Δευτέρα, Νοεμβρίου 30, 2015

Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ "ΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑ"

Υπάρχουν ταινίες που δεν παλιώνουν με τα χρόνια που περνούν, που διατηρούν αμείωτη τη γοητεία τους. Είμαι σίγουρος ότι μία απ' αυτές είναι η θρυλική "Καζαμπλάνκα", που γύρισε το 1942 ο Michael Curtiz (1886-1962), ένας ούγγρος που, όταν πήγε στην Αμερική έγινε ένας από τους πιο πετυχημένους και παραγωγικούς σκηνοθέτες της. Ξαναβλέποντάς την μετά από καιρό επιβεβαίωσα αυτή μου την πεποίθηση. Η ταινία αποτελεί δείγμα νομίζω του αρχετυπικού Χόλιγουντ στα καλύτερά του, συνδυάζοντας σασπένς, βαθείς έρωτες που συγκρούονται με το καθήκον και, φυσικά, πολύ, πολύ ρομαντισμό. Και, βέβαια, ο αντιναζισμός - βρισκόμαστε στην καρδιά του πολέμου γαρ - υπάρχει και με το παραπάνω.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο αμερικανός Ρικ διατηρεί διάσημο μπαρ στην ουδέτερη Καζαμπλάνκα του Μαρόκου. Κυνικός, απόμακρος, ουδέτερος κι ο ίδιος αλλά δίκαιος, μοιάζει να βρίσκεται πολύ μακριά από τα φριχτά γεγονότα του πολέμου. Ώσπου στην πόλη φτάνει ο παλιός, μεγάλος έρωτάς του και το κυνικό προσωπείο καταρρέει. Από εκεί και πέρα θα αρχίσει ένα πολύπλοκο παιχνίδι ανάμεσα στον πόθο και τον έρωτα από τη μία και το καθήκον προς την πατρίδα - και, τέλος πάντων, την ανάγκη να πάρει θέση - από την άλλη. Κι αυτά δεν συμβαδίζουν πάντοτε. Τα διλήμματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα...
Η γοητεία της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, των μυθικών ηθοποιών (Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Πίτερ Λόρε, Κλοντ Ρέινς) και των αξέχαστων, δυνατών και συχνά διχασμένων χαρακτήρων είναι ανυπέρβλητη. Ο ψυχρός εξωτερικά, αλλά κατά βάθος ευαλωτος και πληγωμένος Μπόγκαρντ, η διχασμένη ανάμεσα σε ένα μεγάλο έρωτα και έναν υπέροχο σύζυγο Μπέργκμαν, ο πονηρός και επιτήδειος Ρέινς... Ίσως οι χαρακτήρες αυτοί να μην είναι και τόσο καθημερινοί, να είναι "more than life" και, τελικά, παρά τα όσα δείχνουν εξωτερικά, να είναι "καλοί" κατά βάθος, αλλά, δίάβολε, η γοητεία και το παραμύθι αν θέλετε είναι τόσο καλοστημένο που αιχμαλωτίζει σχεδόν κάθε θεατή. Γι' αυτό μίλησα προηγουμένως για Χόλιγουντ (άρα παραμύθι, άρα ρομαντισμός, άρα όχι και τόσος ρεαλισμός), αλλά, το είπαμε, Χόλιγουντ στα καλύτερά του.
Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να πούμε περισσότερα για ένα πασίγνωστο και κλασικό φιλμ. Μπορεί να διαβάσετε γι' αυτό οπουδήποτε και δεν χρειάζεστε τη δική μου γνώμη. Αν πάντως δεν το έχετε δει, κάντε το οπωσδήποτε.

Κυριακή, Νοεμβρίου 29, 2015

ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ ΕΠΟΧΗΣ, ΑΛΛΑ ΜΑΛΛΟΝ ΕΠΙΠΕΔΟ "TOPSY TURVY"

Οι Gilbert και Sullivan (στιχουργός ο πρώτος, συνθέτης ο δεύτερος) είναι οι διάσημοι βρετανοί δημιουργοί μιούζικαλ και μάλλον "ελαφρών" οπερών της βικτοριανής εποχής. Τα έργα  τους γνώρισαν τότε τεράστια επιτυχία και οι ίδιοι έζησαν οικονομικά άνετα. Το 1999 ο Mike Leigh αποφασίζει να ασχοληθεί μ' αυτούς στο "Topsy Turvy" ("Η Παράσταση μιας Ζωής" στην Ελλάδα). Topsy Turvy, σημειωτέον, σημαίνει "άνω - κάτω", κάτι σαν χάος δηλαδή.
Ο Leigh εξετάζει μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή της καριέρας τους. Έχουν ήδη ανεβάσει αρκετές όπερες με μεγάλη επιτυχία, η τελευταία τους όμως, "Princess Ida", παίρνει αρνητικές κριτικές και οι εφημερίδες τους κατηγορούν ότι επαναλαμβάνονται. Το ντουέτο βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης, καθώς ο Σαλιβαν καίγεται από την επιθυμία να γράψει κάτι πιο "σοβαρό", όχι με τη συνεργασία πλέον του Γκίλμπερτ. Το οικογενειακό και επαγγελματικό τους περιβάλλον προσπαθεί να τον μεταπείσει. Κάπου εκεί συλλαμβάνουν την ιδέα μιας όπερας με γιαπωνέζικη πλοκή. Παρά τους δισταγμούς ο Σάλιβαν αποφασίζει να συνθέσει και το "Mikado" γίνεται η μεγαλύτερη επιτυχία τους και για πολλούς το καλύτερο έργο τους.
Η ταινία κυλά μεταξύ πρόζας και εκτενών μουσικών αποσπασμάτων από τα έργα των δύο συνεργατών. Ο Leigh εστιάζει κυρίως στους διαφορετικούς χαρακτήρες τους. Βαρύς, αυστηρός, μάλλον καταπιεστικός και μάλλον απαισιόδοξος ο Γκίλμπερτ, χαλαρός, εύθυμος, έτοιμος να γευτεί κάθε χαρά της ζωής ο Σάλιβαν, αποτελούν δύο αντίθετα που έλκονται και, τελικά, δένουν μεταξύ τους αποτελεσματικά. Ο σκηνοθέτης μοιάζει να αγαπά τους βασικούς χαρακτήρες, αλλά και ολους τους άλλους που περνούν από το φιλμ, εστιάζοντας στην προσωπικότητα,. την ιδιοσυγκρασία και τις θετικές ή αρνητικές πλευρές - συχνά αντιοκρουόμενες - του καθενός απ' αυτούς. Τελικά φτιάχνει ένα ανθρωπιστικό φιλμ, που μοιάζει αισιόδοξο, δίχως ωστόσο να κρύβει και τις σκοτεινές πτυχές ορισμένων καταστάσεων.
Το πρόβλημα είναι ότι το βρήκα μάλλον επίπεδο, δίχως κορυφώσεις, και, βέβαια, γνωστό σαν ιστορία για όσους γνωρίζουν τη μουσική και την εποχή αυτή. Ίσως και να με κούρασε σε κάποια σημεία. Τελικά, εκτός από την πιθανή αγάπη του Leigh για τη μουσική των G.& S, μάλλον δεν βρήκα άλλο λόγο να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο ένας βαθύς μελετητής συνήθως των σύγχρονων κοινωνικών καταστάσεων. Φυσικά η αναπαράσταση της εποχής είναι άψογη. Ωστόσο το θεωρώ το πιο αδιάφορο φιλμ του Leigh που έχω δει και το συνιστώ κυρίως σε όσους λατρεύουν τα έργα του βικτωριανού ντουέτου.

