Τρίτη, Ιανουαρίου 31, 2012

ΣΤΗ ΧΑΒΡΗ ΟΛΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ...



Ο φινλανδός Aki Kaurismäki είναι από τους αγαπημένους μου σύγχρονους δημιουργούς. Πολλά χρόνια μετά το ξεκίνημά του εξακολουθεί να κάνει εξαιρετικές και προσωπικές ταινίες, με το άμεσα αναγνωρίσιμο μοναδικό, λιτό στιλ του. Αυτό συμβαίνει με το "Le Havre" ("Το Λιμάνι της Χάβρης" ελληνικά) του 2011. Το οποίο, επί πλέον, είναι μια απόλυτα feelgood ταινία.
Ο Kaurismäki αποφασίζει εδώ να πάει απόλυτα κόντρα στο κλίμα της εποχής. Ενώ τα πάντα γύρω μας είναι ζοφερά, δυσοίωνα, αδιέξοδα, αυτός φτιάχνει μια ζεστή, γεμάτη ανθρωπιά και τρυφερότητα, αστεία και, κυρίως, υπεραισιόδοξη ταινία. Το στιλ του παραμένει το γνωστό: Μινιμαλιστικό, απλό, με σύντομους, κοφτούς διάλογους και συχνά σουρεαλιστικές καταστάσεις. Το παράδοξο, που μόνο αυτός με έναν ακατανόητο τρόπο πετυχαίνει πάντα, βρίσκεται σε μια βασική αντίφαση: Ενώ η εικόνα, τα ντεκόρ και οι περιβάλλοντες χώροι, οι εξωτερικοί τρόποι των ηρώων, οι διάλογοι, είναι απόλυτα ψυχροί, ταιριαστοί με τη σκανδιναυική ατμόσφαιρα, το feeling όλων σχεδόν των ταινιών του και αυτό που τελικά αποκομίζεις είναι τέλεια ζεστασιά, έντονος συναισθηματισμός, αισιοδοξία και ανθρωπιά (ανακατεμένα πάντα με μια περιρέουσα μελαγχολία, που συχνά απορρέει από τα ίδια τα τοπία). Πώς γίνεται αυτό; Μόνο εκείνος ξέρει. Όσο για τους ίδιους τους ήρωές του, έχουμε πάντα να κάνουμε με ανθρώπους που πάνω απ' όλα είναι απλοί, καθημερινοί, ταπεινοί, συχνά περιθωριακοί κάθε είδους, από αυτούς με τους οποίους σπάνια ασχολείται η τέχνη, ακριβώς επειδή η απλότητα και ταπεινότητά τους δεν προσφέρει και πολλά ερεθίσματα. Μόνο που αυτό δεν ισχύει όταν βρίσκονται στα χέρια του Καουρισμάκι...
Στη "Χάβρη" ένας φτωχός πρώην επίδοξος συγγραφέας, κλοσάρ και νυν λούστρος, του οποίου η γυναίκα βρίσκεται στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση, περιμαζεύει, παρά τη φτώχια του, έναν μικρό μαύρο παράνομο μετανάστη. Όλη η γειτονιά, αποτελούμενη από εξ ίσου φτωχούς και ταπεινούς ανθρώπους, βοηθά όπως μπορεί, ενώ ένας επιθεωρητής της αστυνομίας προσπαθεί να εντοπίσει τον λαθρομετανάστη. Όλα αυτά συμβαίνουν στο επίσης ταπεινό, δίχως τίποτα σημαντικό, γαλικό λιμάνι της Χάβρης, πόλη που, μέσα στη μη διασημότητά της, ταιριάζει γάντι θα έλεγε κανείς με το στιλ των ηρώων του φιλμ.
Η απροσδόκητη στις μέρες μας ανθρωπιά, η νοσταλγική ατμόσφαιρα άλλων εποχών και η αίσθηση της παλιάς "γειτονιάς", που εδώ αναβιώνει απόλυτα, και φυσικά το ιδιόρυθμο, συχνά μαύρο χιούμορ του δημιουργού, κυριαρχούν από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή. Όλα αυτά εμπλουτισμένα από παλιομοδίτικες μουσικές, γεμάτες όμως ψυχή, άλλο ένα σήμα κατατεθέν του ξεχωριστού δημιουργού (όλα τα λεφτά ο Little Bob).
Έτσι, ο φινλανδός καταφέρνει κατά τη γνώμη μου να κάνει μια από τις καλύτερες ταινίες του, να διατηρήσει ατόφιο το απόλυτα αναγνωρίσιμο στιλ του και, συγχρόνως, να πάει εντελώς κόντρα στην άγρια παγκόσμια κατάσταση, δίνοντάς μας με αφοπλιστικό τρόπο μια μεγάλη δόση αισιοδοξίας και ανθρωπιάς και παρουσιάζοντάς μας έναν "μαγικό" μέσα στον ρεαλισμό του κόσμο, όπου σχεδόν όλοι οι ταπεινοί του κάτοικοι είναι κατά βάση "καλοί". Φαίνεται ότι το φιλμ μου άρεσε τόσο επειδή τελικά όλοι χρειαζόμαστε μια γερή ένεση αισιοδοξίας στους καιρούς μας... Πάντως για μένα βρίσκεται ήδη στις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς.
ΥΓ: Ανέφερα πριν τον "μαγικό μέσα στο ρεαλισμό του κόσμο" του σκηνοθετη. Μαγικός ως προς τις συμπεριφορές και την ψυχή όσων τον κατοικούν. Όμως στον Καουρισμάκι η feelgood αυτή ατμόσφαιρα βρίσκεται στον αντίποδα της αντίστοιχης του Ζενέ, ο οποίος επιτυγχάνει παρόμοια αποτελέσματα "καρτασκευάζοντας" εξ αρχής ένα μαγικό, φανταστικό σύμπαν. Εδώ αντίθετα το όλο σκηνικό θα μπορούσε να είναι ίδιο με μια ταινία ωμού ρεαλισμού των Νταρντέν, ας πούμε. Το τελικό αίσθημα όμως που σου αφήνει βρίσκεται πολύ μακριά απ' αυτούς. Κι ας διαπνέεται, όπως επίσης είπαμε, από έντονη συχνά μελαγχολία.

Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2012

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟ "ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ"



