Κυριακή, Φεβρουαρίου 28, 2010

ΜΟΝΑΚΡΙΒΗ: ΕΝΑ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΝΑΔΙΡ


Θα πω από την αρχή ότι βρήκα το "Precious" (Μονάκριβη) (2009) του Lee Daniels μια πολύ καλή ταινία, την οποία όμως δεν θα άντεχα να ξαναδώ. Είναι τόση η κοινωνική δυστυχία που περιγράφει, βρισκόμαστε τόσο στον πάτο της αμερικάνικης κοινωνίας, ώστε η θέασή της γίνεται δυσβάσταχτη. Μετά όμως μένεις πραγματικά άφωνος: Μπορεί να υπάρχει τόση δυστυχία;
Η 16χρονη μαύρη ηωίδα του φιλμ είναι υπέρβαρη, έχει βιαστεί από τον πατέρα της και έχει κάνει δύο παιδιά μαζί του (το ένα με σύνδρομο Down), έχει μια άθλια μάνα που την κακομεταχειρίζεται και είναι όχι μόνο στάσιμη στο σχολείο, αλλά πρακτικά δεν μπορεί να γράψει και να διαβάσει. Στην κόλαση όπου ζει - δίχως να φταίει σε τίποτα φυσικά - το μόνο που θέλει είναι να περνά απαρατήρητη, να γίνει αόρατη απ' όλους, αφού απ' τους ανθρώπους εισπράττει μόνο πόνο και προσβολές. Ένα εναλλακτικό σχολείο της προσφέρει μια απρόσμενη ελπίδα, ένα κράτημα απ' τη ζωή (δεν με φοβίζει να πεθάνω, λέει κάπου), αλλά τίποτα δεν είναι εύκολο και τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα...
Μέσα από την τραγική περίπτωση της Precious μπορούμε εύκολα να διαβάσουμε μια έντονη κοινωνική καταγγελία: Τι διάολο κοινωνία είναι αυτή που επιτρέπει όλη αυτή τη μιζέρια; Πώς μπορούμε να ανεχόμαστε (ή να κλείνουμε τα μάτια) σε περιπτώσεις σαν κι αυτή; Πώς έχουν αποτύχει τόσο και η εκπαίδευση και η κοινωνική πρόνοια και η οικογένεια σαν θεσμός; Η ταινία βουτά κυριολεκτικά σε ένα απόλυτα απωθητικό κοινωνικό περιθώριο και γίνεται δυσβάσταχτη (με αποκορύφωμα, κατ' εμένα τουλάχιστον, τη σχέση της ηρωίδας με τη εξαθλιωμένη μητέρα της, που τη χαρακτηρίζω έτσι επειδή αυτή αποτελεί την καθημερινότητά της). Φυσικά από την αθλιότητα αυτή ανασύρει έναν αθώο χαρακτήρα, με δυνατότητες αν βρισκόταν αλλού ή αν τη μεταχειρίζονταν διαφορετικά, ένα είδος διαμαντιού, αλλά, όπως ξαναείπα, αυτή ακριβώς η αθωότητα είναι που πονά περισσότερο.
Ρεαλισμός στα όριά του, θαυμάσιες ερμηνείες, κοφτό μοντάζ, συγκίνηση αλλά και "ρωγμές" ελπίδας απ' όπου μπαίνει λίγο φως, κάνουν κατά τη γνώμη μου μια καλή ταινία. Κάποιες ανάσες δίνονται με τα όνειρα της ηρωίδας ή κάποια ψήγματα χιούμορ, η σκηνοθεσία είναι έξυπνη και γενικά είναι σίγουρα ένα πολύ δυνατό φιλμ. Αν αντέξετε φυσικά τόσο πόνο.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 26, 2010

ΤΟ "ΡΑΝ" ΚΑΙ Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΟΠΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΥΨΗΛΩΝ ΝΟΗΜΑΤΩΝ


Ο γνωστότερος στη Δύση από τους ιάπωνες σκηνοθέτες, ο Akira Kurosawa (1910-1998) γυρίζει το 1985 αυτό που για αρκετούς θεωρείται το αριστούργημά του: Το "Ραν". Μεταφέροντας τον "Βασιλιά Λιρ" του Σέξπιρ στην εποχή των σαμουράι, ο μεγάλος δημιουργός κάνει ένα αληθινά συγκλονιστικό έπος, στο οποίο τόσο η ιστορία (η τραγωδία μάλλον) όσο και η εικόνα παίζουν ισότιμο ρόλο.
Κατά τη γνώμη μου το "Ραν" είναι πάνω απ' όλα μια μελέτη της ανθρώπινης απληστίας και της φρίκης στην οποία πάντοτε οδηγεί η δίψα για εξουσία και δύναμη (θυμηθείτε μερικά πολύ κοινότοπα παραδείγματα: από τον Αλέξανδρο μέχρι τον Ναπολέοντα και τον Χίτλερ, το αποτέλεσμα πριν από οτιδήποτε άλλο ήταν εκατομμύρια νεκροί και ανυπολόγιστες καταστροφές).
Όλα στο «Ραν» κινούνται πάνω και γύρω απ’ αυτό το μοτίβο. Ο τραγικός γέρος πατέρας βιώνει στο πετσί του την αχαριστία των ίδιων του των γιων (των δύο από τους τρεις τέλος πάντων) και από απόλυτος άρχοντας καταλήγει ένας τρελός πάμφτωχος γέρος που κοιμάται σε ερείπια, η φριχτή όμως αυτή τύχη δεν είναι ένα καπρίτσιο της μοίρας: Θερίζει τους καρπούς της δικής του προηγούμενης βίας, των δικών του σφαγών, της δικής του δίψας για εξουσία, έστω κι αν αυτά συνέβησαν χρόνια πριν. Ακόμα και η απόλυτα «κακιά» του φιλμ, η σύζυγος του ενός γιου, είναι κακιά επειδή θέλει να εκδικηθεί την πριν από χρόνια σφαγή των δικών της. Συμπέρασμα; Η βία γεννά βία, η δίψα για δύναμη τυφλώνει. Επίσης, δίχως να αποτελεί κεντρικό σημείο, η μοίρα των φτωχών χωρικών, που τελικά είναι αυτοί που πληρώνουν τα παιχνίδια εξουσίας των αρχόντων τους, δίχως να δείχνεται αναφέρεται σε κάποια σημεία.
Ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά ίσως δεν αρκούν για να κάνουν ένα μεγάλο φιλμ. Το «Ραν» όμως είναι μεγάλο και για την ανεπανάληπτη εικόνα του. Στην αρχή ξεκινά αργά, σχεδόν χαμηλότονα και όσο προχωρά «επιταχύνει». Οι εικόνες, πανέμορφες πάντοτε, καθώς ξεσπά η βία γίνονται όλο και πιο δυνατές, συγκλονιστικές θα έλεγα. Τα χρώματα αποτελούν μια αληθινή συμφωνία, η φύση σπάνια δείχτηκε τόσο όμορφη – και αυτό ακριβώς, το ότι δηλαδή το πανέμορφο, ειρηνικό, πράσινο τοπίο βιάζεται καθώς γίνεται το πεδίο ανείπωτων σφαγών, αποτελεί μια αξέχαστη αντίθεση. Το στήσιμο των κάδρων, η επιλογή και οι αντιθέσεις των χρωμάτων, οι φοβερές χορογραφίες των μαχών, οι σαν πίνακες συνθέσεις, αποτελούν αληθινή ποίηση. Η ίδια η μορφή του γέρου πρωταγωνιστή και το πέρασμά της από το μεγαλείο στη συντριβή και την τρέλλα, αρκεί για να χαραχτεί η ταινία στη μνήμη μας.
Καταλήγοντας επιγραμματικά, θα έλεγα ότι το «Ραν» αποτελεί ένα σπάνιο σημείο συνάντησης υψηλών νοημάτων και οπτικής ποίησης. Αν δεν το έχετε δει, θα το συνιστούσα ανεπιφύλακτα. Έστω κι αν σας ξενίσει (αν δεν είστε συνηθισμένοι) η τραχειά γιαπωνέζικη γλώσσα και η άκαμπτη καθημερινή εθιμοτυπία με την οποία γίνονται και τα πάντα.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 23, 2010

