Δευτέρα, Μαΐου 30, 2011

SINGAPORE SLING ΒΟΥΤΗΓΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΜΗ


Ο Νίκος Νικολαϊδης (1939-2007) γυρίζει το "Singapore Sling" το 1990, υπογράφοντας έτσι την πιο ακραία κατά τη γνώμη μου ελληνική ταινία όλων των εποχών. Σαδομαζοχιστικό, απόλυτα παρακμιακό, σπλατεροειδές νουάρ, έχει αναγκάσει πολλούς θεατές να φύγουν από τη μέση, μην αντέχοντας την αρρώστια και τις απωθητικές σκηνές του.
Σα να μην έφταναν όλα αυτά, ουσιαστικά η ταινία στερείται σεναρίου - ή μάλλον ξεκάθαρου σεναρίου. Όλα (σίγουρα συνειδητά) μένουν ανοιχτά: Είναι η κοπέλα η Λάουρα που αναζητά απεγνωσμένα ο ήρωας; Πρόκειται για μάνα και κόρη ή άλλη είναι η σχέση τους; Υπάρχει κάποιος πατέρας νεκρός ή ζωντανός ή, πάλι, "ζωντανός"; Τίποτα δεν ξεκαθαρίζεται, τίποτα δεν απαντάται. Μένει μόνο ένα παιχνίδι λαγνείας ανακατωμένο με αίμα, αηδία, σαδομαζοχισμό, παράνοια και αυτοκαταστροφικότητα.
Τι είναι λοιπόν τελικά το "S.S"; Νομίζω ότι πρόκειται για μια καταγραφή, μια τολμηρότατη έκθεση στο φως όλων των εμμονών και των κρυφών ή φανερών, απαγορευμένων ή μη, επιθυμιών του δημιουργού του. Οι μόνιμη αγάπη του, το φιλμ νουάρ, αποτελεί τον καμβά, το φόντο της όλης ιστορίας. Η ταινία φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα: Ντετέκτιβ με καπαρντίνα και όπλο, μόνιμα νυχτερινά, βροχερά πλάνα, αφήγηση off σε πρώτο πρόσωπο, ασπρόμαυρη φωτογραφία, μοιραία γυναίκα που αναζητά ο ήρωας. Από την άλλη η μόνιμα παρακμιακή ατμόσφαιρα του Νικολαϊδη, αυτή που συναντάμε στα "Κουρέλια" και τη "Γλυκειά Συμμορία", εδώ όμως οδηγημένη στα απώτατα όριά της, με το πρωταγωνιστικό τρίο να επιδίδεται σε κάθε λογής διαστροφή. Και μαζί, πλήθος άλλων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του σκοτεινού του κόσμου: Η απομόνωση - εγκλεισμός σε ένα σπίτι, το μπαρόκ, αλλά και "σάπιο" συγχρόνως ντεκόρ, μια μεγάλη γκάμα ερωτικών φαντασιώσεων, συχνά απωθητικότατων, που αγγίζουν τα όρια της πορνογραφίας, το αίμα, οι παλιές μουσικές, η τρέλα και η παράνοια των ηρώων, η αυτοκαταστροφικότητα κι άλλα πολλά που ίσως εντοπίσει ο κάθε θεατής. Ο σκηνοθέτης βγάζει στο φως τις επιθυμίες του, ξεγυμνώνει το σκοτεινό του ασυνείδητο κι όποιος αντέξει. Κι είναι αναμφισβήτητα απόλυτα ειλικρινής. Αυτός νομίζω είναι ο στόχος. Το σενάριο, το στόρι, οι λύσεις, τού είναι πράγματα παντελώς αδιάφορα και τα χρησιμοποιεί προσχηματικά, μόνο και μόνο για να φανερώσει όλα όσα αναφέραμε παραπάνω.
Κι όλα αυτά συμβαίνουν με την εξαιρετική σκηνοθετική βιρτουοζιτέ του ικανότερου ίσως τεχνικά έλληνα σκηνοθέτη. Υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία, φοβερή δημιουργία ατμόσφαιρας, εκπληκτικά ντεκόρ. Ομορφιά και σαπίλα δεμένα συνδεδεμένα άρρηκτα.
Τελικά ο Νικολαϊδης είναι ο ορισμός του καλτ σκηνοθέτη. Ή τον αγαπάς βαθιά ή σε απωθεί. Και δεν τίθεται, νομίζω θέμα καλού και κακού. Το καλτ στοιχείο είναι πέρα από αυτά, λειτουργεί ανεξάρτητα. Σ' αρέσει ή δεν σ' αρέσει, αδιάφορο αν πρόκειται για αντικειμενικά (ό,τι και να σημαίνει αυτό) "καλό". Διαλέγετε και παίρνετε.
Καταλάβατε φυσικά ότι πρόκειται για πολύ ιδιαίτερο φιλμ, για πολύ λίγους. Αν επιμένετε να το δείτε, κάντε το με δικό σας ρίσκο.

Σάββατο, Μαΐου 28, 2011

THOR: ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΦΥΡΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΦΕΛΕΙΑ


Γιατί πάω να δω έναν ακόμα Marvel υπερήρωα, είδος που, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, σκυλοβαριέμαι; Από περιέργεια γενικής φύσης αρχικά και πολύ ειδικότερης σε δεύτερή φάση: Επειδή τον "Thor" τον έχει έχει γυρίσει το 2011 ο σεξπιρικός (και παρακμασμένος εδώ και χρόνια) Kenneth Branagh. Ε, δεν σας προκαλεί περιέργεια η συνάντηση του Σέξπιρ με έναν από τους πιο "κουφούς" υπερήρωες, τον γνωστό δηλαδή θεό της σκανδιναβικής μυθολογίας, που, εξόριστος από τη μυθική Άσγκαρντ, κατεβαίνει στη γη, σπουδάζει ιατρική, ερωτεύεται (φυσικά), αποβάλλει την υπεροψία του (τουτέστιν γίνεται "καλός") και ασχολείται με την ταπεινή μας καθημερινότητα;
Φυσικά βρισκόμαστε μπροστά σε συνδυασμό μαγείας και επιστήμης και σε πάμπολλα κλισέ του είδους, αλλά η ταινία αυτή έχει την πρωτοτυπία να διαδραματίζεται μισή - μισή στη γη και στην Άσγκαρντ, οπότε έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τα σούπερ θεαματικά - και αρκετά κιτς ταυτόχρονα - σκηνικά της τελευταίας. Επίσης διαθέτει και κάποιο χιούμορ, αυτοσαρκαστικό ενίοτε, που κάπως σώζει την κατάσταση. Τέλος το όλο στόρι αφορά κυρίως υποθέσεις της Άσγκαρντ και όχι της γης (δεν σώζουμε, ας πούμε, για πολλοστή φορά τον πλανήτη), πράγμα το οποίο από μόνο του ούτε καλό ούτε κακό είναι. Απλώς το αναφέρω.
Όσο για τις αφέλεις που λέγαμε... Ε, λίγο το έχετε να εξοριστείς στη γη, να πέσεις δηλαδή σ' αυτήν από τον μακρινό σου πλανήτη με όλως τυχαίο τρόπο και κυριολεκτικά να προσγειωθείς πάνω στη... Νάταλι Πόρτμαν ή, τέλος πάντων, πάνω στη γυναίκα της ζωής σου γενικότερα; Ή, μια σούπερ ντούπερ μυστική κυβερνητική οργάνωση (κάτι σαν FBI, CIA και ό,τι άλλο τέτοιο φαντάζεστε μαζί) να απελευθερώσει έναν μυστήριο τύπο που εισέβαλλε στον τέλεια φυλαγμένο χώρο της εξουδερώνοντας κάθε έμψυχη ή μηχανική άμυνα, μόνο και μόνο επειδή πήγε στον επικεφαλής ένας σεβαστός επιστήμονας και του είπε: "Αφείστε τον, μωρέ, τον ξέρω, καλό παιδί είναι, μόνο λίγο λοξός" ή κάτι τέτοιο; Α, και να μην ξεχάσω να σας πω ότι σπάνια έχω δει ταινία να τελειώνει τόσο απότομα και ανολοκλήρωτα, λέγοντάς μας ξεκάθαρα: "Περιμένετε το δεύτερο μέρος". Αυτά για να ξέρετε τι σας περιμένει.
Από την άλλη, πρέπει να ομολογήσω ότι το είδα σχετικά ευχάριστα μέσα στο κιτς και την αφέλειά του. Για να ξεκαθαρίσω τη θέση μου, όχι δεν μου άρεσε, απλά πέρασα δύο σχετικά ευχάριστες ώρες. Και, για να είμαι ακόμα πιο ακριβής, όχι, δεν το θεωρώ καλό, απλώς ομολογώ ότι έχω δει πολύ χειρότερα δείγματα του βαρετού κατά τη γνώμη μου σούπερ - ηρωικού υποείδους, που, δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια φοριέται κατά κόρον. Για να γίνω πιο ακριβής μάλιστα, εκτός από τους Μπάτμαν του Μπάρτον και του Νόλαν, άντε και τους X-Men, καμιά άλλη ταινία του είδους δεν μ' αρέσει.