Θα πω από την αρχή κάτι που θα ενοχλήσει πολλούς σινεφίλ (στους οποίους, βεβαίως, συγκαταλέγομαι): Ποτέ δεν μου άρεσε ο Bela Tarr. Ο γνωστότερος σήμερα ούγγρος σκηνοθέτης διαθέτει μια εξαιρετικά προσωπική ματιά, με ταινίες που δεν μοιάζουν με κανενός άλλου... και οι οποίες με κουράζουν. Γενικά όμως για το έργο του Tarr θα επανέλθω στο τέλος.
Το "Κολαστήριο" (Karhozat) είναι του 1988 και, όπως διαβάζω, ξεκινά την δεύτερη περίοδό του, αυτή δηλαδή που γνωρίζουμε και που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η ιστορία είναι απλή και προσχηματική, λειτουργώντας απλώς σαν όχημα για να εκφράσει πολύ βαθύτερους προβληματισμούς και φιλοσοφικές απόψεις: Ένας μοναχικός άντρας ερωτεύεται την τραγουδίστρια ενός μπαρ (που, καθόλου τυχαία, ονομάζεται Τιτανικός), η οποία όμως είναι παντρεμένη. Για να μείνει μόνος μαζί της και να την κλατακτήσει (πράγμα που συμβαίνει) πείθει τον σύζυγο να φύγει για να κάνει μια παράνομη μεταφορά. "Η ιστορία" όμως, όπως ο ίδιος δηλώνει από την αρχή, "θα τελειώσει όπως όλες οι ιστορίες. Άσχημα".
Το φιλμ είναι βέβαια ασπρόμαυρο, με εξαιρετική πραγματικά φωτογραφία, πράγμα που αποτελεί "σήμα κατατεθέν" του Tarr (και η ποιότητα της φωτογραφίας και το ασπρόμαυρο), και είναι φυσικά πολύ βαρύ και καταθλιπτικό - άλλο χαρακτηριστικό του δημιουργού. Οι εικόνες είναι ζοφερές. Λασπωμένα, γυμνά τοπία, διαρκής βροχή, αδέσποτα σκυλιά, μίζερα εσωτερικά, συνθέτουν ένα πραγματικό κολαστήριο. Ένα περιβάλλον όπου τίποτα δεν μπορεί να πάει καλά. Οι ήρωες είναι λιγομίλητοι, βαρείς κι αυτοί, με υπαρξιακά προβλήματα. Φυσικά όλο αυτό το σκηνικό αντανακλά την ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία, το αδύνατο, κατά Tarr, της ευτυχίας ή, πιθανόν, αποτελεί και ένα σχόλιο για την τότε κατάσταση της Ουγγαρίας (και την μετέπειτα βέβαια, αν δούμε και τις επόμενες ταινίες του, που κινούνται σε παρόμοιο κλίμα). Τα πλάνα είναι αργόσυρτα, οι αφηγηματικοί ρυθμοί αργοί επίσης, οι σιωπές μακρές, οι διάλογοι ποιητικοί ή/και φιλοσοφικοί...
Το σινεμά του Tarr, για να επανέλθουμε στα αρχικά μου σχόλια, με κουράζει. Θαυμάζω τη φωτογραφία του, αλλά τον βρίσκω... πώς να το εκφράσω... έναν μανιερίστα της απελπισίας, της κατάθλιψης. Από το ζοφερό του σύμπαν λείπει, ας πούμε, η πίστη και η εμφάνιση του θαύματος του Ταρκόφσκι, η παράνοια του Φον Τρίερ, η έντονη πολιτική άποψη του Αγγελόπουλου... για να αναφέρουμε (τυχαία) μερικούς άλλους "δύσκολους" δημιουργούς. Εδώ υπάρχει μόνο πεσιμισμός, διαρκής υπαρξιακή αγωνία... μια ανθρώπινη κόλαση, ιστορίες και καταστάσεις εξ αρχής καταδικασμένες. Και, προσωπικά, με ενοχλούν και οι στημένοι, "ψεύτικοι", ποιητικοί και φιλοσοφικοί διάλογοι που προείπαμε (πράγμα βέβαια απόλυτα ηθελημένο από τον Ταρ, στοιχείο κι αυτό της όλης αισθητικής του). Ο ούγγρος δημιουργός, όπως έχει ο ίδιος δηλώσει, θα ήθελε να είναι φιλόσοφος. Ο κινηματογράφος είναι μόνο ένα χόμπι του. Εκτιμώ τις αρετές και τη μοναδικότητα (σίγουρο το τελευταίο) του έργου του, αλλά όλη αυτή η διαρκής και αδιέξοδη κατάθλιψη με κουράζει, αλλά και κάπου με ενοχλεί.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2012

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΥΦΥΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ


Το 2011 ο Neil Burger (που παλιότερα είχε κάνει το σχετικά ενδιαφέρον "The Illusionist") γυρίζει το "Limitless" ("Απόλυτη Ευφυϊα" στην Ελλάδα), μια αρκετά ενδιαφέρουσα (και αυτή) ταινία επιστημονικής φαντασίας.
Ένας απόλυτος looser και υποψήφιος συγγραφέας, δίχως ιδιαίτερη έμπνευση όμως, δοκιμάζει το πειραματικό προϊόν μιας ιατρικής εταιρίας, το οποίο υποτίθεται ότι κάνει τον άνθρωπο (τον εγκέφαλό του για την ακρίβεια) να αναπτύξει το 100% των δυνατοτήτων του, πράγμα που υπό φυσιολογικές συνθήκες ουδείς από εμάς μπορεί να χρησιμοποιήσει. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά, αλλά και οι κάθε λογής "παράπλευρες απώλειες" το ίδιο. Σύντομα ο ήρωας θα βρεθεί σε ένα παιχνίδι ζωής και θανάτου, αλλά θα έχει προβλήματα και με τον εθισμό στο θαυματουργό χάπι. Και όχι μόνο αυτός...
Η ταινία είναι καλογυρισμένη, έξυπνη, με γρήγορους ρυθμούς και στιλάτη σκηνοθεσία και ξεδιπλώνεται σε μια σειρά πολύ ντιζαϊνάτων χωρων. Αλληγορικά πιθανόν να μιλά για τον θαυμαστό κόσμο των ναρκωτικών, τους ορίζοντες που ανοίγουν και τη διεύρυνση του νου που όντως προσφέρουν κάποια απ' αυτά, αλλά και τους τεράστιους κινδύνους τους, με πρώτο και χειρότερο βεβαίως τον εθισμό και την έλλειψη ζωής έξω απ' τον όλο και πιο κεντραρισμένο σ' αυτά κόσμο που δημιουργούν. Και βέβαια, θέτει τον προβληματισμό: ΟΚ, όλα είναι καλά όταν βρίσκεσαι υπό την επήρρεια, είσαι όμως ο εαυτός σου; Ο αληθινός σου εαυτός; Τι απ' αυτόν έχει μείνει;
Μοναδική μου αντίρηση το αρκετά εύκολο και προβλέψιμο τέλος, που λες και φτιάχτηκε επί τούτου για να μείνουν οι πάντες ευχαριστημένοι. Μου φάνηκε κάπως άγαρμπο. Πέραν αυτού, απόλαυσα αρκετά την ταινία. Δεν είναι κάτι συγκλονιστικό, νομίζω όμως ότι το ευχαριστιέσαι. Και κάνει και εμφάνιση σε δεύτερο, χαρακτηριστικό όμως ρόλο, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ως εκατομμυριούχος μεγαλοεπενδυτής. Αν και αυτό δεν αποτελεί πια είδηση, αφού έχει γίνει πλέον κανονικός μαϊντανός σε πλήθος ταινιών που σαφώς δεν είναι ισάξιές του (δεν μιλώ για τη συγκεκριμένη, αλλά για πολλές άλλες πραγματικά μέτριες).
Λένε ότι χρησιμοποιούμε σ' όλη αμς τη ζωή ένα μικρό μόνο μέρος των δυνατοτήτων του εγκεφάλου μας. Η ταινία με έκανε να σκεφτώ: Τι θα μπορούσε πραγματικά να συμβεί αν το μέρος αυτό δεν ήταν τόσο μικρό; Κι αν ακόμα ήταν το 100%; Θα γινόμαστε άραγε μικροί θεοί;

Πέμπτη, Ιανουαρίου 26, 2012

"Η ΛΟΥΛΟΥ ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ" ΚΑΙ Η ΔΙΧΩΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ


O Paul Auster είναι ένας συγγραφέας που μ' αρέσει πολύ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και σημαντικός σκηνοθέτης. Η ταινία του "Lulu on the Bridge", σε δικό του σενάριο φυσικά, γυρίστηκε το 1998 και το καστ έχει πολύ ενδιαφέρον: Χάρβεϊ Καϊτέλ, Μάιρα Σορβίνο, Γουίλιαμ Νταφόε, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Μάντι Πατίνκιν, Τζίνα Γκέρσον, ενώ συντομότατες εμφανίσεις (φιλικά υποθέτω) κάνουν μουσικές προσωπικότητες όπως ο Λου Ριντ και ο Ντέιβιντ Μπερν.
Η φιλόδοξη ιστορία βουτά βαθιά (και χάνεται) στη μεταφυσική. Ένας γνωστός τζαζίστας, όχι και πολύ καλός χαρακτήρας ωστόσο, πληγώνεται βαριά από αδέσποτη σφαίρα. Όταν συνέρχεται η ζωή του έχει αλλάξει ριζικά. Δεν μπορεί πια να παίξει και βρίσκεται σε κατάθλιψη, ίσως και στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Ένα κουτί όμως που περιέχει μια μυστηριώδη πέτρα με παράδοξες ιδιότητες πέφτει κατά λάθος στα χέρια του και ανατρέπει τα πάντα, ενώ ο ήρωάς μας θα ερωτευτεί βαθύτατα. Αλλά και πάλι αυτό είναι μόνο η (ευτυχισμένη) αρχή...
Ενώ παρακολούθησα την ταινία με πολύ ενδιαφέρον, το μάλλον εύκολο τέλος - που έχουμε ξαναδεί - αλλά και διάφορα κενά και η πλήρης έλλειψη εξηγήσεων για το όσα συμβαίνουν, συνειδητά υποθέτω και όχι από αμηχανία, με άφησαν τελικά ανικανοποίητο ή, αν προτιμάτε, με την αίσθηση ότι χάθηκε μια ενδιαφέρουσα ευκαιρία.
Είναι σα να βρισκόμαστε σε μια ταινία του Λιντς, με το ίδιο μυστηριώδεις και ανεξήγητες καταστάσεις, πλην όμως χωρίς τη χαρακτηριστική του διαστροφή και σκληρότητα. Ίσα - ίσα που εδώ πολλές από τις καταστάσεις είναι γλυκύτατες (όχι όλες βεβαίως). Όσο για τις αναφορές, είναι πάμπολλες. Εκτός από πλήθος λεπτομερειών, ο ίδιος ο τίτλος παραπέμπει στη θρυλική "Λούλου" του Παμπστ, της οποίας ένα ριμέικ, ως ταινία μέσα στην ταινία, βλέπουμε να γυρίζεται. Σκεφτείτε τώρα ότι ο πρωτότυπος τίτλος του παλιού φιλμ ήταν "Λούλου ή το Κουτί της Πανδώρας" και ένα κουτί παίζει εδώ καθοριστικό ρόλο. Κουτί από το οποίο ξεπηδούν υπέροχα, αλλά και τραγικά πράγματα και καταστάσεις...
Συνολικά λοιπόν, ενώ δεν με κούρασε καθόλου, μου άφησε μεγάλα κενά, όχι απλά ως προς το στόρι, αλλά και ως προς το γενικότερο νόημα όλων αυτών που είδα, ενώ (το ξαναείπα) βρήκα το φινάλε εύκολο. Δεν έχω δει την άλλη ταινία που γύρισε μόνος του ο Όστερ το 2007, ωστόσο, κρίνοντας απ' αυτή εδώ τη "Λούλου", νομίζω ότι τον προτιμώ σαν συγγραφέα. Κρίμα, γιατί βρήκα το γενικό της κλίμα γοητευτικό.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 25, 2012

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ "ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΤΟΥΑΖ"



Είχα γράψει για τη σουηδική τριλογία του "Millenium", η οποία βασίζεται στα σκοτεινά μπεστ σέλερ του Στιγκ Λάρσον και η οποία μου είχε αρέσει αρκετά (ιδίως το πρώτο μέρος, που ήταν έκπληξη για μένα). Η αμερικάνικη μεταφορά της (σιγά μην το άφηναν και, πιστέψτε με, θα τη λέμε όλο και συχνότερα αυτή τη φράση) με είχε αρχικά ανησυχήσει (πάλι θα το "λειάνουν", βλέπε ξενερώσουν, και θα το κάνουν πιο αμερικανιά;). Μέχρι που έμαθα ότι το πρότζεκτ είχε αναλάβει ο David Fincher, στον οποίο βεβαίως έχω απόλυτη εμπιστοσύνη.
Το αποτέλεσμα στο αμερικάνικο "Κορίτσι με το Τατουάζ" (The Girl with the Dragon Tatoo) με δικαίωσε. Η ταινία είναι εξ ίσου σκοτεινή, εξ ίσου αποκαλυπτική όσον αφορά τη σουηδική κοινωνία και τις βρώμικες καταβολές της, εξ ίσου ακόμα και απωθητική σε κάποια σημεία. Κανονικότατος Φίντσερ δηλαδή. Όντως η συγκεκριμένη μεταφορά νομίζω ότι του ταίριαζε πολύ.
Η βασική ηρωίδα, η ιδιότυπη χάκερ - ντετέκτιβ Λίσμπεθ Σαλάντερ, παραμένει το ίδιο αυτοκαταστροφική, βίαιη, ψυχρή (συνήθως) και πέρα για πέρα αντισυμβατική. Πανκ, αμφισεξουαλική, μοναχική, απότομη στους τρόπους της, εξακολουθεί να βρίσκεται μακριά από κάθε πρότυπο θετικής ηρωίδας που είχαμε στο μυαλό μας. Οι ήρωες του φιλμ κουβαλούν ο καθένας τα δικά του τραύματα, δίχως τίποτα να ωραιοποιείται. Οι αποκαλύψεις για το βρώμικο background και το ναζιστικό παρελθόν μιας πανίσχυρης σουηδικής οικογένειας - δυναστείας, που, όπως καυχώνται μέλη της, "έχτισε τη σύγχρονη Σουηδία", παραμένουν επίσης. Φυσικά πρόκειται για αλληγορία για το ίδιο το παρελθόν του "σύγχρονου θαύματος" που αποτελούσε μέχρι πρότινος η σουηδική κοινωνία. Η αστραφτερή εικόνα της καταστρέφεται τόσο στο βάναυσο, γεμάτο βία, παρόν, όσο και όσον αφορά τις ρίζες, το παρελθόν της. Τέλος η πλοκή του φιλμ παραμένει βασικά ίδια με αυτή του πρωτότυπου φιλμ, δίχως παραχωρήσεις και happy end. Και με τον Φίντσερ στο τιμόνι, ο σωστός ρυθμός και η - σκοτεινή επαναλαμβάνω - σκηνοθεσία είναι δεδομένα. Οπότε μπορώ να πω ότι απόλαυσα την ταινία.
Όλα καλά λοιπόν; Ναι, θα απαντούσα αυθόρμητα. Πλην όμως... για να το ξανασκεφτώ καλύτερα... Ο Φίντσερ είναι εξαίρετος και πολύ τολμηρός δημιουργός (γι' αυτό ανέλαβε το ριμέικ αυτό). Όμως, αν προσέξατε, είπα ότι η πλοκή είναι ίδια, η βρώμικη και σκοτεινή ατμόσφαιρα επίσης, παραχωρήσεις δεν υπάρχουν... Οπότε; Οπότε ξαναείδα την ίδια ουσιαστικά ταινία από έναν διαφορετικό - ικανότατο βεβαίως, το είπαμε αυτό - δημιουργό. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Γιατί θα έπρεπε να ξαναγίνει, έστω και με δίχως να προδοθεί, ένα ήδη πολύ καλό πρωτότυπο; Γιατί πρέπει να ξαναβλέπουμε σε αγγλική γλώσσα και φυσικά με σταρ, πολύ καλές μη αμερικάνικες ταινίες; Τι φταίμε εμείς αν οι αμερικάνοι δεν πατάνε στα σινεμά αν μια ταινία δεν μιλά αγγλικά; Δικό τους πρόβλημα.
Αν φυσικά δεν έχετε δει το πρωτότυπο, η ταινία συνίσταται - φτάνει να αντέξετε το "βρώμικο" κλίμα της. Αν πάλι το έχετε δει... ε, τότε θα το ξαναδείτε με γνωστότερους ηθοποιούς και σκηνοθέτη. Αν το έβλεπα πρώτη φορά θα ενθουσιαζόμουν. Δυστυχώς το βλέπω δεύτερη.