8 1/2 ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Φυσικά το "8 1/2" του Federico Fellini (1920-1993), που ο μεγάλος σκηνοθέτης γύρισε το 1963, είναι μια μυθική ταινία. Έχουν γραφτεί τα πάντα γι' αυτή και δεν νομίζω ότι έχει κανένα νόημα να πω κι άλλα ούτε θεωρώ ότι θα προσθέσω κάτι. Ωστόσο, μια που την ξαναείδα πρόσφατα, είπα να γράψω ένα κειμενάκι.
Πολλοί τη θεωρούν "το τέλος του αφηγηματικού σινεμά". Θα συμφωνήσω σε γενικές γραμμές. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που γινόταν κάτι τέτοιο, αλλά εδώ έγινε με τόση μαεστρία, με τόσο έξυπνο και ευχάριστο τρόπο, ώστε μια στα όρια του πειραματικού ταινία να μπορεί να κρατά τον θεατή και να αρέσει σε πολλές και διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων κι όχι μόνο σε όσους σταθερά υποστηρίζουν την avant garde.
Τι είναι λοιπόν το "8 1/2"; Η ιστορία του είναι απόλυτα απλή και μινιμαλιστική. Τίποτα το σπουδαίο. Ένας διάσημος σκηνοθέτης χάνει την έμπνευσή του ενώ ετοιμάζεται να γυρίσει μια ταινία - και μάλιστα υπερπαραγωγή, της οποίας τα πολυέξοδα σκηνικά είναι ήδη έτοιμα. Γύρω του μπλέκονται κάποιες προσωπικές ιστορίες - ερωτικές κυρίως - και ένα ετερόκλητο πλήθος από κάθε λογής ανθρώπους του σινεμά, διανοούμενους, κοσμικούς και ό,τι άλλο φαννταστείτε κινείται ακατάπαυστα γύρω του, τον περικυκλώνει, συχνά τον πνίγει. Και φυσικά - άστατος χαρακτήρας γαρ - διχάζεται ανάμεσα σε γυναίκα και ερωμένη. Ουσιαστικά τίποτα το συγκλονιστικό δεν συμβαίνει και η όποια έννοια του σασπένς απουσιάζει. Και παρ' όλ' αυτά...
Και γιατί είναι πιθανόν το "τέλος του αφηγηματικού σινεμά"; Γιατί ο Φ. αφηγείται τη απλή αυτή ιστορία με έναν ιδιοφυή, ανεπανάληπτο τρόπο. Η αφήγηση δεν είναι ποτέ γραμμική. Όσα συμβαίνουν διασπώνται σε πολλά επίπεδα. Άλλοτε παρακολουθούμε το τώρα, την προετοιμασία του φιλμ ή την ταραγμένη προσωπική του ζωή με τα αδιέξοδά της. Άλλοτε εμφανίζονται οι παιδικές αναμνήσεις του σκηνοθέτη (του ήρωα του φιλμ, αλλά και του ίδιου του Φελίνι). Κι άλλοτε πάλι το πάνω χέρι παίρνουν οι φαντασιώσεις, τα όνειρα ή οι ονειροπολήσεις του ήρωα. Όλα αυτά μπλέκονται αξεδιάλυτα, γλιστάνε το ένα μέσα στο άλλο, ο φελινικός σουρεαλισμός συνυπάρχει με τον ρεαλισμό, το πέρασμα από τη μια κατάσταση στην άλλη γίνεται απροειδοποίητα, σαν απλή συνέχεια αυτού που βλέπαμε δευτερόλεπτα πριν. Έτσι δημιουργείται ένα γοητευτικό κράμα του οποίου τα χαρακτηριστικά είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις.
Η εκπληκτική πολυπλοκότητα όμως της ταινίας έγκειται και αλλού: Είναι πάμπολλα και σημαντικότατα τα θέματα που θίγονται σ' αυτή, μέσα απ' όλο αυτό το παιχνίδι. Δεν έχει νόημα να αναλυθεί το καθένα. Θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο βιβλίο. Αναφέρω όμως ενδεικτικά το πρόβλημα της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της έμπνευσης του καλλιτέχνη, τον έρωτα και το ξέφτισμά του, την αιώνια πάλη των δύο φύλων, την ανδρική ιδιοσυγκρασία (ο άντρας εδώ παρουσιάζεται συχνά σαν φαλλοκράτης αλλά και αιώνιο παιδί που αρνείται να μεγαλώσει ταυτόχρονα), τη θρησκεία και την εκκλησία, τον καθοριστικό ρόλο της παιδικής ηλικίας και των αναμνήσεων στη ζωή μας, τη σχέση του βιώματος με την καλλιτεχνική δημιουργία, το ρόλο της κριτικής και τελικά το ίδιο το σινεμά, το φτιάξιμο μιας ταινίας, τη θέση του σκηνοθέτη που πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα σε χίλες δυο απόψεις και ανθρώπους. Πιστέψτε με, αυτά είναι μόνο (;) όσα μου έρχονται τώρα στο μυαλό. Νομίζω ότι ο κάθε θεατής μπορεί να βρει κι άλλα, διαφορετικά, στοιχεία, σχόλια και αναφορές που τον αφορούν.
Αυτά τα απίστευτα πολλά επίπεδα ανάγνωσης είναι που κάνουν τόσο μεγάλη την ταινία - και κάνουν όπως είπαμε τον θεατή να ανακαλύπτει και να αγαπά ό,τι θέλει σ' αυτή. Ίσως μάλιστα να είναι η πιο πολυεπίπεδη ταινία που έχω δει ποτέ. Φανταστείτε τώρα όλα αυτά συνοδευμένα από τις θαυμάσιες εικόνες του Φελίνι, την οπτική φαντασία του οποίου ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει, τα απίστευτα και αξέχαστα πρόσωπα πολλών από τους ηθοποιούς που επιλέγει, το κράμα χλιδής, νοσταλγικότητας και γλυκιάς παρακμής που χαρακτηρίζει ολόκληρο το έργο του, την υπέροχη, νοσταλγική μουσική του Νίνο Ρότα και πολλά άλλα που δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα... και έχετε μπροστά σας ένα αριστούργημα της ιστορίας του κινηματογράφου.
Αν δεν το έχετε δει προσπαθείστε το. Ακόμα κι αν αντιπαθείτε αυτό που λέμε αβάν γκαρντ.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 22, 2010

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΣΤΟ ΝΟΤΙΝΓΚ ΧΙΛ


Ο Roger Michell σαφώς δεν είναι σπουδαίος σκηνοθέτης. Το 1999 πάντως έκανε το "Notting Hill", που και επιτυχία έγινε και αγαπήθηκε από πολλούς. Ήταν και η Τζούλια Ρόμπερτς και ο Χιου Γκραντ στα πάνω τους, υπήρχε και αρκετό χιούμορ και άφθονος ρομαντισμός, όλα σε σωστές δόσεις, ε, παράξενο είναι;
Ξαναβλέποντάς το πρόσφατα, επιβεβαίωσα τα αισθήματα της πρώτης φοράς: ΟΚ, συμπαθητικό είναι, καλά πέρασα, αλλά μέχρις εκεί. Τίποτα παραπάνω. Βεβαίως το "Notting Hill" ίσως να είναι η επιτομή της κινηματογραφικής κομεντί, των τελευταίων χρόνων τουλάχιστον. Έχει ωστόσο κάτι που με ενοχλεί: Το απόλυτα ψεύτικο, παραμυθένιο σενάριο (εδώ η έννοια του παραμυθιού χρησιμοπιείται αρνητικά, σημαίνει δηλαδή κάτι που σε "κοροϊδεύει"). Θα μου πείτε όλες οι ρομαντικές κομεντί δεν έχουν αυτό το στοιχείο του παραμυθιού; Όχι σε τέτοιο βαθμό. Μπορεί να έχουμε δει πάμπολλους έρωτες αταίριαστων ή διαμετρικά αντίθετων χαρακτήρων, έρωτες ανθρώπων που αρχικά αντιπαθούνται σφόδρα και μετά αγαπιούνται, έρωτες πλούσιων και φτωχών... ΟΚ. Αλλά μια αμερικάνα χολιγουντιανή σούπερσταρ (όπως ακριβώς είναι η Ρόμπερτς στην πραγματικότητα), που ερωτεύεται έναν άσημο, φτωχό άγγλο (και μάλιστα κεραυνοβόλα) και παρατάει τα πάντα (σχεδόν) γι' αυτόν... ε, αυτό παραπάει. Είναι αυτό που χαρακτήρισα πριν "πολύ παραμύθι". Μα, θα μου πείτε, εδώ στις υπέροχες "Διακοπές στη Ρώμη" κοτζάμ πριγκήπισσα ερωτευόταν έναν δημοσιογραφίσκο. Ναι, αλλά ας μην μπερδεύουμε τις βούρτσες με... ξέρετε με τι. Εκεί είχαμε έναν Wyler σκηνοθέτη. Και, για του λόγου το αληθές, αρκεί αν θυμηθείτε το τέλος του τόσο ευχάριστου κατά τα άλλα αυτού φιλμ και να το συγκρίνετε με το τέλος του Notting Hill και θα καταλάβετε τη διαφορά.
Τέλος πάντων, όπως είπα και στην αρχή, παρά την τερατώδη του αναληθοφάνεια, η ταινία βλέπεται πολύ ευχάριστα χάρη στο σωστό μείγμα χιούμορ και ρομαντισμού και χάρη στους καθημερινούς, αστείους και συμπαθητικούς ταυτόχρονα δεύτερους χαρακτήρες, με αποκορύφωμα τον ανεκδιήγητο συγκάτοικο του ήρωα. Και έχει και το έξυπνο στοιχείο του ότι η Τζούλια Ρόμπερτς ερμηνεύει ακριβώς τον εαυτό της και έτσι, ανάμεσα στα άλλα, γίνεται και πλάκα με τις χολιγουντιανές υπερπαραγωγές, οπότε έχουμε και αρκετή ενδοκινηματογραφική σάτιρα. Και έχει πλάκα και η αντιπαράθεση Βρετανίας και Αμερικής, low budget (όπως είναι το ίδιο το Notting Hill) και blogbuster, καθημερινών "αγνών" (εντός πολλών εισαγωγικών από μένα) και ειλικρινών χαρακτήρων (αυτοί είναι οι Βρετανοί) με τους more than life χαρακτήρες που εμπλέκονται στη βιομηχανία του Χόλιγουντ, που είναι "ρηχοί και υποκριτές". Καλά όλα αυτά, αλλά τα βρήκα κάπως σχηματικά και εύκολα. Πολύ του στιλ "α, τι ευτυχισμένοι που είστε εσείς οι φτωχοί, ζεστοί, καθημερινοί τύποι και πόσο μοναχικά και δυστυχισμένα είναι να είσαι μέσα στη χλιδή και τη δόξα"... Τέλος πάντων, αν ξεχάσετε το τι ακριβώς συμβαίνει θα διασκεδάσετε σίγουρα (και ίσως κάποιοι υπερευαίσθητοι δακρύσουν κιόλας).
ΥΓ: Δεν μπορώ να μην επανέλθω στο θέμα του "παραμυθιού". Μα καλά, θα μου πείτε, εδώ σ' αρέσει ο Σπίλμπεργκ και ο Μπάρτον και ο Γκίλιαμ, κατ΄εξοχήν παραμυθάδες του σινεμά, το Notting Hill σε πείραξε; Χμ... Νομίζω ότι υπάρχει μια βασική διαφορά. Όλοι οι παραπάνω κινούνται ουσιαστικά (λιγότερο ή περισσότερο) στο χώρο του φανταστικού, κι αυτό βάζει άμεσα στεγανά από την πραγματικότητα. Από το πρώτο λεπτό ξέρεις πως ό,τι βλέπεις είναι παραμύθι (με θετική έννοια αυτή τη φορά), αφού το δηλώνει ξεκάθαρα από την αρχή, διαδραματίζεται σε άλλους κόσμους, ξέρεις ότι είναι βγαλμένο καθαρά από τη φαντασία των δημιουργών. Αντίθετα εδώ βλέπεις άφθονη "πραγματικότητα". Η ταινία πασχίζει να σε πείσει ότι όλα συμβαίνουν στο καθημερινό, οικείο Notting Hill, οι ήρωες είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, δεν υπάρχει πουθενά το στοιχείο του φανταστικού. Αυτό μου φαίνεται κάπως ύπουλο. Κι αλλοίμονο σε μικρά, τρυφερά κοριτσάκια και αγοράκια που θα πιστέψουν ότι κάπως έτσι μπορεί να γίνουν τα πράγματα στη ζωή τους. Ενώ από την άλλη ουδείς έχων σώας τας φρένας μπορεί να πιστέψει ότι μια μέρα θα γίνει ο Εκλεκτός και θα αντιμετωπίσει τον ίδιο τον μοχθηρό Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Οπότε μένει η καθαρή διασκέδαση, μέσα στα πλαίσια και τις συμβάσεις του φανταστικού. Αυτή είναι νομίζω η διαφορά.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 21, 2010

ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ


Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν περίμενα σπουδαία πράγματα από τον μέτριο Joe Johnston. Ωστόσο ο "Λυκάνθρωπός" του (The Wolfman) του 2010 μου φάνηκε μια απόλυτα αξιοπρεπής και καλογυρισμένη ταινία τρόμου πάνω σε ένα κλασικό θέμα του είδους. Δεν έχω δει τον πρωτότυπο Λυκάνθρωπο του 1941, διαβάζω όμως ότι το τωρινό φιλμ είναι ριμέικ του. Και όντως, διατηρεί το στιλ μιας κλασικής ταινίας τρόμου.
Ο λυκάνθρωπος ως μύθος διαθέτει το ενδιαφέρον στοιχείο ότι ο ήρωας είναι ένας κανονικός άνθρωπος, ο οποίος, τις νύχτες με πανσέληνο, μεταμορφώνεται σε άγριο κτήνος και διαπράτει ανήκουστες θηριωδίες. Το πρωί, όταν επανέρχεται η ανθρώπινη υπόστασή του, μετανοιώνει πικρά και νοιώθει συντετριμένος για όσα έκανε, είναι όμως αδύνατο να αλλάξει τη μοίρα του. Πιστή σ' αυτό το μοτίβο του τραγικού ήρωα η ταινία, διαδραματίζεται τον 19ο αιώνα, έχει ένα στόρι που βρήκα αρκετά ενδιαφέρον και το μόνο που την "εκσυγχρονίζει" είναι η προσθήκη μπόλικου σπλάτερ στοιχείου. Σας προειδοποιώ λοιπόν (αν δεν αντέχετε τα σχετικά) ότι τα κεφάλια και τα λοιπά κομένα μέλη και εντόσθια πέφτουν σύννεφο. Παρ' όλα αυτά, και λόγω της εποχής που διαδραματίζεται και λόγω του ερειπωμένου, σχεδόν εγκατελειμένου πύργου, που είναι γεμάτος σκόνη, ιστούς αράχνης και σκουπίδια και φέρνει στο νου τα αντίστοιχα σκηνικά των ταινιών του Κόρμαν από έργα του Πόε, το φιλμ βγάζει μια παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, πολύ μακριά από προσπάθειες εκσυγχρονισμού του μύθου, όπως είχε γίνει στα 80ς με το "Howling" ή τον "Αμερικάνο Λυκάνθρωπο στο Λονδίνο" ας πούμε.
Όμορφες εικόνες, σκοετινή, παρακμιακή ατμόσφαιρα, μια παράξενη σχέση πατέρα - γιου και ένα ανοιχτό τέλος είναι στοιχεία που με ικανοποίησαν και, χωρίς να θεωρώ την ταινία αριστούργημα ή ανανεωτική για το είδος (άλλωστε δεν ήταν αυτή η πρόθεσή της), την είδα πολύ ευχάριστα, με κράτησε ως το τέλος και τελικά τη θεωρώ ευπρόσδεκτη στις μέρες μας, που τον τρόμο στο σινεμά μονοπωλούν ηδονοβλεπτικά σπλάτερ του τύπου "Saw" και "Hostel" και άλλα αηδή και στερούμενα φαντασίας κατασκευάσματα. Άλλωστε παίζουν και Άντονι Χόπκινς και Μπένίτσιο Ντελ Τόρο. Καθόλου ευκαταφρόνητοι ηθοποιοί.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 20, 2010

Ο ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΣ "ΑΜΛΕΤ" ΚΑΙ Η ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ


Πιθανότατα να διαπράττω ιεροσυλία, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι ο κλασικός ρωσικός "Άμλετ" ("Gamlet" στα ρώσικα) του 1964 του Grigori Kozintsev (1905-1973) με κούρασε αρκετά (διαρκεί και κοντά διόμιση ώρες άλλωστε). Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Ο Kozintsev είναι από τους μεγάλους δημιουργούς της ρωσικής, μετεπαναστατικής πρωτοπορίας, έχοντας κάνει σημαντικές ταινίες από τη δεκαετία του 20 ήδη. Στα τελευταία χρόνια της καριέρας του μετέφερε στην οθόνη κλασικά έργα, όπως ο "Βασιλιάς Λιρ", ο "Δον Κιχώτης" ή ο "Αμλετ" που μας ενδιαφέρει. Γυρισμένος ασπρόμαυρα, σε δραματικό και μεγαλοπρεπές σκηνικό, γυμνό και υποβλητικό, σε ένα κάστρο που θυμίζει φυλακή και μόνιμα μουντούς και συννεφιασμένους ουρανούς, διαθέτει σαν πρόσθετα ατού τη δραματική μουσική του Ντμίτρι Σοστακόβιτς και τις ηθοποιίες κλασικών ρώσων ηθοποιών.
Το προσωπικό μου πρόβλημα με το φιλμ (και με όλα τα φιλμ του είδους) είναι η αφόρητη (για μένα πάντοτε, μην κάνετε γενικεύσεις) θεατρικότητά τους. Στο συγκεκριμένο η θεατρικότητα αυτή επικεντρώνεται κυρίως στο παίξιμο των ηθοποιών. Δραματικές κινήσεις, "ψεύτικη" (ηθελημένα φυσικά) εκφορά του λόγου, μόνιμη παρουσία πολλών προσώπων (στρατιωτών, αυλικών κλπ.) γύρω από τα τεκταινόμενα, που λειτουργούν σαν ένα είδος χορού, όλα συμβάλλουν στο θρίαμβό της. Ο Κόζιντσεφ κρατά τον πρωτότυπο, ποιητικό λόγο του Σέξπιρ (σε ρώσικη μετάφραση φυσικά), οπότε το αποτέλεσμα γίνεται ακόμα πιο θεατρικό. Οι ίδιοι ακριβώς ηθοποιοί και τα ίδια λιτά σκηνικά, θα έκαναν μάλλον μια θαυμάσια παράσταση, για σινεμά όμως επιτρέψτε μου να μη συμφωνώ με το είδος αυτό της προσέγγισης.
Αυτά βέβαια είναι προσωπικά. Αν δεν έχετε πρόβλημα με την υπερβολική θεατρικότητα, ίσως το θεωρήσετε κι εσείς αριστούργημα, γιατί, το είπα στην αρχή, είναι υποβλητικά γυρισμένο και διαθέτει κλασικές (και κλασικότροπες) ερμηνείες. Θεωρείται άλλωστε μια από τις καλύτερες μεταφορές του Άμλετ στην οθόνη. Γι' αυτό έγραψα στην αρχή ότι η προσωπική μου αντιπάθεια αποτελεί πιθανόν ιεροσυλία. Τι να κάνουμε όμως; Συμβαίνουν κι αυτά.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 19, 2010