Σάββατο, Νοεμβρίου 28, 2015

Η "ΜΥΣΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ" ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Νομίζω ότι ο χιλιανός Pablo Larrain εξελίσσεται σε έναν από του σημαντικούς σκηνοθέτες του καιρού μας και, βέβαια, σε έναν σκληρό ανατόμο όχι και τόσο φωτεινών πτυχών της πολύπαθης χώρας του. Με τη "Μυστική Λέσχη" (El Club) του 2015 η πρακτική αυτή συνεχίζεται.
Αυτή τη φορά στο στόχαστρο βρίσκεται η καθολική εκκλησία της πατρίδας του και οι όχι και τόσο ξεκάθαρες πρακτικές της. Η εκκλησία αυτή συνηθίζει εδώ και δεκαετίες να μην τιμωρεί δημόσια ή έστω να αποκαλύπτει τις πράξεις επίορκων ιερέων. Αντίθετα, αν επιβεβαιωθεί κάθε λογής σοβαρό παράπτωμα, οι ιερείς στέλνοται σε ένα είδος εξορίας σε μακρινές πόλεις ή χωριά της επαρχίας, όπου ζουν σε σπίτια που ανήκουν στην εκκλησία, εξόριστοι μεν, αλλά ουσιαστικά ελεύθεροι και δίχως τιμωρία. Σε ένα τέτοιο μελαγχολικό παραθαλάσσιο χωριό, σε ένα μεγάλο σπίτι, ζουν τέσσερεις ιερείς και μια καλόγρια. Σιγά - σιγά μαθαίνουμε ότι ο καθένας είναι ένοχος σοβαρού εγκλήματος: Παιδεραστία κατ' εξακολούθηση, συνεργασία με την αιματοβαμμένη χούντα, εμπόριο βρεφών, κατάχρηση κλπ. Η ζωή τους είναι ήσυχη και κυλά ανάμεσα σε μαγείρεμα, βόλτες στην παραλία, προσευχές και, κυρίως, εκπαίδευση σκύλου για κυνοδρομίες, από τις οποίες κερδίζουν πάντοτε αρκετά. Ώσπου ένα θύμα κακοποίησης όταν ήταν παιδί, μισότρελος και με παράξενες σεξουαλικές προτιμήσεις σήμερα, εγκαθίσταται στο χωριό και αρχίζει να τους προκαλεί άγρια και χυδαία, κινδυνεύοντας έτσι να δημιουργήσει σκάνδαλο. Ένας ιησουίτης ψυχαναλυτής - παπάς, ειδικός στο χειρισμό τέτοιων θεματων, στέλνεται τότε από την εκλησία και ζει μαζί τους προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει το τι έχει συμβεί στο παρελθόν, αλλά και στο παρόν (υπάρχει και μια αυτοκτονία στη μέση), ανατρέποντας έτσι τις ισορροπίες της μέχρι τότε ζωής τους.
Το φιλμ είναι σκληρό, άγριο σε κάποια σημεία, και έντονα καταγγελτικό. Η επίθεση του Larrain στην εκκλησία είναι πολυμέτωπη. Όχι μόνο καταγγέλει την πρακτική τής μη δημοσιοποίησης εγκλημάτων από κληρικούς, αλλά σιγά - σιγά αντιλαμβανόμαστε ότι τα μέλη της ομάδας δεν έχουν καν μετανοιώσει για όσα έχουν πράξει στο παρελθόν και είναι μάλιστα έτοιμα να προχωρήσουν σε νέες ανήθικες πρακτικές για να διαφυλάξουν τον ήσυχο τρόπο ζωής τους. Οι χαρακτήρες είναι πολύπλοκοι, κινούνται ανάμεσα στο κακό και τη μετάνοια, το σκοτάδι και το φως, ενώ το τέλος είναι μάλλον ανοιχτό (πρόκειται για μια ακόμα συγκάλυψη της αλήθειας ή για ένα είδος ιδιόρυθμης τιμωρίας;) Γενικά το σκοτεινό στοιχείο κυριαρχεί, κάνοντας τη θέαση συχνά ακόμα και ενοχλητική.
Ενδιαφέρον βρισκω το ότι το στοιχείο της καταγγελίας συνοδεύεται από την καθαρά προσωπική κινηματογραφική ματιά του δημιουργού, ο οποίος φτιάχνει μια μουντή, καταθλιπτική ατμόσφαιρα γκριζομπλέ χρώματος, χρησιμοποιώντας φίλτρα και κινηματογραφώντας την αυγή ή το λυκόφως (η πειραγμένη φωτογραφία άλλωστε είναι συνηθισμένη στη μέχρι τώρα δουλειά του). Έτσι η άμεση καταγγελτική ματιά συνυπάρχει με την καλλιτεχνική άποψη. Αξιόλογος συνδυασμός.
Βρήκα δυνατή και ενδιαφέρουσα την ταινία, αλλά, προειδοποιώ, θα είναι πολύ ενοχλητική για πολλούς.

