Τετάρτη, Ιουνίου 29, 2016

ΕΝΑ ΑΚΡΩΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ "ΦΙΛΙ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ"

Βρισκόμαστε στα 1956. Ο Gerd Oswald (1919-1989) είναι γερμανός αλλά, όπως πάμπολλοι ευρωπαίοι, ζει και δουλεύει στο Χόλιγουντ. Τη χρονιά αυτή λοιπόν γυρίζει το "Ένα Φιλί πριν Πεθάνεις" (A Kiss Before Dying) με έναν νεαρότατο τότε Ρόμπερτ Βάγκνερ στον βασικό ρόλο.
Ένας νεαρός φοιτητής αφήνει έγκυο την κοπέλα του. Αυτό συνεπάγεται ότι η τελευταία θα αποκληρωθεί από τον πλούσιο και αυστηρό πατέρα της, οπότε ο νεαρός θα χάσει όσα ήλπιζε να κερδίσει από έναν πιθανό γάμο. Η στάση του αλλάζει ριζικά και όλο και πιο σκοτεινά σχέδια για το μέλλον της κοπέλας εξυφαίνονται στο μυαλό του. Μέχρι πού μπορεί άραγε να φτάσει για τα λεφτά;
Η ταινία είναι μια πετυχημένη μίξη ειδών. Ξεκινά σαν νεανικό μελόδραμα, χρησιμοποιώντας μάλιστα το στιλ του είδους (έντονα χρώματα, μουσική κλπ.). Σύντομα όμως θα εκπλήξει τον θεατή καθώς τα πράγματα παίρνουν μια όλο και πιο σκοτεινή τροπή, για να μετατραπεί τελικά σε ένα καλό κατά τη γνώμη μου θρίλερ. Ακόμα και τότε όμως το αισθηματικό στοιχείο (και το αντίστοιχο ύφος που το συνοδεύει) υπάρχει και μπλέκεται με την "εγκληματική" ιστορία.
Στο κέντρο όλων αυτών η φιγούρα του νεαρού, ενός αδίστακτου και με ανατριχιαστικά ψυχρή λογική ανθρώπου, που μόνος στόχος του είναι το κέρδος, τα λεφτά. Η ηθική έχει εκλείψει παντελώς. Το "αμερικάνικο όνειρο", βλέπετε, μπορεί να κατακτηθεί και μέσω της "πλαγίας οδού", κοινώς με αθέμιτα (επιεικώς) μέσα. Γι' αυτό και μόνο, για τον εξωτερικά γοητευτικό, πλην όμως απόλυτα ανήθικο βασικό χαρακτήρα, αξίζει να ψάξετε το φιλμ.
Και κάτι άλλο: Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του σημαντικού για τον κινηματογράφο συγγραφέα Ira Levin, το οποίο γράφτηκε το 1953. Η Patricia Highsmith γράφει το πρώτο της μυθιστόρημα με ήρωα τον πασίγνωστο  Ρίπλεϊ το 1956. Αν έχετε διαβάσει τα βιβλία ή έχετε δει κάποιες από τις ταινίες που βασίστηκαν σ' αυτόν, θα διαπιστώσετε ότι ο βασικός χαρακτήρας του "A Kiss..." θυμίζει πολύ στον Ρίπλεϊ. Και προηγείται κατά 3 χρόνια!
ΥΓ: Η ταινία γνώρισε ένα μάλλον αδιάφορο ριμέικ με τον Ματ Ντίλον το 1991.

Κυριακή, Ιουνίου 26, 2016

TRUMAN : ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΜΑΤΙΑ ΣΕ ΕΝΑΝ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟ ΘΑΝΑΤΟ

Ισπανία και Αργεντινή "ενώνουν τις δυνάμεις τους" στο "Truman" του 2015, μια ταινία του ισπανού Cesc Gay με πρωταγωνιστή τον "μόνιμο" πρωταγωνιστή του αργεντίνικου σινεμά (και πάντα πολύ καλό) Ρικάρντο Νταρίν.
Το θέμα της μοιάζει καταθλιπτικό: Ένας μεσήλικας, διαζευγμένος αργεντίνος ηθοποιός του θεάτρου που ζει στη Μαδρίτη με μοναδική παρέα τον σκύλο του Τρούμαν, γνωρίζει ότι του απομένει λίγος ακόμη χρόνος ζωής λόγω καρκίνου. Τότε δέχεται την αιφνίδια επίσκεψη του παλιού καλύτερού του φίλου, που ζει στον Καναδά, ο οποίος θα μείνει για τέσσερεις μέρες με τον φίλο του για να τον αποχαιρετήσει (και ίσως τον πείσει να αλλάξει κάποιες αποφάσεις που έχει πάρει για την ασθένειά του). Οι μέρες αυτές θα εξελιχτούν σε μια σειρά από συναντήσεις, απροσδόκητα ταξίδια, αναπάντεχες θετικές και αρνητικές διαπιστώσεις σε σχέση με φίλους και συγγενείς... κι όλα αυτά κάτω από την αναπόφευκτη σκιά του  επερχόμενου τέλους. Και, επιπλέον, μονίμως πλανάται  το ερώτημα: Ποιος θα φροντίζει τον Τρούμαν μετά;
Ναι, υπάρχει πολλή συγκίνηση στην ταινία. Ποτέ όμως αυτή δεν γίνεται μελό. Κι οχι μονο αυτό: Σε ένα φιλμ με τέτοιο θέμα, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Cesc Gay καταφέρνει να χωρέσει και αρκετό χιούμορ, και κάποιες αναπάντεχες τροπές, ώστε τελικά να ελαφρύνει το όλο πράγμα και να πετύχει μια πολύ καλή ισορροπία ανάμεσα στό ζοφερό και το γελοίο της ανθρώπινης ύπαρξης, ανάμεσα στα ψέματα (αθώα ή όχι) που λέμε ή ζούμε και τις αλήθειες, συχνά κρυμένες ή δύσκολο να εκφραστούν. Φυσικά τον πρώτο λόγο έχουν οι ανθρώπινες σχέσεις, φιλικές, κοινωνικές, ερωτικές, οικογενειακές: Η ποικιλία τους, οι διαβαθμίσεις από την απόλυτη αλήθεια και την ουσία ως την τυπικότητα και την απλή παραμονή την επιφάνεια, οι εκπλήξεις που κρύβουν... Ο ήρωάς μας, κάτω από την αμείλικτη σκιά του αναπόφευκτου γεγονότος που έρχεται, θα ανακαλύψει ότι μερικά από αυτά που πίστευε για γνωστούς και φίλους δεν είναι ακριβώς σωστά. Και να η ισορροπια που λέγαμε: Οι άλλοι άλλοτε αποδεικνύονται καλύτεροι κι άλλοτε χειρότεροι απ' ότι νομίζαμε. Όλα αυτά εμπεριέχουν ανατροπές και (σχετικά) αναπάντεχες εξελίξεις, που, εκτός φυσικά του ότι σκιαγραφούν την αλήθεια της ζωής, κρατούν αμείωτο και το ενδιαφέρον του θεατή.
Πολύ καλή ταινία, συγκινητική και συχνά αστεία συγχρόνως, αποκαλύπτει νομίζω το κωμικοτραγικό της ζωής (και του θανάτου) των ανθρώπων. Αν προσθέσει κανείς και τις εξαιρετικές ηθοποιίες, τις σεναριακές ανατροπές που λέγαμε και τη γενικότερα αισιόδοξη (μάλλον) ματιά πάνω σε ένα τόσο δύσκολο θέμα, νομίζω ότι όντως αξίζει. Άλλωστε το φιλμ έχει βραβευτεί με πέντε Γκόγια (τα βραβεία του ισπανόφωνου σινεμά).

Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2016

ΜΙΑ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ "ΕΛΙΑ"

Η Iciar Bollein είναι ισπανίδα σκηνοθέτης και ηθοποιός. Ο Paul Laverty είναι βρετανός σεναριογράφος, μόνιμος σχεδόν συνεργάτης του Κεν Λόουτς. Bollein και Laverty είναι ζευγάρι. Λογικό λοιπόν να συνεργάζονται, όπως έκαναν το 2016 με την ταινία "Η Ελιά" (El Olivo), ένα ακόμα φιλμ που δείχνει την ακμή του ισπανικού σινεμά.
Μια παρορμητική και συναισθηματική νεαρή αποφασίζει να βοηθήσει με κάθε θυσία τον αγαπημένο της παππού. Ο τελευταίος έχει πάψει να επικοινωνεί με τους γύρω του και τον τελευταίο καιρό έχει πάψει και να τρώει. Η σταδιακή πτώση είχε αρχίσει προ 12ετίας, όταν οι γιοι του πούλησαν σε γερμανική εταιρία μια πελώρια ελιά ηλικίας πάνω 2000 ετών, που αποτελούσε σημαντικό κομμάτι της ζωής του. Η ελιά θα διακοσμήσει τα κεντρικά γραφείς της μεγάλης εταιρίας στο Ντίσελντορφ και μάλιστα θα γίνει και λογότυπό της. Η εγγονή λοιπόν, με έναν φίλο και τον θείο της, θα ξεκινήσει χωρίς κανένα απολύτως σχέδιο για τη Γερμανία για να φέρει πίσω το δέντρο. Κανένα σχέδιο; Όχι μόνο αυτό: Δεν έχει καν πει στους φίλους της την αλήθεια...
Η ταινία είναι ένα γλυκύτατο road movie, διαθέτει αληθινή συγκίνηση, δίχως όμως να γίνεται μελό, και παρά το δραματικό της θέμα, έχει και πινελιές χιούμορ. Οι χαρακτήρες είναι ολοζώντανοι, το σασπένς υπάρχει και στο τέλος ένοιωσα απόλυτα ικανοποιημένος. Φυσικά η πολιτική αλληγορία που κρύβεται κάτω από την τρυφερή αυτή ιστορία είναι σαφέστατη: Ο πλούσιος βοράς "κλέβει" (για να είμαστε ακριβείς αγοράζει με λίγα ευρώ) τα αγαθά (αλλά και τα σύμβολα, και την "ψυχή") του φτωχού νότου, χρησιμοποιώντας τα μάλιστα, σε ένα ρεσιτάλ υποκρισίας, σαν δικά του σύμβολα. Θα μπορέσει ποτέ ο νότος να βγει από την ζοφερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται και να πάρει πίσω όσα είναι δικά του; Από την άλλη, επειδή το φιλμ  κάθε άλλο παρά μονόπλευρη προπαγανδιστική ταινία είναι, σκιαγραφεί ξεκάθαρα και τα λάθη του φτωχού νότου, αυτά για τα οποία είναι, εν μέρει τουλάχιστον, υπεύθυνος για την κατάστασή του. Και, δίχως φολκλόρ και απλοϊκά στερεότυπα, μας μιλά και για τη διαφορετική ιδιοσυγκρασία των δύο "κόσμων".
Υποδειγματικό φιλμ με στέρεα πολιτική ματιά και ταυτόχρονα ευαίσθητο, συναισθηματικό και με αγωνία για την εξέλιξη (ναι, το πολιτικό μπορεί κάλλιστα να συνδυαστεί με όλα τα παραπάνω), απ' αυτά που ζηλεύεις καθώς διαπιστώνεις πόσο καλά αποτελέσματα μπορεί κανείς να πετύχει με πολύ λίγα χρήματα, μακριά από εκκωφαντικές υπερπαραγωγές και εντυπωσιακές (και απόλυτα κενές) φανφάρες, φτάνει να υπάρχει έμπνευση και σωστές ισορροπίες. Νομίζω ότι οι ισπανοί τουλάχιστοπν πετυχαίνουν συχνά τέτοια αποτελέσματα.
ΥΓ: Είναι σχεδον ανατριαχιαστικό να βλέπεις πόσο η σημερινή κατάσταση της Ισπανίας, οικονομικά τουλάχιστον, μοιάζει μ' αυτήν της Ελλάδας της κρίσης. Βλέπετε, η τελευταία βρίσκεται παντού και έχει το ίδιο πρόσωπο, στο νότο τουλάχιστον. Όσα λέγονται για το "πλούσιο" (και σπάταλο) παρελθόν και τα όσο συμβαίνουν τώρα, ταιριάζουν τέλεια με την εικόνα της χώρας μας. Όλα θα μπορούσαν κάλλιστα, δίχως την παραμικρή αλλαγή, να είχαν συμβεί στην Ελλάδα. Για να μη νομίζετε ότι είμαστε μόνοι σε όσα αντιμετωπίζουμε...

Τρίτη, Ιουνίου 21, 2016

ΕΝΑΣ ΒΑΡΕΤΟΣ ΚΑΙ ΧΙΛΙΟΕΙΔΩΜΕΝΟΣ 5ος "ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ"

Υπάρχουν φορές που κάθεται κανείς σπίτι και τυχαίνει να δει κυριολεκτικά ό,τι βρει μπροστά του απλώς επειδή βαριέται. Αυτή τη φορά μου έτυχε ο 5ος αισίως "Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες" με υπότιτλο "Dream Child", μια ταινία που γύρισε ο ούτως ή άλλως μέτριος Stephen Hopkins (Predator 2, Lost in Space κλπ.) το 1989.
Φυσικά πολύ πριν το νο 5 το θέμα του εφιαλτικού Φρέντι Κρούγκερ είχε εξαντληθεί. Προσωπικά θεωρώ τον πρώτο "Εφιάλτη" του Κρέιβεν σαν μια από τις εμβληματικότερες και ευρηματικότερες ταινίες τρόμου της δεκαετίας του 80. Από εκεί και πέρα τα συνεχή sequel έκαναν τα πράγματα απλώς βαρετά. Προφανώς αυτό εδώ το "Dream Child" κάθε άλλο παρά ξεφεύγει από τα παραπάνω. Η πολύπαθη Άλις, που έχει επιβιώσει από προηγούμενες συνέχειες, δέχεται φυσικά και πάλι την επίσκεψη του φριχτού Φρέντι, ο οποίος προφανώς δεν ψοφάει με τίποτα. Αυτή τη φορά το "φοβερό" εύρημα είναι ότι η Άλις είναι έγκυος από τον φίλο της, οπότε τα πράγματα περιπλέκονται. Εννοείται ότι θα ακολουθήσει σφαγή εφήβων μέσα σε λίγες μέρες, εννοείται ότι θα θυμηθούμε κάμποσες φορές τον εφιαλτικό τρόπο σύλληψης και γέννησης του Φρέντι και κάμποσα στοιχεία από το παρελθόν του και, τελικά, θα καταφύγουμε σε βοήθεια πνευμάτων για να έχουμε το τελικό αποτέλεσμα. Ουφ!
Το φιλμ ακολουθεί πέρα για πέρα την πεπατημένη οδό και το θέμα φαίνεται διαρκώς ότι έχει πλέον ξεθυμάνει. Προσωπικά, παρά τα σποραδικά "μπου", δεν τρόμαξα καθόλου και όλη αυτή η αίσθηση του "ξέρω τι θα γίνει στο τέλος" οδηγεί σε ακόμα περισσότερη βαρεμάρα. Ο Φρέντι είναι πάντα πολύ, μα πολύ κακός - αν και εδώ απόλυτα προβλέψιμος πλέον, η σχέση του με τη δύστυχη Άλις είναι σχέση ανάγκης (τη χρειάζεται, οπότε δεν πρέπει να τη σκοτώσει), όλοι οι υπόλοιποι είναι αναλώσιμοι, οπότε έχουμε μία από τα ίδια. Α, να πω και ότι προς το τέλος υπάρχει μία σχετικά εντυπωσιακή σκηνή σε έναν χώρο στρεβλωμένων διαστάσεων και μη υπαρκτών προοπτικών, που παραπέμπει κατευθείαν σε πίνακες του Έσερ, κι αυτό όμως ακόμα το έχουμε ξαναδεί σε ταινίες του φανταστικού (θυμηθείτε το "Labyrinth" τρία χρόνια πριν).
Τι άλλο να πω; Από τις χειρότερες συνέχειες της σειράς, δεν νομίζω ότι διαθέτει κανένα θετικά στοιχεία. Αποφύγετέ το καλύτερα...