Η ΜΑΙΡΗ, Ο ΜΑΞ ΚΑΙ ΟΙ ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Το "Mary and Max" είναι ένα animation του αυστραλού Adam Elliot, ο οποίος, όπως διαβάζω, έχει στο παρελθόν βραβευτεί για μικρού μήκους ταινίες του. Είναι φτιαγμένο με την σπάνια στις μέρες μας τεχνική του πηλού (φιγούρες φτιαγμένες από πηλό ή πλαστελίνη) και προορίζεται αποκλειστικά για ενήλικες.
Η δυνατή ιστορία του αναφέρεται σε δύο μοναχικούς ανθρώπους, που αλληλογραφούν δίχως να έχουν ποτέ συναντηθεί: Ένα άσχημο 8χρονο κοριτσάκι από την Αυστραλία και ένας ιδιόρυθμος και υποχόνδριος (ελαφρά καθυστερημένος θα ήταν η πιο ακριβής έκφραση) ενήλικας από τη Νέα Υόρκη. Αυτό που τους ενώνει είναι η απόλυτη μοναξιά, η απόρριψη από την υπόλοιπη κοινωνία. Καθώς τα χρόνια περνούν η πάντοτε εξ αποστάσεως σχέση τους περνά κι αυτή από ποικίλα στάδια και δοκιμασίες, για να καταλήξει σε ένα δυνατό φινάλε.
Καταλάβατε ίσως γιατί η ταινία προορίζεται αποκλειστικά για ενήλικους. Πέρα από το κυρίαρχο θέμα της μοναξιάς και της διαφορετικότητας, θίγονται θέματα όπως οι απογοητεύσεις της ζωής, ο αλκοολισμός, η ομοφυλοφιλία, το κοινωνικό περιθώριο. Μη νομίζετε όμως ότι όλα είναι μαύρα. Υπάρχει αρκετό χιούμορ στο φιλμ, έστω και συχνά πικρό, που εναλλάσσεται με τη συγκίνηση.
Όπως ίσως φαντάζεστε, βρισκόμαστε μίλα μακριά τόσο από τη γλυκερή ντισνεϊκή αισθητική, όσο και από τις υπέροχες, αλλά πάντοτε καλογυαλισμένες αισθητικά δημιουργίες της Pixar και από τους 3-D εντυπωσιασμούς. Η εικόνα εδώ είναι ακατέργαστη, οι φιγούρες χοντροκομένες και έντονα καρικατουρίστικες, η κίνηση όχι τόσο πλαστική όσο στα παραπάνω φιλμ, η ασχήμια δείχνεται δίχως δισταγμό, όπως και κάθε λογής σκοτεινές πλευρές της ζωής. Τι να κάνουμε; Στον κόσμο μας υπάρχουν και άσχημοι και μοναχικοί άνθρωποι. Εντυπωσιακό είναι και το καθαρά εκτελεστικό μέρος: Ο Elliott δούλεψε για χρόνια στο χέρι, με παλιά και σπανιότατα χρησιμοποιούμενη σήμερα τεχνική, κινηματογραφώντας καρέ - καρέ τις φιγούρες του. Όσοι ξέρουν λίγο από τεχνικές animation γνωρίζουν πόσο χρονοβόρο και δύσκολο είναι αυτό. Γι' αυτό και το φιλμ έχει αυτή την πατίνα του χειροποίητου, που, όπως είπαμε, το ξεχωρίζει αμέσως από τα animation που μας κατακλύζουν (πολλά από τα οποία, για να μη με παρεξηγήσετε, αγαπώ ιδιαίτερα).
Σκοτεινή - παρά το πικρό χιούμορ - ταινία, μόνο για ενήλικους (δεν πειράζει που το ξαναλέω, καλό είναι να το χωνέψουμε), δείχνει για μια ακόμα φορά ότι το animation συχνά δεν έχει τίποτα παιδικό, ούτε έχει τίποτα να ζηλέψει από το κανονικό σινεμά. Δείτε το σίγουρα αν ψάνετε για κάτι διαφορετικό στον χώρο αυτό.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 18, 2010

ΖΟΦΕΡΟΣ "ΔΡΟΜΟΣ"


"Ο Δρόμος" του αξιόλογου αυστραλού John Hillcoat είναι μια από τις πιο ζοφερές ταινίες που έχω δει. Αυτό το λέω από την αρχή, για να ξέρετε τι σας περιμένει. Βασισμένη στο πολύ καλό ομώνυμο μυθιστόρημα του Κόρμαν Μακ Κάρθι, μένει αρκετά πιστή σ' αυτό και είναι νομίζω μια από τις πιο "μαύρες" μετακαταστροφικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ.
Σε έναν απόλυτα κατεστραμένο κόσμο, όπου σχεδόν κάθε μορφή ζωής έχει εκλείψει, ένας πατέρας με το μικρό γιο του περπατάνε διαρκώς πασχίζοντας να φτάσουν στο "νότο" με την αμυδρή ελπίδα ότι εκεί μπορεί τα πράγματα να είναι κάπως καλύτερα (ή, τουλάχιστον, κάπως πιο ζεστά). Βασικά αυτό που πασχίζουν είναι να επιβιώσουν σε έναν κόσμο δίχως καθόλου τρόφιμα (τα φυτά έχουν όλα πεθάνει επίσης), όπου ανάμεσα στους λίγους επιζήσαντες επικρατεί βαρβαρότητα και κανιβαλισμός.
Ο ερειπωμένος κόσμος, μόνιμα συννεφιασμένος, παγωμένος και μουντός, δίνεται με εξαιρετική δύναμη. Οι πόλεις απόλυτα κατεστραμένες, με τη σκουριά να κυριαρχεί, τα δέντρα στα δάση καμένα, σκόνη παντού και αποκαϊδια. Ο σκηνοθέτης (όπως ακριβώς και ο συγγραφέας του βιβλίου) δεν μας λένε τα αίτια της ολικής καταστροφής. Δεν είναι αυτό που ενδιαφέρει. Το θέμα είναι τι γίνεται μετά. Παράλληλα, μέσα σ' αυτό το δίχως την παραμικρή διέξοδο και δυνατότητα διαφυγής σκηνικό, αναπτύσσεται μια αλληγορία πάνω στο καλό και το κακό, όχι όμως, κατά τη γνώμη μου, με συνήθεις απλοϊκούς χολιγουντιανούς όρους: Απλώς (απλώς;;;) οι εξουθενωμένοι ήρωες πασχίζουν να διατηρήσουν την ανθρωπιά τους μέσα στη φρίκη και την απόλυτη κατάρρευση των πάντων. Ανθρωπιά στοιχειώδης, που εδώ συνίσταται στην ανατριχιαστική υπόσχεση ότι "δεν θα φάμε ανθρώπους, όσο κι αν πεινάσουμε, ακόμα κι αν πεθάνουμε". Αυτή είναι ίσως η μόνη έννοια καλού που έχει απομείνει. Και η θέληση του άρρωστου πατέρα να προστατέψει μέχρι τελευταίας του ρανίδας το γιο του, να του μάθει όσο καλύτερα γίνεται να επιβιώνει (πράγμα πολύ αμφίβολο), διατηρώντας όμως την στοιχειώδη ανθρωπιά του. Αλλιώς, κι αυτό είναι άλλο ένα βασικό μάθημα, πρέπει να μπορέσει να αυτοκτονήσει γρήγορα και αποτελεσματικά...
Σπάνια κάποια ταινία - και μάλιστα χολιγουντιανή, με γνωστούς πρωταγωνιστές - έχει δείξει τόση μαυρίλα, τόση απόγνωση και αδιέξοδο. Είναι ξεκάθαρο απ' την αρχή ότι τα πάντα έχουν τελειώσει, ότι ο κόσμος ουσιαστικά έχει πεθάνει. Οι ρυθμοί είναι κοφτοί, η αφήγηση αποσπασματική (και σ' αυτό το σημείο το φιλμ μένει πιστό στον τρόπο που είναι γραμμένο το βιβλίο), οι σκηνές εναλλάσσονται γρήγορα. Δεν υπάρχει έντονη δράση ή περιπέτεια, όπως έχετε μάθει από άλλες ταινίες καταστροφής, υπάρχει μόνο ένα συνεχές αδιέξοδο και ένας αδιάκοπος αγώνας για επιβίωση σε έναν κόσμο όπου έστω και μια μπουκιά φαγώσιμου πράγματος είναι πολυτιμότερη από οτιδήποτε άλλο.
Προσωπικά μου άρεσε η ταινία. Τη βρήκα συγκλονιστική στην απόλυτη εικόνα του τέλους των πάντων που έχει συλλάβει, αλλά και αληθινά συγκινητική σε αρκετά σημεία, αφού κάποια συναισθήματα παραμένουν ζωντανά μέσα στην απόλυτη παγωνιά. Το θέμα είναι αν θα αντέξετε τη ζοφερότητά της, στην οποία δεν πέφτει ούτε μια χαραμάδα φωτός...

