Σάββατο, Οκτωβρίου 31, 2009

ΣΤΗ ΜΑΚΡΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟΜΑ ΙΙ: "ΖΟΥΒ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΦΑΝΤΟΜΑ"


Η πρώτη ταινία του Φαντομά γνώρισε τεράστια επιτυχία και ο πρωταγωνιστής της ηθοποιός Ναβάρ είχε γίνει σούπερ σταρ στη Γαλλία. Φυσικό ήταν λοιπόν μέσα στην ίδια χρονιά, το 1913 δηλαδή, ο Louis Feuillade να γυρίσει και δεύτερο μέρος με τίτλο "Ζουβ εναντίον Φαντομά" (ο Juve είναι ο επιθεωρητής - κυνηγός του διαβόητου εγκληματία). Η ταινία έχει διάρκεια μιας περίπου ώρας και είναι συνέχεια της πρώτης, εγκαινιάζοντας έτσι ένα από τα πιο πετυχημένα κινηματογραφικά σίριαλ όλων των εποχών.
Εδώ ξαναβρίσκουμε τους ήρωες του πρώτου μέρους. Τον επιθεωρητή και το φίλο του δημοσιογράφο Φαντόρ, την λαίδη ερωμένη του κακοποιού και φυσικά τον ίδιο τον Φαντομά, που άλλοτε ως ευϋπόληπτος κύριος με μαύρο κοστούμι κι άλλοτε ως εγκληματίας με ολόσωμη μαύρη στολή και μάσκα, σκορπά τον τρόμο. Περισσότερο υποβλητικό από το πρώτο μέρος, διαδραματίζεται σε ένα μεγάλο μέρος του στην εγκαταλειμένη βίλα της λαίδης, τα τεράστια σαλόνια και τα στοιχειωμένα υπόγεια μηχανοστάσια της οποίας αποτελούν ιδανικό σκηνικό για μια ταινία αγωνίας, όπως θεωρούνταν στην εποχή της.
Ο Feuillade, τις πρώιμες αυτές εποχές του σινεμά, μπορεί πλέον να αφηγείται άνετα την ιστορία του και να σκορπά ρίγη στους έκπληκτους θεατές του. Φυσικά οι σεναριακές αφέλειες δεν λείπουν, αλλά, αλλοίμονο, το είπαμε και στην πρώτη συνέχεια και θα το υπενθυμίζουνε διαρκώς, βρισκόμαστε στα 1913 και η γλώσσα της 7ης τέχνης μόλις έχει αρχίσει να σχηματίζεται.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης δείχνει με το χρώμα την ώρα και το μέρος της δράσης. Φυσικά το φιλμ είναι ασπρόμαυρο, όλες οι σκηνές όμως είναι μονόχρωμα επιχρωματισμένες ανάλογα με το μέρος και το χρόνο. Έτσι έχουμε σκούρα μπλε μονοχρωμία όταν δείχνουμε υπαίθρια νυχτερινά, πορτοκαλοκίτρινη όταν βρισκόμαστε σε νυχτερινά εσωτερικά, που φωτίζονται από κεριά ή ηλεκτρικό φως κλπ.
Φυσικά στο τέλος ο Φαντομάς θα ξεφύγει και πάλι, όπως πάντα, ανατινάζοντας τη βίλα. Εδώ έχουμε και τις απαρχές των σίριαλ: Η ταινία τελειώνει σε ένα κρίσιμο σημείο, με την ερώτηση "Θα γλυτώσουν άραγε ο επιθεωρητής και ο φίλος του;", αφήνοντας μετέωρο τον θεατή, που διακαώς επιθυμεί το γρηγορότερο δυνατό να παρακολουθήσει τη συνέχεια. Τι νομίζετε; Τα ήξεραν από τότε αυτά τα κόλπα.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2009

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ, ΕΦΙΑΛΤΙΚΟΣ ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ


Η "Ψυχή Βαθιά" του Παντελή Βούλγαρη έχει ήδη ξεσηκώσει κάποιες αντιδράσεις και έχει επίσης κόψει αρκετά εισιτήρια. Το ΚΚΕ και το ΛΑΟΣ ενοχλήθηκαν και οι κριτικοί ήταν μάλλον χλιαροί. Εμένα πάλι μάλλον μου άρεσε, αλλά έχω και κάποιες αντιρρήσεις. Όχι πάντως αυτές του ΚΚΕ και (αυτό μας έλειπε) καθόλου, μα καθόλου αυτές του Άντωνι και της παρέας του.
Η ταινία βλέπει τον τραγικό ελληνικό εμφύλιο από την ανθρώπινη και όχι από την ιστορική του πλευρά. Την ενδιαφέρει κυρίως η κόλαση, η φρίκη του πολέμου και μάλιστα ενός εμφυλίου πολέμου, που, ως γνωστόν, είναι χειρότερος. Οπότε κατά βάση είναι κυρίως μια αντιπολεμική ταινία. Όντως θα μπορούσε να μην είναι ο ελληνικός εμφύλιος, αλλά ένας οποιοσδήποτε εμφύλιος πόλεμος, σε οποιαδήποτε εποχή. Αυτό ερμηνεύτηκε από μερικούς κριτικούς ως "έλλειψη βάθους". Έλλειψη ιστορικού βάθους, ναι, αλλά ήταν νομίζω εξ αρχής επιλογή του σκηνοθέτη να μη μιλήσει για το ιστορικό πλαίσιο, για το ποιος έφταιγε, το ποιος και γιατί το ξεκίνησε, για τις βαθύτερες αιτίες, αλλά, όπως είπαμε, να δει την ανθρώπινη, συναισθηματική πλευρά της τραγωδίας. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό είναι δικαίωμα του σκηνοθέτη (του κάθε σκηνοθέτη) και εφ' όσον αυτό είναι σαφές δεν μπορεί να κατηγορείται. Πρόκειται για σνειδητή επιλογή.
Αν τώρα, καλώς ή κακώς, κάνεις αυτή την επιλογή, είναι λογική συνέπεια να κρατήσεις ίσες αποστάσεις από τα αντιμαχόμενα μέρη. Διότι προφανώς η φρίκη και η τραγωδία μοιράζονται απλόχερα και στις δύο πλευρές και, σε ανθρώπινο επίπεδο, υπάρχει μόνο δυστυχία. Σε επίπεδο απλού στρατιώτη παύουν να υπάρχουν θύτες και θύματα. Μόνο θύματα. Σε επίπεδο εξουσίας βέβαια και ηγετικών ομάδων και συμφερόντων, τα πράγματα αλλάζουν. Αλλά το φιλμ δεν θέλησε να ασχοληθεί μ' αυτό. Αν και δείχνει ξεκάθαρα το βρώμικο ρόλο των αμερικάνων (για μια ακόμα φορά), που και κουμάντο έκαναν και Ναπάλμ δοκίμασαν για πρώτη φορά παγκοσμίως στο Γράμμο. Έτσι λοιόν ο σκηνοθέτης κάνει εμφανώς τα πάντα να κρατήσει ίσες αποστάσεις. Όλα είναι μοιρασμένα. Και η φρίκη (γιατί το φιλμ συχνά γίνεται σκληρό, έως και δυσβάσταχτο), και οι ελάχιστες, σύντομες χαρές, ακόμα και ο χρόνος που αφιερώνεται σε κάθε πλευρά.
Βλέποντάς το λοιπόν από τη σκοπιά αυτή, το βρήκα καλογυρισμένο. Κρατά τον θεατή και καταφέρνει σε πολλά σημεία να τον συγκινήσει. Γενικά το θεωρώ καλή ταινία. Αυτή όμως η περί συγκίνησης παρατήρηση είναι και η αντίρρησή μου. Ναι, είναι συγκινητικό (και καλά κάνει, είναι τέτοιο το θέμα του, είναι και τα δυο αδέλφια - παιδιά σχεδόν - που πολεμούν σε αντίθετα στρατόπεδα), αλλά βρήκα ότι παραείναι συγκινητικό. Είναι σαν να πάσχει από ένα διαρκές συναισθηματικό overdose, σα να πασχίζει διαρκώς να σε κάνει να βουρκώσεις. Και επειδή ο Βούλγαρης είναι έμπειρος σκηνοθέτης, μερικές φορές τα καταφέρνει. Εκτός του υπερβολικού συναισθηματισμού, η άλλη μου ένσταση είναι στην ηθοποιία. Όχι όλων, αλλά πολλοί από τους ήρωες μιλάνε σα να απαγγέλουν σχολικό ποίημα. Δεν μιλάω για τις ατάκες που λένε, αλλά για το πώς τις λένε. Εδώ νομίζω ότι ο Βούλγαρης έχει χάσει κάμποσες φορές το παιχνίδι.
Όσο για την ανοιχτά συμφιλιωτική θέση του, επιτρέψτε μου να μην πάρω θέση. Είναι όπως το βλέπει ο καθένας (και εδώ και μόνο μπορώ να δεχτώ καποιες από τις αντιρρήσεις του ΚΚΕ). Ο Βούλγαρης, χαμηλότονος πάντοτε, είναι υπέρ της απόλυτης συμφιλίωσης των δύο πλευρών. Άλλοι πάλι, που θεωρούν ότι η εκμετάλλευση και τα καπιταλιστικά δεινά συνεχίζονται, όχι. Μπορώ να το καταλάβω.
Συνολικά πάντως το βρήκα ενδιαφέρον παρά τις ενστάσεις μου. Και μάλλον καλά έκανε και έδειξε την τραγική πλευρά. Διάβολε, 70000 σκοτώθηκαν στον εμφύλιο και το πληρώναμε αυτό για τουλάχιστον 30 χρόνια μίσους. Ακόμα δεν έχουν επουλωθεί όλες οι πληγές. Δεν μπορεί κανείς να το παραβλέψει αυτό.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 29, 2009

