Δευτέρα, Φεβρουαρίου 28, 2011

ΜΟΑΣΙΡ: ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΑΚΑΤΕΡΓΑΣΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ


Ο Μοασίρ είναι ένας βραζιλιάνος καθόλου συνηθισμένος ναϊφ καλλιτέχνης. Η περίπτωσή του θυμίζει κάπως τον δικό μας Θεόφιλο σε σύγχρονη εποχή. Ο μαύρος αυτός ζωγράφος γεννήθηκε με πλήθος προβλημάτων: Κουφός από το ένα αυτί, με δυσκολίες στην ομιλία, με παραμορφωμένη σπονδυλική στήλη και, επιπλέον, πάμφτωχος (ένα από τα 9 παιδιά μιας φτωχής χωριάτικης οικογένειας) και παρέμεινε αναλφάβητος. Και, κυρίως, αυτό που θα λέγαμε "αλαφροϊσκιωτος". Ο Μοασίρ ζωγράφιζε πάνω σε όποια επιφάνεια εύρισκε και με ό,τι υλικό ανακάλυπτε στη φύση από 7 χρονών. Μάλλον ανίκανος να δουλέψει, ανέπτυξε ένα αληθινό πάθος για τη ζωγραφική, η οποία είναι η αποκλειστική ασχολία του.
Ο Walter Carvalho γύρισε το ντοκιμαντέρ "Moacir Arte Bruta" γι' αυτόν το 2006, όταν είχε ήδη ανακαλυφτεί και ήταν ένας καταξιωμένος ναϊφ καλλιτλεχνης, αν και δεν εγκατέλειψε ποτέ το φτωχό χωριό και τους δικούς του (γονείς και αδέλφια). Κινηματογραφικά δεν νομίζω ότι έχει κάποια πρωτοτυπία ή ιδιαιτερότητα. Όπως όμως συχνά συμβαίνει με τα ντοκιμαντέρ, είναι το πολύ δυνατό θέμα που με κράτησε. Ο Μοασίρ ζωγραφίζει - με αδέξιο τρόπο βέβαια - πράγματα που βρίσκονται πολύ κοντά στους σουρεαλιστές, τους οποίους βεβαίως δεν έχει ακούσει ποτέ. Τα θέματά του είναι ζώα και μυθικά πλάσματα, σκηνές με έντονη και παράδοξη σεξουαλικότητα, διάβολοι και άγιοι (και ίσως μερικές φορές ένα συνοθύλευμα απ' όλα αυτά), αλλά και καθημερινές σκηνές (αυτοκίνητα, αεροπλάνα κλπ.) Το φοβερό είναι ότι ο άνθρωπος αυτός - στα όρια σχεδόν του καθυστερημένου - ισχυρίζεται σοβαρότατα ότι όλα αυτά τα βλέπει. "Ο καθένας βλέπει διαφορετικά πράγματα" λέει με τον χαρακτηριστικό του τρόπο ομιλίας μπροστά στην κάμερα. "Εγώ όταν βγαίνω έξω τα βλέπω αυτά τα πλάσματα. Κουνάν έτσι τα χέρια τους, κάνουν το τάδε και το τάδε πράγμα..." κλπ. Και αρκετές φορές, όταν του ζητάνε να περιγράψει τι είναι αυτά που ζωγραφίζει και αφού περιγράφει κάθε πίνακά του ("αυτό είναι ψάρι, αυτό είναι ζώο που έχει δυο κεφάλια στα πόδια του, αυτό είναι αυτοκίνητο" κλπ.), λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια: "Αυτό εγώ το έκανα, αλλά δεν ξέρω τι είναι". Οι πίνακές του, άτεχνοι και απλοϊκοί σαν ζωγραφική, το ξαναλέω, έχουν μεγάλη δύναμη και εξασκούν μια άμεση έλξη στο θεατή.
Στο φιλμ μιλά κυρίως ο ίδιος ο Μοασίρ (συχνά ακατάληπτα), αλλά και οι γέροι γονείς του, οι γείτονες, μια αδελφή του κλπ. Τον παρακολουθούμε να ζωγραφίζει τόσο φυσικά, σα να αναπνέει. Τον βλέπουμε στις καθημερινές του, συχνά ιδιόρυθμες, συνήθειες. Κάνει βόλτες με το ποδήλατό του στο χωριό, ενώ μπροστά αναρτά μια πελώρια διαβολόμορφη μάσκα που μόλις ζωγράφισε. "Κάνω διαφήμιση" λέει σοβαρότατα. Παρακολουθεί στην τηλεόραση δημοπρασίες με μάλλον άθλιους πίνακες (κάτι σαν Μιραράκη) με μεγάλο ενδιαφέρον και σοβαρότητα. Έχει τους τοίχους του σπιτιού του (σχεδόν καλύβα για να είμαστε ακριβείς), μέσα και έξω, ζωγραφισμένους με δαιμονικά πλάσματα και σχεδόν πορνογραφικές σκηνές (πριν γίνει γνωστός τις είχαν σβήσει απ' τους έξωτερικούς επειδή "δεν είναι σωστό να ζωγραφίζεις διαβόλους"). Και πολλά άλλα σχετικά.
Αξίζει νομίζω να δείτε την ταινία αν την πετύχετε κάπου όχι τόσο για κινηματογραφικούς λόγους όσο για το θέμα της, για τη μοναδική προσωπικότητα του ανθρώπου αυτού, τη δύναμη, το πάθος και το (ακατάληπτο ίσως) όραμά του. Και κυρίως για να διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι τι μπορεί να κρύβεται στην ψυχή ενός πέρα για πέρα μη κανονικού ανθρώπου.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 25, 2011

