Πέμπτη, Δεκεμβρίου 31, 2015

STAR WARS ΞΑΝΑ: Η ΔΥΝΑΜΗ (ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΜΕΙΑ) ΞΥΠΝΑΝΕ

Φυσικά και θα γινόταν. Η μυθολογία των Star Wars, μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες της ποπ κουλτούρας από τη δεκαετία του 70 μέχρι σήμερα, έχει ακόμα πολύ ψωμί και εκατομμύρια φανς παγκοσμίως. Μετά τη μέτρια δεύτερη πρίκουελ τριλογία λοιπόν, που σκηνοθέτησε με αδιάφορο τρόπο ο ίδιος ο Λούκας μεταξύ 1999 - 2005, η ιστορία ξεκινά και πάλι από εκεί που είχε μείνει στο τέλος της πρώτης κλασικής τριλογίας - 30τόσα χρόνια μετά για την ακρίβεια. Αυτή τη φορά σκηνοθέτης είναι ο ικανότατος σε περιπέτειες J.J. Abrams και έτσι το 2015 "προσγειώνεται" το "Star Wars: Η Δύναμη Ξυπνάει" και κυριολεκτικά σπάει ταμεία και ρεκόρ εμπορικότητας.
Η Αυτοκρατορία έχει αντικατασταθεί από το αντίστοιχο, παντοδύναμο (και φασιστικό. Η σκηνή όπου ο στρατηγός μιλά στα πλήθη παραπέμπει κατευθείαν σε ναζιστικές συγκεντρώσεις) Πρώτο Τάγμα. Υπάρχει η Δημοκρατία, υπάρχουν επαναστάτες που αντιστέκονται με όσα μέσα διαθέτουν, αλλά ο τελευταίος Τζεντάι, ο Λουκ Σκάιγουόκερ, έχει εξαφανιστεί (έχει κάπου αποσυρθεί). Το φιλμ κινείται γύρω από τις προσπάθειες καλών και κακών να τον εντοπίσουν, ενώ η νέα ηρωίδα είναι μια ρακοσυλλέκτρια από έναν ξεχασμένο πλανήτη - έρημο, η οποία σιγά-σιγά θα ανακαλύψει ότι μέσα της υπάρχει η, ανεξέλεγκτη ακόμα, Δύναμη.
Φυσικά η περιπέτεια, η δράση, το σασπένς, τα εφέ, οι μάχες με διαστημόπλοια, είναι απόλυτα εγγυημένα και κάτι παραπάνω από χορταστικά. Και το ρομάντσο επίσης, και οι συγκινητικές σκηνές. Ο Abrams σοφά (όπως αποδεικνύουν τα ταμεία) επιλέγει όχι μόνο να μην πρωτοτυπήσει σεναριακά, αλλά και να επαναφέρει με απόλυτα νοσταλγικό τρόπο τους γερασμένους πλέον ήρωες της πρώτης κλασικής τριλογίας. Λέα, Χανς Σόλο, Λουκ, Τσουμπάκα, ρομπότ, σκάφη, είναι και πάλι εδώ (και ο Χάρισον Φορντ και η Κάρι Φίσερ βεβαίως). Προφανως ο συνδυασμός νοσταλγίας και φρέσκων προσώπων (η κοπέλα και ο έγχρωμος αποστάτης των Στορμτρούπερ) λειτούργησε άψογα.
Δεν υπήρξα ποτέ φανατικός των Star Wars και δεν θα δώσω 4 αστεράκια όπως έκαναν πολλοί κριτικοί. Ωστοσο διασκέδασα και δεν βαρέθηκα καθόλου και σίγουρα θεωρώ την επανεκκίνηση αυτή καλύτερη από τη δεύτερη τριλογία που προαναφέραμε. Μέχρις εκεί. Και με δεδομένο βέβαια ότι αποδεχόμεστε μια σειρά σεναριακών ευκολιών (από δραπετεύσεις έως οι "καλοί πάντα ευστοχούν ενώ οι κακοί όχι"). Εντάξει όμως. Από πάντοτε η αφέλεια ήταν χαριτωμένη και "μέσα στο παιχνίδι" των Star Wars. Γι' αυτό άλλωστε και το πρώτο φιλμ του 77 είχε θεωρηθεί ότι επαναφέρει στο σινεμά μια ξεχασμένη τότε παιδικότητα και ευπρόσδεκτη, απολαυστική αφέλεια.
Και μια τελευταία παρατήρηση: Η ταινία σεναριακά είναι σχεδόν όμοια με τον πρώτο κλασικό "Πόλεμο των Άστρων" του 1977: Μια εφιαλτική "Αυτοκρατορία", αντάρτες που αντιστέκονται, επίθεση στο κολοσιαίο διαστημόπλοιο - αρχηγείο των κακών,  συγγένειες που αποκαλύπτονται σιγά - σιγά (ποιος είναι γιος ποιου κ.ο.κ.), μασκοφόρος και μαυροφορεμένος αρχι-κακός στη θέση του Νταρθ, ηρωίδα που βαθμιαία ανακαλύπτει τη Δύναμη μέσα της, μονομαχία με φωτόσπαθα... όλη η δομή του φιλμ είναι καρμπόν της πρώτης ταινίας και βέβαια αυτό γίνεται συνειδητά. Να λοιπόν που η επανάληψη αποδείχτηκε ασφαλέστερη και καλύτερη (και σαν ταινία και εισπρακτικά) από τα πρίκουελ ή τα τυχόν εντελώς διαφορετικά σίκουελ. Η νοσταλγία είναι προφανώς ακατανίκητη.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 27, 2015

ΕΝΑΣ ΣΤΙΛΙΖΑΡΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ (ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ) ΧΑΒΑΛΕΤΖΙΔΙΚΟΣ "ΔΙΑΙΤΗΤΗΣ"