Πέμπτη, Μαΐου 26, 2011

ΔΕΝ (ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ) ΦΙΛΩ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ


Το 1991 ο γάλλος André Téchiné γυρίζει το "Δεν Φιλώ στο Στόμα" (J'embrasse pas), ένα ρεαλιστικό κοινωνικό δράμα που θίγει τολμηρά ζητήματα, όπως αυτό της αντρικής πορνείας. Ο ήρωας του φιλμ είναι ένας παντελώς αμόρφωτος και άβγαλτος επαρχιώτης νεαρός γάλλος (γεννημένος σ' ένα μικρό χωριό στα Πυρηναία, όπως και ο σκηνοθέτης), που φτάνει στο Παρίσι με μάλλον ασαφή όνειρα (όνειρα; μάλλον μόνο η αποφυγή της επαρχιακής μιζέριας τον κινεί και ο ανεξάρτητος, βαρύς χαρακτήρας του) και, όταν διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος γι' αυτόν να επιζήσει, καταφεύγει στην πορνεία. Αλλά και πάλι, κάτι διαρκώς του λείπει, του διαφεύγει.
Δύο ενδιαφέροντα στοιχεία εντοπίζω στο φιλμ του Τεσινέ - πέραν της γενικότερης "τόλμης" του, που συνήθως από μόνη της δεν λέει και πολλά: Πρώτα τον παραλληλισμό κάθε μισθωτής δουλειάς με ένα είδος πορνείας. Αν το σκεφτούμε καλύτερα, σε τι ακριβώς διαφέρει το να αναγκάζεσαι να κάνεις μια "τίμια" δουλειά που δεν σ΄ αρέσει καθόλου για να βγάλεις τα προς το ζειν από την πορνεία; Απλώς στη δεύτερη περίπτωση αυτό που πουλάς είναι το σώμα σου. Η διαδικασία όμως είναι ουσιαστικά ίδια. Το άλλο σημείο είναι ο προβληματισμός για το τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος δίχως δεξιότητες και δίχως ενδιαφέροντα. Πιστέψτε με, ελάχιστα πράγματα. Και, πιστέψτε με και πάλι, τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν πολλοί περισσότεροι γύρω μας απ' όσο πιστεύουμε.
Κατά τα άλλα παρακολουθούμε ένα αρκετά πυκνό δράμα με τραγική εξέλιξη, ενώ οι χαρακτήρες που εμφανίζονται και πλαισιώνουν τον ήρωα είνα αρκετά ενδιαφέροντες. Όπως ενδιαφέρουσα και ευαίσθητη βρήκα την ταινία συνολικά, με τη σκηνοθετική ματιά να αγκαλιάζει με συμπάθεια τους ήρωες και να προσπαθεί να κατανοήσει τους χαρακτήρες τους, και ιδιαίτερα, προφανώς, τον πρωταγωνιστικό, που είναι ακατέργαστος, αδέξιος, αλλά και, όπως ξαναείπαμε, με μια έντονη αίσθηση ανεξαρτησίας και μια πρωτογενή αγάπη για την ελευθερία. Σημειώστε επίσης ότι στο φιλμ κάνει μια από τις πρώτες εμφανίσεις της και η νεαρότατη τότε Εμανουέλ Μπεάρ.
ΥΓ: Αν η ταινία σας ενδιαφέρει για ηδονοβλεπτικούς λόγους, ξεχάστε το. Σχεδόν τίποτα δεν δείχνεται. Αλλού βρίσκεται το θέμα.

Τρίτη, Μαΐου 24, 2011

"C.H.U.D." ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΥΠΟΝΟΜΟΥΣ


Το “C.H.U.D.” είναι ένα b-movie τρόμου που γυρίστηκε το 1984 και είναι η μοναδική ταινία του μοντέρ κατά τα άλλα Douglas Cheek. Ως τέτοιο λοιπόν (ως b-movie εννοώ) φέρει όλα τα κλισέ και όλες τις ευκολίες του είδους.
Μια σειρά από παράξενους φόνους στη Νέα Υόρκη οδηγεί κατ’ ευθείαν στους δαιδαλώδεις υπόνομους της πόλης όπου, όπως όλα δείχνουν, κατοικούν κάποια όχι και πολύ συνηθισμένα ανθρωποφάγα όντα. Στην ιστορία εμπλέκονται άστεγοι της πόλης που κατοικούν στους υπονόμους, ένας εθελοντής «χίπης» που τους φροντίζει, ένας φωτογράφος μόδας και η φίλη του και ο απαραίτητος αστυνομικός που ερευνά την υπόθεση. Φυσικά ένα μέρος της δράσης εκτυλίσσεται εκεί κάτω.
Εντάξει, μην περιμένετε πολλά. Απλώς πρόκειται για ένα συμπαθητικό δείγμα του είδους αυτού (αν είστε φαν), «τίμιο» μέσα στην αφέλειά του. Την σεναριακή αφέλεια εννοώ, αφού και διάφορα κενά υπάρχουν και ένα τέλος όπου, ενώ βλέπουμε την κατάληξη των ηρώων, δεν ξέρουμε τι ακριβώς γίνεται (ή θα γίνει) με τα τέρατα. Όσο για τα εφφέ, είναι αστεία με τα σημερινά δεδομένα (μάτια που φωσφορίζουν, καταπράσινο αίμα κλπ.), αλλά, θυμηθείτε, το 1984 δεν υπήρχαν ακόμα ψηφιακές δυνατότητες, οπότε το συγκεκριμένο θέμα δεν με χαλάει και πολύ. Ίσα – ίσα που προσθέτει κάτι στη γοητεία του «χειροποίητου» b-movie. Σασπένς και κάποιες τρομακτικές σκηνές υπάρχουν, αλλά και άλλες που έχουμε ξαναδεί.
Θα αναφέρω και την κάποια πολιτική διάσταση του μικρού αυτού φιλμ. Πολλά απ’ όσα συμβαίνουν οφείλονται στην κυβέρνηση και κάποιους χειρισμούς της, ενώ ο «κακός» της ταινίας είναι ένας υψηλόβαθμος κυβερνητικός αξιωματούχος. Και, σαν background στο όλο φιλμ, υπάρχει μια έντονη οικολογική προβληματική. Όλα αυτά εγώ τουλάχιστον τα θεωρώ θετικά στοιχεία. Στα συν και η έστω επιφανειακή ματιά που ρίχνει σε κάποιους πραγματικά «καταραμένους» και παρίες, που ζουν ανάμεσά μας και βρίσκονται, δυστυχώς, σε κάθε μεγάλη πόλη του πλανήτη. Γενικά το όλο κλίμα του και οι χώροι (κυριολεκτικά και κοινωνικά) στους οποίους κινείται έχουν ενδιαφέρον.
Συνολικά βρίσκω την ταινία συμπαθητική – με όλη την πλάκα που μπορεί να κάνει κανείς – όπως επίσης και αρκετά καλό δείγμα b-movie τρόμου μιας συγκεκριμένης εποχής (των 80ς συγκεκριμένα). Δεν είναι κάτι σπουδαίο, μην το πάρετε πολύ στα σοβαρά, και θυμηθείτε απαραιτήτως: Απευθύνεται αποκλειστικά σε φανς του είδους. Θυμηθείτε επίσης ότι το φιλμ αυτό έχει γυριστεί πολύ πριν το κατά πολύ γνωστότερο "Mimic" του Ντελ Τόρο, που κι αυτό διαδραματίζεται κυρίως σε υπονόμους.
Αν, τέλος,΄καίγεστε να μάθετε τι διάολο σημαίνει επιτέλους αυτό το C.H.U.D., δεν έχετα παρά να δείτε την ταινία.