ΤΟ ΡΟΥΜΑΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ ΣΦΥΡΙΖΕΙ ΚΑΛΑ


Μια από τις κινηματογραφίες που ξεχωρίζουν τα τελευταία χρόνια είναι αυτή της Ρουμανίας. Οι ταινίες της, εκτός από καλές, διαθέτουν και μια ομοιογενή ματιά, αν και προφανώς γυρισμένες από διαφορετικούς σκηνοθέτες: Απλές σε πρώτη ανάγνωση, διαθέτουν έναν έντονο και συχνά σκληρό κοινωνικό ρεαλισμό που θυμίζει το σινεμά του Λόουτς, δίχως όμως ποτέ να είναι "flat", απλώς μια "φέτα ζωής" δηλαδή, χωρίς πλοκή και εξέλιξη.
Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του "Όταν θέλω να σφυρίξω, σφυρίζω" ("Eu cand vreau sa fluier, fluier" στα ρουμάνικα, 2010) ο Florin Serban ακολουθεί πιστά το "εθνικό" αυτό στιλ και μας δίνει ένα δυνατό δράμα φυλακών, με ήρωα έναν δεκαοχτάχρονο που πρόκειται να αποφυλακιστεί σε δύο εβδομάδες, μετά από 4 χρόνια εγκλεισμού. Η εξέλιξη της ταινίας όμως και τα όσα συμβαίνουν από τη μέση και πέρα τη μετατρέπει σε σχεδόν θρίλερ.
Ο Serban δεν παραλείπει να υπογραμμίσει την τεράστια σημασία του κοινωνικού παράγοντα, που δρα καταλυτικά στο προσωπικό δράμα του πρωταγωνιστή του. Πέραν της φυλακής αυτής καθ' εαυτής λοιπόν, ολόκληρη η χώρα μοιάζει βουτηγμένη στη φτώχεια και τη μιζέρια. Η μητέρα του ήρωα άλλωστε έχει μεταναστεύσει στην Ιταλία, αφού προφανώς δεν μπορεί να ζήσει στη χώρα της. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: Τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος αυτός ακόμα κι όταν αποφυλακιστεί; Θα βρει δουλειά αυτός, ένας πρώην κατάδικος, τη στιγμή που οι ελεύθεροι κάτοικοι αναγκάζονται να μεταναστεύσουν; Και, βέβαια, υπάρχει και το ερωτικό αδιέξοδο, που φαίνεται από την αρχή, αφού το αντικείμενο του πόθου του είναι - υπό κανονικές συνθήκες τουλάχιστον - άπιαστο. Έτσι το όλο σκηνικό είναι από παντού ασφυκτικό και η τελική έκρηξη απόλυτα δικαιολογημένη από τις πολλαπλές πιέσεις (πάντοτε σχεδόν η πανταχόθεν πίεση οδηγεί σε έκρηξη.
Δυνατή και καθαρή σκηνοθεσία με πολλά κοντινά πλάνα, ρεαλισμός, όπως είπαμε, ενδιαφέρουσα εξέλιξη (αν και μάλλον προβλέψιμη) και ένας πολύ καλός επίσης πρωτοεμφανιζόμενος πρωταγωνιστής, συνθέτουν μια καλή κατά τη γνώμη μου ταινία που βάζει ένα ακόμα λιθαράκι στην άνοδο του ρουμάνικου σινεμά που λέγαμε και στην αρχή.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 23, 2011

ΤΙ ΚΡΥΒΕΤΑΙ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΔΥΣΤΥΧΟ" CYRUS


Οι αδελφοί Jay και Mark Duplass γυρίζουν εν έτει 2010 το «Cyrus» («Ο Φίλος της Μαμάς μου» ελληνικός τίτλος) και το διαφημίζουν (όχι οι ίδιοι, υποθέτω, οι διανομείς) ως κωμωδία. Το πρόβλημα με την ταινία αυτή είναι ότι ούτε ακριβώς κωμωδία είναι, ούτε δράμα, ούτε θρίλερ (με λίγες μετατροπές στο σενάριο θα μπορούσε να γίνει κι απ’ αυτό). Γενικά είναι κάτι αναποφάσιστο και γι’ αυτό, τελικά, ούτε να με κάνει να γελάσω πολύ κατάφερε ούτε να με συγκινήσει.
Η ιδέα είναι αρκετά πρωτότυπη: Μεσήλικας που για χρόνια μετά τον χωρισμό του κατρακυλά στην παρακμή, γνωρίζει επιτέλους τη γυναίκα της ζωής του και τα φτιάχνει μαζί της. Αυτή όμως έχει έναν γιο γύρω στα 25. Kανένα πρόβλημα για τον ήρωά μας. Ο γιος όμως δεν είναι αυτό που θα λέγαμε απόλυτα νορμάλ. Στα όρια σχεδόν του αυτισμού, προσκολλημένος στη μητέρα του και αρνούμενος να φύγει από το σπίτι της, αντιμετωπίζει από την αρχή τον εραστή σαν παρείσακτο εισβολέα. Κι από εκεί θ’ αρχίσουν τα προβλήματα, τα οποία θα χοντραίνουν όσο προχωρά η ταινία.
Το φιλμ στηρίζεται κατά πολύ στην σεναριακή προσωπικότητα και την ηθοποιία του ταλαντούχου και ευτραφούς Jonah Hill, δίχως τον οποίο θα έχανε νομίζω το όποιο ενδιαφέρον του. Το θέμα πάντως είναι ότι ενώ ξεκινά σαν κωμωδία (ίσως μάλιστα και κάπως χοντρή σε κάποιες στιγμές), στη συνέχεια χαλαρώνει, με το ζόρι σκάει λιγάκι το χείλι σου δηλαδή, γίνεται κάτι σαν δράμα - με διάσπαρτο χιούμορ πάντως - και μετά... δεν ξέρω τι ακριβώς είναι. Και ως θεατής επίσης δεν ήξερα αν θα έπρεπε να μισήσω τον ή να συγκινηθώ με τον Σάιρους, που και τα μύρια όσα κακά κάνει, αλλά και όντως είναι προβληματικός - και, σημειωτέον, βγαίνει πάντα λάδι ως το καημένο το κάπως καθυστερημένο παιδί, που το μισεί ο κακός εραστής της μαμάς. Γι' αυτό σας είπα: Αν ήταν περισσότερο σατανικός, θα μπορούσαμε να έχουμε να κάνουμε με θρίλερ στο στιλ του "Καλού Γιου".
Μ' αυτά και μ' αυτά όμως η ταινία μου άφησε ένα βαθύ συναίσθημα ανικανοποίητου, με την έννοια ότι θα μπορούσε να είναι κάτι, αλλά δεν είναι. Έχω ακούσει καλά λόγια για την πρώτη ταινία των Duplass. Δεν την έχω δει, αυτή εδώ όμως με απογοήτευσε. Για να δούμε τη συνέχεια...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 20, 2011

4 LIONS: ΜΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ... ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ


Το "Four Lions" (2010), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του βρετανού Christopher Morris, είναι κάτι πραγματικά ασυνήθιστο που, προσωπικά τουλάχιστον, πρώτη φορά είδα στην οθόνη: Είναι μια κωμωδία, ξεκαρδιστική ενίοτε, με θέμα φανατικούς ισλαμιστές τρομοκράτες που ζουν στο Λονδίνο και προσπαθούν μανιωδώς να βάλουν βόμβες στα πιο καίρια σημεία του (όπως στο μετρό) για να προκαλέσουν αληθινή σφαγή - όσο μεγαλύτερη σφαγή γίνεται, για να είμαστε πιο ακριβείς. Κι είναι θέμα αυτό για κωμωδία; θα αναρωτηθείτε, όπως αναρωτιόμουν κι εγώ μην πιστεύοντας στα μάτια μου όταν έβλεπα την ταινία. Ε, λοιπόν, να που όλα γίνονται...
Από το θέμα αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για μάλλον μαύρη κωμωδία. Οι τέσσερεις ήρωές μας, απο τους οποίους οι τρεις λίγο απέχουν ή είναι εντελώς ηλίθιοι, σχεδιάζουν διαρκώς τρομοκρατικά χτυπήματα, σκέφτονται πώς μπορούν να πάρουν μαζί τους όσο περισσότερους "άπιστους" μπορούν, συζητούν για το Ισλάμ και τον παράδεισο που τους περιμένει και, πάνω απ' όλα, είναι φανατικοί όσο δεν παίρνει. Αν δεν ήταν άλλωστε θα ήταν τόσο πρόθυμοι να τιναχτούν οι ίδοι στον αέρα για να πάρουν μαζί τους, όπως είπαμε, όσο περισσότερους άσχετους ανθρώπους μπορούν; Το θέμα είναι ότι είναι τόσο βλάκες ή τόσο τυφλωμένοι από τον φανατισμό, που ό,τι λένε, σχεδιάζουν ή πράττουν γίνεται υπερβολικά αστείο καθώς καταφέρνουν πάντοτε να περιπλέκουν απλά πράγματα. Εδώ, νομίζω, ότι βρίσκεται και το "μήνυμα" του δημιουργού: Η ακέραια, ανιδιοτελής, γεμάτη αυταπάρνηση πίστη σε μια ιδεολογία και η αυτοθυσία μπορούν κάλλιστα να συνοδεύονται από καθαρή ηλιθιότητα όταν συνυπάρχει με τον τυφλό φανατισμό. Ή, αν προτιμάτε, ο τυφλός φανατισμός οδηγεί οποιαδήποτε ιδεολογία, όσο ανιδιοτελής κι αν είναι αυτή, στην καθαρή ηλιθιότητα. Ή μήπως πρέπει κανείς να είναι εξ αρχής ηλίθιος για να είναι φανατικός; Δεν μπορώ να απαντήσω ξεκάθαρα σε όλα αυτά, όλες όμως οι πιθανές διασυνδέσεις φανατισμού και βλακείας έρχονταν στο μυαλό μου παρακολουθώντας το φιλμ. Δίχως να ξεχνάμε και το ότι ο φανατισμός συνήθως ευδοκιμεί σε ανθρώπους χαμηλού μορφωτικού επιπέδου (δίχως να αποκλείονται και εξαιρέσεις). Αυτά και για την κοινωνική όψη του θέματος. Από τη άλλη, είναι σαφές ότι οι ανεκδιήγητοι φανατικοί που βλέπουμε υπάρχουν στην οθόνη για να καυτηριάσουν αλύπητα όχι φυσικά κάθε μουσουλμάνο, αλλά κάθε λογής φανατικό, κάθε άνθρωπο με ιδεολογικές (πολιτικές, θρησκευτικές, ποδοσφαιρικές ή ό,τι άλλο) παρωπίδες. Ο Morris κατά τη γνώμη μου τα καταφέρνει πολύ καλά, αφού κατόρθωσε να με κάνει να ξεκαρδιστώ με ένα τόσο "άβολο" θέμα.
Και μένει το άλλο ενδιαφέρον σημείο: Η απίστευτη τόλμη του σκηνοθέτη. Οι διάφοροι ταλιμπανοειδείς ανά τον κόσμο μουτζαχεντίν έχουν επικηρύξει για πολύ ελαφρύτερα "πταίσματα" κάθε λογής δημιουργούς: Συγγραφείς, σκηνοθέτες κλπ. Απορώ πώς δεν ακούσαμε κάτι τέτοιο για τον Morris, που τους σατιρίζει αλύπητα και καυτηριάζει τόσο ανοιχτά την ιδεολογία τους (ανοιχτότερα δεν γίνεται). Το φιλμ έχει παιχτεί στο εξωτερικό (τον Δεκέμβρη π.χ. παιζόταν στο Παρίσι, όπου έτυχε να βρίσκομαι), δίχως ν' ανοίξει μύτη. Περίεργα πράγματα...
Προσωπικά πάντως θα συνιστούσα την ταινία, όχι μόνο για το δυστυχώς όλο και πιο επίκαιρο νόημά της, αλλά και για την πρωτοτυπία της, το άφθονο χιούμορ, για το ότι είναι καλογυρισμένη και δεν παραλείπει να ρίξει το βλέμμα της και στις προσωπικές ζωές των επίδοξων τρομοκρατών και στον κοινωνικό τους περίγυρο εν γένει. Και δεν με πειράζει καθόλου που σε ορισμένα σημεία φτάνει σχεδόν στα όρια της φάρσας. Τους χρειάζεται!

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 17, 2011

127 ΕΦΙΑΛΤΙΚΕΣ ΩΡΕΣ


Φαίνεται ότι φέτος είναι η χρονιά των κλειστοφοβικών ταινιών, με παγιδευμένους ήρωες να μετρούν επώδυνα τον χρόνο. Μετά το δυσβάστακτο "Buried", να που έρχεται τώρα ο
Danny Boyle με τις "127 ώρες" (2010) να μας μιλήσει για μια αληθινή αυτή τη φορά ιστορία. Την ιστορία ενός σπορτίφ, αεικίνητου νεαρού, που φεύγει μόνος κάπου στην έρημο της Γιούτα για να εξερευνήσει φαράγγια και παγιδεύεται σ' ένα απ' αυτά, καθώς το χέρι του πιάνεται από έναν βράχο που πέφτει. Αναγκάζεται να μείνει λοιπόν εκεί επί 5 ολόκληρες μέρες, βλέποντας το παγούρι του να αδειάζει σιγά - σιγά και περιμένοντας τον βέβαιο θάνατο. Εκτός αν...
Η δεξιοτεχνία του Boyle είναι γνωστή. Έτσι λοιπόν αυτό που προσπάθησε εδώ, βάζοντας πιθανόν ένα στοίχημα με τον εαυτό του, είναι το αν θα καταφέρει να κρατήσει τους θεατές επί δύο ώρες με έναν ακίνητο, παγιδευμένο, ολομόναχο ήρωα. Μπορώ να σας πω ότι το κατάφερε. Μπορεί ο θεατής να αγχώνεται όσο δεν παίρνει, να κλείνει τα μάτια στην επίμαχη σκηνή (όσοι ξέρουν το στόρι καταλαβαίνουν), αλλά πάντως δεν βαριέται με τίποτα. "Φταίει" η πέρα για πέρα σπιντάτη κινηματογράφηση του σκηνοθέτη, τρελή, βιντεοκλιπίστικη μερικές φορές, γεμάτη αδρεναλίνη (που ταιριάζει και με τον χαρακτήρα του ήρωα), που καταφέρνει να έχει ακόμα και μια γερή δόση χιούμορ απέναντι σε ένα τόσο ζοφερό θέμα - κατάμαυρο μερικές φορές, κυρίως στις σκηνές που ο ήρωας μιλά στην κάμερά του. Που μπερδεύει παλιές και πρόσφατες αναμνήσεις, αλλά και παραισθήσεις που έρχονται σιγά - σιγά, με το εφιαλτικό παρόν, που μερικές φορές πραγματικά σε εκπλήσει. Ναι, νομίζω ότι το κέρδισε το στοίχημα. Και υπάρχει και ο Τζέιμς Φράνκο σ' αυτό το ουσιαστικά one man show, που είναι πολύ καλός ερμηνεύοντας τον μάλλον ιδιαίτερο (πιθανόν και αντιφατικό) αυτόν χαρακτήρα, προσθέτοντας έτσι πόντους στο εγχείρημα.
Όλα αυτά ελαφρύνουν βέβαια την όλη ιστορία, η οποία όμως δεν παύει να είναι απόλυτα δυσβάσταχτη και φριχτή. Πέραν αυτού πάντως, και παρά το ενδιαφέρον, δεν παύει το όλο πράγμα να είναι μια ακραία και σπανιότατη αληθινή προσωπική ιστορία. Έχω ξαναγράψει ότι όλες αυτές οι απίθανες και πιθανόν ενδιαφέρουσες ιστορίες, που όμως αφορούν ένα και μόνο άτομο ή συμβαίνουν μια στο εκατομμύριο (και βάλε), πάντοτε μου αφήνουν ένα κενό. Μάλιστα, φοβερά σπάνιο, καλογυρισμένο... Και μετά; Εκτός βέβαια αν επιμείνετε να βγάλετε ηθικά διδάγματα που αφορούν την "δύναμη της ανθρώπινης θέλησης", το πανίσχυρο αίσθημα της επιβίωσης, την ανθρώπινη αποφασιστικότητα και άλλα τέτοια κλισέ. Αλλά μπορεί και να καταλήξετε και σε άλλο χρήσιμο συμπέρασμα: Όταν ξεκινάτε μόνος για εκδρομή, καλού κακού ειδοποιείτε κάποιους για το πού περίπου θα βρίσκεστε. Δεν βλάπτει...