"Ο Διαιτητής" (L' Arbitro) του 2013 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ιταλού Paolo Zucca. Πρόκειται για μια απρόβλεπτη... ποδοσφαιρική κωμωδία, η οποία από την αρχή δείχνει τις σουρεαλιστικές, σινεφίλ και στιλιζαρισμένες τάσεις της.
Απο τη μία έχουμε δύο μικρά και φτωχά χωριά στη Σαρδηνία, τα οποία "δένει" άσπονδο μίσος. Το μίσος αυτό βρίσκει έκφραση κυρίως στις ομάδες τους, που παίζουν στην τρίτη κατηγορία της Σαρδηνίας. Όταν επιστρέφει από την Αργεντινή ένας νεαρός ντόπιος, κάνει τη διαφορά και καταφέρνει να απογειώσει την ουραγό μέχρι τότε ομάδα του χωριού του. Από την άλλη υπάρχει ένας σούπερ ντούπερ διαιτητής - σταρ, ο οποίος ωστόσο δεν διστάζει να ζητήσει τη βοήθεια ποδοσφαιρικού μεγαλοπαράγοντα για να πραγματοποιήσει την υπέρτατη φιλοδοξία του: Να σφυρίξει σε τελικό κυπέλου Ευρώπης. Κάποια στιγμή, με κάποιον τρόπο, οι δρόμοι των δύο παράλληλων αυτών ιστοριών θα συναντηθούν με απρόβλεπτα αποτελέσματα.
Αυτό που εκπλήσει από την αρχή είναι το στιλ της ταινίας. Με πολύ εντυπωσιακή ασπρόμαυρη φωτογραφία, ο σκηνοθέτης δεν διστάζει να αλλάζει διαρκώς ύφος, να κάνει κινηματογραφοφιλικές αναφορές, να περνά από τη λαϊκή κωμωδία στο... μιούζικαλ ή στο βιντεοκλίπ και, πάνω απ' όλα, να παίζει με τον σουρεαλισμό και το παράλογο, αποφεύγοντας κάθε προσπάθεια ρεαλισμού ή αληθοφάνειας.
Το αποτέλεσμα αρχικά με εντυπωσίασε και σίγουρα περιμένω το επόμενο βήμα του δημιουργού. Υπάρχει βεβαίως και η προφανής σάτιρα του όλου ποδοσφαιρικού συστήματος, των στημένων αποτελεσμάτων και εν γένει της βρώμας που αποπνέει το δημοφιλές άθλημα, από τα υψηλότερα ως τα χαμηλότερα κλιμάκιά του. Καθώς και μια προσπάθεια στηλίτευσης ταξικών διαφορών, που εδώ εκφράζονται μέσα από το ποδόσφαιρο. Ωστόσο έχω αρκετές ενστάσεις: Νομίζω ότι η ταινία πολύ συχνά ξεπέφτει στον κοινό "χαβαλέ" και απλώς προσπαθεί να κάνει πλάκα. Επίσης, ενώ άλλα μας έδειχνε στο μεγαλύτερο μέρος, στο τελευταίο τέταρτο αφήνεται πολύ απότομα, θα έλεγα, στο απόλυτο παράλογο και στην κατάργηση κάθε αληθοφανούς εξήγησης ή αλήθειας. Τόσο, που θα έλεγα ότι με ξένισε. Όχι το παράλογο καθ' εαυτό, αλλά η τόσο απότομη συσσώρευσή του (γιατί το στοιχείο αυτό ενυπάρχει σε πολύ μικρότερο βαθμό από την αρχή). Έτσι τελικά θεωρώ ότι το φιλμ "ξέφυγε" από τον δημιουργό του και έγινε υπρβολικό, παρά τις αρκετές καλές έως ξεκαρδιστικές στιγμές του. Κρίμα. Ωστόσο, το ξαναλέω, πρόκειται για ενδιαφέρουσα πρώτη εμφάνιση. Είδομεν.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 26, 2015

ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΗ, ΣΤΙΛΑΤΗ ΚΑΙ ΟΛΙΓΟΝ ΤΟΛΜΗΡΗ "CAROL"

Πολύ λίγο παραγωγικός, πλην όμως σημαντικός αμερικανός δημιουργός,  ο Todd Haynes επανέρχεται το 2015 με το δράμα "Carol", βασισμένο στο δεύτερο μυθιστόρημα (πριν γίνει γνωστή από τα αστυνομικά) της Πατρίτσια Χάισμιθ. Και φτιάχνει μια κομψή, χαμηλότονη ταινία εποχής, στα χνάρια του δικού του "Far from Heaven" του 2002.
Η ταινία αφηγείται την ερωτική σχέση δύο γυναικών στη δεκαετία τυ 50: Μιας νεαρής, φτωχής πωλήτριας σε πολυκατάστημα και μιας πλούσιας, όμορφης και μεγαλύτερής της γυναίκας, μητέρας ενός κοριτσιού, η οποία ωστόσο είναι εγκλωβισμένη σε έναν συμβατικό, μη επιθυμητό γάμο με έναν εξ ίσου μεγαλοαστό σύζυγο. Οι δύο γυναίκες νοιώθουν από την πρώτη στιγμή έλξη η μία για την άλλη, μια στενή φιλική σχέση ξεκινά, ώσπου η πλούσια, σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από την ασφυκτική της καθημερινότητα, προσκαλεί την άλλη σε ένα ταξίδι με αυτοκίνητο. Εκεί, κάποια στιγμή, θα βρεθούν η μία στην αγκαλιά της άλλης. Και μετά θα αρχίσει το δράμα, καθώς ο σύζυγος, μη μπορώντας να αποδεχτεί την "αφύσικη" σχέση, θα απειλήσει να πάρει μακριά από τη σύζυγο το παιδί της.
Το φιλμ αποφεύγει τις κραυγαλέα δραματικές σκηνές και τις εξάρσεις. Όυτε και τολμηρές ερωτικές σκηνές υπάρχουν. Παραμένει χαμηλότονο, ήσυχο, έχοντας σαν κύριο στόχο να αποτυπώσει τόσο τον έρωτα των γυναικών, όσο και να καταγγείλει τις απαγορεύσεις, τα ταμπού και, τελικά, την ασφυκτική ηθική της εποχής - μέρος των οποίων εξακολουθεί βεβαίως να υπάρχει και σήμερα, σε πολύ μικρότερο βαθμό ωστόσο. Και μάλιστα μιας εποχής της οποίας η επιφάνεια ήταν πραγματικά απαστράπτουσα και το αμερικάνικο όνειρο βρισκόταν στα ύψη και με πολύ λίγες αμφισβητήσεις. Ωστόσο κάτω από την στιλπνή επιφάνεια τα πάθη και οι εξαιρέσεις από τον κανόνα υπήρχαν πάντοτε. Με εικόνες υψηλής αισθητικής, με υπέροχα χρώματα, με λεπτομερέστατη αναπαράσταση των 50ς, με εξαιρετικά σκηνικά και κοστούμια και, κυρίως, με θαυμάσιες ηθοποιίες από την Κέιτ Μπλάνσετ και τη Ρούνι Μάρα, μοιάζει να βρίσκεται πολύ κοντά στο "Far from Heaven" που προαναφέραμε, το οποίο ασχολιόταν με μια ανδρική gay ιστορία της ίδιας εποχής.
Όσο για την αναπόφευκτη - έστω και συνειρμικά - σύγκριση με το "Brokeback Mountain", νομίζω ότι η "Carol" παραμένει πιο χαμηλότονη, αποφεύγοντας το έντονο άγχος της παλιότερης ταινίας περί μη αποκάλυψης του μυστικού, άγχος που μεταδιδόταν και στον θεατή. Έτσι λοιπόν καλείσθε, πέραν της προφανούς καταγγελίας, κυρίως να απολαύσετε μια ατμοσφαιρική και αισθητικά εξαιρετικά στιλάτη ταινία.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 23, 2015

"Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΤΟΥ ΒΟΡΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΕΜΜΟΝΕΣ

Το 1973 ο Robert Aldrich (1918-1983) γυρίζει μια ταινία που μέχρι πρότινος αγνοούσα: Το "Emperor of the North" (Ο Αυτοκράτωρ του Βορρά), μια πολύ ενδιαφέρουσα σπουδή πάνω στις ανθρώπινες εμμονές και τις ανταγωνιστικές συνθήκες μέσα σε έναν κλειστό μικρόκοσμο: Αυτόν των τρένων και των οδηγών τους και των περιπλανόμενων άστεγων (των λεγόμενων hobos).
Βρισκόμαστε στη Αμερική της μεγάλης κρίσης, στα 1933 συγκεκριμένα. Πλήθος άστεγων περιπλανιέται από μέρος σε μέρος ψάχνοντας για ένα μεροκάματο κι ένα κομμάτι ψωμί. Αγαπημένος τρόπος μετακίνησης είναι τα τρένα, ατμοκίνητα και πολύ αργά την εποχή εκείνη. Λεφτά για εισιτήριο; Ούτε λόγος βέβαια. Έτσι οι hobos επιβιβάζονται σ' αυτά λαθραία, κρυμμένοι σε αποθήκες, ανάμεσα σε εμπορεύματα ή πιασμένοι κάτω απ' αυτά. Στα περισσότερα. Όχι όμως και στο περιβόητο "τρένο 19", του οποίου ελεγκτής είναι ο θηριώδης και σαδιστής "Shack", ο οποίος δεν διστάζει ακόμα και να σκοτώσει λαθρεπιβάτες. Από την άλλη ο πιο γνωστός, κάτι σαν "άρχοντας" των hobos, είναι ο επιλεγόμενος Number 1, ο οποίος έχει βάλει σκοπό της ζωής του να ταξιδέψει λαθραία στο διαβόητο τρένο δίχως να καταφέρει να τον πετάξει έξω ο Shack. Πολύ γρήγορα η ιστορία θα εξελιχτεί σε μια σχεδόν θανατηφόρα βεντέτα ανάμεσα στους δύο, ενώ στο παιχνίδι μπαίνει και ένας νεαρός, υπερφιλόδοξος hobo, που σκοπό έχει να πάρει την σεβάσμια θέση του Number 1 ανάμεσα στην παναμερικανική κοινότητα των αστέγων, επιτελώντας αυτός τον παραπάνω άθλο. Μόνο που εκείνος ξέρει να παίζει μόνο για πάρτη του...
Στη ραχοκοκαλιά του φιλμ βρίσκεται η βεντέτα - και η παρουσία - των δύο: Έρνεστ Μποργκνάιν και Λι Μάρβιν τα δίνουν όλα σε ένα θανατερό παιχνίδι επικράτησης και prestige. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι η ταινία δεν μιλά για την κρίση, δεν είναι κοινωνικοπολιτική, δεν ενδιαφέρεται για τα πώς και τα γιατί της εφιαλτικής κατάστασης της χώρας. Επικεντρώνεται σε ένα ατομικό παιχνίδι εξουσίας, που δεν διστάζει να φτάσει μέχρι τα άκρα. Από ένα σημείο και πέρα οι δύο βασικοί ήρωες δρουν παράλογα, αψηφούν κάθε κανόνα και κάθε ασφάλεια. Μοναδικός στόχος η επικράτηση του ενός πάνω στον άλλον, η διατήρηση του γοήτρου. Έτσι φτάνουμε σε μια μελέτη του εγωκεντρισμού, αλλά και των ανθρώπινων εμμονών, που μπορεί να οδηγήσουν στα πιο ακραία όρια.
Εξαιρετικοί οι δύο πρωταγωνιστές, καθώς και ο "τρίτος", ο Κιθ Καραντάιν, ενώ το σασπένς και οι όλο και πιο παράλογες (και συχνά βίαιες) καταστάσεις συνιστούν ένα πολύ ενδιαφέρον φιλμ πάνω στην ανθρώπινη εμμονή, την πάσει θυσία επιδίωξη του γοήτρου και την - σχεδόν - τρέλα. Και βέβαια πρόκειται για μια από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες με αληθινούς ήρωες τα ίδια τα τρένα, που μοιάζουν να διασχίζουν αργά ένα ερημικό φυσικό τοπίο και πάνω στα οποία είναι γυρισμένο το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 22, 2015

ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΞΑΙΣΙΑΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ "ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΕΝΙΟ ΚΟΥΜΠΙ"

Ο Patricio Guzman είναι ο μεγάλος χιλιανός ντοκιμαντερίστας που από τη δεκαετία του 70 καταγράφει με τρόπο συγκλονιστικό την ιστορία της πολύπαθης χώρας του. Η αριστουργηματική "Νοσταλγία του Φωτός" του 2010 ήταν ένα πανέμορφο, ποιητικό ντοκιμαντέρ με επίκεντρο την έρημο Ατακάμα της Χιλής, όπου υπάρχει ένα από τα ισχυρότερα τηλεσκόπια του πλανήτη και όπου συναντιούνται αστρονόμοι, αρχαιολόγοι και γυναίκες που ψάχνουν ακόμα τους νεκρούς τους από τη χούντα. Στα χνάρια του υπέροχου αυτού φιλμ βρίσκεται και το "Μαργαριταρένιο Κουμπί" (El Boton de Nacar) του 2015, αποτελώντας ένα είδος συνέχειάς του.
Αυτή τη φορά στο επίκεντρο βρίσκεται ο ωκεανός, το νερό εν γένει. Ο ωκεανός περιζώνει τη Χιλή. Αποτελεί ταυτόχρονα πηγή ζωής, αλλά και καταστροφής. Από εκεί, από υδάτινους δρόμους, ήρθαν τον 18ο αιώνα βρετανοί άποικοι που αφάνισαν τους αυτόχθονες. Και εκεί βρίσκονται τα πτώματα πολιτικών κρατουμένων της αιμοσταγούς χούντας, αφού τα πετούσαν σ' αυτόν για να τα ξεφορτωθούν δίχως να αφήσουν ίχνη. Επίκεντρο της ταινίας είναι αυτή τη φορά η Παταγωνία. Ο Guzman δένει με μαγικό τρόπο (και με off αφήγηση του ίδιου) το κοσμολογικό στοιχείο του νερού, τη συγκλονιστική ιστορία της εξάλειψης των ιθαγενών φυλών (μόλις 20 άτομα απομένουν σήμερα, που μιλάνε ακόμα την παλιά γλώσσα) και της ενσωμάτωσής τους στα δυτικά πρότυπα και την νωπή ακόμα τραυματική εμπειρία της φριχτής δικτατορίας.
Όλα αυτά δίνονται με μια σπάνια ποιητικότητα  και έμπνευση και με απίστευτης ομορφιάς εικόνες από την Παταγωνία, που πραγματικά κόβουν την ανάσα. Η κοσμολογία, η παλιότερη ιστορία (ο αποικισμός) και η πολιτική (μόνιμο ενδιαφέρον του σκηνοθέτη) δένουν με έναν ανεπανάληπτο τρόπο που μόνο σ' εκείνον έχω συναντήσει. Γενικά, όπως και η "Νοσταλγία...", καταλάβατε νομίζω ότι η ταινία με ενθουσίασε.
Αν έχετε κάποια προκατάληψη για το ντοκιμαντέρ, σας προτείνω τις δύο αυτές ταινίες για να αλλάξετε γνώμη. Θα διαπιστώσετε ότι το είδος αυτό μπορεί να είναι πανέμορφο, να σε καθηλώνει, να είναι πλημμυρισμένο από σπάνια ποιητικότητα και όχι απλώς από παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή φιλμ και συνεντεύξεις. Για μένα ο Guzman είναι ο σημαντικότερος εν ζωή ντοκιμαντερίστας. (Προσοχή: Η γνώμη αυτή μάλλον είναι αυθαίρετη γιατί δεν έχω βαθιές γνώσεις για το είδος. Ίσως να υπάρχουν κι άλλες τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις που αγνοώ). Πάντως συστήνω ανεπιφύλακτα την ταινία. Το τονίζω ξανά: Μην τρομάξετε επειδή πρόκειται για ντοκιμαντέρ.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 20, 2015

