Πέμπτη, Ιανουαρίου 30, 2014

ΟΙ ΚΑΤΑ WARDERDAM ΑΔΕΛΦΟΙ ΓΚΡΙΜ

Περιττό να πω ότι όταν ο δαιμόνιος ολλανδός ονομάζει μια ταινία του "Grimm" και δηλώνει ότι εμπνέεται από του δύο παραμυθάδες αδελφούς του 19ου αιώνα, κάθε άλλο παρά ένα συμβατικό παραμύθι πρόκειται να δείτε. Κατ' αρχάς το "Grimm" του 2003 διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή. Πέραν αυτού είναι αρκετά σουρεαλιστικό, επίτηδες αναληθοφανές, σαρκαστικό. Όπως τα περισσότερα φιλμ του άλλωστε...
Δύο αδέλφια (μόλις έχουν βγει από την εφηβεία) εγκαταλείπονται σε ένα δάσος από τους άσπλαχνους γονείς τους (ήδη ο σουρεαλισμός έχει ξεκινήσει. Οι γονείς τους "εγκαταλείπουν" κοτζάμ μαντράχαλους σε σύγχρονο ευρωπαϊκό δάσος;). Τα αδέλφια θα ταξιδέψουν στην Ισπανία (!) επειδή είναι... πιο ζεστά. Εκεί η κοπέλα θα παντρευτεί πλούσιο γιατρό που ζει σε απομονωμένη βίλα με την αυταρχική και καταπιεστική αδελφή του, ενώ το αγόρι θα παραδοθεί στη ζήλεια (υπόνοιες για κάποια απαγορευμένη σχέση ανάμεσά τους). Σύντομα θα συγκρουστεί με τον γιατρό - σύζυγο και το φιλμ θα μετατραπεί σε ένα είδος θρίλερ, ακόμα και τταινία καταδίωξης. Όσο για τους αδελφούς Γκριμ, σ' αυτούς, εκτός της κλασικής αρχής, υπάρχουν μόνο σποραδικές αναφορές (όπως τα ζώα που ανεβαίνουν το ένα πάνω στο άλλο).
Πρόκειται για ένα είδος παλαβής παρωδίας, με κάμποσο μαύρο χιούμορ. Βρισκόμαστε δηλαδή εντός της προσφιλούς ατμόσφαιρας του σαρδόνιου ολλανδού σκηνοθέτη. Το παράλογο, το παιχνίδι με κινηματογραφικά είδη (π.χ. θρίλερ), το σασπένς (σκοτεινά μυστικά στη βίλα, η τελική καταδίωξη κλπ.), οι "κουφές" λύσεις διαφόρων καταστάσεων, δεν λείπουν. Και φυσικά, όπως είπαμε στην αρχή, ξεχάστε κάθε είδος αληθοφάνειας. Ο Warderdam, πάνω απ' όλα, είναι ένα είδος σύγχρονου σουρεαλιστή, δίχως όμως να αφήνει το ονειρικό στοιχείο να πάρει τον πρώτο λόγο ή το στοιχείο του παράλογου να αποδομήσει εντελώς την πλοκή.
Η ταινία πιθανόν θα ξενίσει όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με το κλίμα του δημιουργού και όσους πάνε για να δουν μια "κανονική" ιστορία. Έτσι απευθύνεται μάλλον σε λίγους. Προσωπικά με διασκέδασε πολύ. Την βρήκα μάλιστα από τις απολαυστικότερες (απ' όσες έχω δει βεβαίως) του σκηνοθέτη. Όσο για τη συνήθη υπονόμευση του θεσμού της οικογένειας, ε, αυτή υπάρχει στην αρχή του φιλμ με τους περίεργους γονείς και την εξ ίσου περίεργη σχέση των αδελφών...

Τετάρτη, Ιανουαρίου 29, 2014

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΚΩΜΩΔΙΑΣ, ΤΟ STAR SYSTEM ΚΑΙ Ο ΣΚΟΡΣΕΖΕ



   Η διασημότητα αποτελεί το (άπιαστο συχνά) όνειρο εκατομμυρίων ανθρώπων. Ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή, με το star system να επιβάλλει συχνά παντελώς κενά περιεχομένου είδωλα και πλήθη να παραληρούν γι’ αυτά, το φαινόμενο έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις. Μια από τις σχετικά άγνωστες ταινίες του Martin Scorsese, “Ο Βασιλιάς της Κωμωδίας» του 1982, αποτελεί μια από τις καλύτερες μελέτες του φαινομένου.
Ο ήρωας Ρούπερτ Πάπκιν (ο Ντε Νίρο στις καλές εποχές του) είναι ένας μέτριος stand up κωμικός. Ωστόσο το μοναδικό όνειρο της ζωής του είναι να γίνει διάσημος, όπως ακριβώς το είδωλό του, ο σούπερ σταρ κωμικός και τηλεπαρουσιαστής Τζέρι Λάνγκφορντ (ο Τζέρι Λούις, που στην ταινία αυτή πραγματοποιεί μια σπάνια επανεμφάνιση). Όταν ο τελευταίος απορρίπτει ουσιαστικά τη δουλειά του Ρούπερτ (για να είμαστε ακριβείς το επιτελείο του την απορρίπτει, σιγά μην ασχολείται ο ίδιος με τα εκατοντάδες ψώνια που του φορτικά του ζητούν διάφορα), ο Ρούπερτ τον απαγάγει με τη βοήθεια μιας ακόμα πιο τρελαμένης φαν μόνο και μόνο για να κερδίσει τα φώτα της διασημότητας, αφού σαν λίτρα απαιτεί μια και μοναδική εμφάνιση στην τεράστιας ακροαματικότητας ζωντανή εκπομπή του.
Πρόκειται για κοφτερή σάτιρα του φαινομένου του star system. Σε πρώτη φάση το φιλμ μπορεί να ειδωθεί σαν κωμωδία (με τον Τζέρι Λούις να παίζει περίπου τον εαυτό του). Κατά βάθος όμως οι συγκεκριμένες περιπτώσεις είναι τραγικές. Ο Σκορσέζε αντιμετωπίζει την εμμονή κάποιων ανθρώπων με τους σταρ (και τις ιδιωτικές ζωές τους φυσικά) ως ψυχοπαθολογικό φαινόμενο – και καλά κάνει κατά τη γνώμη μου. Οι άνθρωποι αυτοί ουσιαστικά δεν έχουν προσωπικές ζωές. Τα πάντα γι’ αυτούς περιστρέφονται γύρω από το/τα είδωλό/ά τους και, βέβαια, στη συγκεκριμένη περίπτωση, γύρω από τον άσβεστο πόθο τους να γίνουν κι αυτοί σταρ. Η αυτοκριτική για την ποιότητα του έργου τους είναι αδύνατη. Από την άλλη ο σταρ, ο Τζέρι, ζει μια διπλή ζωή. Από τη μία είναι ο λαμπερός τηλε-οικοδεσπότης με τα εκατομύρια πιστών οποδών, από την άλλη, στην προσωπική του ζωή, ένας μάλλον μοναχικός τύπος, μελαγχολικός και πιθανόν με μειωμένη αίσθηση χιούμορ. Όσο για την ποιότητα του έργου των διάφορων σούπερ σταρ... ούτε λόγος να γίνεται. Αυτό είναι εκτός συζήτησης. Το σταρ σύστεμ δεν είναι υποχρεωτικά ανάλογο με την ποιότητα του παραγόμενου έργου. Πολλές διασημότητες παράγουν σκουπίδια. Και, βέβαια, στο φαινόμενο αυτό η τηλεόραση έχει την πρωτοκαθεδρία.
Σημαντική κατά τη γνώμη μου ταινία, με υποβόσκουσα θλίψη κάτω από την αστεία και παρανοϊκή επιφάνεια. Θίγει άλλωστε πολλά θέματα σε σχέση με την παράνοια του σταρ σύστεμ και τον τρόπο λειτουργίας του. Όπως θα δείτε άλλωστε, ο ήρωάς μας θα γίνει σταρ. Όχι όμως επειδή είναι καλος κωμικός...