Η ΤΖΟΥΛΙ, Η ΤΖΟΥΛΙΑ ΚΑΙ Η ΚΟΥΖΙΝΑ


Η Nora Ephron, άλλοτε σαν σεναριογράφος και άλλοτε σαν σκηνοθέτης (ή και τα δύο) ανέκαθεν ειδικευόταν στο είδος που αποκαλούμε κομεντί, και δη αισθηματική. Και μερικές φορές είχε διαπρέψει σ΄ αυτό (θυμηθείτε ότι ήταν η σεναριογράφος του "Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι"). Το "Julie & Julia" είναι μια γαστριμαργική κομεντί, που κάτι πάει να πιάσει από τις καλές στιγμές της, αλλά δεν τα καταφέρνει απόλυτα κατά τη γνώμη μου.
Βασισμένο σε δύο αληθινές ιστορίες, αυτή της διάσημης αμερικανίδας "Βέφας" της δεκαετίας του 50 Τζούλια Τσάιλντς, που έζησε κυρίως στο Παρίσι και έγραψε έναν διασημότατο και ογκώδη τσελεμεντέ και της σύγχρονης Τζούλι, που δημιούργησε ένα μπλογκ στο οποίο περίεγραψε το πώς μαγείρεψε και τις 520τόσες συνταγές της παλιότερης Τζούλια μέσα σε έναν χρόνο (365 μέρες δηλαδή) και έκανε μπεστ σέλλερ, η ταινία, όπως εύκολα αντιλαμβάνεστε, είναι έντονα κουζινοκεντρική. Και μάλιστα με βάρος στη νοστιμότατη γαλλική κουζίνα. Έτσι αν είστε γκουρμέ το φιλμ αποτελεί must. Αν τώρα το φαγητό - το καλό φαγητό μάλλον - δεν αποτελεί το άλφα και το ωμέγα της ζωής σας και δείτε το όλο πράγμα πιο ψύχραιμα, νομίζω ότι θα παρακολουθήσετε ένα συμπαθητικό αρχικά φιλμ, το οποίο όμως όσο περνά η ώρα γίνεται σχετικά βαρετό. Εντοπίζω το μεγαλύτερο πρόβλημά του στη διάρκεια: Διάβολε, τι τα ήθελε τα 123 ολόκληρα λεπτά για να μας περιγράφει συνταγές, κάποιες αισθηματικές / συναισθηματικές καταστάσεις και εμπλοκές, καθώς και τον αδιάκοπο αγώνα για τη διασημότητα; (τόσο η παλιότερη και η καινούρια επιθυμούν όσο τίποτα άλλο να εκδώσουν το βιβλίο τους). Το "Όσα παίρνει ο άνεμος" σε κουζίνα νόμιζε ότι γύριζε; Α, ναι, το πιάτο πασπαλίζεται και με λίγη πολιτική εξ αιτίας των αναφορών στον σχεδόν φασίστα γερουσιαστή Μακάρθι των 50ς και τα προβλήματα που αυτός έφερε στη ζωή της παλιότερης Τζούλιας και του διπλωμάτη συζύγου της. Βρήκα και κάπως ενδιαφέρουσα τη σταδιακή μετατροπή του στοιχήματος που έβαλε η νεότερη Τζούλι με τον εαυτό της και το σχετικό dead line που του έδωσε (του εαυτού της) σε κανονική εμμονή που κάποια στιγμή απειλεί να καταστρέψει τη ζωή της. Τα κάνω κι εγώ κάτι τέτοια. Κατά τα άλλα όμως...
Βέβαια η Μέριλ Στριπ είναι πάντοτε μια εξαίρετη ηθοποιός και είναι ικανή να μεταμορφώνεται σε οτιδήποτε απαιτεί ο ρόλος της. Υπάρχει επίσης και αρκετό χιούμορ. Και, εντάξει, συμπαθητικό είναι το συνολικό αποτέλεσμα, αλλά, ξαναλέω, και κουραστικό, τουλάχιστον για μένα. Σίγουρα πάντως δεν πρόκειται για την καλύτερή μου. Αφείστε που η ταινία μας αφήνει με τη γεύση ότι όλος ο κόσμος μπορεί κάθε μέρα να μαγειρεύει αστακούς ή boeuf burgignon...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 28, 2009

ΚΑΛΟΙ ΚΑΙ ΚΑΚΟΙ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ ΣΤΟ "ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΓΗ"


Φαντάζομαι ότι γνωρίζετε την ύπαρξη των περίφημων (αστείων ως επί το πλείστον σήμερα) b-movies επιστημονικής φαντασίας των 50ς. Το είδος είχε τότε γνωρίσει μεγάλες δόξες, αλλά μόνο πολύ λίγα από τα φιλμ αυτά αντέχουν σήμερα. Χαρακτηριστικό b-movie της εποχής, εντυπωσιακότατο για τότε, είναι και το "This Island Earth" του 1955 του Joseph M. Newman (1909-2006).
Η ταινία βάσισε τη φήμη της στα εφφέ της και στο έγχρωμο σινεμασκόπ, που τα έκανε ακόμα εντυπωσιακότερα. Μην περιμένετε φυσικά να εντυπωσιαστείτε και σεις βλέποντάς την σήμερα. Η σύγχρονη τεχνολογία τα έχει κάνει να φαίνονται μάλλον αστεία. Ωστόσο ο ξένος πλανήτης και η υπόγεια πόλη του ασκούν μέχρι σήμερα μια παλιομοδίτικη γοητεία με τα ζωγραφισμένα σκηνικά τους. Επίσης οι διαφανείς κάθετοι σωλήνες στους οποίους μπαίνουν οι γήινοι για να αντέξουν το ταξίδι επηρέασαν τον περίφημο τρόπο διακτινισμού του Star Trek 10 χρόνια αργότερα.
Όσο για το στόρι, είναι τυπικό των 50ς, αν και δεν ανήκει στα ύπουλα καλυμμένα ψυχροπολεμικά και αντισοβιετικά σενάρια που ήταν αρκετά συχνά τότε. Εξωγήινοι έρχονται μυστικά στη γη, μαζεύουν τους καλύτερους επιστήμονες και πασχίζουν να βρουν τρόπο να αντιμετωπίσουν την εχθρική απειλή που δέχεται ο πλανήτης τους. Κάποια στιγμή θα πάρουν ένα ζεύγος (φυσικά) απ' αυτούς μαζί τους, τα πράγματα όμως έχουν πια φτάσει στο χείλος της καταστροφής. Κάποιο ενδιαφέρον έχει πάντως το ότι οι εξωγήινοι δεν παρουσιάζονται ως συνήθως σαν κακοί. εδώ υπάρχει μια επαμφοτερίζουσα προσέγγιση, κάπου ανάμεσα, ενώ ένας τουλάχιστον απ' αυτούς είναι σαφώς "καλός".
Φυσικά η ιστορία βρίθεια από σεναριακές αφέλειες που σήμερα συχνά προκαλούν γέλιο. Όλα γίνονται πολύ εύκολα, οι εξωγήινοι είναι 5-6 όλοι κι όλοι (τόσους περίπου βλέπουμε και στον πλανήτη), η κοπέλα ουρλιάζει συστηματικά, υπάρχουν ατάκες όπως "ένας κομήτης που έγινε πλανήτης" (!!!) και κάμποσα άλλα τέτοια. Υποθέτω όμως ότι δεν βλέπετε τέτοια φιλμ αναζητώντας επιστημονική αληθοφάνεια. Μόνο απλή ψυχαγωγία και την παλιομοδίτικη γοητεία που προαναφέραμε.
Συνολικά πάντως νομίζω ότι μάλλον δεν είναι από τα καλά φιλμ του είδους, αν και, όπως είπαμε, είχε εντυπωσιάσει στη εποχή του. Αναζητείστε καλύτερα ταινίες όπως οι "Όταν η Γη σταμάτησε", το "Forbiden Planet" και μερικά άλλα, που σαφώς αντέχουν περισσότερο.

Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2009

ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΚΟΤΕΙΝΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ


Επιτέλους! Το "Moon" του Duncan Jones (γιου του Ντέιβιντ Μπόουι, αν δεν το ξέρετε ακόμα) είναι μια αληθινή ταινία επιστημονικής φαντασίας. Εννοώ μια ταινία ΕΦ που δεν βασίζεται στην άνευ ουσίας επίδειξη εφφέ ούτε στη δράση και τα διαστημικά ή μη κυνηγητά, αλλά στο σενάριο και την ουσιαστική σκηνοθεσία, που αναδεικνύει όλες τις δυνατότητες του μάλλον απλού, hitech σκηνικού. Μελαγχολική ατμόσφαιρα, κορυφώσεις εκεί που χρειάζεται, πολύ καλή ηθοποία από τον Σαμ Ρόκγουελ και... μια από τις καλύτερες ταινίες του είδους των τελευταίων ετών.
Και συγχρόνως το φιλμ θέτει πολλά προβλήματα για να τραφεί η σκέψη του θεατή: Η ανθρώπινη μοναξιά, η φύση των αναμνήσεων, η κλωνοποίηση και οι πιθανές της επιπτώσεις, ο ρόλος της τεχνολογίας, ο ρόλος των μεγάλων εταιριών, ο άνθρωπος αντιμέτωπος με τον εαυτό του και πολλά άλλα. Κάτι μεταξύ "2001: Οδύσσεια του Διαστήματος" και "Σολάρις" θα έλεγα, πλην όμως νομίζω ότι έχει αφομοιώσει δημιουργικά τις ιδέες αυτών και πολλών άλλων φιλμ ΕΦ, ώστε τελικά να γίνεται κάτι δικό του, αυτόνομο και δυνατό. Και ενώ πρόκειται κατά βάση για έναν άνθρωπο μόνο (;), κλεισμένο σ' ένα διαστημικό σταθμό στη σκοετεινή πλευρά του φεγγαριού, δεν νομίζω ότι θα υπάρξει κάποιος θεατής που θα πλήξει. Αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο επίτευγμα του Jones. Γιατί, τελικά, νομίζω ότι δεν είναι μόνο το καλό σενάριο, αλλά και η σκηνοθεσία του που κρατά ψηλά το σασπένς στο φιλμ.
Είχα καιρό να ευχαριστηθώ τόσο ταινία ΕΦ και, τελικά, το Moon επιβεβαιώνει την άποψή μου ότι σαφώς δεν είναι ο καταιγισμός εντυπωσιακών σκηνών, τεράτων, εξωγήινων και περίεργων σκαφών που κάνουν μια καλή ταινία του είδους. Και να φανταστείτε ότι είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Jones. Αν συνεχίσει έτσι, θα πρέπει να πρακολουθούμε με πολύ ενδιαφέρον τα επόμενα βήματα της πορείας του.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2009

ΜΥΡΙΕΛ ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΒΑΡΕΜΑΡΑΣ


Ο Alain Resnais ήταν πάντοτε ένας εγκεφαλικός σκηνοθέτης. Έχει φυσικά κάνει εξαιρετικές ταινίες, κάποιες φορές όμως όλη αυτή η εγκεφαλικότητα ή "λογοτεχνικότητα" αν θέλετε, αποβαίνει σε βάρος του έργου. Τέτοιο παράδειγμα για μένα είναι η "Muriel ou Le temps d'un retour" του 1963. Όπου ένας νεανικός μεγάλος έρωτας εμφανίζεται στη ζωή της ηρωίδας (στα 50 τους πλέον και οι δύο), που ζει στην επαρχία με τον θετό της γιο.
Συναντήσεις, πολλά πρόσωπα, μπερδεμένες σχέσεις, ερωτικές και μη, αναμνήσεις πάνω απ' όλα και πολύ, πολύ μπλα - μπλα συνθέτουν ένα φιλμ το οποίο, ας με συγχωρήσει ο κύριος Ρενέ, με κούρασε αρκετά και με έκανε να κοιτώ κάθε λίγο την ώρα. Στατική σκηνοθεσία, πολλά εσωτερικά και ανορθόδοξο μοντάζ, που κόβει συνεχώς τη δράση και πετιέται σε κάποια άλλη, παράλληλη, θέλοντας να δείξει πράγματα που συμβαίνουν ταυτόχρονα, συμβάλλουν στην όλη βαρεμάρα. Και επί πλέον η πανέμορφη Ντελφίν Σερίγκ, δροσερή και ακμαία, δεν πείθει καθόλου για την υποτιθέμενη σεναριακή ηλικία της, παρά τις λίγες τούφες γκρίζων μαλλιών που της έχουν προστεθεί.
Νομίζω ότι κυρίως η ταινία μιλά για τις αναμνήσεις και για τον σημαντικό ρόλο τους στο παρόν των ανθρώπων. Αποσπασματικά συμβάντα από τον παλιό, φλογερό έρωτα των δύο πρωταγωνιστών (και μπερδεμένα αισθήματα του ενός για τον άλλον στο παρόν), στοιχειώνουν την τωρινή τους σχέση. Πάνω απ' όλα όμως η ανάμνηση του βασανισμού μιας γυναίκας στην Αλγερία στοιχειώνει το παρόν του θετού γιου, βετεράνου του πολέμου αυτού (η Αλγερία για τους Γάλλους είναι ό,τι ακριβώς το Βιετνάμ - και σε λίγο και το Ιράκ - για τους Αμερικάνους). Και από κοντά αναμνήσεις για το πώς ήταν παλιότερα η πόλη και πώς διαμορφώνεται τώρα. Καλά όλα αυτά, αλλά...
Όταν το γαλλικό σινεμά είναι βαρετό, ε, τότε είναι πολύ βαρετό. Κατά τη γνώμη μου βρισκόμαστε μπροστά σε μια τέτοια περίπτωση. Κι ας πρόκειται για φιλμ ενός μεγάλου (αλλά πάντοτε κάπως στριφνού) δημιουργού.

