Τρίτη, Ιουνίου 30, 2009

Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΜΦΙΣΗΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


"Η Ανατομία ενός εγκλήματος" (1959) του Otto Preminger (1906-1986) είναι από τα κλασικότερα δικαστικά δράματα της ιστορίας του κινηματογράφου. Με εξαιρετικό καστ (Τζέιμς Στιούαρτ, Λι Ρέμικ, Μπεν Γκαζάρα, Τζορτζ Σκοτ) αναλύει την περίπτωση του φόνου ενός μπάρμαν που μόλις έχει βιάσει μια γυναίκα από τον σύζυγο της τελευταίας. Αυτό όμως είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου, γιατί πολλά πράγματα κρύβονται κάτω από αυτή την ιστορία.
Θα πω από τώρα ότι, μιας και δεν είμαι πολύ φανατικός φίλος των δικαστικών δραμάτων, η ταινία μάλλον με κούρασε συνολικά με την ατέλειωτη διάρκειά της (γύρω στις 2,5 ώρες). Είναι αναμφισβήτητα καλογυρισμένη, αναλύει άψογα και σε βάθος τους χαρακτήρες και θεωρείται κλασική, αλλά... συμβαίνουν αυτά. Ίσως όμως να είναι κάτι προσωπικό. Γιατί σίγουρα τα προτερήματά της είναι πολλά. Όπως οι αποκαλύψεις για τους χαρακτήρες των ηρώων και τα μπακγκράουντ τους, οι συμπαθητικoί αντιήρωες πρωταγωνιστές (ο Στιούαρτ είναι σχεδόν παρατημένος από τη ζωή δικηγόρος και στα πρόθυρα του αλκοολισμού, ο γέρος φίλος του είναι κανονικά παρατημένος δικηγόρος και κανονικός αλκοολικός), η σκιαγράφηση σε δεύτερο επίπεδο της επαρχιακής πλήξης και της κατάστασης όλοι-ξέρουν-τα-πάντα-για-όλους. Αλλά το σημαντικότερο για μένα σημείο (και προτέρημα) του φιλμ είναι η διφορούμενη ματιά που ρίχνει στη δικαιοσύνη. Και λέει κάτι πολύ απλό, που σπάνια έχει ειπωθεί με τόσο σχετικά χαμηλούς τόνους (εννοώ δίχως εντυπωσιακές δικαστικές πλάνες, από μηχανής θεούς που εμφανίζονται ξαφνικά στην αίθουσα του δικαστηρίου, αποδράσεις και άλλα τέτοια): Λέει ότι όσο κι αν η δικαιοσύνη κάνει τυπικά σωστά τη δουλειά της, η αλήθεια μπορεί πάντοτε να παραμένει κάτι άπιαστο ή ανεξιχνίαστο. Κι αυτό γιατί η κρίση γίνεται πολύ απλά από ανθρώπους (ένορκους, δικαστές, δεν έχει σημασία) και οι άνθρωποι εξ ορισμού και υποκειμενικοί είναι και επιρρεπείς στα συναισθήματά τους. Και έχει ενδιαφέρον ότι δεν πρόκειται για μια εντυπωσιακή καταγγελία του δικαστικού συστήματος. Κάθε άλλο. Αυτό αντιμετωπίζεται μάλλον με συμπάθεια. Όλα γίνονται τυπικά σωστά κι όχι μόνο αυτό, αλλά οι πάντες (δικαστές, εισαγγελείς, υπεράσπιση, ένορκοι) έχουν τις καλύτερες προθέσεις: Να αποκαλύψουν την αλήθεια. Καμιά "πουστιά", καμιά συναλλαγή κάτω από το τραπέζι, κανένα ανώτερο συμφέρον. Μια καθημερινή επαρχιακή ιστορία μόνο, με καθημερινούς πρωταγωνιστές. Κι όμως SPOILER SPOILER η αλήθεια ακόμα και μετά το τέλος της δίκης είναι, τουλάχιστον, διφορούμενη. Δεν έχει καμιά σημασία αν κέρδιασαν οι "καλοί" (η συμπαθής υπεράσπιση) ή οι "κακοί" (ο πρωτευουσιάνος μεγαλοδικηγόρος κατήγορος). Σημασία έχει ότι στο τέλος, ανεξαρτήτως απόφασης, δεν είμαστε και πολύ σίγουροι για το τι ακριβώς συνέβει και για το αν η απόφαση ήταν τελικά σωστή ΤΕΛΟΣ SPOILER. Άλλωστε ο κατηγορούμενος που υπερασπίζεται ο συμπαθής ήρωας κάθε άλλο παρά συμπαθής είναι.
Έτσι λοιπόν βρίσκω πολλές αρετές στην κλασική αυτή ταινία και οι αντιρρήσεις μου (για τη διάρκειά της κυρίως) είναι μάλλον υποκειμενικές. Κατά βάθος σας τη συνιστώ.

Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2009

ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΕΣ (ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΜΕΛΟ) "ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ"


Οι "Αναχωρήσεις" (Οkuribito, 2008), γιαπωνέζικη ταινία του Yôjirô Takita, είναι το φιλμ που πήρε το Ξενόγλωσσο Όσκαρ του 2008. Πρόκειται για την τρυφερή και συγκινητική ιστορία ενός παντρεμένου νέου που, όταν μένει άνεργος, αποτυγχάνοντας να σταδιοδρομήσει ως τσελίστας, επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του και αναγκάζεται να βρει δουλειά σε ένα γραφείο που περιποιείται (καθαρίζει, μακιγιάρει, ντύνει)νεκρούς πριν τους αποτεφρώσουν. Το επάγγελμα αυτό δεν είναι ευπρόσδεκτο από τους οικείους του, η αφοσίωση του ήρωα όμως θα αρχίσει βαθμιαία να τους μεταπείθει.
Η ταινία επικεντρώνεται στη φυσική (;) απέχθεια που έχει ο άνθρωπος για τους νεκρούς που, αν το αναλύσει κανείς, είναι ένα κράμα φόβου, αηδίας, στρυθοκαμηλικής άρνησης αυτού που μας περιμένει όλους και ίσως και άλλων στοιχείων. Το φιλμ λοιπόν προσπαθεί - και σε μεγάλο βαθμό το καταφέρνει νομίζω - να μας συμφιλιώσει με την ιδέα του θανάτου και να καταδείξει το συμβολισμό που κρύβει η τελευταία, τρυφερή περιποίηση προς το νεκρό σαν δείγμα αγάπης, συγχώρεσης και κατανόησης γι' αυτόν. Και, επί πλέον, βλέπεται και σαν ένα είδος "ντοκιμαντέρ" για τα παράξενα για μας γιαπωνέζικα ταφικά έθιμα από τους φιλοπερίεργους θεατές.
Ναι, η ταινία είναι γεμάτη θανάτους, νεκρούς, νεκρικές τελετές και θλίψη (που όμως είναι απόλυτα κατανοητή και φυσική και όχι, στις περισότερες περιπτώσεις, μόνιμη). Γι' αυτό ίσως "τρομάξετε" και δεν έχετε καμιά όρεξη να δείτε ένα τέτοιο φιλμ. Ωστόσο ο Takita σπάει την αφήγησή του με λίγο χιούμορ, αν και αυτό που κυριαρχεί βέβαια είναι η συγκίνηση. Που αποτελεί και την αντίρρησή μου, καθώς βρήκα το τέλος ιδιαίτερα υπέρ του δέοντος συναισθηματικό, φτιαχτό, προορισμένο να βρέξει τα μαντήλια κάθε θεατή, δηλαδή σχεδόν μελό. Πράγμα που δεν με εξέπληξε ιδιαίτερα βέβαια, διότι δίχως το (έντονο) στοιχείο της συγκίνησης πολύ σπάνια μια ταινία κατακτά το ξενόγλωσσο Όσκαρ.
Τέλος πάντων, πέρα από τις επί μέρους αντιρρήσεις μου, νομίζω ότι πρόκειται για τρυφερή, ευαίσθητη και καλογυρισμένη ταινία, που θα συγκινήσει τους θεατές.
ΥΓ: Δεν έχω δει άλλη ταινία του Takita, βλέποντας όμως την πλούσια φιλμογραφία του είδα ότι περιλαμβάνει απόλυτα βίαια, ίσως και "άρρωστα" φιλμ. Πώς τώρα από κει φτάνει να κάνει μια τόσο ευαίσθητη ταινία... τι να σας πω. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Ή, αν προτιμάτε, είναι τρελοί αυτοί οι γιαπωνέζοι.

Κυριακή, Ιουνίου 28, 2009

ΟΤΑΝ Η ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΔΟΥΣΑ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΓΕΛΙΟ...