Δευτέρα, Ιουνίου 20, 2016

ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ (ΚΑΙ ΟΙ ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΕΣ) ΤΟΥ "PAYCHECK"

Μπορεί ο John Woo να ήταν μάστορας της δράσης και μάλιστα στιλίστας του είδους, νομίζω όμως ότι το 2003 βρισκόταν ήδη στην παρακμή του. Γι' αυτό και δεν θεωρώ κάτι σπουδαίο το "Paycheck", το οποίο μάλιστα, όπως πολλές άλλες ταινίες επιστημονικής φαντασίας, βασιζόταν σε διήγημα του πολύπαθου Φίλιπ Ντικ και, όπως πολλές άλλες ταινίες επιστημονικής φαντασίας επίσης, "άλλαζε τα φώτα" στα κείμενα του συγγραφέα.
Ο ήρωας της ταινίας είναι ένας ιδιοφυής μηχανικός. Δουλεύει για μεγάλες εταιρίες σε μυστικά projects και στη συνέχεια ο χρόνος δουλειάς διαγράφεται από τη μνήμη του, ώστε οι απόρρητες πληροφορίες που κατέχει να είναι απόλυτα ασφαλείς. Μέχρι τώρα έχουν διαγραφεί μνήμες έως 2 μηνών, όταν δέχεται την πρόταση ενός πολυεκατομμυριούχου να δουλέψει για την εταιρία του για 3 ολόκληρα χρόνια, τα οποία φυσικά στη συνέχεια θα διαγραφούν. Η αμοιβή θα είναι μυθική, οπότε ο ήρωάς μας δέχεται,όταν όμως ξυπνά όχι μόνο δεν υπάρχει αμοιβή, αλλά και πρέπει να αρχίσει να αγωνίζεται για την ίδια του τη ζωή. Μόνη βοήθεια ένας φάκελος που ο ίδιος έχει ταχυδρομήσει στον εαυτό του πριν τα πάντα διαγραφούν...
Η ιδέα είναι καλή. Εμείς, παρέα με τον Μπεν Άφλεκ που πρωταγωνιστεί, προσπαθούμε να καταλάβουμε τι έχει συμβεί και γιατί ο φάκελος περιέχει όσα ευτελή αντικείμενα περιέχει - τα οποία σίγουρα δεν ανήκουν στον πριν 3 χρόνια εαυτό του. Οι προβληματικές του Ντικ για τη μνήμη, για το τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο και πλαστό στον κόσμο, για τις παντοδύναμες και αδίστακτες εταιρίες, βρίσκονται εδώ, αλλά ελάχιστα αποτελούν το θέμα του φιλμ. Αντίθετα ο Γου, βιρτουόζος όπως είπαμε της δράσης, χειρίζεται το όλο πράγμα ως τέτοια ταινία, παραβλέποντας μάλλον τις σεναριακές δυνατότητες. Έτσι τα διαρκή κυνηγητά, ο "απέθαντος" ήρωας (εντάξει, βοηθιέται με τρόπο που δεν μπορώ να σας αποκαλύψω, αλλά και πάλι...), οι εκρήξεις, το ξύλο, περισσεύουν στο φιλμ, υποβαθμίζοντάς το κατά τη γνώμη μου. Το ίδιο ισχύει και για το τραβηγμένο απ' τα μαλιά σενάριο, όπου είναι απίθανο να συμβούν όλα όσα συμβαίνουν, όσο και αν είχε προβλέψει το μέλλον ο νυν αμνησιακός ήρωας. Όσο για την Ούμα Θέρμαν... αρκεί να σας πω ότι κι αυτή παίρνει μέρος στο ξύλο, βγάζοντας νοκ άουτ κάμποσους κακούς, αν και απλή επιστήμων η ίδια! Και, βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε, το πολύ καλύτερο "Memento" είναι πάντοτε πανταχού παρόν.
Τι μένει λοιπόν; Να απολαύσουμε μια ακόμα καλογυρισμένη αναμφισβήτητα κλωτσοπατινάδα, να την ευχαριστηθούμε αν είμαστε φίλοι του είδους, αλλά μέχρι εκεί. Ο Γου παραμένει Γου ακόμα κι αν έχει μπροστά τουένα δυνητικά πολύ καλό υλικό. Κρίμα.

Πέμπτη, Ιουνίου 16, 2016

ΤΡΟΜΟΣ, ΑΚΟΥΣΙΟ ΓΕΛΙΟ ΚΑΙ "PHANTASM"