Κυριακή, Οκτωβρίου 25, 2009

ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΖΩΗ; ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΥΤΟ;


Για πολλούς το "It's a Wonderful Life" (Μια Υπέροχη Ζωή) του 1946 του Frank Capra (1897-1991) είναι η απόλυτη αμερικάνικη ταινία. Ή, αν θέλετε, η αποκορύφωση της χολιγουντιανής τέχνης. Πράγμα που σημαίνει βέβαια, βλέποντας τα πράγματα από τη δική μας, όχι πλέον αθώα, σκοπιά, ότι εκτός από την εγγυημένη απόλαυση μπορεί να εμπεριέχονται σ΄ αυτήν και πολλά ψέματα.
Σίγουρα το φιλμ βλέπεται ευχάριστα μέχρι σήμερα. Ο Capra, από τους πιο χαρακτηριστικούς αμερικανούς σκηνοθέτες, ξέρει καλά να σε κάνει να περνάς "υπέροχα", να συνδυάζει με άψογο τρόπο συγκίνηση, αισιοδοξία, πίστη τόσο στον άνθρωπο όσο και στη θεία πρόνοια, χιούμορ και, φυσικά, μια τελική feel good γεύση.
Η ιστορία του αγγέλου που κατεβαίνει στη γη για να σώσει έναν άνθρωπο που ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει, η οποία γρήγορα μετατρέπεται σε flash back αφήγηση της ζωής του ξεχωριστού αυτού ανθρώπου και του πώς έφτασε ως εκεί, αν και πάντοτε θυσιαζόταν για τους άλλους και έκανε τους πάντες να τον συμπαθούν, έχει αναμφισβήτητα συγκινήσει και ψυχαγωγήσει εκατομμύρια ανθρώπους. Και καλά κάνει. Αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει να ανακαλύψουμε και τις σκοτεινές πτυχές της.
Φυσικά όλη αυτή η λαμπρή κατασκευή στηρίζεται στην απόλυτη πίστη στη θεία πρόνοια. Ο ίδιος ο Θεός, ούτε λίγο ούτε πολύ, παρεμβαίνει για να σώσει τον θαυμάσιο αυτό άνθρωπο. Αν λοιπόν δεν το πιστεύετε αυτό (εδώ που τα λέμε δεν γνωρίζω και πολλές περιπτώσεις που έχει συμβεί), ενυπάρχει από την αρχή κάποιος σκεπτικισμός. Αυτό όμως είναι το στοιχείο του παραμυθιού, που αν αποδεχτούμε τις συμβάσεις του, παύει να μας ενοχλεί. Πιο συζητήσιμη στο φιλμ είναι η απόλυτη πίστη στην ανθρώπινη καλωσύνη. Φοβάμαι ότι είναι "πολύ καλό για να είναι αληθινό". Η τελευταία σκηνή (που δεν θα σας αποκαλύψω γιατί πάντοτε υπάρχουν και κάποιοι που δεν την έχουν δει), είναι ικανή ακόμα και να κάνει ένα δάκρυ να κυλήσει από το μάτι σου, αλλά δυστυχώς μάλλον δεν θα μπορούσε να συμβεί. Τα παραδείγματα είναι άπειρα γύρω μας. Γίνεται πάντως κι αυτή αποδεκτή σαν μια νότα υπέρμετρης αισιοδοξίας, που βέβαια είναι η κορωνίδα του feel good αισθήματος που προανέφερα. Περισσότερο ενδιαφέρον για μένα παρουσιάζει το ερώτημα του αν πρόκειται όντως για μια "υπέροχη ζωή". Θέλω να πω, είναι δίκαια όλη αυτή η εξύμνηση της οικογένειας, του τόπου όπου γεννήθηκες και απ' όπου δεν κατάφερες ποτέ να ξεκολλήσεις, των υποχρεώσεων (ή "υποχρεώσεων") που έχει κανείς - ή που πιστεύει ότι έχει; Ο ήρωας πνίγει σε ολόκληρη τη ζωή τα όνειρά του, παγιδεύεται για πάντα στη μικρή του πόλη, κάνει μια δουλειά που δεν του αρέσει, βουλιάζει στην καθημερινότητα. Όλη η ταινία είναι φτιαγμένη για να "παρηγορήσει" τον θεατή, να τον κάνει να εκτιμήσει αυτές τις καθημερινές, συμβατικές, απόλυτα κοινότοπες αξίες, να αποδεχτεί σαν κάτι πραγματικά μεγάλο την θυσία των ονείρων στον καθημερινό κομφορμισμό. Χμμμ... θα μου επιτρέψετε να έχω τις αντιρρήσεις μου.
Μη νομίζετε όμως ότι παρακινώ τους λίγους που ακόμα δεν την έχουν δει να μη δουν την ταινία. Κάθε άλλο. Είναι, το είπαμε, το Χόλιγουντ στο απώγειό του, είναι το απόλυτο παραμύθι και κατά τη γνώμη μου καταφέρνει να κρατά τον σύγχρονο θεατή όπως τότε που πρωτοκυκλοφόρησε. Είτε συμφωνείτε λοιπόν με τα όσα πρεσβεύει είτε διαφωνείτε, η "Υπέροχη Ζωή" παραμένει απόλυτα κλασικός αμερικάνικος κινηματογράφος.

Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2009

Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗΝ "ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ"


Το "City of life and death" (γνωστό και ως "Nankig Nanking") είναι μια κινέζικη ταινία του 2009 του Chuan Lu, η οποία, σαν πρώτη προειδοποίηση, βλέπεται δύσκολα. Όχι επειδή είναι κακή, αλλά επειδή είναι κοντά δυόμιση ώρες, ασπρόμαυρη και, κυρίως, λόγω του εφιαλτικού της θέματος.
Αρχικά όμως λίγη απαραίτητη ιστορία. Το 1937, κατά τη διάρκεια του σινοϊαπωνικού πολέμου, οι γιαπωνέζοι κατέλαβαν μετά από σκληρές μάχες το Νανκίνγκ, τότε πρωτεύουσα της Κίνας. Για αρκετές εβδομάδες που ακολούθησαν επικράτησε η απόλυτη φρίκη. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, τόσο αιχμάλωτοι πολέμου όσο και άμαχοι, σφαγιάστηκαν εν ψυχρώ (αρκετοί μάλιστα θάφτηκαν ζωντανοί σε ομαδικούς τάφους), γυναίκες βιάστηκαν, πολλές χιλιάδες κλείστηκαν σε φριχτά στρατόπεδα συγκέντρωσης κλπ. Προφανώς οι γιαπωνέζοι δεν γνώριζαν ή δεν αποδέχονταν το λεγόμενο δίκαιο του πολέμου, που, αν μη τι άλλο, απαγορεύει την εκτέλεση αιχμαλώτων και το οποίο σε γενικές γραμμές τηρείται - με κάμποσες εξαιρέσεις φυσικά. Το τεράστιο αυτό έγκλημα είναι πασίγνωστο στους κινέζους (και στους γιαπωνέζους υποθέτω), αλλά σχεδόν άγνωστο στη Δύση.
Φανταστείτε λοιπόν μια σχεδόν τρίωρη ασπρόμαυρη ταινία που καταγράφει, ενίοτε με ντοκιμαντερίστικο τρόπο, τα εφιαλτικά γεγονότα. Το πρώτο μισάωρο περίπου δείχνει τη μάχη για την κατάληψη της πόλης, όπου τίποτα σχεδόν δεν έμεινε όρθιο. Και μόνο αυτό αρκεί για να μισήσει κανείς βαθύτατα τον πόλεμο και την παράνοιά του. Στη συνέχεια όμως τα πράγματα γίνονται πιο στενόχωρα, δυσβάσταχτα θα έλεγα, καθώς αρχίζει ο εγκλεισμός, οι ταπεινώσεις και βέβαια οι μαζικές εκτελέσεις. Οι ήρωες είναι πολλοί, άλλοι φανταστικοί και άλλοι υπαρκτά πρόσωπα. Ταυτόχρονα με τη γενική κόλαση, παρακολουθούμε και πολλές μικρές ή μεγάλες προσωπικές ιστορίες - οι περισσότερες με τραγική κατάληξη. Αυτό που προκαλεί έκπληξη μάλιστα είναι ότι ένας από τους λίγους "καλούς" στην ιστορία (εκτός από έναν γιαπωνέζο αξιωματικό που έχει τύψεις για όσα συμβαίνουν), είναι ένας ηλικιωμένος ναζί, που για πολλά χρόνια ζούσε και έκανε μπίζνες στην Κίνα, συνεργαζόμενος με πολλους ντόπιους, ο οποίος, μη πιστεύοντας στα μάτια του από τον εφιάλτη που καθημερινά αντίκρυζε, προσπάθησε όσο μπορούσε να σώσει όσο περισσότερους κινέζους ήταν δυνατό (οι γιαπωνέζοι ήταν ήδη σύμμαχοι με τη ναζιστική γερμανική κυβέρνηση, οπότε αυτός είχε πλήρη ελευθερία και δεν τον πείραζε κανείς). Τελικά κατάφερε να σώσει λίγους, ώσπου ανακλήθηκε από την κυβέρνησή του, την οποία είχε επανειλλημένα ειδοποιήσει για τα τραγικά γεγονότα. Χάρη μάλιστα στα απομνημονεύματα του ανθρώπου αυτού, του δρ. Ράμπε, είναι κάπως γνωστή αυτή η φρίκη στη Δύση.
Δυνατή, έως και συγκλονιστική, η ταινία σαν ντοκουμέντο, απόλυτα αντιπολεμική φυσικά, παραμένει όμως δύσκολο να ειδωθεί. Αν επιμένετε... Εγώ πάντως σας προειδοποίησα.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 23, 2009

ΣΤΗ ΜΑΚΡΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟΜΑ 1: "ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΓΚΙΛΟΤΙΝΑΣ"