Κυριακή, Ιανουαρίου 26, 2014

ΤΑ ΡΟΜΑΝΤΙΚΑ ΒΑΜΠΙΡ ΤΟΥ ΤΖΑΡΜΟΥΣ

Θεωρώ ότι ο Jim Jarmusch μετά τόσα χρόνια παραμένει ο πιο ενδιαφέρων  αμερικάνος ανεξάρτητος δημιουργός (παρά την παρένθεση του "Limits of Cintrl", που με έκανε να βαρεθώ). Αφορμή για τις σκέψεις αυτές είναι το "Only Lovers Left Alive" του 2013, όπου ξαναπιάνει με τον δικό του, καθαρά προσωπικό τρόπο τον κλασικό βαμπιρικό μύθο. Εδώ θα "αντιγράψω" μια σκέψη από την κριτική του φιλμ στο "Αθηνόραμα", η οποία με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο: "Όση σχέση έχει ο "Νεκρός" (αγαπημένη ταινία και για μένα) με το κλασικό γουέστερν, άλλη τόση έχουν οι "Εραστές" με τις ταινίες τρόμου με βρικόλακες".
Τα γοητευτικά βαμπίρ - αιώνιοι εραστές (απόλυτα ταιριαστοί οι Τίλντα Σουίντον και Τομ Χίντλεστον), αν και αιώνια ερωτευμένοι, ζουν χώρια: Εκείνος στο παρακμασμένο Ντιτρόιτ κι εκείνη στην εξωτική Ταγγέρη, όπου μάλιστα κάνει παρέα με τον...Κρίστοφερ Μάρλοου (βρικόλακας κι αυτός φυσικά), υπαρκτό θεατρικό συγγραφέα, του οποίου τα έργα έχει υποτίθεται κλέψει ο Σέξπιρ! Κάποια στιγμή η Εύα αναγκάζεται να πάει στο Ντιτρόιτ για να βοηθήσει τον αγαπημένο της. Εκεί όλα θα πάνε καλά, ώσπου εμφανίζεται η απερίσκεπτη αδελφή της...
Μην περιμένετε σπλάτερ ούτε φοβερό σασπένς και δραματικές κορυφώσεις. Η ταινία κυλά μάλλον ήρεμα και νωχελικά. Αυτό όμως που γοητεύει (εμένα τουλάχιστον) από την πρώτη μέχρι την τελευταία εικόνα της είναι το φοβερό στιλ του Τζάρμους. Το ζεύγος των πρωταγωνιστών είναι απόλυτα cool, είναι διανοούμενοι, είναι σαν απόγονοι μιας βαθύτατα καλλιεργημενης παλιάς αριστιοκρατίας, που σήμερα έχει εκλείψει σαν είδος. Οι εικόνες, τοσο στην εξωτική Ταγγέρη όσο και στο Ντιτρόιτ είναι συχνά πανέμορφες μέσα στην παρακμή τους. Η μουσική επίσης. Πρόκειται για ένα κράμα ροκ, μπλουζ και έθνικ (εκπληκτικό το αραβικό τραγούδι προς το τέλος). Άλλωστε ο ήρωας είναι και ένας ροκ μουσικός που δεν του αρέσουν καθόλου τα φώτα της διασημότητας. Όλο το στιλ της ταινίας, από τις παλιές ηλεκτρικές κιθάρες που συλλέγει ο Άνταμ, τους δίσκους που ακούει από βινύλιο, η διακόσμηση των σπιτιών που θυμίζει 19ο αιώνα, όλα, μα όλα υπακούν σε ένα γοητευτικότατο και μάλλον παρακμιακό στιλ. Το φιλμ εξ άλλου είναι γεμάτο αναφορές: Από παλιούς ροκ μουσικούς (από τη δεκαετία του 50) μέχρι την υπαρκτή θεωρία ότι ο Μάρλοου έγραψε τα έργα του Σέξπιρ, από την Ταγγέρη ως τόπο διαμονής της παρέας των Μπάροους, Μπόουλς, μπίτνικς κλπ. μέχρι τη σόουλ της Motown και τον σύγχρονο Τζακ Γουάιτ... κι ό,τι άλλο μπορείτε να ανακαλύψετε μόνοι σας.
Μέσα σ' όλα αυτά ο Τζάρμους βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τη σύγχρονη παρακμή του δυτικού πολιτισμού. Η επιλογή του Ντιτρόιτ, πρώην πόλης με τεράστια βιομηχανία η οποία σήμερα έχει πτωχεύσει και σχεδόν θυμίζει πόλη - φάντασμα, δεν είναι καθόλου τυχαία. Άλλωστε ο βρικόλακας ήρωας αποκαλεί τους σύγχρονους ζωντανούς ανθρώπους "ζόμπι". Πάνω απ' όλα όμως η ταινία αποτελεί έναν ύμνο στον (παλιομοδίτικο κι αυτόν) ρομαντικό έρωτα και μοιάζει να πιστεύει στην αιώνια αγάπη. Και, μέσα σ' όλα, η ειρωνία και το χιούμορ δεν λείπουν.
Γενικά την απόλαυσα από την αρχή ως το τέλος, κυρίως σαν μια άψογη άσκηση στιλ. Το οποίο όμως διαθέτει και αρκετό περιεχόμενο.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 23, 2014

ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ "MARS ET AVRIL"



