Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 30, 2013

"FRANCES HA" Ή Η ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

Αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά; Γαλλική νουβέλ βαγκ; Γούντι Άλεν; Γλυκόπικρη "φέτα ζωής"; Όλα αυτά κι άλλα που ίσως ανακαλύψετε μόνοι σας είναι τα στοιχεία που αναμειγνύονται με άριστο τρόπο στην ασπρόμαυρη "Frances Ha" του Noah Baumbach (2012).
Όταν η καλύτερη φίλη και συγκάτοικος της Φράνσις την παρατά για να μετακομίσει σε ένα καλύτερο διαμέρισμα, εκείνη αρχίζει μια οδύσσεια αναζήτησης στέγης, συγκατοίκησης με διάφορους, ταξιδιών, αναζήτησης δουλειάς κλπ. Ερωτικές ή φιλικές σχέσεις, επαγγέλματα, σπίτια, όλα όσα συνιστούν την καθημερινότητα της ηρωίδας βρίσκονται εδώ. Ταυτόχρονα σκιαγραφείται ένα όμορφο πορτρέτο μιας σύγχρονης κοπέλας (η Φράνσις είναι 27 ετών). Στη ζωή της γέλιο και δάκρυ, χαρά και ατυχίες συνυπάρχουν. Αυτή όμως τα ξεπερνά όλα με ένα μόνιμο χαμόγελο, με αισιοδοξία, πάνω απ' όλα με κέφι για ζωή.
Στο φιλμ χιούμορ και (ελαφρό) δράμα, καλές και, κυρίως, άτυχες στιγμές εναλλάσσονται για να δώσουν αυτό το μείγμα συναισθημάτων και καταστάσεων που αποτελούν την καθημερινότητα των σύγχρονων νέων νεοϋορκέζων - και των σύγχρονων δυτικών νέων γενικότερα. Το κέφι και η φρέσκια και δροσερή σκηνοθετική ματιά χαρακτηρίζουν την ταινία. Οι αστείες καταστάσεις, αλλά και η συχνή μελαγχολία και οι δύσκολες φάσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Έτσι όμως δεν είναι η ζωή;
Την ταινία παίρνει πάνω της η θαυμάσια πρωταγωνίστριά της Γκρέτα Γκέργουιγκ, η οποία ενσαρκώνει άψογα την αξιαγάπητη ηρωίδα. Προσέξτε όμως: Μην περιμένετε δράση, ένταση ή αγωνία. Είπαμε: Εδώ τον πρώτο ρόλο έχει η καθημερινότητα. Μακριά όμως από τον ασφυκτικό ρεαλισμό που επιδιώκουν πολλοί σύγχρονοι δημιουργοί, ο  Baumbach χρησιμοποιεί το χιούμορ και το κέφι, ακόμα και στις πιο μελαγχολικές σκηνές, για να κάνει τα πράγματα όσο πιο ανάλαφρα γίνεται. Όχι όμως και ρηχά. Ούτε υπεραισιόδοξα ή, πολύ περισσότερο, χαζοχαρούμενα. Άλλωστε το ανοιχτό τέλος συνηγορεί για τα παραπάνω. Το παράξενο είναι ότι ακόμα κι αν το φιλμ θεωρηθεί μια ωδή στη μοναξιά μιας ευαίσθητης κοπέλας, παρακολουθείται εξαιρετικά ευχάριστα, δίχως κανείς να "κόψει φλέβες". Είναι οι έξυπνοι διάλογοι, η φευγάτη ματιά, το χαμόγελο της ηρωίδας κι άλλα πολλά που το πετυχαίνουν αυτό.
Σε πολλά σημεία θα μελαγχολήσετε. Νομίζω όμως ότι τελικά θα βγείτε μ' ένα χαμόγελο στα χείλη. Ακομα κι αν μια πλευρά αυτής της καθημερινότητας είναι η (ευχάριστη) κενότητα.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 28, 2013

ICEMAN: ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΚΑΙ... ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΡΧΗΣ

Κι όμως είναι αληθινή ιστορία: Ο αμερικανός Ρίτσαρντ Κουκλίνσκι υπήρξε ίσως ο γνωστότερος πληρωμένος δολοφόνος της χώρας. Από τις αρχές της δεκαετίας του 60, που ξεκίνησε η δράση του, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 80 σκότωσε τριψήφιο (!) αριθμό ανθρώπων. Τα θύματά του υπολογίζονται από 100 έως 250! Ποια είναι η ιδιαιτερότητα, πέραν του τεράστιου αριθμού των θυμάτων; Ότι ο άνθρωπος αυτός είχε έναν δικό του κώδικα τιμής (συγκεκριμένα δεν σκότωνε ποτέ γυναίκες και παιδιά) και υπήρξε ένας άριστος, πιστός και αφοσιωμένος οικογενειάρχης.
Μ' αυτή την παράδοξη περίπτωση καταπιάνεται η ταινία του 2012 "The Iceman" του ισραηλινού Ariel Vromen (η ταινία είναι αμερικάνικη). Και, με την ψυχρή και αποστασιοποιημένη ματιά της, καταφέρνει νομίζω να δώσει το στίγμα της παράνοιας του ανθρώπου αυτού. Τον παρακολουθεί από την αρχή, όταν κάποιος γκάνγκστερ, εντυπωσιασμένος απο την ψυχρότητα και την αδιαφορία για το τι θα συμβεί μετά με τις οποίες αντιμετωπίζει έναν καβγά, τον πλησιάζει και τον βάζει στα χοντρά κόλπα (βλέπε δολοφονίες) έως την τελική του σύλληψη πάνω από 20 χρόνια μετά. Ο Μάικλ Σάνον παίζει με έναν εντελώς ανέκφραστο τρόπο, πράγμα που ταιριάζει με την περίεργη ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου αυτού. Παράλληλα δεν χάνει την ευκαιρία να δείξει και την σαφή του παράνοια: Είναι σχεδόν πάντα ψυχρός, είναι αφοσιωμένος στην οικογένειά του, αλλά "υποφέρει" από κάποια κυριολεκτικά ανεξέλεγκτα ξεσπάσματα άγριου θυμού, που μπορούν να καταστρέψουν οτιδήποτε βρίσκεται μπροστά του. Οι σύντομες αυτές περιπτώσεις είναι και οι μόνες όπου δεν ελέγχει τον εαυτό του.
Μπορεί κανείς να δει το φιλμ και σαν ένα είδος αλληγορίας: Πρόκειται για έναν άνθρωπο που απλώς "κάνει τη δουλείά του" και μάλιστα με άψογο τρόπο, απόλυτα αποτελεσματικό και πετυχημένο. Επίσης, όταν του δίνεται η ευκαιρία, απλώς την αρπάζει, εξασφαλίζοντας έτσι μια πολύ καλύτερη ζωή γι' αυτόν και την οικογένειά του (η οποία, όπως και οι γείτονες και φίλοι, νομίζουν ότι είναι πετυχημένος επιχειρηματίας). Αυτά δεν κάνουν όλοι; Τι σημασία έχει τι δουλειά είναι αυτή; Αφείστε που "καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή"...
Η ταινία, όπως είπα, υιοθετεί την ψυχρή και αποστασιοποιημένη οπτική του ίδιου του δολοφόνου, δίχως να έχει ιδιαίτερες εξάρσεις, συναισθηματισμούς και διλήμματα. Προσωπικά βρίσκω ταιριαστό με τον χαρακτήρα αυτό το "flat" στοιχείο. Έτσι συνολικά την βρήκα ενδιαφέρουσα. Αν και πάντα έχω κάποιες αντιρρήσεις για το νόημα των ταινιών που καταπιάνονται με μεμονωμένες περιπτώσεις ανθρώπων με έντονες ιδιαιτερότηες, όσο εντυπωσιακές κι αν είναι αυτές.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 26, 2013