Βρισκόμαστε πίσω, πολύ πίσω, στα 1913, στην αυγή του σινεμά. Ο γάλλος Louis Feuillade (1873-1925), από τους πρώτους σκηνοθέτες του κινηματογράφου, έχει ήδη στο ενεργητικό του εκατοντάδες (!) ταινίες, μικρού μήκους φυσικά, αφού γυρίζει από το 1906 (και στην εποχή αυτή μπορεί να γύριζαν μία ταινία κάθε 1-2 μέρες). Τότε, στα 1913, γυρίζει τον πρώτο "Φαντομά", με υπότιτλο "Στη σκιά της γκιλοτίνας" (Fantômas - À l'ombre de la guillotine). Εγκαινιάζει έτσι μια σειρά 5 ταινιών με τον σατανικό ήρωα που γνωρίζουν τεράστια επιτυχία και είναι από τα πρώτα κινηματογραφικά "σίριαλ".
Η πρώτη αυτή ταινία διαρκεί 54', διάρκεια που θεωρούνταν μεγάλη για την εποχή. Ο Φαντομάς ήταν ήδη πολύ γνωστός και πετυχημένος ήρωας από μια σειρά βιβλίων των Pierre Souvestre και Marcel Allain του είδους που σήμερα θα αποκαλούσαμε pulp. Η μεταφορά τους στο νεογέννητο λοιπόν σινεμά ήταν θέμα χρόνου.
Ο Φαντομάς είναι ο "αυτοκράτορας του εγκλήματος". Τον κυνηγά μόνιμα ο επιθεωρητής Jouve με βοηθό τον φίλο του δημοσιογράφο Fandor. Στο τέλος όμως πάντοτε καταφέρνει να ξεφεύγει και να συνεχίζει ακάθεκτος την εγκληματική του σταδιοδρομία. Σ' αυτή την πρώτη ταινία, μετά από ληστεία και φόνο ο Φαντομάς έχει συλληφθεί. Λίγο πριν οδηγηθεί στη γκιλοτίνα όμως, καταφέρνει να δραπετεύσει αφήνοντας στη θέση του έναν σωσία του ηθοποιό, ο οποίος ενσαρκώνει ακριβώς τον Φαντομά στο θέατρο.
Φυσικά η ταινία απευθύνεται μόνο στους "αρχαιολόγους" του σινεμά, για όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία του. Ωστόσο ο Feuillade είναι καλός σκηνοθέτης, ένας από τους πρώτους σημαντικούς στην ιστορία, ξέρει να αφηγείται και διατηρεί μέχρι σήμερα έναν στρωτό ρυθμό (στην εποχή του θεωρούνταν ότι διέθετε μεγάλο σασπένς). Αυτό που μέχρι τις μέρες μας προκαλεί εντύπωση είναι ο χαρακτήρας του Φαντομά. Δεν είναι ο αριστοκρατικός, γοητευτικός κακός, όπως ο Αρσέν Λουπέν. Ο Φαντομάς είναι ένας αληθινός άγριος εγκληματίας που δολοφονεί ανύποπτες γυναίκες, απαγάγει και στραγγαλίζει πλούσιους, κάνει ληστείες και κλοπές και δεν διστάζει να κατηγορεί αθώους για τα εγκλήματά του. Ο σημερινός εμπορικός κινηματογράφος αποφεύγει τέτοιους αδίστακτους κακούς όταν είναι αυτοί οι πρωταγωνιστές και όχι οι "καλοί" διώκτες τους.
Με έκπληξη διάβαζα στην IMDB μια σοβαρή κριτική που μιλά για σεναριακές αφέλειες, αλλαγές από το βιβλίο κλπ. λες και πρόκειται για σύγχρονο φιλμ. Διάβολε, είναι ταινία του 1913, μια από τις πρώτες "μεγάλου μήκους". Η ίδια η κάμερα κινιόταν ακόμα σχετικά δύσκολα. Δεν μπορεί κανείς να περιμένει σασπένς, εφφέ, ηθοποιίες, έλλειψη σεναριακών ευκολιών κλπ. όπως από ένα σύγχρονο φιλμ. Για την εποχή του είναι κάτι σαφώς ξεχωριστό και σημαντικό. Αλλά, το είπα και στην αρχή: Μην περιμένετε να συγκινηθείτε ή να τρομάξετε. Σήμερα το βλέπουν για ιστορικούς και μόνο λόγους όσοι σκαλίζουν τις ρίζες της τέχνης του κινηματογράφου.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2009

ΡΑΤΣΙΣΤΕΣ ΧΑΜΗΛΩΝ ΤΟΝΩΝ ΣΤΗΝ "ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ"


Επιτέλους. Κάτι φαίνεται να ξυπνά στο ελληνικό σινεμά. Η "Ακαδημία Πλάτωνος" του Φίλιππου Τσίτου, με έναν πολύ καλό Αντώνη Καφετζόπουλο, είναι απλή, τίμια και χαμηλότονη. Και πάνω απ' όλα συμπαθέστατη. Θέμα της ο ρατσισμός. Και ταυτόχρονα μια ρεαλιστική καταγραφή της μίζερης πλευράς της ελληνικής καθημερινότητας.
Μη συμπεράνετε απ' όλα αυτά ότι έχουμε να κάνουμε με κανένα σπαρακτικό δράμα. Μάλλον στις κωμωδίες - σκεπτόμενες ωστόσο - θα την κατέτασα, καθώς υπάρχει αρκετό χιούμορ. Δίχως αυτό να αναιρεί στο παραμικρό το ότι η ταινία μπορεί κάλλιστα να ενταχτεί και σ' αυτό που λέμε "κοινωνική". Αλλά, το είπαμε, με χιούμορ.
Αυτό που κυρίως τη χαρακτηρίζει είναι οι χαμηλοί τόνοι. Ρατσισμός και χιούμορ λοιπόν, αλλά μη φανταστείτε ούτε κάτι ξεκαρδιστικό, ούτε φοβερή πλοκή, ανατροπές, κορυφώσεις. Όλα προχωράν σε χαλαρούς ρυθμούς, όπως ακριβώς η μίζερη καθημερινότητα των ρατσιστών ηρώων ψιλικατζίδων, που "σκοτώνουν μύγες" όλη τη μέρα στα μαγαζάκια τους σχολιάζοντας τα πάντα γύρω τους - και κυρίως τους αλβανούς. Ούτε όμως και αντιρατσιστικές κορώνες να περιμένετε. Ούτε εγκλήματα υπάρχουν, ούτε θεαματικές μετάνοιες. Αυτό ακριβώς το χαμηλότονο, το ρεαλιστικό στοιχείο, είναι που με γοήτευσε.
Η ταινία ασχολείται μ' αυτό το είδος ρατσισμού που δεν οφείλεται σε ιδεολογία (οι ήρωες δεν είναι χρυσαυγίτες ή κάτι τέτοιο), αλλά σε απλή, συνηθισμένη ηλιθιότητα. Λίγο να τους στριμώξει κανείς, στην κουβέντα εννοώ, τα χάνουν, αντιφάσκουν, τα επιχειρήματα και τα πιστεύω τους μπλέκονται. Η φιλία μεταξύ τους είναι ταυτόχρονα σταθερή και εύθραυστη. Είναι συγχρόνως καλόκαρδοι και βλάκες. Το μίσος για τους ξένους (για τους αλβανούς, γιατί για τους κινέζους δεν έχουν και πολύ ξεκάθαρη άποψη) βασίζεται σε σαθρά, χαμηλού IQ πιστεύω.
Ταυτόχρονα το φιλμ καυτηριάζει με διάφορους τρόπους την ελληνική πραγματικότητα: Από την τεμπελιά (μάλλον για πλήρη απραξία θα έπρεπε καλύτερα να μιλήσουμε) μέχρι την ασχήμια πολλών γωνιών της Αθήνας, από τον ζαμανφουτισμό μέχρι την έλλειψη ενδιαφερόντων. Όσο για το... ροκ, παίζει κι αυτό έξυπνο, διττό ρόλο στο φιλμ. Βλέπετε, οι τεμπέληδες φίλοι μας - 40 με 50 χρόνων - είναι και παλιοροκάδες. Από τη μία αυτό αποτελεί στοιχείο που δένει τον ήρωα με τον αλβανό αδελφό (;), από την άλλη δείχνει την κενότητα (στη σημερινή εποχή τουλάχιστον) εντελώς τετριμμένων εκφράσεων του στιλ "δεν είναι μόνο μουσική, είναι τρόπος ζωής". Προφανώς αυτό που σήμερα κυριαρχεί είναι το στιλ για το στιλ. Το τι πραγματικά πρεσβεύει το κάθε ένα απ' αυτά (τα στιλ εννοώ) έχει φοβάμαι προ πολλού ξεχαστεί.
Μου άρεσε η ταινία, που βραβεύτηκε και στο φεστιβάλ του Λοκάρνο. Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε το Αθηνόραμα, έχουμε να κάνουμε με κάτι σαν μεταφορά στα ελληνικά πράγματα του κλίματος του Καουρισμάκι. Και μια που αυτός μ' αρέσει... Ελπίζω να μη σας πειράξει η έλλειψη έντονης δράσης. Οι χαμηλοί τόνοι, τόσο στα νοήματα όσο και στο χιούμορ, πολλές φορές λένε πολλά.
ΥΓ: Η "Ακαδημία Πλάτωνος" είναι μία από τις τουλάχιστον 3 ενδιαφέρουσες ελληνικές ταινίες που περιμένουμε φέτος (οι άλλες είναι ο "Κυνόδοντας" και η "Στρέλα") και πιθανόν στο δρόμο να προκύψουν και κάποιες εκπλήξεις. Γι' αυτό σας είπα ότι κάτι φαίνεται να κινείται στο συνήθως ψόφιο ελληνικό σινεμά. Μακάρι το φαινόμενο να μην είναι τυχαίο ή μεμονωμένο.

Τρίτη, Οκτωβρίου 20, 2009

ΑΓΚΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ


Στις "Ραγισμένες Αγκαλιές" (Los abrazos rotos) ο ανεπανάληπτος Pedro Almodovar κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα απ' όλα - και καλύτερα από τον καθένα σήμερα: Ένα εξαιρετικό μελόδραμα, όπου όμως τα μυστικά, οι ίντριγκες, οι αποκαλύψεις, το φέρνουν αρκετά κοντά στο νουάρ. Αυτή τη φορά το χιούμορ απουσιάζει. Αλλά είναι τόσο πολύπλοκη η ιστορία, τόσο τραβηγμένα τα όσα συμβαίνουν (που, σημειωτέον δένουν αριστοτεχνικά μεταξύ τους), τόσο απίθανη η πλοκή, που, τελικά, ίσως το χιούμορ να βρίσκεται καλά κρυμμένο στην όλη σύλληψη και υπερβολή, πολύ πιο κάτω από τη δακρύβρεκτη επιφάνεια. Με λίγα λόγια αν καλοσκεφτείς όλα αυτά τα συσωρευμένα δράματα που, για μια ακόμα φορά, συνθέτουν το φιλμ, ίσως να επιβάλλεται να χαμογελάσεις λιγάκι.
Η Πενέλοπε Κρουζ είναι και πάλι λαμπερή, το ενδιαφέρον στην παρακολούθηση εγγυημένο, η συγκίνηση, η αγωνία, οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη και, επί πλέον, εδώ υπάρχει και μια έντονη κινηματογραφοφιλική διάσταση, καθώς οι σινεφίλ αναφορές είναι πολύ συχνές. Μόνο που δεν είναι ξεκάρφωτες, αναφορές για τις αναφορές όπως συνήθως γίνεται, αλλά μπλέκουν απόλυτα με την ιστορία, έχουν σεναριακό λόγο ύπαρξης. Βλέπετε, ο Almodovar αποφασίζει ότι αυτή τη φορά ο ήρωάς του είναι ένας τυφλός πρώην σκηνοθέτης του σινεμά, οπότε οι αναφορές και δικαιολογούνται και σημαντική θέση κατέχουν. Όπως ακριβώς και οι αναμνήσεις, η σημαντικότερη ίσως μαγιά από την οποία είναι φτιαγμένη η ταινία. Και βέβαια, όλα καταλήγουν σε ένα υπέροχο - κατά τη γνώμη μου πάντα - φινάλε, που παντρεύει τη συγκίνηση με την αισιοδοξία, τον τρόμο των αποκαλύψεων με την κάθαρση, τις μη επιστρέψιμες, βαθύτατα τραυματικές απώλειες με την ελπίδα. Και, επιτέλους, εισάγει και το χιούμορ με την ταινία μέσα στην ταινία, της οποίας ποτέ δεν θα μάθουμε τι έγινε.
Ξέρω ότι σε αρκετούς η ταινία δεν άρεσε τόσο. Τουλάχιστον δεν άρεσε τόσο όσο παλιότερες δουλειές του. Δεν με ξαφνιάζει τόσο και μπορώ και να το καταλάβω. Βλέπετε, εδώ και κάμποσα χρόνια ο Almodovar δουλεύει συνεχώς σε ένα παρόμοιο κλίμα και στιλ και ίσως αυτό να έχει κουράσει κάποιους ή να νοιώθουν τέλος πάντων ότι επαναλαμβάνεται. Κάτι σαν τον Γούντι Άλλεν δηλαδή, έναν άλλον μεγάλο (με εντελώς διαφορετικό στιλ φυσικά), που κι αυτού οι δουλειές σαφώς μοιάζουν μεταξύ τους. Ωστόσο ο Pedro ό,τι κάνει, ακόμα κι αν μοιάζει με το προηγούμενο, το κάνει άψογα. Κι αν αυτό που κάνει σ' αρέσει, τι σημασία έχει αν μερικές φορές νοιώθεις ότι παρακολουθείς άπειρες και εξόχως ευφάνταστες παραλλαγές της ίδιας βασικής ιστορίας, φτιαγμένης από έρωτα, πάθος και αναμνήσεις από ένα παρελθόν που καθορίζει απόλυτα το παρόν;

Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2009

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΓΕΙΑΣ ΕΜΠΕΡ


Το "City of Ember" του Gil Kenan του 2008 είναι μια εφηβική ταινία που κινείται στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας. Ο κόσμος έχει καταστραφεί (πιθανόν από πυρηνική καταστροφή) και οι επιζήσαντες κατασκευάζουν μια υπόγεια πόλη, την Έμπερ, όπου ζουν για αιώνες. Η πόλη όμως, καθώς και οι τροφές και η ενέργεια, φθίνουν σιγά - σιγά. Έτσι, μετά από πολλές γενιές, το τέλος των πάντων φαίνεται αναπόφευκτο. Δύο παιδιά όμως προσπαθούν να ψάξουν κάτω απ' αυτό που φαίνεται αρχικά.
Το βασικό χαρακτηριστικό του φιλμ - και το βασικό ατού του - είναι τα εντυπωσιακά σκηνικά και η ατμόσφαιρα που αυτά δημιουργούν. Μπαίνουμε έτσι σε ένα κλίμα που βρίσκεται πολύ κοντά στο steampunk και που το δημιουργεί η αντίθεση παλαιότητας και φθοράς που κυριαρχεί παντού με την υψηλή τεχνολογία, που μπορεί να έχει πια ξεχαστεί, σημάδια της όμως βρίσκονται διάσπαρτα γύρω μας. Η σκουριά, οι δυσλειτουργίες, η παρακμή, είναι έντονες και εμφανείς με την πρώτη ματιά και δημιουργούν μια ενδιαφέρουσα, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Έτσι, τουλάχιστον σαν εικόνα, βρίσκω ότι το φιλμ είναι ενδιαφέρον. Σ΄αυτή μπορεί κανείς να προσθέσει και τους γνωστούς ηθοποιούς που παίζουν (Τιμ Ρόμπινς, Μάρτιν Λαντάου, Μπιλ Μάρεϊ).
Από την άλλη και σεναριακές αφέλειες υπάρχουν και αρκετές ευκολίες. Και, βέβαια, οι συμπτώσεις παραείναι φανερές. Ωστόσο, επειδή το φιλμ διαθέτει μια γλυκύτητα, τρυφερότητα και ένα είδος αθωότητας και επειδή είναι καλογυρισμένο, το παρακολούθησα ευχάριστα. Σας είπα στην αρχή: Πρόκειται για εφηβική περιπέτεια. Αν ήμουν 15 χρονών ίσως και να ενθουσιαζόμουν. Ίσως πάλι η ταινία να ήθελε να είναι μια καινούρια "Πόλη των Χαμένων Παιδιών", αλλά βέβαια ο Kenan δεν είναι Ζενέ (ή, τέλος πάντων, δεν είναι ακόμα).
Όπως και να το κάνουμε πάντως, νομίζω ότι ανήκει στην κατηγορία αυτού που θα ονόμαζα "συμπαθητικό". Με την καλή έννοια.

Κυριακή, Οκτωβρίου 18, 2009

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΟΥΝΤΣΤΟΚ


Κατ' αρχάς το "Taking Woodstock" του Ang Lee δεν είναι μια ταινία για αυτή καθ' εαυτή τη θρυλική συναυλία του 1969. Είναι μια ταινία για όσα έγιναν κατά την προετοιμασία της και για όσα έγιναν κατά τη διάρκειά της μεν, αλλά γύρω από και όχι πάνω στη σκηνή. Οι φίλοι λοιπόν του ροκ των 60ς ας ξέρουν ότι δεν θα δουν τα αυθεντικά συγκροτήματα, ούτε έστω κάποια ελάχιστα ντοκουμέντα από τη συναυλία. Θα ακούσουν μεν τις αυθεντικές, live μουσικές, αλλά μόνο ως σάουντρακ.
Η ταινία καταπιάνεται με τα όσα συνέβησαν πριν (την άρνηση των κατοίκων της γειτονικής πόλης να δεχτούν τις "ορδές των χίπις", την τυχαία σχεδόν ανακάλυψη της αχανούς φάρμας του Γιάσγκουρ, ο οποίος δέχτηκε να τους την παραχωρήσει έναντι αστρονομικού για την εποχή ποσού, το ρόλο που έπαιξε σ' όλα αυτά ο γιος στριφνών γέρων που διατηρούν ετοιμόροπο και έτοιμο να κλείσει μοτέλ δίπλα στη φάρμα κλπ). Και βέβαια, όπως είπαμε και στην αρχή, όσα συνέβαιναν γύρω από τη σκηνή τις τρεις αυτές μέρες αδιάκοπης μουσικής. Για την ιστορία ας πούμε ότι το Γούντστοκ θεωρείται η μεγαλύτερη συναυλία που έγινε ποτέ και το αποκορύφωμα του χίπικου κινήματος. Υπολογίζεται ότι συνέρευσαν εκεί 400.000 άνθρωποι, ενώ πολλοί ισχυρίζονται ότι ήταν περισσότεροι (ο ακριβής αριθμός δεν μπορεί να υπολογιστεί γιατί από ένα σημείο και μετά έφταναν στο χώρο δωρεάν), διήρκεσε 3 μέρες και από τη σκηνή παρήλασαν τα μεγαλύτερα ονόματα του τότε ροκ (Who, Jimi Hendrix, Janis Joplin, Grateful Dead, Santana, Joe Cocker και δεκάδες άλλοι).
Αφού λοιπόν το φιλμ δεν δείχνει τη συναυλία καθ' εαυτή, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να καταγράψει το ανεπανάληπτο κλίμα της εποχής, της μοναδικής ίσως που οι νέοι πίστευαν ακράδαντα και μαζικά ότι θα άλλαζαν ριζικά τον κόσμο. Ελεύθερος έρωτας, ναρκωτικά, επιστροφή στη φύση, αντιπολεμικό κλίμα είναι μερικά μόνο από τα ιδεώδη - και τις πρακτικές - της εποχής. Και όλα αυτά και πολλά ακόμα συνέβησαν στις χιλιάδες σκηνές που στήθηκαν εκεί το τριήμερο. Παράλληλα ο Ang Lee καταγράφει μια τρυφερή ιστορία χειραφέτησης από ταμπού (σεξουαλικά, στις σχέσεις γονείς - παιδιών κλπ.) και ενηλικίωσης του ήρωα, που είναι ο νεαρός γιος των ιδιοκτητών του μοτέλ που προαναφέραμε. Και συγχρόνως δεν παύει να μας υπενθυμίζει ότι το Γούντστοκ σαν σύλληψη δεν ήταν παρά μια τεράστια επιχείρηση με στόχο το κέρδος των διοργανωτών του, που ήταν μεν νεαροί οραματιστές, οι οποίοι όμως ούτε τα λεφτά περιφρονούσαν ούτε από κοστουμάτους μάνατζερς έπαυαν να περιστοιχίζονται. Αυτό για να μη νομίζετε ότι ωραιοποιούνται και μόνο τα πράγματα.
Η ταινία, εκτός από την καταγραφή του κλίματος της εποχής, έχει αρκετό χιούμορ, είναι αυτό που λέμε feelgood και διαθέτει απίστευτους χαρακτήρες (ολα τα λεφτά η μισότρελη και παθολογικά τσιγκούνα μάνα του ήρωα). Γενικά, δίχως να τη θεωρώ πάρα πολύ σπουδαία ταινία, την παρακολούθησα με μεγάλη απόλαυση.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 15, 2009

Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ


Το "Funeral Parade of Roses" (Bara no sôretsu) γυρίστηκε το 1969 από τον Toshio Matsumoto, σκηνοθέτη 3 ταινιών μεγάλου μήκους και αρκετών μικρού, αλλά και εικαστικού καλλιτέχνη. Πρόκειται για μια ασπρόμαυρη πειραματική ταινία, που σε πολλές στιγμές της βρίσκεται πλησιέστερα σ' αυτό που σήμερα αποκαλούμε video art παρά στο σινεμά. Το καλτ στοιχείο που την περιβάλλει οφείλεται στο ότι είναι η πρώτη (ή, τέλος πάντων, μια από τις πρώτες) γιαπωνέζικες ταινίες που μίλησαν ανοιχτά για το θέμα - ταμπού μέχρι τότε της ομοφυλοφιλίας.
Ήρωας του φιλμ είναι ένα τραβεστί, που δουλεύει σ' ένα νυχτερινό κέντρο. Παρακολουθούμε τη ζωή, τους έρωτές του, τα ναρκωτικά, βασικό μέρος της καθημερινότητάς του, την αγάπη του για έναν άντρα, κυρίως όμως τη διαμάχη του με ένα άλλο τραβεστί, που μέχρι τότε θεωρούνταν το νο 1 του μαγαζιού, ενώ όλα θα καταλήξουν σε μια απίστευτη (και μάλλον απρόσμενη) τραγωδία, άμεση αναφορά στις ελληνικές τραγωδίες.
Καθαρά πειραματικό σινεμά, που μπλέκει ντοκιμαντέρ με μυθοπλασία, αληθινές σκηνές όπου εμφανίζεται το κινηματογραφικό συνεργείο με τους ήρωες της ταινίας, παράδοξο μοντάζ, συνεχής υπενθύμιση ότι αυτό που βλέπουμε είναι σινεμά και όχι αληθινή ζωή, γκονταρικές επιροές και άλλα συνθέτουν μια ταινία που η τόλμη της μοιράζεται ανάμεσα στο θέμα (ομοφυλοφιλία, ναρκωτικά) και τη φόρμα.
Όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για σινεμά για πολύ λίγους - σινεμά στα όρια. Πρέπει να έχει επηρεάσει τη video art, που τότε μόλις ξεκινούσε, και αποδεικνύει για μια ακόμα φορά ότι τα όρια ανάμεσα σ' αυτή και στο πειραματικό σινεμά (που υπήρχε από καταβολής σχεδόν κινηματογράφου, θυμηθείτε τον Βερτόφ, τον Μπουνιουέλ κ.ά.) είναι εντελώς δυσδιάκριτα, αν όχι ανύπαρκτα. Προσωπικά πρέπει να ομολογήσω ότι με κούρασε, ωστόσο δεν μπορώ παρά να θαυμάσω την τόλμη του και στα δύο επίπεδα που προανέφερα.