ΚΑΙ ΤΡΙΤΟΣ "ΜΠΑΤΣΟΣ ΤΟΥ ΜΠΕΒΕΡΛΙ ΧΙΛΣ"!

Ο John Landis υπήρξε ένας χαρακτηριστικός σκηνοθέτης του τέλους των 70ς και, κυρίως, των 80ς. Είχε κάνει μάλιστα ένα σερί από συμπαθέστατες ταινίες, ανάμεσα στις οποίες οι "Blues Brothers" και το "Τρελό Θηριοτροφείο". Και κάπου εκεί, γύρω στα 1987, ξαφνικά "το έχασε" και έπεσε σε απόλυτη παρακμή. Με σποραδικές εξαιρέσεις ασχολείται πλέον με την τηλεόραση και την παραγωγή ταινιών.
Ήδη σε παρακμή λοιπόν και μάλλον σε έλλειψη ιδεών, φτιάχνει το 1994 τον "Μπάτσο του Μπέβερλι Χιλς Νο 3", προσπαθώντας να αναβιώσει την επιτυχία και του Έντι Μέρφι, που κι αυτή είχε αρχίσει να παίρνει την κατιούσα. Και μόνο αυτό το Νο 3 δείχνει, νομίζω, την κατάσταση.
Αυτή τη φορά ο επίμονος, φασαριόζος και μάλλον ενοχλητικός μπάτσος ξαναπάει από το Ντιτρόιτ στο Μπέβερλι Χιλς και βρίσκεται στα ίχνη μιας αδίστακτης συμμορίας που κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα ενός μεγάλου λούνα παρκ - θεματικού παιδότοπου. Τέλειο καμουφλάζ αθωότητας για βρώμικες δουλειές... Αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι σοβαρότερα από τα προηγούμενα "επεισόδια", αφού ένα από τα πρώτα θύματα θα είναι ο ίδιος ο προϊστάμενος του ήρωά μας. Μπαίνει και το στοιχείο του έρωτα, κι έτσι όλα γίνονται πιο προσωπικά από ποτέ και, φυσικά, όλα γίνονται άνω - κάτω, πάντα με πρωτοβουλία του Άξελ, που αψηφά επιδεικτικά τις εντολές των ανωτέρων του. Αλήθεια, πριν θριαμβεύσει και δικαιωθεί στο τέλος, έχει κανείς αναρωτηθεί πόσο κακό έχει προκαλέσει αυτός ο μπάτσος με τις συνεχείς "πρωτοβουλίες" του;
Στην τρίτη αυτή συνέχεια το χιούμορ, παραδόξως, είναι μειωμένο και το βάρος πέφτει στη δράση και στην ίντριγκα. Αυτό για πολλούς είναι κακό, ωστόσο, επειδή προσωπικά αντιπαθώ την εντιμερφική πλάκα, για μένα ήταν μάλλον θετικό στοιχείο. Κατά τα άλλα πολλά μη πιστευτά συμβαίνουν, αρκετό ξύλο πέφτει, οι κακοί είναι πάντοτε πολύ κακοί και το τέλος, ό,τι και να συμβεί στο μεταξύ, απόλυτα προβλέψιμο. Ως εκ τούτου δείτε το φιλμ μόνο αν δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε και πλήτετε αφόρητα.
Θα ξαναπώ όμως ότι προσωπικά, αν και σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για κάτι στοιχειωδώς αξιόλογο, το βρήκα κάπως προτιμότερο από τη δεύτερη συνέχεια του Tony Scott. Καθαρά προσωπική γνώμη βεβαίως. Μη σας πάρω και στο λαιμό μου...

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 18, 2015

Η "ΓΕΦΥΡΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ" ΚΑΙ Ο "ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΣ" ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ

Ναι, ο Steven Spielberg παραμένει ένας "κλασικός" χολιγουντιανός σκηνοθέτης, διατηρώντας τη μακρά παράδοση του "τακτοποιημένου" και "για όλους" αμερικάνικου σινεμά. "Η Γέφυρα των Κατασκόπων" του 2015 το αποδεικνύει περίτρανα. Λίγα για την υπόθεση και μετά συζητάμε τα υπέρ και τα κατά των παραπάνω ισχυρισμών μου.
Η ιστορία βασίζεται (χαλαρά) σε αληθινά γεγονότα: Στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου και της υστερικής κομουνιστοφοβίας στις ΗΠΑ, στα 1957, συλλαμβάνεται σοβιετικός κατάσκοπος στη χώρα. Ένας πετυχημένος δικηγόρος επιστρατεύεται από την πολιτεία να τον υπερασπιστεί στη δίκη. Βλέπετε, η Αμερική πρέπει να δείξει άψογο πρόσωπο και να τηρήσει απόλυτα τις δημοκρατικές διαδικασίες. Η ιστορία γίνεται πρωτοσέλιδο. Ο Άμπελ, ο κατάσκοπος, γίνεται το πιο μισητό πρόσωπο στη χώρα και ο συνήγορός του, ο οποίος επιμένει να τηρήσει άψογα το νόμο, το δεύτερο πιο μισητό πρόσωπο μετά απ' αυτόν. Η δίκη τελείώνει - πρόκειται για χαμένη υπόθεση - αλλά ο δικηγόρος καταφέρνει να γλυτώσει τον ακούσιο πελάτη του από τη θανατική ποινή και να τον κάνει να "τη γλυτώσει" με ισόβια.Τρία χρόνια μετά η κυβέρνηση αναγκάζεται να ανταλλάξει τον σοβιετικό με έναν αμερικάο πιλότο κατασκοπευτικού αεροπλάνου που έχει συλληφθεί στη Ρωσία. Ο δικηγόρος στέλνεται στο Ανατολικό Βερολίνο για να διαπραγματευτεί και το πραγματικό θρίλερ αρχίζει.
Δικαστικό δράμα αρχικά, η ταινία μετατρέπεται σύντομα σε ψυχολογικό θρίλερ χαρακτήρων (προσοχή: μην περιμένετε πολλή δράση και περιπέτεια, είναι η αγχωτική ατμόσφαιρα και οι ψυχολογίες των χαρακτήρων όπου πέφτει το βάρος). Ας το πούμε λοιπόν από την αρχή: Ούτε κάτι πρωτότυπο ή πειραματικό υπάρχει ούτε καμιά συγκλονιστική ιδεολογική ή άλλη ανατροπή. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο Spielberg κάνει μια ακόμα "αγιογραφία", κάνοντας πραγματικό ήρωα τον πρωταγωνιστή του Τομ Χανκς, ο οποίος με την ευφυία, την αυτοθυσία (είπαμε ότι γίνεται μισητός στη χώρα του και καταστρέφει κάθε αρμονία στους κόλπους της οικογένειάς του), αλλά κυρίως με την προσήλωση στο νόμο και τη δικαιοσύνη (το αναφαίρετο δικαίωμα να έχει υπεράσπιση ακόμα και ο εχθρός), γίνεται ο υπέρτατος ήρωας, ο τέλειος χαρακτήρας. Προφανώς τα πράγματα δεν έγιναν έτσι στην πραγματικότητα και τέτοιοι ακέραιοι και συγχρόνως ικανότατοι άνθρωποι μάλλον δεν υπάρχουν. Αυτό είναι δεδομένο. Όπως δεδομένος είναι ο διαχωρισμός της καλής δυτικής δημοκρατίας και του κακού κομουνισμού. Αυτά καλό είναι να τα γνωρίζετε από την αρχή για να μην εκνευριστείτε. Όμως, διάβολε, είναι τέτοια η αφηγηματική δεινότητα, τέτοια η άψογη (με τον κλασικό, "πεπατημένο" αν θέλετε τρόπο του χολιγουντιανού αφηγηματικού σινεμα) δημιουργία ατμόσφαιρας, τέτοιες οι συγκρούσεις - συχνά συναισθηματικές - που δημιουργούνται, ώστε τελικά απόλαυσα κάθε λεπτό του φιλμ. Πρόκειται νομίζω για τη δύναμη του "κλασικού μοντέλου".
Από αυτή την άποψη το συνιστώ. Παρά τις όποιες πιθανές ιδεολογικές διαφωνίες.
ΥΓ: Εντάξει, μια κάποια κριτική και στο αμερικάνικο μοντέλο γίνεται, καθώς πολλοί υψηλά ιστάμενοι είναι πρόθυμοι να "σταυρώσουν" δίχως αναστολές και καταπατώντας τις διαδικασίες τον μισητό κομουνιστή. Σιγά μην υπάρχει και γι' αυτούς ισότητα... 

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 16, 2015

Ο ΦΕΛΙΝΙ, ΤΑ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ ΚΑΙ Η ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ "SWEET CHARITY"

Βρισκόμαστε στα 1969. Ο Bob Fosse (1927-1987) είναι ήδη από τη δεκαετία του 50 ένας πασίγνωστος και πολυβραβευμένος θεατρικός σκηνοθέτης μιούζικαλ (το ίνδαλμά του είναι ο Φρεντ Αστέρ). Τη χρονιά αυτή αποφασίζει να ασχοληθεί και με το σινεμά. Το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη θα γίνει με τη μεταφορά μιας δικής του μεγάλης θεατρικής επιτυχίας, του "Sweet Charity". Και δείχνει από αυτή την πρώτη φορά ότι είναι ένας εξ ίσου ικανός κινηματογραφικός σκηνοθέτης.
 Η πλοκή της ταινίας (και του παλιότερου θεατρικού βεβαίως) βασίζονται στις "Νύχτες της Καμπίρια" του Φελίνι. Και εδώ παρακολουθούμε τις άλλοτε τρυφερές και αστείες και άλλοτε τραγικές και συγκινητικές ερωτικές ιστορίες μιας καλόκαρδης και μονίμως αισιόδοξης πόρνης (εδώ είναι "πριβέ χορεύτρια" σε καμπαρέ, αλλά συχνά...), μεταφερμένες βεβαίως στις ΗΠΑ.Όπως η Καμπίρια της κλασικής ταινίας, έτσι και η Τσάριτι είναι γλυκειά, μάλλον λιγάκι αφελής, συναισθηματική, ρομαντική και ξέρει να συγχωρεί. Πάνω απ' όλα όμως είναι αισιόδοξη. Περιμένει ένα καλύτερο μέλλον, πιστεύει ότι κάποια στιγμή θα ξεφύγει από την τρύπα που δουλεύει, από το όχι και τόσο αξιοπρεπές επάγγελμά της. Ότι θα βρει τον άντρα της ζωής της, θα έχει επιτέλους μια κανονική ζωή. Στο μεταξύ όμως, πάντα με την ελπίδα, ο χρόνος κυλά αμείλικτος... Οι συνάδελφοι και φίλες της συμμερίζονται τα αισθήματά και τα όνειρά της, ίσως όμως είναι λίγο πιο προσγειωμένες.
Το φιλμ μεταλλάσσεται από αστείο σε τραγικό, από γλυκό σε πικρό και, σε κάποια σημεία, γίνεται αληθινά συγκινητικό. Ακόμα και στο τέλος πάντως, μέσα στην τραγικότητα, αφήνει και πάλι να διαφανεί η ελπίδα. Αυτό άλλωστε είναι και το μήνυμά του, το σήμα κατατεθέν της Τσάριτι (και της Καμπίρια βεβαίως). Όλα αυτά όμως, που πιθανόν ακούγονται και κάπως "ξενέρωτα" σε κάποιους, έχουν μικρότερη σημασία από την κινηματογραφική γραφή. Ας μη ξεχνάμε ότι πάνω απ' όλα πρόκειται για μιούζικαλ, από τα πλέον διάσημα μάλιστα, με μερικά πολύ γνωστά τραγούδια. Γι' αυτό ο  Fosse βρίσκεται στο στοιχείο του. Η πινελιά και το στιλ των 60ς υπάρχει έντονη και είναι εύκολα ορατή και για πολλούς νοσταλγική - προσέξτε και τους χίπις στο τέλος του φιλμ. Μερικά από τα χορευτικά / τραγουδιστικά νούμερα είναι πανέμορφα, σέξι και υπέροχα χορογραφημένα και φέρουν τη σφραγίδα του δημιουργού τους. Στην εποχή τους ήταν μοντέρνα. Κυρίως γι' αυτά, νομίζω, αξίζει η ταινία. Και για τη Σίρλεϊ ΜακΛέιν, τη γλυκειά και τραγική συγχρόνως.
Αν είστε φαν των μιούζικαλ δείτε το οπωσδήποτε - έστω κι αν βαριέστε τις "αισθηματικές" ταινίες. Δεν είναι από αυτά των 30ς και 40ς, αλλά της "νέας γενιάς". Και είναι και Fosse. Κι αυτό αυξάνει σίγουρα το ενδιαφερον.
   