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ "BLING RING"

Η Sofia Coppola έχει αναπτύξει ένα προσωπικό ύφος: Από τη μία ασχολείται με pop θέματα - τονίζοντας συνήθως την κενότητά τους - και από την άλλη, παρά το ό,τι θα περίμενε κανείς από τη θεματολογία αυτή, χρησιμοποιεί μια απόλυτα minimal γραφή και σκηνοθεσία. Το "Somewhere" με κούρασε πολύ και με απογοήτευσε. Το "Bling Ring" (ελληνικός τίτλος "Οι Ύποπτοι Φορούσαν Γόβες" (!) του 2013, με κούρασε κάπως λιγότερο, ακολουθεί πάντως το ίδιο μοτίβο και βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία.
Μια ομάδα εφήβων, τέσσερεις κοπέλες και ένα αγόρι, από ευκατάστατες οικογένειες μάλιστα, μπουκάρουν σε πολυτελή σπίτια celebrities (Πάρις Χίλτον, Μέγκαν Φοξ κλπ.) και βουτάνε εξ ίσου πολυτελή και πανάκριβα αντικείμενα, κυρίως που σχετίζονται με τη μόδα (παπούτσια, τσάντες, ρούχα κλπ.) Μοιάζουν να το κάνουν περισσότερο για διασκέδαση, για πλάκα, αν και η συνολική αξία των αντικειμένων κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη είναι (κοντά 3 εκατομμύρια δολάρια). Το "παιχνίδι" αυτό συνεχίστηκε για δύο χρόνια και μάλιστα σε ορισμένα σπίτια μπούκαραν πάνω από μία φορές.
Μπορώ να πω ότι μάλλον βαρέθηκα και μ' αυτό το φιλμ. Υπάρχει όλο αυτό το glamorous στοιχείο, υπάρχουν κάποιες σχέσεις ανάμεσα στα μελη της "συμμορίας", καταγράφεται ο χαβαλές, η ρηχή, δίχως κανένα προβληματισμό ζωή τους, η ενασχόληση με οτιδήποτε αφορά τα celebrities που λέγαμε... κι αυτό είναι όλο. Σημειωτέον ότι στις μεταξύ τους σχέσεις το σεξ δεν έχει θέση. Όσο για την σχέση τους με τα θύματα των ληστειών... είναι μάλλον παράδοξη. Από τη μία τα ληστεύουν, από την άλλη μοιάζουν να τα θαυμάζουν απεριόριστα και, κυρίως, να θαυμάζουν τα υπάρχοντά τους, τα οποία ξαφρίζουν άλλωστε.
Ναι, όπως σας είπα μάλλον έπληξα. Ωστόσο δεν μπορώ να μην πω κάτι υπέρ της Κόπολα: Μέσα σ' αυτά τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, τις ίδιες πράξεις, τον ίδιο τρόπο ζωής, σπάνια έχει καταγραφεί, νομίζω, τόσο πιστά (ανατριχιαστικά θα έλεγα) το απόλυτο κενό στο οποίο ζουν πάμπολλοι έφηβοι (και μεγαλύτεροι φυσικά) σήμερα, η απόλυτη έλλειψη προβληματισμού για οτιδήποτε, το απόλυτο τίποτα. Οι αξίες, πολύ απλά, δεν υπάρχουν. Υπάρχει μόνο μια απύθμενη βλακεία και η αποκλειστική ενασχόληση με το σήμερα, δίχως καν να περνάνε από το μυαλό τους οι όποιες πιθανές επιπτώσεις ακόμα και πάνω στους ίδιους. Και, πολύ φοβαμαι, η ίδια βλακεία απλώνεται και στην κοινωνία που τους περιβάλλει (πώς αλλιώς θα κυκλοφορούσαν και θα άκμαζαν τόσες "Espresso" και τόσα αντίστοιχα κανάλια;). Η τελική σκηνή, με μια από τις κοπέλες που συλλαμβάνονται να γίνεται σχεδόν ηρωίδα λέγοντας απίστευτες κοινοτοπίες, το επιβεβαιώνει με τον χειρότερο δυνατό τρόπο.
Αυτή η καταγραφή του κοινωνικού κενού λοιπόν είναι για μένα το θετικό σημείο ενός "χαζού" εκ πρώτης όψεως φιλμ, που νομίζω ότι λογικά σε ελάχιστους θα αρέσει.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 24, 2013