To 2012 o Martin Villeneuve, γαλλόφωνος καναδός από το Μόντρεαλ, γυρίζει την πρώτη του ταινία, μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, με τίτλο «Mars et Avril”. Ο τίτλος αποτελεί πολλαπλό λογοπαίγνιο: Πρόκειται για τα ονόματα των πρωταγωνιστών, για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο, αλλά και για τον πλανήτη Άρη (Mars στα γαλλικά).
Η ταινία είναι σίγουρα ιδιαίτερη, άσχετα με το αν θα αρέσει ή όχι. Ο δημιουργός μας μεταφέρει σε ένα μελλοντικό Μόντρεαλ, όπου η επιστήμη μπλέκεται αξεδιάλυτα με τη μεταφυσική. Τα μουσικά όργανα σχεδιάζονται με βάση ανθρώπινα μοντέλα, τα φωτογραφικά πορτρέτα απεικονίζουν και την ψυχοσύνθεση των εικονιζόμενων, οι τηλεμεταφορές μπορούν να σε μεταφέρουν σε παράδοξους τόπους του μυαλού, η πραγματικότητα με τον εικονικό κόσμο μπερδεύονται… για να αναφέρουμε μόνο μερικά από τα παράξενα του μέλλοντος αυτού. Ο ήρωας είναι ένας ηλικιωμένος διάσημος μουσικός, ο οποίος ερωτεύεται για πρώτη φορά στη ζωή του μια πολύ νεότερή του κοπέλα, η οποία γίνεται η μούσα του και την οποία επιθυμεί και ο νεαρός βοηθός και κατασκευαστής των οργάνων του. Ταυτόχρονα η ανθρωπότητα είναι έτοιμη να πραγματοποιήσει την πρώτη επανδρωμένη πτήση στον Άρη. ή μήπως όχι; Οι τρεις ήρωες είναι βυθισμένοι στην αναζήτηση της αλήθειας για την τέχνη, τον έρωτα, τη ζωή.
Η εικόνα του φιλμ (πόλεις, κοστούμια, αντικείμενα) είναι όντως ευρηματική και ενίοτε εντυπωσιακή, πράγμα που οφείλεται πιθανόν και στη συμβολή στη δημιουργία των σκηνικών του μεγάλου βέλγου κομίστα Francois Schuiten. Η αφήγηση και η πλοκή του πάντως είναι κάπως μπερδεμένη και ίσως αφήσει κενά στον θεατή. Οι ήρωες μιλάνε ποιητικά ή φιλοσοφικά, η μεταφυσική μπαίνει στα χωράφια της πραγματικότητας. Πρόκειται κατά βάση για ένα φιλοσοφικό / ποιητικό φιλμ, με έντονο το ρομαντικό στοιχείο, που προβληματίζεται για τη φύση της τέχνης, της έμπνευσης και της δημιουργίας, του έρωτα, για τα όρια του υποκειμενικού και του αντικειμενικού στοιχείου, της φανταστικού και εικονικού από τη μία και του πραγματικού από την άλλη. Πρόκειται επίσης για μια από τις λίγες φορές (στην εποχή μας τουλάχιστον) που σε μια ταινία επιστημονικής φαντασίας το μέλλον δεν παρουσιάζεται δυστοπικό.
Ξαναλέω ότι ίσως σας αφήσει κενά, ακόμα και ίσως σας κουράσει κάπως. Είναι όμως τόσες οι ιδιαιτερότητές του (ιδιαιτερότητες λέω, όχι υποχρεωτικά αρετές), που νομίζω ότι αξίζει να του δώσετε μια ευκαιρία.

Τρίτη, Ιανουαρίου 21, 2014

Η ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΥ "MARTY"



Υπάρχουν ταινίες που κερδίζουν τον θεατή όχι με τη δράση, το σασπένς, το θέαμα ή τον φιλοσοφικό στοχασμό τους, αλλά με την καθαρή ευαισθησία τους. Κλασική τέτοια ταινία θεωρώ το "Marty", που γύρισε το 1955 ο Delbert Mann (1920-2007), ένας δημιουργός που έκανε πολλή τηλεόραση, ανάμεσα στο 1955 και το 1968 όμως πρόλαβε να γυρίσει αρκετές ταινίες (και πολύ λίγες μετά), με πρώτη μη τηλεοπτική αυτόν εδώ τον "Μάρτι".
Η ιδιαιτερότητα του φιλμ φαίνεται από την αρχή: Καταπιάνεται όχι με έναν ήρωα (με οποιαδήποτε έννοια της λέξης), αλλά με έναν μεσήλικα, όχι όμορφο, όχι ιδιαίτερα έξυπνο άνθρωπο. Έναν απόλυτα συνηθισμένο τύπο δηλαδή, από τα εκατομύρια τέτοιων που υπάρχουν, χασάπη στο επάγγελμα, που ζει με τη μητέρα του. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι φυσικό να έχει ξεχάσει τον έρωτα και να έχει αφήσει πίσω του κάθε ελπίδα. Ζει μοναχική ζωή και μόνο τα σαββατόβραδα βγαίνει (απρόθυμα μάλλον) με τους φίλους του, που είναι κάπως σαν κι αυτόν. Ώσπου κάποιο βράδι θα συναντήσει μια κοπέλα ακριβώς σαν κι εκείνον: Όχι όμορφη, μόνη, που "την έχουν πάρει τα χρόνια" (σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής τουλάχιστον), δασκάλα στο επάγγελμα. Κι απ' τους δύο κάτι λείπει. Τι λέω; Οι ζωές τους είναι ουσιαστικά άδειες. Είναι φυσικό οι μοίρες τους να ενωθούν.
Ένα από τα ατού της ταινίας είναι ακριβώς η εξαίρετη, πειστική καταγραφή μιας γκρίζας καθημερινότητας, δίχως εξάρσεις και κάθε λογής περιπέτειες. Μα αυτή ακριβώς δεν είναι η ζωή της πλειοψηφίας των κοινών ανθρώπων; Ταυτόχρονα η ταινία είναι μια τρυφερή, γεμάτη συμπάθεια μελέτη των χιλιάδων μοναχικών ανθρώπων. Όσο για τον έρωτα... αυτός μπορεί να έρθει με οποιαδήποτε μορφή, κάθε στιγμή. Δεν μιλάμε για τον παθιασμένο, ρομαντικό έρωτα των μυθιστορημάτων και των γεμάτων υπερβολή ταινιών, αλλά για τον απλό, συνηθισμένο έρωτα, που φέρνει κοντά δύο απλούς, συνηθισμένους, μοναχικούς  ανθρώπους, που σχεδόν έχουν πάρει απόφαση ότι θα περάσουν τη ζωή τους μόνοι. και έχουν ουσιαστικά παραιτηθεί. Φυσικά υπάρχει και η καταγραφή του κοινωνικού περίγυρου: Η περιποιητική, αλλά ουσιαστικά καταπιεστική μητέρα του ήρωα, οι φίλες της και η αδελφή της, οι περί γάμου και "τακτοποίησης" αντιλήψει (που υπάρχουν και σήμερα), ο ομοιόμορφος και δίχως εξάρσεις τρόπος διασκέδασης, οι κούφιες καυχησιές της αντροπαρέας, η επανάληψη, η διαρκής επανάληψη, συνθέτουν το όλο γκρίζο και ρουτινιέρικο περιβάλλον του Μάρτι...
Ατού της ταινίας είναι βέβαια ο εξαιρετικός Έρνεστ Μποργκνάιν, όπως δεν τον έχετε ξαναδεί, που σηκώνει το φιλμ στις πλάτες του. Συνολικά πάντως βρίσκω την ταινία πολύ καλή, από αυτές τις χαμηλότονες, αλλά ιδιαίτερα "αποτελεσματικές" (και, βέβαια, αισιόδοδοξες). Με συγκίνησε, δίχως ούτε στιγμή να γίνεται μελό, δίχως να κουράζει ή να σε κάνει να "κόβεις φλέβες". Ίσα - ίσα που την είδα πολύ ευχάριστα. Αν δεν ψάχνετε αποκλειστικά και μόνο για τη "μεγάλη περιπέτεια" τη συστήνω αναμφισβήτητα.