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 14, 2011

BLUE VALENTINE: ΤΟΣΟ ΚΟΙΝΟΤΟΠΟ ΜΑ ΤΟΣΟ ΑΛΗΘΙΝΟ...


Είναι δυνατόν να μου αρέσει, και μάλιστα αρκετά, η πιο κοινότοπη ιστορία που έγινε ποτέ; Τουτέστιν αγόρι ερωτεύεται κορίτσι, πάθος, χαρά, ευτυχία, γάμος, παιδί, σταδιακή απομάκρυνση, ο έρωτας σβήνει, χωρισμός. Το έχετε ξανακούσει; Μα αυτό ακριβώς είπα. Κι όμως το "Blue Valentine" (2010) είναι τόσο αληθινό, που μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον - και το ενδιαφέρον μου για το αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά.
Ο Derek Cianfrance έχει κάνει μέχρι τώρα κυρίως ντοκιμαντέρ. Ίσως γι΄ αυτό να έχει τόσο οξυμένη την αίσθηση της αλήθειας. Η συνηθισμένη ιστορία που αφηγείται δεν δίνεται με γραμμικό τρόπο, αλλά με ένα διαρκές μπρος - πίσω στο χρόνο. Ξεκινάμε με το προβληματικό, στα όρια του χωρισμού ζευγάρι και με συνεχή έξυπνα φλας μπακ βλέπουμε την αρχή της ιστορίας τους. Έτσι δημιουργείται μια διαρκής αντιπαράθεση ανάμεσα στο τότε και το τώρα, την ευτυχία που φέρνει ο έρωτας και την κατάθλιψη του τέλους μιας σχέσης. Αυτός ακριβώς ο χειρισμός είναι που δίνει τη δύναμη στο φιλμ και την έντονη αίσθηση του δράματος. Κάθε στιγμή βρίσκεσαι αντιμέτωπος και με τις δύο ανθρώπινες καταστάσεις, την ευφορική και τη μίζερη. Τις αντιπαραθέτεις άμεσα και το αποτέλεσμα - για μένα τουλάχιστον - είναι πολύ δυνατό. Δίχως αυτό το έντονο κοντράστ νομίζω ότι θα ήταν μια συνηθισμένη ταινία που θα περνούσε απαρατήρητη. Μην περιμένετε λοιπόν δραματικές κορυφώσεις και σασπένς, σας προειδοποιώ. Όλα συμβαίνουν απλά, χαμηλότονα, όπως στην αληθινή ζωή.
Υπάρχει όμως και η αλήθεια στους χαρακτήρες και την εξέλιξή τους: Είναι από την αρχή μάλλον αταίριαστοι, όχι ίσως τόσο σαν προσωπικότητες, αλλά σαν κοινωνικό μπακγκράουντ, στα ενδιαφέροντά τους, στις προσδοκίες τους απ' τη ζωή. Ανήκουν, τέλος πάντων, σε διαφορετικούς κόσμους. Όπως συμβαίνει χιλιάδες φορές στην πραγματική ζωή, ο έρωτας "τυφλώνει". Ο/η εραστής εξιδανικεύεται τον πρώτο καιρό, τα ελαττώματά του/της ή οι διαφορετικές απόψεις καλύπτονται από το σαν παλίρροια συναίσθημα της αγάπης. Όταν το πάθος καταλαγιάσει, οι κρυμμένες (;) πλευρές του/της συντρόφου έρχονται στην επιφάνεια και το πάθος μετατρέπεται αν όχι σε σύγκρουση, τουλάχιστον σε ρουτίνα, με καταστροφικά για τη σχέση αποτελέσματα.
Αλλά, υποθέτω, τα ξέρετε όλα αυτά. Το θέμα είναι ότι είναι από τις λίγες φορές που τα είδα τόσο ξεκάθαρα διατυπωμένα στην οθόνη, δοσμένα με τόση δύναμη. Και βέβαια, μεγάλο ρόλο σ' αυτό έπαιξαν και οι δύο εξαιρετικοί πρωταγωνιστές: Ο Ράιαν Γκόσλινγκ και η Μισέλ Γουίλιαμ είναι πάρα πολύ καλοί, προσθέτοντας πόντους στο όλο εγχείρημα.
Ίσως το αμερικάνιο ανεξάρτητο σινεμά ξυπνά πάλι και δίνει πολύ καλά δείγματα αυτού που ξέρει να κάνει καλύτερα: Να αφηγείται καθημερινές ιστορίες. Οι οποίες σ' αυτή την περίπτωση βρίσκουν, κατά την προσωπική μου γνώμη, απόλυτα τον στόχο τους. Κι όλα αυτά ενώ έχω επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν είμαι και φανατικός οπαδός του απόλυτου ρεαλισμού και της ντοκιμαντερίστικης γραφής στον κινηματογράφο. Ίσως όμως γι' αυτόν ακριβώς το λόγο τα καλά δείγματα του είδους με εντυπωσιάζουν πάντα (σα να λέω: "κοίτα τι μπορεί να γίνει με το τίποτα"). Και ίσως συχνά να υπερτονίζω την αξία τους.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 11, 2011

"ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΤΗ ΡΩΜΗ": ΣΟΦΤ ΛΕΣΒΙΑΚΟ ΠΟΡΝΟ