Κυριακή, Ιανουαρίου 22, 2012

ΠΛΑΣΤΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ ΓΙΑ ΤΟΝ "JIGSAW MAN"



To 1984 o Terence Young (1915–1994), γνωστός από πρώιμους Τζέιμς Μποντ με τον Σον Κόνερι, γυρίζει την προτελευταία ταινία του, το "The Jigsaw Man". Πρόκειται για τυπικό φιλμ κατασκοπείας, με καλούς δυτικούς και κακούς ανατολικούς (ρώσους φυσικά), που αντανακλά πλήρως το κλίμα της εποχής - και της λίγο πιο ψυχροπολεμικής προγενέστερης - και της αέναης, υπόγειας διαμάχης των δύο τότε υπερδυνάμεων.
Ένας άγγλος υψηλός πράκτορας, που έχει αυτομολήσει στη Ρωσία και ζει εκεί, στέλνεται πίσω στη Δύση, αφού έχει κάνει πλαστική προσώπου ώστε να μην τον αναγνωρίσει κανείς, με σκοπό να ανακτήσει μια πολύτιμη λίστα, την οποία ο ίδιος είχε κρύψει πριν το σκάσει. Εκεί θα ξεκινήσει ένα πολύπλοκο παιχνίδι διπλών πρακτόρων, σκοπών κρυμένων πίσω από άλλους σκοπούς, ύποπτων κάθε είδους, αλλά και προσωπικών επιδιώξεων, αφού παίζονται πολλά, πολλά λεφτά. Ταυτόχρονα ο ήρωάς μας θα συναντήσει και την κόρη του, η οποία στο μεταξύ έχει μεγαλώσει... Το στοιχείο αυτό, και κάποια άλλα που υπάρχουν στο φιλμ, εμπλέκουν και προσωπικές ιστορίες στην όλη υπόθεση. Και, για να μην ξεχνιόμαστε, οι ρώσοι είναι πάντοτε μονοδιάστατα κακοί. Τίποτα άλλο.
Το μόνο σημαντικό στην ταινία είναι κατά τη γνώμη μου οι δύο μεγάλοι ηθοποιοί που παίζουν: Λόρενς Ολίβιε και Μάικλ Κέιν. Κατά τα άλλα το φιλμ κυλά μάλλον ρουτινιάρικα, δίχως ιδιαίτερο νεύρο και εκπλήξεις, με πράγματα που μάλλον έχουμε ξαναδεί. Βρήκα το όλο στιλ άκαμπτο, τα κλισέ πολλά, ενώ οι μορφές, τα ντυσίματα, τα ντεκόρ μοιάζουν πολύ, πολύ παλιομοδίτικα... Υπάρχουν βέβαια και οι κλασικές απιθανότητες στο σενάριο, οπότε η αδιάφορη για μένα εικόνα συμπληρώνεται.
Όπως καταλάβατε δεν το θεωρώ και πολύ σπουδαίο φιλμ. Αν είστε φανατικοί των κατασκοπικών ταινιών, με μυστικές υπηρεσίες, κρυμένα έγγραφα, διπλούς πράκτορες, κάποια κυνηγητά, λίγο πιστολίδι κλπ., δείτε το. Ή αν είστε φανατικός των δύο σταρ και θέλετε να έχετε δει όλη τους τη φιλμογραφία. Αλλιώς, νομίζω ότι θα ζήσετε και δίχως αυτό.

Σάββατο, Ιανουαρίου 21, 2012

"WARLORDS" Ή Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ



Έχω ξαναγράψει για το ακμάζον σινεμά του Χονγκ-Κονγκ, ενός σινεμά που ουσιαστικά αγνοώ, πλην όμως κατά καιρούς έχει τύχει να δω πολύ καλά δείγματα. Ένα απ' αυτά θεωρώ ότι γύρισαν το 2007 οι Peter Chan και Wai Man Yip. Είναι το "The Warlords" (Tau ming chong για τους κινεζομαθείς φίλους μας). Πρόκειται για ένα πολύ καλογυρισμένο έπος / δράμα, που διαδραματίζεται τον 17ο αιώνα σε μια Κίνα που σπαράσεται από αιματηρούς εμφύλιους, με διάφορους ευγενείς, φεουδάρχες και πολέμαρχους να διεκδικούν (τι άλλο;) την εξουσία - ή περισσότερη εξουσία, βασίζεται δε σε μια ιστορία της εποχής αυτής, που, όπως μαθαίνω, έχει μεταφερθεί ξανά στο σινεμά στη δεκαετία του 70.
Είναι η ιστορία δύο αδελφών ληστών και ενός αξιωματικού του οποίου ο στρατός σφαγιάστηκε σε μια μάχη και ο ίδιος υπήρξε ο μόνος επιζών. Οι τρεις αυτοί σκληροτράχηλοι άντρες συμμαχούν δίνοντας όρκο αίματος, γίνονται δηλαδή αδέλφια, και μαζί, με τον στρατό που συγκεντρώνουν, καταφέρνουν να αλλάξουν τον ρου του πολέμου. Το αληθινό δράμα όμως ξεκινά μετά τις εντυπωσιακές τους νίκες.
Όπως καταλάβατε πρόκειται για έπος, με πολύ καλές σκηνές μαχών, καλή σκηνοθεσία, εντυπωσιακή εικόνα. Το φιλμ όμως δεν μένει μόνο σ' αυτά. Η ουσία του, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται στα όσα συμβαίνουν στις σχέσεις των τριών "αδελφών" μετά τις νίκες, όταν πια έχουν να αντιμετωπίσουν όχι έναν εξωτερικό εχθρό, που απλώς θέλουμε να εξοντώσουμε και τέρμα, αλλά το ολοένα αυξανόμενο βάρος της εξουσίας, τις ίντριγγες της διακυβέρνησης, τους αληθινούς ισχυρούς που κινούν από το παρασκήνιο τα νήματα. Πόσο μπορούν να αντέξουν οι προσωπικές σχέσεις κάτω από τις αφόρητες αυτές πιέσεις; Υπάρχει βέβαια και το ερωτικό στοιχείο, με τη μορφή μιας "μοιραίας" γυναίκας για να πυροδοτήσει τις καταστάσεις, αλλά η διαχείρηση της εξουσίας νομίζω ότι είναι το ουσιαστικό σημείο. Καθώς και η πικρή διαπίστωση ότι η δύναμη δεν φέρνει ευτυχία. Συχνά μάλιστα συμβαίνει το αντίθετο.
Ανακεφαλαιόνοντας λοιπόν μπορώ να πω ότι δεν μου άρεσε απλώς για το εντυπωσιακό οπτικά επικό κομμάτι με την εντυπωσιακή σκηνοθεσία ή για το δραματικό μέρος, αλλά και για την κατάδειξη της κατάρας της εξουσίας και την αποκάλυψη των παρασκηνιακών συμφερόντων, για τα οποία ουσιαστικά συμβαίνουν τα πάντα. Όλα τα υπόλοιπα, έπη και ηρωισμοί, είναι απλώς βιτρίνες ή, επίσης απλώς, χρυσώνουν το χάπι.
Είπαμε ότι ένας σύγχρονος σινεφίλ είναι "υποχρεωμένος" να παρακολουθεί τον καλπάζοντα ασιατικό (εκτός του γνωστότερού μας ιαπωνικού) κινηματογράφο, πράγμα το οποίο εγώ προσωπικά δεν κάνω όσο θα ήθελα. Ταινίες σαν αυτή αποδεικνύουν πόσο λάθος κάνω.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 19, 2012

ΒΡΩΜΙΚΑ "ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ"



Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν ακούτε ότι ένα φιλμ είναι "ταινία εποχής"; Ωραίες εικόνες, μακριά, εντυπωσιακά φουστάνια, αγνά ακόμα τοπία εξοχής... Ε, λοιπόν, ξεχάστε τα όλα αυτά αν αποφασίσετε να δείτε τα "Ανεμοδαρμένα Ύψη" του 2011, το κλασικό δηλαδή ρομαντικό μυθιστόρημα της Μπροντέ, που μεταφέρθηκε για μια ακόμα φορά στην οθόνη. Γιατί; Διότι σκηνοθετεί η αγγλίδα Andrea Arnold, του "Red Road" και του "Fish Tank". Κι επειδή Arnold σημαίνει ωμός ρεαλισμός, αυτό ακριβώς θα δείτε κι εδώ, κι ας πρόκειται για ταινία εποχής (μια ματιά και μόνο στην αφίσα άλλωστε θα σας πείσει γι΄αυτό).
Η Arnold κατ' αρχάς κάνει τον Χίθκλιφ, τον βασικό ήρωα του βιβλίου, μιγάδα. Μιγάδα στα 1800τόσα; Ήδη οι προϋποθέσεις για άγριο ρατσισμό εις βάρος του έχουν τεθεί. Προσθέστε στον βασανισμένο αυτόν άνθρωπο την ορφάνια του και την έλλειψη εκπαίδευσης και θα καταλάβετε πώς διαμορφώνεται ο άγριος χαρακτήρας του, ζωώδης πολλές φορές, ολότελα υποταγμένος στα ένστικτα. Από την άλλη η Arnold κινηματογραφεί με κάμερα στο χέρι, με κουνημένη φωτογραφία, με κόκκο στο φιλμ. Με άλλα λόγια όπως ακριβώς στα φιλμ της που διαδραματίζονται στη σύγχρονη εποχή. Και βέβαια κάνει σαφή σχόλια για το ρατσισμό, τον φεμινισμό, το ερωτικό πάθος στα άκρα του. Καμία σχέση με την καθαρότητα της εικόνας που συνήθως χαρακτηρίζει τα φιλμ εποχής. Όσο για τον έρωτα του Χίθκλιφ και της Κάθριν... ξεχάστε κι εδώ κάθε τρυφερότητα και ρομαντισμό. Ή μάλλον, ρομαντισμός υπάρχει, αλλά με την θανατερή του έννοια, αυτή του άγριου πάθους και της μέχρι τέλους αφοσίωσης - εμμονής. Όσο για το τοπίο... έρημοι βουνίσιοι τόποι με χαμηλή βλάστηση και άγρια βράχια κυριαρχούν. Πρόκειται για μέρη πολύ περισσότερο άγρια παρά όμορφα.
Η φύση (ο άγριος καιρός, η βροχή, οι άνεμοι, το τοπίο που προαναφέραμε) παίζει καθοριστικό ρόλο στην ταινία. Η λάσπη, το αίμα, ο πόνος, κυριαρχούν από την αρχή ως το τέλος (άλλωστε ο απαγορευμένος έρωτας του ζευγαριού έχει μια αισθητή σαδομαζοχιστική χροιά). Ο 19ος αιώνας δείχνεται δίχως την παραμικρή ωραιοποίηση: Βρώμικος, δύσκολος, τραχύς, ιδιαίτερα όταν ζει κανείς σε σχεδόν ερημικούς αγριότοπους. Ο σωματικός πόνος δείχνεται κι αυτός ωμά. Πονάμε κι εμείς μαζί με τους ήρωες. Το ίδιο τραχιά είναι και η γλώσσα. 19ος αιώνας και ρομαντικό βιβλίο; Και λοιπόν; Οι ήρωες μιλούν με αγριότητα, δίχως ευγένειες, βρίζουν, τσακώνονται. Αν το καλοσκεφτούμε, κάπως έτσι πρέπει να ήταν στην πραγματικότητα σ' αυτές τις πιο "πρωτόγονες" εποχές.
Κανένας εξωραϊσμός λοιπόν, καμιά καλλιγραφία. Το αντίθετο ακριβώς. Είναι καλό αυτό; θα μου πείτε. Δεν ξέρω. Εσείς αποφασίζετε. Σίγουρα όμως το τελικό αποτέλεσμα χαράχτηκε μέσα μου και θα μείνει για καιρό. Ακόμα κι αν ενοχλεί σε αρκετά σημεία με την ωμότητά του. Ακόμα κι αν αναγκάζεσαι μερικές φορές να αποστρέψεις το βλέμμα, καθώς αντικρύζεις όλη αυτή την καθημερινή σκληρότητα. Σας αρέσει ή όχι όμως, αυτά εδώ τα "Ανεμοδαρμένα Ύψη" είναι μια ταινία εποχής από μια οπτική γωνία που σίγουρα δεν έχετε ποτέ ξαναδεί στο είδος.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 16, 2012

Ο JONAH HEX ΚΑΙ Ο ΑΝΕΥ ΟΥΣΙΑΣ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΜΟΣ


Ο "Jonah Hex" υπήρξε ένα γουέστερν κόμικς με ήρωα έναν παραμορφωμένο κυνηγό επικηρυγμένων, όχι και πολύ καλό τύπο κατά γενική ομολογία. Εν έτει 2010 μεταφέρεται και στην οθόνη από τον Jimmy Hayward. Άλλωστε τα κόμικς αποτελούν τα τελευταία χρόνια αστείρευτη πηγή έμπνευσης για το σινεμά, τις περισσότερες φορές με μέτρια αποτελέσματα. Ο Jonah λοιπόν αποκτά στο πανί έντονα υπερφυσικές ιδιότητες, που δεν υπήρχαν στο κόμικς, κάνοντας έτσι βουτιά στο χώρο του φανταστικού, αφού στην ουσία ο ήρωας είναι κάτι σαν "απέθαντος", ό,τι κι αν του συμβεί, φλερτάροντας κάπως και με την ταινία τρόμου (στο Φαρ Ουέστ μάλιστα) και κάποια στοιχεία σπλάτερ.
Κατά τη γνώμη μου το φιλμ είναι κλασικό παράδειγμα σύγχρονης, εντυπωσιακής ίσως στο "περιτύλιγμα", φούσκας. Δράση, πυροβολισμοί και εκρήξεις, περίεργα χρώματα και λήψεις, η Μέγκαν Φοξ ως κράχτης για ηδονοβλεπτικούς προφανώς λόγους, κόμικς, υποτίθεται, αντίληψη και αισθητική, διάφοροι πολύ κακοί τύποι με επικεφαλής τον Τζον Μάλκοβιτς (πού κατάντησε κι αυτός...), ο οποίος, λίγο - πολύ, θέλει να καταστρέψει με τα... υπερόπλα του ολόκληρο το νεογέννητο τότε αμερικάνικο έθνος, λίγο "πεντάμορφη και το τέρας", αφού η Μέγκαν είναι ερωτευμένη με τον φριχτό στην όψη άνθρωπο με την τρύπα στο μάγουλο και κάμποσα άλλα τέτοια, πλην όμως η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε ουσίας ή βάθους είναι κάτι παραπάνω από εμφανής.
Δεν είμαι απ' αυτούς που απαιτούν οπωσδήποτε την ουσία και το βάθος που προανέφερα. Μπορώ να απολαύσω μια καλή περιπέτεια, η οποία δεν έχει τίποτα άλλο να πει, περνώντας δύο πολύ ευχάριστες ώρες (οι Ιντιάνα Τζόουνς είναι για μένα ένα θαυμάσιο τέτοιο παράδειγμα). Εδώ όμως δεν νομίζω ότι υπάρχει ούτε καν αυτό. Βία για τη βία και τα πάντα θυσία στον οπτικό εντυπωσιασμό, όπως προείπαμε. Προσθέστε επί πλέον και το γεγονός ότι ούτε σαν στόρι μου είπε πολλά πράγματα, αφού ο κύριος Hex θα ξανασηκωθεί στα πόδια του ό,τι και να του κάνουν, λόγω κάποιων συμφωνιών που έχει κάνει με τους οξαποδούς και λόγω του άσβηστου πάθους του για εκδίκηση, οπότε πάει και το όποιο σασπένς, ο τύπος δεν πεθαίνει με τίποτα, που σημαίνει κομμένη και η αγωνία.
Τι να πω. Σπάνια ο όρος "φούσκα" μου ταίριασε τόσο πολύ. Κρίμα στους καλούς ηθοποιούς που συμμετέχουν (και δεν έννοώ τη Μέγκαν Φοξ βέβαια).