Τρίτη, Νοεμβρίου 24, 2015

ΜΙΑ ΓΕΛΟΙΑ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΣΠΑΡΑΞΙΚΑΡΔΙΑ "ΜΑΡΓΚΕΡΙΤ"

Η Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς είναι υπαρκτό πρόσωπο. Ήταν μια πλούσια αμερικάνα της δεκαετίας του '10, η οποία όχι μόνο αγαπούσε παθιασμένα την όπερα, αλλά πίστευε ότι είχε και η ίδια μεγάλη φωνή, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εντελώς φάλτσα. Οι ερμηνείες της την έκαναν ακούσιο κωμικό θέαμα και οι ηχογραφήσεις της προκαλούν και σήμερα γέλιο. Η γαλλική ταινία "Μαργκερίτ" του Xavier Giannoli (2015) εμπνέεται ελεύθερα από αυτή την κωμικοτραγική ιστορία, τη μεταφέρει στη Γαλλία αλλάζοντας ονόματα και φτιάχνοντας μια φανταστική ιστορία βασισμένη στην απίθανη αυτή προσωπικότητα, η οποία είναι κάτι σαν τον Εντ Γουντ της όπερας.
Στο φιλμ η ηρωίδα είναι πλούσια βαρόνη. Δίνει τα απαράδεκτα ρεσιτάλ της (προς μεγάλη ντροπή του συζύγου της) στον πύργο της, με ακροατές έναν στενό κύκλο αριστοκρατών και πλουσίων, που ανήκουν σε μια λέσχη μουσικής . Όλοι κρατάνε μετά βίας τα γέλια τους και κανείς δεν τολμά να της πει την αλήθεια, αντίθετα την συγχαίρουν θερμά στο τέλος κάθε τέτοιας βραδιάς. Ώσπου, με την ενθάρρυνση ενός νεαρού δημοσιογράφου και του ντανταϊστή φίλου του, αποφασίζει να δώσει ένα αληθινό ρεσιτάλ, με αληθινό κοινό. Μάταια ο σύζυγος πασχίζει να αποτρέψει την καταστροφή. Εκείνη είναι απτόητη και προσλαμβάνει μάλιστα έναν γνωστό, αλλά παρακμασμένο τενόρο για να της κάνει μαθήματα.
Η ταινία ξεκινά μάλλον αστεία, αλλά όσο προχωρά γίνεται τραγική. Ουσιαστικά είναι μια μελέτη των ανθρώπων που κοινώς αποκαλούμε "ψώνια". Είναι αυτοί που, κυριολεκτικά εδώ, είναι "για γέλια και για κλάματα". Ο σκηνοθέτης όμως μοιάζει να αγαπά πραγματικά την αλλοπαρμένη ηρωίδα του, η οποία όντως είναι αφελής, ρομαντική και καλόκαρδη, δίχως να υποψιάζεται καν τη γελοιότητά της. Αυτό είναι που συγκινεί και τον θεατή και δεν τον αφήνει να γελάσει αβίαστα. Στο δεύτερο μισό πάντως νομίζω ότι το φιλμ χάνει τον ρυθμό του και το τραγικό στοιχείο παίρνει το πάνω χέρι, ενώ κεντρικό ρόλο αρχίζει να παίζει ο σχεδόν ανεκπλήρωτος έρωτας της πρωταγωνίστριας (εξαιρετική η Κατρίν Φρο) για τον σύζυγό της. Ωστόσο στο πιο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου πρώτο μέρος προλαβαίνει να σατιρίσει και να κατακεραυνώσει μια απόλυτα υποκριτική "υψηλή κοινωνία", η οποία κάποια στιγμή δεν διστάζει να αποβάλλει από τις τάξεις της την πρώην εκλεκτή της, από την οποία είχε λάβει πολλά.
Ενδιαφέρουσα (λόγω κεντρικής ηρωίδας κυρίως) ταινία, αλλά, όπως είπα, μάλλον άνιση. Πάντως η Μαργκερίτ είναι τελικά από τους πιο παράδοξους και ενδιαφέροντες χαρακτήρες που έχουμε δει.

Κυριακή, Νοεμβρίου 22, 2015

"SCARLET STREET" 'Η Ο ΕΡΩΤΑΣ ΩΣ ΑΙΤΙΑ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ

O Fritz Lang (1890-1976), αντιναζί, φεύγει κρυφά από τη ναζιστική Γερμανία το 1933, όταν ο Γκέμπελς του προτείνει να γίνει επικεφαλής της γερμανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Μετά από ένα χρόνο στη Γαλλία καταφεύγει το 1934 στις ΗΠΑ, όπου γυρίζει πολλές σημαντικές ταινίες μέχρι τη δεκαετία του 50. Μία απ' αυτές είναι και η "Scarlet Street" του 1945, ένα σκοτεινό νουάρ με τον εξαιρετικό Έντουαρντ Ρόμπινσον στον βασικό ρόλο.
Ένας επί 25 χρόνια λογιστής σε μια εταιρία, συνειδητοποιεί σε μια κρίση μέσης ηλικίας πόσο δυστυχισμένη ειναι η ζωή του. Καταπιεστική σύζυγος, καθημερινή ρουτίνα, μίζερη ζωή, κι όλα αυτά δίχως ποτέ να έχει γνωρίσει τον έρωτα. Μοναδική του παρηγοριά η ζωγραφική, μια απόλυτα ναϊφ ζωγραφική, η οποία βεβαίως λοιδωρείται από τη μέγαιρα σύζυγο. Μια νύχτα συναντά στο δρόμο μια όμορφη νέα γυναίκα. Πρόκειται για πόρνη (το ξέρουμε σχεδόν από την αρχή), η οποία του πουλά έρωτα και μια δήθεν δυστυχισμένη ιστορία και τον εκμεταλλεύεται ασύστολα με τον απατεώνα εραστή και προαγωγό της, με τον οποίο παραμένει τρελά ερωτευμένη. Η παρακμή για τον αφελή λογιστή θα αρχίσει και σύντομα η κατηφόρα θα γίνει όλο και πιο ολισθηρή, καθώς στο χορό της εκμετάλλευσης και του ψέματος θα μπει ακόμα και το μοναδικό του πάθος, η ζωγραφική.
Ταινία βαθειά απελπισμένη, δίχως καμιά χαραμάδα για να μπει φως, γίνεται όλα και πιο συγκινητική καθώς παρακολουθούμε το δράμα του στερημένου, μοναχικού πρωταγωνιστή. Το όλο κλίμα θυμίζει κάπως τον "Γαλάζιο Άγγελο" (εδώ σε πιο νουάρ αποχρώσεις), καθώς και οι δύο ταινίες μιλάνε για τον τρελό, αταίριαστο έρωτα, που οδηγεί σε απόλυτη δυστυχία και παρακμή τον ερωτευμένο. Και φυσικά η μοιραία, αδίστακτη γυναίκα είναι αναπόσπαστο μέρος της πλοκής. Ο Lang δεν αφήνει καμιά ελπίδα στον ήρωά του. Ακόμα και το τελικό του ξέσπασμα θα είναι άδοξο. Από την άλλη δεν μπορούμε παρά να συγκινηθούμε από τον δυστυχισμένο αυτόν χαρακτήρα, που πασχίζει απελπισμένα, μη βλέποντας τα προφανή, να αρπαχτεί από μια ακτίδα φωτός που μοιάζει να μπαίνει για πρώτη φορά στη ζωή του. Από εκεί και πέρα ο έρωτας, εκ πρώτηςόψεως λυτρωτικός, στην πραγματικότητα όμως βαθειά καταστροφικός, έχει το πάνω χέρι.
Από τις καλές αμερικάνικες ταινίες του γερμανού δημιουργού - και από τις πλέον μαύρες συγχρόνως - νομίζω ότι κρατά μέχρι σήμερα τη δύναμή της, όπως άλλωστε όλα τα κλασικά φιλμ.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 20, 2015

ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΠΟΡΦΥΡΟΥ ΛΟΦΟΥ"

Είχα ανησυχήσει με το κακό κατά τη γνώμη μου "Pacific Rim" και φοβόμουν ότι ο Guillermo Del Toro είχε πάρει την κάτω βόλτα. Ευτυχώς ο "Πορφυρός Λόφος" ("Crimson Peak) του 2015 βελτιώνει πολύ τα πράγματα.
Ως γνωστόν ο μεξικάνος Del Toro γυρίζει άλλοτε mainstream χολιγουντιανές υπερπαραγωγές με ποικίλα αποτελέσματα και άλλοτε μικρότερες, ισπανόφωνες ταινίες, που είναι πολύ καλές ("Η Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου", "Ο Λαβύρινθος του Πάνα"). Ο "Λόφος" είναι μεν χολιγουντιανή παραγωγή, ευτυχώς όμως είναι αρκετά τολμηρός και "άρρωστος" και αρκετά Del Toro, ώστε με κάνει να πιστέψω ότι ο δημιουργός ξαναβρήκε τη φόρμα του και ότι μπορεί να κάνει και καλές αμερικάνικες ταινίες (τρόμου).
Μια πλούσια αμερικανίδα κληρονόμος που θέλει να γίνει συγγραφέας (ιστοριών με φαντάσματα μάλιστα) ερωτεύεται χλωμό και ρομαντικό βρετανό αριστοκράτη (μάλλον δίχως χρήματα όμως). Μετά μια άγρια οικογενειακή τραγωδία, τον παντρεύεται και τον ακολουθεί στον ερειπωμένο και μισοεγκαταλειμένο πύργο του στην κορυφή του Πορφυρού Λόφου", όπου αυτός ζει με την αδελφή του σε κατάσταση σχεδόν απομόνωσης. Εκεί τα μυστήρια αρχίζουν να πληθαίνουν, ο τρόμος (μεταφυσικός και μη) κάνει αισθητή την παρουσία του και παλιά μυστικά αρχίζουν να αποκαλύπτονται...
Το πρώτο που εντυπωσιάζει είναι το μπαρόκ και απόλυτα gothic σκηνικό. Ο πύργος και όσα κρύβει και ο κόκκινος λόφος πάνω στον οποίο βρίσκεται δημιουργούν αμέσως μια "βαρειά", τρομακτική ατμόσφαιρα. Τα φαντάσματα προσθέτουν τρόμο βεβαίως, δίχως σε καμία περίπτωση όμως να αποτελούν το κεντρικό σημείο του φιλμ. Απλώς εμφανίζονται μάλλον για να προειδοποιήσουν. Όπως συνέβαινε και στον "Λαβύρινθο του Πάνα", αυτά που συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο, οι "ρεαλιστικές" φρίκες και τα σκοτεινά μυστικά, είναι χειρότερα και τρομακτικότερα από τα αντίστοιχα υπερφυσικά. Ίσως αυτή να είναι η άποψη του σκηνοθέτη για τον κόσμο.
Ο Πόε, οι παλιές γοτθικού κλίματος ταινίες τρόμου με στοιχειωμένα σπίτια, η γοτθική λογοτεχνία, βρίσκονται όλα εδώ και νομίζω ότι δένουν μεταξύ τους. Ταυτόχρονα συνυπάρχουν το σχόλιο πάνω στις ταξικές καταστάσεις της εποχής (η σχέση αριστοκρατίας - χρηματικού πλούτου), αλλά και η μελέτη της ψυχολογίας των ηρώων (πολύ καλό το καστ με επικεφαλής την Τζέσικα Τσαστέιν). Μόνη μου γκρίνια η μάλλον άνευ λόγου τρομακτική εικόνα των φαντασμάτων που εμφανίζονται, μόνο και μόνο για να δώσουν μια εφετζίδικη νότα τρόμου στο φιλμ. Πιστεύω ότι με πιο νορμάλ εμφάνιση και κατάλληλη σκηνοθεσία θα μπορούσαν να λειτουργούν με τρομακτικότερο τρόπο. Πέραν αυτού πάντως απόλαυσα αρκετά την ταινία και την σκοτεινή της ατμόσφαιρα και τη συστήνω στους φίλους του γοτθικού τρόμου - αλλά, όπως είπαμε, όχι μόνον αυτού, διότι η ουσία και τα όσα αποκαλύπτονται βρίσκονται αλλού και όχι στο μεταφυσικό στοιχείο.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 16, 2015

Ο ΠΙΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ "ΑΣΤΑΚΟΣ" ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΔΕΙ ΠΟΤΕ