Βρισκόμαστε στα 1979, μια εποχή όπου το σινεμά τρόμου παρήγαγε διαρκώς κλασικά ή cult φιλμ για το είδος (το φαινόμενο συνεχίστηκε και στα 80ς). Τότε λοιπόν ο Don Coscarelli γυρίζει το "Phantasm", μια ταινία τρόμου που, ενώ σίγουρα δεν είναι καλή σαν ταινία, παραμένει εξ ίσου σίγουρα cult.
Πιτσιρικάς υποφέρει διπλά, τόσο από τον θάνατο των γονιών του όσο και από τη φυγή σε άλλη πόλη του μεγάλου του αδελφού, τον οποίο λατρεύει. Όταν ο μεγάλος επιστρέφει για ένα διάστημα για μια κηδεία, περίεργα, έως πολύ περίεργα, πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν στο νεκροταφείο της περιοχής και κυρίως στο δαιδαλώδες οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου. Τα περισσότερα από αυτά φαίνεται ότι σχετίζονται με τον εφιαλτικό "Tall Man", που μοιάζει να κατοικοεδρεύει εκεί. Σύντομα ο τρόμος θα αρχίσει να απειλεί τα δύο αδέλφια και τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν ανεξέλεγκτα.
Η ταινία, πολύ απλά, έχει τόσες τρύπες και αναπάντητα ερωτήματα στο σενάριο, που σχεδόν στερείται ειρμού. Επί πλέον έχει ένα τέλος - το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω βεβαίως - που μόνο σαν ανέκδοτο μπορεί να σταθεί σήμερα (και η τελευταία τελευταία σκηνή το ανατρέπει ανεξήγητα ακόμα κι αυτό). Επί πλέον οι ηθοποιίες είναι κακές (στα χνάρια των φιλμ του Αρτζέντο) κι όσο για βάθος χαρακτήρων... ας μη μιλάμε καλύτερα. Το ακούσιο γέλιο βγαίνει από την παντελώς γελοία αντιμετώπιση των πραγμάτων από τους ήρωες (π.χ. ποτέ δεν θα ζητήσουν βοήθεια από την αστυνομία ή όποιον άλλον, αλλά θα τρέχει καθένας μόνος του μεσ' τ' άγρια μεσάνυχτα στο νεκροταφείο για να δει τι γίνεται, παρά το μπαράζ τρόμου και υπερφυσικών γεγονότων, για να αναφέρω μία μόνο από δεκάδες αφέλειες). Όσο για το τι απέγιναν κάποιοι χαρακτήρες ή, ακόμα περισσότερο, για ποιο λόγο εμφανίζονται οι χαρακτήρες αυτοί, αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ...
Παρ' όλα αυτά τα ευτράπελα η ταινία διαθέτει μια παράξενη, ονειρική ατμόσφαιρα, μερικές σκηνές πραγματικού τρόμου (και μία πολύ γνωστή και από τις πλέον σπλάτερ της εποχής, αυτή με την περίφημη ιπτάμενη σφαίρα) και γενικά ένα κλίμα μυστηρίου που μοιάζει να προκύπτει από διαρκείς σκηνοθετικούς αυτοσχεδιασμούς του στιλ "ας το βάλουμε κι αυτό μέσα" και όχι από κάποιο δομημένο σχέδιο. Μερικά εφέ είναι εντυπωσιακά (σημειώστε ότι βρισκόμαστε σε προψηφιακή εποχή κι ότι μιλάμε για μια απόλυτα low budget παραγωγή) και σκεφτείτε επίσης ότι ο Coscarelli ήταν τότε μόλις 25 χρονών!
Τυπικό δείγμα μάλλον κακής ταινίας, η οποία όμως είναι απόλυτα cult, το "Phantasm" συνίσταται αποκλειστικά για φανς ταινιών τρόμου, για τους οποίους είναι κάτι σχεδόν κλασικό. Οι υπόλοιποι θα δουν απλώς την προφανώς κακή πλευρά της.

Τρίτη, Ιουνίου 14, 2016

ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΚΑΙ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΤΟ "AVIATOR"

Το 2004 ο Martin Scorsese γυρίζει το "Aviator", μια βιογραφία του αμερικανού μεγιστάνα και φανατικού αεροπόρου Χάουαρντ Χιουζ μεταξύ των δεκαετιών 20 και 40. Η ζωή του ήταν όντως μυθιστορηματική, τα οικονομικά ρίσκα που έπαιρνε τεράστια, οι εμμονές του επίσης, αλλά και η διαρκής πάλη του με την τρέλα.
Ο Χιουζ γεννιέται πλούσιος. Από μικρός έχει πάθος με τα αεροπλάνα και ο ίδιος είναι σχεδιαστής, λίγο μηχανικός και πρώτος δοκιμαστής νέων, βελτιωμένων μοντέλων. Ταυτόχρονα επενδύει στην κινηματογραφική βιομηχανία γυρίζοντας ένα πανάκριβο πολεμικό έπος με - τι άλλο; - πιλότους, ιδρύει την αεροπορική εταιρία TWΑ, αντίπαλη της κυρίαρχης τότε Pan Am, έχει σχέσεις με χολιγουντιανές σούπερ διασημότητες (μεταξύ άλλων με την Άβα Γκάρντνερ και έναν μακροχρόνιο δεσμό με την Κάθριν Χέπμπορν). Συγχρόνως όμως με όλα αυτά, παλεύει με την ψυχοπάθεια, καθώς από μικρός είναι έντονα μικροβιοφοβικός, πράγμα που σε κάποια στιγμή της ζωής του θα μετατραπεί σε ψύχωση με εφιαλτικές συνέπειες.
Σίγουρα η ταινία είναι εντυπωσιακή, και μάλιστα με πολύ καλούς Λεονάρντο Ντι Κάπριο και Κέιτ Μπλάνσετ στο ρόλο της Χέπμπορν. Από εκεί και πέρα δεν παύει να είναι απλώς μια βιογραφία ενός σίγουρα ιδιαίτερου ανθρώπου - η ιδιοφυία και η τρέλα είναι γνωστό ότι συχνά πλησιάζουν επικίνδυνα - αλλά, όσο ενδιαφέρουσα και να είναι ίσως να μη μπορεί να βρει κανείς προεκτάσεις σε μια τόσο μοναδική περίπτωση. Εκτός βέβαια αν το νόημα είναι αυτό ακριβώς: Η εγγύτητα ιδιοφυίας και τρέλας. Ή πάλι, αν θέλετε, το κλασικό ότι "τα πλούτη δεν φέρνουν ευτυχία", τουτέστιν ότι στη ζωή μπορεί κανείς να έχει κυριολεκτικά ό,τι θελήσει (ο Χιουζ ήταν εκατομμυριούχος), αλλά όταν το πρόβλημα είναι εσωτερικό, ούτε καν το αυτό το "ό,τι θελήσει" είναι αρκετό. Υπάρχει επίσης και το στοιχείο της επίθεσης στο σύστημα (δικαστικό στην προκειμένη περίπτωση), καθώς ο Χιουζ - πάντα μιλάμε στα σκληρά καπιταλιστικά πλαίσια της ελεύθερης, ανταγωνιστικής οικονομίας - διώχτηκε ως κερδοσκόπος εις βάρος της πολιτείας και μάλιστα εν καιρώ πολέμου όχι πραγματικά για λόγους δικαιοσύνης, αλλά για να προστατευτούν τα συμφέροντα άλλων εταιριών - κολοσών, που απλώς είχαν καλύτερες πολιτικές  διασυνδέσεις.
Πέραν αυτών μπορεί κανείς να θαυμάσει το φιλμ, με την εξαιρετική φωτογραφία, την εντυπωσιακή αναπαράσταση της εποχής, τον αγώνα, τις εμμονές, την τόλμη (επιχειρηματική εννοώ, πράγμα που προσωπικά δεν με συγκινεί ιδιαίτερα), αλλά και τα εσωτερικά βάσανα ενός πολύ, μα πολύ ιδιαίτερου ανθρώπου. Προσέξτε πάντως, όταν λέμε ιδιαίτερου δεν εννοούμε υποχρεωτικά και συμπαθούς. Αλλά, όλες αυτές οι αντιφάσεις δεν είναι που δημιουργούν το ενδιαφέρον σε έναν χαρακτήρα; Τέλος, δεν παύει να πρόκειται για φιλμ του Σκορσέζε και αυτό από μόνο του είναι σημαντικό για σινεφίλ.

Δευτέρα, Ιουνίου 13, 2016

"I.Q."... ΜΕ ΧΑΜΗΛΟ I.Q.