Είναι αλήθεια ότι το φανταστικό είναι πολύ σπάνιο στο ελληνικό σινεμά. Δυστυχώς οι λίγες εξαιρέσεις στον παραπάνω κανόνα δεν είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες. Έτσι το 1998 ο Γιώργος Λαζόπουλος (δεν έχω ιδέα αν έχει κάποια σχέση με τον γνωστό) επιχείρησε να αντλήσει έμπνευση από την ελληνική μυθολογία φτιάχνοντας ένα σύγχρονο θρίλερ, τη "Μέδουσα". Η ιδέα είναι καλή, γιατί η μυθολογία εμπεριέχει άπειρα παντελώς αναξιοποίητα στοιχεία, που θα μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν σε σύγχρονες ταινίες του φανταστικού. Φοβάμαι ότι η καλή ιδέα είναι και το μόνο καλό που υπάρχει στη "Μέδουσα".
Δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Πρόχειρο σενάριο με μεγάλα κενά, κακές ηθοποιίες, παντελώς μη πειστικές αντιδράσεις από τους ήρωες, ψυχολογική αληθοφάνεια μηδέν... είναι τα πρώτα που μου έρχονται στο νου. Και η Ελένη Φιλίνη ως κράχτης σε μικρό σχετικά ρόλο, μπας και πείσουμε κανέναν να δει την ταινία.
Φυσικά πρόκειται για παραλλαγή του μύθου της Μέδουσας, που το πρόσωπό της πετρώνει όποιον το αντικρύζει, όπου διάφορα αγάλματα αντρών, ντυμένα με κανονικά ρούχα, αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους στη σύγχρονη Αθήνα. Την υπόθεση αναλαμβάνει ένας ανεκδιήγητος μπάτσος με το ακόμα πιο ανεκδιήγητο τρίο των βοηθών του που τον συνοδεύουν παντού και το γλέντι... συγνώμη, το κυνήγι, ξεκινά. Φυσικά τη λύση θα δώσει ένας αρχηγός συμμορίας που (σύμπτωση) ονομάζεται Περσέας, με αποτέλεσμα το γέλιο να μεταφερθεί και στην ελληνική επαρχία, όπου συνεχίζεται η δράση. Ακόμα και μια σεναριακή ιδέα που βρήκα ενδιαφέρουσα, το ότι το βλέμμα της Μέδουσας πετρώνει μόνο άντρες, ενώ έχει διαφορετική επίδραση σε γυναίκες, μένει μετέωρη και ανολοκλήρωτη.
Νομίζω ότι το φιλμ είναι καλό (άθελά του φυσικά) μόνο για να γελάσουμε λιγάκι σε χαβαλετζίδικη ατμόσφαιρα με φίλους, αν και καλά θα κάνετε να ρίξετε βάρος στο "λιγάκι". Ούτε κανονικό χαβαλέ σου επιτρέπει να κάνεις η διαρκής σοβαροφάνειά του.
Α, και μια απορία: Αφού η Μέδουσα, όπως θα δείτε, υπήρχε και θα υπάρχει ανέκαθεν, τότε πώς η σειρά των "αγαλμάτων" εμφανίζεται στα καλά καθούμενα στη συγκεκριμένη φάση, σα να πρόκειται για έναν σίριαλ κίλερ που ξαφνικά άρχισε τη δράση του; Τα προηγούμενα χρόνια (και τους προηγούμενους αιώνες) δεν υπήρχαν πετρωμένα πτώματα;
Καλή πηγή έμπνευσης η ελληνική μυθολογία για σύγχρονα θρίλερ, ακόμα καλύτερο όμως είναι να ξέρουμε λίγο περισσότερο κινηματογράφο.

Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2009

Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ "ΔΕΣΜΩΤΗ ΤΟΥ ΙΛΙΓΓΟΥ"


Δεν νομίζω ότι έχω να προσθέσω πολλά σε ένα αριστούργημα του σινεμά όπως το "Vertigo" ("Δεσμώτης του Ιλίγγου"), που γύρισε το 1958 ο Alfred Hitchcock (1899-1980). Τα πάντα γι' αυτό το φιλμ έχουν, νομίζω, ειπωθεί. Σαν προσωπική μαρτυρία μπορώ μόνο να πω ότι ξαναβλέποντάς το βρήκα ότι κρατά ατόφια τη γοητεία του. Είναι φυσικό κάτι τέτοιο για μια ταινία που συνδυάζει με άψογο τρόπο μια πολύ δυνατή, σπαρακτική ερωτική ιστορία, αμείωτο σασπένς, συνεχείς ανατροπές, ονειρικό κλίμα, πινελιές μεταφυσικής, μια μοιραία γυναίκα, ένα φόνο και δεν ξέρω τι άλλο. Και πίσω απ' όλα αυτά υπάρχει η ψυχαναλυτική ματιά του Χίτσκοκ, που παίζει με τα φετίχ, την ερωτική επιθυμία, τα ψυχικά τραύματα και πλήθος άλλων ψυχαναλυτικών αναφορών.
Όλα αυτά συμβαίνουν στο πανέμορφο σκηνικό του Σαν Φρανσίσκο, όπου ένας αστυνομικός που παραιτείται επειδή πάσχει από υψοφοβία και νοιώθει υπεύθυνος για το θάνατο ενός συναδέλφου του καλείται από έναν παλιό συμμαθητή του να παρακολουθήσει τη γυναίκα του, που μοιάζει να έχει καταληφθεί από το πνεύμα μιας νεκρής. Η αγωνία αρχίζει και η παγίδα κλείνει αριστοτεχνικά γύρω από τον ήρωα.
Έχουν γραφτεί πάρα πολλά για το ψυχολογικό μέρος, όπου ο Χίτσκοκ φαίνεται ότι μιλά για έννοιες όπως ο φετιχισμός, η ψεύτικη εικόνα που πλάθουμε γι΄αυτόν/ην που αγαπάμε, η ανάγκη μας να "φτιάξουμε" το αντικείμενο του πόθου μας όπως ακριβώς το θέλουμε εμείς - αγνοώντας συχνά τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες - που δείχνει και μια μανία εξουσίας και επιβολής πάνω στο αγαπημένο πρόσωπο, οι ρόλοι που παίζουμε στη ζωή μας (εδώ πρόκειται κυριολεκτικά για ρόλους που ενσαρκώνει η ηρωίδα) κλπ. Νομίζω ότι είναι εύκολο να βρείτε πλήθος αναλύσεων για όλα αυτά. Εγώ θα περιοριστώ εδώ να επισημάνω την πρωτοτυπία της δομής της ταινίας, καθώς η αριστοτεχνικά στημένη πλεκτάνη αποκαλύπτεται λίγο μετά τη μέση της ταινίας. Και μετά; Τι άλλο μπορεί να γίνει αφού ξέρουμε το δολοφόνο και το τι συνέβει πραγματικά; Εδώ το πάνω χέρι παίρνει η ψυχολογία και η αρρωστημένη και ανατριχιαστική εμμονή του ήρωα να "ξαναφτιάξει" τη γυναίκα των ονείρων του, που γι' αυτόν είναι νεκρή, μέχρι την τελική δυνατή κατάληξη με την απόλυτη επανάληψη ενός σκηνικού που έχουμε ξαναδεί...
Συμφωνώ κι εγώ μαζί με χιλιάδες άλλους ότι πρόκειται για μια απ' τις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Αν δεν το έχετε δει, σπεύσατε.
ΥΓ: Σε ένα από τα θερινά που αγαπώ ιδαίτερα, όπου το είδα, η κόπια ήταν άθλια. Μισοσβησμένα χρώματα, μεγάλες μαύρες περιοχές που δεν διακρίνεις τι περιέχουν, μέχρι που σχεδόν δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται στην τελική, αρκετά σκοτεινή σκηνή. Κρίμα.

Τετάρτη, Ιουνίου 24, 2009

ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΘΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ


Ο μεξικανός Guillermo Arriaga είναι ο μόνιμος σεναριογράφος του συμπατριώτη του Ιναρίτου, αλλά και των πολύ καλών "Τριών Ταφών του Μελκιάδες Εστράδα". Τώρα γίνεται για πρώτη φορά και σκηνοθέτης (σε δικό του σενάριο φυσικά) και τα αποτελέσματα του "The Burning Plane" του 2008 ("Τα Σύνορα της Μοναξιάς" στα ελληνικά) με άφησαν απόλυτα ικανοποιημένο.
Όπως και στα άλλα του σενάρια χρησιμοποιεί το σήμα κατατεθέν του: Παράλληλες ιστορίες, άσχετες φαινομενικά, που τελικά όμως δένουν με πρωτότυπους τρόπους. Εδώ, εκτός από τις ιστορίες τριών γυναικών που έχουν πληγωθεί πολύ στη ζωή τους, χρησιμοποιεί και ένα συνεχές μπρος - πίσω στο χρόνο, που ο θεατής καλείται να καταλάβει μόνος του αν κάθε φορά πρόκειται για παρελθόν ή παρόν. Στο τέλος, όπως είπαμε και για τα άλλα φιλμ του, το παζλ δένει (με μια έκπληξη μάλιστα που, επίτηδες, διαφαίνεται από τα μισά περίπου της ταινίας) και τότε, με θαυμαστή ακρίβεια, οι συμπεριφορές, οι αντιδράσεις (ακατανόητες αρχικά μερικές φορές), τα ψυχολογικά τοπία των ηρώων, τα πάντα, εξηγούνται τέλεια. Η μαεστρία του Arriaga είναι δεδομένη και, προσωπικά τουλάχιστον, συγκινήθηκα αρκετά. Οπότε θεωρώ το ντεμπούτο του απόλυτα πετυχημένο. Όταν μάλιστα υποστηρίζεται από τις πολύ καλές ερμηνείες της Σαρλίζ Θερόν, της Κιμ Μπάσινγκερ και της Τζένιφερ Λόρενς.
Στο κέντρο βέβαια του προβληματισμού του βρίσκεται πάντοτε η μοίρα ή, αν θέλετε, "μοίρα", το πώς δηλαδή οι ζωές τυχαίων, παντελώς διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, συναντιούνται και αλληλεπιδρούν έντονα, σημαδεύοντάς τους πολλές φορές θετικά ή αρνητικά. Το ερωτικό πάθος είναι βασικός παράγοντας / καταλύτης σ' αυτό, σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι ο μοναδικός. Το αρνητικό βέβαια, που πολλοί θα παρατηρήσουν, είναι η επανάληψη του στιλ του εξαιρετικού αυτού σεναριογράφου (τώρα και σκηνοθέτη). Όσοι έχουν δει τα φιλμ που προανέφερα, θα καταλάβουν ότι έχει βρει έναν ευφυέστατο τρόπο, τον οποίο επαναλαμβάνει - σε αρκετά διαφορετικές παραλλαγές ωστόσο. Όταν όμως βρίσκω τα αποτελέσματα τόσο καλά, προσωπικά αυτή η επανάληψη δεν με έχει καθόλου κουράσει (προς το παρόν τουλάχιστον). Όταν μάλιστα η ευαισθησία, η πρωτοτυπία της κάθε "παραλλαγής" και η ψυχολογική εμβάθυνση των ηρώων είναι δεδομένες.
Μη φοβηθείτε το δραματικό του πράγματος. Νομίζω ότι η ταινία θα σας κρατήσει κι ας μην είστε πιθανόν φίλοι των σπαρακτικών δραμάτων.
ΥΓ: Η παραγωγή είναι βέβαια αμερικάνικη, πολλοί συντελεστές όμως (και πολλά γυρίσματα) είναι μεξικανοί. Πράγμα που επιβεβαιώνει (το έχω ξαναγράψει) την μεγάλη ακμή του κινηματογράφου της χώρας αυτής.