Σάββατο, Φεβρουαρίου 13, 2010

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΣΤΟ "ΜΑΥΡΟ ΛΙΒΑΔΙ"


Ο Βαρδής Μαρινάκης πραγματοποιεί με το "Μαύρο Λιβάδι" ένα αναμφισβήτητα εντυπωσιακό ντεμπούτο, κάνοντάς μας αυτόματα "να τον έχουμε στα υπ' όψιν" και επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την πολύ καλή φετινή χρονιά για το ελληνικό σινεμά.
Το "Μαύρο Λιβάδι" είναι εντελώς ασυνήθιστο θεματικά για τα ελληνικά δεδομένα. Διαδραματίζεται στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα του 15ου αιώνα και αφηγείται τον έρωτα ανάμεσα σε ένα γενίτσαρο και μια μοναχή, η οποία όμως είναι αγόρι μεταμφιεσμένο σε κορίτσι ακριβώς για να μην το κάνουν γενίτσαρο. Αμέσως λοιπόν θίγονται θέματα όπως η διαφορετικότητα και οι απαγορεύσεις στον έρωτα και όχι μόνο, η ανθρώπινη αλλοτρίωση, ο αγώνας ανάμεσα στη χριστιανική πίστη που απαιτεί βασανιστική αγνότητα και στις ανάγκες του σώματος (με θρίαμβο των τελευταίων) και άλλα. Και οι δύο ήρωες είναι βαθύτατα αλλοτριωμένοι, και μάλιστα με βίαιο τρόπο: Ο ένας έλληνας χριστιανός που αναγκάζεται στην παιδική του ηλικία να γίνει τούρκος μουσουλμάνος, ο άλλος αγόρι που αναγκάζεται να μεταμφιεστεί και να ζει σαν κορίτσι, και μάλιστα σε μοναστήρι, μη μπορώντας έτσι να ικανοποιήσει καμιά του ανάγκη. Έτσι η μεταξύ τους σχέση παρουσιάζει νομίζω μεγάλο ενδιαφέρον.
Υπάρχουν κάποια σεναριακά σημεία που προσωπικά δεν τα βρήκα πειστικά (όπως η αντίδραση του ήρωα απέναντι στους συντρόφους του γενίτσαρους) και ίσως κάποιοι μιλήσουν για αργούς ρυθμούς (αυτό δεν με ενόχλησε προσωπικά. Άλλωστε δεν τους βρήκα πολύ αργούς).
Αυτό που σίγουρα εντυπωσιάζει όμως είναι η σπάνια εικαστική ομορφιά του φιλμ και η εξαιρετική του φωτογραφία. Υποβλητικά, ατμοσφαιρικά τοπία και εσωτερικοί χώροι, εξαιρετικά κινηματογραφημένη φύση, μια σειρά από θαυμάσιες εικόνες, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι απλή καλλιγραφία, αλλά δένουν με το σενάριο και εξυπηρετούν το πνεύμα της ταινίας, που απαιτεί πολλά από τα τεκταινόμενα να διαδραματίζονται σε ένα φυσικό "παράδεισο". Νομίζω ότι σπάνια ελληνικά τοπία έχουν δοθεί τόσο όμορφα.
Γενικά Θεωρώ τον Μαρινάκη αρκετά ώριμο για πρώτη ταινία. Το θέμα τώρα μπορεί να ενοχλήσει μερικούς, αυτό όμως είναι άλλη ιστορία, είναι προσωπική υπόθεση. Η ουσία είναι ότι γνωρίσαμε έναν δυνατό νέο σκηνοθέτη. Μακάρι η συνέχειά του να είναι εξ ίσου εντυπωσιακή.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 12, 2010

ΟΤΑΝ Ο ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΕΙ


Ο Billy Wilder (1906-2002) είναι από τους αγαπημένους μου αμερικανούς σκηνοθέτες (αν και δεν ήταν αμερικάνος, αλλά δούλεψε κυρίως εκεί). Πάντοτε σχεδόν ανατρεπτικός και σαρκαστικός, αποφάσισε το 1970 να ασχοληθεί με έναν από τους πιο συχνά μεταφερμένους στη μεγάλη οθόνη λογοτεχνικούς ήρωες: Τον Σέρλοκ Χολμς. Όμως ο Γουάιλντερ δεν θα μπορούσε να τον αφήσει ήσυχο, μεταφέροντας μια ακόμα περιπέτειά του, απ' αυτές που έγραψε ο Κόναν Ντόιλ, στην οθόνη. Αντίθετα, διάλεξε να σατιρίσει τον δημοφιλή ήρωα.
Η "Ιδιωτική Ζωή του Σέρλοκ Χολμς" λοιπόν είναι κωμωδία. Στο πρώτο μέρος μάλιστα αμιγώς κωμωδία. Στη συνέχεια η νέα υπόθεση που αναλαμβάνει ο δαιμόνιος ντετέκτιβ κρύβει όλο και περισσότερα μυστήρια, στα οποία εμπλέκεται η πολιτική, οι σχέσεις ανάμεσα σε χώρες, ακόμα και στρατιωτικά απόρρητα, οπότε το σασπένς και η αγωνία για τη λύση παίρνουν το πάνω χέρι, χωρίς βέβαια να λείψει ούτε στιγμή και το χιούμορ, για να καταλήξει τελικά σε ένα πικρό φινάλε. Το θέμα πάντως είναι ότι "αποκαλύπτει" υποτίθεται μια από τις ιστορίες τις οποίες δεν έγραψε ο βιογράφος του Γοότσον, για τον απλούστατο λόγο ότι στην ουσία στην υπόθεση αυτή ο δαιμόνιος ντετέκτιβ απέτυχε!
Και για την ιδιωτική του ζωή; Ο Χολμς παρουσιάζεται ως τζέντλεμαν, δίχως όμως συναισθήματα. Ψυχρός μέχρι παρεξήγησης με τις γυναίκες (αν και η ταινία αφηγείται τον άγνωστο στα "επίσημα χρονικά" έρωτά του), σα θηρίο σε κλουβί όταν δεν έχει κάτι για να απασχολεί το ιδιοφυές μυαλό του, παίζει βιολί και είναι ναρκομανής (στην ταινία καταναλώνει κοκαϊνη). Όσο για τον Γουότσον, δεν είναι και πολύ έξυπνος, είναι συντηρητικός στις ιδέες του, αθεράπευτα γυναικάς και ο Χολμς τον χρησιμοποιεί όπου τον βολεύει και με όποιον τρόπο του χρειάζεται κάθε στιγμη, κάνοντάς τον συχνά ρεζίλι. Όσο για την σχέση τους (συχνά πολλοί αναρωτιούνται μήπως είναι ερωτική), ο Γουάιλντερ αποκλείει κάτι τέτοιο, δεν διστάζει όμως να κάνει πλάκα με το θέμα αυτό σε μια από τις πιο αστείες σκηνές στην ταινία. Σημειωτέον ότι στον πρόσφατο Σέρλοκ Χολμς του Ρίτσι, η στάση του ήρωα απέναντι στον φίλο και συγκάτοικό του, άφηνε πολύ περισσότερες υποψίες...
Βρήκα πολύ διασκεδαστική την ταινία (στην οποία μάλιστα εμπλέκεται και το... τέρας του Λοχ Νες), αλλά και με αρκετό σασπένς ώστε να με κρατήσει μέχρι την τελική λύση. Δεν περίμενα άλλωστε τίποτα κατώτερο από έναν Γουάιλντερ. Και, εκτός των άλλων, θα απολάυσετε κι έναν ασυνήθιστο δεύτερο ρόλο για τον Κρίστοφερ Λι, ως αδελφό του Σέρλοκ Χολμς.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 11, 2010

"ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ" ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΤΕΛΕΙΑ


Τρία στα τρία! Όταν συμβαίνει αυτό, τα πράγματα είναι μάλλον σοβαρά, οπότε μπορώ να δηλώσω φαν. Μιλώ για τον Jason Reitman, που μετά το "Thanκ you for Smoking" και το "Juno" ξαναχτυπά με το "Ραντεβού στον αέρα" (Up in the Air), μ' αυτό που ξέρει να κάνει τέλεια: Κομεντί, που όμως και πικρές είναι κατά βάθος και αρκετά αμερικάνικα και όχι μόνο στάνταρς ανατρέπουν.
Έτσι κι εδώ ο Κλούνεϊ εξασκεί ένα απίστευτο και προσοδοφόρο επάγγελμα: Ταξιδεύοντας σ΄ όλη την Αμερική, αναλαμβάνει να απολύει με το γάντι (μιλώντας τους ούτε λίγο ούτε πολύ για "νέο ξεκίνημα") εργαζόμενους στους οποίους οι εταιρίες τους (που τους πετάνε στο δρόμο) δεν τολμούν ή δεν μπορούν να τους το ανακοινώσουν. Και βέβαια φροντίζει να τους πείθει να μη ζητάνε και πολλές αποζημιώσεις... Όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για επάγγελμα που ανθεί σε εποχές οικονομικής κρίσης. Και, παρ' ότι κομψά και ανάλαφρα δοσμένο, προκαλεί ανατριχίλες να ακούς τα στελέχη της εταιρίας να λένε μεταξύ τους: "Οι αυτοκινητοβιομηχανίες πάνε κατά διαόλου, οι οικοδομικές δραστηριότητες σκατά! Προβλέπονται χρυσές δουλειές για μας". Φυσικά όσο χάλια κι αν πάει ο καπιταλισμός, υπάρχουν πάντοτε κοράκια που κάνουν χρυσές δουλειές τρώγοντας πτώματα. Αλλά κι αυτό βρίσκεται μέσα στο καπιταλιστικό παιχνίδι!
Η ματιά του Reitman πάντως δεν σταματά στον οικονομικό κανιβαλισμό. Η ανθρώπινη αλλοτρίωση έχει χτυπήσει κόκκινο: Ο σχεδόν μονίμως ιπτάμενος ήρωας θωρακίζει τον εαυτό του από κάθε συναισθηματική προσβολή, αρνείται να ερωτευτεί, να δεσμευτεί, να αποκτήσει σπίτι. Σπίτι του είναι τα ξενοδοχεία, τρέφεται με αεροπορικό φαγητό και, το αποκορύφωμα, κάνει καμάκι επιδεικνύοντας πληθώρα από πιστωτικές κάρτες, ενώ η κοπέλα - αντίστοιχων προδιαγραφών - βρίσκει κάποιες χρυσές κάρτες υπερβολικά σέξι!
Φυσικά κάποια στιγμή ο κατ' επιλογήν μοναχικός ήρωάς μας θα ερωτευτεί, αλλά... αφήνω το "αλλά" να το δείτε επί της οθόνης.
Κάτω από την ανάλαφρη μορφή, το χιούμορ και τον "μανδύα" της κομεντί, ο σκηνοθέτης καυτηριάζει ανελέητα την ανθρώπινη αναισθησία, τον κυνισμό που κυριαρχεί στο χώρο των επιχειρήσεων και όχι μόνο, την βασιλεία του απρόσωπου, το πάγωμα των συναισθημάτων. Και δείχνει βέβαια και την άμεση δυστυχία που είναι επακόλουθο της κρίσης και των "κύκλων" του καπιταλιστικού συστήματος. Κι όταν, αφού έχεις διασκεδάσει και παρακολουθήσει ευχάριστα το φιλμ, μείνεις με την παγωνιά και την πικρή γεύση, μπορείς να σκεφτείς: Μα τι διάολο κάνω εγώ σ' έναν τέτοιο κόσμο; Και να μισήσεις βαθύθτατα όσους τον έκαναν έτσι. Προσοχή όμως: Με τη στάση μας, μπορεί κι εμείς να συμβάλλαμε σ΄αυτό...