Κυριακή, Μαΐου 22, 2011

Ο ΝΟΝΟΣ ΩΣ ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ


Ήταν στα 1972 όταν ο Francis Ford Coppola γύριζε τον θρυλικό "Νονό" (The Godfather), κάνοντάς τον αυτόματα κλασικό. Δεν ήταν μόνο ο εξαιρετικός Μάρλον Μπράντο στο ρόλο ίσως της καριέρας του, που περιστοιχιζόταν από μια πλειάδα επίσης θαυμάσιων ηθοποιών με επικεφαλής τον Αλ Πατσίνο. Δεν ήταν η θαυμάσια σκηνοθεσία, η σημασία και στην πιο μικρή λεπτομέρεια, το αμείωτο ενδιαφέρον που παρουσίαζε μια τρίωρη ταινία. Κυρίως μένουμε άφωνοι με την ενδελεχέστερη μελέτη που είχε γίνει ποτέ (πιθανότατα μέχρι σήμερα) στην τεράστια εγκληματική οργάνωση που λέγεται Μαφία.
Πολύ πέρα από καρικατούρες κακών μαφιόζων και γκάγκστερς, ο Κόπολα μας έδειχνε μια Μαφία με ανθρώπινο πρόσωπο, παρακολουθούσε τόσο τις "επαγγελματικές δραστηριότητες", όσο και τις προσωπικές ζωές και ανθρώπινες σχέσεις των μελών - ή μάλλον των επικεφαλής της, εμβάθυνε στους χαρακτήρες και τελικά έφτιαχνε ένα πολυδιάστατο φιλμ που δεν έχει χάσει καθόλου μέχρι σήμερα. Ανθρώπινο πρόσωπο; Δηλαδή παρουσιάζει ανθρώπινα τους μαφιόζους, εξωραϊζοντάς τους; Δεν νομίζω. Κάθε άλλο θα έλεγα. Ίσα - ίσα, το να βλέπεις ανθρώπους με "κανονικά" αισθήματα να ερωτεύονται, να παντρεύονται, να αγαπούν τα παιδιά τους και τις οικογένειές τους και ταυτόχρονα να είναι βουτηγμένοι μέχρι το λαιμό στο αίμα και την παρανομία, κάνει το πράγμα, νομίζω, πολύ πιο ανατριχιαστικό. Όπως η και συνεχής αντιπαράθεση οικογενειακών σκηνών και τελετών με σκηνές άγριας βίας. Πώς μπορεί να είναι έτσι άνθρωποι σαν εμάς, όντως καλοί οικογενειάρχες, θρήσκοι; Αν αυτό δεν είναι σοκ, τότε τι είναι;
Καλά, θα μου πείτε. Άξιζε όμως να δημιουργηθεί όλο αυτό το έπος (γιατί περί έπους προκειται) για κάποιους εγκληματίες με, έστω, ανθρώπινο πρόσωπο; Η πρώτη μεγάλη και εκπληκτική για μένα σκηνή του γάμου της κόρης του "νονού" δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για το αν άξιζε: Με αριστοτεχνικό πραγματικά τρόπο, κινούμενος διαρκώς ανάμεσα στη χαρά και την αθωότητα του γλεντιού και των τελετουργικών του στοιχείων και των ποικίλων σκοτεινών υποθέσεων που διευθετεί ταυτόχρονα ο δον Κορλεόνε από το γραφείο του (παράλληλο μοντάζ που χρησιμοποιεί θαυμάσια και σε άλλα σημεία της ταινίας, όπως αυτό της βάπτισης και του ταυτόχρονου μπαράζ φόνων προς το τέλος), ο Κόπολα δείχνει δίχως δισταγμό το απίστευτο πραγματικά βάθος στο οποίο έχει διεισδύσει η οργάνωση σε κάθε πτυχή της αμερικάνικης (τουλάχιστον) κοινωνίας. Βλέπουμε να κινεί τα νήματα πολιτικής, δικαιοσύνης, ακόμα και της βιομηχανίας του θεάματος (Χόλιγουντ, μουσική κλπ.) Και, φυσικά, να συνεχίζει και τις καθαυτό μπίζνες. Τζόγος και πορνεία κυρίως και, σιγά - σιγά επέκταση και σε άλλους τομείς όπως τα ναρκωτικά, πράγμα που αποτελεί και βασικό θέμα της ταινίας. Οπότε δεν μιλάμε πλέον για ληστές ή απλώς απατεώνες. Μιλάμε για κάτι βαθύτατα ριζωμένο στο ίδιο το σύστημα της χώρας και γι' αυτό εξαιρετικά σημαντικό. Και, βέβαια, το ίδιο συμβαίνει και με τη γενέτειρα της οργάνωσης, τη νότια Ιταλία, όπου είναι γυρισμένο και ένα μέρος του φιλμ (τη βαθύτατη σχέση οργάνωσης - κοινωνίας εκεί μας έδειξαν πολύ πιο πρόσφατα τα συγκλονιστικά "Γόμμορα"). Οπότε, όχι, η Μαφία δεν είναι κάτι αμελητέο, δεν είναι μια ομάδα που οργανώνει ληστείες ή άλλης μορφής εγκλήματα, είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο και σημαντικότερο.
Άλλη παρατήρηση είναι η σύγκριση της λειτουργίας της οργάνωσης με τις δομές του ίδιου του καπιταλισμού. Τα πάντα, έρωτας, οικογένεια, συναίσθημα, προσωπική ευτυχία, περνάνε σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις μπίζνες που πάντοτε έχουν το πάνω χέρι. Εδώ η επιχείρηση μπορεί να εξασκεί παράνομες δραστηριότητες και να χρησιμοποιεί κάθε άλλο παρά νόμιμες μεθόδους, αλλά οι δομές παραμένουν πανομοιότυπες. Διάβολε, πόσες φορές καθημερινά βάζουμε (ή αναγκαζόμαστε να βάλουμε) τη δουλειά πάνω από οτιδήποτε άλλο; Γιατί λοιπόν να μη θεωρηθεί η Μαφία μια μικρογραφία του όλου συστήματος;
Φυσικά μπορούμε να πούμε πάμπολλα άλλα πράγματα για την ταινία καθ' εαυτή. Τον ρυθμό της που δεν κουράζει παρά τη μεγάλη διάρκεια, την παράδοξη προσωπικότητα του Αλ Πατσίνο, που από το πουθενά αναλαμβάνει τα ηνία με μια πολύ πιο αυστηρή και στυγνή "μπίζνες" άποψη, κοντύτερα ίσως στη μοντέρνα εποχή, για την αξέχαστη μουσική, για την εικόνα, για χίλιες δυο άλλες αρετές που ανακαλύπτει κανείς ξαναβλέποντας το φιλμ. Αλλά το είπαμε νομίζω από την αρχή: Πρόκειται για κλασική ταινία κι αυτό τα λέει όλα. Και όπως πάντα, για να προλάβω το γεγονός ότι σήμερα είμαστε κορεσμένοι με το θέμα που έχει δειχτεί δεκάδες φορές έκτοτε, μη ξεχνάτε ποτέ ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά. Και, νομίζω, και η καλύτερη.