Τρίτη, Ιουνίου 23, 2009

Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ BETTY BLUE


Ο γάλλος Jean-Jacques Beineix γύρισε στην καριέρα του μόλις δύο αξιόλογες ταινίες, 2-3 μέτριες και μετά... τον έφαγε η μαρμάγκα. Συμβαίνει καμιά φορά και μας αφήνει να αναρωτιόμαστε τι έγινε το ταλέντο που έδειξε στα δύο αυτά φιλμ, τη "Ντίβα" και το "Betty Blue" του 1986 (37*2 le matin ο πρωτότυπος γαλλικός τίτλος).
Η Betty Blue λοιπόν μας σύστησε την αβάσταχτη σεξουαλικότητα της Μπεατρίς Νταλ (κι αυτή εξαφανίστηκε εκτός από σπάνιες εμφανίσεις), μια σειρά από υπέροχες εικόνες και μουσικές (του Gabriel Υared οι τελευταίες) και μια από τις πιο δυνατές περιπτώσεις "τρελού έρωτα" που πέρασαν ποτέ από την οθόνη.
Αν το καλοσκεφτούμε, η ιστορία είναι πολύ απλή. Σ' όλη τη διάρκεια του φιλμ (είναι κοντά δυόμισι ώρες, σας προειδοποιώ), παρακολουθούμε τον παθιασμένο έρωτα των δύο πρωταγωνιστών, την (ασυνήθιστη, είναι αλήθεια) καθημερινότητά τους, τις δουλειές που αλλάζει εκείνος (που τις νυχτερινές ώρες γράφει επίσης), την υπέροχη τρέλα τους. Είναι σα να είναι και οι δύο μεθυσμένοι από αγάπη, σα να μην ανήκουν στον κόσμο αυτό, σα νά' ναι ο έρωτάς τους τόσο ολοκληρωτικός, ώστε να μη χρειάζονται και να μην τους νοιάζει τίποτα άλλο. Κι έπειτα έρχεται το τραγικο φινάλε - για το οποίο, βέβαια, ο Μπενέξ μας προετοιμάζει σ' όλη σχεδόν τη διάρκεια με μικρές, διακριτικές πινελιές.
Αυτό που θεωρώ σημαντικό είναι ότι παρά την απλή ιστορία και τη μεγάλη διάρκεια δεν βαρέθηκα καθόλου. Πώς το πετυχαίνει αυτό ο σκηνοθέτης; Μα τα μικρά, καθημερινά περιστατικά που φτιάχνουν τη ζωή των δυο τους είναι τόσο φευγάτα, αστεία πολλές φορές, έξυπνα και ασυνήθιστα (ναι, ακριβώς, και ασυνήθιστα και καθημερινά συγχρόνως), ώστε δεν με άφησαν να βαρεθώ. Γενικά η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο δράμα και το χιούμορ και είναι βουτηγμένη σε ένα ποιητικό κλίμα, μια μαγεία θα έλεγε κανείς, που δύσκολα αφήνει ασυγκίνητο τον θεατή.
Αυτο που είναι ξεχωριστό είναι η φωτογραφία και οι εικόνες της. Διαθέτουν μια κρυστάλινη αισθητική, είναι πανέμορφες, τόσο που θυμίζουν μια τεράστια σειρά από καρτ ποστάλ. Όντως πάρα πολλές φορές σκέφτεσαι ότι "αν πάγωνα αυτή την εικόνα, θα είχα μια θαυμάσια φωτογραφία, που θα μπορούσα να κρεμάσω στον τοίχο μου". Ίσως αυτή η "καρτποσταλική" αισθητική κουράσει ή ενοχλήσει μερικούς, που είναι λάτρεις μιας πιο "βρώμικης", "κουνημένης" και καθημερινής εικόνας, ωστόσο αυτή η καθαρότητα και η ομορφιά αποτελούν το σήμα κατατεθέν του φιλμ και την άποψη του σκηνοθέτη, ακόμα και στις μέτριες ταινίες του.
Πέραν όμως από τις τυχόν αντιρρήσεις, νομίζω ότι η Betty Blue θα αποτελεί πάντοτε μια από τις χαρακτηριστικότερες ερωτικές ταινίες, που μιλάνε αποκλειστικά σχεδόν για το πάθος, στην ιστορία του σινεμά.

Κυριακή, Ιουνίου 21, 2009

ΤΟ "BAND WAGON" ΩΣ ΣΥΡΡΑΦΗ ΑΠΟ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΑ ΝΟΥΜΕΡΑ


To 1953 o Vincente Minelli (1903-1986) γυρίζει το Band Wagon, που θεωρείται ένα από τα κλασικότερα μιούζικαλ όλων των εποχών. Για μια ακόμα φορά η ιστορία περιστρέφεται γύρω από το ίδιο το μιούζικαλ σαν είδος - το θεατρικό όμως, όχι το κινηματογραφικό. Και για μια ακόμα φορά η "υπόθεση" είναι υποτυπώδης: Ο Φρεντ Αστέρ είναι διάσημος, αλλά κάπως παρακμασμένος χορευτής, η Σιντ Τσαρίς νέα και στις δόξες της, οι δυο τους συνεργάζονται σ' ένα καινούριο μιούζικαλ που ανεβαίνει στο Μπρόντγουέι, αρχικά αντιπαθιούνται σφόδρα, στη συνέχεια όμως... ξέρετε.
Ουσιαστικά αυτό που κάνει την ταινία σημαντική είναι ότι ακριβώς επειδή πολύ συχνά βλέπουμε αποσπάσματα από το μιούζικαλ που υποτίθεται ότι θα ανεβάσουν οι δυο σταρ, δίνεται η ευκαιρία να απολαύσουμε κλασικά χορευτικά νούμερα, άσχετα μεταξύ τους, οπότε το όλο πράγμα λειτουργεί κάπως και σαν επιθεώρηση - για να χρησιμοποιήσουμε έναν ελληνικό όρο που έχει κάποια συγγένεια. Έτσι θα θαυμάσουμε τον Αστέρ σε ένα έξαιρετικό νούμερο με έναν μαύρο λούστρο στο σταθμό, θα γελάσουμε με τον ίδιο και άλλο ένα ζεύγος πρωταγωνιστών να παριστάνουν τα... τρίδυμα μωρά και θα απολαύσουμε το περίφημο κομμάτι That's Entertaining στην πρώτη του εμφάνιση. Όσο για τον Minelli, εδώ είναι νομίζω πιο συγκρατημένος στα εκτυφλωτικά χρώματα που χρησιμοποιεί συνήθως και που φέρνουν άλλες ταινίες του στα όρια του κιτς.
Ενδιαφέρον έχει και η αθωότητα με την οποία αντιμετωπίζονται όλα: Οι ηθοποιοί / χορευτές των μιούζικαλ έχουν πλήρη συνείδηση του ότι είναι "απλοί διασκεδαστές", απευθύνονται στον πολύ κόσμο και δεν μπορούν να παίξουν, ας πούμε, Σέξπιρ ή να χορέψουν κλασικό μπαλέτο. Άλλωστε ένα από τα χαρακτηριστικά του φιλμ είναι η σάτιρα του "σοβαρού" θεάτρου, με το βαρύγδουπο ύφος και τις υπερβολές που συχνά το διακρίνει. Αντίθετα πολλές φορές εδώ τονίζεται (και αποτελεί και βασικό στοιχείο του στόρι) ότι "εμείς ανεβάζουμε απλώς μιούζικαλ και θέλουμε να γίνει όσο μεγαλύτερη επιτυχία γίνεται και να βγάλουμε λεφτά". Η ειλικρίνεια είναι αφοπλιστική και η αντιπαράθεση "υψηλής" και "χαμηλής" τέχνης βγάζει συχνά γέλιο.
Αν λοιπόν είστε φίλοι των παλιών μιούζικαλ, η ταινία είναι must. Αν σιχαίνεστε το είδος (και ξέρω πολλούς που το σιχαίνονται) μην περάσετε ούτε απ' έξω.

ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΕΣ, ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ ΚΑΙ... MISS ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ


Τυχαίνει καμιά φορά να βαριέσαι και να δεις την πρώτη ταινία που βρίσκεις μπροστά σου. Πέφτεις έτσι σε φιλμ όπως το "Miss με το Ζόρι" (Miss Congeniality) του 2000 του Donald Petrie και αντιλαμβάνεσαι ότι το mainstream Χόλιγουντ μπορεί, όταν το "θέλει", να γίνεται πραγματικά ηλίθιο. Και, πιθανόν, να βγάζει και εκατομμύρια από μπαράζ βλακείας.
Κωμωδία λοιπόν, με τη Σάντρα Μπούλοκ μπατσίνα και, πάνω απ' όλα, αντρογυναίκα με τα όλα της, με σεξουαλικότητα υπό το μηδέν (φαντάζομαι ότι το βράδυ σπίτι της θα βλέπει ματς πίνοντας μπύρα και θα ρεύεται ξύνοντας τ' αχαμνά της), που αναγκάζεται εντός ελάχιστων ημερών να μεταμορφωθεί σε υποψήφια Μις Αμερική και να πάρει μέρος στα καλλιστεία για να αποτρέψει έναν δολοφόνο που απειλεί να χτυπήσει σ' αυτά. Και φυσικά μεταμορφώνεται, φυσικά αποκτά τρόπους και στιλ Μις, φυσικά κατεβάζει το IQ της σε IQ αχινού, όσο δηλαδή διαθέτουν τα υπόλοιπα κορίτσια... και φυσικά η ταινία θέλει να είναι μια σάτιρα του θεσμού των καλλιστείων, αλλά προσωπικά βαρέθηκα του θανατά και ελάχιστα γέλασα.
Προβλέψιμη πλοκή, ακόμα πιο προβλέψιμο τέλος, συσσώρευση καταστάσεων που, πολύ απλά, δεν γίνονται, και κρίμα στον θαυμάσιο Μάικλ Κέιν που χαραμίζεται σε έναν δεύτερο ρόλο που μόνο κακό μπορεί να κάνει στην καριέρα του.
Όσο για το ιδεολογικό μέρος (πάντα κρύβεται κι ένα τέτοιο πίσω από οποιαδήποτε ηλιθιότητα)... άστα να πάνε. Τα στερεότυπα δίνουν και παίρνουν. Οι γυναίκες στο φιλμ χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Σε αντρογυναίκες με σεξ απίλ τσιμεντοκολώνας (τότε μόνο, απ' όσο συμπέρανα, μπορούν να είναι και έξυπνες και δραστήριες) και σε κότες με πλούσια μεν σωματικά προσόντα, αλλά IQ της ίδιας τσιμεντοκολώνας που λέγαμε πριν. Μάλιστα. Και σα να μην έφταναν όλα, όταν η ηρωίδα θα ανακαλύψει τη γυναίκα που έκρυβε μέσα της όλα αυτά τα χρόνια (θα την ανακαλύψει λόγω της εισόδου της στον χώρο των καλλιστείων φυσικά), θα συμπαθήσει τις υπόλοιπες χαζές υποψήφιες, θα τις αγαπήσει και θα κάνει τα πάντα να τις σώσει (και φυσικά και όλο τον θεσμό μαζί), αφού, κατά βάθος, είναι καλές (και ο θεσμός μαζί τους, υποθέτω) και, τέλος πάντων, είναι κι αυτές άνθρωποι...
Τι να σας πω. Δεν ήξερα ότι μια έξυπνη γυναίκα πρέπει να περάσει τόσες δοκιμασίες για να καταλάβει ότι πρέπει πού και πού να ξυρίζει τα πόδια της...

Παρασκευή, Ιουνίου 19, 2009

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΠΙΤΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ


Φυσικά και είμαστε περίεργοι για το πώς θα τα πάει στην Αμερική ο δικός μας Ντένης Ηλιάδης, που μετά το ελληνικό "Hardcore" που γύρισε, εκληθη από τον Wes Craven να κάνει το ριμέικ της ταινίας του (του 1972) "Last House on the left". Ε, λοιπόν, τα κατάφερε μια χαρά νομίζω. Η ταινία δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις αντίστοιχες αμερικανών σκηνοθετών και μάλιστα είναι νομίζω καλύτερη από πολλά "σπλάτερ για το σπλάτερ" που κυκλοφορούν τα τελευταία χρόνια.
Θα πω αρχικά ότι το φιλμ ανήκει σ' ένα είδος που δεν με ενθουσιάζει ιδιαίτερα: Στο είδος του "ρεαλιστικού" τρόμου που ποντάρει στη βία και την αιματοβαμμένη φρίκη και όχι στην ατμόσφαιρα ή στο αληθινά τρομαχτικό. Εκτός από μερικές εξαιρέσεις (όπως οι δύο πρώτοι αξεπέραστοι "Σχιζοφρενείς Δολοφόνοι με το Πριόνι"), ανήκω κι εγώ στην ομάδα όσων χαρακτηρίζουν τις ταινίες αυτές "gore πορνό". Εδώ ωστόσο βρήκα ότι τα πράγματα είναι αισθητά καλύτερα. Η ιστορία της συμμορίας των κτηνωδών δολοφόνων που βρίσκει κατά λάθος καταφύγιο στο σπίτι των γονιών του πρόσφατου θύματός τους (που αποτελεί μια σπλάτερ διασκευή της "Πηγής των Παρθένων" του Μπέργκμαν) και σχετικά ενδιαφέρον σενάριο έχει και - από ένα σημείο και πέρα - δικαιολογημένη βία διαθέτει. Και έχει και έναν ενδιαφέροντα προβληματισμό πάνω στο θέμα της εκδίκησης και της εναλλαγής των ρόλων θύτη - θύματος. Αν και εδώ βέβαια το σενάριο είναι τέτοιο ώστε ο προβληματισμός πάνω στην εκδίκηση και την αυτοδικία μάλλον ακυρώνονται, με την έννοια ότι οι "φιλήσυχοι" γονείς είναι σχεδόν υποχρεωμένοι να φερθούν όπως φέρονται (παίζεται και η δική τους ζωή). Αφείστε που η ιστορία είναι τόσο ακραία, που μάλλον οποιοσδήποτε στη θέση τους το ίδιο θα έκανε αν μπορούσε. Και μένει μονάχα η τελευταία σκηνή για αληθινό προβληματισμό πάνω στο τι κρύβεται πίσω από τις ήσυχες επιφάνειες της καθημερινότητας...
Αυτό που έχει όμως σημασία είναι ότι το φιλμ είναι καλογυρισμένο και με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Ο Ηλιάδης φαίνεται ότι εγκλιματίστηκε αμέσως στο χολιγουντιανό περιβάλλον και τις (τεχνικές κυρίως) απαιτήσεις του και όλα δείχνουν ότι θα πιάσει εκεί. Περιμένω με ενδιαφέρον το επόμενο βήμα του.

Πέμπτη, Ιουνίου 18, 2009

BELISSIMA: ΤΑ ΑΠΑΤΗΛΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ Η ΛΑΜΨΗ ΤΟΥ ΣΙΝΕΜΑ


Το "Belissima", που ο Luchino Visconti (1906-1976) γυρίζει το 1951, προσθέτει μια από τις πρώτες (μετά το "Ossessione" και το "Η γη τρέμει") σημαντικές στιγμές στο έργο του. Στα πλαίσια του νεορεαλισμού πάντοτε, πριν βυθιστεί στη χαρακτηριστική μπαρόκ ατμόσφαιρά του, κάνει ένα τρυφερό δράμα που ισορροπεί ανάμεσα στην τραγωδία και το χιούμορ, την καθημερινότητα και το όνειρο, τον κόσμο των φτωχών και τη λαμπερή Τσινετσιτά, τη μεγάλη δηλαδή ιταλική κινηματογραφική βιομηχανία της εποχής. Ταυτόχρονα κάνει μια από τις πρώιμες ταινίες που αναφέρονται στο ίδιο το σινεμά και την απατηλή λάμψη του. Και επίσης δίνει την ευκαιρία στην Άννα Μανιάνι να μας χαρίσει μια από τις χαρακτηριστικότερες ερμηνείες της.
Μια φτωχή μάνα, μαγεμένη από τη λάμψη του κόσμου του κινηματογράφου, θέλει πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο να δει την πεντάχρονη κόρη της σταρ του σινεμά, καθώς ένας γνωστός σκηνοθέτης ψάχνει το κατάλληλο κοριτσάκι για την καινούρια ταινία του. Η επιθυμία της γίνεται σχεδόν εμμονή και αρχίζει να θυσιάζει τα πάντα, ακόμα και την οικογενειακή της ευτυχία, για να πετύχει τον στόχο της. Τελικά, όταν καταλαβαίνει την ψευτιά που τη περιβάλλει, καταλήγει να κάνει την δική της επανάσταση.
Η ταινία, σπαρακτική σε πολλά σημεία της (αν και σπάει από πινελιές χιούμορ), μας δίνει ανάγλυφα το ψέμα που κυριαρχεί στο σινεμά, τους ανταγωνισμούς, την εκμετάλλευση, τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους του. Κυρίως όμως δείχνει την καταστροφική συχνά επίδραση πάνω σε απλοϊκούς ανθρώπους, που σχεδόν πιστεύουν όσα βλέπουν στο πανί και (ακόμα χειρότερα) θέλουν πάσει θυσία να μπουν οι ίδιοι σ' αυτόν το λαμπερό κόσμο, που, μέσα στην αφέλειά τους, θεωρούν κάτι σαν επίγειο παράδεισο.
Ταυτόχρονα βλέπουμε (όπως σε όλα τα νεορεαλιστικά φιλμ) μια μεταπολεμική Ιταλία (που θυμίζει και την Ελλάδα της εποχής) βυθισμένη στη φτώχεια και την ανέχεια, με οικογενειακές και άλλες σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους πολύ διαφορετικές από τις σημερινές. Και βέβαια, για μια ακόμα φορά, οι ομοιότητες ιταλών και ελλήνων είναι εμφανείς. Όσο για τον βασικό χαρακτήρα, αυτόν της Μανιάνι, είναι αντιφατικός: Συμπαθητικός και απωθητικός ταυτόχρονα, αφελής και καταπιεστικός, κουτοπόνηρος αλλά και ανθρώπινος, σε κάθε περίπτωση όμως γεμάτος πάθος.
Ασπρόμαυρο σινεμά άλλων εποχών, που πάλλεται από ζωή, ενδιαφέρει όμως κυρίως ένα σινεφίλ κοινό. Δύσκολα θα το έβλεπε κάποιος εθισμένος στο σύγχρονο (αμερικάνικο κυρίως) σινεμά. Κρίμα.