Τελικά ο Γιώργος Λάνθιμος έχει ήδη δημιουργήσει ένα απόλυτα προσωπικό και αναγνωρίσιμο σύμπαν, πράγμα που αποτελεί επίτευγμα είτε σας αρέσει το σύμπαν αυτό είτε όχι. Με την τέταρτη ταινία του, τον "Αστακό" του 2015, περνά τα ελληνικά σύνορα και φτιάχνει ένα αγγλόφωνο φιλμ με διεθνείς σταρ: Κόλιν Φαρέλ, Ρέιτσελ Βάις, Λεά Σεϊντού, Τζον Ράιλι! Ωστόσο, παρά το πλούσιο καστ και την πολυεθνική παραγωγή, παραμένει 100% Λάνθιμος.
Σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον, το μεγαλύτερο έγκλημα είναι να είσαι... μόνος. Σε έναν κόσμο όπου μόνο ζευγάρια επιτρέπονται, κάθε "διαφορετικός" μοναχικός συλλαμβάνεται και στέλνεται σε ένα ξενοδοχείο, όπου πρέπει να βρει ταίρι εντός 45 ημερών, αλλιώς μετατρέπεται σε ζώο της αρεσκείας του και αφήνεται στο δάσος. Ο διαζευγμένος ήρωας δεν καταφέρνει να ταιριάσει με καμία (παρά την προσπάθειά του να "κοροϊδέψει" το σύστημα) και τελικά δραπετεύει στο δάσος, όπου συναντά τους μοναχικούς επαναστάτες που ζουν εκεί ανάμεσα σε ζώα - πρώην - μοναχικούς. Τότε όμως θα ανακαλύψει μια νέα καταπίεση...
Φυσικά μιλάμε για ένα σουρεαλιστικό στο στόρι του φιλμ (το σενάριο είναι και πάλι γραμμένο με τον μόνιμο συνεργάτη του Λάνθιμου Ευθύμη Φιλίππου). Το παράδοξο, ιδιόρυθμο και σαρκαστικό χιούμορ συνυπάρχει με τη σκληρότητα και τη ζοφερή και αγχωτική ατμόσφαιρα, αλλά και τις καθόλου φυσικές ηθοποιίες (άλλο σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη) και τελικά το μείγμα γίνεται μια ταινία που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του cult. Το πιο ενδιαφέρον όμως κατά τη γνώμη μου είναι η έντονη κοινωνική αλληγορία και σάτιρα. Το φιλμ μιλά για έναν κόσμο όπου ο κομφορμισμός είναι θεσμοθετημένος και υποχρεωτικός και κάθε παρέκκλιση από το επιβεβλημένο τιμωρείται. Η κριτική του όμως πάει ακόμα πιο πέρα: Σύντομα θα ανακαλύψουμε ότι η "άλλη πλευρά", οι επαναστάτες - μοναχικοί (οι οποίοι, παρεπιπτόντως, μου θύμισαν τους επαναστάτες του "Φαρενάιτ 431" του Τριφό, που όμως, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει εδώ, είναι απόλυτα "θετικοί"), οι επαναστάτες λοιπόν, αποδεικνύονται εξ ίσου καταπιεστικοί και φανατικοί στα δικά τους πιστεύω, αποτελώντας τελικά όχι μια εναλλακτική κοινωνία, αλλά την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Και εν τέλει, αιφνιδίως, προβάλλει - εν μέσω σκληρότητας και μαύρου χιούμορ πάντοτε - ένας απροσδόκητα τρυφερός ρομαντισμός, μια πίστη στον έρωτα που θυσιάζει τα πάντα για να επιβιώσει!
Μην το δείτε αν είστε οπαδός αποκλειστικά του mainstream σινεμά. Προσωπικά όμως βρήκα τον "Αστακό" την καλύτερη ταινία του Λάνθιμου και με έκανε να πιστέψω στο μέλλον του δημιουργού αυτού ως ιδιαίτερου κεφάλαιου του παγκόσμιου σινεμά (ναι, του παγκόσμιου, όχι του ελληνικού). Και θαύμασα την ισορροπία ανάμεσα στην πιο νορμάλ κινηματογραφική γραφή από τις προηγούμενες δουλειές του αφ' ενός και στην εμμονή στον προσωπικό κόσμο και στιλ που έχει δημιουργήσει αφ' ετέρου. Αν ψάχνετε για κάτι ασυνήθιστο (και σκληρό, προσέξτε), όχι μόνο όμως "ασυνήθιστου για το ασυνήθιστο", αλλά και με ποικίλες προεκτάσεις και αλληγορίες, μην το χάσετε.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 12, 2015

Ο "ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΚΕΡΑΤΑΣ" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΪΚΗ ΖΗΛΕΙΑ

Οι εποχές που η ιταλική κωμωδία έβγαζε τη μία αξιόλογη ταινία μετά την άλλη έχουν βέβαια προ πολλού παρέλθει (από τη δεκαετία του 70 νομίζω). Το 1964 ωστόσο βρισκόταν στα πάνω της και αυτός εδώ ο ασπρόμαυρος "Υπέροχος Κερατάς" (Il Magnifico cornuto) το επιβεβαιώνει. Τον γύρισε ο Antonio Pietrangeli (1919-1968), ένας σκηνοθέτης που πέθανε νέος και του οποίου το υπόλοιπο έργο (όχι μεγάλο βεβαίως λόγω σύντομου βίου) αγνοώ.
Οι πρωταγωνιστές είναι ένα εύπορο ζευγάρι που αγαπιέται (στο παλιό ιταλικό στιλ, με τον σύζυγο να "έχει το πάνω χέρι" βεβαίως). Ώσπου εκείνος, παρά τον έρωτά του για τη γυναίκα του, κάνει την πρώτη και μοναδική του απιστία δίχως εκείνη να αντιληφτεί τίποτα... και από τότε όλα αλλάζουν. Από εδώ και πέρα του μπαίνει για τα καλά η ιδέα ότι, όπως εκείνος την απάτησε εύκολα, μπορεί κι εκείνη να κάνει το ίδιο (είναι βέβαια και φοβερή γυναίκα, αφού μιλάμε για την Κλαούντια Καρντινάλε). Καθώς οι φόβοι του αυξάνονται και η ζήλεια του μεγαλώνει, από ένα σημείο και πέρα, οδηγείται στην απόλυτη παράνοια. Αυτό που συμβαίνει στο τέλος (το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω βεβαίως), μου φάνηκε, εκτός από αστείο, και ιδιοφυές.
Με τον Ούγκο Τονιάτσι να σηκώνει το φιλμ στις πλάτες του, η θέαση καθίσταται νομίζω απολαυστική. Αστεία ταινία, που ωστόσο γίνεται όλο και πιο παρανοϊκή, διαθέτει και ένα ιδιαίτερο ψυχαναλυτικό βάθος: Ο σύζυγος προβάλλει τις δικές του ενοχές στη γυναίκα του και φτάνει να γίνεται κακός μαζί της για κάτι που ο ίδιος έπραξε. Κι όσο εκείνη αποδεικνύεται κάθε στιγμή όλο και πιο αθώα, τόσο εκείνος την υποψιάζεται περισσότερο. Το βρίσκω ενδιαφέρον. Φυσικά η ταινία μιλά πρώτιστα για τη ζήλεια, που μπορεί να οδηγήσει σε αληθινή παράνοια, αλλά και σε απρόβλεπτη τροπή, όπως θα δείτε. Εκτλος αυτού σχολιάζει την υποκριτική κοινωνία των ανώτερων τάξεων, με τα (παντρεμένα) ζευγάρια να "μπερδεύονται" διαρκώς το ένα με το άλλο και, επιφανειακά, να μη συμβαίνει τίποτα απολύτως καθώς οι "φιλίες", οι τυπικότητες και οι κοινωνικές σχέσεις εξακολουθούν να λειτουργούν άψογα.
Αν είστε φίλοι της παλιάς ιταλικής κωμωδιας, πρόκειται για αξιόλογο δείγμα, με έξυπνο σενάριο. Και, βεβαίως, ο Τονιάτσι παραμένει πάντοτε απολαυστικός ως κατά φαντασίαν κερατάς.

Τρίτη, Νοεμβρίου 10, 2015

ΟΤΑΝ ΒΑΡΙΕΣΑΙ ΣΕ ΜΙΑ "DROP ZONE"


Δεν ξέρω αν θυμάστε τον John Badham. Είναι αυτός που γύρισε το "Saturday Night Fever", αλλά και έναν συμπαθητικο "Δράκουλα" με τον Φρανκ Λανγκέλα. Ποτέ δεν υπήρξε μεγάλος σκηνοθέτης, αλλά μετά τη δεκαετία του 80 παρακμάζει απίστευτα. Σημάδι της παρακμής αυτής το μάλλον ανεκδιήγητο "Drop Zone" του 1994.