Ο κάποτε ελπιδοφόρος ισπανός Julio Medem είναι άλλος ένας δημιουργός που τα τελευταία χρόνια με απογοητεύει όλο και περισσότερο. Αποκορύφωμα της κατηφόρας του το ανεκδιήγητο "Habitación en Roma" ("Δωμάτιο στη Ρώμη") του 2010, που δεν νομίζω ότι είναι κάτι περισσότερο από ένα σοφτ λεσβιακό πορνό. Α, μην ανησυχείτε: Με "καλλιτεχνικές προθέσεις". Γυρισμένο όλο σε ένα πολυτελές δωμάτιο ξενοδοχείου στη Ρώμη κατά τη διάρκεια μιας και μόνο άγρυπνης νύχτας, αφηγείται τη γνωριμία δύο όμορφων γυναικών, μιας ισπανίδας και μιας ρωσίδας, τη σεξουαλική έλξη που νοιώθει η μια για την άλλη (η μία ούτως ή άλλως είναι λεσβία, η άλλη νεοφώτιστη) και τις σεξουαλικές συνευρέσεις τους, ώσπου η σεξουαλική δραστηριότητα να μετατραπέι σε αληθινό έρωτα.
Ωραία όλα αυτά και είμαι και σίγουρος ότι τους άντρες τουλάχιστον θα τους "γαργαλήσουν" οι τολμηρές σκηνές που περιέχει. Πέραν αυτών όμως, δεν πρόκειται νομίζω παρά για ένα βαρετό μελό, που μερικές φορές είναι τόσο τραβηγμένο, που νομίζεις ότι ο Medem το κάνει επίτηδες (δυστυχώς δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα). Η μία λοιπόν είναι σφόδρα ερωτευμένη, η άλλη διστάζει να αφεθεί στα συναισθήματά της (έχει και φίλο γαρ, με τον οποίο σύντομα θα παντρευτούν), καταλαβαίνετε λοιπόν τι φοβερά ζητήματα ανακύπτουν. Γενικά το μόνο που μπορώ να (ξανα)πώ είναι ότι το όλο πράγμα τείνει, όσο περνά η ώρα, όλο και περισσότερο προς το γελοίο.
Προφανώς ο σκηνοθέτης ήθελε να είναι "τολμηρός". Ήθελε να καταγράψει έναν "απαγορευμένο έρωτα" (αν και στην εποχή μας όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα και μάλλον δεν υπάρχουν απαγορευμένοι έρωτες, στις δυτικές τουλάχιστον κοινωνίες). Σαφώς όμως ένα μεγάλο μέρος του ήθελε και να ερεθίσει τον θεατή. Γι' αυτό και οι τόσες ερωτικές σκηνές ανάμεσα στις δύο κοπέλες. Και γι' αυτό, άλλωστε, το χαρακτήρισα σοφτ πορνό. Γιατί ένα μεγάλο μέρος της προσπάθειάς του αποβλέπει ακριβώς εκεί που στοχεύει και το κανονικό πορνό (για το άλλο μέρος, το "σοβαρό", αφείστε καλύτερα...). Όμως και σ' αυτό νομίζω ότι αποτυγχάνει, αφού παρά το έντονο αλατοπίπερο, το φιλμ με έκανε να βαρεθώ. Και, στο κάτω - κάτω, αν θέλω να απολαύσω λεσβίες, υπάρχουν τόννοι ολόκληροι κανονικών πορνό (στο internet μάλιστα δωρεάν), που και απείρως περισσότερα δείχνουν - τα πάντα, για την ακρίβεια - και πιο τίμια είναι, αφού λένε τα πράγματα με το όνομά τους και δεν έχουν κανένα πρόβλημα να πουν ξεκάθαρα πού στοχεύουν. Οπότε, γιατί να ασχολείται κανείς με σοφτ καλλιγραφίες;
Κρίμα για κάποιον που έχει κάνει πολύ καλές ταινίες σαν τους "Εραστές του Πολικού Κύκλου".

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 10, 2011

Ο ΦΡΑΝΤΣ ΛΙΣΤ ΩΣ ΡΟΚ ΣΤΑΡ


Ο βρετανός Ken Russell είναι ο σκηνοθέτης που ευκολότερα από οποιονδήποτε άλλον θα χαρακτήριζα "σαλταρισμένο". Πληθωρικός, μονίμως παραληρηματικός, δημιούργησε ταινίες που μπορείς να θαυμάσεις ή/και να σε απωθήσουν απόλυτα. Μετά το "Tommy", τη μεταφορά στην οθόνη της περίφημης ροκ όπερας των Who, ο Russell συνεργάζεται ξανά με τον Ρότζερ Ντάλτρεϊ, τον τραγουδιστή του συγκροτήματος και, εν έτει 1975, γυρίζει τη "Lisztomania". Όπου, σε πραγματικό παραλήρημα, μας δίνει μια παρανοϊκή βιογραφία του ούγγρου συνθέτη Frantz Liszt παρουσιάζοντάς τον ως απόλυτο ροκ σταρ.
Ο Λιστ λοιπόν είναι σούπερ σταρ, τα κορίτσια του 19ου αιώνα ουρλιάζουν υστερικά στις εμφανίσεις του όπως ακριβώς έκαναν οι κοπέλες με τους Beatles, ο Λιστ με τη σειρά του, ως καλός ροκ σταρ, πηδάει ό,τι βρίσκει μπροστά του, ενώ ο Βάγκνερ είναι αρχικά επαναστάτης. Στη συνέχεια όμως μετατρέπεται στον ουσιαστικό ιδρυτή του... ναζισμού σε σκηνές όπου παρουσιάζεται ουσιαστικά ως Χίτλερ (ενώ, σημειωτέον, είναι και βρικόλακας) να φτιάχνει, ως άλλος Φρανκενστάιν, τον τέλειο Άριο. Οι αναφορές στο ροκ και τον 20ό αιώνα εν γένει είναι πάμπολλες, οι φαλλοί σε όλα τα μεγέθη έχουν την τιμητική τους - αποτελούν σχεδόν το κυρίαρχο μοτίβο του φιλμ... κι αυτά είναι λίγα μόνο απ' όσα συμβαίνουν με ντελιριακό τρόπο, εν μέσω δυνατής μουσικής που είναι μεταξύ ροκ και κλασικής, σ' αυτό το το μιούζικαλ / κωμωδία / παρωδία / βιογραφία.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι τόσο, μα τόσο μπαρόκ και βαρυφορτωμένο, που εμένα τουλάχιστον με κούρασε. Νομίζω ότι μάλλον σαν αχταρμά θα το χαρακτήριζα. Σαν ο Ράσελ να έχει αληθινή "τρικυμία εν κρανίω". Μπορεί να έχει αρχικά πλάκα η ιδέα να μετατρέψεις τον 19ο αιώνα και τη σκηνή της κλασικής μουσικής σε ροκ εντ ρολ τσίρκο, σε μέσα 20ού δηλαδή, αλλά τόσο το βαρυφόρτωμα που περιέγραψα όσο και η παντελής σχεδόν έλλειψη σεναριακού ειρμού, σε συνδυασμό με το πλήθος σεναριακών αυθαιρεσιών, είναι πιστεύω "too much" και, τελικά, θεωρώ ότι η ταινία κατέχει περίοπτη θέση στο πάνθεον των πιο κιτς ταινιών που έγιναν ποτέ.
Αν τώρα αντιστρέψουμε τα πράγματα και αποκτήσουμε μια δόση διαστροφής, ίσως ακριβώς ο τόσος αχταρμάς, η βαβούρα και η συσσώρευση κιτς να μετατρέψουν την ταινία σε καλτ. Δεν ξέρω. Σίγουρα όμως μιλάμε για ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο. Σαν τέτοιο ίσως θελήσει να το δει κανείς. Αν μάλιστα είναι και λάτρης του κλασικού ροκ, θα "απολαύσει", εκτός της κακής ηθοποιίας του Ρότζερ Ντάλτρεϊ, και τον Rick Wakeman, οργανίστα τότε των Yes, σε ρόλο... τέρατος του Φρανκενστάιν και τον Ringo Star ως... πάπα! Καλή χώνεψη.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 07, 2011