Παρασκευή, Μαΐου 20, 2011

ΑΚΡΟΒΑΤΙΣΕΣ ΚΑΙ ΚΛΟΟΥΝ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΒΟΛΗΣ


Το έργο του ισπανού Álex de la Iglesia χαρακτηρίζεται από την πληθωρικότητα και την υπερβολή. Άγριος, αγγίζει συχνά τα όρια του κιτς, αλλά και του σπλάτερ. Η εντυπωσιακή (αν μη τι άλλο) "Τελευταία Ακροβάτις της Μαδρίτης" (Balada Triste de Trompeta) του 2010 δεν αποτελεί εξαίρεση. Υπερφιλόδοξη και αλληγορική ταινία, κινείται ανάμεσα στο ιστορικό φιλμ και το σπλάτερ, το δράμα, το γκροτέσκο και την κωμωδία, το ρεαλιστικό και το σουρεαλιστικό στοιχείο.
Ξεκινώντας από τον ισπανικό εμφύλιο και φτάνοντας ως τις τελευταίες μέρες του δικτάτορα Φράνκο (μέσα δεκαετίας 70), παρακολουθεί δύο κλόουν, τον "θλιμένο" και τον "κωμικό" να συγκρούονται άγρια για την καρδιά μιας όμορφης ακροβάτισας. Μαζί τους δείχνονται και στοιχεία της ιστορίας της χώρας. Όσο όμως το φιλμ προχωρά, ξεφεύγει όλο και περισσότερο από κάθε αληθοφανές στοιχείο, γίνεται όλο και πιο σουρεαλιστικό και παράλογο, βυθίζεται στην τρέλα - ηθελημένα βέβαια. Στο τέλος φτάνουμε και σε μια μεγάλη σκηνή - αναφορά στον Χίτσκοκ και τη "Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων" για να μπει και το σινεφίλ στοιχείο και να ολοκληρωθεί το χάος.
Φυσικά η αλληγορία είναι ξεκάθαρη: Οι δύο μέχρι θανάτου αντίζηλοι που διεκδικούν την Ισπανία είναι οι αντίπαλοι του εμφύλιου: Οι δημοκρατικοί και οι φασίστες. Από την άλλη θα μπορούσαν να είναι και η σωματική, άμεση, βίαιη και η πνευματική, σκεπτόμενη και συνάμα δειλή πλευρά - η σάρκα και το πνεύμα με λίγα λόγια - που διεκδικούν τον άνθρωπο. Τα αποτελέσματα της βίας, της μη συνεργασίας, της αέναα ανακυκλούμενης εκδικητικότητας και από τις δύο πλευρές, είναι βέβαια η αυτοκαταστροφή αμφοτέρων, αλλά και του αντικείμενου του πόθου. Η βία, βλέπετε, γεννά βία.
Σας είπα από την αρχή ότι πρόκειται για εντυπωσιακό, φαντασμαγορικό φιλμ και ο de la Iglesia σίγουρα διαθέτει σκηνοθετικές ικανότητες. Δεν διστάζει να είναι ωμός, ακόμα και κιτς, αφού έχει κάτι (την τρέλα ίσως) από μεγάλους συμπατριώτες του όπως ο Μπουνουέλ ή ο Αλμοδοβάρ. Απλώς, όλη αυτή η ορμή, η παράνοια, που πριν απ' όλα κυριαρχεί στους χαρακτήρες των ηρώων του, κάνει το όλο πράγμα κάπως "χύμα" και προσωπικά με κούρασε (ίσως και να με ενόχλησε) σε κάποια σημεία. Νομίζω ότι όλος αυτός ο πληθωρισμός ιδεών κάπου χάνει, γίνεται too much, οδηγεί στο χάσιμο του ελέγχου.
Ξέρω ότι πολλοί θα βρουν την ταινία δυνατή και - τρίτη φορά το λέω - εντυπωσιακή. Το καταλαβαίνω και είναι σεβαστό μπροστά σ' όλον αυτόν τον πλούτο εικόνων και συμφωνώ εν μέρει. Απλώς προσωπικά θεωρώ ότι ενώ έχει εξαιρετικές ιδέες, ο σκηνοθέτης αυτός, βουτηγμένος πάντα στην υπερβολή, κάπου "το χάνει".

Τετάρτη, Μαΐου 18, 2011

ΤΡΑΓΩΔΙΑ "ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ"


Ο Denis Villeneuve είναι από το Κεμπέκ του Καναδά και γι' αυτό γαλλόφωνος. Γαλλόφωνο λοιπόν είναι και το "Μέσα από τις Φλόγες" (Incendies) που γύρισε το 2010. Πρόκειται για μια δραματική, συγκλονιστική σε κάποια σημεία της, ταινία, που ήταν μάλιστα υποψήφια για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.
Δύο δίδυμα αδέλφια, αγόρι και κορίτσι, από λιβανέζα χριστιανή μητέρα, που ζουν στον Καναδά, αρχίζουν μετά το θάνατο της μητέρας τους να αναζητούν τα ίχνη του άγνωστου πατέρα τους. Η αναζήτηση θα τα φέρει μοιραία στα μόνιμα ταραγμένα εδάφη της Μέσης Ανατολής (του Λίβανου μάλλον), όπου σοκαριστικές αποκαλύψεις τα περιμένουν...
Σπάνια σύγχρονη ταινία μοιάζει τόσο πολύ με αρχαία ελληνική τραγωδία (και μάλιστα με συγκεκριμένη τραγωδία, που δεν θα σας αποκαλύψω). Το φιλμ μοιράζεται παράλληλα και ισότιμα ανάμεσα στη σύγχρονης εποχής αναζήτηση των παιδιών και στα προ τριακονταετίας περίπου φλας μπακ, μέσα από τα οπία καταγράφεται η ιστορία της μητέρας. Και, όπως είναι φυσικό, οι προσωπικές ιστορίες μπλέκονται αξεδιάλυτα με την εφιαλτική ιστορία μιας από τις πιο βασανισμένες περιοχές του πλανήτη. Εδώ βρίσκεται και το στοιχείο που μου άρεσε περισότερο: Σ' αυτό το μπλέξιμο προσωπικού και ιστορικού στοιχείου. Σα να σου λέει ο σκηνοθέτης ότι η προσωπική ιστορία του καθενός μας συναρτάται απόλυτα με την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της εποχής ή/και της συγκεκριμένης περιοχής του. Ουδείς μπορεί να ζήσει απομονωμένος, ανεπηρέαστος από το κοινωνικό γίγνεσθαι, ακόμα και αν δεν έχει την παραμικρή υποψία της σφραγίδας αυτού του γίγνεσθαι στη ζωή του, όπως συμβαίνει με τα δύο παιδιά της ιστορίας μας. Και βέβαια η καταδίκη του πολέμου και της βίας, που επιτυγχάνεται φανερώνοντας τις τραγικές και μακροχρόνιές της επιπτώσεις, είναι πανταχού παρούσα. Θύτες και θύματα, ήρωες και καθάρματα, αναδύονται από αυτή την κόλαση με εξ ίσου κατεστραμένες ζωές.
Καλογυρισμένο, με σασπένς και συνεχείς, όλο και πιο οδυνηρές, αποκαλύψεις έως τη συγκλονιστική κατάληξη, το φιλμ με κράτησε απόλυτα, συχνά με συγκίνησε και φανέρωσε τη δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη στο πάντρεμα ιστορικού και προσωπικού στοιχείου. Εκ των υστέρων πάντως είχα κάποιες αντιρρήσεις. Αυτές αφορούν κυρίως στο κάπως μελό στοιχείο και, κυρίως, στην τραβηγμένη ιστορία που βασίζεται σε μια τραγική σύμπτωση. Ε, ένα σοβαρό σενάριο που στηρίζεται σε σύμπτωση, κάπου χάνει νομίζω. Είναι, πώς να το πω, κάπως εύκολη λύση. Αν εξαιρέσει όμως κανείς αυτό το στοιχείο, πρόκειται σίγουρα, αν μη τι άλλο, για μια εξαιρετικά δυνατή ταινία.