Τρίτη, Οκτωβρίου 13, 2009

Ο "ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ" ΚΑΙ Ο ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΟΝ ΤΡΙΕΡ


Για τον Lars von Trier τρέφω ανάμεικτα συναισθήματα. Υπάρχουν φορές που μ' αρέσει (Europa, Dogville κλπ.) κι άλλες που με εκνευρίζει (Δαμάζοντας τα κύματα, Danser in the Dark κλπ.) Συχνά ο εκνευρισμός μου οφείλεται όχι στην ταινία καθ' εαυτή, αλλά στην έντονη διαφωνία μου με την ιδεολογία που αποπνέει. Αυτή τη φορά με τον "Αντίχριστο" κατάφερε να με ενοχλήσει, καθώς είναι μια από τις πιο αρρωστημένες ταινίες που έγιναν ποτέ. Κρίμα, γιατί βρήκα τη σκηνοθεσία και τις εικόνες του εν γένει θαυμάσιες. Εξαιρετικά ατμοσφαιρικές, με φοβερή εικαστική φαντασία, δημιουργούν ταυτόχρονα από την πρώτη κιόλας στιγμή το καθόλου υγιές κλίμα που επιδιώκει. Παρακολούθησα λοιπόν το φιλμ "στην άκρη του καθίσματος", πλην όμως βρήκα όλο αυτό το απίστευτο σπλάτερ αχρείαστο και όσα θέλει να μας πει (αν τα κατάλαβα καλά, γιατί δεν είμαι και πολύ σίγουρος) απωθητικά.
Με ενοχλεί όλος αυτός ο μαζοχισμός που αποπνέει, όλη αυτή η ιδεολογία της ενοχής και της αμαρτίας, που ποτέ δεν συμμερίστηκα. Από την πρώτη σκηνή, με το παιδάκι που πεθαίνει ενώ οι γονείς κάνουν έρωτα (ή μήπως επειδή οι γονείς κάνουν έρωτα και το φχαριστιούνται;) μέχρι τις απίστευτα αρρωστημένες σκηνές του τέλους με το ζεύγος σε πόλεμο, και η συνολική παρουσία της γυναίκας ως σατανά (ή ως μάγισσα ή, τέλος πάντων, ως "η κακιά της παρέας" για να το πω απλοϊκά) μου είναι απόλυτα ξένα. Βρήκα κάπως ενδιαφέρουσα την αρχετυπική παρουσίαση του ζευγαριού που απομονώνεται στην σχεδόν παρθένα φύση - ο άντρας είναι η λογική, η οργάνωση, η τάξη, η γυναίκα το συναίσθημα, η αταξία, το χάος, το ξέσπασμα. Επίσης ενδιαφέρον έχει και η ιδέα της φύσης ως κάτι φρικιαστικό και εφιαλτικό (όλες οι σκηνές με ζώα ή φυτά είναι νοσηρές). Ενδιαφέρον με την έννοια ότι όλος ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν είναι κατά βάθος παρά ένας αγώνας για την απομάκρυνση από ή την τιθάσευση της βαρβαρότητας της φύσης. Από εκεί και πέρα όμως όλη αυτή η νοσηρότητα, οι ενοχές, οι μεταφυσικές παρεμβάσεις (που τις περισσότερες ομολογώ ότι δεν κατάφερα να αποκρυπτογραφήσω), οι αναφορες στον πόνο (τον γυναικείο κυρίως, όπως πάντα στον Τρίερ) μου ήταν αντιπαθείς.
Κρίμα γιατί, ξαναλέω, οπτικά μου άρεσε πολύ. Αν πάλι το δούμε σαν ένα θρίλερ τρόμου και μόνο, απογυμνωμένο από την πληθώρα των συμβολισμών, πάλι έχει κάτι μη ισορροπημένο, καθώς όλη η βία και η αρρώστεια ξεσπούν μάλλον ξαφνικά (με τόση ένταση εννοώ) στο τελευταίο τρίτο της ταινίας - και πιθανόν άνευ ξεκάθαρου λόγου. Αλλά βέβαια ο φον Τρίερ ήταν πάντοτε μια νοσηρή προσωπικότητα και ό,τι παράγει μου δημιουργεί ακραία συναισθήματα. Άλλοτε καλά κι άλλοτε κακά. Σχεδόν ποτέ όμως δεν συμμερίστηκα όσα πρεσβεύει (αν αυτά είναι σταθερά, γιατί μου φαίνεται ότι κι αυτά συχνά είναι αντικρουόμενα).

Δευτέρα, Οκτωβρίου 12, 2009

ΚΟΛΥΜΠΩΝΤΑΣ ΣΕ ΠΙΣΙΝΕΣ Ή Η ΖΩΗ


Από τις πιο ασυνήθιστες ταινίες του αμερικάνικου σινεμά είναι "Ο Κολυμβητής" (The Swimmer), που γύρισε το 1968 ο Frank Perry (1930-1995), με τον Μπαρτ Λάνκαστερ βασικό πρωταγωνιστή (ο οποίος, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό φορά μόνο το μαγιό του).
Σε πολυτελές προάστιο αμερικάνικης πόλης, όπου υπάρχουν μόνο σούπερ βίλλες με πισίνες και ανάμεσά τους δάσος, εμφανίζεται από το πουθενά ο ήρωας, φορώντας μόνο το μαγιό του, και αποφασίζει να πάει στο σπίτι του, μερικούς λόφους πιο πέρα, ...κολυμπώντας, διασχίζοντας δηλαδή την πισίνα κάθε βίλας που συναντά στο δρόμο του. Σε άλλες απ' αυτές είναι ευπρόσδεκτος, σε άλλες καθόλου και σε άλλες απλώς άγνωστος. Έτσι η υποδοχή που του γίνεται σε κάθε βίλα (και πισίνα) ποικίλει.
Πολύ σύντομα καταλαβαίνουμε πως ό,τι βλέπουμε δεν είναι παρά μια αλληγορία. Μια αλληγορία της ίδιας της ζωής, καθώς ο ήρωας ξεκινά πρωί με μια φοβερή λιακάδα γεμάτος όρεξη και σφρίγος, όσο όμως προχωρά (και μαζί του προχωρά κι η μέρα και σιγά - σιγά ο ήλιος και η θερμοκρασία πέφτουν), τα πράγματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα. Το πείσμα (= η θέληση για ζωή) υπάρχει πάντα αλλά... Η αλληγορία γίνεται ακόμα πιο εμφανής εφόσον ο σκηνοθέτης δεν δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον για να μας εξηγήσει πώς ο ήρωας βρέθηκε στην πρώτη βίλα μέσα από το δάσος φορώντας μόνο το μαγιό του ή πού βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια (αφού όλοι όσοι τον συναντούν, εχθροί και φίλοι, δείχνουν ξεκάθαρα ότι είχαν πολύ καιρό να στον δουν). Το όλο πράγμα, ενώ σαφώς είναι ένα υπαρξιακό δράμα, αγγίζει τα όρια του σουρεαλισμού.
Παράλληλα με την αλληγορία που περιέγραψα, η ταινία λειτουργεί και σε ένα δεύτερο επίπεδο: Από βίλα σε βίλα, από συνάντηση σε συνάντηση με ποικίλους παλιούς γνωστούς (από παιδικούς φίλους μέχρι παλιές αγάπες), ο θεατής σχηματίζει σιγά - σιγά μια εικόνα για τη ζωή και τον χαρακτήρα του ίδιου του ήρωα. Αντιλαμβάνεται λοιπόν (ο θεατής) βαθμιαία ότι τα πράγματα δεν είναι πάντοτε όπως δείχνουν επιφανειακά, ότι τίποτα δεν είναι τόσο αθώο, τόσο γεμάτο ζωή, όπως νομίζαμε στην αρχή. Και προχωράμε έτσι διαρκώς προς το μάλλον προβλεπόμενο, αλλά παρ' όλα αυτά δυνατό τέλος.
Βρήκα την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη. Και ήταν για μένα μεγαλύτερη έκπληξη επειδή λίγο καιρό πριν αγνοούσα την ύπαρξή της. Μου άρεσε η απροκάλυπτη άρνηση οποιασδήποτε αληθοφάνειας ή απόπειρας εξήγησης των ερωτημάτων που δημιουργούνται για την προέλευση του ήρωα. Τα πάντα γι' αυτόν τα μαθαίνουμε υπαινικτικά, μέσα από μισόλογα και από τη στάση των άλλων.
Τελικά το σινεμά κρατά ακόμα πολύτιμα μυστικά για τους φίλους του.

Κυριακή, Οκτωβρίου 11, 2009

ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ


Ο Elia Suleiman είναι παλαιστίνιος και έχει ήδη κάνει ντοκιμαντέρ και ταινίες μυθοπλασίας. "Ο χρόνος που απομένει" (2009) μιλά για την οικογένειά του από το 1948, όταν ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ και χιλιάδες παλαιστίνιοι έμειναν χωρίς πατρίδα, μέχρι σήμερα. Νομίζετε λοιπόν ότι πρόκειται για ένα δραματικό χρονικό, με επικές πιθανόν σκηνές ή κάτι τέτοιο; Λάθος. Η γραφή του Suleiman είναι εντελώς διαφορετική και προσωπική. Επιλέγει ένα κράμα σάτιρας και δράματος και ένα απόλυτα αποσπασματικό στιλ, με απλές και λιτές εικόνες που επικεντρώνουν στην καθημερινότητα. Και μάλιστα πολλές απ' αυτές είναι βουβές ή σχεδόν βουβές - γενικά στην ταινία υπάρχει λίγος λόγος. Προσωπικά μου ήρθε στο νου το σινεμά του Τατί (με εντελώς διαφορετικό θέμα φυσικά).
Οι ηθοποιοί παίζουν με έναν "παγωμένο" τρόπο. Όι ήρωες (ο πατέρας αρχικά, ο γιος στη συνέχεια) βλέπουν όσα συμβαίνουν στις οικογένειες και στην πατρίδα τους με απόμακρο τρόπο, δίχως να σχολιάζουν και παρεμβαίνοντας ελάχιστα, σαν παρατηρητές. Με αυτόν τον ιδιόρυθμο τρόπο όμως, και μέσα από συνηθισμένες ως επί το πλείστον καθημερινές σκηνές, που συχνά επαναλαμβάνονται με μικρές παραλλαγές καθώς κυλά ο χρόνος, ακόμα κι αν αυτές είναι αστείες (μερικές φορές γίνονται και σουρεαλιστικές), ο σκηνοθέτης καταφέρνει να βγάλει όλη την τραγωδία του λαού του και όλη τη στασιμότητα, το βάλτωμα μιας κατάστασης που παραμένει ίδια εδώ και πάνω από 60 χρόνια. Στις τελευταίες σκηνές, αυτές που αναφέρονται στη σύγχρονη εποχή, νομίζω ότι ο Suleiman θέλει να δείξει ότι τελικά οι ισραηλινοί / φύλακες / κατακτητές είναι αυτοί που είναι οι αληθινοί αιχμάλωτοι μιας κατάστασης για την οποία οι ίδιοι ευθύνονται. Έτσι μας δείχνει Παλαιστίνιους να ζουν μια "φυσιολογική" καθημερινότητα (να ψαρεύουν, να τηλεφωνούν με κινητά, να χορεύουν σε κλαμπ), ενώ οι ισραηλινοί, πάνοπλοι, με τις στρατιωτικές στολές τους, άγρυπνοι, να είναι υποχρεωμένοι να τους παρακολουθούν συνέχεια. Να εκτίουν μια αυστηρή στρατιωτική θητεία, ενώ οι άλλοι απλώς ζουν.
Ίσως αυτό το στιλ ξενίσει ή/και κουράσει αρκετούς θεατές. Είναι όντως ιδιόρυθμο και προσωπικό, το είπαμε. Και, πιθανόν, για λίγους. Μερικές φορές όμως μου φαίνεται ότι είναι αποτελεσματικότερο από βαρειά επικά ή τραγικά δράματα. Σίγουρα πάντως είναι πιο ασυνήθιστο.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 09, 2009

ONCE IN A LIFETIME... ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΕΝΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ


Τα τυπικά: Το "Once in a lifetime" είναι ένα ντοκιμαντέρ που έφτιαξε η Νικόλ Αλεξανδροπούλου για τον παλιότερο ίσως άνθρωπο του ραδιοφώνου, τον Γιάννη Πετρίδη. Ο οποίος μιλά για τα παιδικά του χρόνια, για τη μουσική που τόσο αγαπά (της έχει αφιερωθεί για να είμαστε ακριβείς), για την αγάπη του για το Λος Άντζελες, που επισκέπτεται συχνά, για την αλλαγή του ραδιοφώνου, αλλά και των εταιριών, στις μέρες μας κλπ.
Τέρμα τα τυπικά. Γιατί γι' αυτή την ταινία δεν μπορώ να μιλήσω με κινηματογραφικούς όρους, αλλά μόνο συναισθηματικά. Δεν έχει καμιά σημασία για μένα αν είναι καλή ή κακή, πρωτότυπο ή συνηθισμένο ντοκιμαντέρ, κινηματογραφικής ή "τηλεοπτικής" αισθητικής. Θα το έβλεπα και θα το απολάμβανα ό,τι κι αν ήταν. Αυτό που μετρά για μένα είναι ο άνθρωπος. Είμαι, βλέπετε, κι εγώ ένας απ' αυτούς που μεγάλωσαν με την εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη (κάποτε Ποπ Κλαμπ και νυν Από τις 4 στις 5), είμαι απ' αυτούς που του οφείλουν ένα σημαντικό μέρος της κουλτούρας και της καλλιτεχνικής τους (μουσικής κυρίως, φυσικά, αλλά και όχι μόνο) παιδείας. Θα το τονίσω για να μην παρεξηγηθώ: Το φιλμ αυτό το βλέπεις μόνο αν έχεις μια τέτοια σχέση (ζωής) με τον Πετρίδη. Τότε το βλέπεις οπωσδήποτε. Αλλιώς δεν θα σου πει τίποτα. Απλώς κάποιες πληροφορίες για έναν άνθρωπο που κατέχει πιθανόν ρεκόρ Γκίνες (ή βρίσκεται κοντά τέλος πάντων), αφού κάνει ζωντανή, καθημερινή εκπομπή επί 34 χρόνια δίχως καμιά διακοπή, που έχει γνωρίσει προσωπικά τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής και είναι ιδοκτήτης μιας από τις μεγαλύτερες συλλογές δίσκων στον πλανήτη και που, επιπλέον, διαθέτει εξαιρετικά ανοιχτό μυαλό και "κεραίες" έτοιμες να πιάσουν ό,τι συμβαίνει γύρω του! Αλλά δεν είναι αυτή η ουσία.
Οι πιο νέοι ίσως δεν καταλάβουν. Γι' αυτούς είναι ένας ακόμα παραγωγός. Ίσως και λίγο συμβατικός για τα γούστα τους. Όταν όμως είσαι έφηβος στην επαρχία και υπάρχει μόνο Α' και Β' Πρόγραμμα και τίποτα άλλο, και αυτά συχνά παίζουν εκπομπές για το στρατό και τους αγρότες κι από μουσική... άστα να πάνε, ε, τότε κάποιος που ξαφνικά παίζει το τελευταίο άλμπουμ των Pink Floyd η των Jethro Tull ή των King Crimson ακούγεται τουλάχιστον εξωγήινος...
Δεν θα πω άλλα. Θα πω μόνο ότι το ντοκιμαντέρ αποκαλύπτει και έναν ρομαντικό άνθρωπο, που προτιμά να φύγει από μεγάλη εταιρία όταν καταλαβαίνει ότι "κουμάντο από εδώ και μπρος θα κάνουν μάνατζερς και λογιστές και όχι άνθρωποι της μουσικής", που αρνείται παχυλές αμοιβές σε ιδιωτικούς σταθμούς ή στην τηλεόραση, που έχει μια αριστερή ματιά για τα κοινωνικά δρώμενα και, δεν χρειάζεται να το ξαναπούμε, που αγαπά βαθύτατα τη μουσική και τη γνωρίζει όσο ελάχιστοι. Κι όχι μόνο το ροκ, αλλά μια τεράστια γκάμα μουσικής. Στο φιλμ μιλούν για τον Πετρίδη πλήθος επώνυμων (από τον Αργύρη Ζήλο και το Γιάννη Νένε μέχρι τον... Πέτρο Ευθυμίου - ναι του ΠΑΣΟΚ - και τον απεχθέστατο σε μένα τουλάχιστον Πέτρο Κωστόπουλο).
Ξαναλέω. Σαν ντοκιμαντέρ δεν είναι κάτι ιδιαίτερο. Όσοι όμως νοιώθετε ότι κάτι χρωστάτε από αυτό που είσαστε σήμερα στον Πετρίδη, σπεύσατε οπωσδήποτε.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2009

ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΣΤΗ ΝΕΑ ΟΡΛΕΑΝΗ


Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου. Διότι πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς πώς του ήθε του Werner Herzog εν έτει 2009 να κάνει ριμέικ στο Bad Lieutenant του Abel Ferara του 1992... Και μάλιστα με τον Νίκολας Κέιτζ στον κολασμένο ρόλο του Χάρβεϊ Καϊτέλ! "Διαφθορά στη Νέα Ορλεάνη" είναι η ελληνική απόδοση του "Bad Lieutenant: Port of call New Orleans".
Το κοίταγμα του Herzog πάντως σε μια ιστορία βουτηγμένη στη διαφθορά, τα ναρκωτικά, τις δωροδοκίες, το παράνομο σεξ, την κατάχρηση εξουσίας, τον τζόγο κι ό,τι άλλο περνά από το νου σας είναι απόλυτα διαφορετικό από το προηγούμενο φιλμ. Παρακολουθούμε και πάλι την πορεία ενός ναρκομανούς μπάτσου προς την απόλυτη παρακμή. Κάθε παρανομία που κάνει, κάθε απεγνωσμένη προσπάθεια να "τα μπαλώσει" όπως - όπως, τον οδηγεί όλο και πιο βαθιά στο βούρκο, στην κόλαση. Ενώ όμως η παλιά ταινία ήταν ασφυκτική, δίχως καμιά χαραμάδα απ' όπου θα έμπαινε λίγος καθαρός αέρας, εδώ τα πράγματα είναι πιο παιχνιδιάρικα (επί πλέον από τον χαρακτήρα του ήρωα έχει αφαιρεθεί η μέχρι παράνοιας θρησκοληψία του). Έτσι ο Herzog κάνει την ιστορία πιο βατή, πιο τυπικά αστυνομική, ταυτόχρονα όμως της δίνει και μια πιο παρανοϊκή διάσταση και, αυτό κι αν είναι έκπληξη, μια νότα σάτιρας, κάνοντάς την έτσι ώρες - ώρες να αγγίζει τα όρια της κωμωδίας. Και με το μάλλον απροσδόκητο και απίθανο να συμβεί στην πραγματικότητα τέλος, τονίζει, νομίζω, αυτή τη σατιρική διάθεση, μας κλείνει το μάτι και είναι σα να μας λέει: SPOILER! "Ξεχάστε τη φρίκη όσων προηγήθηκαν. Στο τέλος όλα είναι μέλι - γάλα". Ή μήπως όχι, κι ούτε αυτό τελικά ισχύει; ΤΕΛΟΣ SPOILER
Ενδιαφέρον έχει και το φόντο του φιλμ. Η μετά τον τυφώνα Κατρίνα Νέα Ορλεάνη δηλαδή, η οποία δείχνεται άσχημη, φτωχή, στραπατσαρισμένη, καθώς ο φακός του επικεντρώνει σε μίζερες φτωχογειτονιές. Το χερτσογκικό στοιχείο επιβιώνει στις πιο παρανοϊκές σκηνές, αυτές των παραισθήσεων με τους αλιγάτορες και τα ιγκουάνα του σχεδόν μόνιμα μαστουρωμένου ήρωα.
Αλλά τι ήθελε να πει ο σκηνοθέτης; Δεν ξέρω ακριβώς. Να φτιάξει το πορτρέτο ενός ακόμα σαλταρισμένου τύπου, σαν αυτούς που συνήθως κατοικούν στο έργο του; Να μας δείξει το δισυπόστατο αυτού του χαρακτήρα, που παραπαίει ανάμεσα στο καλό την απόλυτη διαφθορά; Να μας δείξει τη διαφθορά στους κόλπους της αστυνομίας; Ε, αυτό πια το ξέρουμε τόσο από μόνοι μας όσο και από πολλές άλλες ταινίες...
Παραδόξως, και παρά το ότι δεν κατανόησα και πολύ τις προθέσεις του, η ταινία, με την παράνοια και το υπόγειο, μαύρο χιούμορ της, μου άρεσε και με κράτησε. Δεν ξέρω αν θα κάνει το ίδιο και με σας. Μπορεί να πρόκειται για προσωπικό βίτσιο, ίσως πάλι να έπαιξε ρόλο το ότι μ' αρέσει γενικά ο Herzog. Δεν ξέρω. Πάντως βρήκα ότι ο ρόλος (όπως τον διαμόρφωσε ο σκηνοθέτης, γιατί δεν θα μπορούσα να τον φανταστώ στην πρώτη ταινία) του Κέιτζ του πήγαινε μια χαρά. Αυτό το στραβοχυμένο περπάτημα, το γουρλωμένο, ηλίθιο ή παρανοϊκό βλέμμα, το όλο ατσούμπαλο στιλ, βρήκα ότι ταίριαζαν (μετά από καιρό) σε έναν ηθοποιό που τελευταία βαριόμουν όλο και περισσότερο...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 07, 2009

ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΜΕ ΤΑΤΟΥ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Έχετε βαρεθεί να με ακούτε να λέω καλά λόγια για το νέο ισπανικό σινεμά. Ε, καιρός να αρχίσω να σας πρήζω και με το νέο σκανδιναβικό σινεμά. Τα δείγματα των τελευταίων χρόνων είναι αρκετά και πληθαίνουν. Αν μάλιστα βάλουμε μέσα και την Ισλανδία, ακόμα καλύτερα.
Ο Niels Arden Oplev είναι δανός, "Το κορίτσι με το τατουάζ" (Millenium: The girl with the dragon tatoo, 2009) όμως είναι σουηδική ταινία. Πρόκειται για ένα πολύ καλό θρίλερ, που το βασικό του χαρακτηριστικό είναι η αφόρητη μερικές φορές σκοτεινιά. Ένας πάμπλουτος γέρος καλεί έναν ερευνητή δημοσιογράφο να ψάξει τα ίχνη της προ 40ετίας εξαφανισμένης ανιψιάς του... και τα βρώμικα μυστικά αρχίζουν να αποκαλύπτονται το ένα μετά το άλλο. Δεν θα γράψω πολλά για την ιστορία για να μη σας χαλάσω τίποτα, αφού προσωπικά απολάμβανα πολύ τις διαρκείς αποκαλύψεις και μικρές ανατροπές. Και, επί πλέον, είναι μια από τις λίγες φορές που δεν με πείραζε το ότι κάμποσες φορές είσαι σίγουρος ότι η ταινία τελείωσε, είπε ό,τι είχε να πει, κι όμως αυτή συνεχίζει και βγάζει κι άλλα, προχωρεί όλο και πιο βαθιά.
Εκτός από καλογυρισμένη, εκτός από τους ασυνήθιστους, καλοδουλεμένους χαρακτήρες που διαθέτει (κυρίως αυτόν της παράδοξης και σκοτεινής ηρωίδας), εκτός του ότι με κράτησε απόλυτα, η ταινία τολμά να ξεθάψει και στοιχεία από το βρώμικο παρελθόν της ευνομούμενης Σουηδίας, με το τόσο υψηλό επίπεδο ζωής. Και να δείξει τα "φαντάσματα" που κρύβονται κάτω από την καλογυαλισμένη επιφάνεια. Αλλά και το σήμερα παρουσιάζεται ασφυκτικό και καθόλου αγγελικό. Η διαφθορά (όχι ελληνικού τύπου, εντελώς διαφορετική) μοιάζει να παρεισφρύει παντού, ενώ η κακοποίηση, σεξουαλική και άλλη, είναι επαναλαμβανόμενο, διαχρονικό θα έλεγε κανείς, μοτίβο.
Δείτε το. Νομίζω ότι οι βόρειοι όταν κάνουν θρίλερ το εννοούν. Και είναι πολύ πιο πειστικοί και με κοινωνικό ενδιαφέρον απ' ότι οι συχνά πολυφορεμένες αμερικάνικες συνταγές.
ΥΓ: Νομίζω ότι ο πρωτότυπος σουηδικός τίτλος σημαίνει "Ο άντρας που μισούσε τις γυναίκες". Είναι πολύ χαρακτηριστικός.