Παρασκευή, Ιανουαρίου 17, 2014

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΣΤΟ AUGUST ΤΗΣ ΟΚΛΑΧΟΜΑ

Τα θεατρικά έργα που περιγράφουν οικογενειακά δεινά είναι πολλά. Μερικά συγκλονιστικά, άλλα λιγότερο ή / και βαρετά. Βλέπετε η οικογένεια, είναι γνωστό αυτό, δεν είναι (πάντοτε τουλάχιστον) γεμάτη θαλπωρή και αγάπη, αλλά μπορεί να κρύβει μια αληθινή κόλαση. Η οικογένεια στον "Αύγουστο" (August: Osage County ο πλήρης τίτλος, καθώς το August αναφέρεται σε μια ξεχασμένη αμερικάνικη πόλη κάπου στην Οκλαχόμα και όχι στον μήνα) ανήκει σαφώς σ' αυτή την κατηγορία. Φυσικά πρόκειται για θεατρικό έργο του Τρέισι Λετς που μεταφέρθηκε το 2013 στην οθόνη από τον τηλεοπτικό κυρίως John Wells.
Όταν ο "πάτερ φαμίλιας", ένας αλκοολικός ποιητής αποτραβηγμένος στον εαυτό του, εξαφανίζεται, η μανιοκαταθλιπτική και καρκινοπαθής σύζυγός του καλεί στο σπίτι ολόκληρη την οικογένεια, που είναι διασκορπισμένη σ' όλη την Αμερική. Τουτέστιν τρεις κόρες με συζύγους ή "γκόμενους", αλλά και την αδελφή της με τη δική της οικογένεια. Κοινώς χαμός. Καθώς θαμμένα, παλιά μυστικά και σύγχρονες πληγές αποκαλύπτονται η μία μετά την άλλη, οι καταστάσεις εξωθούνται στα άκρα και η έκρηξη δεν θα αργήσει (όχι, μην πάει το μυαλό σας σε ενδοοικογενειακή σεξουαλική βία που τόσο. είναι της μόδας τελευταία, από τέτοιο δεν έχουμε, όμως και πάλι...)
Η θεατρικότητα του όλου εγχειρήματος είναι ολοφάνερη. Ναι, πρόκειται σαφώς για θέατρο στην οθόνη. Από την άλλη, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιου είδους ταινίες, το καστ είναι εκπληκτικό. Πάρτε ανάσα: Μέριλ Στριπ, Τζούλια Ρόμπερτς, Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Τζούλιετ Λούις, Σαμ Σέπαρντ, Μπένεντικτ Κάμπερμπατς... Οπότε οι δυνατές ηθοποιίες είναι εξασφαλισμένες. Το δυνατό δράμα επίσης, όπως και η κλειστοφοβική, ασφυκτική ατμόσφαιρα.Και όλα αυτά συμβαίνουν στο ερημικό αμερικάνικο τοπίο των μεσοδυτικών πολιτειών με τα αχανή λιβάδια.και τον αφόρητο καύσωνα. Οπότε οι προδιαγραφές για μεγάλες συγκίνησεις και ξέχειλα συναισθήματα είναι κάτι παραπάνω από εξασφαλισμένες.
Οι δικές μου αντιρήσεις - εκτός της θεατρικότητας που προαναφέραμε - επικεντρώνονται στο αληθινό overdose δυστυχίας. Απ' όλους αυτούς (12 αν θυμάμαι καλά) δεν υπάρχει ούτε ένας όχι ευτυχισμένος, αλλά έστω σε μια απλώς νορμάλ, έστω βαρετή, καθημερινότητα. Όλοι υποφέρουν, τόσο οι αρνητικοί χαρακτήρες όσο και οι απόλυτα αθώοι (υπάρχουν και τέτοιοι, αλλά πολύ φοβάμαι ότι η μοίρα που τους επιφυλάσσεται είναι ακόμα χειρότερη). Είναι σαν όλα να λειτουργούν στην εντέλεια ώστε να δυστυχήσουν οι πάντες. Αυτές είναι οι επιπτώσεις στους γύρω ενός προβληματικού αρχικού οικογενειακού πυρήνα, θα μου πείτε. Σύμφωνοι, αλλά η αίσθηση του "too much" δεν με άφησε ποτέ όσο έβλεπα το φιλμ.
Πάντως συνίσταται σε όσους αρέκονται στα δυνατά, ασφυκτικά οικογενειακά δράματα. Σαν τέτοιο ναι, είναι δυνατό.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 16, 2014

Η ΦΡΙΚΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ "ΓΕΛΑΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ"

Έχουμε μιλήσει ξανά για το ιταλικό giallo, ένα είδος που άνθισε τις δεκαετίες του 60 και 70 και που, δίχως να είναι ακριβώς, φλερτάρει συνήθως με την ταινία τρόμου. Από τα τελευταία δείγματα του είδους είναι το "Σπίτι με τα Γελαστά Πατράθυρα" (La casa dalle finestre che ridono) που γύρισε το 1976 ο παραγωγικός και όχι μόνο giallo Pupi Avato. Μόνο που εδώ μπαίνουμε για τα καλά στην ταινία τρόμου με γοτθική ατμόσφαιρα, οπότε μερικοί δεν το κατατάσουν ακριβώς στα giallo. Αλλά δεν νομίζω ότι ότι οι κατηγοριοποιήσεις έχουν και πολλή σημασία. Σημασία έχει το ίδιο το φιλμ.
Ένας συντηρητής φτάνει σε ένα μικρό χωριό καλεσμένος από τον δήμο για να αποκαταστήσει μια μεγάλη τοιχογραφία ενός μυστηριώδους ζωγράφου που θεωρούνταν τρελός, συνήθιζε να ζωγραφίζει ανθρώπους τη στιγμή του θανάτου τους και θεωρείται ο ίδιος νεκρός, αν και το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Τα μυστήρια αρχίζουν να συσσωρεύονται (μαζί με τα πτώματα), κρυμένα μυστικά αποκαλύπτονται και η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο τρομαχτική και σκοτεινή.
Αντίθετα με άλλους δημιουργούς του είδους όπως ο Mario Bava ή ο "μαθητής" του Dario Argento (όταν γύριζε giallo), ο Avati δεν βασίζεται στην "πειραγμένη" εικόνα, τους μη ρεαλιστικούς φωτισμούς και τα χρώματα, την ιδιόρυθμη σκηνοθεσία. Εδώ η εικόνα είναι σχετικά ρεαλιστική. Πολλά από τα εφιαλτικά συμβάντα διαδραματίζονται στο φως της μέρας. Όλο το βάρος της ταινίας πέφτει λοιπόν στην πλοκή. Οι ανατροπές έρχονται η μία μετά την άλλη, μέχρι το απροσδόκητο τέλος, το κλίμα γίνεται όλο και πιο βαρύ και τρομαχτικό. Δεν υπάρχει η γραφική βία ή το - άνευ λόγου πολλές φορές - γυμνό ή το φετιχιστικά ημίγυμνο άλλων δειγμάτων του είδους. Η φρίκη παραμονεύει περισσότερο σ' αυτά που συμβαίνουν - ή αποκαλύπτονται - και όχι στην ίδια την εικόνα.
Φυσικά σε κάποια σημεία η πλοκή είναι εξωφρενική και οι ηθοποίες (λες και οι ιταλοί του είδους είχαν ορκιστεί γι' αυτό) επιεικώς μέτρια. Οπότε, παρά τη ρεαλιστικότερη σχετικά εικόνα μην περιμένετε και άλλου είδους ρεαλισμούς. Αυτό όμως δεν μας πειράζει. Φιλμ σαν αυτό σε κάθε άλλο παρά σε πιστευτό ρεαλισμό προσβλέπουν. Η σύμβαση είναι γνωστή και αποδεκτή από την αρχή. Οπότε ας αφεθούμε και ας απολαύσουμε την πρωτότυπη και γεμάτη ανατροπές ιστορία και το - σχετικά - σοβαρό κλίμα γοτθικού τρόμου και ας περιμένει η πραγματικότητα. Αυτή υπάρχει άλλωστε εξαίρετα αποτυπωμένη σε πάμπολλα άλλα φιλμ.
Παρά τις κάποιες "αστείες" στιγμές λοιπόν, συνίσταται σαν μία από τις πιο πρωτότυπες ταινίες του είδους (ή όχι ακριβώς του είδους, αλλά τι μας νοιάζει;). Εννοείται για τους φίλους των ταινιών τρόμου μόνο.