Κυριακή, Μαΐου 15, 2011

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΗ ΠΟΙΗΣΗ


Για τον Andrey Tarkovsky (1932-1986) τι να πούμε; Ότι υπήρξε ο μεγαλύτερος ποιητής του σινεμά; Ότι είναι δύσκολος, στατικός, αλλά ταυτόχρονα υπνωτιστικός, με πανέμορφες εικόνες, ενώ διέθετε σε ύψιστο βαθμό πνευματικότητα; Ότι το σινεμά του είναι δύσκολο, τόσο όμορφο όμως που κυριολεκτικά παραλύει τον θεατή που θα αφεθεί σ' αυτό; Αυτά και άλλα πολλά.
Η "Νοσταλγία" γυρίζεται στην Ιταλία το 1983 (του ήταν πια σχεδόν αδύνατο να γυρίζει ταινίες στην πατρίδα του) και είναι η προτελευταία ταινία του. Και ακριβώς αυτό το συναίσθημα, η νοσταλγία, τη διαπερνά απ' άκρη σ' άκρη. Προφανώς και ο ίδιος ο δημιουργός της, αυτοεξόριστος, νοσταλγεί τη Ρωσία και το βγάζει κάθε στιγμή στην οθόνη. Ένας ρώσος ποιητής ταξιδεύει στην Ιταλία με την όμορφη διερμηνέα του. Διαφορετικοί χαρακτήρες οι δυο τους. Αυτός ασκητικός, στραμένος αποκλειστικά σχεδόν στα πνευματικά και περιφρονώντας τα εγκόσμια, εκείνη πιο προσγειωμένη, ερωτική, μπερδεμένη πνευματικά. Κάποια στιγμή θα συναντήσουν έναν τρελό (;) που προσπαθεί να εκπληρώσει ένα τάμα. Ο ποιητής θα αναλάβει ο ίδιος αυτό το χρέος.
Εκτός από τη νοσταλγία, ο χριστιανισμός του Ταρκόφσκι βρίσκεται εδώ στο υψηλότερο ίσως σημείο του. Ταυτιζόμενος με τον ποιητή (αλλά και συμφωνώντας με τον τρελό), μοιάζει να περιφρονεί απόλυτα κάθε γήινη ευχαρίστηση, ακόμα και τον έρωτα. Γι' αυτόν τα της ψυχής έχουν απείρως μεγαλύτερη σημασία. Το στοιχείο του νερού, εμμονή του Ταρκόφσκι, είναι και εδώ κυρίαρχο - όπως και στο "Στάλκερ". Το κατόρθωμα του μεγάλου δημιουργού είναι ότι μέσα από ένα μινιμαλιστικό σενάριο και δράση, μέσα από τους αργούς, υπνωτιστικούς ρυθμούς, μέσα από τις πανέμορφες πραγματικά εικόνες (η τελευταία αινιγματική σκηνή είναι αληθινά μια από τις ομορφότερες του παγκόσμιου κινηματογράφου), καταφέρνει να περνά τέλεια αυτή την πνευματικότητα, τα πιστεύω του. Σπάνια μορφή και περιεχόμενο βρίσκονται σε τέτεοια θαυμαστή αρμονία. Και σπάνια η ποίηση έίναι τόσο, μα τόσο κυρίαρχη.
Ο Ταρκόφσκι είναι βέβαια αυτός που είναι και η "Νοσταλγία" του ένα ποιητικό αριστούργημα. Λίγοι μπορούν να απολαύσουν τις ταινίες του, ακριβώς λόγω των αργών ρυθμών και της μινιμαλιστικής δράσης. Το καταλαβαίνω. Σεβαστό. Προσωπικά με γοητεύει όσο λίγοι άλλοι σκηνοθέτες. Αυτό που με ενδιαφέρει όμως να επισημάνω και να σχολιάσω είναι ένα άλλο στοιχείο, που αφορά όλες τις μορφές τέχνης: Αφήνομαι στη μαγεία του Ταρκόφσκι και τον θεωρώ μεγάλο, ενώ ταυτόχρονα δεν συμφωνώ καθόλου σχεδόν με τις ιδέες του. Η πνευματικότητά του είναι συγκινητική, γοητευτική και απόλυτα ειλικρινής, αλλά... Δεν είμαι ιδιαίτερα χριστιανός και ο πανταχού παρόν χριστιανισμός του με αφήνει αδιάφορο. Δεν θεωρώ τον ασκητισμό ιδανικό τρόπο ζωής και δεν θαυμάζω τους μοναχούς κάθε είδους (τους σέβομαι απόλυτα για τις επιλογές τους, αλλά προσωπικά δεν με ενδιαφέρουν). Με ενοχλεί η θέση του για τις γυναίκες (λίγο-πολύ θεωρεί ότι ο μοναδικός προορισμός τους είναι η δημιουργία και φροντίδα οικογένειας). Και πολλά άλλα. Εδώ ακριβώς όμως βρίσκεται νομίζω το μεγαλείο της τέχνης. Γιατί, ανεξάρτητα από τις αδιάφορες για μένα θέσεις του, εξακολουθώ να τον θαυμάζω και να τον θεωρώ μέγιστο. Κι αυτό (μου) συμβαίνει συχνά όχι μόνο στο σινεμά, αλλά και με άλλους δημιουργούς σε άλλες τέχνες. Θεωρώ το φαινόμενο αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρον, αφού δείχνει πόσο ανεξάρτητη είναι συχνά η τέχνη από την ιδεολογία από την οποία εμφορείται. Φυσικά θα προτιμούσα να συμφωνώ και με τις ιδέες ενός καλλιτέχνη που θαυμάζω. Τότε θα ήμουν ακόμα πιο ευτυχής. Παρ΄ όλα αυτά, όπως είπα, δεν μου είναι απαραίτητο. Ίσως γι' αυτό να μιλάμε συχνά για τη "μαγεία" της τέχνης. Γιατί στις μεγάλες στιγμές της μπορεί να καταφέρει αυτό ακριβώς το μαγικό: Να θαυμάζεις κάποιον, ενώ διαφωνείς μαζί του.

Παρασκευή, Μαΐου 13, 2011

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ "ΜΗ Μ' ΑΦΗΣΕΙΣ ΠΟΤΕ"



Το "Μη μ' αφήσεις ποτέ" (Never let me go, 2010) του Mark Romanek βασίζεται σε βιβλίο του ιαπωνικής καταγωγής βρετανού Καζούο Ισιγκούρα και είναι μια συγκινητική και απόλυτα μελαγχολική ταινία επιστημονιής φαντασίας. Όχι, μη νομίζετε ότι έχει εξωγήινους και διαστημόπλοια, καμία σχέση. Αλλά επιστημονική φαντασία μπορεί να είναι και μια ιστορία εναλλακτικού παρελθόντος, όπως αυτή εδώ.
Το μελαγχολικό στοιχείο διαπερνά απ' ακρη σ' άκρη το φιλμ. Τρία παιδιά, δυο κορίτσια και ένα αγόρι, μεγαλώνουν εσώκλειστα σε ένα σχολείο κάπου στην εξοχή. Κάποια στιγμή, στις αρχές της εφηβείας τους, θα μάθουν την φοβερή αλήθεια: Το γιατί ακριβώς βρίσκονται εκεί και ποιος είναι ο αληθινός προορισμός τους. Τι γίνεται τότε; Τίποτα. Απλώς μαθαίνουν να ζουν μ' αυτό. Να ζουν σ' έναν κόσμο με ελάχιστο μέλλον.
Η ταινία είναι χαμηλότονη, δίχως δραματικές εξάρσεις (σίγουρα από σκηνοθετική άποψη). Δομείται σαν ερωτική ιστορία, σαν ένα ερωτικό τρίγωνο δηλαδή, όπου το ένα από τα τρία σκέλη είναι καταδικασμένο να ζήσει στη μοναξιά. Όμως πίσω από την ερωτική ιστορία διαγράφεται σκοτεινό το φοβερό φόντο που λέγαμε. Αυτό που κάνει εντύπωση είναι ότι οι ήρωες δεν εξεγείρονται όταν μαθαίνουν την αλήθεια. Όπως είπαμε, απλώς μαθαίνουν να ζουν μ' αυτή. Η στωικότητα αυτή μπορεί να ερμηνευτεί ως ανημποριά, αδυναμία να πράξουν οτιδήποτε (μάλλον δεν θα μπορούσαν έτσι κι αλλιώς) ή ως φιλοσοφική άποψη (καλβινική; βουδιστική; δεν ξέρω), που ζητά από τους ανθρώπους να παίρνουν τη ζωή όπως είναι, αγόγγυστα. Από τη άλλη όμως μπορεί να ερμηνευτεί και σαν ένα είδος αλληγορίας της πραγματικής ζωής, όπου ουσιαστικά συμβαίνει ό,τι ακριβώς στην ταινία, σε άλλη κλίμακα όμως: Ενώ όλοι ξέρουμε πολύ καλά ότι η ζωή μας είναι πεπερασμένη, θα έχει σίγουρα ένα τέλος, ωστόσο συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, να αγωνιούμε, να ερωτευόμαστε και να απογοητευόμαστε, λες και όλα αυτά θα κρατήσουν για πάντα. Δεν ξέρω τι απ' όλα θέλει να μας πει το φιλμ. Διαλέγετε και παίρνετε. Ή επινοείτε άλλες, διαφορετικές ερμηνείες.
Πέραν αυτών όμως προσωπικά τη βρήκα καλή ταινία και σε πολλά σημεία κατάφερε να με συγκινήσει πραγματικά. Αυτή η τρυφερότητα και η συγκίνηση είναι άλλωστε που κυριαρχούν παρά το εφιαλτικό θέμα (ενώ, ας πούμε, σε μια εξ ίσου απελπισμένη πρόσφατη ταινία όπως "Ο Δρόμος" κυριαρχεί αυτή ακριβώς η ζοφερότητα και το απόλυτο αδιέξοδο, δίχως ίχνος διαφυγής). Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι ότι παρά την δεδομένη του ζοφερότητα και παρά το ότι απ' την αρχή είναι σαφές ότι δεν υπάρχει σωτηρία, μπορεί κανείς να τη χαρακτηρίσει ακόμα και αισιόδοξη. Αν τη δει δηλαδή κάτω από μια άλλη σκοπιά (όπως καταλάβατε μπορεί να ειδωθεί από πολλές και εντελώς διαφορετικές γωνίες): Αυτή που λέει "απόλαυσε όσο μπορείς ακόμα και τα ελάχιστα που έχεις. Ακόμα και γι' αυτά τα ελάχιστα ή ακόμα κι αν η ίδια είναι ελάχιστη, η ζωή αξίζει".