ΟΙ ΓΛΥΚΥΤΑΤΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΤΟΡΟ


Ο Hayao Miyazaki είναι βέβαια ο γνωστότερος και πιο βραβευμένος ιάπωνας δημιουργός animation. Ψυχή των περίφημων Studio Gimli, παράγει ή σκηνοθετεί ο ίδιος δεκάδες φιλμ, πολλά από τα οποία παιδικά. Σ’ αυτά ανήκει και το "Tonari no Τotoro" ("Η Παρέα του Δάσους: Οι Περιπέτειες του Τοτόρου" ο ανοικονόμητος ελληνικός τίτλος) του 1988. Όπου δύο κοριτσάκια 6 με 7 και 4 ετών περίπου μετακομίζουν στη γιαπωνέζικη επαρχία με τον πατέρα τους, αφού η μητέρα βρίσκεται άρρωστη στο νοσοκομείο. Εκεί έρχονται για πρώτη φορά στη ζωή τους σε επαφή με τη φύση (το άγριο δάσος που βρίσκεται κοντά στο σπίτι), αλλά και με κάποια όντα που ζουν εκεί και γίνονται αντιληπτά μόνο από τα δύο κορίτσια…
Είπα ότι πρόκειται για παιδική ταινία. Καθαρά παιδική. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να την απολαύσουν και μεγάλοι (όπως άλλωστε συμβαίνει με όλα τα καλά παιδικά φιλμ ή βιβλία). «Φταίει» γι’ αυτό η γλυκύτατη ιστορία, που σχεδόν ανάγεται σε μελέτη της παιδικής ηλικίας. Ο Miyazaki κάνει μια εύστοχη μεταφορά, καθώς το φανταστικό στοιχείο της ταινίας (αυτό δηλαδή που μόνο τα κορίτσια βλέπουν) δεν είναι παρά η παιδική φαντασία, πλούσια ακόμα και αλώβητη από την πραγματικότητα της ζωής. Αλήθεια, κι εμείς δεν βλέπαμε – ή νομίζαμε ότι βλέπαμε – πράγματα, δεν είχαμε φανταστικούς φίλους; Κι εξ άλλου, τι άλλο είναι το παιδικό παιχνίδι από ένας θρίαμβος της παιδικής φαντασίας;
Αλλά υπάρχει κι ένα άλλο στοιχείο που με εντυπωσίασε: Το πόσο πραγματικές είναι οι παιδικές αντιδράσεις στην ταινία. Τα παιδιά πράττουν, αντιδρούν, γελάνε, κλαίνε ή μισούν με έναν απόλυτα ρεαλιστικό τρόπο. Βλέποντας το φιλμ πολλές φορές σκέφτηκα ότι «ναι, έτσι ακριβώς θα αντιδρούσε ένα παιδί στη συγκεκριμένη κατάσταση». Από τη θλίψη και το φόβο για έναν πιθανό θάνατο της μητέρας έως τα πρώτα ασυνείδητα σκιρτήματα του έρωτα, από τη χαρά και το παιχνίδι έως τις σχέσεις των δύο αδελφών. Αυτό το σπάνιο για παιδική ταινία στοιχείο το θαύμασα πραγματικά.
Και μένει το εικαστικό μέρος. Που όπως πάντα στον Miyazaki είναι εξαιρετικό. Η εικόνα – κυρίως οι εικόνες της φύσης – πραγματικά μαγεύουν. Είναι πανέμορφες. Η αισθητική του γιαπωνέζου δημιουργού βρίσκεται στον αντίποδα αυτού που θα λέγαμε «ατμόσφαιρα»: Οι εικόνες του είναι καθαρές, κρυστάλλινες, τα χρώματα πλούσια, κυρίως φωτεινά. Όλα δημιουργούν μια ευεξία στο θεατή (ή τουλάχιστον σε μένα). Δεν ξέρω πόσοι άλλοι μπορούν να φτιάξουν τέτοιες εικόνες. Γι' αυτό όμως τον θεωρούμε ούτως ή άλλως μεγάλο δημιουργό.
Συνολικά, αν έχετε παιδιά συνιστώ απόλυτα την ταινία. Αλλά κι αν δεν έχετε δεν νομίζω ότι θα πλήξετε με το γλυκύτατο αυτό παιχνίδι που κινείται ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα και μιλά τόσο καίρια για την παιδική πραγματικότητα, που συχνά είναι πολύ διαφορετική από την πραγματικότητα όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς οι ενήλικοι.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 06, 2011

Η ΑΣΚΟΠΗ ΒΑΒΟΥΡΑ ΤΟΥ "GREEN HORNET"