Κυριακή, Ιανουαρίου 15, 2012

ΧΡΗΣΙΜΑ (;) ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ



O Fraser Clarke Heston είναι γιος του Τσάρλτον Ίστον. Γύρισε λίγες μέτριες ταινίες και τηλεταινίες κάπου στα 80'ς και 90'ς, πριν εξαφανιστεί στα τέλη αυτής της δεκαετίας. Το 1993 μεταφέρει στην οθόνη το βιβλίο του Steven King "Needful Things" (Χρήσιμα Αντικείμενα), μεταφορά που βρίσκω μέτρια, όπως και τις περισσότερες άλλωστε έργων του Κινγκ στο σινεμά.
Ένας άγνωστης προέλευσης συμπαθητικός μεσήλικας ανοίγει ένα μαγαζί γεμάτο με παλιά πράγματα σε μια μικρή, ήσυχη αμερικάνικη πόλη. Πολύ σύντομα όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της πόλης θα βρουν εκεί κάποιο αντικείμενο που ποθούν αφάνταστα, κάτι που έχασαν ή τους θυμίζει παλιές, ευτυχισμένες εποχές. Ο ιδιοκτήτητης θα τους το προσφέρει σε εξευτελιστική τιμή... οι ευτυχείς πελάτες όμως θα αναλάβουν από μια υποχρέωση ο καθένας. Σύντομα τα πράγματα θα γίνουν ανεξέλεγκτα, καθώς τίποτα δεν είναι τόσο αθώο όσο δείχνει...
Το κλασικό κλίμα του Κινγκ, η έπίμονη ενασχόλησή του με την αμερικάνικη επαρχία και τους κατοίκους της, το υπερφυσικό στοιχείο, είναι παρόντα εδώ. Αυτά και η παρουσία πολύ καλών ηθοποιών όμως (Μαξ φον Σύντοου, Εντ Χάρις, Αμάντα Πλάμερ κλπ.) δεν νομίζω ότι σώζουν το φιλμ από τη γενική μετριότητα και κάποια νοηματικά κενά και απορίες. Η ένταση θέλει να κλιμακωθεί, αλλά το αληθινό σασπένς λείπει (ή, τέλος πάντων, είναι περιορισμένο). Τελικά παρακολούθησα άνετα μεν την ταινία, αλλά έμεινα με μια γενική αίσθηση ανικανοποίητου, του στιλ "ε, και λοιπόν;". Ούτε με τρόμαξε (όπως "υποχρεούται" να κάνει μια ταινία του είδους), ούτε με "κράτησε στην άκρη του καθίσματος". Αν θέλετε τώρα να ανακαλύψουμε μια διάθεση προβληματισμού για τη σχέση ανθρώπων - αντικειμένων, για το πόσο δενόμαστε με τα πράγματα, για το πόσο άχρηστο (στην καλύτερη περίπτωση) μπορεί να είναι αυτό, ΟΚ. Ας την ανακαλύψουμε. Νομίζω όμως ότι ούτε αυτοί οι προβληματισμοί σώζουν την κατάσταση.
Τελικά, δουλειά δεν είχε ο διάβολος... (στην κυριολεξία όσον αφορά το συγκεκριμένο φιλμ).

Παρασκευή, Ιανουαρίου 13, 2012

JADE Ή Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΕΞ




O William Friedkin είναι ένας σκηνοθέτης ικανός για το καλύτερο ή το πιο μέτριο αποτέλεσμα. Πάντα ωστόσο διατηρεί μια σχεδόν προβοκατόρικη διάθεση, σα να θέλει αν ενοχλήσει τον θεατή με διάφορους κάθε φορά τρόπους. Το σεξ παίζει συχνά σημαντικό ρόλο στις ταινίες του. Θυμηθείτε το "Ψωνιστήρι", το "Live and Die in L.A." κλπ. Το "Jade" του 1995 μπορεί άνετα να προστεθεί στη λίστα αυτή. Πλην όμως δεν το θεωρώ από τις καλές στιγμές του.
Πρόκειται για ένα αστυνομικό θρίλερ με φόνους, με αγωνία για το "ποιος το έκανε" και, όπως είπαμε, με μπόλικο "βρώμικο" σεξ. Κινείται σε υψηλούς κοινωνικούς κύκλους (μεγαλοδικηγόροι, χάι ψυχίατροι, πολιτικοί βεβαίως, συλλέκτες έργων τέχνης κλπ.), που όλοι φυσικά διαθέτουν εκθαμβωτικά σπίτια και παραθαλάσσια εξοχικά. Και, φυσικά επίσης, κάτω από τη χλιδή και τον πλούτο που καλύπτει την επιφάνεια κρύβεται μια βρώμικη, απεχθής πραγματικότητα, γεμάτη έγκλημα, πάθη, απληστία, δίψα για δύναμη και, πάνω απ' όλα, δίψα για σεξ. Κανένας από τους υπεράνω πάσης υποψίας ήρωες δεν είναι αυτό που δείχνει. Κάτω από τα άψογα και πανάκριβα κοστούμια και ταγιέρ η κάθε λογής σαπίλα ξεχειλίζει. Όσο για τους μπάτσους που ερευνούν την υπόθεση, διαθέτουν κι αυτοί τη σχετική αναλογία σε διαφθορά και άλλα...
Η ταινία διαθέτει βέβαια τις απαραίτητες ανατροπές. Όσοι εμφανίζονται στην οθόνη είναι υποψήφιοι ύποπτοι. Πάνω απ' όλα όμως βρίσκεται, όπως είπαμε, το σεξ - βρώμικο και παράνομο φυσικά - που μοιάζει να είναι η κινητήρια δύναμη των πάντων. Η Λίντα Φιορεντίνο είναι όπως πάντα σέξι και ταιριαστή στο ρόλο της μοιραίας γυναίκας. Οπότε ένα ηδονοβλεπτικό ενδιαφέρον το έχει αναμφισβήτητα το φιλμ. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι είναι αυτό που θα μπορούσε να το ξεχωρίσει από τον σωρό άλλων παρόμοιων ταινιών. Η πλοκή είναι μάλλον μη πιστευτή, με κάμποσες απιθανότητες, και όλα μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί για να "γαργαλήσουν" με κάθε τρόπο τον θεατή. Πιθανόν να το πέτυχαν στην εποχή τους. Σήμερα πάντως, λίγα πράγματα μου είπε μια ταινία που πολύ θα ήθελε να είναι "Βασικό Ένστικτο", αλλά ο σεναριογράφος (ο γνωστός Eszterhas που έγραψε αμφότερα τα σενάρια), μάλλον επαναλαμβάνει μανιερίστικα και με λιγότερη έμπνευση τον εαυτό του. Όσο για την "κοινωνική καταγγελία", περισσότερο πρόσχημα μου φαίνεται για να προσθέσει και κάποια κοινωνική διάσταση στην "τολμηρότητα" του φιλμ.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 12, 2012

ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ "ΚΟΤΟΠΟΥΛΟ ΜΕ ΔΑΜΑΣΚΗΝΑ"


