξε πρώτος (νομίζω) ο Χιούστον με τον "Θησαυρό της Σιέρα Μάντρε". Έχει να κάνει δηλαδή με την ανθρώπινη απληστία και την παράνοια, σε τελική ανάλυση, που προκαλεί το χρήμα. Τρεις νεαροί φίλοι και συγκάτοικοι, δύο άντρες και μία γυναίκα (τίποτα ερωτικό μεταξύ τους), ζουν αρμονικά. Πλάκες, χαρούμενη ατμόσφαιρα, εύθυμη καθημερινότητα. Ώσπου στα χέρια τους πέφτει τυχαία ένας αμύθητος θησαυρός. Από εκεί και πέρα τα πάντα αλλάζουν δραματικά.

Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσετε τη δεξιοτεχνία με την οποία ο Boyle αλλάζει σταδιακά την ατμόσφαιρα και το στιλ. Όλα ξεκινάν σαν μια ανάλαφρη αγγλική κωμωδία, είδος που οι βρετανοί γνωρίζουν τόσο καλά. Σιγά - σιγά τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται όλο και πιο "βαριά" για να καταλήξουμε σε ένα απόλυτα ζοφερό τελευταίο μέρος, με σκηνές που αγγίζουν τα όρια του σπλάτερ. Η ψυχολογία των ηρώων αλλάζει όσο περνά η ώρα, τη φιλία αντικαθιστά η αμοιβαία καχυποψία, που με τη σειρά της δίνει τη θέση της στην καθαρή παράνοια. Κι όλα αυτά με απόλυτα πειστικό, κατά τη γνώμη μου, τρόπο. Η "τιμή" για να αγοραστεί μια συνείδηση, για να ξεχαστεί κάθε έννοια ηθικής, για να παραμεριστεί κάθε συναίσθημα, είναι φτηνή, μοιάζει να μας λέει στο απαισιόδοξο για την ανθρώπινη φύση αυτό δοκίμιο ο σκηνοθέτης. Αρκεί μια βαλίτσα λεφτά και όλα τα άλλα πάνε περίπατο. Αλλά, όπως έγραψα και πιο πάνω, δεν είναι μόνο η ηθική που εξαφανίζεται. Είναι και η καθαρή τρέλα που κυριεύει τους ανθρώπους μπροστά στον πλούτο ή, έστω, την προοπτική του. Όπως ακριβώς και στην αρχετυπική για το θέμα ταινία του Χιούστον που προανέφερα.

Από τα φιλμ που μου είχαν κάνει εξαιρετική εντύπωση στην εποχή τους, ξεγελά τον θεατή με τη χαρούμενη αρχή του για να καταλήξει σε κάτι απόλυτα σκοτεινό και ανατριχιαστικό. Και, όπως απέδειξε η συνέχεια, το πολύ καλό (και πάμφτηνο) αυτό ντεμπούτο του Boyle δεν ήταν καθόλου τυχαίο...

Δευτέρα, Ιουλίου 05, 2010

Η "ΣΥΝΤΟΜΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ" ΚΑΙ Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ


Ο βρετανός σκηνοθέτης David Lean (1908-1991), από τους μεγάλους της χώρας του, γυρίζει τη "Σύντομη Συνάντηση" το 1946. Έκτοτε θεωρείται μια από τις 10 καλύτερες βρετανικές ταινίες όλων των εποχών. Θα συμφωνήσουν άραγε οι σημερινοί εθισμένοι στο Χόλιγουντ και τη συνεχή δράση θεατές; Πολύ φοβάμαι ότι όσοι διαθέτουν βιντεοκλιπάδικη (και μόνο) οπτική δεν θα τα καταφέρουν.
Η ταινία είναι τόσο απλή κι όμως τόσο συγκλονιστική... Ενώ εξωτερικά τίποτα σχεδόν δεν συμβαίνει, οι εσωτερικοί κόσμοι των δύο ηρώων σαρώνονται κυριολεκτικά, κάθε σταθερά τους ανατρέπεται, τα πάντα μέσα τους καταρρέουν. Κι όμως γύρω τους εξακολουθεί να μη συμβαίνει τίποτα. Κανείς άλλος δεν αντιλαμβάνεται το παραμικρό. Αλλά αυτό ακριβώς είναι τελικά, νομίζω, το μεγαλείο της ταινίας: Το πόσο δεξιοτεχνικά, ευαίσθητα, ιδιοφυώς θα έλεγα, καταγράφει ο Lean όλο αυτό το εσωτερικό δράμα, καταφέρνοντας να κάνει χιλιάδες θεατές να φεύγουν συγκλονισμένοι.
Σας είπα ότι πρόκειται για την απλούστερη ιστορία του κόσμου: Ένας άντρας και μια γυναίκα, γιατρός εκείνος, απλή νοικοκυρά η άλλη, παντρεμένοι με παιδιά αμφότεροι, συναντιούνται τυχαία στο μπαρ του σιδηροδρομικού σταθμού που χρησιμοποιούν τακτικά, ερωτεύονται παράφορα, αλλά είναι αδύνατο να προχωρήσουν, να αποκαλύψουν τον έρωτά τους. Ποτέ η συμβατική, κοινότοπη καθημερινότητα δεν δείχτηκε τόσο πνιγηρή, σκληρή, απαγορευτική στην οθόνη. Ποτέ η τυχαία συνάντηση με ένα γνωστό, η καθημερινή ρουτίνα του σπιτιού και της οικογένειας, ένα τυχαίο βλέμμα, δεν υπήρξαν τόσο φριχτά, επικίνδυνα. Ποτέ κάποιες ελάχιστες καθημερινές στιγμές ευτυχίας δεν φάνηκαν τόσο πολύτιμες, σα να περικλείουν μέσα τους την πεμπτουσία των ζωών των δύο ηρώων. Και να φανταστείτε ότι ολόκληρο το φιλμ διαδραματίζεται σε ελάχιστους χώρους (κοινότοπους φυσικά): Στο περίφημο μικρό, ευτελές μπαρ του σταθμού όπου οι ήρωες περιμένουν πάντοτε τις Πέμπτες τα τρένα τους, στο σπίτι της γυναίκας και σε ελάχιστους άλλους.
Φυσικά η όλη ιστορία έχει να κάνει και με το συντηρητισμό και την εν γένει πνιγηρή ατμόσφαιρα της Βρετανίας της εποχής. Πιστεύω όμως ότι ξεπερνά κατά πολύ τις χωροχρονικές αυτές συντεταγμένες και γίνεται μια παγκόσμια και διαχρονική ιστορία, μια μελέτη του θριάμβου του "πρέπει" πάνω στο "θέλω", του καθωσπρεπισμού και του κοινωνικού περίγυρου πάνω στις ατομικές επιθυμίες. Θα μποορούσα να θεωρήσω μακρινό απόγονο της ταινίας το θαυμάσιο "In the Mood for Love" του Γουανγκ Καρ-Βάι, που, με εντελώς διαφορετική αισθητική, πραγματεύεται επίσης το θέμα ενός ανεκπλήρωτου έρωτα. Κι έπειτα, σκέφτεσαι πόσο αληθινό μπορεί να είναι κάτι τέτοιο ακόμα και στη σύγχρονη, σαφώς πιο απελευθερωμένη εποχή, και τότε παγώνεις…
Μικρές λεπτομέρειες, απίστευτη ευαισθησία, μικρά γεγονότα αδιάφορα για τους πάντες εκτός από τους δύο πρωταγωνιστές, συνθέτουν όντως μια κλασική ταινία του παγκόσμιου σινεμά. Προσωπικά με άγγιξε απόλυτα. Είμαι όμως περίεργος για το αν μπορεί να επιδράσει τόσο στην πλειοψηφία των σημερινών θεατών.

Σάββατο, Ιουλίου 03, 2010

Ο WOODY ALLEN ΩΣ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟΣ ΚΑΚΟΠΟΙΟΣ