Τρίτη, Ιανουαρίου 14, 2014

ΟΙ ΑΠΛΗΣΤΟΙ ΛΥΚΟΙ ΤΗΣ WALL STREET

Ο Martin Scorsese έχει αρκετές φορές ασχοληθεί με την άνοδο και την πτώση των ηρώων του, με πλαίσιο πάντοτε το περίφημο "αμερικάνικο όνειρο" και τον μύθο ότι η Αμερική είναι η "χώρα των ευκαιριών". Πολλοί απ' αυτούς ήταν γκάνγκστερς, άλλοι εκατομμυριούχοι επιχειρηματίες (Aviator), άλλοι αθλητές κλπ. Το 2013 έρχεται η ώρα να καταπιαστεί με τα "golden boys" της Wall Street, της καρδιάς του χρηματοπιστωτικού συστήματος και του καπιταλισμού γενικότερα, με τον "Λύκο της Wall Street". Θέμα ιδιαίτερα επίκαιρο βέβαια, αφού, όπως όλα δείχνουν, αυτός ακριβώς ο θρίαμβος του χρηματοπιστωτικού / τραπεζικού συστήματος πάνω στην καθαρή παραγωγή είναι που οδήγησε στη σύγχρονη τραγική οικονομική κατάσταση και την κρίση.
Ο ήρωας, υπαρκτό πρόσωπο στα απομνημονεύματα του οποίου βασίζεται το φιλμ, μπαίνει στον κόσμο του χρηματιστηρίου το 1987, βιώνει την τότε κρίση, ξεκινά τη δική του χρηματιστηριακή επιχείρηση, χρησιμοποιώντας εν μέρει ημιπαράνομα μέσα, και σύντομα γίνεται πολυεκατομμυριούχος. Τα χρόνια της ατέλειωτης κραιπάλης όμως θα ακολουθήσουν άλλα, αρκετά σκοτεινότερα.
Ο Scorsese υιοθετεί μια καταιγιστική, παραληρηματική σχεδόν κινηματογραφική γραφή, που συχνά αγγίζει τα όρια της παρωδίας και συχνά παραβλέπει κάθε ρεαλισμό. Το μη ρεαλιστικό αυτό στοιχείο επιτείνεται απο το ότι η αφήγηση γίνεται από τον ίδιο τον ήρωα, ο οποίος απευθύνεται στους θεατές συστήνοντάς τους πρόσωπα και καταστάσεις. Έτσι, με την υπερβολή που την χαρακτηρίζει, η ταινία μπορεί να καταταχτεί χαλαρά (πολύ χαλαρά) ακόμα και στον ευρύτερο χώρο της μαύρης κωμωδίας. Φυσικά υπάρχουν διαρκή όργια, άφθονη κατανάλωση ναρκωτικών και κραιπάλες κάθε είδους. Αν όμως μια λέξη έπρεπε να χαρακτηρίσει όλη αυτή τη ντελιριακή κατάσταση αυτή θα ήταν σίγουρα η λέξη "απληστία". Αυτή στην ουσία είναι το κίνητρο των χαρακτήρων του φιλμ και, για πάρα πολλούς, η λέξη - κλειδί για ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα. "Παρ' τους τα λεφτά όταν μπορείς" είναι το σύνθημα. Εμείς είμαστε οι έξυπνοι και όλοι οι άλλοι τα κορόιδα. Κι αν οι μέθοδοι δεν είναι πάντα νόμιμοι, κι αν οι άλλοι καταστραφούν ολοσχερώς, τι μας νοιάζει; Εμείς θέλουμε τα λεφτά, όλα τα λεφτά του κόσμου, έστω και για να μπορούμε να τα καίμε για πλάκα, και για όλα τα άλλα σκασίλα μας. Δεν υπάρχει ούτε μια ελάχιστη σπιθαμή χώρος για οίκτο ή συμπόνοια. Αυτά είναι άγνωστες λέξεις.
Ίσως η παρουσίαση της σούπερ πετυχημένης εταιρίας του πρωταγωνιστή (εξαιρετικός και πάλι ο Ντι Κάπριο) να είναι στα όρια της καρικατούρας, όπως και πολλές σκηνές του φιλμ. Με όλο αυτό το υπερβολικό στιλ όμως, ο ακούραστος Scorsese κατάφερε αυτό που πιθανόν ήθελε: Να με κάνει να αηδιάσω βαθυτατα (για μια ακόμα φορά) με ένα βρώμικο, σάπιο και πάνω απ' όλα απόλυτα απάνθρωπο σύστημα, που κρύβεται πίσω απο το προσωπείο των "άπειρων ευκαιριών". Και το ότι ο συγκεκριμένος ήρωας έχει ιδιαίτερα προβλήματα που θα επιτείνουν την κατάσταση (εθισμός στα ναρκωτικά), το προσωπικό αυτό στοιχείο δεν θολώνει την όλη εικόνα. Κι αν δεν πιστεύετε στην αποτελεσματική επέμβαση της δικαιοσύνης και την τελική σύλληψή του, πάλι τελικά δεν έχει και τόση σημασία. Η γενική εικόνα που περιέγραψα παραμένει.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 13, 2014