Η Marjane Satrapi είναι η γνωστή ιρανή δημιουργός κόμικς που ζει πλέον στη Γαλλία. Ο Vincent Paronnaud είναι ο συνεργάτης της στη σκηνοθεσία στο γνωστό "Persepolis". Το δίδυμο συνεργάζεται και πάλι to 2011 μεταφέροντας στην οθόνη ένα άλλο κόμικς της Satrapi, το "Κοτόπουλο με Δαμάσκηνα". Αυτή τη φορά δεν κάνουν animation, πολλά όμως στοιχεία της ταινίας θυμίζουν τη λογική των κινουμένων σχεδίων.
Το φιλμ μας μεταφέρει πίσω στα 1958, στο προ ισλαμιστών Ιράν (αυτό του σάχη βεβαίως, για να μην ξεχνιόμαστε), και μας αφηγείται την ιστορία ενός βιρτουόζου βιολιστή, που αποφασίζει να πεθάνει όταν καταστρέφεται το αγαπημένο του βιολί και είναι αδύνατο να το αντικαταστήσει με άλλο που να πλησιάζει στον μοναδικό του ήχο. Ο τρόπος που επιλέγουν οι δημιουργοί είναι ονειρικός, συχνά σουρεαλιστικός, παιχνιδιάρικος, γλυκός - αν και διακατέχεται από μια μόνιμη σχεδόν μελαγχολική διάθεση. Το πρώτο μέρος μάλλον κωμωδία θα το χαρακτήριζα. Στο δεύτερο, αντίθετα, η προαναφερθείσα μελαγχολία κυριαρχεί.
Η σκηνοθετική ματιά της ταινίας είναι σίγουρα ιδιόρυθμη, το κλίμα θυμίζει κάπως αυτό των ταινιών του Ζενέ. Έντονο στυλιζάρισμα, εμφανώς ζωγραφισμένα σκηνικά, όμορφη φωτογραφία με κυρίαρχα σέπια χρώματα, στοιχεία μαγικού ρεαλισμού και ένα συνεχές, έξυπνο μπρός - πίσω στο χρόνο, αλλά και στο μέλλον, που ξετυλίγει με πρωτότυπο τρόπο την όλη ιστορία και το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ, στην απόφαση δηλαδή του ήρωα να πεθάνει, που βλέπουμε στην πρώτη κιόλας σκηνή. Γενικά, το παιχνίδι με τον χρόνο είναι και το πιο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, στοιχείο του φιλμ.
Η Σατραπί βρίσκει φυσικά την ευκαιρία να μιλήσει για το Ιράν των παιδικών της χρόνων (ένα ονειρικό Ιράν, όπως ακριβώς ονειρικές φαντάζουν οι παιδικές μνήμες μέσα μας), να εισάγει, όπως και στο "Περσέπολις", λιγότερα μεν, ευδιάκριτα όμως αυτοβιογραφικά, αλλά και αλληγορικά στοιχεία, να πει δυο λόγια για την τέχνη και να χρησιμοποιήσει συχνά τη γλώσσα των κόμικς και των κινουμένων σχεδίων (υπάρχει μάλιστα και ένα μικρό animation κομμάτι στο φιλμ). Όσο για τον βασικό ήρωα... δεν είναι τόσο θετικός σαν χαρακτήρας όσο θα περίμενε κανείς από το όλο παιχνιδιάρικο και ρομαντικό ύφος της ταινίας. Είναι μάλλον εγωκεντρικός, μερικές φορές αντιπαθής, μεγάλος καλλιτέχνης μεν, αλλά μάλλον ψυχρός σαν άνθρωπος. Βρίσκεται δηλαδή πολύ μακριά από τον μονοδιάστατα θετικό χαρακτήρα της Αμελί, ας πούμε, μια και αναφέραμε προηγουμένως τον Ζενέ.
Συνολικά απόλαυσα αρκετά το φιλμ. Μου άρεσε περισσότερο το πρώτο, πιο εύθυμο μέρος, αν και αυτό είναι προσωπικό. Πάντως το δημιουργικό του δίδυμο, με τη δεύτερη αυτή προσπάθεια, που νομίζω ότι συνολικά είναι πετυχημένη, δείχνει να είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση στο σύγχρονο σινεμά. θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον και τις επόμενες δουλειές τους.

Τρίτη, Ιανουαρίου 10, 2012

ΠΛΗΤΤΟΝΤΑΣ ΣΤΟ "ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ"



Στο Μεξικό και σε άλλες χώρες του Τρίτου Κόσμου (αλλά και στα Βαλκάνια) ανθεί ένα πολύ ιδιαίτερο εμπόριο: Αυτό των βρεφών που δίνονται για υιοθεσία σε ευκατάστατους ή έστω μεσαίους δυτικούς, που δεν μπορούν να κάνουν παιδιά οι ίδιοι. Τα βρέφη προέρχονται βέβαια από πάμπτωχες οικογένειες ή νεαρές, ανύπαντρες συνήθως, μητέρες, που δεν είναι σε οικονομική θέση να τα αναθρέψουν. Με το θέμα αυτό καταπιάνεται το "Casa de los Babys" που γύρισε το 2003 ο ανεξάρτητος αμερικανός John Sayles.
Μια ομάδα από αμερικανίδες παραμένει για κάμποσο καιρό στο Μεξικό, κοντά σε ένα ίδρυμα όπου αφήνονται βρέφη για να δοθούν τελικά, μετά από ατέλειωτη γραφειοκρατία και άλλα διάφορα, στις θετές μητέρες, για τις οποίες βέβαια η απόκτηση ενός υιοθετημένου έστω παιδιού αποτελεί κυριολεκτικά στόχο της ζωής τους. Η ταινία σχεδιάζει προσεχτικά τα παντελώς ετερόκλητα πορτρέτα των γυναικών αυτών, οι οποίες δεν γνωρίζονταν μέχρι λίγο καιρό πριν και τώρα συνυπάρχουν υποχρεωτικά για αρκετό καιρό, περιμένοντας την πολυπόθητη στιγμή. Στο μεταξύ τεμπελιάζουν, κάνουν ηλιοθεραπεία, περιφέρονται στα τοπικά παζάρια, κουτσομπολεύουν, αθλούνται... προσπαθούν με κάθε τρόπο να ξοδέψουν τον ατέλειωτο και χαμένο γι' αυτές χρόνο της αναμονής.
Κι αυτό είναι όλο. Το φιλμ σχεδόν στερείται οποιασδήποτε πλοκής. Οι γυναίκες κάνουν όλα όσα περιέγραψα παραπάνω, οι διαφορετικοί τους χαρακτήρες ξεδιπλώνονται σιγά - σιγά, ενώ ρίχνουμε και σύντομες ματιές στην "άλλη πλευρά", σε μερικές από τις μεξικάνες δηλαδή που δουλεύουν στο ιδιόρυθμο αυτό βρεφοκομείο. Τα λεπτά κυλούν αργά - και μάλλον βασανιστικά για μένα - και οι καλές ηθοποιίες (Ντάριλ Χάνα, Μάγκι Γκίλενχαμ, Λίλι Τέιλορ, Μάρσια Γκέι Χάρντεν κλπ.) δεν μου φάνηκαν ικανές να δώσουν κάτι παραπάνω.
Αντιλαμβάνομαι τον στόχο του Sayles. Θέλει νομίζω να δείξει την αντίθεση ανάμεσα στην πλούσια - συγκριτικά τουλάχιστον - Αμερική και το τριτοκοσμικό σχεδόν Μεξικό. Και μάλιστα να το κάνει δίχως να ισοπεδώσει τα πάντα, χωρίζοντας τις γυναίκες πρωταγωνίστριές του σε "καλές" και "κακές". Καμία σχέση. Ίσα - ίσα που οι αμερικανίδες διαθέτουν η κάθε μια τον δικό της χαρακτήρα (που κυμαίνεται από το πολύ συμπαθητικό έως τα πρόθυρα της υστερίας ή αυτό που θα αποκαλούσαμε "σκύλα"), τα δικά της προσωπικά προβλήματα, τη δική της ιστορία (που απλώς σκιτσάρεται δίχως λεπτομέρειες και ιδιαίτερες περιγραφές). Και όλα αυτά βγαίνουν στο πανί. Το πρόβλημα, για μένα τουλάχιστον, είναι ότι έπληξα αρκετά βλέποντας την ταινία, βασικά εξ αιτίας της στατικότητας και της έλλειψης δράσης της (όχι, δεν μιλώ προφανώς για κυνηγητά και πιστολίδια, όσοι έχουν παρακολουθήσει έστω και λίγο το μπλογκ ξέρουν ότι δεν είναι αυτά το ζητούμενο για μένα). Απλώς, κάτι να γίνει, κάτι να κινηθεί, να ξεφύγουμε απ' αυτό το σχεδόν ντοκιμαντερίστικο κλίμα...
Όπως καταλάβατε δεν ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα κι ούτε τη θεωρώ από τις καλές ταινίες του ενδιαφέροντα αυτού δημιουργού. Λίγη πλοκή παραπάνω δεν νομίζω ότι θα έβλαπτε. Κρίμα, γιατί το θέμα είναι ενδιαφέρον.