ΟΙ "ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΙ" ΑΠΟ ΘΕΟ ΚΙ ΑΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Ως γνωστόν ο μεγάλος Luis Bunuel (1900-1983) πέρασε μια μακρά και δημιουργική για το έργο του περίοδο στο Μεξικό. Εκεί γύρισε μερικές από τις καλύτερες ταινίες του. Από τις πρώτες τής περιόδου αυτής, του 1950 συγκεκριμένα, είναι το "Los Olvidados" ("Οι Ξεχασμένοι"). Εδώ θα γνωρίσετε ένα διαφορετικό Μπουνουέλ. Ο σαρκασμός, το μαύρο χιούμορ και ο σουρεαλισμός δεν είναι κυρίαρχα στοιχεία. Το φιλμ είναι απόλυτα ρεαλιστικό, στα χνάρια του νεορεαλισμού θα λέγαμε. Με τις μπουνουελικές ιδιομορφίες βεβαίως.
Η ταινία παρακολουθεί τις ιστορίες μιας παρέας πάμφτωχων παιδιών που ζουν ουσιαστικά στο δρόμο στα προαστεια της Πόλης του Μεξικό. Κάποιοι έχουν γονείς (ίσως μια μάνα μόνο ή έναν αλκοολικό πατέρα), αλλά το σπίτι τους είναι ουσιαστικά ο δρόμος. Κάτω από τις συμβουλές ενός αδίστακτου νεαρού εγκληματία, φυγάδα από το αναμορφωτήριο, θα γίνουν συμμορία με απρόβλεπτα και τραγικά αποτελέσματα.
Το μήνυμα του Bunuel είναι από την πρώτη στιγμή σαφές, καθώς το φιλμ ξεκινά με ένα πολιτικό λογύδριο που μιλά για την ευθύνη της κοινωνίας για καταστάσεις σαν αυτές που θα δούμε. Όλες οι πράξεις, και οι εγκληματικές ακόμα, βρίσκουν την εξήγησή τους κάτω απ' αυτό το πρίσμα: Το παιδί που θέλει να είναι καλό, αλλά οι αδυσώπητες συνθήκες του το απαγορεύουν, ο τυφλός με την αμφίβολη ηθική, ακόμα και ο "κακός" της ταινίας, που θα βρει ένα είδος δικαίωσης στο πολύ δυνατό φινάλε. Μάλλον η λέξη "δικαίωση" δεν είναι σωστή. Αιτιολόγηση, θα έπρεπε μάλλον να πούμε, εξήγηση της βάναυσης συμπεριφοράς του, κατανόηση από το θεατή του γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. Με λίγα λόγια, λέει ο σοφός δημιουργός, όταν γεννηθείς και μεγαλώσεις κάτω από τέτοιες συνθήκες, είναι απόλυτα αναμενόμενο και φυσιολογικό να είσαι "κακός".
Ασπρόμαυρη φωτογραφία, δυνατές εικόνες ακραίας φτώχιας και ανέχειας, ένα πνιγηρό, βρώμικο περιβάλλον να κυριαρχεί πάνω στους ανθρώπους που γεννιούνται και μεγαλώνουν μέσα του δίχως την παραμικρή ελπίδα διαφυγής, μερικές συνταραχτικές στιγμές, συνθέτουν μια από τις λιγότερο αναγνωρίσιμες, πλην όμως από τις πιο συγκλονιστικές ταινίες του σκηνοθέτη. Και ο αγαπητός στον Bunuel σουρεαλισμός, το σήμα κατατεθέν του; Κι όμως, υπάρχει κι αυτός ανάμεσα στη ζοφερή πραγματικότητα που περιγράφεται. Κρύβεται στην εκπληκτική σκηνή του ονείρου του μικρού, που αγγίζει τα όρια του τρόμου ή σε μερικές απροσδόκητες εικόνες που εμφανίζονται ξαφνικά στην οθόνη - ενταγμένες πάντως στην ιστορία και την αφήγηση.
Δριμύτατα κριτικοί κοινωνικά, έντονα πολιτικοί με την ευρεία έννοια του όρου, οι "Ξεχασμένοι", αν και κυρίως ρεαλιστικό φιλμ, παραμένουν από τα συγκλονιστικότερα του μεγάλου δημιουργού. Είναι ίσως μια από τις πρώτες φορές που το σινεμά μιλά - και μάλιστα τόσο ωμά και απροκάλυπτα - για την παιδική εγκληματικότητα και για τις συνθήκες εξαθλίωσης που ισχύουν στις παρυφές των μεγάλων πόλεων. Σίγουρα έχει επηρεάσει όσο λίγα φιλμ τις μετέπειτα προσπάθειες ενασχόλησης  με τέτοια θέματα. Και, νομίζω, αν και πρώτο (ή από τα πρώτα), είναι και από τα καλύτερα και δυνατότερα σ' αυτό το θέμα.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 23, 2013

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ - ΜΗΧΑΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ ΤΟΥ PACIFIC RIM


Ως γνωστόν ο μεξικανός Guillermo Del Toro – που πάντοτε κινείται στο χώρο του φανταστικού - έχει δύο πρόσωπα: Το «δικό του», με πολύ προσωπικές ταινίες, όπως «Η Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου», «Ο Λαβύρινθος του Πάνα» κλπ. και το χολιγουντιανό. Όταν πάει εκεί γυρίζει διάφορες υπερπαραγωγές τίγκα στα εφέ και συμβάλλει όσο μπορεί για τη δημιουργία ενός ακόμα blogbuster. Τουλάχιστον στα δύο “Hell Boy” υπήρχε σεναριακή πρωτοτυπία με έναν σίγουρα ασυνήθιστο ήρωα και τα βρήκα διασκεδαστικά. Αντίθετα φοβάμαι ότι στο «Pacific Rim” του 2013 κάθε πρωτοτυπία πάει περίπατο.
Ο Del Toro συλλαμβάνει έναν κόσμο επιστημονικής φαντασίας βασισμένο κυρίως σε γιαπωνέζικες ιδέες: Λίγο στον Γκοτζίλα, κυρίως όμως τα πολλά anime όπου άνθρωποι «ενώνονται» με γιγαντιαίες ανθρωπόμορφες μηχανές φτιάχνοντας κάτι σαν cyborg και τις πιλοτάρουν για να αντιμετωπίσουν εξ ίσου γιγάντιες απειλές. Εδώ οι απειλές είναι κολοσσιαία και εφιαλτικά τέρατα που ξεπηδούν από το ρήγμα του Ειρηνικού και καταστρέφουν οτιδήποτε ανθρώπινο στο διάβα τους. Σαν άμυνα οι άνθρωποι θα κατασκευάσουν ίσου μεγέθους μηχανικούς γίγαντες, οι οποίοι πιλοτάρονται από τολμηρούς ανθρώπους - πιλότους που ενώνουν τον εγκέφαλό τους μ’ αυτές και με τον τρόπο αυτόν τις κατευθύνουν. Έτσι μονομαχούν ατελείωτα με τα τέρατα που εμφανίζονται όλο και συχνότερα και… αυτό είναι η ταινία. Η οποία, δυστυχώς, εκτός από τις εμπνεύσεις που προανέφερα, χρωστά πολλά και στους Transformers.
Το πρόβλημά μου δεν βρίσκεται μόνο η ασταμάτητη βαβούρα, τις διαρκείς μονομαχίες μηχανών – τεράτων, το χορταστικό μεν αλλά και κουραστικό από ένα σημείο και μετά θέαμα. Βρίσκεται κυρίως στην παντελή έλλειψη πρωτοτυπίας του όλου εγχειρήματος. Οι χαρακτήρες είναι εντελώς μονοδιάστατοι, το μείγμα άκρατου ηρωισμού και κάποιων χιουμοριστικών πινελιών χιλιοειδωμένο, το τέλος κάτι παραπάνω από προβλέψιμο (σε βαθμό κακουργήματος), τα κάθε είδους κλισέ αναρίθμητα. Δεν ξέρω ποιο απ’ όλα να πρωτοθυμηθώ. Έτσι λοιπόν απομένουν τα εντυπωσιακά εφέ (με τα οποία πάντως μπούχτισα, καθώς, εκτός των άλλων, είναι και λίγο – πολύ επαναλαμβανόμενα) και η γνωστή σκηνοθετική ικανότητα του Del Toro. Φοβάμαι όμως, όπως πολύ συχνά έχω γράψει σ’ αυτό το blog, ότι αυτά δεν αρκούν σε καμία περίπτωση για να κάνουν μια καλή ταινία.
Αγαπώ τον «προσωπικό» Del Toro. Τον αγαπώ όμως πολύ λιγότερο όταν κάνει τις συχνές του βόλτες στο Χόλιγουντ. Μερικές φορές έως και καθόλου. Όταν, όπως εδώ κατά τη γνώμη μου, γίνεται εντελώς ανέμπνευστος.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 20, 2013