Ο WALTER MITTY ΜΕΤΑΞΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

"Η Κρυφή Ζωή του Walter Mitty" υπήρξε αρχικά διήγημα του Τζέιμς Θέρμπερ και στη συνέχεια ταινία του 1947 με τον Ντάνι Κέι. Το 2013 γυρίζεται ξανά, προσαρμοσμένη σε σύγχρονα δεδομένα, από τον Ben Stiller, ο οποίος είναι φυσικά και ο πρωταγωνιστής.
Ο ήρωας είναι παθολογικά δειλός και παθολογικά ονειροπόλος. Έχει την ιδιότητα να αφαιρείται στα καλά καθούμενα και να φαντάζεται ότι είναι ήρωας σε μια σειρά από ηρωικούς κόσμους, όπου φυσικά πραγματοποιεί ηρωικές πράξεις. Στην πραγματικότητα είναι απλός εμφανιστής φωτογραφικών φιλμ και δουλεύει για το περίφημο περιοδικό Time, το οποίο ετοιμάζει το τελευταίο έντυπο τεύχος του πριν μετατραπεί σε ψηφιακό. Η μετατροπή ατυή σημαίνει βέβαια απολύσεις... για να πατήσουμε για τα καλά στον δυσάρεστο πραγματικό κόσμο. Όταν χάνεται το αρνητικό του τελευταίου εξωφύλου, ο Γουόλτερ βγαίνει για πρώτη φορά από το καβούκι του και ζει μια σειρά από εξωφρενικές περιπέτειες στις άκρες του κόσμου για να το βρει.
Είναι αλήθεια ότι η ταινία είναι κάπως "λίγο απ' όλα". Είναι και περιπέτεια φαντασίας (όταν ο ήρωας αποδρά σε φανταστικούς κόσμους) και περιπέτεια σκέτο και κωμωδία και αισθηματική κομεντί και σχόλιο για τη σκληρή πραγματικότητα και διδακτική για την ανάγκη να αδράξουμε την αληθινή ζωή και να πάψουμε να κρυβόμαστε στις φαντασιώσεις μας και λίγο δράμα και... Και ίσως όλα αυτά μαζί κάπου να μη δένουν αρμονικά. Ωστόσο συνολικά, και παρά τα σκαμπανεβάσματά της, τη βρήκα διασκεδαστική, ενώ ο Stiller αποδεικνύει ότι είναι και αρκετά καλός σκηνοθέτης (δεν είναι η πρώτη φορά) και, στο συγκεκριμένο φιλμ τουλάχιστον, καλός ηθοποιός.
Θα πρότεινα πάντως, για να το απολαύσετε, να μην πάρετε πολύ στα σοβαρά τα "πραγματικά" συμβάντα, από εκεί δηλαδή που ξεκινά η περιπέτεια του ήρωα, καθώς αυτά είναι τραβηγμένα απ' τα μαλιά (ποιος φιλήσυχος και κουμπωμένος υπαλληλάκος, που δεν έχει ποτέ στη ζωή του ταξιδέψει, θα σηκωνόταν από τη μια στιγμή στην άλλη να πάει στη... Γροιλανδία και μετά στην Ισλανδία και μετά να περιπλανηθεί στο Αφγανιστάν;) Νομίζω ωστόσο ότι όλα αυτά είναι φτιαγμένα απόλυτα συνειδητά με μη ρεαλιστικό τρόπο. Στην ουσία ο ήρωας ζει τις φαντασιώσεις του για πρώτη φορά, τις κάνει πραγματικότητα, ενηλικιώνεται επιτέλους! Γι' αυτό και η τόση υπερβολή. Και όλα αυτά βέβαια γίνονται για να αποδιχτεί το δίδαγμα που προανέφερα: Τολμείστε και ζείστε την πραγματική ζωή!
Ίσως κάπως αφελές και διδακτικό, αλλά, το ξαναείπα, για μένα αρκετά ευχάριστο και με κάμποση φαντασία.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 09, 2014

ΕΝΑ "ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ" ΣΤΗ ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Ο Gunter Grass γράφει το διάσημο μυθιστόρημά του "Το Ταμπούρλο" (Die Blechtrommel) το 1959. 20 χρόνια μετά, το 1979, ο επίσης γερμανός Volker Schlondorff το μεταφέρει στην οθόνη μένοντας πιστός στην πλοκή του βιβλίου και φτιάχνοντας έτσι τη γνωστότερη ταινία του.
Τι ακριβώς είναι το "Ταμπούρλο"; Είναι μια σουρεαλιστική ιστορία. που μπαίνει στο χώρο του φανταστικού. Ο Όσκαρ είναι ένα παιδί που γεννιέται στη Γερμανία της δεκαετίας του 20 από μια μητέρα που είναι συγχρόνως ερωτευμένη με δύο άντρες (οι οποίοι αποδέχονται ουσιαστικά την κατάσταση). Στα τρία του χρόνια ο Όσκαρ, απογοητευμένος από τον κόσμο των μεγάλων, αποφασίζει να μη μεγαλώσει άλλο. Έτσι μένει για πολλά χρόνια στο σώμα παιδιού τριών χρονών, αλλά με πλήρη εξυπνάδα και συμεριφορά (αν θέλει) ενηλίκου. Δεν αποχωρίζεται ποτέ ένα ταμπούρλο που του δώρισαν στα γενέθλιά του, το οποίο παίζει εκκωφαντικά όταν νοιώθει την ανάγκη. Κανείς δεν μπορεί να του το πάρει, καθώς διαθέτει (άλλο ένα στοιχείο του φανταστικού) μια "ιδιαίτερη" κραυγή, με την οποία θρυμματίζονται τα πάντα σε μεγάλη ακτίνα. Οι ναζί έρχονται στην εξουσία, ο πόλεμος αρχίζει, ο μικρός (;) περιοδεύει με έναν θίασο νάνων, ερωτεύεται δύο φορές και, μετά το τέλος του πολέμου, πάντα με την τρίχρονη εμφάνισή του, επιστρέφει στον κατεστραμένο πλέον τόπο όπου γεννήθηκε. Και υπάρχει και συνέχεια.
Φυσικά πρόκειται για μια αλληγορία. Μέσα από την παράδοξη ιστορία του "μικρού" Όσκαρ περνά η γερμανική ιστορία των κρίσιμων δεκετιών από τα '20ς ως τα '40ς. Η άνοδος του ναζισμού, η παθητικότητα ή/και συμμετοχή της αστικής τάξης σ' αυτή (σας θυμίζει μήπως τίποτα σύγχρονο;), η κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί, ο πόλεμος (η πρώτη μέρα του πολέμου είναι καθοριστική για τις ζωές των ηρώων), η καταστροφή. Αλλά και η γενικότερη καταδίκη του "κόσμου των μεγάλων" και της φρίκης του, του κόσμου όπως τον έχουν καταντήσει οι άνθρωποι και στον οποίο αρνείται να ενταχθεί ο ήρωας. Ο οποίος, σημειωτέον, δεν είναι καθόλου αθώος. Συχνά γίνεται ενοχλητικός, πεισματάρης, παράλογος και εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις ασυνήθιστες ιδιότητές του. Ο μικρός David Bennent (12 χρονών τότε) είναι αξέχαστος στο βασικό ρόλο, ενώ μια σειρά από εικόνες του φιλμ μένουν χαραγμένες στο μυαλό μας.
Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω με μια μονο λέξη την ταινία, η λέξη αυτή θα ήταν σίγουρα "γκροτέσκα". Ο Σλέντορφ δεν διστάζει να γίνει πολλές φορές ενοχλητικός, ακόμα και αηδής, "ακατάλληλος", υπερβολικός (η υπερβολή άλλωστε είναι άλλο χαρακτηριστικό του φιλμ). Εναλλάσσει το κωμικό στοιχείο με την τραγωδία, το δραματικό με το απόλυτα γελοίο. Όλα στο φιλμ είναι "too much" και οι εικόνες συχνά εντυπωσιακές. Η αίσθηση που αφήνει είναι πολύ δυνατή, ίσως και βαρειά (άλλωστε η ταινία διαρκεί σχεδόν τρεις ώρες). Ωστόσο νομίζω ότι όλα τα παραπάνω κινηματογραφικά χαρακτηριστικά  είναι απόλυτα ταιριαστά με την ιστορία και την όλη υπερβολή που τη χαρακτηρίζει. Γενικά - και παρά το ότι κάποιοι μπορεί να ενοχληθούν - θεωρώ ότι είναι μια ταινία που πρέπει κανείς να δει.