Κυριακή, Ιουνίου 14, 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΩΝ ΓΙΑ 4η ΦΟΡΑ


Το ότι γυρίστηκε και 4ος "Εξολοθρευτής" δείχνει εξ ορισμού την έλλειψη έμπνευσης και πρωτοτυπίας που μαστίζει το Χόλιγουντ. Το να καταφεύγουμε σε "σειρές" είναι φυσικά η εύκολη λύση.
Το "Terminator: Salvation" ("Εξολοθρευτής: Η Σωτηρία") τώρα του McG (αλήθεια, έτσι υπογράφει, δεν φταίω εγώ, και έχει στο ενεργητικό του τους 2 ανεκδιήγητους "Άγγελους του Τσάρλι"), αν μη τι άλλο είναι χορταστικότατο. Ως μια πολεμική περιπέτεια του μέλλοντος δηλαδή, όπου από την αρχή μέχρι το τέλος γίνεται χαμός. Κυνηγητά, εκρήξεις, μάχες σώμα με σώμα και όχι μόνο, αεροπλάνα, μοτοσικλέτες, απ' όλα έχει ο μπαχτσές και ο πόλεμος ανθρώπων - μηχανών καλά κρατεί. Έχει και νευρική σκηνοθεσία, οπότε, αν μπορεί κανείς να αντέξει τόση βαβούρα, νομίζω ότι κρατά άνετα τον θεατή. Και έχει επίσης και κάποια σεναριακή πλοκή. Στο πρώτο μισάωρο ήμουν έξαλλος με τις ταρζανιές του ήρωα που τα κάνει όλα και συμφέρει (δεν θα σας πω ακριβώς ποιου ήρωα), στη συνέχεια όμως αυτό εξηγήθηκε και μάλιστα πάνω σ' αυτή την εξήγηση (προβλέψιμη βεβαίως) βασίστηκε όλο το φιλμ, οπότε όλα καλά. Στο τέλος βέβαια το βρήκα αφόρητα μελό, αλλά τι να κάνουμε; Ξέρουμε υποθέτω τι πάμε να δούμε, δεν θα κολλήσουμε εκεί.
Εξ άλλου βρήκα το ζοφερό, μετακαταστροφικό κλίμα πετυχημένο, είπαμε για τη νευρική, βιντεοκλιπάδικη και επιδεικτική σκηνοθεσία (η οποία, ξαναλέω, κρατά τον θεατή), συν την ιδέα των δύο ουσιαστικά πρωταγωνιστών, οπότε έχουμε ένα εξασφαλισμένο ψυχαγωγικό δίωρο. Αν φυσικά ψυχαγωγείστε με μια non-stop δράση από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Στη συνέχεια, υποθέτω, θα το ξεχάσουμε και θα περιμένουμε να βγει ο επόμενος, που πιθανόν θα έχει ακόμα καλύτερα εφφέ.
Περιττό να σας πω βέβαια ότι σαφώς προτιμώ πάντα τον πρώτο "Εξολοθρευτή" του Κάμερον, με τον συνδυασμό δράσης και εξαιρετικής σεναριακής ιδέας. Τα υπόλοιπα, όσο καλοφτιαγμένα και να'ναι, δεν παύουν να είναι το νο 3, 4 κ.ο.κ.

Παρασκευή, Ιουνίου 12, 2009

ΤΟΜΑΣ ΚΡΑΟΥΝ: ΛΗΣΤΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΣΤΙΛ


Πολλοί μπορεί να θεωρήσουν την "Υπόθεση Τόμας Κράουν" (1968) του Norman Jewison ξεπερασμένη ή/και κάπως βαρετή σήμερα. Κανείς όμως δεν μπορεί νομίζω να αρνηθεί το άψογο στιλ της. Δηλαδή, για να είμαστε ακριβείς, πιστεύω ότι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, πρόκειται για μια ταινία που αποθεώνει το στιλ.
Ο Τόμας Κράουν είναι εκατομμυριούχος, αλλά το "χόμπι" του είναι να οργανώνει πανέξυπνες, άπιαστες ληστείες τραπεζών. Γιατί το κάνει αφού είναι ήδη εκατομυριούχος από άλλες, νόμιμες μπίζνες; Η Βίκι είναι ερευνήτρια ασφαλιστικής εταιρίας. Αντιλαμβάνεται ότι εκείνος κρύβεται πίσω από μια εντυπωσιακή ληστεία, τον πλησιάζει, προσπαθεί να τον παγιδεύσει, ταυτόχρονα όμως έλκεται απ' αυτόν. Ο Στιβ Μακ Κουίν και η Φέι Ντάναγουέι βρίσκονται στην ακμή τους και κάνουν ένα από τα διασημότερα ζευγάρια της ιστορίας του σινεμά. Και γύρω τους τα ρούχα, τα ακριβά αυτοκίνητα, τα ακριβά πούρα, τα εσωτερικά των πολυτελών σπιτιών, τα "extreme σπορ" του εκκεντρικού εκατομμυριούχου, όλα συνεισφέρυν στη δημιουργία του χλιδάτου κλίματος που επικρατεί από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή.
Σήμερα βέβαια έχουμε δει στην οθόνη χιλιάδες ληστείες, με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους και όλα αυτά ίσως κάτι να μας θυμίζουν. Υπάρχει όμως η μοντέρνα (για την εποχή τουλάχιστον) σκηνοθεσία του Τζούισον, με τη συχνή χρήση της χωρισμένης σε μέρη οθόνης ώστε να παρακολουθούμε ταυτόχρονες δράσεις και υπάρχουν και δύο κλασικές σκηνές: Η αρχική της ληστείας και αυτή όπου οι δύο πρωταγωνιστές παίζουν μια παρτίδα σκάκι γεμάτη σεξουαλικά υπονοούμενα, καθώς και το περίφημο τραγούδι των τίτλων "The Windmills o your mind" του Μισέλ Λεγκράν. Επισημαίνω πάντως ότι για να απολαύσουμε σήμερα το φιλμ πρέπει να θυμόμαστε συχνά και την ηλικία του.
Και να έχουμε υπ' όψη μας ότι ουσιαστικά πρόκειται για ένα φιλμ που περιγράφει τον παράδοξο χαρακτήρα του ομώνυμου ήρωα. Που για να τον κατανοήσουμε πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας την ατάκα που λέει κάποια στιγμη: "Δεν είναι θέμα χρημάτων. Έχει να κάνει μ' εμένα και το σύστημα".
Πώς και γιατί τώρα εναντιώνεται στο σύστημα ένας ήδη εκατομυριούχος μπίζνεσμαν, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Αλλά είπαμε: Πρόκειται για ένα πέρα για πέρα εκκεντρικό χαρακτήρα.

Πέμπτη, Ιουνίου 11, 2009

ΤΣΙΟΥ Ή ΟΙ ΕΘΙΣΜΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΑΙ ΕΥΘΥΜΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ


Η δεύτερη ταινία που βλέπει ένα τραγικό θέμα από την εύθυμη πλευρά του, εντελώς διαφορετική σίγουρα από την προηγούμενη, είναι το ελληνικό "Τσίου" του 2005 του Μάκη Παπαδημητράτου, η οποία είναι και μια από τις σχετικά λίγες πρόσφατες ελληνικές ταινίες που μ' αρέσουν.
Το θέμα - ταμπού εδώ είναι η ηρωίνη, ο εθισμός σ' αυτήν και η μίζερη ζωή των πρεζονιών. Φυσικά και πρόκειται για σοβαρότατο θέμα (δυστυχία, εγκληματικότητα. εξάρτηση), φυσικά και αποτελεί παγκόσμιο κοινωνικό πρόβλημα, φυσικά και οι άνθρωποι αυτοί είναι περισσότερο άρρωστοι παρά οτιδήποτε άλλο... Να όμως που μπορεί ένας δημιουργός με έμπνευση να χτυπήσει την αστεία φλέβα σ' όλα αυτά.
Ο Τσίου είναι ένα πρεζόνι που ξεμένει από ηρωίνη δεκαπενταύγουστο στην έρημη Αθήνα και κάνει τα πάντα για να βρει τη δόση του. Η μέρα όμως είναι κάτι παραπάνω από δύσκολη, όλες οι άκρες του την έχουν κάνει από την πόλη και η ανάγκη του αυξάνεται ώρα με την ώρα. Έτσι κινητοποιεί την αδελφή του, που με τη σειρά της "χώνει" τον σύζυγό της, αυτός πάλι τους... κλπ. κλπ. κι έτσι ένας ολόκληρος κύκλος (φαύλος μάλλον) υπόγειων τύπων αρχίζει να κινείται, έως ότου, μέσα από σπαρταριστές καταστάσεις, καταλήγει στον ίδιο τον Τσίου. Από το φιλμ, που διαθέτει το σπάνιο για ελληνική ταινία χάρισμα του ρυθμού, παρελαύνουν ένα πλήθος από απίστευτους, αλλοπρόσαλλους και ετερόκλητους τύπους, το μόνο κοινό των οποίων είναι η ενασχόλησή τους (με διάφορους τρόπους) με ουσίες. Καθώς επίσης παρελαύνουν και οι ίδιες οι διάφορες ουσίες, ή μάλλον οι διαφορετική ψυχοσύνθεση και στιλ των (εξαρτημένων) χρηστών της κάθε μιας. Και όλα αυτά σε ένα άκρως διασκεδαστικό "περιτύλιγμα", που διερευνά έναν άγνωστο στους περισσότερους μικρόκοσμο που περιστρέφεται αενάως γύρω απ' αυτές.
Και ερχόμαστε έτσι στις αρχικές αντιρρήσεις που "ενστικτωδώς" θα εκφράσουν οι περισσότεροι: "Μα καλά, είναι δυνατόν να κάνεις πλάκα με ένα τόσο σοβαρό, τραγικό μάλλον, θέμα;" Κι εδώ έρχεται αυτό που είχα γράψει κάπου αλλού: "Εξαρτάται από τον τρόπο που το κάνεις, από την ευσαισθησία σου, από την άποψή σου γι' αυτό". Αυτό που ελάχιστοι, φοβάμαι, κατανοούν είναι ότι όταν διακωμωδείς, σατιρίζεις, παρωδείς κάτι, δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι το απαξιώνεις, το μισείς. Μπορεί και να το κατανοείς απόλυτα, να είσαι ευαισθητοποιημένος σ' αυτό, να αγωνιάς κι εσύ για μια λύση. Τι εννοώ; Είδατε την ταινία. Διασκεδάσατε (πιστεύω), γιατί συν τοις άλλοις διαθέτει και έξυπνο και ευρηματικό σενάριο, πράγμα ακόμα πιο σπάνιο για ελληνικό φιλμ. ΟΚ. Κι έπειτα, μετά την πρώτη πλάκα, αρχίζετε να συνειδητοποιείτε τι είδατε, και, πολύ απλά, αντιλαμβάνεστε ότι σε όλη τη διάρκεια ο ήρωας περιφέρεται ιδρωμένος στους δρόμους με αυξανόμενη αγωνία, περιμένει με ις ώρες σε άθλια μέρη, και, τέλος πάντων, δεν κάνει τίποτα απολύτως άλλο στη ζωή του από να ψάχνει απεγνωσμένα τη δόση του. Τίποτα άλλο απολύτως. Από το πρωί μέχρι τη νύχτα. Δεν υπάρχει χρόνος για διασκέδαση, για έρωτα, για δημιουργικότητα, για φιλίες, για άραγμα (οι διακοπές ή τα ταξίδια είναι επιστημονική φαντασία). Ούτε καν για μπάνιο στο σπίτι. Και, παγωμένος, αναρωτιέσαι: "Μα είναι ζωή αυτό το πράγμα;" Και καταλαβαίνεις ότι όσα είδες είναι αστεία, αλλά περισσότερο από αστεία είναι τραγικά. Ή, αν θέλετε, ότι μέσα από μια εξαιρετικά διασκεδαστική καταγραφή της κατάστασης ο σκηνοθέτης κατάφερε να σου περάσει ύπουλα, δίχως καθόλου να μαυρίσει την ψυχή σου, όλη τη μιζέρια, τη μοναξιά, τη φρίκη του πράγματος. Αυτό, εγώ τουλάχιστον, το θεωρώ επίτευγμα.

Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2009

ΤΙ ΕΚΑΝΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ; ΟΧΙ ΤΟΝ ΗΡΩΑ, ΠΑΝΤΩΣ...


Υπάρχουν ταινίες (και όχι μόνο), που βασικό τους χαρακτηριστικό είναι ότι παίρνουν ένα πολύ σοβαρό, ακόμα και τραγικό, θέμα και το βλέπουν από την εύθυμη πλευρά του, το μετατρέπουν δηλαδή σε κωμωδία. Σε πρώτη ματιά ακούγεται ιερόσυλο, στην πραγματικότητα όμως εξαρτάται από το πώς το κάνεις, τι ακριβώς κάνεις... από την ίδια την ταινία τέλος πάντων. Με δύο τέτοια φιλμ, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, θα ασχοληθώ σ' αυτό και στο επόμενο post.
Το "Τι έκανες στον πόλεμο, μπαμπά;" του Blake Edwards (1922-2010) γυρίστηκε το 1966 και καλά θα κάνετε να έχετε διαρκώς στο μυαλό σας την ηλικία του όσο το βλέπετε. Εδώ το "ιερό" που θίγεται είναι ο πόλεμος και οι συνυφασμένες μ' αυτόν έννοιες του ηρωισμού, της στρατιωτικής πειθαρχίας και ιεραρχίας, της "πατριωτικής τιμής" και άλλα τέτοια που μέχρι σήμερα έχουν κοστίσει πάμπολλα εκατομμύρια ζωές στην ανθρωπότητα.
Μια αμερικάνικη μονάδα - μπάχαλο, που ο φαντάρος αποκαλεί τον διοικητή του "Sweet Heart", μπαίνει για να καταλάβει ένα ιταλικό χωριό. Στις τάξεις της ιταλικής μονάδας που το "υπερασπίζει" (ντόπιοι ως επί το πλείστον) επικρατεί το ίδιο ακριβώς μπάχαλο. Το τελευταίο πράγμα που θέλουν αμφότερες οι πλευρές είναι να πέσει έστω και μια σφαλιάρα και η παράδοση του χωριού κανονίζεται με ένα τρικούβερτο γλέντι ανάμεσα σε αμερικάνους και ιταλούς, όπου άπαντες γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια στρατιωτική τιμή, ιεραρχία και άλλες τέτοιες μπούρδες. Όλο το γέλιο βγαίνει από τον στρατόκαυλο νέο αμερικάνο διοικητή, τα πράγματα όμως σοβαρεύουν πραγματικά όταν καταφτάνουν οι γερμανοί και καταλαμβάνουν το τρισευτυχισμένο χωριό.
Απόλυτα αντιπολεμική ταινία, σαρκάζει όσο δεν παίρνει οτιδήποτε έχει να κάνει με το στρατό και τη λογική του και μοιάζει να υλοποιεί το γνωστό χίππικο σύνθημα των 60ς "Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο". Όπως παρατηρεί μάλιστα το "Αθηνόραμα", αυτό γίνεται ακόμα πιο τολμηρό αν σκεφτεί κανείς ότι το Βιετνάμ μόλις άρχιζε για τους αμερικάνους την εποχή εκείνη και η ανοιχτή αμφισβήτηση προς αυτό δεν είχε ακόμα ξεσπάσει. Δεν θα με παραξένευε καθόλου μάλιστα αν το φιλμ αυτό ήταν μια από τις πηγές έμπνευσης του μεταγενέστερου και καυστικότερου "MASH" του Altman.
Αυτά όσον αφορά τις άριστες προθέσεις. Όσον αφορά την ίδια την ταινία όμως, μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε μόνο μερικά. Συγκεκριμένα βρήκα απολαυστικότατο, θρασύτατο, τολμηρό και ανατρεπτικό το πρώτο μέρος, αυτό με τους ιταλούς, τους αμερικάνους και τον δυσκοίλιο διοικητή τους, όπου η πλάκα αποκορυφώνεται με την εικονική μάχη που δίνουν οι δύο πλευρές. Στο δεύτερο όμως, από την εμφάνιση των γερμανών και μετά, φοβάμαι ότι το χιούμορ χοντραίνει και η ταινία μετατρέπεται σε φαρσοκωμωδία με αλλοπρόσαλλο και χαοτικό σενάριο και η αληθινά ανατρεπτική διάθεση της αρχής γίνεται "χαβαλές για τον χαβαλέ". Ωστόσο και εκεί βρήκα μερικές πολύ αστείες στιγμές, μεμονωμένες όμως. Επίσης καλό είναι να προσέξετε πόσο το δεύτερο αυτό μέρος έχει αντιγραφεί ("εμπνεύσει" για να το πω πιο ευγενικά) διάφορες ελληνικές κωμωδίες της Φίνος Φιλμ, απ' αυτές που δείχνει και ξαναδείχνει η τηλεόραση.
Συνολικά πάντως, παρά το ότι το βρήκα άνισο, νομίζω ότι αξίζει να το δει κανείς. Ιδιαίτερα σε θερινό σινεμαδάκι, όπου είναι ό,τι πρέπει, και ακόμα πιο ιδιαίτερα αν έχει μπουχτίσει με τους "Ράμπους" και τους "Εξολοθρευτές" από 3 και πάνω, και την διάχυτη γύρω μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στρατοκαυλίαση και "επιστροφή στις καλές, παλιές αξίες" που επικρατεί τον τελευταίο καιρό.

Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2009

Η CORALINE ΚΑΙ Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ


H "Coraline", μια ταινία κινουμένων σχεδίων για μεγάλους του εξαιρετικού Henry Selick, βασίζεται σε βιβλίο του Νιλ Γκάιμαν (του δημιουργού του Sandman) και αυτό και μόνο θα ήταν λόγος να σπεύσω. Πολύ περισσότερο το ότι τη βρήκα μια θαυμάσια εικαστικά και πολύ ενδιαφέρουσα θεματικά δουλειά, που στην ουσία μιλά για την ενηλικίωση και τις αγωνίες της.
Οι γονείς της Κοραλάιν είναι βαρετοί και δεν της δίνουν τη δέουσα προσοχή. Όταν μετακομίζουν στο καινούριο τους σπίτι, οι γείτονες είναι αλλόκοτοι (τουλάχιστον). Ο καινούριος κόσμος που ανακαλύπτει μέσα από μια μυστική πόρτα είναι αντίγραφο του δικού της, αλλά πολύ πιο ενδιαφέρων. Πλην όμως έχει το τίμημά του...
Πριν απ' όλα να έχετε υπ' όψιν σας ότι, αν και κινούμενο σχέδιο, δεν είναι μια παιδική ταινία (όχι ακριβώς τουλάχιστον). Παίζει πολύ με τη σκοτεινή όψη των πραγμάτων, με το αλλόκοτο, με τον τρόμο πολλές φορές για να είναι παιδική (και μόνο η βασική ιδέα με τα ραμμένα στα μάτια κουμπιά είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Υπάρχει το θέμα της ενηλικίωσης, η αποδοχή του διαφορετικού (στο πρόσωπο του μικρού αγοριού - φίλου της ηρωίδας), η επισήμανση ότι "ό,τι γυαλίζει δεν είναι χρυσός" και διάφορες άλλες ιδέες που καλείστε να ανακαλύψετε. Κι όσο για την οικογένεια... Η ματιά της σ' αυτή είναι σαρκαστική. Από τη μια η καθημερινότητα και η βαρεμάρα (ίσως και η απόρριψη), από την άλλη ο υπερπροστατευτισμός και η υπερβολική αγάπη, αλλά με εφιαλτικό τίμημα. Διαλέγετε και παίρνετε. Στη δεύτερη περίπτωση, θέλει πιθανόν να μας πει το φιλμ, το χάσιμο της ανεξαρτησίας, το να γίνεις ένα άβουλο όργανο, ίσως είναι πολύ χειρότερο.
Όλα αυτά βέβαια είναι δικές μου εκτιμήσεις. Μπορείτε να τα ξεχάσετε αν θέλετε και να απολαύσετε απλώς ένα ενδιαφέρον, ιδιάιτερα σκοτεινό παραμύθι, πολύ όμορφο εικαστικά (αρκετά κοντά στο "Χριστουγεννιάτικο Εφιάλτη" ή τη "Νεκρή Νύφη"), που διαθέτει κατά τη γνώμη μου μια ιδιαίερη ποιότητα, αρκετά μακριά από τα απλώς γιαλιστερά καρτούν της Ντίσνεϊ. Ξανασκεφτείτε το όμως πριν πάρετε μαζί και τα παιδιά σας...

Κυριακή, Ιουνίου 07, 2009

"ΚΑΚΟ ΑΙΜΑ", ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΣΜΟΙ


Το "Mauvais Sang" ("The night is young" ο αγγλικός τίτλος - δεν αλλάζουμε μόνο εμείς τους τίτλους, βλέπετε) είναι η δέυτερη μεγάλου μήκους ταινία του Leos Carax του 1986. Αυτή τη φορά είναι έγχρωμη, τη θεωρώ καλύτερη από το "Boy meet girl", αλλά η αντιπάθειά μου για τον γάλλο δημιουργό φοβάμαι ότι παραμένει.
Ο Carax μπλέκει εδώ το νουάρ, τον έρωτα, την φρέσκια ακόμα τότε απειλή του AIDS, την ποίηση και κάποια στοιχεία επιστημονικής φαντασίας. Κι υπάρχει και μια νεότατη Ζιλιέτ Μπινός στις ομορφιές της: Δυο ηλικιωμένοι κακοποιοί προσλαμβάνουν ένα νεαρό με γρήγορα χέρια, που μόλις έχει εγκαταλείψει την ερωμένη του, για να κλέψει από μια εταιρία έναν ορό που θα θεραπεύσει μια νέα παγκοσμίων διαστάσεων ασθένεια, που έχει να κάνει με το αίμα (η αναφορά στο AIDS, αν και το τελευταίο δεν αναφέρεται, είναι σαφής). Όμως ο νεαρός ερωτεύεται τη νεαρή κοπέλα του ενός κακοποιού.
Πάνω από την ιστορία, το σενάριο, που αναπτύσεται εντελώς ελλειπτικά και σχηματικά, ο Carax βάζει την ποίηση, λεκτική και οπτική, τον πειραματισμό και τα παιχνίδια της εικόνας. Πράγματι υπάρχουν στην ταινία μερικές σκηνές ή πλάνα που τα βρήκα πολύ όμορφα, ορισμένες πολύ καλές ιδέες, κάποια έξυπνα παιχνίδια. Συνολικά όμως για μια ακόμα φορά κουράστηκα και βρήκα μάλλον ενοχλητικό όλο αυτό το ποιητικό στοιχείο, που ουκ ολίγες φορές θεώρησα ότι είναι βερμπαλιστικό και ότι κλίνει περισσότερο προς την αμπελοφιλοσοφία. Και για μια ακόμα φορά επίσης, ο πρώιμος Γκοντάρ της δεκαετίας του 60 είναι πανταχού παρόν - πρέπει να είναι η βασική επιροή του Carax - μόνο που αυτός (ο Γκοντάρ εννοώ) το έκανε κατά τη γνώμη μου πολύ καλύτερα. Σίγουρα η ευαισθησία περισσεύει, οι αλλόκοτες εικόνες και καταστάσεις είναι συχνές, πίσω όμως απ' όλα αυτά παραμονεύει επικίνδυνα η βαρεμάρα και το άνευ λόγου. Και ώρες ώρες βρήκα τον βαθύτατο ρομαντισμό του σκηνοθέτη αβάσταχτα κουραστικό και στριφνό.
Ξέρω ότι πολλοί σινεφίλ αγαπούν πολύ τον Carax και το ποιητικό σινεμά του. Το Mauvais Sang μάλιστα θεωρείται από αρκετούς η καλύτερη ταινία του (προανέφερα ότι κι εγω τη βρήκα καλύτερη από την πρώτη του). Ωστόσο φοβάμαι ότι δεν συγκαταλέγομαι στους θαυμαστές του. Πάνω από οτιδήποτε άλλο τον θεωρώ φλύαρο και επιδειξιομανή και προτιμώ σαφώς άλλους πειραματιστές σκηνοθέτες.
ΥΓ: Κι ένα απόλυτα cult στοιχείο της ταινίας: Σ' έναν χαρακτηριστικό ρόλο παίζει ο μεγάλος δημιουργός κόμικς Hugo Pratt, ο δημιουργός, μεταξύ άλλων, του Corto Maltese.

Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2009

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΚΑΙ Η ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ "ΑΜΑΡΤΙΑΣ"


"Η Γοητεία της Αμαρτίας" είναι ο μάλλον άσχετος (στο πνεύμα τουλάχιστον) ελληνικός τίτλος του "Gruppo di famiglia in un interno" του 1974, της προτελευταίας δηλαδή ταινίας του Luchino Visconti (1906-1976). Και είναι μια από τις σημαντικές ταινίες του δημιουργού της.
Θα πω από την αρχή ότι ο Βισκόντι κάνει ένα "βαρύ", δραματικό, αργό συνήθως, εσωτερικών κυρίως χώρων σινεμά. Έτσι όσοι είναι συνηθισμένοι (ή μήπως εθισμένοι;) στους ταχύτατους σύγχρονους ρυθμούς των αμερικάνικων κυρίως ταινιών, ας μην ασχοληθούν. Ωστόσο το σινεμά του μεγάλου δημιουργού είναι τόσο πλήρες νοημάτων, που δίνει τροφή στη σκέψη για πολύ καιρό.
Εδώ ένας ηλικιωμένος, μοναχικός, πλούσιος καθηγητής, συλλέκτης και μελετητής παλιών έργων τέχνης, που ζει κλεισμένος στο μπαρόκ διαμέρισμά του, έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη σύγχρονη ζωή, που ενσαρκώνεται στα πρόσωπα της οικογένειας που νοικιάζει σχεδόν με το "έτσι θέλω" το επάνω διαμέρισμα, το οποίο επίσης ανήκει στον καθηγητή. Ο τελευταίος έλκεται και ταυτόχρονα απωθείται από το σύγχρονο, επιπόλαιο και ηδονιστικό πνεύμα - και ταυτόχρονα εμείς αναρωτιόμαστε αν έχει "χάσει τη ζωή του" με τον εγκλεισμό και την αποστείρωσή του.
Το θέμα φέρνει στο νου τις "Άγριες Φράουλες" ενός άλλου μεγάλου, του Μπέργκμαν. Αυτό που θαυμάζω ωστόσο στον Βισκόντι είναι ότι, ενώ στον Μπέργκμαν τα πράγματα είναι μάλλον σαφή (ναι, ο γέρος έχει σπαταλήσει τη ζωή του με τις μελέτες του. Η ζωή βρίσκεται στους νέους, στη χαρά, στη ζωντάνια), εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο ρευστά και διφορούμενα: Ο Λάγκαστερ (ο γέρος) ζει μόνος, ασχολείται με "νεκρά" πράγματα (μελέτη παλιών πινάκων), είναι αποκομμένος απ' τη ζωή. Οι νέοι αντίθετα είναι ηδονιστές, ζουν τη ζωή τους, ταξιδεύουν, πηδιούνται (με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς), ξοδεύουν, έχουν μοντέρνα γούστα. Ταυτόχρονα όμως είναι παντελώς κενοί, επιφανειακοί, συχνά σκληροί και αλληλοσπαράζονται. Αντίθετα, μερικές φορές ζηλεύουμε την γαλήνη, την πληρότητα και την ηθική του ηλικιωμένου στην επιλεγμένη μοναξιά του. Έτσι, δεν υπάρχει καλό και κακό, σωστό και λάθος. Όλα διαθέτουν δύο όψεις ή, αν θέλετε, τα πάντα έχουν το τίμημά τους. Γι΄αυτό άλλωστε και ο καθηγητής δεν απορρίπτει απλώς τη χυδαιότητα και τη φτήνεια της οικογένειας, αλλά έλκεται κιόλας απ' αυτήν (και κυρίως απ' τη ζωντάνια της). Ο ωραίος Κόνραντ, καλλιεργημένος και ζιγκολό ταυτόχρονα, ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο, δεν μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα. Είναι μια τραγική φιγούρα.
Φυσικά ο ρόλος του καθηγητή θυμίζει και τον αντίστοιχο ρόλο του Λάνκαστερ στον "Γατόπαρδο". Κι εκεί ο ήρωας ήταν κάτι σαν τελευταίος του είδους του, απομεινάρι άλλων εποχών, και γι' αυτό αταίριαστος και άσχετος με ό,τι ερχόταν, ταυτόχρονα όμως, μέσα στον αναχρονισμό του, διατηρούσε μια γοητεία και μια ευθύτητα. Ο Βισκόντι φαίνεται ότι τρέφει τα ίδια αντιφατικά συναισθήματα για τον σύγχρονο κόσμο: Έλξης και απώθησης ταυτόχρονα.
Στην αμφισημία των πάντων άλλωστε εντάσσεται και η σχέση του Κόνραντ με τον ηλικιωμένο καθηγητή. Αναπτύσει ο τελευταίος πατρικά αισθήματα ή μήπως ερωτικά απέναντί του; Ίσως και ο ίδιος να μην το έχει ξεκαθαρίσει μέσα του. Να λοιπόν και το λανθάνον θέμα της ομοφυλοφιλίας, που κι άλλες φορές απασχόλησε τον Βισκόντι, αλλά και του αδυσώπητου πλησιάσματος του θανάτου και του πόσο απροετοίμαστοι είμαστε πάντοτε γι' αυτό.
Βαρύ δράμα, το είπαμε, για όσους μπορούν να δουν σήμερα τέτοιου είδους σινεμά, πλην όμως νομίζω ότι ο προβληματισμός του θα σας αποζημιώσει.