Βρισκόμαστε στα 1969 όταν το παγκόσμιο σινεμά γνωρίζει τον Woody Allen και το ιδιοφυές χιούμορ του (είχε προηγηθεί άλλη μια ιδιόρυθμη ταινία, αλλά μάλλον είχε περάσει απαρατήρητη). Μιλάμε για το "Take the Money and Run" (άσχετος ελληνικός τίτλος "Ζητείται Εγκέφαλος για Ληστεία"). Στην πρώτη του ουσιαστικά προσπάθεια ο Allen χρησιμοποιεί το ίδιο εύρημα στο οποίο βάσισε, χρόνια μετά, το αριστουργηματικό Zelig: Αυτό του ψευδοντοκιμαντέρ. Έτσι παρακολουθούμε, ως ντοκιμαντέρ τάχα, τη ζωή του Βίρτζιλ (που ερμηνεύει φυσικά ο ίδιος ο Allen), ενός "γεννημένου" κακοποιού, του οποίου η εγκληματική δραστηριότητα ξεκινά από τα παιδικά του χρόνια και σ' όλη του τη ζωή μπαινοβγαίνει στις φυλακές, παρά το ότι στο μεταξύ έχει ερωτευτεί και έχει αποκτήσει οικογένεια.
Φυσικά ο Βέρτζιλ είναι κυριολεκτικά ληστής για κλάματα. Οι περισότερες απόπειρές του αποτυγχάνουν (και ληστείας και απόδρασης) και, εννοείται, για σωφρονισμό ούτε λόγος. Παρ' όλα αυτά πάντως καταφέρνει να πραγματοποιήσει το όνειρό του: Να μπει στο Top 10 των πλέον καταζητούμενων των ΗΠΑ. Οι ξεκαρδιστικές φάσεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ το πανέξυπνο, εγκεφαλικό, αλλά και σουρεαλιστικό χιούμορ έχει την τιμητική του. Κι όλα αυτά, όπως είπαμε, με τη μορφή ντοκιμαντέρ. Φωνή off που αφηγείται τα γεγονότα, διακοπή της ροής για συνεντεύξεις από ανθρώπους που τον γνώρισαν (οι πιο αστείες από τους γονείς του, που εμφανίζονται πάντοτε μεταμφιεσμένοι σε... Γκράουτσο Μαρξ γιατί ντρέπονται να δείξουν τα πρόσωπά τους, αφού ο γιος τους τους έχει κάνει ρεζίλι), ασπρόμαυρες σκηνές κλπ. Ταυτόχρονα απολαμβάνουμε την παρωδία διαφόρων κινηματογραφικών ειδών (γκανγκστερικών, αστυνομικών, ταινιών φυλακής κλπ.).
Από την αρχή λοιπόν ο Woody Allen έδειξε το εξαιρετικό του ταλέντο. Η συνέχεια, ως γνωστόν, θα τον ανεδείκνυε ως ένα από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες διεθνώς. Το "Take the Money and Run" πάντως παραμένει κατά τη γνώμη μου μια από τις χαρακτηριστικότερες καθαρά κωμικές στιγμές του.

Παρασκευή, Ιουλίου 02, 2010

ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΗ

Θα έχετε ίσως προσέξει ότι οι περισσότερες από τις ταινίες για τις οποίες γράφω τελευταία είναι παλιές και, επί πλέον, μου αρέσουν από αρκετά έως πάρα πολύ. Δεν είναι τυχαίο και όχι, δεν έγινα ξαφνικά καλός με όλους. Απλώς περνάω μια φάση (καλοκαίρι βλέπετε) που κάνω επαναλήψεις αγαπημένων ταινιών που έχω να δω πάνω από δέκα χρόνια και θυμάμαι λίγα πράγματα απ' αυτές. Θυμάμαι όμως καλά ότι μου είχαν αρέσει σίγουρα. Έτσι θα σας κουράσω για κάμποσο ακόμα με παλιά favorites, πράγμα που θα γίνει ακόμα χειρότερο αν οι καινούριες ταινίες που βγαίνουν στα σινεμά είναι του ύψους της "Έκλειψης", των "Kings of Myconos" ή της... "Τριχωτής επίθεσης" (αλήθεια, βγήκε και τέτοιο!!!)