Τρίτη, Ιανουαρίου 07, 2014

HOBBIT 2 Ή ΠΩΣ ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 300 ΣΕΛΙΔΩΝ ΓΙΝΕΤΑΙ 8ΩΡΟ ΕΠΟΣ

Το 2013 είναι η χρονιά που προβάλλεται στο 2ο μέρος του "The Hobbit" με υπότιτλο "Η Ερημιά του Νοσφιστή", πάντοτε φυσικά του Peter Jackson (αφού πρόκειται ουσιαστικά για μία 8ωρη περίπου ταινία που για πρακτικούς λόγους προβάλλεται σε τρία μέρη).
Δεν έχω να πω πολλά για το φιλμ. Σίγουρα είναι εξ ίσου εντυπωσιακό και θεαματικό με το πρώτο μέρος και η Μέση Γη του Τόλκιν ζωντανεύει και πάλι και μάλιστα μερικές στιγμές με εκπληκτικό τρόπο. Φυσικά το θέαμα είναι απόλυτα χορταστικό και, για να σας προετοιμάσω, μας αφήνει και πάλι στα κρύα του λουτρού, σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο, ώστε να περιμένουμε με αγωνία τη συνέχεια.
Οι αντιρήσεις μου επικεντρώνονται περισσότερο από το φιλμ καθ' εαυτό στην τραβηγμένη απ' τα μαλλιά προσπάθεια να βγάλουν από ένα (υπέροχο κατά τα άλλα) εφηβικό μυθιστόρημα 300 περίπου σελίδων ένα οκτάωρο έπος. Ενώ η αντιμετώπση αυτή ήταν απόλυτα δικαιολογημένη στο ούτως ή άλλως επικό "Lord of the Rings", που είναια από τη φύση του τριλογία, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια καθαρή προσπάθεια των στούντιο να βγάλουν όσο πιο πολλά λεφτά μπορούν. Για να το πετύχουν λοιπόν δημιουργούν πλήθος υποπλοκές που δεν υπάρχουν στο βιβλίο, επιστρατεύουν ιστορίες από άλλα βιβλία (που περιστρέφονται βέβαια γύρω από την ίδια μυθολογία) του Τόλκιν και προσθέτουν και δικές τους. Έτσι, για παράδειγμα, ο έρωτας ενός Νάνου και ενός θηλυκού Ξωτικού δεν υπάρχει πουθενά (είναι άλλωστε εχθρικά είδη) παρά μόνο στην ιδέα των σεναριογράφων να δημιουργήσουν καλού - κακού και μία α λα "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" ιστορία, αφού αυτό πουλάει στα σίγουρα. Όπως επίσης στο "The Hobbit" δεν υπάρχει ο Λέγκολας, που θα εμφανιστεί αργότερα στον "Άρχοντα", όπως δεν υπάρχει η συνάντηση του Γκάνταλφ με τον Σαουρόν κλπ.
Αλλά ας μην επιμείνω στις διαφορές από το βιβλίο. Απλώς ενοχλούμαι επειδή αυτές γίνονται για καθαρά λόγους "γεμίσματος". Ας πω απλώς ότι, όπως και στο πρώτο μέρος, το 2ο αυτό "Χόμπιτ" παραμένει πιο παιδικό, πιο εφηβικό τέλος πάντων, από τον "Άρχοντα" και ας επισημάνω μερικές εντυπωσιακές σκηνές όπως αυτές με τις αράχνες, όπως η συνάντηση του Γκάνταλφ με τον Σαουρόν, όπως το ξύπνημα του δράκου και το αχανές θησαυροφυλάκιό του κλπ.
Ναι, πολύ θεαματικά όλα αυτά. Τα εφέ κάνουν θαύματα, ο ενθουσιασμός μου όμως έχει αισθητά μειωθεί σε σχέση με το "Lord of the Rings".

Σάββατο, Ιανουαρίου 04, 2014

"ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΠΛΟΙΟ" : ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ ΑΠΟΓΝΩΣΗ

Ο Αλέξης Δαμιανός (1921- 2006) με τρεις μόνο ταινίες στο ενεργητικό του, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ελληνικού σινεμά (κυρίως, βέβαια, με τις δύο πρώτες). Το πρώτο του φιλμ είναι το "Μέχρι το Πλοίο" του 1967. Πρόκειται για την καταγραφή μιας Ελλάδας πολύ πίσω απ' αυτό που γνωρίζουμε σήμερα (ακόμα και στις δύσκολες μέρες της κρίσης).
Ο ήρωας, που ερμηνεύεται από τον ίδιο το Δαμιανό, είναι ένας ορεσείβιος μοναχικός τύπος, που θα κατέβει από το βουνό στην πόλη, στον Πειραιά συγκεκριμένα, για να πάρει το πλοίο και να ξενητευτεί για πάντα στην Αυστραλία, αφού είναι αδύνατο, λόγω φτώχιας, να ζήσει στη χώρα του. Η οδύσειά του αυτή θα έχει τρεις σταθμούς: Αρχικά θα δουλέψει σε ένα χωριό, στο σιδεράδικο ενός φίλου από το στρατό, στη συνέχεια θα βρεθεί σε ένα άλλο χωριό, όπου θα δουλέψει στα χωράφια και τέλος στην πόλη, όπου θα μείνει στο σπίτι ενός άγνωστού του ζευγαριού που χωρίζει, μέχρι την αναχώρηση τού πλοίου. Σε κάθε εναν από τους σταθμούς αυτούς θα γνωρίσει από μία γυναίκα. Δεν θα συνδεθεί ερωτικά με όλες, αλλά αυτές καθορίσουν τους σταθμούς του και, τελικά, τη μοίρα και του ίδιου.
Η ταινία καταγράφει με πολύ δυνατό τρόπο μια ζοφερή, σχεδόν τριτοκοσμική Ελλάδα, βουτηγμένη στη φτώχια και την ανέχεια, που είναι αδύνατο να θρέψει τα παιδιά της. Η μετανάστευση αποτελεί τη μόνη λύση, τη μόνη ελπίδα. Και στα χρόνια αυτά μετανάστευση σήμαινε ξερίζωμα από τη χώρα για πάντα. Πάμπολλοι είναι οι μετανάστες που δεν επέστρεψαν ποτέ εδώ. Ο Δαμιανός καταφέρνει να περιγράψει τόσο τη γεμάτη στέρηση και φτώχια εικόνα της επαρχίας, των μικρών χωριών για την ακρίβεια, όσο και τη μίζερη, άχαρη πραγματικότητα της μεγαλούπολης. Το κλίμα είναι εξ ίσου αποπνικτικό και στις δύο περιπτώσεις. Η χώρα σε έδιωχνε από παντού. Όσο η επαρχία είναι φτωχή, άλλο τόσο η πόλη είναι άσχημη και δύσκολη. Οι φτωχοί άνθρωποι δεν έχουν επιλογή.
Νομίζω ότι παράλληλα με την καταγραφή της κατάστασης μιας χώρας υπάρχει και μια μελέτη για την τραγική θέση της γυναίκας της εποχής σ' αυτή. Και οι τρεις γυναίκες που θα συναντήσουμε, εντελώς διαφορετικών προελεύσεων και χαρακτήρων, θα έχουν και οι τρεις άσχημη μοίρα:  Η μία θα παντρευτεί τον πρώτο που θα τη ζητήσει, δίχως, κυριολεκτικά, να έχει "σηκώσει τα μάτια της" σε άλλον άντρα, όπως απαιτούσαν οι ασφυκτικές για τις γυναίκες συνθηκες στην επαρχία τού τότε. Η δεύτερη, χαρακτήρας ανεξάρτητος και ατίθασος, θα καταλήξει χωρίς καλά - καλά να το καταλάβει πόρνη. Η τρίτη, δυστυχισμένη στη σχέση της και αναγκασμένη πάντοτε να υπακούει στις επιθυμίες του άντρα - αφέντη, και τελικά αποδιωγμένη απ' αυτόν, θα αναγκαστεί να μεταναστεύσει. Έτσι μπορώ να διαβάσω το φιλμ και ως μια φεμινιστικής ματιάς μαρτυρία, που σημειώνει τη δύσκολη θέση της γυναίκας σε μια Ελλάδα σχεδόν πρωτόγονη και, σίγουρα, πολύ μακριά από κάθε έννοια ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Θεωρώ το φιλμ πολύ δυνατό ακόμα και σήμερα. Δεν είναι μόνο το στοιχείο της καταγραφής που προανέφερα. Είναι και η δύναμη των ιστοριών καθ' εαυτών, και η κινηματογράφηση του πρωτοεμφανιοζόμενου Δαμιανού. Μια πολύ σημαντική κατά τη γνώμη μου ταινία, από τις πρώτες του "Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου".