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 10, 2015

ΤΟ "AMERICAN GUN" ΚΑΙ ΟΙ ΟΔΥΝΗΡΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΟΠΛΟΚΑΤΟΧΗΣ

Η εμμονή των Ηνωμένων Πολιτειών με την ελεύθερη πώληση και κατοχή όπλων αποτελεί βεβαίως μόνιμο θέμα συζήτησης (και οργής για πολλούς, ευτυχώς). Το 2005 ο παντελώς άγνωστος Aric Avelino (ο οποίος από τότε δεν γύρισε κάτι άλλο) κάνει το "American Gun". Άγνωστος μεν, αλλά η ταινία διαθέτει καστ που περιλαμβάνει τον Ντόναλντ Σάντερλαντ, την Μάρσια Γκέι Χάρντεν και τον Φόρεστ Γουαϊτέκερ!
Πρόκειται για ένα "βαρύ" δράμα. Μια αναίτια και παράλογη σφαγή σε σχολείο (που θυμίζει έντονα το Columbine) έχει συμβεί. Το φιλμ δεν εξετάζει τα αίτια και το πώς έγινε η σφαγή. Αντίθετα ασχολείται με τις οδυνηρές επιπτώσεις της στις ζωές μιας ομάδας ετερόκλητων ανθρώπων πολύ λίγα χρόνια μετά. Στην ομάδα αυτή (μερικοί δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους) περιλαμβάνονται η μητέρα και ο μικρός αδελφός ενός από τους δολοφόνους, ένας γυμνασιάρχης που προσπαθεί να αποτρέψει τους μαθητές του από το να κουβαλούν όπλα, ένας αστυνομικός - μάρτυρας της σφαγής και άλλοι. Οι ιστορίες τους μερικές φορές διαπλέκονται. Αυτό που δείχνεται όμως είναι ότι το τραγικό γεγονός τους έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια με πολλούς τρόπους.
Οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές, το δράμα λειτουργεί και η ιδέα να μην δειχτεί το γεγονός αλλά οι εφιαλτικές επιπτώσεις του είναι έξυπνη. Από την άλλη στηλιτεύεται ο κοινωνικός ρατσισμός και οι επιπτώσεις ακόμα και σε παντελώς αθώους, που έτυχε να έχουν κάποια σχέση με τους παράλογους δολοφόνους, αλλά και τα αδηφάγα media που δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα. Έτσι οι προθέσεις της ταινίας είναι για μένα απόλυτα θετικές.
Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε ένα πολύ βαρύ δράμα, απ' αυτά που συχνά φτιάχνουν οι αμερικάνοι. Φυσικά πολλοί μπορεί να προβληματιστούν για το αμερικάνικο φαινόμενο της οπλοκατοχής και τις τραγικές του επιπτώσεις, ωστόσο για μένα τουλάχιστον είναι ένα θέμα πάνω στο οποίο έχω ξεκάθαρη άποψη και δεν χρειάζεται να δω κάτι τέτοιο για να σκεφτώ πάνω σ' αυτό. Πάντως η προσπάθεια είναι μάλλον καλή. Αν βεβαίως σας αρέσουν τα μαύρα δράματα (ναι, τις κόβεις λίγο τις φλέβες σου με τις απελπισμένες καταστάσεις που παρακολουθείς, αλλά κάπως έτσι είναι τα πράγματα...)

Τρίτη, Δεκεμβρίου 08, 2015

Ο "DHEEPAN" ΚΑΙ Ο ΔΥΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Ο Jacques Audiard είναι από τους σημαντικούς σύγχρονους γάλλους δημιουργούς. Νομίζω ότι ο "Dheepan" ("Dheepan: Ο Άνθρωπος Χωρίς Πατρίδα" στα ελληνικά) του 2015 το επιβεβαιώνει. Όχι μόνο φυσικά επειδή είναι επίκαιρο λόγω προσφύγων, αλλά κυρίως επειδή πρόκειται για πολύ δυνατή ταινία.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι από τη Σρι Λάνκα, μια ακόμα χώρα που βρίσκεται σε εμφύλιο, και πολεμ΄στις τάξεις των ανταρτών "Τίγρεις Ταμίλ". Όταν δεν αντέχει άλλο την κόλαση στην πατρίδα του καταφεύγει σε στρατόπεδο προσφύγων του ΟΗΕ, συναντά μια άγνωστη νεαρή γυναίκα και ένα εξ ίσου άγνωστο κοριτσάκι και οι τρεις τους παριστάνουν την οικογένεια. Τελικά καταφέρνουν να φτάσουν στη Γαλλία, εγκαθίστανται σε υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού και ο Ντιπάν γίνεται επιστάτης σε μια τεράστια, μάλλον εξαθλιωμένη πολυκατοικία. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με τη βία των ντόπιων συμμοριών που λυμαίνονται την περιοχή, αλλά και με το παρελθόν του που τόσο έχει πασχίσει να ξεπεράσει.
Η ταινία κατ' αρχήν είναι ρεαλιστική, θυμίζει μάλιστα κάπου το ντοκιμαντερίστικο κλίμα των Νταρντέν. Σιγά - σιγά όμως γίνεται πιο παράξενη και καταλήγει σε ένα μάλλον απρόσμενο πολύ δυνατό (και βίαιο) φινάλε. Το φιλμ παρακολουθεί τόσο τη δική του καθημερινότητα όσο και της κοπέλας που παριστάνει τη σύζυγο. Ο πρωταγωνιστής στον νέο κόσμο - παράδεισο γι' αυτόν - όπου φτάνει, έχει κατ' αρχήν να αντιμετωπίσει την κατάσταση και τις εντάσεις στο ίδιο του το σπίτι, όπου είναι υποχρεωμένος να μένει με δύο άγνωστες, παριστάνοντας την οικογένεια. Απο εκεί και πέρα υπάρχει η βία του περιβάλλοντος (οι συμμορίες, η φτώχεια) που προαναφέραμε. Έτσι το τελικό ξέσπασμα είναι κατά κάποιον τρόπο αναμενόμενο. Κι έτσι κι εμείς αναρωτιόμαστε αν ο δικός μας, ο δυτικός κόσμος, διαφερει στην ουσία από τον άγριο τριτοκοσμικό. Το ενδιαφέρον για μένα όμως βρίσκεται ακριβώς εδώ: Σύμφωνοι, η ουσία και η δομή της δύσης είναι παρόμοια με τις πιο άγριες καταστάσεις "εκεί έξω", ωστόσο ο Audiard δεν παρασύρεται από ένα τυφλό "αντιδυτικισμό" (συγχωρείστε με για την μάλλον αδόκιμη λέξη). Αντίθετα η ταινία διαθέτει και την διάσταση που δείχνει ότι παρά τη σκληρότητα και τις δυσκολίες, ο κόσμος αυτός δοαθέτει γοητευτικά στοιχεία για τους πρώην εξαθλιωμένους μετανάστες (ο μισθός, ο μη πόλεμος, το σχολείο του μικρού κοριτσιού κλπ.). Για πολλούς από εμάς η ζωή των τριών στο άθλιο και υποβιβασμένο προάστιο φαίνεται εφιαλτική. Γι' αυτούς όμως σε αρκετά σημεία είναι καλύτερη απ' ό,τι άφησαν πίσω τους. Με τον τρόπο αυτόν το φιλμ γίνεται πολυδιάστατο. Ναι, η δύση είναι "κακιά" και πολύ απέχει από τον παράδεισο που οι καταρεγμένοι ονειρεύονται, κι όμως παραμένει κάτι καλύτερο από την εκεί κόλαση... ϊσως αυτό να εξηγεί και την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη χώρα μας.
Θα επαναλάβω ότι, πέραν των αναλύσεων, πρόκειται κατά τη γνώμη μου για πολύ δυνατή ταινία, η οποία, ως γνωστόν, κέρδισε το μεγάλο βραβείο στις Κάννες.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 06, 2015