Τρίτη, Οκτωβρίου 06, 2009

Η ΠΙΚΡΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΛΙΟ


Ξέρω ότι πολλοί θεωρούν τον Judd Apatow ως "τον άνθρωπο που αναβάθμισε την αμερικάνικη κωμωδία", έναν από τους σημαντικότερους κωμικούς σκηνοθέτες και άλλα τέτοια. Δεν θα συμφωνήσω, τουλάχιστον ως προς το ποσοτικό μέρος των χαρακτηρισμών αυτών. Τον βρίσκω κι εγώ συμπαθή και πιστεύω ότι έχει φέρει ένα είδος ρεαλισμού στην κωμωδία, θεωρώ όμως τους παραπάνω χαρακτηρισμούς υπερβολικούς.
Το "Funny People" (Όλοι έσκασαν στα γέλια) του 2009 ας πούμε είναι μια κωμωδία που βρήκα συμπαθητική, αλλά και με αρκετά μειονεκτήματα. Εδώ ο Apatow ερευνά την σκοτεινή, την αθέατη πλευρά των κωμικών, διαπιστώνοντας τη μελαγχολία, την μοναξιά που κρύβονται ενίοτε πίσω ακόμα και από εξαιρετικά αστείους ανθρώπους. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στη διασημότητα και το γέλιο που απλόχερα μπορεί να σκορπά κάποιος και την όχι και τόσο ευτυχισμένη προσωπική ζωή του είναι το θέμα της. Ο ήρωας, διάσημος κωμικός όχι και τόσο καλόγουστων ταινιών, θεωρείται από τους πιο αστείους ανθρώπους της Αμερικής, παρά τον πλούτο του όμως παραμένει μόνος. Πιάνεται έτσι από τη φιλία ενός άσημου κωμικού, τον βοηθά στην καριέρα του, αυτό όμως που απεγνωσμένα αναζητά είναι η βαθύτερη ανθρώπινη επαφή και η φιλία, ενώ κατά βάθος νοσταλγεί πάντα τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, με την οποία έχουν προ πολλού χωρίσει.
Δεν είναι κακό, ωστόσο βρήκα πραγματικά άνευ λόγου τις δυόμιση ώρες που κρατά το φιλμ, με αποτέλεσμα να με κάνει να βαρεθώ κάπως. Και το δεύτερο, αισθηματικό μέρος, είναι νομίζω πιο αδύνατο και αδιάφορο από το πρώτο. Είναι πάντως ενδιαφέρουσα η εξερεύνηση των παρασκηνίων της αμερικάνικης κωμωδίας (κυρίως της stand up comedy) και η κατάδειξη των συμβιβασμών ου αναγκάζονται (;) να κάνουν ακόμα και ταλαντούχοι κωμικοί για ένα ελάχιστο μερίδιο διασημότητας αμφίβολου γούστου.
Όσο για την περίφημη stand up comedy, έμεινα πραγματικά κατάπληκτος για το πόσο σεξοκεντρική (και ιδιαίτερα πουτσοκεντρική) είναι. Πολλά από τα αστεία που ακούγονται και έξυπνα είναι και γέλιο βγάζουν και δεν έχω την παραμικρή αντίρρηση για σεξοκενρικά (και δη πουτσοκεντρικά, όπως προανέφερα) αστεία και θα ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος που θα είχε διανοηθεί να λογοκρίνει με οποιονδήποτε τρόπο κάτι τέτοιο (μακριά από μένα κάθε λογής λογοκρισίες, που σιχαινομαι σαν το διάβολο το λιβάνι). Αυτό που με ενοχλεί πραγματικά είναι ότι η stand up comedy, η αμερικάνικη τουλάχιστον (αλλά πρόκειται για κυρίως αμερικάνικο είδος ούτως ή άλλως) μοιάζει να είναι ΜΟΝΟ σεξοκεντρική, λες και δεν υπάρχει τίποτα άλλο με το οποίο μπορεί κανείς να γελάσει, άσχετα αν το χιούμορ είναι καλό ή κακό. Διάβολε, αν μη τι άλλο το όλο πράγμα φανερώνει έλλειψη φαντασίας. (Όπως καταλάβατε όλη αυτή η παραπάνω κριτική δεν αφορά την ταινία, η οποία καταγράφει απλώς αυτό που υπάρχει και καλά κάνει, αλλά την ίδια την stand up comedy).
Ίσως λοιπόν για μένα η ταινία να έχει κάποιες καλές πλευρές, αλλά συνολικά μου άφησε χλιαρά συναισθήματα. Κύριε Apatow, σας συμπαθώ, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είμαι τρελός φαν σας.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 02, 2009

ΑΜΩΜΕΣ ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ, ΑΝΔΡΙΚΕΣ ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ


Πώς είπατε; Άνδρες που έχουν συμπτώματα εγκύων; Παράξενα μικρά μπλε ψαροειδή όντα που πεθαίνουν λίγο αφού γεννηθούν; Εθιστικά κουλουράκια; Κι όμως. Αυτά και άλλα πολλά συμβαίνουν στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του David Russo "The Immaculate Conception of Little Dizzle" (2009)(στην ελεύθερη ελληνική απόδοση "Η άμωμος σύλληψη του Θαλασσούλη").
Καταλαβαίνετε ότι πρόκειται για μια θεότρελη, σουρεαλιστική κωμωδία, που, νομίζω, έχει κι έναν βαθύτερο στόχο: Να καυτηριάσει την απάνθρωπη και άπληστη πολιτική των εταιριών που θέλουν να κερδοσκοπήσουν με οποιοδήποτε νέο προϊόν τους, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι το καλύτερο δυνατό. Και που, βέβαια, δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν κάποιους, ερήμην τους, σαν πειραματόζωα. Γιατί αυτό ακριβώς κάνει μια εταιρία που παράγει κουλουράκια και άλλα γλυκά με τη φευγάτη ομάδα που καθαρίζει τους χώρους της.
Το φιλμ διαθέτει απίθανους χαρακτήρες (ο παθιασμένος με τις θρησκείες πρωταγωνιστής, ο μόνιμα μαστουρωμένος συνάδελφός του, το σχεδόν τραβεστί αφεντικό κ.ά.), χιούμορ "τουαλέτας" με κάμποσα αστεία γύρω απ' αυτές, είναι γυρισμένο με γρήγορο, σύγχρονο, μερικές φορές βιντεοκλιπάδικο στιλ και έχει αρκετή πλάκα, αν και νομίζω ότι κάπου κάνει και τις κοιλίτσες του. Συνολικά δεν το βρήκα απόλυτα ολοκληρωμένο, αν και δεν σας κρύβω ότι διασκέδασα αρκετά με την τριπαρισμένη οπτική του. Μπορείτε να το θωρήσετε ένα είδος χιουμοριστικής επιστημονικής φαντασίας (που διαδραματίζεται στο εδώ και στο τώρα, μη φανταστείτε σκάφη και εξωγήινους) ή μια σουρεαλιστική πλάκα, στο κλίμα των ταινιών του σεναριογράφου Κάουφμαν, δίχως όμως την ευαισθησία και τη συγκίνηση που ενίοτε διαθέτει ο τελευταίος.
Δεν τρελάθηκα κιόλας, πέρασα ωστόσο αρκετά καλά και θα προσπαθήσω να παρακολουθήσω τη συνέχεια του σκηνοθέτη.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 01, 2009

ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ ΤΑ "ΟΡΦΑΝΑ"


Το "Orphan" του ισπανού (αν και δεν είναι ισπανική, αλλά αμερικάνικη ταινία) Jaume Collet-Serra ανήκει σε ένα αρκετά κοινό υπο-είδος ταινιών τρόμου: Αυτό με τρομακτικά παιδιά. Εδώ ένα πλούσιο ζευγάρι με αρκετά βεβαρυμένο παρελθόν και δύο παιδιά ήδη, υιοθετεί ένα τρίτο, την αγγελική και προικισμένη Έστερ και... ο τρόμος αρχίζει (καλά, σκέφτηκα εγώ, τόση καούρα πια να υιοθετήσουν τρίτο παιδί, έστω και αφού το τρίτο τους πέθανε στη γέννα, ενώ είχαν ήδη δύο χαριτωμένα παιδάκια; Τι να πεις... Έτσι είναι φαίνεται αυτοί οι ευκατάστατοι αμερικάνοι).
Αρκετά καλογυρισμένο θρίλερ, με ένα εξαιρετικά κακό και αντιπαθητικό κοριτσάκι (δεν κάνω κανένα σπουδαίο spoiler, οι προθέσεις του δείχνονται σχεδόν απ' την αρχή), που σε ορισμένες σκηνές, πάντως, μου έγινε ακόμα και απωθητικό, αν μη τι άλλο φανερώνει τα ταλέντα του ισπανικού σινεμά - και ιδιαίτερα του φανταστικού - που ξεφυτρώνουν το ένα μετά το άλλο και συχνά, όπως εδώ, παίρνουν την άγουσα για Αμερική. Βρήκα πάντως πως περιέχει αρκετές "αμερικανιές", που εδώ ορίζω ως συμπεριφορές που μόνο στην Αμερική ή, καλύτερα, μόνο στις αμερικάνικες ταινίες, θα μπορούσαν να υπάρξουν, χωρίς αυτό να μειώνει το σασπένς και το καλογυρισμένο του πράγματος που αναφέραμε πιο πάνω. Απλώς είναι ένα θέμα που έχουμε δει και ξαναδεί πολλές φορές, οπότε η καλοκουρδισμένη μηχανή δουλεύει καλά μεν, προβλέψιμα δε. Λίγη πρωτοτυπία παραπάνω δεν θα με χαλούσε (συνολικά εννοώ, γιατί η εξήγηση - ανατροπή που δίνεται προς το τέλος είναι μάλλον πρωτότυπη και πειστική).
Εντάξει, η Έστερ παίρνει σίγουρα τη δική της θέση στην πινακοθήκη των εφιαλτικών παιδιών και σίγουρα η τανία με κράτησε, δίχως όμως να τη θεωρώ και τίποτα ιδιαίτερο. Ίσως μάλιστα να γκρινιάξω και λιγάκι - αν και νοιώθω ότι γίνομαι υπερβολικός - για ένα είδος υποβόσκουσας ξενοφοβίας, αφού το φριχτό κοριτσάκι μας έρχεται από τη Ρωσία ή από κάπου από εκεί γύρω τέλος πάντων. Ας προσέχαμε κι εμείς κι ας αγοράζαμε πράμα από τον τόπο μας. Χάθηκαν τα ορφανά αμερικανάκια δηλαδή;

eXTReMe Tracker