Η Μεγκ Ράιαν υπήρξε η αγαπημένη σταρ των αμερικανών στο είδος της κομεντί για τα 80ς και τα 90ς. Και όντως πρωταγωνίστησε σε κάποιες χαριτωμένες τέτοιες. Ωστόσο το 1994 τη βρίσκει στο "I.Q." ("Ερωτικές Εξισώσεις" στα ελληνικά) του Fred Schepisi, αυστραλού, πολιτογραφημένου όμως στο Χόλιγουντ. Και, κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται για μια από τις καλύτερές της ταινίες.
Κάπου στα 50ς η ηρωίδα είναι ανιψιά του... Άλμπερτ Αίνστάιν, που ζει πλέον στις ΗΠΑ. Ταλαντούχα μαθηματικός η ίδια, είναι αρραβωνιασμένη με ξενέρωτο και καθώς πρέπει ψυχολόγο, αλλά την ερωτεύεται κεραυνοβόλα κάποιος που δουλεύει σε συνεργείο αυτοκινήτων (ο Τιμ Ρόμπινς). Προσπαθεί να την προσεγγίσει παριστάνοντας τάχα τον λαμπρό επιστήμονα σε ένα project που ανακατεύει τον ίδιο τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Αϊζενχαουερ, κι όλα αυτά με την αμέριστη συμπαράσταση του Αϊνστάιν και των ηλικιωμένων φίλων του επιστημόνων, που επιθυμούν διακαώς να τη χωρίσουν από τον επιστήμονα και να την παντρέψουν ντε και καλά με το "καλό παιδί από το συνεργείο". Τι να πει κανείς...
Προσωπικά ελάχιστα χαμογέλασα. Η Ράιαν είναι συμπαθητική, αλλά η ιστορία τόσο εξωπραγματική και απίθανη, που δεν κατάφερε να με αγγίξει καθόλου. Δεν είχε, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, και το σπιντάτο ή/και παλαβό χιούμορ που πιθανόν θα την απογείωνε, οπότε... αφήστε καλύτερα. Κυρίως το σενάριο παραμένει και επιμένει στο θέμα του απόλυτου ρομαντισμού. Ο έρωτας είναι κεραυνοβόλος (εκατέρωθεν, αλλά η ηρωίδα δεν το καταλαβαίνει αμέσως), ο έρωτας επίσης είναι πάνω απ' όλα και δεν κοιτά διαφορές στο I.Q. ή οπουδήποτε αλού, ενώ οι επιστημονικορομαντικές αμπελοφιλοσοφίες δίνουν και παίρνουν. Σεναριακά; Βρήκα ηλίθια την ιδέα του καλόκαρδου Αϊνστάιν να σκαρφίζεται χίλιες δυο πονηριές, να παριστάνει τον άρρωστο ή να κανονίζει τα πάντα σαν από μηχανής θεός για να... χωρίσει την ανιψιά του και να την κάνει να τα φτιάξει με άλλον. Μόνο προξενήτρα που δεν ντύθηκε ο καημένος ο Άλμπερτ... Όσο για τον Αϊζενχάουερ, κοντεύει να αγωνιστεί κι αυτός για την ευτυχία του ζεύγους...
Το βρήκα να τείνει προς το ηλίθιο. Αν τώρα κάποιοι το βρουν χαριτωμένο ή αστείο, απλώς διαφέρουν τα γούστα μας στην έννοια της κωμωδίας (ή του ρομαντισμού).
ΥΓ: Πετυχημένος πάντως ο Γουόλτερ Ματάου στο ρόλο του Αϊνστάιν.

Σάββατο, Ιουνίου 11, 2016

"LA CULPA DEL CORDERO" Ή ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

Η πρώτη ταινία άπό την Ουρουγουάη που έχω δει είναι και η μοναδική του Gabriel Drak. Γυρίστηκε το 2012 και λέγεται "La Culpa del Cordero" (κάπως σαν "Το Λάθος του Αμνού"). Πρόκειται για μια "οικογενειακή" ταινία, όχι όμως ακριβώς όπως την φαντάζεστε.
Ένα ηλικιωμένο, καλοστεκούμενο ζευγάρι που ζει στο κτήμα του στην εξοχή, καλεί τα τέσσερα παιδια του (δύο αγόρια, δύο κορίτσια) για κυριακάτικο μπάρμπεκιου. Εκείνα καταφτάνουν μάλλον βαριεστημένα ("τι θέλουν πάλι να γιορτάσουν οι γονείς μας;"), η μεγάλη κόρη μάλιστα με την οικογένειά της, και η Κυριακή ξεκινά... Όσο όμως προχωρά η ώρα ο πατέρας, από την αρχή πικρόχολος και πίνοντας διαρκώς, γίνεται ο καταλύτης για την αποκάλυψη μιας σειράς απίστευτων μυστικών, που αφορούν όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της εύπορης οικογένειας.
Φυσικά η ταινία φέρνει στο νου φιλμ όπως η σκανδιναβική "Οικογενειακή Γιορτή", μόνο που εδώ η ατμόσφαιρα είναι κάπως πιο ελαφριά και υπάρχουν και αρκετά στοιχεία χιούμορ. Βοηθά άλλωστε και το ηλιόλουστο και ειδυλλιακό περιβάλλον της υπαίθρου, η όλη καλοκαιρινή διάθεση. Ωστόσο τα σκοτεινά μυστικά παραμένουν και μπορούν να σκιάσουν κάθε φωτεινή εικόνα. Μετά την Κυριακή αυτή, βλέπετε, τίποτα δεν θα είναι ίδιο για τη ζωή όλων ανεξαιρέτως των μελών της οικογένειας.
Η αστραφτερή, μεσοαστική επιφάνεια δεν είναι παρά ακριβώς αυτό: Μια επιφάνεια και μόνο. Αν ανασηκωθεί, η εικόνα είναι πολύ άσχημη και βρώμικη και κάθε καθωσπρεπισμός και ηθική καταρρέουν. Αυτή ακριβώς η αποκάλυψη είναι άλλωστε ο στόχος της ταινίας. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, όλο αυτό φαίνεται κάπως φτιαχτό, κάπως "επί τούτου". Όλοι, μα όλοι, κάτι κρύβουν από το παρόν ή από το (μακρινό μερικές φορές) παρελθόν τους ή έστω κάτι δεν πάει καλά με τον χαρακτήρα τους. Οι αποκαλύψεις πέφτουν βροχή, η μία μετά την άλλη. Σα να σκέφτεται ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος "τι άλλο να βάλω για να γίνει όλο και πιο τραβηγμένη η κατάσταση;". Εντάξει, αυτό έχει κάτι και διατηρεί το σασπένς για το τι θα βγει στη φόρα μετά, αλλά νομίζω ότι απομακρύνει το φιλμ από κάθε ρεαλισμό (ας μη ξεχνάμε ότι πρόκειται για ρεαλιστική ταινία) και το μετατρέπει σε ένα μάλλον μηχανικό παιχνίδι αποκαλύψεων.
Πάντως η ταινία έχει το ενδιαφέρον της και παρά την εντελώς κοινή, καθημερινή ατμόσφαιρα που διαθέτει (και η φωτογραφία είναι κάπως ξεπλυμένη, συνηθισμένη) καταφέρνει να κρατά τον θεατή. Δίχως ωστόσο να έχει κάτι το ιδιαίτερο, τουλάχιστον για μένα. 