Τρίτη, Μαΐου 10, 2011

"ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΙΕΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ" ΣΤΟ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ



Ο Johnnie To είναι ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του σινεμά του Χονγκ Κονγκ και, όπως έμαθα από φίλους, αφού αυτή εδώ είναι η πρώτη του ταινία που βλέπω, "εγγύηση" για κάτι καλό. Το "Running Out of Time" (Am Zin για τους κινεζομαθείς) γυρίστηκε το 1999 και επιβεβαίωσε την φήμη αυτή.
Πρόκειται για τυπικό αστυνομικό φιλμ, με μπάτσους και ληστές, με κυνηγητά, με τέλεια οργανωμένες ληστείες και όλα τα στάνταρς του είδους, πλην όμως για μένα αποτέλεσε ένα από τα πολύ καλά δείγματά του, που σίγουρα θα ζήλευαν πάμπολλοι αμερικάνοι δημιουργοί που ειδικεύονται σ' αυτό.
Η ταινία παρακολουθεί το παιχνίδι γάτας και ποντικού (μόνο που δεν ξέρουμε ακριβώς ποιος είναι γάτα και ποιος ποντίκι) ενός ιδιόρυθμου και πανέξυπνου μπάτσου και ενός ιδιοφυούς ληστή. Μόνο που το παιχνίδι αυτό έχει ιδιαιτερότητες: Ο ληστής έχει μπροστά του μόνο λίγες μέρες ζωής, καθώς πάσχει από καρκίνο. Γιατί λοιπόν καταστρώνει όλα αυτά τα ιδιοφυή σχέδια και γιατί μοιάζει να αποζητά να αναλάβει την υπόθεση ο συγκεκριμένος μπάτσος και όχι οποιοσδήποτε άλλος;
Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι η όλη ιστορία δεν είναι παρά ένα διανοητικό παιχνίδι και για τους δύο, ένα είδος παρτίδας σκακιού, κάτι που, πέρα από ρόλους καλού και κακού, πέρα από καθήκον και παραβατικότητα, πέρα από εφαρμογή ή παραβίαση του νόμου, πολύ απλά απολαμβάνουν και οι δύο. Και αυτό το παιχνίδι είναι η ουσία. Κι ας βρίσκονται σχεδόν κάθε στιγμή και οι δύο στα όρια του θανάτου. Μπορούμε να το δούμε όμως και σαν έναν ύμνο στην αντρική φιλία. Διότι, παρά το ότι προφανώς ανήκουν σε διαφορετικά στρατόπεδα, μια υπόγεια φιλία δένει τους δύο "εχθρούς", μια φιλία που πηγάζει από έναν ανομολόγητο αμοιβαίο θαυμασμό.
Στο μεταξύ, εγώ παρακολούθησα με κομμένη την ανάσα μια ταινία βίαιη και τρυφερή ταυτόχρονα, δίχως κοιλιές, με διαρκείς ανατροπές, με σασπένς, με το χιούμορ και την συγκίνηση να εναλλάσσονται, με "κατάμαυρα" σημεία και, βέβαια, με κάποιες σεναριακές "ταρζανιές" (εκεί που λες "ε, αυτό μάλλον δεν γίνεται"). Αλλά αυτό το τελευταίο λίγο με πείραξε, αφού βρήκα το όλο πράγμα απολαυστικότατο.

Κυριακή, Μαΐου 08, 2011

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΠΙΝΑ ΜΠΑΟΥΣ


Τελικά φαίνεται ότι ο απόλυτα παρακμασμένος εδώ και δεκαετίες Wim Wenders εξακολουθεί να κάνει καλό σινεμά μόνο όταν γυρίζει ντοκιμαντέρ. Θυμόμαστε βέβαια το "Buena Vista...". Να λοιπόν τώρα που καταπιάνεται με τη συμπατριώτισα και φίλη του (όπως διάβασα) όσο ζούσε Pina Bausch.
Η Πίνα Μπάους (1940-2009) είναι φυσικά μια από τις κορυφαίες χορογράφους του μοντέρνου χορού. Για όσους δεν την ξέρετε, δημιούργησε ένα είδος χοροθεάτρου, που πολύ μακριά βρίσκεται από την τυπική εικόνα της μπαλαρίνας και του χορευτή στο κλασικό μπαλέτο. Οι χορευτές της φοράνε σύγχρονα ρούχα, χρησιμοποιούν καθημερινά, σύγχρονα χρηστικά αντικείμενα, πολλές φορές δεν χορεύουν ακριβώς αλλά κινούνται στο χώρο, άλλες φορές πάλι το αποτέλεσμα αγγίζει τα όρια του ακροβατικού... αλλά η υψηλή ποίηση είναι πάντοτε παρούσα, ενώ σχεδόν πάντοτε τα έργα της μιλάν για τον ανθρώπινο πόνο, τη μοναξιά, την σκοτεινή πλευρά της ζωής.
Στο ντοκιμαντέρ Pina (2011) μην περιμένετε να δείτε ένα βιογραφικό της μεγάλης χορογράφου, ούτε την ίδια να μιλά για το έργο της (ελάχιστα μόνο). Η ταινία άλλωστε γυρίστηκε κυρίως μετά τον ξαφνικό της θάνατο, παρά το ότι είχε προγραμματιστεί λίγα χρόνια πριν. Εδώ λοιπόν τον λόγο έχει ο καθαρός χορός. Οι χορευτές της ξαναχορεύουν αποσπάσματα από 4 από τα γνωστότερα έργα της (ανάμεσά τους και το πιο γνωστό ίσως Cafe Miller), αλλά χορεύουν και στους δρόμους ή στην εξοχή της πόλης τους, του Βούπερταλ. Ανάμεσα στα επί σκηνής ή υπαίθρια κομμάτια, ένας - ένας απ' αυτούς μιλά σύντομα για κάτι που τον/την συγκλόνισε ή άλλαξε ή θυμάται έντονα από τη συνεργασία του/της μαζί της, αποδεικνύοντας έμμεσα και με λιτό και καθόλου κουραστικό τρόπο πόσο μεγάλη δασκάλα ήταν, αλλά και τον τρόπο που δούλευαν σαν όλοι μαζί ομάδα, το πόσο δεμένοι ήταν, το πώς ένοιωθαν την ομάδα σαν οικογένεια.
Το 3D που επιλέγει ο Wenders αποδίδει κατά τη γνώμη μου, καθώς σε βάζει μέσα στη σκηνή, στο χορό, στις συχνά εκπληκτικές κινήσεις των μελών της ομάδας. Να σημειώσω εδώ και τις θαυμάσιες μουσικές που ντύνουν το χορό, με την εκπληκτική ποικιλία που τις διακρίνει. Κινούνται σε μια ευρύτατη γκάμα, από κλασική μέχρι Gaetano Veloso και παλιά τραγούδια των 30ς ή 40ς.
Γενικά λοιπόν αν δεν σας ενδιαφέρει ο χορός δεν σας ενδιαφέρει και το τόσο εξειδικευμένο αυτό φιλμ. Αλλά ούτε αν πάτε για εγκυκλοπαιδικούς λόγους, για να μάθετε για την Pina Bausch, σας ενδιαφέρει ακριβώς. Η πρότασή μου; Ξεχάστε ότι πήγατε σινεμά. Αφεθείτε στη μαγεία των σωμάτων, των κινήσεων, των μουσικών, σα να παρακολουθείτε αποσπάσματα από χορευτικές παραστάσεις. Συγκινηθείτε, νοιώστε το, απολαύστε το. Ή, αν θέλετε να το θέσουμε αλλιώς, μέσω του σινεμά μυηθείτε σε μια άλλη, διαφορετική τέχνη.