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 10, 2010

ΕΡΩΤΕΣ, ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗ ΣΑΓΚΑΗ


Το Χονγκ Κονγκ, η (περίπου) πόλη - κράτος των 7 εκατομμυρίων, διαθέτει μια ανθηρή κινηματογραφική βιομηχανία. Ο Wang Kar-Wai και ο John Woo έχουν προ πολλού περάσει τα σύνορα, αποτελούν όμως, όπως φαίνεται, την κορυφή μόνο του παγόβουνου. Ο Hark Tsui θεωρείται ένας από τους σημαντικούς σκηνοθέτες της χώρας. Το γιατί δεν το έχω καταλάβει ακόμα, αφού και οι δύο ταινίες του που έχω δει (εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους) δεν μου άρεσαν. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει τίποτα, αφού έχει κάνει πάνω από 20 φιλμ.
Το Shanghai Blues (όπως είναι ο δυτικός τίτλος) γυρίστηκε το 1984 και περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μου θύμισε Δαλιανίδη και Φίνος Φιλμ σε κινέζικη εκδοχή. Κωμωδία (και πολύ συχνά φαρσοκωμωδία) παρεξηγήσεων, διάσπαρτη από τραγούδια, με ως επί το πλείστον χοντρές πλάκες που στηρίζονται σε κλασικά γκαγκς και με ένα ρομαντικό υπόβαθρο, μου φάνηκε αρκετά χονδροειδής και σε κάποια σημεία κιτς. Ίσως να την είδα σχετικά (σχετικά μόνο) ευχάριστα, μπορεί και λόγω της "εξωτικότητάς" της, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε.
Η ιστορία διαδραματίζεται στη Σαγκάη μετά τον πόλεμο με τους γιαπωνέζους. Ένας άντρας και μια γυναίκα συναντιούνται κάτω από μια γέφυρα κατά τη διάρκεια ενός βομβαρδισμού και, ενώ γύρω επικρατεί αλλοφροσύνη, υπόσχονται να συναντηθούν στο ίδιο μέρος μετά το τέλος του πολέμου. Δέκα χρόνια μετά όμως, ψάχνουν ακόμα ο ένας τον άλλον. Το σενάριο βασίζεται - εξοργιστικά θα έλεγα - σε τερατώδεις συμπτώσεις, ενώ συνεχείς είναι οι παρεξηγήσεις, τα χοντρά λεκτικά αστεία και γκαγκς (άνθρωποι που πέφτουν ή καταβρέχονται, μουσικά όργανα που έρχονται στο κεφάλι των ηρώων κλπ.) και οι απιθανότητες κάθε είδους. Βέβαια η γλυκόπικρη γεύση του τέλους δείχνει ότι δεν έχουμε μια άνευ όρων παράδοση στο χάπι εντ και το ρομαντικό υπόβαθρο ότι η ταινία θα ήθελε να μοιάσει σε παλιότερες εξαιρετικές αμερικάνικες κομεντί, αλλά η προσωπική μου γνώμη είναι ότι δεν τα πολυκαταφέρνει.
Εντύπωση προκαλούν τα έντονα, τεχνητά χρώματα και η εμμονή στους φωτισμούς νέον (στοιχείο που συναντάμε, με πολύ ποιητικότερο τρόπο φυσικά, και στον Kar-wai), καθώς και η καταγραφή τοπίων της πόλης. Το αστικό στοιχείο είναι πανταχού παρόν. Η ιστορία, όπως συμβαίνει συχνά με εξ ανατολής ταινίες, είναι φορτωμένη με πολλές υποπλοκές, παρεξηγήσεις, ανατροπές και άλλα, που συνήθως οι δυτικοί θα απέφευγαν, τείνω όμως να πιστέψω ότι αυτή η πολυπλοκότητα, ακόμα και σε μια απλή κατά βάση ιστορία, είναι αναπόσπαστο μέρος του τρόπου αφήγησης των απωανατολίτικων ταινιών. Όσο για τα τραγούδια... ε... τι να πω, αν σας αρέσει η "κίτρινη" ποπ...
Ίσως κάποιοι το δουν ευχάριστα και φαίνεται ότι πρόκειται για γνωστή ταινία στη χώρα της. Εγώ πάντως θα προσπαθήσω να δω άλλα δείγματα του έργου του Hark Tsui, μήπως τον εκτιμήσω περισσότερο.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010

ΤΑ... EXTENSIONS ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ


Είναι γνωστό ότι όταν οι γιαπωνέζοι κάνουν τρόμο, δημιουργούν ταινίες πιο άρρωστες από κάθε τι δυτικό. Εξέχουσα θέση στον χώρο κατέχει ο Shion Sono, ένας παράξενος σκηνοθέτης που κινείται ανάμεσα στον τρόμο και τη φρίκη και το παράλογο. Το 2007 γυρίζει το "Exte: Hair Extensions" (Ekusute), ένα κράμα φρίκης και εφιαλτικής κωμωδίας (αν και είμαι σίγουρος ότι πολλοί δεν θα βρείτε καθόλου κωμωδία σε ένα φιλμ σαν αυτό, αλλά πιστεύω ότι κατά βάθος έχει κάποιο κατάμαυρο, άρρωστο χιούμορ, όπως θα διαπιστώσετε (;) στην τελευταία σκηνή).
Όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, όλος ο τρόμος προέρχεται από τα μαλλιά! Νεκρές, κακοποιημένες κοπέλες, μακριά μαύρα μαλλιά που φυτρώνουν από παντού (κυριολεκτικά από παντού) και σκοτώνουν, μερικές εφιαλτικές σκηνές, παράνοια και σαλταρισμένοι τύποι και ελάχιστες εξηγήσεις για το γιατί συμβαίνουν όλα αυτά (το τελευταίο στοιχείο είναι φαίνεται χαρακτηριστικό του Sono, αφού και άλλες ταινίες του είναι είτε παντελώς ακατανόητες είτε δεν εξηγούν και πολλά πράγματα).
Σίγουρα, αν μη τι άλλο, πρόκειται για ευρηματική ταινία (στο χώρο της φρίκης πάντοτε), αφού μάλλον μιλάμε για το πρώτο "μαλλιοκεντρικό" φιλμ τρόμου (ή, αν προτιμάτε, φιλμ που εγκαινιάζει νομίζω το υποείδος του "κομμωτικού τρόμου"). Σημειώστε, πέραν της πλάκας, ότι μερικές σκηνές και εφφέ είναι όντως και ατμοσφαιρικά και εντυπωσιακά. Έτσι, νομίζω ότι τουλάχιστον οι φίλοι του τρόμου θα θαυμάσουν αν μη τι άλλο τη φαντασία του δημιουργού αυτού. Όσο για το μαύρο χιούμορ, ε... μαλλιά που αυτονομούνται και σκοτώνουν... νομίζω ότι είναι από μόνο του αστείο (αν και εδώ δεν μιλάμε ακριβώς για κλασικό b-movie, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Είναι μάλλον πιο προσεγμένο σαν παραγωγή).
Δείτε το - οι φίλοι του είδους μόνο φυσικά - σαν ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο απο έναν από τους πιο σκοτεινούς σύγχρονους σκηνοθέτες, που σε άλλα φιλμς του μπορεί να σοκάρει ακόμα και πολύ ψύχραιμους θεατές.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 07, 2010