Πέμπτη, Ιουνίου 09, 2016

Ο "ΒΡΩΜΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ" ΤΟΥ "BULLIT"

Βρισκόμαστε στο 1968. Τότε ο Peter Yates (1929-2011) γυρίζει ένα από τα γνωστότερα αστυνομικά φιλμ μέχρι σήμερα, το "Bullit" με τον Στιβ Μακ Κουίν να κυριαρχεί στην οθόνη με το χαρακτηριστικά cool στιλ του.
Ο Μπούλιτ είναι αστυνομικός. Ένας φιλόδοξος γερουσιαστής του αναθέτει να προφυλάξει για 48 ώρες έναν μάρτυρα, με την κατάθεση του οποίου θα ξεσκεπαστεί μια μεγάλη εγκληματική οργάνωση. Ωστόσο, και παρά τις προφυλάξεις, ο μάρτυς πυροβολείται στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου κρατείται. Ο Μπούλιτ, κόντρα στον γερουσιαστή πλέον, αλλά και σε ορισμένα υψηλά στελέχη της αστυνομίας, ξεκινά έναν προσωπικό αγώνα να βρει τους δολοφόνους.
Βλέποντας το φιλμ παρατηρεί κανείς πώς "χτίζονταν" παλιότερα οι αστυνομικές περιπέτειες. Η πλοκή δεν στηρίζεται στη διαρκή δράση και τα κυνηγητά, αλλά στο πυκνό, πολύπλοκο σενάριο. Όχι ότι δεν υπάρχουν σκηνές δράσης. Ίσα - ίσα που υπάρχει μια κλασική μέχρι σήμερα (και μεγάλη σε διάρκεια) σκηνή αυτοκινητοκυνηγητού, στην οποία στηρίχτηκαν πολλές μεταγενέστερες. Και αυτή όμως είναι πολύ πιο ρεαλιστική από αντίστοιχες σύγχρονες. Τα αυτοκίνητα ούτε πετάνε πάνω από άλλα αυτοκίνητα ή γέφυρες ή δεν ξέρω τι άλλο ούτε περνάνε μέσα από σπίτια ή ό ,τι άλλο απίθανο. Απλώς κυνηγά το ένα το άλλο, όπως θα γινόταν στην πραγματικότητα. Γενικότερα η αίσθηση "βρώμικου" ρεαλισμού κυριαρχεί στο φιλμ. Η καθόλου "όμορφη" φωτογραφία, το "αφημένο" αστικό σκηνικό, οι εσωτερικοί χώροι, όλα παραπέμπουν σε μια τετριμμένη καθημερινότητα (προσέξτε πόσο "άσχημο" και κοινότοπο φαίνεται το Σαν Φρανσίσκο, αντικειμενικά μια από τις πιο όμορφες πόλεις των ΗΠΑ. Κανείς εδώ δεν επιχειρεί κάθε λογής ωραιοποίηση ή "τουριστική" ματιά). Όλα αυτά αποπνέουν μια σαφώς παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, γοητευτική όμως ταυτόχρονα στην απλότητά και τον ρεαλισμό της.
Το σενάριο, θα ομολογήσω, είναι αρκετά πολύπλοκο και, μετά το τέλος, μου έμειναν κάποια κενά, τα οποία έλυσα μς ιντερνετική βοήθεια. Από την άλλη, έστω και πλαγίως, το φιλμ θίγει τόσο το πολιτικό κατεστημένο, με τον γερουσιαστή που ενδιαφέρεται μόνο για τη φήμη του και τις ψήφους και όχι για την αλήθεια, αλλά και για την προσωπική ζωή του ήρωα και τα προβλήματα που δημιουργεί η βίαιη δουλειά του στη σχέση του (με μια πανέμορφη Ζακλίν Μπισέ). Παρά το λιγομίλητο του ίδιου και της ταινίας γενικότερα, το στοιχείο αυτό περνά άνετα. Και υπάρχει και η χαρακτηριστική μουσική του Lalo Schifrin...
Ίσως σύγχρονοι θεατές να βαρεθούν. Ωστόσο το Bullit παραμένει τυπικό "παλαιάς κοπής" αστυνομικό φιλμ και θα σας το συνιστούσα.

Τρίτη, Ιουνίου 07, 2016

ΣΤΟ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΗΣ "ΜΟΔΙΣΤΡΑΣ"

"Η Μοδίστρα" (The Dressmaker) είναι μια αυστραλέζικη ταινία του 2015 που γυρίστηκε από την Jocelyn Moorhouse, βασίζεται σε αυστραλέζικο μπεστ σέλλερ και έχει σαν απόλυτη πρωταγωνίστρια την Κέιτ Γουίνσλετ.
 Στις αρχές της δεκαετίας του 50 μια προικισμένη μοδίστρα, που ήδη έχει κάνει καριέρα στο Παρίσι, επιστρέφει στο άθλιο, χαμένο στο πουθενά χωριό της στην Αυστραλία, απ' όπου είχε εκδιωχτεί όταν ήταν περίπου 10 χρονών, κατηγορούμενη για τον φόνο ενός αγοριού. Η ίδια δεν θυμάται τίποτα και προσπαθεί σιγά - σιγά να ενώσει τα κομάτια του παζλ του παρελθόντος της για να καταλάβει τι ακριβώς έχει συμβεί. Στο παλιό της σπίτι θα συναντήσει ξανά τη μισότρελη μητέρα της και η σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια. Στο μεταξύ, με την υψηλή της τέχνη, θα μεταμορφώσει κυριολεκτικά όλες τις γυναίκες του χωριού, πλην όμως το κοινωνικό περιβάλλον θα παραμείνει υποκριτικό, μνησίκακο, στριφνό και υπερσυντηρητικό. Τα αποτελέσματα θα είναι (κωμικο)τραγικά.
Πάνω απ' όλα πρόκειται για μια κατάμαυρη κωμωδία. Το χιούμορ λοιπόν είναι μαύρο, ταυτόχρονα όμως υπάρχουν και έντονα δραματικά στοιχεία. Το κωμικό εναλλάσσεται με το τραγικό, ο ρομαντισμός με τη σκληρότητα. Αυτό ωστόσο που κυριαρχεί απόλυτα είναι το σκηνοθετικό στυλιζάρισμα. Η εντυπωσιακή φωτογραφία, το ίδιο το εξαθλιωμένο πάμφτωχο χωριό που θυμίζει αντίστοιχα χωριά από γουέστερν, τα εκκεντρικά κοστούμια, που έρχονται σε τέλεια αντίθεση με το περιβάλλον, οι σαν καρικατούρες κάτοικοι του χωριού, ακόμα και οι πόζες της πρωταγωνίστριας, όλα συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ιδιάιτερης ατμόσφαιρας συνειδητά μη ρεαλιστικής, που μερικές φορές αγγίζει ακομα και τα όρια του γκροτέσκο.
Όσο για τον στόχο; Νομίζω ότι κυρίως προσπαθεί να καυτηριάσει την υποκρισία μιας συντηρητικής μικροκοινωνίας (κάθε μικροκοινωνίας σχεδόν), την άρνησή της για κάθε τι νέο και φρέσκο, αλλά ακόμα και την σκληρά ταξική δομή τέτοιων κοινωνιών (η πρωταγωνίστρια ως μικρό κορίτσι είναι ουσιαστικά "του κλώτσου και του μπάτσου" επειδή είναι αγνώστου πατρός και η οικογένειά της δεν ανήκει στη (μικρο)ελίτ της συγκεκριμένης (μικρο)κοινωνίας). Ίσως, αφού τίποτα δεν μπορεί να θεραπεύσει την υφέρπουσα κακία,  μια τέτοια κοινωνία το μόνο που χρειάζεται είναι μια πλήρης καταστροφή... Τελικά η "μοδίστρα" ίσως να μην είναι τίποτα άλλο από έναν εξολοθρευτή άγγελο.
Παρά το περίεργο σενάριο και τις απότομες στροφές του από το κωμικό στο δραματικό (σα να μη μπορεί να αποφασίσει τι ακριβώς είναι), η ταινία τελικά μου άρεσε και (παρά τη σκοτεινιά της) με διασκέδασε. Αυτό άλλωστε δεν κάνει το μαύρο χιούμορ; Ίσως να ξενίσει αρκετούς (και οι κριτικές άλλωστε υπήρξαν μέτριες), προσωπικά πάντως το ευχαριστήθηκα.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά οι σκηνές με τις γυναίκες με τα σούπερ ντούπερ υψηλότατης ραπτικής φορέματα να περιφέρονται σα να μη συμβαίνει τίποτα στο πνισμένο στη σκόνη, εξαθλιωμένο χωριουδάκι.