Το "Green Hornet", αν και ουσιαστικά υπερηρωικό, έχει μερικές ιδιαιτερότητες: Πρώτον επειδή προέρχεται από πετυχημένη ραδιοφωνική εκπομπή που ξεκίνησε το 1936 (και στη συνέχεια έγινε κόμικς και τηλεοπτική σειρά) και δεύτερον επειδή πρόκειται για παρωδία του είδους και όχι για "κανονικό" υπερηρωικό. Το δεύτερο, για μένα τουλάχιστον, είναι ευπρόσδεκτο, καθώς οι διάφοροι Τάδεμαν μας έχουν κατακλύσει ασφυκτικά. Επί πλέον διαθέτει και το εύρημα του εντελώς άχρηστου, γκαφατζή, ηλίθιου σχεδόν υπερήρωα (που αν το συνδυάσεις με το ότι είναι εκατομμυριούχος και έχει και τουπέ, τον αποκαέις εύκολα απλώς μαλάκα), ενώ όλη τη δουλειά την κάνει ο αφανής πλην όμως ιδιοφυής κινέζος υπηρέτης του (στην τηλεσειρά τον ενσάρκωνε ο άγνωστος τότε Μπρους Λι).
Δεν είναι όμως φαίνεται εύκολο να κάνεις μια καλή κωμωδία. Πήγα να το δω ελπίζοντας (ακόμα) στο "άγγιγμα" του Michel Gondry, που γύρισε την ταινία. Μάλλον όμως απογοητεύτηκα. Εντάξει, υπάρχει κάποια πλάκα, λειτουργεί όλη αυτή η αντιστροφή των ρόλων που περιέγραψα, υπάρχει μια παλιομοδίτικη αφέλεια, τα καλά στοιχεία όμως πνίγονται από την ατσούμπαλη αφήγηση και, κυρίως, από τις άνευ λόγου βαβουριάρικες σκηνές δράσης, με τα αιώνια αμερικάνικα αυτοκίνητα που κυνηγιούνται (αν ξαναδώ αυτοκινητοκυνηγητά φοβάμαι ότι θα ξεράσω), τις εκρήξεις, τις κάθε λογής ταρζανιές και πλήθος άλλων αφόρητων πλέον κλισέ. Όσο για το 3-D, μάλλον το βρήκα κι αυτό άνευ λόγου. Μόνο για να σούρχονται στα μούτρα τα κομμάτια από τις εκρήξεις...
Φυσικά το όλο πράγμα μας φέρνει αμέσως στο μυαλό μια άλλη σούπερηρωική παρωδία, το "Kick Ass". Πιστέψτε με, καμία απολύτως σχέση. Είναι σα να συγκρίνεις τον Γούντι Άλλεν με τον Σεφερλή, επειδή και οι δύο κάνουν αστεία πράγματα. Τόσο καλά. Και, εγώ τουλάχιστον, δεν κατάφερα πουθενά σχεδόν να εντοπίσω τη ματιά του Gondry. Γενικά είχα την ίδια αίσθηση που ειχα και με το "Be Kind, Request" του ίδιου: Μια πολύ καλή ιδέα, που ελάχιστα αξιοποιείται από τον σκηνοθέτη. Κρίμα, γιατί κάποτε τον εκτιμούσα, ακόμα και στις λιγότερο καλές ταινίες του.
ΥΓ: Βλέποντας το φιλμ, κατάλαβα από πού έχει πάρει την ιδέα με τον φοβερό υπηρέτη Κάτο του επιθεωρητή Κλουζό η σειρά του "Ροζ Πάνθηρα". Ο κινέζος υπηρέτης που ενίοτε παίζει ξύλο με το αφεντικό του βρίσκεται εδώ με σάρκα και οστά. Εκτός κι αν το στοιχείο του μεταξύ τους ξύλου δεν υπήρχε στην αυθεντική ραδιοφωνική εκπομπή, οπότε το κινηματογραφικό Green Hornet το "δανείστηκε" από τις ταινίες του Έντουαρντς.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 04, 2011

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΥΚΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑΣ


Εν έτει 2010 ο απρόβλεπτος Darren Aronofsky επανέρχεται στο κλίμα με το οποίο τον πρωτογνωρίσαμε: Σκοτεινός, συχνά σοκαριστικός, στα όρια μερικές φορές της ταινίας τρόμου, ο "Μαύρος Κύκνος" του είναι, αν μη τι άλλο, μια πολύ εντυπωσιακή ταινία. Που υποστηρίζεται, βέβαια, από την εξαιρετική ερμηνεία της Νάταλι Πόρτμαν.
Μπορούμε να σκεφτούμε πολλά για την (περίπου) μεταφορά της ουσίας της ιστορίας της "Λίμνης των Κύκνων" του Τσαϊκόφσκι στη σύγχρονη εποχή. Η χορεύτρια ηρωίδα του φιλμ είναι διχασμένη ανάμεσα σε διάφορα "δίπολα": Η επίτευξη της τελειότητας στην τέχνη της κόντρα στην προσωπική ζωή και την ευτυχία. Ο "καθώς πρέπει" (λευκός, αν θέλετε) εαυτός κόντρα στο "κακό κορίτσι", την απελευθέρωση δηλαδή των ενστίκτων (τον "μαύρο" εαυτό), που στην ταινία συμβολίζεται από την Λίλι, την εντελώς αντίθετη σαν χαρακτήρας χορεύτρια. Η ασφάλεια της παιδικής ηλικίας - που συνεπάγεται και την συνύπαρξη με την καταπιεστική, σχεδόν ψυχωτική, μητέρα κόντρα στην ανάγκη για απελευθέρωση, επανάσταση, ανάληψη ευθυνών ή, αν προτιμάτε, ενηλικίωση. Κι ίσως κι άλλα που μπορεί κανείς να σκεφτεί.
Πολλοί άνθρωποι βρίσκουν μια ισορροπία ανάμεσα σ' όλα αυτά. Αν όμως δεν καταφέρει κανείς κάτι τέτοιο, ο μόνος δρόμος που απομένει είναι η παράνοια. Είναι από την αρχή ξεκάθαρο ότι προς τα εκεί οδηγείται η ηρωίδα. Τα όνειρα, οι παραισθήσεις, το απόλυτο σφίξιμο, όλα οδηγούν προς τα εκεί με μαθηματική ακρίβεια. Και βέβαια, για να υπάρξει και ο απαραίτητος Φρόιντ, όλα - ή σχεδόν όλα - προέρχονται από την καταπιεσμένη της σεξουαλικότητα, την παντελή έλλειψη σεξ με οποιαδήποτε μορφή, για να κυριολεκτούμε. Έτσι, ο φόβος για το σεξ, η μητρική καταπίεση, η τελειομανία για την οποία θυσιάζεται η προσωπική ζωή, ο σκληρός ανταγωνισμός, οδηγούν την ήδη διαταραγμένη ηρωίδα όλο και βαθύτερα στην τρέλα. Οι φαντασιώσεις πολλαπλασιάζονται, ποτέ δεν είμαστε σίγουροι για το τι απ' όσα συμβαίνουν στην οθόνη είναι αληθινό ή βρίσκεται μόνο στο άρρωστο μυαλό της.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια μελέτη της τρέλας, δηλαδή για μια πιο μπαρόκ βερσιόν της εκπληκτικής "Αποστροφής" του Πολάνσκι, μεταφερμένης στο χώρο του κλασικού μπαλέτου. Προειδοποιώ ότι η ταινία, εκτός από την σκοτεινή και "άρρωστη" εν γένει ατμόσφαιρά της, αγγίζει σε ορισμένα σημεία τα όρια του απωθητικού, θυμίζοντας έτσι το κλίμα του "Ρέκβιεμ για ένα Όνειρο". Από την άλλη, μερικές σκηνές χορού είναι πολύ δυνατές και το όλο πράγμα καταφέρνει να αφήσει μια έντονη γεύση στο θεατή. Σίγουρα από τις πολύ δυνατές ταινίες της χρονιάς και, ίσως, η εντυπωσιακότερη με θέμα τον κλασικό χορό (εντυπωσιακότερη είπα, όχι υποχρεωτικά καλύτερη, αλλά, νομίζω, μια από τις πολύ καλές).