ΤΖΟ Ο ΛΕΜΟΝΑΔΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ


Εποχή υπαρκτού σοσιαλισμού. Το 1953 ο Στάλιν πεθαίνει και κάποιες από τις χώρες - δορυφόρους της Σοβιετικής Ένωσης αρχίζουν να αναπνέουν πιο ελεύθερα. Φυσικά αυτό αποτυπώνεται απόλυτα και στον κινηματογράφο τους. Η Τσεχοσλοβακία είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Από το 1963 περίπου αρχίζει να πνέει εκεί ένας άνεμος ελευθερίας, το σινεμά δίνει όλο και πιο τολμηρά δείγματα, μίλια μακριά από τον κρατικά επιβεβλημένο σοσιαλιστικό ρεαλισμό και όλοι μιλάνε για το "τσέχικο νέο κύμα". Αυτά μέχρι την Άνοιξη της Πράγας και τη σοβιετική επέμβαση (με τανκς, όπως χούντα) του 1968. Ακολουθεί μαρασμός, διώξεις, απαγορεύσεις ταινιών, φυγή διάσημων δημιουργών του νέου κύματος, όπως ο Μίλος Φόρμαν, στη δύση. Τέλος εποχής.
Μέχρι σήμερα όμως παραμένουν κάμποσα θαυμάσια δείγματα των 5-6 αυτών χρόνων. Από τα πιο γνωστά ο "Τζο ο Λεμονάδας" (Limonadovy Joe, 1964) του Oldrich Lipský (1924-1986). Άνελέητη παρωδία γουέστερν, με λίγους διαλόγους, βασίζεται ουσιαστικά στην εικόνα, στα γκαγκς και στα... τραγούδια που συχνά συνεχίζουν με μουσικό τρόπο την αφήγηση. Βλέποντάς το σήμερα, τόσα χρόνια μετά, δεν μπόρεσα να μη θαυμάσω τη φρεσκάδα του, που νομίζω ότι κρατά ακόμα, το χιούμορ, το πάντρεμα σάτιρας και πολιτικού λόγου: Σε τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ, που μαστίζεται από αλκοολισμό και εγκληματικότητα, φτάνει ως "φτωχός και μόνος κάουμπόι" ο Τζο ο Λεμονάδας, που συμμαχεί με τους ελάχιστους "καλούς" του αντιαλκοολικού αγώνα και λανσάρει την Λόκα Κόλα, ένα μη αλκοολούχο αναψυκτικό. Πολύ σύντομα θα αποκαλυφτεί ότι δεν πρόκειται ακριβώς για "ιεραπόστολο", αλλά για εκπρόσωπο της εταιρίας που παράγει το ποτό. Κι απο κει και πέρα αρχίζουν οι περιπέτειες.
Γυρισμένο όλο σε μονοχρωμίες που παραπέμπουν σε ορισμένες ταινίες εποχής βωβού (με άλλες σκηνές δηλαδή να είναι αποκλειστικά με αποχρώσεις κίτρινες, άλλες του μπλε κλπ.), με παρωδία όλων των γνωστών κλισέ του γουέστερν (καυγάδες σε μπαρ, πιανίστες, μονομαχίες, μοναχικοί τραγουδιστές, ερωτικές τραγουδίστριες - ντίβες, αδίστακτοι κακοί πιστολέρος κλπ. κλπ.), με συχνές αλλαγές στιλ (γρήγορη κίνηση α λα βωβού σινεμά, μιούζικαλ, ακόμα και animation), το φιλμ παραμένει νομίζω απολαυστικό και, κυρίως, καυστικότατο. Και μια από τις πολλές αποδείξεις του τι θα μπορούσε να είναι το κεντροευρωπαϊκό σινεμά αν δεν υπήρχε η στυγνή λογοκρισία 45 περίπου χρόνων...
ΥΓ: Και μια ακόμα μικρή πινελιά που δείχνει τον κάλο των ανεγκέφαλων λογοκριτών της εποχής και των λίγων απ' αυτούς που απομένουν μέχρι σήμερα: Η ταινία είναι απόλυτα σύμφωνη με το αντικαπιταλιστικό πνεύμα που πρεσβεύουν οι ίδιοι (οι λογοκριτές εννοώ). Ιδιαίτερα με το τέλος, που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά, που δείχνει ανάγλυφα όλο το πνεύμα και τη δολιότητα, αν θέλετε, του καπιταλισμού. Αυτό όμως που τους ενοχλούσε δεν ήταν το πνεύμα, η ιδεολογία, αλλά η φόρμα του φιλμ, ο τρόπος γραφής. Δεν μπορούσαν να ανεχτούν αυτό το πάντρεμα των στιλ, την έλλειψη σοβαροφάνειας, την πειραματική μορφή. Η ηλιθιότητα σε όλο της το μεγαλείο.

eXTReMe Tracker