Ο ΔΑΝΤΗΣ ΩΣ... VIDEOGAME

Τι άλλο θα δούμε ακόμα; Εν έτει 2010 γυρίζεται σε animation η Κόλαση του Δάντη σε μια αμερικανο - κορεατο - ιαπωνική παραγωγή. Τίτλος του ανεκδιήγητου αυτού επιχειρήματος "Dante's Inferno. An Animated Epic" και σκηνοθέτες πολλοί (Victor Cook, Mike Disa, Sang-Jim Kim και άλλοι τρεις). Γιατί τόσοι; Μα διότι ο καθένας τους ανέλαβε να γυρίσει και από έναν Κύκλο της Κόλασης!
Δεν ξέρω από πού να πρωτοαρχίσω: Το εγχείρημα βασίζεται - ούτε λίγο ούτε πολύ - σε προϋπάρχον... βιντεογκέιμ με το ίδιο θέμα (!). Το χειρότερο είναι ότι αυτό φαίνεται εξώφθαλμα: Ο Δάντης, με τη συνοδεία του ποιητή Βιργίλιου φυσικά, περνά από κάθε Κύκλο, καθαρίζει μερικά τέρατα ή/και κολασμένους που βασανίζονται σ' αυτόν και συνεχίζει νικητής στον επόμενο (ίσως και με extra bonus, σκέφτομαι). Θυμίζω ότι οι 7 Κύκλοι της Κόλασης στη Θεία Κωμωδία είναι επάλληλλες ζώνες σε κάθε μια από τις οποίες βασανίζονται κολασμένοι που υπέπεσαν σε κάθε ένα από τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα (λαγνεία, βλασφημία, οργή κλπ.). Έτσι εδώ ο κάθε Κύκλος λειτουργεί ως πίστα του videogame (!!).
Όσο για τον ίδιο το Δάντη... αφείστε να πάνε. Εδώ μεταμορφώνεται σε βίαιο, μπρατσαρά ιππότη, ο οποίος έχει πάρει μέρος σε Σταυροφορία και έχει επιστρέψει από τους Άγιους Τόπους για να βρει την αγαπημένη του Βεατρίκη σφαγμένη. Έτσι πάει στην Κόλαση να την φέραι πίσω, παίζει ξύλο με διάφορα όντα και περνά πίστες μέχρι να φτάσει στον ίδιο το Σατανά. Στο μεταξύ, όπως αποκαλύπτεται βαθμιαία, ο ίδιος κατά τη διάρκεια της Σταυροφορίας έχει υποπέσει σε όλα σχεδόν τα αμαρτήματα που αντικρίζει στην Κόλαση: Έχει σφάξει αθώους, έχει βιάσει, έχει απατήσει πάμπολλες φορές την αγαπημένη του, παρά τις υποσχέσεις που της έδωσε φεύγοντας... Με λίγα λόγια μεγαλύτερο κάθαρμα από αυτόν δεν έχουμε δει. Επειδή όμως η αγάπη του κατά βάθος είναι αγνή και επειδή μετανοιώνει τόσο πικρά, του δίνεται η δυνατότητα - αν είναι και καλός πολεμιστής βέβαια - να καθαρίσει τη μισή Κόλαση και να τη φέρει πίσω. Τόσο καλά!
Στο μεταξύ και σεναριακά το φιλμ δεν παρουσιάζει το παραμικρό ενδιαφέρον. Ο σούπερ - ήρωας Δάντης μπαίνει σε κάθε νέο Κύκλο όπου κάτι θα του την πέσει, αυτός μετά από μάχη θα το/τα σκοτώσει και θα περάσει στον επόμενο. Και δεν φτάνει η διαρκής επανάληψη αυτού του μοτίβου που κάνει τα πράγματα τόσο βαρετά, είναι και η σιγουριά ότι, προφανώς, θα νικήσει για να πάει παρακάτω, οπότε δεν υπάρχει το παραμικρό σασπένς. Απώς περίμενα να καθαρίσει από τον κάθε Κύκλο μέχρι να πάει στο Διάολο (κυριολεκτικά) και να ησυχάσουμε. Αφείστε που στο διάβα του έχει εξοντώσει όλα τα μυθικά τέρατα / όντα που κατοικούν ή φυλάνε κάθε Κύκλο (τον Χάροντα με την κλασική βάρκα, τον Κέρβερο, τον Μίνωα που αποφασίζει σε ποιον Κύκλο θα πάει κάθε αμαρτωλός κλπ.), οπότε δικαίως αναρωτιέσαι: Καλά, μετά από το φονικό πέρασμα του Σούπερ Δάντη δεν θα υπάρχει πια Κόλαση; Θα την  έχει καταργήσει;
Το σχέδιο είναι μάλλον κλασικό, δίχως εκπλήξεις, και περιορίζεται στο να ακονίσει λίγο την περιέργειά μας για το πώς θα έχουν απεικονίσει οι σχεδιαστές τον επόμενο Κύκλο ή το επόμενο τέρας. Αυτό είναι όλο.
Καταλαβαίνετε ότι πρόκειται για ένα από τα χειρότερα πράγματα που έχω δει τον πολύ τελευταίο καιρό. Και μη χειρότερα...

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 19, 2013

ΟΙ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΤΟΥ "ΤΕΛΕΙΟΥ ΧΤΥΠΗΜΑΤΟΣ"

Ο Giuseppe Tornatore είναι ένας βιρτουόζος σκηνοθέτης, διαθέτει εντυπωσιακή εικόνα και ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές ιδέες, νομίζω όμως ότι πάσχει από ένα είδος φλυαρίας που κάνουν πολλά από τα φιλμ του να "ξεχειλώνουν" κάπως. Δική μου γνώμη βέβαια, και μπορείτε ελεύθερα να διαφωνήσετε. Στο "Τελευταίο Χτύπημα" πάντως (La Ultima Offerta ιταλικά) του 2013 φτιάχνει ένα εντυπωσιακό θρίλερ - αν και μάλλον στο τέλος αντιλαμβάνεσαι ότι πρόκειται για θρίλερ.
Εδώ μεταφερόμαστε στον κόσμο της τέχνης και των πανάκριβων δημοπρασιών που σχετίζονται μ' αυτήν. Ο Tornatore σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός αριστικρατικού, υποχόνδριου, βαθύτατου γνώστη της τέχνης και εξαιρετικά μοναχικού μεσήλικα (πολύ καλός όπως πάντα ο Τζέφρεϊ Ρας), που είναι αυθεντία στην αναγνώριση του γνήσιου και του πλαστού, είναι τέλειος εκτιμητής έργων τέχνης και φοβερός δημοπράτης. Στη ζωή του χωράνε τα πάντα εκτός από τον έρωτα. Ώσπου καλείται να εκτιμήσει τα πολύτιμα περιεχόμενα μιας παλιάς βίλας στη Ρώμη και γνωρίζεται (;) με τη μυστηριώδη ιδιοκτήτη της, μια γυναίκα που πάσχει από πολύ βαριά μορφή αγοραφοβίας με αποτέλεσμα να μη βγαίνει ποτέ από το σπίτι και να μην έρχεται σε άμεση επαφή ούτε καν με τον ίδιο τον εκτιμητή που η ίδια έχει προσλάβει. Ανάμεσά τους δημιουργείται μια παράξενη σχεση όπου το πραγματικό και το ψεύτικο μοιάζουν να εναλλάσσονται διαρκώς.
Τι είναι αλήθεια και τι ψέμα; Τι πραγματικότητα και τι ψευδαίσθηση; Τι είναι γνήσιο και αυθεντικό και τι απομίμηση; Αυτά και άλλα μοιάζουν να απασχολούν τον Tornatore, ο οποίος χτίζει μια πραγματικά εντυπωσιακή μπαρόκ, υποβλητική και μυστηριώδη ατμόσφαιρα που σε οδηγεί βαθιά στα άδυτα της υψηλής τέχνης, αλλά και έναν κόσμο κατοικημένο από παράδοξους χαρακτήρες. Ταυτόχρονα μας κάνει να σκεφτούμε τα ερωτήματα που προανέφερα, τονίζοντας μάλιστα ότι ακόμα και στο πλαστό υπάρχει κάπου μια αυθεντική πινελιά, μια δόση αληθινής τέχνης. Όλα λοιπόν στην εκτέλεση είναι άψογα.
Οι όποιες αντιρρήσεις μου βρίσκονται και πάλι στη φλυαρία. Δεν νομίζω ότι υπήρχε ουσιαστικός λόγος για διάρκεια 124 λεπτών. Λίγο "σφίξιμο" εμένα τουλάχιστον δεν θα με έβλαπτε καθόλου. Σημαντικότερο πρόβλημα όμως βρίσκω το σεναριακό. Οι ανατροπές του τέλους, το απροσδόκητο φινάλε, οι όποιες εξηγήσεις, δεν με έπεισαν. Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες γιατί θα αποκαλύψω πολλά, βρίσκω όμως σεναριακά κενά και μη πειστικές λύσεις. Έτσι, έχω μια αίσθηση ότι η θριλεροειδής κατάληξη γίνεται μάλλον για εντυπωσιασμό, ενώ η περιγραφή των παράξενων χαρακτήρων και καταστάσεων και οι μεταξύ τους σχέσεις λειτουργούσαν πολύ καλύτερα. Προσωπική γνώμη πάντα, γιατί πρόκειται για πολύ καλοφτιαγμένη και εντυπωσιακή ταινία, που, παρά τις αντιρρήσεις μου, την απόλαυσα. Απλώς βρήκα κάποια πράγματα ξεκάρφωτα.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 18, 2013