Όπου εγκληματική ομάδα από... sky divers (είναι αυτοί που πέφτουν από αεροπάνα και κάνουν διάφορα ουράνια κόλπα πριν ανοίξουν τα αλεξίπτωτά τους) επιδίδεται σε αεροπλανικές ληστείες. Ο Γουέσλι Σνάιπς είναι σκληροτράχηλος μπάτσος, συνοδεύει με τον επίσης μπάτσο αδελφό του έναν πολύτιμο κρατούμενο χάκερ σε αεροπλάνο, γίνεται της τρελής και ο κρατούμενος το σκάει... αεροπορικώς. Από εκεί και πέρα ο ήρωάς μας θα συγκρουστεί με τη συμμορία, θα γίνει και ο ίδιος sky diver για να μπει πιο εύκολα στον κοσμο τους και άλλα ευτράπελα.
Εντάξει, πολύ λίγα έχω να πω για το φιλμ, το οποίο είδα απο περιέργεια, επειδή ουσιαστικά αγνοούσα ότι ο σκηνοθέτης ήταν ακομα ενεργός το 94. Το σενάριο είναι γελοίο, οι απιθανότητες συμβαίνουν η μία μετά την άλλη, οι κακοί είναι πολύ κακοί, οι καλοί είναι ηρωικοί, αλεξίπτωτα ανοίγουν (ή δεν ανοίγουν), άλλοι κρέμονται από αεροπλάνα (εν κινήσει εννοείται) και πολλά άλλα τέτοια. Υπάρχει και το κλασικό χιούμορ για να σπάσουμε τη δράση και, φυσικά, δεν υπάρχει καμιά πρωτοτυπία στην ιστορία. Α, ναι, ξέχασα και τη σούπερ γκόμενα - πρωταθλήτρια κλπ. Και, μέσα σ' όλα, παρακολουθούμε και διάφορες επιδείξεις sky divers, των οποίων ο μικρόκοσμος υποτίθεται ότι "μελετάται" στην ταινία.
Το φιλμ προσπαθεί να είναι τουλάχιστον θεαματικό, λόγω των επιδείξεων και των σχετικών που προαναφέραμε. Αν σας αρέσει το συγκεκριμένο extreme sport μπορεί και να χαζέψετε τις σκηνές (και μόνο αυτές, όχι ολόκληρο το φιλμ). Κατά τα άλλα, μόνο με πολύ ποτό, πολλά ποπ κορν ή ό,τι άλλο, πολλούς φίλους που θέλουν να κάνουν χαβαλέ... και τίποτα παραπάνω.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 06, 2015

Ο ΑΠΟΛΥΤΑ ΠΕΣΙΜΙΣΤΙΚΟΣ "ΑΛΦΡΕΝΤΟ ΓΚΑΡΣΙΑ"

Το 1974 ο Sam Peckinpah (1925-1984) γυρίζει την πλέον "μαύρη" κατά τη γνώμη μου ταινία του : "Φέρτε μου το Κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία".
Ένας πάμπλουτος και πανίσχυρος μεξικάνος ιδιοκτήτης ράντσου επικηρύσσει για "λόγους τιμής" τον πρώην έμπιστό του Αλφρέντο Γκαρσία. Ένας μάλλον παρακμιακός πιανίστας σε μπαρ δέχεται την προσφορά αδίστακτων εκπροσώπων του γαιοκτήμονα να τους παραδώσει, ζωντανό ή νεκρό (το κεφάλι του για την ακρίβεια) τον επικηρυγμένο. Ξεκινά λοιπόν με την πόρνη φίλη του ένα μακρύ οδοιπορικό στο σκονισμένο και καυτό από τον ήλιο Μεξικό για να βρει το θήραμά του. Οι ανατροπές όμως έρχονται η μία μετά την άλλη. Η πρώτη και σημαντική είναι ότι ο Αλφρέντο μάλλον είναι ήδη νεκρός...
Στον Πέκινπα αρέσει η βία, η ενστικτώδης επανάσταση ενάντια σε κάθε καταπίεση και αδικία και η κάθαρση. Μια κάθαρση που πάντοτε στις ταινίες του έρχεται με λουτρά αίματος. Ο "Αλφρέντο Γκαρσία" δεν αποτελεί βεβαίως εξαίρεση. Κάθε άλλο μάλιστα. Η βία είναι μπόλικη και εντυπωσιακά χορογραφημένη, η αντίδραση ενάντια σε όλους και όλα του ήρωα είναι, από ένα σημείο και μετά τουλάχιστον, κάτι περισσότερο εμφανής, προδιαγεγραμμένη θα έλεγα και η κάθαρση με πολύ αίμα αναμενόμενη. Μόνο που εδώ, περισσότερο από ποτέ, ο σκηνοθέτης τονίζει ένα πραγματικά δυσβάστακτο κοινωνικό περιβάλλον. Στον κόσμο της ταινίας δεν υπάρχει πουθενά χώρος για το καλό. Πρόκειται για ένα από τα λίγα φιλμ όπου όλοι οι χαρακτήρες, σημαντικοί ή λιγότερο σημαντικοί, είναι αρνητικοί. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν δύο γυναίκες, η νεαρή κόρη του γαικτήμονα και η καλόκαρδη πόρνη - φίλη του πρωταγωνιστή. Η μοίρα όμως (ή η δομή του κόσμου) ούτε και σ' αυτές επιφυλάσσει κάτι καλό... Υπάρχουν βεβαίως και οι αθώοι, ανώνυμοι και πάμφτωχοι χωρικοί, οι οποίοι δεν έχουν φταίξει σε τίποτα. Ε, λοιπόν κι αυτοί θα σφαγιαστούν δίχως καν να γνωρίζουν γιατί, πληρώνοντας με τη ζωή τους έναν πόλεμο συμφερόντων ανάμεσα σε ξένους. Σε έναν τέτοιο εφιαλτικό κόσμο λοιπόν, το αναπόφευκτο ξέσπασμα της βίας μοιάζει καλοδεχούμενο. Μιας επαναστατικής πλην όμως απόλυτα απελπισμένης και ενστικτώδους βίας, που απλώς σαν στόχο έχει να εξαλείψει οσο περισσότερο κακό μπορεί, δίχως να έχει να κερδίσει τίποτα και που, βέβαια, είναι και απόλυτα αυτοκαταστροφική γι' αυτόν που την εξασκεί.
Πέρα για πέρα πεσιμιστική και απελπισμένη, μακάβρια (με το περιβόητο κεφάλι να σαπίζει αργά στο σακούλι του από τη ζέστη), ασφυκτική, βρώμικη και σκονισμένη, η ταινία κατέχει νομίζω μια εξέχουσα θέση στο πάνθεον των εντελώς σκοτεινών και απαισιόδοξων δημιουργιών του κινηματογράφου. Όχι, δεν υπάρχει φως από πουθενά.
Έχοντας σαφώς υπ' όψιν σας όλα τα παραπάνω, απολαύστε (αν αυτό είναι η σωστή λέξη) μια από τις καλύτερες ταινίες του δημιουργού αυτού.