Η "ΑΓΟΡΑ" ΚΑΙ Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΟΧΛΟΥ


Ο ισπανός Alejandro Amenábar είναι σίγουρα ικανότατος σκηνοθέτης. Η ιδέα να καταπιαστεί με την κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια του 4ου μ.Χ. αιώνα και τη φιλόσοφο και αστρονόμο Υπατία είναι, αν μη τι άλλο, πρωτότυπη. Η θέση του - με "κακούς" τους χριστιανούς, που μόλις έχουν καταλάβει την εξουσία και επιδίδονται σ' ένα όργιο εκδίκησης, σκοταδισμού και μισαλλοδοξίας, το οποίο, βέβαια, οδήγησε στον μεσαίωνα - ασυνήθιστη για τα κινηματογραφικά δεδομένα. Παρ' όλα αυτά τα θετικά ωστόσο, δεν νομίζω ότι η ταινία δεν αποτελεί κάτι ιδιαίτερα σημαντικό.
Παρά την τολμηρή θέση της (μάλλον δεν την πήρε ακόμα χαμπάρι η εκκλησία να κινητοποιήσει τις ορδές των "πιστών"), βρήκα ότι και τα κλισέ είναι αρκετά και η πλοκή σχετικά προβλεπόμενη και ο χαρακτήρας της Υπατίας μονοδιάστατος, σαν αγιογραφία. Μερικές εντυπωσιακές εικόνες και αναπαραστάσεις της αρχαίας Αλεξάνδρειας (με υπολογιστή υποθέτω) και ένα σχετικό σασπένς δεν μου αρκούν για να τη θεωρήσω σημαντική.
Αρκετή συζήτηση σηκώνουν όμως οι τολμηρές ιστορικές θέσεις της. Να λοιπόν που στις μέρες μας ακόμα και οι υπερπαραγωγές μπορούν να τα βάζουν με τον παντοδύναμο χριστιανισμό, έστω κι αν αναφέρονται 16 αιώνες πριν. Αυτό που βλέπουμε είναι τον χριστιανικό όχλο να μη διαθέτει τίποτα απολύτως χριστιανικό. Απλώς να εκδικείται μετά μανίας αθώους και ένοχους, να εξοντώνει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο (η Υπατία αρνήθηκε να γίνει χριστιανή παρά την επικράτηση του χριστιανισμού και γι' αυτό πέθανε), να καταστρέφει κάθε πηγή γνώσης ή σκέψης (σύμβολο των οποίων αποτέλεσε βέβαια η θρυλική βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, που καταστρέφεται ολοσχερώς με την επικράτησή τους). Και, όπως έγραψα στην αρχή, δεν είναι τυχαίο ότι κάπου εκεί γύρω ξεκινά ο μεσαίωνας. Αν εξετάσουμε γενικότερα την εικόνα πάντως και ξεχάσουμε προς στιγμή τη διαμάχη χριστιανών - εθνικών που εκείνα τα ταραγμένα χρόνια βρισκόταν στο τέλος της, θα δούμε μια μελέτη για την τυφλή βία του όχλου, όταν αυτός αποκτά δύναμη. Ο όχλος δεν σκέπτεται, απλώς εκδικείται για την καταπίεσή του με απόλυτα βίαιο τρόπο. Οι εθνικοί έκαναν τα ίδια στους πρώτους χριστιανούς, όταν αυτοί ήταν ακόμη αδύναμοι, και οι τελευταίοι το ανατποδίδουν και με το παραπάνω όταν παίρνουν την εξουσία. Η ιστορία επαναλαμβάνεται μέχρι τις μέρες μας, όχι πια με χριστιανούς και εθνικούς, αλλά με κάθε λογής πολιτικές, θρησκευτικές ή εθνικές συγκρούσεις.
Εδώ βέβαια πρέπει να επισημάνουμε και την ταξική διάσταση του θέματος. Οι χριστιανοί αποτελούνται κυρίως από τα κατώτερα στρώματα, σκλάβους, εξαθλιωμένους πολίτες, παρίες κάθε είδους. Η συσπείρωσή τους γύρω από μια νέα θρησκεία που υπόσχεται ισότητα και αιώνια ζωή είναι απόλυτα κατανοητή. Η βία και η εκδικητικότητά τους σαφώς οφείλονται σε αιώνες καταπίεσης και δεν έχει τίποτα το θρησκευτικό (αν και μέσα στον τυφλό φανατισμό και την αμορφωσιά τους αυτό επικαλούνται). Ωστόσο, παρά το ότι όλα αυτά είναι κατανοητά, τα γεγονότα δεν παύουν και εφιαλτικά να είναι και σε μια από τις χειρότερες περιόδους της ανθρωπότητας να οδηγούν.
Κάτω απ' αυτό το πρίσμα, ίσως ο Amenábar να δικαιολογείται για το μονοδιάστατο του χαρακτήρα της Υπατίας και τη μη εμβάθυνση στη φιλοσοφία της. Ίσως η φιλόσοφος να ήταν απλώς το πρόσχημα για να δείξει την εποχή, να τονίσει τις πιθανές αναλογίες της με τη σημερινή και να υποστηρίξει τις τολμηρές θέσεις του για το ρόλο του χριστιανισμού. Και, για να το ξεκαθαρίσω, όταν μιλάμε συνεχώς για χριστιανισμό, δεν εννοούμε τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές θέσεις του, το τι βρίσκει δηλαδή σ' αυτόν ένας αληθινός πιστός ή διανοούμενος, αλλά για τη μαζικοποίησή του, τη μετατροπή του σε κρατική εξουσία, τον κοσμικό του ρόλο και όλα τα βρώμικα πολιτικά παιχνίδια, ίντριγκες και συμβιβασμούς που όλα αυτά συνεπάγονται.
Ενδιαφέρον λοιπόν και τολμηρό ως τροφή για σκέψη και συζήτηση, τίποτα σπουδαίο όμως κινηματογραφικά κατά τη γνώμη μου. Αντιρρήσεις δεκτές.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 04, 2010

PATLABOR 2: ΙΝΤΡΙΓΓΕΣ, ΜΠΑΤΣΟΙ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ


Το Patlabor είναι μια γιαπωνέζικη σειρά κινουμένων σχεδίων (anime). Στα τέλη της δεκαετίας του 80 γυρίζεται η πρώτη ταινία, ενώ το 1993 ο σημαντικός σκηνοθέτης του είδους Mamoru Oshii γυρίζει το Patlabor 2 (αργότερα θα κάνει το Ghost in the Shell και άλλα).
Αρχικά το Patlabor 2 εντυπωσιάζει για μια ακόμα φορά για το απόλυτα ενήλικο σενάριο, τόσο ενήλικο που είναι αδιανόητο σχεδόν για δυτικά κινούμενα σχέδια, που συνήθως προσπαθούν να πιάσουν και το παιδικό κοινό, αν δεν γίνονται αποκλειστικά γι' αυτό. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μπερδεμένες ίντριγγες ανάμεσα στα διάφορα σώματα της αστυνομίας, σε τρομοκράτες και ανθρώπους που προσπαθούν να φέρουν τον πόλεμο στην "εφησυχασμένη" κοινωνία. Κι όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα μάλλον εναλλακτικό παρόν, σε ένα Τόκιο όπου η εγκληματικότητα έχει φτάσει στο κόκκινο, ενώ η αστυνομία κατηγορείται για κατάχρηση εξουσίας (το κοινωνικό background είναι ίδιο περίπου μ' αυτό του Jin-Roh, το οποίο σημειωτέον μου άρεσε περισσότερο). Κατά βάση πρόκειται για μια πολιτική ταινία, αφού κυρίαρχο ρόλο παίζουν τα παιχνίδια εξουσίας. Καμία ελπίδα κατανόησης από παιδιά δηλαδή.
Να σας πω τώρα την αμαρτία μου: Ενώ το φιλμ θεωρείται εξαιρετικό από τους φίλους των anime, προσωπικά με κούρασε. Κατά τη γνώμη μου φταίει το αδιάκοπο μπλα μπλα των ηρώων και η εξαιρετικά μπερδεμένη ίντριγκα με τα πολλά σώματα αστυνομίας και στρατού να βρίσκονται σε αέναη διαμάχη. Κι όλα αυτά να αποκαλούνται με μια σειρά αρχικών γραμμάτων (σα να λέμε: ΑΔΕΔΥ εναντίον ΤΕΑΔΕ, σε προσωρινή συμμαχία με το ΤΕΒΕ για να εκμηδενίσουμε την ΠΑΣΕΓΕΣ, ένα πράγμα). Κάνω πλάκα βέβαια, γιατί τα πράγματα στην ταινία είναι πολύ πιο σοβαρά, αλλά κάποια στιγμή άρχισα να χάνω επαφή και, για να πω την αλήθεια, δεν με πολυενδιέφερε να την ξαναβρώ. Συνδυάστε αυτό με μάλλον αργούς ρυθμούς και ατέλειωτους διαλόγους (όπως είπαμε), οπότε θα καταλάβετε γιατί κουράστηκα. Επίσης το σχέδιο, η εικόνα, ήταν μάλλον απρόσωπο και κοινό. Καλό μεν και εκφραστικό, αλλά από αυτά που έχουμε δει πολλές φορές.
Σας είπα ότι αυτά είναι υποκειμενικές κρίσεις, γιατί η ταινία θεωρείται από τις καλές του είδους (μια ματιά στα σχόλια στην IMDB θα σας πείσει για του λόγου το αληθές). Τι να κάνουμε; Συμβαίνουν κι αυτά. Το στόρι πάντως παραμένει ενδιαφέρον. Και για πολλοστή φορά θα διαπιστώσω με θαυνμασμό πόσο ενήλικα είναι - από τα 90ς τουλάχιστον - τα anime.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 03, 2010