Πέμπτη, Μαΐου 05, 2011

Ο ΜΥΛΟΣ, Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΜΠΡΙΓΚΕΛ


Μερικές ταινίες πριν, είχα θεωρήσει το "Exam" ως παράδειγμα ταινίας όπου πάνω από το 80% της αποτελεσματικότητάς της οφείλεται στο σενάριο και ελάχιστα στην εικόνα ή τη σκηνοθεσία. Η τύχη το έφερε να δω σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα την ακριβώς αντίθετη περίπτωση: "Ο Μύλος και ο Σταυρός" (The Mill and the Cross, 2011) του πολωνού Lech Majewski ρίχνει όλο το βάρος στην εικόνα, ενώ η όποια αφήγηση περνά εμφανώς σε δεύτερη μοίρα.
Ο Pieter Bruegel (1525-1569) είναι βέβαια ο μεγάλος φλαμανδός ζωγράφος, γνωστός τόσο για τις καθημερινές σκηνές που ζωγράφισε, όσο και για τις "μεταφυσικές" (π.χ. "Ο Θρίαμβος του Θανάτου", εμπνευσμένος από την επιδημία πανούκλας και τα άλλα δεινά της εποχής). Και στις δύο περιπτώσεις τα έργα του είναι πάντοτε σχεδον πολυπρόσωπα, τόσο που μερικές φορές χρειάζεται κανείς μεγενθυτικό φακό για να δει όλες τις λεπτομέρειες. Ο Majewski (καθόλου τυχαίο ότι έχει αποφοιτήσει από σχολή Καλών Τεχνών) εμπνέεται από τον πίνακα του Μπρίγκελ "Ο Χριστός φέρων τον Σταυρό" ή "Ο δρόμος για τον Γολγοθά" και κάνει μια παράξενη ταινία όπου η πραγματικότητα της εποχής, ο ίδιος ο Μπρίγκελ και η ιστορία του Χριστού γίνονται ένα με τη δημιουργία και τελικά τον ίδιο τον πίνακα. Ο Μπρίγκελ που συζητά με έναν φίλο του συλλέκτη για τον τρόπο που δουλεύει, ο γνωστή ιστορία της στάυρωσης του Χριστου και διάφορες αποσπασματικές ιστορίες της Φλάνδρας της εποχής μπερδεύονται σε ένα τελικά εντυπωσιακό εικαστικό αποτέλεσμα. Το πολιτικό φόντο της εποχής δεν μένει έξω από τον καμβά: Η Φλάνδρα ήταν τότε υπό την κατοχή των Ισπανών, οι οποίοι, ως φανατικοί καθολικοί, βασάνιζαν και εκτελούσαν τους "αιρετικούς" (βλέπε προτεστάντες) με την αγριότητα που πάντα χαρακτηρίζει τους θρησκευτικούς πολέμους (από τις μεγαλύτερες ηλιθιότητες της ανθρώπινης ιστορίας κατά τη γνώμη μου). Έτσι ο ζωγράφος βίωνε τη φρίκη και την καταπίεση, οι οποίες μπλέκονταν αναπόφευκτα με τις καθημερινές σκηνές (γιορτές, φαγοπότια, παιδικά παιχνίδια κλπ.) Όλα αυτά συνυπάρχουν στο έργο του.
Έχει σημασία να τονίσουμε ότι ο Majewski κάνει αυτό το "συνοθύλευμα" από καταστάσεις ακολουθώντας ακριβώς τον τρόπο του ζωγράφου: Μπορεί το θέμα του πίνακα να είναι ο Γολγοθάς, το πλήθος όμως είναι ντυμένο με σύγχρονα ρούχα (του 1500 εννοώ) και γύρω συμβαίνουν πλήθος καθημερινών σκηνών. Όπως λέει χαρακτηριστικά σε μια σκηνή ο καλλιτέχνης, αυτό που θέλει να δείξει στον πίνακά του είναι ότι ενώ δίπλα μας συμβαίνουν κοσμοϊστορικά, συγκλονιστικά γεγονότα, οι άνθρωποι συχνά δεν τα αντιλαμβάνονται και εξακολουθούν να ζουν τις κανονικές, ευχάριστες ή δυσάρεστες, ζωές τους, ασχολούμενοι με τα προσωπικά τους προβλήματα. Αυτό ακριβώς κάνει στο έργο: Η σκηνή με το Χριστό είναι κάπου χαμένη στο πλήθος, καθόλου κεντρική, ενώ δεκάδες άλλα πρόσωπα γύρω ασχολούνται με καθημερινές ενασχολήσεις. Οπότε, λαμβάνοντας αυτό υπ' όψη, κατανοούμε γιατί ο Majewski μπερδεύει κι αυτός τόσα πράγματα στη ταινία του, ακολουθώντας την ίδια τεχνική.
Είπα όμως από την αρχή ότι το βάρος του φιλμ πέφτει στο εικαστικό μέρος. Ο σκηνοθέτης έχει καταφέρει να αναπλάσει μια τέλεια μπριγκελική ατμόσφαιρα. Αν μάλιστα ξέρετε κι άλλους πίνακες του ζωγράφου, θα δείτε ότι σχεδόν κάθε σκηνή είναι και ένας Μπρίγκελ. Οδηγώντας μάλιστα στα άκρα τη λογική του και χρησιμοποιώντας ψηφιακές τεχνικές, χρησιμοποιεί σαν φόντο σε κάθε εξωτερική σκηνή (ακόμα κι αυτές που φαίνονται λιγάκι έξω από παράθυρα) όχι κινηματογραφημένα τοπία ή σκηνικά, αλλά αυτούσια τα φόντα και τα τοπία από πίνακες του Μπρίγκελ. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό και εικαστικότατο.
Αν λοιπόν ενδιαφέρεστε για το εικαστικό μέρος του σινεμά, η ταινία είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετική. Αν πάτε να παρακολουθήσετε όμως μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, μάλλον ατυχήσατε. Χωρίς αυτή η έλλειψη - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - να είναι αρνητική. Κάθε άλλο.
ΥΓ: Το φιλμ μπορεί να είναι αρκετά "πειραματικό", το πολυεθνικό καστ όμως είναι εντυπωσιακό: Ρούντγκερ Χάουερ ως Μπρίγκελ, Σαρλότ Ράμπλινγκ, Μάικλ Γιορκ!

Τετάρτη, Μαΐου 04, 2011

ΑΣΤΕΙΟ, ΓΑΣΤΡΙΜΑΡΓΙΚΟ "ΤΑΞΙΔΙ"


Ο παραγωγικότατος Michael Winterbottom παραμένει πιστός στο concept του: Την απόλυτη απουσία concept. Πρόκειται για έναν από τους σύγχρονους δημιουργούς των οποίων οι ταινίες δεν έχουν καμία σχεδόν σχέση μεταξύ τους. "Το Ταξίδι" (The Trip, 2010) είναι ένα είδος κωμωδίας (σκεφτείτε ότι η προηγούμενή του ήταν ο βιαιότατος "Δολοφόνος Μέσα μου"). Σαν γενικό κλίμα και χιούμορ αυτό το "Ταξίδι" θυμίζει το "Τρίσταμ Σάντι" (A cock and bull story), που ο W. είχε γυρίσει μερικά χρόνια πριν. Πρωταγωνιστεί άλλωστε και το ίδιο δίδυμο, οι Στιβ Κούγκαν και Ρομπ Μπράντον. Αρχικά γυρίστηκε σαν σίριαλ του BBC σε 6 επεισόδια και στη συνέχεια συμπτύχθηκε για να γίνει ταινία.
Στην ταινία λοιπόν, ένα μεγάλο περιοδικό προτείνει σε έναν ηθοποιό να κάνει ένα ταξίδι στη Βόρεια Αγγλία, με σκοπό να γράψει τις τις γευστικές του εμπειρίες για 6 εστιατόρια. Επειδή όμως βαριέται να το κάνει μόνος, καλεί και έναν φίλο του κωμικό για παρέα.
Ουσιαστικά το φιλμ κινείται κάπως αυτοσχεδιαστικά (υποθέτω), με μίνιμαλ σενάριο και δίχως ιδιαίτερη πλοκή. Οι δυο τους ταξιδεύουν από πόλη σε πόλη (ή χωριό), τρώνε, συζητάν ατελείωτα, κάνουν πλήθος μιμήσεων γνωστών ηθοποιών (συχνά πολύ αστείων), ανταλλάσουν σινεφίλ ατάκες, βλέπουν σινεφίλ όνειρα, ενίοτε ο ένας πηδά και καμιά κοπέλα (ο άλλος είναι καλός και πιστός οικογενειάρχης)... Αυτό που αποκαλύπτεται είναι η μεταξύ τους σχέση αγάπης - μίσους. Άλλωστε οι δυο τους είναι και εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, που αποκαλύπτονται κι αυτοί βαθμιαία, μαζί με τα κοινωνικά και οικογενειακά τους background: Ο ένας είναι ματαιόδοξος, λίγο καβαλημένος, αγχώδης, αγωνιά για το καλλιτεχνικό του μέλλον και θέλει να γίνει διάσημος. Ο άλλος πιο προσγειωμένος, συμφιλιωμένος με τη ζωή και την οικογένειά του, πετά συνεχώς κωμικές ατάκες και κάνει ατέλειωτες μιμήσεις, λες και δεν μπορεί να μιλήσει διαφορετικά. Στην τελευταία σκηνή, ίσως ο θεατής συγκινηθεί και κάπως, αφού ο καθένας δείχνεται πια ξεχωριστά, στο προσωπικό του περιβάλλον. Στο μεταξύ μάλλον θα του έχει ανοίξει η όρεξη με τα διάφορα - συχνά ασυνήθιστα και γκουρμέ - που δοκιμάζουν οι ήρωές μας.
Πολλές από τις ατάκες, τις συνομιλίες, τις καταστάσεις και τις μιμήσεις έχουν αρκετή πλάκα και το όλο φιλμ κυλά σ' ένα χαλαρωτικό και ευχάριστο κλίμα. Συχνά βέβαια δεν έπιανα όσα σχολίαζαν την εκπομπή του Μπράντον (αφού δεν την ξέρω), κάπου βρήκα ότι υπάρχουν πολλές μιμήσεις και αρκετό μπλα μπλα, συνολικά όμως διασκέδασα και βγήκα με ευχάριστη διάθεση. Μέχρις εκεί όμως. Δεν θα το χαρακτήριζα κάτι παραπάνω, αν και είδα αρκετές πολύ εγκωμιαστικές κριτικές. Για μένα η λέξη που θα το χαρακτήριζε είναι "χαριτωμένο". Με την καλή έννοια.