Τετάρτη, Νοεμβρίου 04, 2015

Ο ΑΜΕΙΛΙΚΤΟΣ "ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ"

Οι αδελφοί Νταρντέν έχουν σίγουρα δημιουργήσει παράδοση και έχουν επηρρεάσει πολλούς με το εντελώς ρεαλιστικό, καθημερινό, ντοκιμαντερίστικο σινεμά τους. Στις επιρροές αυτές ανήκει και ο γαλλικός "Νόμος της Αγοράς" που γύρισε το 2015 ο Stephane Brize.
Μεσήλικας οικογενειάρχης, πατέρας μάλιστα ενός γιου με κινητικά προβλήματα, είναι για μήνες άνεργος. Στο πρώτο μέρος η ταινία παρακολουθεί την επώδυνη ανεργία του. Κάποια στιγμή προσλαμβάνεται επιτέλους σε σούπερ μάρκετ ως υπεύθυνος να ελέγχει για κλοπές ή άλλα παραπτώματα πελατών αλλά και υπαλλήλων. Μια άλλη δύσκολη πορεία, αυτή τη φορά στον εργασιακό χώρο, ξεκινά γι' αυτόν.
Το φιλμ χρησιμοποιεί τον κλασικό, σχεδόν ντοκιμαντερίστικο τρόπο των ταινιών του είδους για να καταγράψει πρώτα πρώτα τις εφιαλτικές επιπτώσεις της κρίσης και στη συνέχεια την εξαιρετικά αλλοτριωτική καθημερινότητα της εργασίας. Ο ήρωας είναι σα να μην έχει προσωπικότητα ή μάλλον σαν να προσπαθούν όλοι να του αφαιρέσουν την προσωπικότητα, να του πουν πως πρέπει να ντύνεται, να συμπεριφέρεται, να μιλά, να φτιάχνει το βιογραφικό του... Για να επιβιώσεις πρέπει να μην είσαι ο εαυτός σου! Πρέπει να τα κάνεις όλα με έναν εκ των προτέρων δοσμένο τρόπο. Φυσικά όλες αυτές οι συμπεριφορές και η καθημερινή πίεση που ασκείται στον πρωταγωνιστή (και στους περισσότερους εργαζόμενους) είναι κι αυτά σε αρκετό βαθμό προϊόντα της κρίσης.
Η ταινία σχολιάζει όλα τα αποπνικτικά, καθημερινά κακώς κείμενα με απόλυτα χαμηλότονο τρόπο. Δεν υπάρχουν εξάρσεις ή δράματα  ή μελοδραματισμοί. Όπως ακριβώς συμβαίνει συνήθως στην πραγματική ζωή. Και βρίσκεται φυσικά στον αντίποδα του "μεγάλου θεάματος". Μοιάζει να αποτελείται από επεισόδια καθημερινότητας, που όλο συντελούν στην αποκάλυψη της "μεγάλης εικόνας", της κρίσης και του αλλοτριωτικού, συχνά ασφυκτικού συστήματος, του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Όσο για τον πρωταγωνιστή Βερνάν Λιντόν είναι όντως πολύ καλός και εκφραστικός, αν και συχνά βουβός.
Απλώς, όπως έχω γράψει κι άλλες φορές, αυτό δεν είναι το στιλ του σινεμά  που προσωπικά προτιμώ. Όλη αυτή η καταγραφή μιας τετριμμένης και άχαρης καθημερινότητας μάλλον με κούρασε. Πρόκειται για καθαρά προσωπική γνώμη, επαναλαμβάνω. Διότι αν είστε φίλος αυτού του είδους κινηματογράφου, σίγουρα η ταινία είναι από τις καλές και πετυχαίνει άψογα τους στόχους της. Μη διστάσετε λοιπόν να τη δείτε - αφού βέβαια γνωρίζετε καλά το κλίμα και το ύφος αυτού που θα δείτε. Εξ άλλου η αποφυγή κάθε δράματος ή κορύφωσης ή θεάματος αποτελεί μια σεβαστή επιλογή, άσχετα αν δεν θα την ακολουθούσα προσωπικά αν ήμουν σκηνοθέτης.
Και κάτι τελευταίο: Δεν ξέρω γιατί, αλλά οι καλύτερες - με διαφορά από οποιονδήποτε δεύτερο - ταινίες πάνω στην κρίση και τις επιπτώσεις της μας έρχονται από τη Γαλλία. Εδώ και πολλά χρόνια.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 02, 2015

ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΣ, ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΚΑΙ WANNABE CULT