H JASMINE ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΡΕΕΙ

Με την 43η (!) ταινία του, το απίστευτο φαινόμενο παραγωγικότητας που λέγεται Woody Allen καταφέρνει να εντυπωσιάσει. Η "Blue Jasmine" του 2013 είναι νομίζω από τις καλύτερες, πρόσφατες τουλάχιστον, δημιουργίες του.
Αυτή τη φορά ο δαιμόνιος σκηνοθέτης και σεναριογράφος δεν κάνει κωμωδία. Δεν είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζεται σε κάτι μη κωμικό. Θυμίζω ότι ο Allen έχει μέχρι σήμερα φτιάξει 5-6 δραματικές ταινίες, κάποιες μάλιστα επηρεασμένες από τον αγαπημένο του Μπέργκμαν (και όχι πάντοτε με επιτυχία). Εδώ όμως πετυχαίνει διάνα - και δίχως μπεργκμανικές επιροές.
Η ταινία αφηγείται την ιστορία της καταρρέουσας ψυχολογικά Τζάσμιν, που από ζάπλουτη, κακομαθημενη αριστοκράτισα της Νέας Υόρκης μένει σχεδόν άστεγη όταν αποκαλύπτεται ότι ο πλούσιος σύζυγος και μεγάλος της έρωτας, εκτός από άπιστος, υπήρξε αυτό που ονομάζουμε "λαμόγιο", κοινώς ένας απατεώνας που έκανε ό,τι έκανε με τα λεφτά άλλων. Όταν αυτός συλλαμβάνεται και αυτοκτονεί και η τεράστια περιουσία του χάνεται, η Τζασμιν, μισότρελη σχεδόν, καταφεύγει στην άλλη άκρη της Αμερικής, στο Σαν Φρανσίσκο, για να φιλοξενηθεί στη φτωχή αδελφή της, η οποία είναι το άκρο αντίθετό της (λαϊκή, προσγειωμένη, "συνηθισμένη", καλόκαρδη) και της οποίας την ύπαρξη "ξεχνούσε" με κάθε τρόπο στα χρόνια της χλιδής.Η ιστορία δίνεται με συνεχή μπρος πίσω στο χρόνο. Μεταφερόμαστε άλλοτε στο τώρα και άλλοτε στην εποχή της χλιδής που προαναφέραμε.
Ολόκληρο το φιλμ βασίζεται βέβαια στην εκπληκτική ερμηνεία της Κέιτ Μπλάνσετ, που ενσαρκώνει κάτι περισσότερο από πειστικά τη πορεία της εύθραυστης ηρωίδας προς στην τρέλα. Ο χαρακτήρας της είναι βάβαια σπαρακτικός, μας πλημμυρίζει αγωνία για την τύχη και το ψυχολογικό της αδιέξοδο, μας κάνει συχνά να συμπάσχουμε. Ταυτόχρονα όμως είναι και αντιπαθής. Η Τζάσμιν είναι ψηλομύτα, κακομαθημένη, έχει πλήρη άγνοια της πραγματικής ζωής, ζει στον χρυσελεφάντινο κόσμο της δίχως να νοιάζεται ουσιαστικά για το τι συμβαίνει γύρω της (οι "φιλανθρωπίες" με τις οποίες ασχολείται την εποχή του πλούτου τονίζουν ακριβώς αυτό: Ένα είδος υποχρέωσης για εξιλέωση που νοιώθουν οι πολύ πλούσιοι σκορπώντας κάποια ψίχουλα στους αναξιοπαθούντες, ώστε να τα έχουν καλά με τον εαυτό τους και να κάνουν και το κομάτι τους στην καλή κοινωνία). Έτσι, ρίχνοντας μια ματιά στον εκθαμβωτικό κόσμο των πλούσιων και κατακρίνοντάς τον απόλυτα, αποκαλύπτοντας αδίστακτα όχι μόνο την ματαιοδοξία, τη σπατάλη και την επίδειξη που τον διακρίνει, αλλά και την απάτη που κρύβεται στις ρίζες του, ο Allen είναι μία από τις σπάνιες φορές που μπορεί κανείς να πει ότι γίνεται και κάπως πολιτικός.
Ταινία απολαυστική παρά το τραγικό θέμα της (υπάρχουν και μερικές χιουμοριστικές πινελιές), με συνεχείς αντιθέσεις (πλούτος - φτώχεια, εκζήτηση - κοινοτοπία, ανατολική - δυτική Ακτή, ψηλή ξανθιά - κοντή μελαχρινή όσον αφορά την εμφάνιση των δύο αδελφών κλπ.), είναι νομίζω μια από τις καλύτερες των τελευταίων χρόνων του αστείρευτου δημιουργού.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 17, 2013

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2012 - 2013

Φτάσαμε και πάλι στην αρχή της νέας σεζόν και, όπως συνηθίζουμε, φτιάχνω τις λίστες με τις ταινίες που μου άρεσαν  φέτος. Με τους γνωστούς, όπως πάντα, κανόνες:
- Οι λίστες ΔΕΝ είναι αξιολογικές. Μπαίνουν πρώτα οι 10 πρώτες ταινιες (αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη) και ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο, οι "επιλαχούσε;".
- Οι παλιές ταινιες που βγαίνουν σε επανέκδοση (π.χ. "DOA") ΔΕΝ μετράνε
- H σεζόν ξεκινά από 1 Σεπτέμβρη 2012 και τελειώνει στις 31 Αυγούστου 2013. Μετράνε οι νέες ταινίες που παίχτηκαν την περίοδο αυτή.