Τετάρτη, Ιουνίου 03, 2009

ILLUMINATI ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΑΠΟΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ


Εντάξει λοιπόν, οι "Illuminati: Οι Πεφωτισμένοι" (Angels and Demons) του Ron Howard
είναι κάπως καλύτεροι από τον ανεκδιήγητο "Κωδικό Ντα Βίντσι". Δεν νομίζω όμως ότι αυτό με κάνει να χαίρομαι ιδιαίτερα, αφού οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι καλύτερο απ' αυτό δίχως να σημαίνει ότι είναι καλό από μόνο του. Και η άλλη απορία βέβαια είναι πώς τα καταφέρνει ο Howard αμέσως μετά το ενδιαφέρον Frost/Nixon να γυρνά με τόση άνεση στα προηγούμενα χάλια (προφανώς το Frost/Nixon ήταν η εξαίρεση στο έργο του κι όχι οι διάφοροι Κωδικοί).
Εδώ λοιπόν οι ρυθμοί είναι πιο σφιχτοί με αποτέλεσμα να χαζεύεις κάπως στις δύο ώρες (και αμέσως μετά φυσικά να ξεχνάς τα πάντα). Η συνωμοσιολογία και οι "συγκλονιστικές" αποκαλύψεις είναι ηπιότερες (το βάρος πέφτει σε προσωπικές συνωμοσίες και όχι σε... συμπαντικές), το σασπένς πιο έντονο. Ωστόσο είναι τόσες οι συσσωρευμένες απιθανότητες, που το πράγμα καταντά γελοίο. Αφείστε που ο ήρωας Τομ Χανκς λύνει τους πολύπλοκους γρίφους σα να' ναι πράξεις δημοτικού (και μάλιστα έναν σε κάθε ώρα, όπως απαιτεί το σενάριο), με εκνευριστική διάυγεια και (σχεδόν) μαντική ικανότητα και στο μεταξύ προλαβαίνει να παθαίνει και διάφορα, να πέφτει σε καταπακτές, να γλυτώνει τελευταία στιγμή από βέβαιο θάνατο κλπ., πλην όμως να συνεχίζει ακάθεκτος. Διότι αν την σήμερον ημέρα δεν είσαι και γαμώ τους επιστήμονες και Ταρζάν, ποία η μοίρα σου στον κόσμο;
Φυσικά ο συντηρητισμός ξεχειλίζει από παντού: Οι συντηρητικόί καρδινάλιοι αποδεικνύεται ότι έχουν δίκιο (όσοι είναι ανανεωτές άλλα έχουν στο μυαλό τους), η εκκλησία σώζεται φυσικά για να συνεχίσει το θεάρεστο έργο της, να ταϊζει παιδιά και φτωχούς και "να δίνει ελπίδα στις καρδιές εκατομμυρίων", όπως συχνά ακούγεται (πάλι καλά που κάπου αναφέρεται επίσης ότι είναι και πανίσχυρη τράπεζα και ότι έκανε και κακά πράγματα στο παρελθόν, τότε που έκαιγε "αιρετικούς" με το τσουβάλι, θυμάστε), η θρησκεία και η επιστήμη είναι αλληλοσυμπληρούμενες (κάτι σαν το γιν και το γιανγκ φαντάζομαι) και πολλά άλλα. Εύτυχώς που όσο κράταγε όλο αυτό το ρεσιτάλ αναληθοφάνειας (με αποκορύφωμα γελοιότητας τις τελευταίες σκηνές με το ελικόπτερο), εγώ χάζευα την πανέμορφη Ρώμη που έχω επισκεφτεί σχετικά πρόσφατα και τα μνημεία της (όλα σχεδόν παίζουν στο φιλμ κάποιο ρόλο: Ο άγιος Πέτρος, η Καπέλα Σιξτίνα, η Πιάτζα Ναβόνε, το Πάνθεον και άλλα πολλά). Όσο για τον Ντα Βίντσι, εδώ έχει αντικατασταθεί από τον Μπερνίνι, με γκεστ σταρ τον Ραφαήλ. Για να μη ξεχνιόμαστε δηλαδή.
Καλά ποπ κορν.

Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2009

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΚΥΝΗΓΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΝΙΜΠΑΛ


Οι περισσότεροι άνθρωποι γνώρισαν τον εφιαλτικό Χάνιμπαλ Λέκτορ με την "Σιωπή των Αμνών". Ωστόσο η πρώτη εμφάνιση του ιδιοφυούς και παρανοϊκού ανθρωποφάγου στην οθόνη είχε γίνει μερικά χρόνια πριν, το 1986 συγκεκριμένα, όταν ο Michael Mann μετέφερε στο σινεμά το "Red Dragon" του Χάρις. Και το έκανε με εξαιρετικό τρόπο.
Ο Χάνιμπαλ βρίσκεται φυλακισμένος (όπως στη "Σιωπή") και ο ντετέκτιβ που τον συνέλαβε πάει να ζητήσει τη βοήθεια του για να συλλάβει έναν άλλον σίριαλ κίλερ που σκοτώνει οικογένειες. Από εκεί και πέρα ξεκινά ένα πολύ δυνατό παιχνίδι, που στο κέντρο του ουσιαστικά βρίσκεται, νομίζω, το ερώτημα του κατά πόσο ο διώκτης ντετέκτιβ μοιάζει κατά βάθος με τους φριχτούς τύπους που κυνηγά. Και βέβαια τέτοια ερωτήματα γεννιούνται αφού ο διώκτης προσπαθεί να πιάσει τους διαταραγμένους δολοφόνους (με τρόπο που κάποιες φορές αγγίζει τα όρια του μεταφυσικού) πασχίζοντας να "μπει στο μυαλό τους", να κατανοήσει τον τρόπο σκέψης τους, να καταλάβει γιατί το κάνουν και τι είναι αυτό που τους ερεθίζει τόσο. Η ιδιοφυϊα και η τρελα, λένε, χωρίζονται από μια λεπτή γραμμή. Στους σίριαλ κίλερ που βλέπουμε αυτό είναι σίγουρο. Να όμως που πιθανόν ισχύει και για τον διώκτη τους...
Ο Mann κάνει μια εξαιρετική κατά τη γνώμη μου ταινία, από τα καλύτερα θρίλερ των 80ς, δημιουργώντας μια νοσηρή ατμόσφαιρα αν και το περιβάλλον είναι μοντέρνα hightech - και απρόσωπα - εσωτερικά και σύγχρονες, ψυχρές μεγαλουπόλεις. Χρησιμοποιεί τραγούδια από γνωστά ως επί το πλείστον συγκροτήματα για να τονίσει την ατμόσφαιρα αυτή, με αποκορύφωμα τη φοβερή σκηνή προς το τέλος στο σπίτι του δολοφόνου, υπό τους ήχους του κλασικού In-A-Gadda-Da-Vida των Iron Butterfly. Και καταφέρνει να παρασύρει το θεατή στη δίνη της παράνοιας των όσων διαδραματίζονται.
Αν αγνοείτε το φιλμ αυτό, ψάξτε το. Φυσικά η "Σιωπή των Αμνών" είναι μια πολύ εντυπωσιακή, πιο εντυπωσιακή από αυτή εδώ, ταινία. Αν όμως έπρεπε να διαλέξω μία από τις δύο, πιθανώς θα θεωρούσα τον "Ανθρωποκυνηγό" καλύτερο. Άλλωστε ο Michael Mann είναι σημαντικός σκηνοθέτης.

eXTReMe Tracker