Ο Larry Charles είναι αυτός που γύρισε τις 3 ταινίες με τον Σάσα Μπάρον Κοέν, αλλά και το "Religulous". Και είναι και σεναριογράφος και παραγωγός. Όπως καταλάβατε, τον αγαπάτε ή τον μισείτε. Πριν απ' αυτά όμως, το 2003 συγκεκριμένα, γύρισε το "Masked and Anonymous", μια εξαιρετικά περίεργη, καθόλου καλή όμως κατά τη γνώμη μου ταινία.
Πιστεύω ότι το φιλμ δημιουργήθηκε μόνο για να γίνει cult (και ίσως το έχει πετύχει, δεν ξέρω). Οι λόγοι είναι πολλοί. Θα μείνω όμως στον βασικό: Πρωταγωνιστής, σεναριογράφος (μαζί με τον σκηνιθετη) και, φυσικά, μουσικός είναι ο Μπομπ Ντίλαν. Αυτό και μόνο θα έφτανε. Υπάρχουν όμως κι άλλα, που θα δούμε μετά.
Σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής που δεν κατονομάζεται, η κάποτε επανάσταση έχει καταντήσει στυγνή δικτατορία υπό την εξουσία ενός γηραιού, ετοιμοθάνατου δικτάτορα. Δύο αμερικάνοι, άντρας και γυναίκα, προσπαθούν να διοργανώσουν μια ροκ συναυλία "υπέρ της επανάστασης", υποστηριζόμενη από το καθεστώς. Ο μοναδικός σταρ όμως που δέχεται να παίξει είναι ο κάποτε μυθικός Jack Fate, ο οποίος έχει εξαφανιστεί από χρόνια από την επικαιρότητα και ίσως είναι πια ξεχασμένος. Τέλος πάντων, μαθαίνουμε ότι ο Fate βρίσκεται στη φυλακή - στην ίδια πάντα χώρα. Βγαίνει από εκεί και παρουσιάζεται για να παίξει, αρχίζοντας μάλιστα πρόβες. Στο μεταξύ ένας αμερικανός δημοσιογράφος καταφθάνει για να καλύψει υποτίθεται τη συναυλία, στην πραγματικότητα όμως για να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω απ' αυτήν. Και διάφορα άλλα.
Το σενάριο είναι ένας αχταρμάς, τα σκοτεινά σημεία πολλά, η ροή ανύπαρκτη, οι αυθαιρεσίες πολλές και, σα να μην έφταναν όλα, ο Ντίλαν σε τακτά διαστήματα απαγγέλει μονόλογους γεμάτους, υποτίθεται, σοφία (ή μήπως αμπελοφιλοσοφία;) Με λίγα λόγια βαρέθηκα αρκετά βλέποντας το φιλμ και ούτε και κατάλαβα πολύ καλά πού το πήγαινε. Αν ψάχνετε λοιπόν για καλή ταινία, κατά τη γνώμη μου ξεχάστε το.
Είπα όμως ότι πρόκειται για cult. Είναι βεβαίως η πρωταγωνιστική παρουσια του Ντίλαν. Κι όχι μόνο. Στο σάουντρακ ακούγονται πολλά γνωστά κομάτια του μεγάλου τραγουδοποιού σε άγνωστες και συχνά απίθανες εκτελέσεις από άλλους, ενώ άλλα τόσα κομάτια του παίζονται live από τον ίδιο και μία μπάντα (στις πρόβες για τη συναυλία υποτίθεται). Έτσι το φιλμ είναι πλημμυρισμένο από ντιλανική μουσική. Με λίγα λόγια, αν είστε φαν του Ντίλαν, δεν το χάνετε με τίποτα, για καθαρά μουσικούς και όχι  - επαναλαμβάνω - κινηματογραφικούς λόγους. Υπάρχει όμως και άλλο: Το απίστευτο πραγματικά καστ, που αποτελεί άλλον ένα λόγο να δει κανείς την κακή αυτή ταινία. Ίσως να μην έχω συναντήσει ποτέ τόσους γνωστούς ηθοποιούς μαζεμένους, άλλους σε πρωταγωνιστικούς, άλλους σε μικρούς ρόλους. Πάτρε ανάσα και πάμε (εκτος του Ντίλαν φυσικά): Τζον Γκούντμαν, Τζέσικα Λανγκ, Πενέλοπε Κρουζ, Τζεφ Μπρίτζες, Άντζελα Μπάσετ, Μπρους Ντερν, Εντ Χάρις, Μίκι Ρουρκ, Βαλ Κίλμερ, Τζοβάνι Ρίμπιζι, Κρίστιαν Σλέιτερ, Φρεντ Γουάρντ. Είπατε τίποτα; Πάντως αν αποφασίσετε να το δείτε κάντε το με δική σας ευθύνη...

Κυριακή, Νοεμβρίου 01, 2015

ΣΤΟΝ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "BRIDGEND"

Το Bridgend είναι μια μικρή, μάλλον καταθλιπτική και δίχως ιδιαιτερότητες πόλη κάπου στην Ουαλία. Μεταξύ 2007 και 2012 στην πόλη αυτή συνέβησαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, 79 (!) αυτοκτονίες, κυρίως εφήβων ή νέων ανθρώπων. Η ιστορία είναι αληθινή και το γιατί παραμένει μέχι σήμερα άγνωστο.
Τα συγκλονιστικά αυτά γεγονότα προσπαθεί να μεταφέρει στην οθόνη η δανέζικη (αλλά αγγλόφωνη) ταινία "Bridgend" του 2015, πρώτη fiction του μέχρι τώρα ντοκιμαντερίστα δανού Jeppe Ronde. Μια έφηβη μετακομίζει στην πόλη με τον πατέρα της, ο οποίος κατάγεται από εκεί και ειναι αστυνομικός, και με τον οποίο στην πορεία θα συγκρουστεί. Πολύ σύντομα, αν και ήσυχη η ίδια, θα βρεθεί να κάνει παρέα με μια μεγάλη ομάδα συνομιλήκων της. Αλκοόλ, περιστασιακοί και εφήμεροι έρωτες, βόλτες στο δάσος, όπου γίνονται κάποιου είδους - και μάλλον άνευ λόγου - "τελετουργίες", είναι η μοναδική διασκέδασή τους σε ένα μουντό, καταθλιπτικό περιβάλλον. Και βέβαια, κάθε λίγο, ένας ή μία από την ομάδα αυτοκτονεί! Οι υπόλοιποι δέχονται το τραγικό γεγονός σαν φυσιολογικό, ανταλλάσουν e-mails γι' αυτό και μαζεύονται στο δάσος για να πενθησουν με τον τρόπο τους το νέο θύμα της αλλόκοτης αυτής αλληλουχίας.
Η ταινία είναι κυρίως βασισμένη στην ατμόσφαιρα. Σκοτεινή, ζοφερή σχεδόν, με στιγμές μεγάλης ομορφιάς, αποτελεί το ατού της. Ο σκηνοθέτης δεν δίνει απαντήσεις στα μυστηριώδη γεγονότα, όπως άλλωστε δεν υπάρχουν και στην πραγματικότητα . Κάποιες φορές υπονοούνται ελάχιστα ακόμα και για μεταφυσικούς λόγους, ωστόσο σαφώς δεν επιβεβαιώνονται και σαφώς δεν είναι αυτός ο στόχος ή η πιθανή εξήγηση. Περισσότερο, αυτό που μένει είναι η βουβή και αδιέξοδη οργή των νέων για το απρόσωπο, καταθλιπτικό κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον, ένα είδος επανάστασης ενάντια στις μεγαλύτερες γενιές, στους γονείς ουσιαστικά, που βρίσκει διέξοδο με τον τραγικό τρόπο της αυτοκτονίας. Άλλωστε οι έφηβοι μοιάζουν να ανήκουν σε ένα είδος μυστικής σέχτας, σα να προσπαθούν να κρατήσουν μυστικά και να εμποδίσουν μέλη τους να φύγουν από την πόλη. Πάντως το αδιέξοδο, το σχεδόν κλειστοφοβικό κλίμα και η κατάθλιψη των νέων που δεν μπορούν να διοχετεύσουν αλλού την ενεργητικότητα και τη νεανική ορμή τους δίνεται ανάγλυφα.
Σκοτεινή ταινία, βαριά, βασισμένη κυρίως, όπως είπαμε, στην ατμόσφαιρα, μου κίνησε το  ενδιαφέρον, δίχως όμως να τη βρω και εξαιρετική. Αξίζει πάντς μιας ευκαιρίας.

eXTReMe Tracker