Τρίτη, Μαΐου 03, 2011

ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ "ΓΥΡΙΖΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΥΟ"


"Ο Άνθρωπος που γύρισε από το Κρύο" ("Iceman Cometh" στα αγγλικά, "Ji dong ji xia" στα κινέζικα, επειδή ξέρω ότι σας ενδιαφέρει πολύ αυτή η πληροφορία) του 1989 είναι μια ακόμα ταινία εκ Χονγκ Κονγκ, αυτή τη φορά του παραγωγικότατου Clarence Fok. Και, για να το θέσω κάπως κομψά, δεν νομίζω ότι συγκαταλέγεται στις καλύτερες της χώρας αυτής με την τόσο εύρωστη κινηματογραφία.
Δύο φρουροί κάποιου μεσαιωνικού κινέζου αυτοκράτορα, άσσοι φυσικά αμφότεροι στις πολεμικές τέχνες, βρίσκονται σε θανάσιμη διαμάχη, αφού ο ένας είναι «καλός» και πιστός στον αυτοκράτορα και ο άλλος «κακός» και, για να ακριβολογούμε, σαδιστής και προδότης. Πάνω στην τελική τους μονομαχία, θάβονται στο χιόνι και ξυπνάνε… κάτι αιώνες μετά στο σύγχρονο Χονγκ Κονγκ, όπου είχαν μεταφερθεί οι σοροί τους. Αντιλαμβάνεστε τι γίνεται στη συνέχεια. Η διαμάχη συνεχίζεται με σύγχρονους πλέον όρους και, ενίοτε, και με σύγχρονα όπλα - χωρίς ωστόσο να ξεχνάμε τα πατροπαράδοτα σπαθιά - και όλα γίνονται μπάχαλο. Υπάρχει και ένας μαγικός «τροχός» που σε μεταφέρει στο χρόνο… και άλλα πολλά.
Αν είστε φίλοι του απωανατολίτικου ξύλου ή των αντίστοιχων σπαθοκαταστάσεων, ίσως διασκεδάσετε. Εγώ πάντως έβλεπα κάθε λίγο το ρολόι μου και ευχόμουν να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα όλο ατό το μπάχαλο. Που, βέβαια, συνοδευόταν από όλα τα χαρακτηριστικά που απεχθάνομαι στις ταινίες του είδους αυτού: Ηθοποιούς που ουρλιάζουν αντί να μιλάνε (ποτέ δεν το κατάλαβα αυτό. Υπάρχει βέβαια συχνά και στον Κουροσάβα, αλλά προφανώς καμία σχέση) και εντελώς χοντροκομμένο χιούμορ (για τα δικά μου γούστα τουλάχιστον), που έχει να κάνει κυρίως με την έκπληξη του «καλού» που βρίσκεται ξαφνικά στον σύγχρονο κόσμο και όλα του φαίνονται παράδοξα και ακατανόητα. Αφήστε που βρήκα και κιτς τα σπέσιαλ εφέ, με πολύχρωμα φωτάκια και ακτίνες να βγαίνουν από την αρχαία «χρονομηχανή».
Τώρα βέβαια κάποιες μεμονωμένες σκηνές ίσως να είναι καλές ή, τέλος πάντων, εντυπωσιακές. Α, ναι, παίζει και η πολύ όμορφη και γνωστή Μάγγι Τσέουνγκ. Εγώ πάντως, όπως σας είπα, έπληξα. Ευτυχώς δεν συμβαίνουν μόνο τέτοια στο εκ Χονγκ Κονγκ σινεμά, δυστυχώς όμως τα «τέτοια» καταλαμβάνουν, φοβάμαι, μάλλον μεγάλο μέρος του.
ΥΓ: Top σκηνή όταν ο κακός ανοίγει τα χέρια και ουρλιάζει σ' ένα ερημικό χιονισμένο τοπίο: "Ναι, μ' αρέσει να βιάζω και μετά να σκοτώνω γυναίκες"! Τόσο καλά...

Κυριακή, Μαΐου 01, 2011

Η "ΜΑΥΡΗ ΑΦΡΟΔΙΤΗ" ΚΑΙ Ο ΑΒΑΣΤΑΧΤΟΣ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ


Η "Μαύρη Αφροδίτη" (Venus Noir) του 2010, που (δυστυχώς) βασίζεται σε αληθινή ιστορία, είναι φυσικό να φέρνει στο μυαλό τον "Άνθρωπο Ελέφαντα" του Lynch, που εξετάζει μια παρόμοια περίπτωση. Στην ταινία του Abdellatif Kechiche όμως (που είχε κάνει και το πολύ ενδιαφέρον "Κους κους με φρέσκο ψάρι") τα πράγματα είναι αρκετά πιο πολύπλοκα.
Στο Λονδίνο του 1810 και, αργότερα, στο Παρίσι, η Σάρκι Μπάρτμαν, μαύρη από τη Νότια Αφρική, που ανήκει στη φυλή των Οτεντότων, επιδεικνύει σε ένα αχόρταγο λευκό κοινό τις φυλετικές της ιδιομορφίες σε ένα απόλυτα ταπεινωτικό θέαμα, που είναι ταυτόχρονα "εξωτικό" και ερεθιστικό, ώσπου αρχίζει γι' αυτήν η παρακμή.
Ενώ όμως ο "Άνθρωπος Ελέφαντας" προσπαθεί απεγνωσμένα να αποδείξει ότι είναι άνθρωπος, νοήμον ον, εδώ αυτό είναι δεδομένο - ή τουλάχιστον το γνωρίζουν καλά οι εκμεταλλευτές της και προσπαθούν να την καλοπιάσουν, αφού γι' αυτούς είναι χρυσωρυχείο. Ετσι στο φιλμ, πέραν του ρατσιστικού θέματος, που φυσικά είναι κυρίαρχο, υπάρχει έντονος προβληματισμός για τη φύση του θεάματος, για τα όρια τέχνης και πραγματικότητας, για το πόσο μπορεί κανείς να ταπεινωθεί για να κερδίσει κάτι. Χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι το βασικό μοτίβο δεν παραμένει η απόλυτη εκμετάλλευση σε μια κοινωνία θεάματος, μια κοινωνία που βασιζεται σε διάφορες άμεσες ή έμμεσες μορφές εκπόρνευσης. Βλέπετε, η ηρωίδα, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, συμμετέχει με τη θέλησή της στον εξευτελισμό της, πληρώνεται γι' αυτό και απολαμβάνει μια σειρά από πολυτέλειες. Γι' αυτό και χάρη στη δική της κατάθεση, ο εκμεταλλευτής της αθωώνεται από το δικαστήριο.
Όπως καταλάβατε τα θέματα που θίγονται εδώ είναι σαφώς πολυπλοκότερα από την προφανή επιθυμία κάποιου που υφίσταται εξευτελισμούς να γίνει επιτέλους σεβαστός. Και, κερασάκι στην τούρτα, μπαίνει και η επιστήμη της εποχής, που κι αυτή εκμεταλλεύεται με το δικό της τρόπο την πλήρως αποκομμένη από οτιδήποτε πραγματικά δικό της ηρωίδα, που στόχος της (της επιστήμης εννοώ) είναι να τη μελετήσει "επιστημονικά", διατυπώνοντας ρατσιστικές "επιστημονικές" πάντα αντιλήψεις. Και βέβαια η εκμετάλλευση δεν σταματά ούτε καν μετά τον θάνατό της...
Ο Kechiche υιοθετεί ένα θα το χαρακτήριζα "ενοχλητικό" στιλ. Με μεγάλες σκηνές επιμένει να δείχνει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια τα "σόου", τον εξευτελισμό δηλαδή της ηρωίδας, από τις μέρες της επιτυχίας μέχρι την εποχή της απόλυτης παρακμής. Αυτό συνολικά - σε συνδυασμό και με τις δυόμιση ώρες της διάρκειας - με κούρασαν σε ορισμένα σημεία, συνετέλεσαν όμως, νομίζω, στο να επιδρά βαθιά η ταινία στον θεατή, να τον συγκλονίζει πραγματικά, ίσως μάλιστα επειδή ακριβώς συχνά τον ενοχλεί. Έτσι προσωπικά, παρά τα δύσκολα και όπως είπα κουραστικά σημεία, την θεωρώ μια εξαιρετικά δυνατή και πολυεπίπεδη ταινία, που απλώνει την προβληματική της σε πολύ ευρύτερα θέματα από αυτό του ρατσισμού.

eXTReMe Tracker