Παρασκευή, Ιανουαρίου 03, 2014

Η "ΜΕΓΑΛΗ ΟΜΟΡΦΙΑ" ΩΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΦΕΛΙΝΙΚΗΣ ΡΩΜΗΣ

Ο Paolo Sorrentino είναι ένας σκηνοθέτης του οποίου μου αρέσουν όλες οι ταινίες που έχω δει μέχρι τώρα. Το "Grande Belezza" (Η Μεγάλη Ομορφιά) του 2013 δεν αποτελεί εξαίρεση.
Νομίζω ότι το φιλμ βασίζεται σε τρεις άξονες: Ο ένας είναι η σάτιρα και η κριτική ματιά επί παντός σχεδόν επιστητού που χαρακτηρίζει την σύγχρονη κοινωνία. Ο άλλος έχει να κάνει με μια διαρκή αναφορά, ενα "κλείσιμο ματιού" στο έργο του Φελίνι. Ο τρίτος - και εμφανέστερος - είναι μια καταγραφή (μια ακόμη κινηματογραφική καταγραφή για να είμαστε ακριβείς) της σύγχρονης Ρώμης, της Αιώνιας Πόλης, με όλες τις αντιφάσεις της.
Βασικό πρόσωπο είναι ένας κομψός, διανοούμενος, κυνικός και bon viveur δημοσιογράφος, που προ αμνημονεύτων ετών είχε κάνει μεγάλη αίσθηση με το μοναδικό του μυθιστόρημα, πλην όμως έχει απαρνηθεί τη λογοτεχνία και έχει ριχτεί με τα μούτρα στην κοσμική ζωή. Κλείνοντας τα 65 γιορτάζει τα γενέθλιά του με ένα απόλυτα κιτς, πλην όμως μεγαλειώδες πάρτι και μετά έρχεται η ώρα των απολογισμών. Ως άλλος φελινικός ήρωας περιφέρεται στη Ρώμη, συναντά παλιούς φίλους ή κάνει νέες γνωριμίες, ζει διάφορες ερωτικές και μη περιπέτειες, βιώνει θανάτους γνωστών και αγαπημένων προσώπων - έχει φτάσει γαρ η ώρα - ενώ ο εφηβικός (και μοναδικός αληθινός) του έρωτας δεν παύει να τον στοιχειώνει.
Η ταινία διαθέτει αποσπασματικό χαρακτήρα. Είναι σα να χωρίζεται σε πολλά επεισόδια. Ακριβώς αυτό το στοιχείο όμως δίνει στον Σορεντίνο να επιτεθεί ενάντια σε κάθε σχεδόν θεσμό που υπάρχει: Η σύγχρονη τέχνη, η διασκέδαση και το life style, η εκκλησία, η παρακμασμένη αριστοκρατία, οι πλαστικές επεμβάσεις, η πολιτική, ο κόσμος των πλούσιων, είναι μερικοί μόνο από τους στόχους που δεν ξεφεύγουν από τα καυστικότατα βέλη του. Η υποκρισία, η ψευτιά, το κιτς, πάνω απ' όλα όμως η αβάστακτη πραγματικά κενότητα όλων αυτών, της σύγχρονης ζωής των πλουσίων γενικότερα, καταγράφονται με τρόπο που μένει ανεξίτηλα χαραγμένος στη μνήμη μας (στη δική μου τουλάχιστον). Ο ήρωας (ο συχνός πρωταγωνιστής του Σορεντίνο Τόνι Σερβίλο) αποτελεί μια αξέχαστη φιγούρα, σύμβολο της εκζήτησης που ταυτίζεται με το απόλυτο τίποτα. Η Ρώμη είναι πανέμορφη και κιτς ταυτόχρονα. Τα πάρτι ε'ιναι βουτηγμένα στη χλιδή και το glamour και, φυσικά, κιτς ταυτόχρονα. Οι περί ανέμων και υδάτων, ενίοτε τάχα βαθιές συζητήσεις, είναι στην πραγματικότητα απόλυτα ρηχές και συχνά, κάτω από το μανδύα του σοβαρού και της διανόησης, αγγίζουν τα όρια του χυδαίου κουτσομπολιού. Όλα ταιριάζουν γάντι με την μεταμπερλουσκονική και αφόρητα κιτς Ιταλία, αλλά, νομίζω και με τον παγκόσμιο τρόπο ζωής των ανθρώπων της υψηλής κοινωνίας και του συγκεκριμένου στιλ: Ένα απόλυτο κενό τυλιγμένο στο φανταχτερότερο περιτύλιγμα που υπάρχει.
Η φωτογραφία είναι εντυπωσιακή, έντονη, με κρυστάλινη καθαρότητα, πανέμορφη συχνά. Ταιριάζει με το χλιδάτο περιτύλιγμα που προανέφερα, το οποίο καλύπτει το κενό από κάτω. Θα το ξαναπώ: Η ταινία είναι αποσπασματική, αφόρητα κιτς μερικές φορές, συχνά αργή και κάπου επαναλαμβανόμενη. Όλα αυτά όμως πιστεύω ότι γίνονται απόλυτα συνειδητά για να δείξουν ότι από κάτω δεν υπάρχει τίποτα, ότι η ουσία της ζωής διαφεύγει, ότι κάτω από τη χλιδή υπάρχει η απόλυτη πλήξη, η έλλειψη κάθε ουσίας...

eXTReMe Tracker