1. Blancanieves του Pablo Berger
2. Frankenweenie του Tim Burton
3. Amour του Michael Haneke
4. Pieta του Kim Ki-duk
5. No του Pablo Larrain
6. Angel's Share του Ken Loach
7. Barbara του Christian Petzold
8. Django του Quentin Tarantino
9. Το Κυνήγι του Thomas Vinterberg
10.Beasts of the Southern Wild του Ben Zeitlin

Ιδού και οι "επιλαχούσες", ταινίες δηλαδή που επίσης ξεχώρισα και που μερικές απ' αυτές θα μπορούσαν να βρίσκονται στις 10 πρώτες:

1. Η Αγελάδα που Έπεσε από τον Ουρανό του Sebastian Berensztein
2. Elysium του  Neil Blomkamp
3. Holy Motors του Leos Carax
4. Killing them Softly του Andrew Dominik
5. Tabu του Miguel Gomes
6. Looper του Rian Johnson
7. Life of Pi του Ang Lee
8. Before Midnight του Richard Linklater
9. Shadowdancer του James Marsh
10. The Company you Keep του Robert Redford
11.Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει των Αδελφών Taviani
12. Grabbers του Jon Wright

Και του χρόνου!

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 16, 2013

ΕΦΙΑΛΤΕΣ "ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ"



Όσο περνά ο καιρός βεβαιώνομαι ότι οι ισπανοί κάνουν στις μέρες μας το καλύτερο φανταστικό σινεμά στην Ευρώπη. Και μάλιστα με έναν τρόπο απόλυτα δικό τους και άμεσα αναγνωρίσιμο. Το "Μέσα από τα Μάτια τους") ("Insensibles" στα ισπανικά) του 2012 του πρωτοεμφανιζόμενου Juan Carlos Madina το επιβεβαιώνει.
Η ταινία αφηγείται δύο παράλληλες ιστορίες: Η μία διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή και αφορά κάποιον που ανακαλύπτει τυχαία ότι πάσχει απο λευχαιμία και χρειάζεται επειγόντως μεταμόσχευση μυελού των οστών. Αναζητά λοιπόν τους βιολογικούς του γονείς για να τους παρακαλέσει να δεχτούν τη μεταμόσχευση. Η δεύτερη μας πάει πίσω στα χρόνια του ισπανικού εμφύλιου. Σε ένα χωριό γεννιέται μια ομάδα παιδιών που πάσχουν από μια ασυνήθιστη αρρώστια: Δεν νοιώθουν πόνο. Τα αποτελέσματα είναι καταστροφικά τόσο για τα ίδια όσο και για τους άλλους γύρω τους. Γι' αυτό φυλακίζονται για πάντα σε ένα απομονωμένο φρούριο - κλινική στα Πυρηναία. Κάποια στιγμή οι δύο αυτές ιστορίες θα δέσουν με απροσδόκητο τρόπο.
Το φιλμ κινείται στις παρυφές του φανταστικού - αν και όσα συμβαίνουν είναι μάλλον απίθανο να συμβούν στην πραγματικότητα. Ίσως υπάρχουν κάποια σεναριακά προβλήματα, κάποια πράγματα που δεν εξηγούνται ακριβώς. Ωστόσο η ζοφερή ατμόσφαιρα και το σασπένς είναι παρόντα και δεν με άφησαν να πλήξω. Φυσικά υπάρχει και το στοιχείο της πολιτικής αλληγορίας και η απαραίτητη στα ισπανικά ή ισπανόφωνα φιλμς τρόμου αναφορά στον εμφύλιο και την επικράτηση του εφιαλτικού φασισμού στη συνέχεια. Το φριχτό αυτό καθεστώς άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του στη χώρα, οπότε νομίζω ότι θα βλέπουμε τις αναφορές στον εμφύλιο και στην κόλαση που ακολούθησε για πολλά χρόνια ακόμα.
Γενικά η ταινία θυμίζει σαν γενικό κλίμα τη "Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου" του Ντελ Τόρο ή το "Ορφανοτροφείο". Όλα αυτά τα φιλμς δημιουργούν ένα υποβλητικό κλίμα και μια σκοτεινή ατμόσφαιρα που απέχουν πολύ από τα αντίστοιχα αμερικάνικα (χολιγουντιανά κυρίως) πρότυπα, που απαιτούν άπειρα εφέ και συνεχή "μπου" για να τρομάξουν ντε και καλά τον θεατή (βλέπε το πρόσφατο ρικέικ του "Evil Dead" και πολλά άλλα) και που μας ταλαιπωρούν (εμένα τουλάχιστον) από τη δεκαετία του 90 και μετά. Οπότε, και αν ακόμα θεωρήσουμε ότι η ταινία δεν είναι από τις καλύτερες ισπανικές του είδους, και πάλι την προτιμώ από πολλές σύγχρονες ταινίες τρόμου. Αν μάλιστα σκεφτούμε ότι ανήκει σε πρωτοεμφανιζόμενο δημιουργό, από τον οποίο μπορούμε να περιμένουμε τη συνέχεια.

ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΦΑΛΜΑ

Μετά από γύρω στις 10 μέρες όπου o blogspot είχε πρόβλημα και ήταν αδύνατο να κάνεις νέα ανάρτηση, συνεχίζουμε κανονικά (ελπίζουμε).

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 07, 2013

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ "BEYOND A REASONABLE DOUBT"