Κυριακή, Ιουνίου 05, 2016

ΠΡΟΣΕΞΕ ΤΙ ΕΥΧΕΣΑΙ ΣΤΟ "ABSOLUTELY ANYTHING"

Είναι θαυμάσιο να συναντάς ξανά, μετά πολλά χρόνια, έναν παλιό καλο φίλο. Έτσι ένοιωσα όταν είδα την ταινάι του Terry Jones "Absolutely Anything" του 2015.  Ποιος είναι ο Terry Jones; Μα ένας από τους θρυλικούς Monty Python, και μάλιστα αυτός που σκηνοθέτησε ή συνσκηνοθέτησε με τον Terry Gilliam τις 3 κλασικές τους ταινίες ("Holy Grail", "Life of Brian" μόνος του και "Meaning of Life"). Τα πράματα γίνονται ακόμα καλύτερα όταν στο φιλμ πρωταγωνιστεί ο Σάιμον Πεγκ, από τους καλύτερους σύγχρονους κωμικούς και μάλιστα μαζί με την Κέιτ  Μπέκινσέιλ.
Παρωδία επιστημονικής φαντασίας στην οποία ο ήρωας είναι ένας μοναχικός δάσκαλος,  επίδοξος συγγραφέας, στον οποίο, συμπτωματικά δίνεται απεριόριστη δύναμη να πραγματοποιεί κυριολεκτικά κάθε, μα κάθε ευχή του για δέκα μέρες. Από ποιούς; Από εξωγήινους, των οποίων το πελώριο σκάφος περιφέρεται κάπου στο ηλιακό σύστημα, και οι οποίοι κάνουν το τεστ αυτό για να ελέγξουν αν οι άνθρωποι είναι ικανοί για κάτι καλό ώστε να μπουν στην ομοσπονδία των "ανώτερων όντων". Αλλιώς θα εξολοθρευτούν και ο πλανήτης θα καταστραφεί. Φυσικά ο ήρωάς μας μάλλον χάος προκαλεί με ό,τι εύχεται...
Βρήκα την ταινία απολαυστικότατη, σε ορισμένα σημεία μάλιστα ξεκαρδιστική. Αυτό που με συγκίνησε ήταν ότι συχνά αναγνώριζα ψήγματα από το πολύ ιδιαίτερο, σουρεαλιστικό και παλαβό χιούμορ των Monty Python. Αυτό και μόνο θα μπορούσε να με κάνει να αγαπήσω το φιλμ. Άλλωστε σύσσωμη η θρυλική ομάδα (εκτος φυσικά του νεκρού Graham Chapman) συμμετέχει κάνοντας τις φωνές των τερατωδών εξωγήινων. Όσο για τη φωνή του σκύλου (από τους πιο αστείους και ιδιαίτερους πρωταγωνιστές του φιλμ), την κάνει ο Ρόμπιν Ουίλιαμς στον τελευταίο του ρόλο (φωνητικό μόνο δυστυχώς).
Το φιλμ βέβαια είναι μια ακόμα, κωμική αυτή τη φορά, παραλλαγή του γνωστού μοτίβου "πρόσεχε τι εύχεσαι". Συγχρόνως παραμένει ιδιαίτερα δηκτικό για την ανθρωπότητα εν γένει, την έλλειψη αλληλεγγύης και τον πάνω-απ'-όλα-εγωκεντρισμό μας. Φυσικά η ανθρωπότητα δεν είναι και τοσο καλή τελικά, μάλλον το ξέρουμε αυτό...
Όχι, δεν φτάνει στο ύψος των παλιών, συλλογικών ταινιών της θρυλικής βρετανικής ομάδας, ωστόσο το βρήκα αρκούντως διασκεδαστικό και γέλασα με το καθαρά βρετανικό χιούμορ του (δεν τολμώ να σκεφτώ τι θα ήταν ένα καθαρά αμερικάνικο φιλμ με παρόμοιο στόρι). Και, αν και σε πολύ γενικές γραμμές συμφωνώ με την βαθμολογία του IMDB (στις παλιές ταινίες κυριως, είναι αλήθεια, και όχι στις σύγχρονες) αυτή τη φορά παραξενεύτηκα με την αρκετά χαμηλή βαθμολογία του κοινού. Ίσως ακριβώς να μην αντιλήφτηκαν το ιδαιίτερο βρετανικό χιούμορ που λέγαμε (ιδίως αν η πλειοψηφία όσων ψηφιζουν είναι αμερικανοί). Ποιος ξέρει... Για μένα πάντως αποτελεί μια καλή και σε αρκετά σημεία της έξυπνη κωμωδία, είδος σαφώς σε παρακμή τα τελευταία χρόνια.

Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2016

ΔΡΑΠΕΤΕΥΟΝΤΑΣ (ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ) ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ


Το έχουμε, νομίζω, ξαναπεί: Ο John Carpenter είναι ένας από τους πλέον παρακμασμένους σκηνοθέτες της ιστορίας του σινεμά. Μετά τη λαμπρή καριέρα των 70ς και 80ς οι ταινίες του (με ελάχιστες εξαιρέσεις) δεν βλέπονται. Από την κατάρα αυτή δεν θα μπορούσε να γλυτώσει η έμπνευση που είχε το 1996 να γυρίσει ένα σίκουελ της κλασικής και απολαυστικής "Απόδρασης από τη Νέα Υόρκη" με τίτλο (τι πρωτότυπο) "Απόδραση από το Λος Άντζελες".
Φυσικά ο ήρωας του πρώτου φιλμ, ο "Σνέικ" Πλίσεν επανέρχεται. Δριμύτερος; Δεν ξέρω. Δριμύτερος αν μ' αυτό εννοείτε πιο απέθαντος από ποτέ, σχεδόν άφθαρτος στην ουσία, με πιο πολύ ξύλο και πιστολίδια και ικανότητες στα πάντα (από σερφ έως... μπάσκετ). Και, φυσικά, η ιστορία είναι μια παραλλαγή της πρώτης. Το Λος Άντζελες έχει χωριστεί από τη ξηρά από μεγάλο σεισμό και, βεβαίως, αποτελεί φυλακή όχι μόνο εγκληματιών, αλλά και κάθε διαφωνούντα σε μια φασιστική Αμερική με ισόβιο θρησκόληπτο πρόεδρο, όπου απαγορεύονται σχεδόν τα πάντα. Εκεί καταφεύγει η εξκεγερμένη κόρη του προέδρου, κλέβοντας και ένα πολύτιμο κουτί υψηλής τεχνολογίας, το οποίο, αν στοχεύσει σε δορυφόρους, μπορεί να τερματίσει τον ανθρώπινο πολιτισμό. Κυρίαρχος στο "νέο" L.A. είναι ένας επαναστάτης με εμφάνιση... Τσε Γκεβάρα, ο οποίος, σε συνεργασία με χώρες του Τρίτου Κόσμου, ετοιμάζεται να επιτεθεί στην περιοχή. Φυσικά για μια ακόμα φορά ο ήρωάς μας αναγκάζεται να βγάλει το φίδι από την τρύπα.
Η ταινία ίσως σκόπευε να γίνει καλτ. Η γνώμη μου είναι ότι απλώς... δεν βλέπεται. Η δράση είναι απόλυτα προσχηματική, οι περισσότερες ιδέες ξαναχρησιμοποιημένες, ο "Σνέικ" ό,τι και να του κάνουν, σε όσες δοκιμασίες κι αν υποβληθεί, δεν παθαίνει τίποτα... κι όλα αυτά σε βαθμό κακουργήματος. Η διαρκής δράση δεν ήταν ικανή να μειώσει τη βαρεμάρα μου. Πολιτικά ο Κάρπεντερ είναι μεν χαρακτηριστικά φιλελεύθερος, με την καλή έννοια του όρου, στηλιτεύοντας άγρια τον καλπάζοντα αμερικάνικο νεοσυντηρητισμό και προβλέποντας την καταστροφική διακυβέρνηση Μπους, από την άλλη όμως ο επαναστάτης και, όπως είπαμε, ίδιος με τον Τσε, είναι εξαιρετικά κακός και μοχθηρός, εγκαθιδρύοντας μια κυριολεκτικά αυτοκρατορία τρόμου. Τι να πει κανείς...
Κρίμα στην πληθώρα εξαίρετων και καλτ ηθοποιών (είπαμε, αυτός μάλλον ήταν ο στόχος). Σημειώστε λοιπόν: Εκτός του αναπόφευκτου Κερτ Ράσελ εμφανίζονται οι Πίτερ Φόντα, Παμ Γκρίερ, Στιβ Μπουσέμι, Κλιφ Ρόμπερτσον, Βαλέρια Γκολίνο, Στέισι Κιτς, ακόμα και ο συστηματικός b-μουβάς Μπρους Κάμπελ. Κρίμα...

Πέμπτη, Ιουνίου 02, 2016

Η "ΣΤΑ ΟΡΙΑ" ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΓΧΡΩΜΩΝ ΤΩΝ ΓΚΕΤΟ ΣΤΟ "CLOCKERS"

Έχετε διαβάσει βιβλία του George Pelecanos; Ο συγγραφέας - παράλληλα με την αστυνομική πλοκή - περιγράφει συχνότατα τα γκέτο των μαύρων στις μεγαλουπόλεις και την εκεί σχεδόν εφιαλτική καθημερινότητα. Εφιαλτική όχι τόσο λόγω υλικά υποβαθμισμένων συνθηκών ζωής (όπως ας πούμε στα μαύρα γκέτο του Γιοχάνεσμπουργκ), αλλά λόγω της παραβατικότητας και εγκληματικότητας, οι οποίες αποτελούν την ενασχόληση σημαντικού μέρους του πληθυσμού και μάλιστα από πολύ μικρές ηλικίες. Από παιδιά για να είμαστε σαφείς. Το τρομερό είναι ότι αυτό θεωρείται από τα πιτσιρίκια ως πρότυπο ζωής, στόχος, και ο θαυμασμός για τους "μεγάλους" του χώρου είναι απεριόριστος. Φυσικά το μεγαλύτερο μέρος της παραβατικότητας αυτής σχετίζεται με τα ναρκωτικά.
Στον κόσμο αυτόν μας μεταφέρει το φιλμ του Spike Lee "Clockers", που ο μαύρος σκηνοθέτης γύρισε το 1995. Ο ήρωας, ένας νεαρός μαύρος, είναι ντίλερ, όπως και ολόκληρη η παρέα του, και δουλεύει για ένα "μεγαλύτερο κεφάλι", σημαντικό στη γειτονιά. Όλα, βλέπετε, παίζουν σε επίπεδο γειτονιάς και όλοι σχεδόν ξημεροβραδιάζονται στους δρόμους και τα πάρκα. Τα πράγματα θα γίνουν σοβαρά όταν ο ήρωας θα εμπλακεί σε μια δολοφονία και η αστυνομία θα αρχίσει να τον πιέζει έντονα. Και θα γίνουν ακόμα πιο ασφυκτικά όταν το "αφεντικό", αλλά και η παρέα, θα τον θεωρήσουν "καρφί".
Το φιλμ διαθέτει σαφή πλοκή και εξέλιξη, θα μπορούσε όμως κανείς και να το δει σαν ένα είδος ντοκιμαντέρ πάνω στο συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Αυτό που προκύπτει ανάγλυφα είναι το ότι η παραβατικότητα είναι σχεδόν μονόδρομος. Δεν την επιλέγεις ακριβώς, βρίσκεται και αναπτύσεται σχεδόν φανερά δίπλα σου από τη στιγμή που αρχίζεις να καταλαβαίνεις τον κόσμο, οι περισσότεροι γύρω σου εμπλέκονται και, τι πιο φυσικό, από παιδί προετοιμάζεσαι για μια καριέρα στο χώρο αυτόν. Φυσικά  και υπάρχουν άνθρωποι που καταφέρνουν να μην εμπλακούν, οι οποίοι αγωνιούν γι' αυτό που συμβαίνει γύρω τους, αλλά η αντίθετη πορεία είναι κάτι πανεύκολο να ακολουθηθεί, έρχεται "φυσικά", σχεδόν όχι από συνειδητή επιλογή. Η αστυνομία δεν μπορεί ή δεν ενδιαφέρεται να παρέμβει. Αυτό δεν έχει ωστόσο και τόση σημασία. Το "κακό" είναι τόσο βαθιά ριζωμένο, που θα εξέλειπε μόνο μετά από ριζική κοινωνική αναβάθμιση και όχι με κάποιες συλλήψεις και καταδίκες.
Το φιλμ καταγράφει με σαφήνεια όλη αυτή την κατάσταση και επιμένει σε ένα ανατριχιστικό γεγονός: Το προσδόκιμο ζωής εκεί είναι πολύ χαμηλότερο από το συνηθισμένο. Πάρα πολλοί μαύροι δολοφονούνται σε νεαρή ηλικία εξ αιτίας κάθε λογής παρενεργειών του "επαγγέλματος". Αν προσέξετε μάλιστα θα δείτε ότι πολλοί διαθέτουν μαμά ή αδέλφια, όχι όμως και πατέρα. Οι άντρες είναι ήδη είτε νεκροί είτε στη φυλακή.
Βρήκα το όλο εγχείρημα ενδιαφέρον, με το δυνατό ντοκιμαντερίστικο στοιχείο, αλλά και τη στέρεα δομή της αφήγησης. Αν σας ενδιαφέρει η σκοτεινή πλευρά της Αμερικής που περιέγραψα δείτε το. Το όλο πράγμα μου θύμησε κάπως "μαύρο" Σκορσέζε. Πολύ περισσότερο μια που οι δύο λευκοί μπάτσοι που τριγυρίζουν στη γειτονιά δεν είναι άλλοι από τον Χάρβεϊ Καϊτέλ και τον Τζον Τουρτούρο...

eXTReMe Tracker