ALL THAT JAZZ : ΧΟΡΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ


Πιστεύω ότι το «All that Jazz", που γύρισε ο Bob Fosse (1927-1987) το 1979 δεν είναι μόνο το τελευταίο σημαντικό μιούζικαλ που γυρίστηκε μέχρι σήμερα, αλλά και ένα από τα καλύτερα όλων των εποχών. Υπενθυμίζω ότι την εποχή αυτή (τέλη 70ς) το είδος έχει ήδη παρακμάσει ή μάλλον, για να είμαστε πιο ακριβείς, στην ουσία έχουν πάψει να γυρίζονται μιούζικαλ (οι εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν πάντα). Και ξαφνικά «σκάει» αυτή εδώ η ταινία και γίνεται ένα από τα ελάχιστα απόλυτα ενήλικα δείγματα του είδους.
Σίγουρα ένα μέρος της επιτυχίας οφείλεται στο ότι πρόκειται ουσιαστικά για ένα αυτοβιογραφικό φιλμ. Γυρίζεται από έναν άνθρωπο που γνωρίζει πάρα πολύ καλά, από τα μέσα, το είδος, αφού ο Fosse υπήρξε και διάσημος άνθρωπος της show business με πετυχημένα θεατρικά μιούζικαλ στο ενεργητικό του. Ηθοποιός, περίφημος χορογράφος, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, πολύ απλά καταγράφει τη ζωή του και τις εμπειρίες του από έναν λαμπερό αλλά και σκληρό κόσμο, αυτόν της show business.
Ο ήρωας - ο ίδιος δηλαδή κι ας μην αναφέρεται το όνομά του - είναι διάσημος και ακριβοπληρωμένος όλα-αυτά-που-είπαμε-παραπάνω, είναι αθεράπευτος γυναικάς (έχει συνεχώς το σεξ στο μυαλό του, του λένε όλοι) και πέρα για πέρα αυτοκαταστροφικός: Ποτό, αμφεταμίνες, μανιώδες κάπνισμα, εξαντλητική δουλειά. Με έναν αποτυχημένο γάμο και μια κόρη, "τα έχει κάνει σκατά στη ζωή του", όπως λέει ο ίδιος. Ζει όμως για τη δουλειά που υπεραγαπά. Και βλέπει τον κόσμο γύρω του σαν ένα διαρκές μιούζικαλ, φανταζόμενος ότι χορογραφεί τα πάντα. Κι όταν, μετά από οξύτατη καρδιακή προσβολή, νοιώθει ότι το τέλος πλησιάζει, τι κάνει; Χορογραφεί τον ίδιο του το θάνατο.
Η ταινία λειτουργεί σε πολλά επίπεδα: Σαν ένα θαυμάσιο μιούζικαλ, με εξαιρετικά χορευτικά και πολύ καλή μουσική (κυρίως πάνω σε προϋπάρχοντα τραγούδια) με αποκορύφωμα το "Bye bye love", την κλασική επιτυχία των Everly Brothers σε μια απίστευτη διασκευή και χορογραφία, που κλείνει το φιλμ. Σαν μια πιστή καταγραφή του χώρου των show business, με τη δημιουργικότητα και την χαρά που μπορεί να προσφέρει στους "εργάτες" της, αλλά και τη σκληρότητα, την υποκρισία, τις λυκοφιλίες που τη διακρίνουν (μη ξεχνάμε ότι πρόκειται πάντοτε για επένδυση χρημάτων από κάποιους, οι οποίοι ενδιαφέρονται μόνο για το οικονομικό αποτέλεσμα). Σαν μια μελέτη για τον αναπότρεπτα επερχόμενο θάνατο και την αυτοκαταστροφικότητα. Και τέλος, σαν μια ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφία.
Όλα αυτά δίνονται άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με συγκίνηση και τρυφερότητα, πάντοτε όμως με πολλή φαντασία. Ξαναβλέποντάς το μετά από πολλά χρόνια, το απόλαυσα όπως και την πρώτη φορά. Και θαύμασα ένα από τα ελάχιστα ενήλικα μιούζικαλ, που αν και μιούζικαλ, αφηγείται όσα θέλει να αφηγηθεί με απόλυτο ρεαλισμό και αλήθεια.
Ο Fosse πέθανε από καρδιακή προσβολή 8 χρόνια μετά. Ήταν μόνο 60 χρονών.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 01, 2010

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟΣ "ΛΙΒΑΝΟΣ"


Στην ιστορία του σινεμά έχουν γίνει πολλές αληθινά συγκλονιστικές αντιπολεμικές ταινίες, που περιγράφουν δηλαδή τον πόλεμο ως αυτό που πραγματικά είναι: Μια διαρκής φρίκη. Δεν ξέρω αν φανώ υπερβολικός, αλλά νομίζω ότι ο "Λίβανος" του ισραηλινού Samuel Maoz είναι μια από τις καλύτερες.
Ο σκηνοθέτης έχει βιώσει τη φρίκη αυτή, καθώς έχει ο ίδιος πολεμήσει σαν πλήρωμα τανκ στον πόλεμο που περιγράφει: Τον πρώτο εμφύλιο του Λιβάνου (στον οποίο αναμείχτηκαν και ισραηλινοί και σύριοι) το 1982. Φυσικά πολύ γρήγορα παύει να μας ενδιαφέρει για ποιον ακριβώς πόλεμο πρόκειται. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Αυτό που απομένει είναι η καθαρή φρίκη.
Θα το πω από την αρχή: Η ταινία βλέπεται - ή μάλλον αντέχεται - δύσκολα. Αυτό που την κάνει τόσο αγχωτική είναι το ότι ο δημιουργός επέλεξε να δείξει την κτηνωδία μέσα από τα μάτια του πληρώματος ενός ισραηλινού τανκ. Η κάμερα μένει σχεδόν συνεχώς στο ασφυκτικό εσωτερικό του και κεντράρει διαρκώς στα βρώμικα, ταλαιπωρημένα και φοβισμένα πρόσωπα του πληρώματος. Και τι σημαίνει εσωτερικό τανκ σε καιρό πολέμου; Πέντε άνθρωποι στριμωγμένοι σε έναν ελάχιστο μεταλλικό χώρο, πανβρώμικο, αποκρουστικό, με ελάχιστο οξυγόνο και 40 βαθμούς. Άμεση επαφή με τον έξω κόσμο δεν υπάρχει. Μόνο μέσω της διόπτρας. Αυτός ο εγκλωβισμός μπορεί από μόνος να τσακίσει τα νεύρα, πολύ περισσότερο αν συνδυαστεί με τις τερατωδίες του πολέμου. Αν αυτό δεν είναι κόλαση, τότε τι είναι;
Πέραν αυτών όμως η ταινία με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, δίχως να με κάνει καθόλου να βαρεθώ, αφού διαθέτει και πολύ δυνατό σασπένς, το οποίο μάλιστα κλιμακώνεται συνεχώς: Το τανκ πρέπει να διασχίσει μια εχθρική περιοχή σχεδόν στα τυφλά. Κανείς δεν ξέρει αν θα επιβιώσει.
Με ντοκιμαντερίστικη αισθητική και βρώμικο ρεαλισμό, ο Maoz καταγράφει ό,τι πραγματικά συμβαίνει σε τέτοιες εφιαλτικές καταστάσεις. Ταυτιζόμαστε απόλυτα με το πλήρωμα, αφού η γύρω φρίκη και το τοπίο βιβλικής καταστροφής που απλώνεται παντού δείχνεται μέσα από τα μάτια τους - μέσα από τη διόπτρα για την ακρίβεια, που αποτελεί το μοναδικό μάτι για τον έξω κόσμο. Αυτό όμως που εκτίμησα περισσότερο είναι ότι σ' όλη αυτή την κόλαση δεν υπάρχει κανένα απολύτως ίχνος ηρωισμού. Οι στρατιώτες, πολύ απλά, είναι χεσμένοι πάνω τους. Το μόνο που θέλουν είναι να ξεμπερδεύουν όσο πιο γρήγορα γίνεται, να φύγουν απ' αυτή την κόλαση και να γυρίσουν σπίτια τους. Γι' αυτό τους βλέπουμε να φοβούνται, να πανικοβάλλονται μερικές φορές, να σοκάρονται, να κλαίνε. Βλέπετε, πρόκειται για απλούς φαντάρους, εμένα κι εσένα δηλαδή, που κάνουν τη θητεία τους και ξαφνικά βρίσκονται στην κόλαση. Ούτε ίχνος λοιπόν στρατοκαυλίασης. Μόνο κόλαση. Μέσα σ' αυτόν τον εφιάλτη, ακόμα και οι διοικητές, τα αξιώματα, μικρή αξία έχουν. Ο φόβος είναι πολύ δυνατός και η εραρχία στο εσωτερικό του τανκ σχεδόν καταρρέει.
Αν μπορέσετε δείτε αυτό το πολύ δυνατό φιλμ. Σας προειδοποίησα όμως ότι αντέχεται δύσκολα. Δεν είναι μόνο ο πόλεμος, είναι και η έντονη κλειστοφοβικότητα. Αν τα καταφέρετε όμως, νομίζω ότι θα συμφωνήσετε για την τρομερή του δύναμη.

eXTReMe Tracker