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 03, 2011

ΣΤΗ "ΛΕΣΧΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ" ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ


Ο David Mamet είναι γνωστός αμερικανός θεατρικός (κυρίως) συγραφέας. Το 1987 κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στο σινεμά με την καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, ταινία του, το "House of Games" ("Η Λέσχη της Απάτης"). Και παίζει ένα έξυπνο παιχνίδι ανάμεσα στο "είναι και το φαίνεσθαι" ή, αν θέλετε, ανάμεσα στην εικόνα της πραγματικότητας κι αυτό που κρύβεται πίσω της. Όλα αυτά με δομή ψυχολογικού θρίλερ, με την ψυχολογία, τον φροϊδισμό, τις ανεκπλήρωτες, καταπιεσμένες επιθυμίες, να παίζουν κυρίαρχο ρόλο.
Ηρωίδα είναι μια διάσημη ψυχίατρος, δίχως ουσιαστικά προσωπική ζωή πέρα από τη δουλειά της, που γοητεύεται από εναν απατεώνα (σημειωτέον ότι αυτός από την πρώτη στιγμή της δηλώνει ότι είναι απατεώνας) και προσπαθεί να μπει στον άγνωστο γι' αυτήν κόσμο του... όπου όλα ανατρέπονται. Και τότε συνειδητοποιεί ότι καλό και κακό δεν είναι παρά συμβάσεις, κι ότι ποτέ μέχρι τότε δεν ήξερε τι ακριβώς ήθελε.
Ακριβώς στις ανατροπές, άλλωστε, βασίζεται το σενάριο του φιλμ. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, ποτέ δεν ξέρουμε αν όσα βλέπουμε είναι αληθινά ή αποτελούν μέρος μιας καλοστημένης απάτης και θα αποκαλυφθεί κάτι άλλο πίσω τους. Όσα όμως συμβαίνουν εξωτερικά, στα γεγονότα που βλέπουμε, συμβαίνουν και στις ψυχές των ηρώων. Ποιος έχει τελικά το πάνω χέρι στη σχέση ψυχίατρου - απατεώνα; Και, το σπουδαιότερο, ποιος είναι ο "καλός" και ποιος ο "κακος" (για να χρησιμοποιήσουμε τους σχηματικούς αυτούς όρους); Ποσο δυνατές είναι οι καταπιεσμένες επιθυμίες; Και, μήπως τελικά απελευθερώνεται κανείς και βρίσκει την ευτυχία έξω από τις παραδεκτές ηθικές της κοινωνίας μας; Εξ άλλου όλο αυτό το παιχνίδι μπορεί να ειδωθεί μεταφορικά και σαν ένα είδος πάλης ανάμεσα σε τάξεις, της εύπορης μεσαίας (της γιατρού) και της κατώτερης - ίσως και περιθωριακής - του απατεώνα.
Αυτά και πολλά άλλα μπορεί να σκεφτεί ο θεατής. Πέραν αυτών όμως, σε πρώτο επίπεδο, η ταινία παραμένει απολαυστικότατη, με τις διαρκείς ανατροπές της, το εναλλασσόμενο παιχνίδι θύτη - θύματος, το σασπένς που κλιμακώνεται, το δυνατό, σαρκαστικό φινάλε. Και υποστηρίζεται από τις πολύ καλές ερμηνείες των Τζο Μαντένια και Λίντσεϊ Κρουζ. Νομίζω ότι στις επόμενες κινηματογραφικές δουλειές του ο Μάμετ δεν έκανε κάτι τόσο καλό. Αν λοιπόν θέλετε να δείτε μια και μόνο ταινία του δημιουργού αυτού... καταλαβαίνετε τη γνώμη μου.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 01, 2011

"ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΚΑΛ" ΒΟΥΤΗΓΜΕΝΗ ΣΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΡΕΑΛΙΣΜΟ


Ο Szabolcs Hajdu είναι ούγγρος και οι παράξενες "Νύχτες στου Πασκάλ" ("Bibliotheque Pascal", 2010) που γύρισε είναι μια ταινία βουτηγμένη στο μαγικό ρεαλισμό. Αφηγείται την ιστορία μιας ανεξάρτητης κοπέλας που ζει νομαδική ζωή δίνοντας παραστάσεις δρόμου, ερωτεύεται έναν καταζητούμενο, κάνει ένα κοριτσάκι μαζί του, καταλήγει σ' ένα πολύ ιδιαίτερο πορνείο πολυτελείας στην Αγγλία και... και διάφορα άλλα.
Η ταινία διαθέτει εντυπωσιακές εικόνες που μένουν στη μνήμη, παράξενο κλίμα, ενώ το φολκλόρ στοιχείο εναλλάσσεται με μάλλον σκληρές σκηνές και το στοιχείο του θαύματος μπλέκεται αξεδιάλυτα με την καθημερινότητα. Προτείνει ουσιαστικά μια ονειρική πραγματικότητα ως αληθινή, αφού το στοιχείο του θαυμαστού εισβάλλει στην "πραγματική ζωή" και γίνεται απόλυτος καταλύτης των εξελίξεων. Ίσως αυτό να είναι και ένα αμφιλεγόμενο στοιχείο του φιλμ, αφού η λύση του "θαύματος" που οδηγεί την πλοκή μπορεί να θεωρηθεί εύκολη, από την άλλη όμως είναι τόσο ποιητική... Μας δείχνει μια βαλκανική κοινωνία (Ρουμανία) βουτηγμένη σε ένα "παλιό" κλίμα, με πανηγύρια, θαύματα, μουσικές στο δρόμο και εφήμερους έρωτες, νομάδες, έντονο μεταφυσικό στοιχείο και ανθρώπους που πιστεύουν απόλυτα σε μάντισες χαρτορίχτρες... και από την άλλη μια Δύση σε αδιέξοδο, όπου βαριεστημένοι από την ευμάρεια άνθρωποι αναζητούν όλο και πιο εξεζητημένες απολαύσεις, αγνοώντας κάθε ηθικό περιορισμό (δεν εννοώ σεξουαλικό, αλλά το ότι οι πόρνες είναι αιχμάλωτες παρά τη θέλησή τους).
Γενικά τη βρήκα ασυνήθιστη ταινία, που απευθύνεται κυρίως σε σινεφίλ. Το παράδοξο κλίμα της επηρεάζεται νομίζω τόσο από τον Κουστουρίτσα (χωρίς όμως την ενίοτε κωμική τρέλα του και το overdose βαλκανικής παράνοιας που τον διακρίνει), όσο και από τον Λιντς και τις καταβυθίσεις του στο αλλόκοτο. Εντυπωσιακές επιροές - όπως και εντυπωσιακές εικόνες που λέγαμε παραπάνω - ίσως όμως υπάρξουν αντιρρήσεις για το πόσο καλά δένουν όλα αυτά (αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και τον απολυτο ρεαλισμό της πρώτης σκηνής με τον κοινωνικό λειτουργό). Και ίσως με ενόχλησε κάπως αυτή η λύση που βασίζεται αποκλειστικά στο ουρανοκατέβατο θαύμα.
Συνολικά όμως νομίζω ότι παραμένει ενδιαφέρουσα ταινία, με πολλές ιδέες - ίσως κάπως σκόρπιες, που κάνουν την ιστορία λιγότερο σφιχτή και μάλλον αποσπασματική. Σίγουρα πάντως είναι εντυπωσιακές οι σκηνές με τους ανθρώπους που προβάλλουν τα όνειρά τους, αυτές στο πολυτελές πορνείο (πορνείο για διανοούμενους προφανώς), όπου κάθε πόρνη ενσαρκώνει μια ηρωίδα της λογοτεχνίας κλπ. Αξίζει την προσοχή μας παρά τις επί μέρους αντιρρήσεις μου.

eXTReMe Tracker