ΣΑΤΙΡΙΚΟ - ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟ - "CHEVALIER"

Η Αθηνά Ραχή Τσαγκάρη παραμένει στις επάλξεις του λεγόμενου Weird Greek Cinema. Μετά το "Attenberg" έρχεται το "Chevalier" του 2015, μια μάλλον σουρεαλιστική στην εξέλιξή της σάτιρα των ανδρών γενικά.
Σε πολύτελές γιωτ στον Σαρωνικό βρίσκονται για να κάνουν χειμερινό ψαροντούφεκο έξι φίλοι και τα τρία μέλη του πληρώματος. Εύποροι όλοι - μεγαλογιατρός ο πιο ηλικιωμένος - δείχνουν να γνωρίζονται από παλιά. Όταν το σκάφος ακινητοποιείται σε ένα ήσυχο λιμάνι λόγω προσωρινής βλάβης και για να σκοτώσουν την ώρα τους, οι έξι αποφασίζουν να παίξουν ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι που θα αναδείξει "τον καλύτρο σε όλα", τον καλύτερο γενικώς δηλαδή. Οι δοκιμασίες επινοούνται επί τόπου και πρέπει να εκτελεστούν απ' όλους, ενώ ο καθένας τους βαθμολογεί τους υπόλοιπους. Τι δοκιμασίες; Από το ποιος έχει καλύτερες εξετάσεις αίματος και μεγαλύτερη στύση έως ποιος μπορεί να συναρμολογήσει γρηγορότερα ένα έπιπλο ΙΚΕΑ. Όσο περνάνε οι μέρες οι ανταγωνιστές μπαίνουν όλο και πιο βαθιά στο παιχνίδι, το παίρνουν όλο και πιο σοβαρά, αρχίζουν πλέον να κάνουν τα πάντα για να νικήσουν, ενώ οι δοκιμασίες και η κατάσταση εν γένει γίνεται όλο και πιο σουρεαλιστική. Και, βέβαια, διαφορες "σκοτεινές πτυχές" του χαρακτήρα τους αποκαλύπτονται.
Πρόκειται φυσικά για μια σάτιρα των ανδρών γενικά. Της ανδρικής ματαιοδοξίας, της ανδρικής μεγαλομανίας αν θέλετε, της ανταγωνιστικότητάς τους, της μανίας τους να είναι πρώτοι σε όλα. Δεν είναι τυχαίο το ότι μιλάμε για εκπροσώπους ανώτερης τάξης, οπότε όλα τα παραπάνω ενισχύονται. Το σχόλιο για τις κατώτερες τάξεις (το προσωπικό του γιωτ) είναι έξυπνο, δείχνοντάς μας ξεκάθαρα ότι και αυτές έχουν προσβληθεί από το "μικρόβιο" της ανταγωνιστικότητας. Η ιδέα, υποβοηθούμενη και από το παράξενο κλίμα που δημιουργεί η απομόνωση και ο εγκλεισμός των ηρώων στο σκάφος, λειτουργεί αρκετά, ενώ προσπαθούν να σκιαγραφηθούν οι χαρακτήρες τους (ο πιο παράξενος είναι ο μάλλον συγκινητικός Μάκης Παπαδημητρίου). Ωστοσο νομίζω ότι απο ένα σημείο και πέρα το όλο πράγμα αρχίζει να επαναλαμβάνεται, αποκτά τα χαρακτηριστικά εμμονής και, τελικά, μάλλον κουράζει.
Συνολικά το βρήκα μεν ενδιαφέρον, αλλά μέχρις ενός σημείου. Μάλλον δεν με ικανοποίησε απόλυτα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 04, 2015

"Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ" ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΊ (ΑΚΟΥΣΙΩΣ) ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Η Hammer είναι βεβαίως η cult βρετανική εταιρία που, με μικρές παραγωγές, αναβίωσε την ταινία τρόμου και, φυσικά, καθιέρωσε τον Κρίστοφερ Λι ως τον εμβληματικότερο Δράκουλα της οθόνης. Η εταιρία φυσικά έφτιαξε και πολλές άλλες ταινίες τρόμου. Βασικότερος σκηνοθέτης της ήταν ο Terence Fisher (1904-1980). Φυσικά δεν είναι καλές όλες οι ταινίες της, αν και πάντα διαθέτουν κάποια ατμόσφαιρα.
Ο Fisher γυρίζει το "The Devil Rides Out" (ή "Devil's Bride" ή "Η Ερωμένη του Διαβόλου" στην Ελλάδα) το 1968. Πρωταγωνιστεί και πάλι ο Κρίστοφερ Λι, αυτή τη φορά όμως σε ρόλο - έκπληξη, που συμβάλλει στην ιδιορρυθμία της ταινίας: Είναι μια από τις λίγες φορές που ερμηνεύει τον "καλό"! Αυτό κι αν είναι σπάνιο!
Πρόκειται για μια ιστορία μαύρης μαγείας, στην οποία βεβαίως εμπλέκεται και ο Σατανάς (ο οποίος μάλιστα εμφανίζεται αυτοπροσώπως). Ο δούκας Νίκολας (ο Λι) ανακαλύπτει ότι ο γιος ενός μακαρίτη παλιού του φίλου είναι αναμεμειγμένος με τη μαύρη μαγεία και τη λατρεία του Διαβόλου, ετοιμάζεται μάλιστα να βαπτιστεί σ' αυτόν. Με τη βοήθεια ενός άλλου στενού του φίλου κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν από τα νύχια των σατανιστών, και μαζί του και μια νέα κοπέλα, η οποία επίσης ετοιμάζεται να βαπτιστεί. Από εκεί και πέρα η μια κατάσταση φέρνει την άλλη και όλα γίνονται όλο και πιο επικίνδυνα.
Εντάξει, πρόκειται για ταινία που σήμερα μάλλον προκαλεί μειδιάματα. Η τροπή είναι απίθανη, διάφορα γεγονότα συμβαίνουν με πρωτοφανή ευκολία, ο από μηχανής θεός και τα πολύ χαλαρά εξηγήσιμα συμβάντα εξασφαλίζουν μάλλον αχρείαστο τέλος... ενώ ο πολέμιος της μαύρης μαγείας δούκας μοιάζει (φυσικά) να ξέρει τα πάντα γι' αυτήν. Χαρακτηριστικό του φιλμ (ούτε καλό ούτε κακό) είναι ότι συχνά νομίζει κανείς ότι φτάσαμε στο τέλος, όμως μια ακόμα πιο δύσκολη ή/και φριχτή εμπειρία μας περιμένει κι ένα καινούριο κεφάλαιο ξεκινά.
Εντάξει, μπορεί κάποιοι να τη θεωρήσουν cult, όπως πολλές τέτοιες ταινίες. Η αφέλεια πάντως (γοητευτική για πολλούς) είναι το βασικό της χαρακτηριστικό. Δίχως αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι συνολικά (μάλλον) διασκεδαστική, ιδιαίτερα αν είστε φίλος των παλιών ταινιών τρόμου. Με τις οποίες, βεβαίως, ουδείς πλέον τρομάζει σήμερα.
ΥΓ: Ίσως απολαύσετε την εμφάνιση στο ρόλο του κακού του Charles Gray, που δεν είναι άλλος από τον "καθηγητή" (criminologist) στο αληθινά cult "Rocky Horror".

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 02, 2015

ΛΙΤΟ ΚΑΙ (ΣΧΕΤΙΚΑ) ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ "ΤΕΛΟΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ"

Ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, με μικρό σχετικά συγγραφικό έργο, θεωρείται από τους μεγαλύτερους σύγχρονους αμερικανούς συγγραφείς, κυρίως με το μεγάλο σε όγκο μυθιστόρημά του Infinite jest. Το έργο του είναι μικρό, επειδή ο Γουάλας αυτοκτόνησε το 2008 σε ηλικία μόλις 48 ετών. Η ταινία του James Ponsoldt "Τέλος Διαδρομής" (End of the Tour) του 2015 βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία, παρακολουθεί τη σχέση του δημοσιογράφου Λίπσκι με τον συγγραφέα και βασίζεται στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πρώτου (του Λϊπσκι δηαλαδή) που καταγράφει αυτή τη σχέση.
Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ντέιβιντ Λϊπσκι μαθαίνει στην πρώτη σκηνή την αυτοκτονία του Γουάλας. Συγκινημένος και ταραγμένος ξεθάβει παλιές κασέτες από πενθήμερη συνέντευξη που είχε πάρει απο τον αυτόχειρα 12 χρόνια πριν. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε σε flash back τα όσα συνέβησαν μεταξύ τους τις παλιές αυτές μέρες: Μετά την επιτυχία του Γουάλας ο δημοσιογράφος του Rolling Stone Λίπσκι ταξιδεύει στην επαρχία για να τον συναντήσει στο σπίτι του. Στη συνέχεια θα τον ακολουθήσει στην περιδεία που θα κάνει για την προώθηση του βιβλίου μέχρι τη Μινεάπολι, τελευταίο σταθμό της. Οι σχέσεις τους, γεμάτες αμοιβαία καχυποψία αρχικά, περνάν από μεγάλη συναισθηματική γκάμα, από τη φιλία και τη συμπάθεια έως καυγάδες και παρεξηγήσεις.
Αυτό που φαίνεται αμέσως είναι ότι πρόκειται για ταινία χαρακτήρων. Ο συγγραφέας Γουάλας διαθέτει μια παράξενη προσωπικότητα: Ενώ είναι ευφυέστατος, πολυδιαβασμένος και πρόσφατα διάσημος, με διθυραμβικές κριτικές για το έργο του, αρνείται να ακολουθήσει μια "διανοουμενίστικη" ζωή. Ζει μόνος (με τον σκύλο του) στο επαρχιακό του σπίτι σε μια συνηθισμένη πόλη και προσπαθεί να ακολουθήσει το life style ενός συνηθισμένου, μέσου αμερικάνου. Πολλές απο τις συζητήσεις του περιστρέφονται γύρω από καθημερινά, κοινότοπα θέματα, μεταξύ των οποίων και το σεξ και οι εν γένει σχέσεις με τις γυναίκες. Γεμάτος άγχη και φοβίες, ιδιόρρυθμος και συχνά συνεσταλμένος, άλλοτε έλκεται και άλλοτε απωθείται από τη σχετικά δύσκολη (επίσης) προσωπικότητα του δημοσιογράφου.
Συνολικά λοιπόν αυτό που βλέπουμε είναι ένας συνδυασμός road movie και buddy movie με καλές ηθοποιίες. Συνειδητά μάλλον το φιλμ παραμένει χαμηλότονο και δίχως κορυφώσεις και εξάρσεις. Είναι προσεχτικό και καλοφτιαγμένο, διαθέτει χιουμοριστικές στιγμές, το είδα χωρίς να κουραστώ, αλλά τελικά δεν το θεωρώ κάτι φοβερό. Περισσότερο συνίσταται για τους φίλους του συγγραφέα Γουάλας, οι οποίοι, έκτός από το έργο του, ενδιαφέρονται και για την παράξενη προσωπικότητά του. Οι υπόλοιπι μάλλον θα το ξεχάσουν σύντομα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για κακή ταινία.

eXTReMe Tracker