O Fritz Lang (1890-1976) καταφεύγει στις ΗΠΑ για να αποφύγει τη ναζιστική κατάρα στην πατρίδα του. Εκεί θα γυρίσει αρκετες ταινίες, μερικές από τις οποίες εξαιρετικά νουάρ. Το 1956 κάνει την τελευταία απ' αυτές, το "Beyond a Reasonable Doubt", ένα ασπρόμαυρο φιλμ με τον Ντάνα Άντριους και τη Μάργκοτ Φοντέιν, που χαρακτηρίζεται από τις απρόσμενες ανατροπές που διαθέτει.
Ένας συγγραφέας συλλαμβάνει με τον μέλλοντα πεθερό του και ισχυρό εκδότη εφημερίδας την τρελή ιδέα να "στήσει" μια σειρά από στοιχεία τα οποία ενοχοποιούν τον ίδιο, ώστε τελικά να κατηγορηθεί ως ένοχος ενός άσχετου φόνου και μετά να αθωωθεί πανηγυρικά αποκαλύπτοντας την πλεκτάνη που ο ίδιος έστησε. Έτσι οι δύο "συνεργάτες" θα ξεμπροστιάσουν το σύστημα δικαιοσύνης, θα κάνουν σαφές ότι αυτό μπορεί να κάνει λάθη και θα αποδείξουν το άδικο και επικίνδυνο της θανατικής ποινής. Να όμως που το τόσο καλοστημένο αυτό σχέδιο δεν θα αποδειχτεί τόσο απλό στην εκτέλεσή του, καθώς κανείς δεν έχει λάβει υπ' όψιν του μια σειρά από αστάθμητους παράγοντες...
Νομίζω ότι σκηνοθετικά το φιλμ δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας. Διαθέτει μια κλασική, στέρεα σκηνοθεσία, δίχως όμως κάτι ιδιαίτερο νομίζω. Οι παλιοί και χαρακτηριστικοί εξπρεσιονιστικοί τόνοι του Λανγκ εδώ εγκαταλείπονται και όλα γίνονται με στερεότυπο τρόπο. Αυτά όμως δεν σημαίνουν ότι δεν σας το συνιστώ. Η αξία του πιστεύω ότι οφείλεται στην σεναριακή πρωτοτυπία, στις ανατροπές που αναφέραμε, στο απροσδόκητο φινάλε (δεν θα το αποκαλύψω φυσικά, νομίζω όμως ότι το εύρημα αυτό, που στη συνέχεια έχουμε δει λίγες σχετικά φορές, εδώ χρησιμοποιείται για πρώτη φορά. Τουλάχιστον είναι η πιο παλιά περίπτωση όπου το έχω συναντήσει προσωπικά). Πέραν αυτών η ταινία αρθρώνει έναν πρόωρο λόγο ενάντια στην θανατική ποινή, αλλά και ενάντια στο υποτιθέμενο αλάνθαστο της δικαιοσύνης. Το δεύτερο είναι βέβαια σαφές. Όλοι γνωρίζουμε ότι η διακαιοσύνη - άθελά της στην καλύτερη περίπτωση - μπορεί να διαπράξει λάθη. Αυτό όμως ακριβώς είναι και το επιχείρημα  ενάντια στη θανατική ποινή. Πώς μπορείς να επιβάλλεις σε κάποιον κάτι τόσο τελεσίδικο και διχως επιστροφή όταν υπάρχει έστω και η παραμικρή πιθανότητα λάθους;
Γενικά τη βρήκα ενδιαφέρουσα ταινία, που με κράτησε μέχρι τέλους, παρά την έλλειψη σκηνοθετικής πρωτοτυπίας που προανέφερα. Οπότε τη συνιστώ, αν μάλιστα λάβουμε υπ' όψιν μας ότι πρόκειται για κάτι σχετικά άγνωστο στο έργο του μεγάλου γερμανού σκηνοθέτη.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 05, 2013

ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ "ELYSIUM"

O Neil Blomkamp είναι ο νοτιοαφρικανός δημιουργός που το 2009 είχε γυρίσει το πολύ ενδθαφέρον "District 9". Το 2013, σε χολιγουντιανή παραγωγή πλέον, κάνει το "Elysium", με το οποίο όχι μόνο παραμένει στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, αλλά αποδεικνύει ότι έχει άποψη, τόσο αισθητική όσο και πολιτική, αφού το φιλμ έχει αρκετά κοινά σημεία με το προηγούμενο.
Στο μέλλον η κοινωνία είναι βαθύτατα διχασμένη. Οι προνομιούχοι έχουν εγκαταλείψει την παρακμασμένη γη και ζουν σε έναν αχανή και πολυτελέστατο διαστημικό σταθμό που βρίσκεται στην ατμόσφαιρα. Όσοι μένουν κάτω, η πλειοψηφία φυσικά, ζουν σε άθλιες συνθήκες, εργάζονται εξοντωτικά και βιώνουν ένα καταπιεστικό καθεστώς. Όλοι τους έχουν το όνειρο να ανέβουν κάποτε στο Elysium, τον σταθμό, αυτό όμως είναι αδύνατο. Ο ήρωας του φιλμ πρέπει να πάει οπωσδήποτε εκεί για να θεραπευτεί χάρη στις προηγμένες μεθόδους ιατρικής, αφού δεν του μένουν παρά λίγες μέρες ζωής. Για να το πετύχει θα δεχτεί να αναλάβει μια πέρα για πέρα παράτολμη αποστολή.
Υπάρχει λοιπόν η πολιτική άποψη, που είναι καθαρή: Μια κοινωνίας όπου η ψαλίδα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς έχει ανοίξει σε αδιανόητα επίπεδα. Οι προνομιούχοι δεν νοιάζονται καθόλου για τους κάτω. Ακόμα και ο θάνατός τους τούς είναι αδιάφορος. Επίσης οι ίντριγκες και οι συνωμοσίες που εξυφαίνονται ανάμεσά τους παραπέμπουν στα παιχνίδια εξουσίας που συχνά συμβαίνουν ανάμεσα σε ισχυρούς, με καθοδηγητή φυσικά την απληστία, τη μάστιγα (και) της σύγχρονης ανθρωπότητας.
Αλλά και το αισθητικό κλίμα μοιάζει μ' αυτό του District 9 - και, ευτυχώς, βρίσκεται μίλια μακριά απ' αυτό των κάθε λογής υπερηρώων που μας έχουν κατακλύσει. Αυτό που κυριαρχεί στην ταινία είναι η χαρακτηριστική "βρωμιά" του περιβάλλοντος. Χώμα και σκόνη, τρώγλες που παραπέμπουν άμεσα στις σύγχρονες φαβέλες και παραγκουπόλεις που μεγαλώνουν σαν καρκίνος στις παρυφές ή και μέσα στις μεγαλουπόλεις, ανύπαρκτη ιατρική περίθαλψη, ακραία φτώχια, παράνομες δραστηριότητες για επιβίωση, εξοντωτική δουλειά... (σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;) Πρόκειται για επιστημονική φαντασία που πολύ λίγα στοιχεία έχει από το χαρακτηριστικό hi-tec των περισσότερων ταινιών του είδους. Αυτό υπάρχει στον εντυπωσιακό διαστημικό σταθμό, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι το κυρίαρχο στοιχείο στην ταινία.
Φυσικά κάποιες παραχωρήσεις έχουν γίνει - στο Χόλιγουντ βρισκόμαστε... Αλλά η δράση που βέβαια υπάρχει, είναι σχετικά περιορισμένη, βρισκόμαστε δηλαδή αρκετά μακριά από τη μανιακή (και εξαιρετικά βαρετή για μένα τουλάχιστον) "δράση για τη δράση" που μοιάζει να κυριαρχεί στο σύγχρονο αμερικάνικο σινεμά. Δεν το θεωρώ αριστούργημα, αλλά σίγουρα μια ενδιαφέρουσα ταινία φανταστικού κινηματογράφου, που τόσο έχει υποφέρει (βλέπε παρακμάσει) στην εποχή μας.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 03, 2013

"ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ" ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΠΙΤΝΙΚΣ

Το βιβλίο "Στο Δρόμο" (On the Road) του Τζακ Κέρουακ αποτελεί ένα είδος βίβλου για πολλούς. Μέσα από την εξιστόρηση των περιπλανήσεων των εμβληματικών ηρώων του κατάφερε να αποτυπώσει το κίνημα των μπίτνικς, που ξεκινά κάπου στα τέλη των 40ς, αλλά και γενικότερα το κλίμα των ανήσυχων ανθρώπων κάθε γενιάς (των χίπις αργότερα, αλλά και των κάθε λογής "περιπλανώμενων" στη ζωή). Το 2012 ο βραζιλιάνος Walter Salles παίρνει τη δύσκολη απόφαση να μεταφέρει ένα τόσο cult υλικό στην οθόνη.
Δεν θεωρώ το "On the Road" που προέκυψε κακή ταινία. Ίσα ίσα που νομίζω ότι ως ένα βαθμό καταφέρνει αν αποτυπώσει το πνεύμα του βιβλίου και των ανθρώπων αυτών που επηρέασαν όσο λίγοι πολλές επόμενες γενιές και την underground κουλτούρα μέχρι σήμερα. Θα σας προειδοποιήσω όμως: Η ταινία (όπως και το βιβλίο) δεν έχουν μια σαφή πλοκή με αρχή, μέση, τέλος και κορυφώσεις. Πρόκειται για ένα road movie που απλώς καταγράφει την αλήτικη, νομαδική ζωή των πρωταγωνιστών, την κατανάλωση ουσιών και αλκοόλ, την αγάπη τους για τη τζαζ, τους ερωτικούς και σεξουαλικούς τους πειραματισμούς, την αναζήτηση της ψυχής, την υπαρξιακή αγωνία, το πάθος τους για το γράψιμο. Οι ήρωες αυτοί δεν είναι άλλοι από τα alter ego των βασικών πρωταγωνιστών του κινήματος, του Γκίνσμπεργκ, του Μπάροους, του ίδιου του Κέρουακ. Έτσι η ταινία ακολουθεί νωχελικά την περιπλάνηση, το διαρκές ταξίδι, τις περιπέτειές τους, τη λυσσασμένη τους αντίδραση σε κάθε μορφής κομφορμισμό και εφησυχασμό.
Ο βασικός ήρωας, ο Νιλ Κάσαντι, είναι μια χαρισματική προσωπικότητα αλήτη - άγιου. Ζει μόνο για τη στιγμή, σα να μην υπάρχει αύριο, και με το ακόρεστο πάθος του για ζωή αποτελεί την έμπνευση των υπολοίπων (και κυρίως του Κέρουακ, που τον κάνει πρωταγωνιστή του μυθιστορήματός του). Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι ακριβώς καλός (ούτε φυσικά κακός). Είναι σα να βρίσκεται πέρα απ' αυτά, σα να νοιάζεται μόνο να τα ζήσει όλα. Σε μια κρίσιμη στιγμή δεν διστάζει να παρατήσει ολομόναχο τον αγαπημένο του φίλο και να την κοπανήσει. Δεν υπάρχουν ηθικές αρχές, Μονάχα πάθος.
Είπα ότι η ταινία καταφέρνει να πιάσει πολλά από την ψυχολογία των ηρώων. Θεωρώ την προσπάθεια του Σάλες καλή, δίχως όμως να ενθουσιαστώ κιόλας. Είναι που το βιβλίο είναι τόσο σημαντικό, που άθελά μου (και παρά το ότι είμαι εναντίον των συγκεκριμένων συγκρίσεων), οι συγκρίσεις γίνονται αναπόφευκτα. Πάντως την είδα ευχάριστα, τη θεώρησα καλή και τίμια προσπάθεια... και μέχρις εκεί.


Κυριακή, Σεπτεμβρίου 01, 2013

ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟ "HEAVY METAL"

Το 1981 το περιοδικό κόμικς Heavy Metal βρισκόταν στην ακμή του δημοσιεύοντας κόμικς που κινούνταν κυρίως στο χώρο του φανταστικού. Ήταν η αμερικάνικη έκδοση του προϋπάρχοντος από το 1976 γαλικού Metal Hourlant. Από τις σελίδες τους είχαν παρελάσει οι γνωστότεροι σχεδιαστές και σεναριογράφοι της εποχής. Τότε λοιπόν έπεσε η ιδέα της δημιουργίας μιας ταινίας κινουμένων σχεδίων με την υπογραφή μερικών από αυτούς, Η σκηνοθεσία ήταν του Gerald Potterton και ο τίτλος...πολύ απλά "Heavy Metal".
Η ταινία είναι σπονδυλωτή. Τις διαφορετικές ιστορίες δένει μια κεντρική, που διατρέχει το φιλμ: Μια φωτεινή σφαίρα από το διάστημα τρομοκρατεί ένα μικρό κορίτσι και της διηγείται παράξενες ιστορίες από "εκεί έξω". Στο τελευταίο επεισόδιο το κορίτσι θα μετατραπεί σε πρωταγωνίστρια.
Έχουμε λοιπόν διάφορες ιστορίες κάθε μια από τις οποίες σχεδιάζει αρχικά ένας γνωστός κόμικς δημιουργός: Ο Angus McKie, o Richard Corbin, o Bernie Wrightson, o μεγάλος Moebius (για άγνωστο λόγο το όνομά του δεν φαίνεται πουθενά στα credits), ο σεναριογράφος Dan O' Bannon κ.ά. Σε αρκετά από τα επεισόδια η γραμμή των δημιουργών αυτών είναι άμεσα αναγνωρίσιμη σε όσους τους γνωρίζουν.
Το concept ακούγεται ενδιαφέρον. Φοβάμαι όμως ότι το αποτέλεσμα δεν είναι και τόσο. Υπάρχουν σιγουρα κάποιες εντυπωσιακές εικόνες, αλλά οι ιστορίες είναι πολύ αφελείς και απόλυτα προβλέψιμες. Εμένα πάντως δεν κατάφεραν να διατηρήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον και σύντομα έπιασα τον εαυτό μου να περιμένει απλώς την επόμενη ιστορία... Ιδιαίτερο βάρος πέφτει στο άνευ λόγου γυμνό και σε έναν ήπιο ερωτισμό, απλώς και μόνο για γαργάλημα των αισθήσεων. Σήμερα η εξώφθαλμη αυτή προσπάθεια "προκλητικότητας" (άνευ σεναριακού λόγου, όπως είπα) φαντάζει μάλλον αστεία. Έτσι το όλο πράγμα υποβιβάζεται απλώς σε μια σειρά από φτηνές, φοβάμαι, διαστημικές περιπέτειες.
Στα θετικά θα σημειώσω την ιστορία με τον πιλότο. Δεν είναι κάτι φοβερό, είναι όμως το παλιότερο κινούμενο σχέδιο καθαρά τρόμου που έχω δει. Για την εποχή του πρέπει να αποτελούσε καινοτομία (για μια mainstream παραγωγή τουλάχιστον). Επισης θα σημειώσω τα ονειρικά, άμεσα αναγνωρίσιμα φανταστικά τοπία του Moebius, που έχουν το πάνω χέρι στο τελευταίο επεισόδιο και σε κάνουν να ταξιδεύεις.
Όπως καταλάβατε δεν το θεωρώ σπουδαία (αν και ιστορική) προσπάθεια. Το συνιστώ μόνο σε φίλους των κόμικς που γνωρίζουν τους δημιουργούς αυτούς και - για ιστορικούς λόγους πάντοτε - στους νοσταλγούς του ομώνυμου αξιόλογου περιοδικού, που είχε αφήσει εποχή. Α, και στους φίλους του σκληρού ροκ (μάλλον τότε δεν λεγόταν ακόμα heavy metal), αφου στο σάουντρακ ακούγονται ονόματα όπως αυτά των Nazareth, Blue Oyster Cult, Black Sabbath, Devo κ.ά.

eXTReMe Tracker