Κυριακή, Ιανουαρίου 08, 2012

"ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΑΖΙΛΙΑ" ΚΑΙ Ο ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ



Μπορεί να πρόκειται για ταινία επιστημονικής φαντασίας, αλλά το "The Boys From Brazil", που γύρισε το 1978 ο Franklin J. Schaffner, αντανακλά όσο λίγες ταινίες τον παγκόσμιο τρόμο που προκάλεσαν οι ναζί, ο οποίος, σημειωτέον, ήταν ακόμα πιο ζωντανός την εποχή εκείνη, όπου ακόμα ζούσαν, και μάλιστα κυκλοφορούσαν ελεύθεροι, διάφοροι χασάπηδες που είχαν διαπρέψει στην εφιαλτικότερη περίοδο του 20ού αιώνα. Σ' αυτό ακριβώς το θέμα βασίζεται και το σενάριο, που προέρχεται από βιβλίο του Ira Levin.
Ένας ηλικιωμένος εβραίος κυνηγός ναζί πληροφορείται από κάποιον νεαρό ότι στην Παραγουάη δρα ένα δίκτυο παλιών (και νεότερων) ναζί, με επικεφαλής τον χασάπη των στρατοπέδων συγκέντρωσης Μένγκελε, το οποίο δίκτυο μάλιστα σοβαρό κάτι ετοιμάζει. Όταν ο νεαρός δολοφονείται, και μια σειρά άλλων δολοφονιών, άσχετων φαινομενικά μεταξύ τους, αρχίζει σε ολόκληρο τον κόσμο, ο γηραιός "κυνηγός" παίρνει επιτέλους τα πράγματα στα σοβαρά (δεν το είχε κάνει από την αρχή διότι ούτως ή άλλως γνώριζε ήδη ότι ζουν παλιοί ναζί στη Νότια Αμερική) και μια εφιαλτική ιστορία ξεκινά.
Η ταινία, εκτός του βασικού της θέματος, δανείζεται ιδέες από μια επιστήμη που τότε δεν ήταν ακόμα τόσο γνωστή στο ευρύτερο κοινό όπως σήμερα: Τη γενετική, που δίνει και τη διάσταση της επιστημονικής φαντασίας σε ένα απόλυτα ρεαλιστικά γυρισμένο, κατά τα άλλα, φιλμ. Καλογυρισμένη ταινία, που νομίζω ότι διατηρεί ακόμα τις αρετές της, κρατά σε διαρκή αγωνία τον θεατή και ξετυλίγει αργά, αλλά δίχως κοιλιές και πλατυασμούς, τα φριχτά μυστικά της. Υοστηρίζεται μάλιστα από ένα σπάνιο στη λαμπρότητά του καστ από βετεράνους κυρίως - και κάποιους νεότερους - ηθοποιούς: Λόρενς Ολιβιέ, Γκρέγκορι Πεκ, Τζέιμς Μέισον, Λίλι Πάλμερ, Μπρούνο Γκαντζ κλπ. Πέραν αυτών όμως πιστεύω ότι όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την τελική αποκάλυψη, του τι ακριβώς συμβαίνει και πώς συνδέονται τα άσχετα μεταξύ τους γεγονότα, ακόμα και ο σύγχρονος θεατής, που έχει δει τόσα και τόσα, μένει άναυδος. Και μια λεπτομέρεια: Οι ναζί είναι φυσικά κακοί. Αυτό είναι δεδομένο. Το φιλμ όμως καταφέρνει να μην τους βάλει όλους σε ένα τσουβάλι, ως κτήνη δηλαδή, αλλά να τους "διαβαθμίσει". Υπάρχουν οι ακραίοι, οι φανατικοί, στα όρια της παραφροσύνης, όπως κάθε φανατικός με οτιδήποτε άλλωστε, υπάρχουν και οι πιο μετριοπαθείς, αυτοί που επιθυμούν απλώς (απλώς;;;) την σταδιακή, αργή και σταθερή αναβίωση του παγκόσμιου ναζισμού. Όπως δηλαδή όντως συμβαίνει στους κόλπους οποιασδήποτε ομάδας που έχει κάποιον σκοπό, πολιτικό ή μη. Ανέκαθεν.
Από τις ταινίες που καταφέρνουν ακόμα - δίχως την παραμικρή χρήση εφέ, αλλά με τον σκηνοθετικό της ρεαλισμό - να μας ανησυχήσουν βαθιά, το "Boys from Brazil" παραμένει δυστυχώς επίκαιρο στις μέρες μας, τόσο λόγω της ανόδου κάθε λογής ακροδεξιών ομάδων λόγω της άθλιας παγκόσμιας κατάστασης, όσο και λόγω της γενικότερης συζήτησης και ανησυχίας για τα άλματα της γενετικής, τα αποτελέσματα της οποίας μπορεί να αποδειχτούν από ευεργετικά έως εφιαλτικά.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 06, 2012

ΕΝΑΣ "ΤΑΞΙΤΖΗΣ" ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΥΠΟΛΗΣ



Μέχρι το 1976 ο Martin Scorsese ήταν ένας ελπιδοφόρος ανεξάρτητος δημιουργός, με δύο - τρεις πολύ καλές, "μικρές" ταινίες στο ενεργητικό του. Τη χρονιά αυτή γυρίζει τον περίφημο "Ταξιτζή" και αυτόματα γίνεται ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του παγκόσμιου σινεμά. Δίκαια βεβαίως.
Βλέποντας σήμερα το θρυλικό αυτό φιλμ, διαπιστώνω ότι δεν έχει παλιώσει καθόλου (εννοείται ότι ως "παλιό" δεν εκλαμβάνεται ο εμφανώς 70ς περίγυρος, αλλού βρίσκεται η ουσία). Ο ίδιος εκπληκτικός, στα όρια της παράνοιας, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, που παίρνει πάνω του το φιλμ, η ίδια βρώμικη πόλη, η ίδια αβάστακτη μοναξιά. Τι είναι όμως αυτό που κάνει διαχρονική την ιστορία του βετεράνου του Βιετνάμ ταξιτζή που ζει μόνος, πάσχει από αϋπνίες και τις νύχτες οδηγεί το ταξί του, ενώ τις μέρες τις περνά χωμένος σε πορνοσινεμά, και το μόνο που μπορεί να κάνει για να "γίνει κάποιος" είναι η προσφυγή στην άγρια βία;
Νομίζω ότι η δύναμη της ταινίας παραμένει η αβάσταχτη καταγραφή της μοναξιάς των μεγαλουπόλεων (της Νέας Υόρκης εδώ) και της παράνοιας που προκαλεί αυτή (όχι, δεν το διαπίστωσα εγώ μόνο, έχει γραφεί πολλές φορές και προσωπικά συμφωνώ με την ανάγνωση αυτή). Η πόλη μπροστά στο φακό του Σκορσέζε δεν έχει τίποτα όμορφο. Δείχνει άσχημη, βρώμικη, γεμάτη αληθινά ή ανθρώπινα σκουπίδια. Το κοινό των πορνοσινεμά, οι πόρνες, η παρέα των ταξιτζήδων, μοναδικοί άνθρωποι με τους οποίους έχει μια στοιχειώδη επαφή ο Τράβις, οι νταβατζήδες, όλοι είναι άνθρωποι άχαροι, δίχως βάθος, δίχως ενδιαφέρον. Μερικοί, όπως είπαμε πριν, δεν είναι παρά ανθρώπινα σκουπίδια. Από την άλλη, οι "καθώς πρέπει" (οι εργαζόμενοι για τον γερουσιαστή και υποψήφιο πρόεδρο), είναι κι αυτοί ρηχοί, ψεύτικοι, υποστηρίζουν ιδέες μάλλον χρεωκοπημένες και δίχως ουσιαστικό αποτέλεσμα (σήμερα το ξέρουμε καλύτερα από ποτέ όλο αυτό το τσίρκο των πολιτικών). Δεν απομένει στην πόλη τίποτα όμορφο, τίποτα ενδιαφέρον (ή τουλάχιστον δεν βλέπουμε κάτι τέτοιο εμείς, όπως και ο Τράβις). Υπάρχει μόνο η μόνιμη επωδός του: "Η πόλη πρέπει να καθαρίσει". Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για ένα διαταραγμένο μυαλό, όπως αυτό του ήρωα.
Μιλάμε λοιπόν για την απόλυτη μοναξιά και τη παράνοια στην οποία αυτή οδηγεί. Η οποία μάλιστα ίσως και να προέρχεται από ένα άλλο κοινωνικό έγκλημα: Τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Από την άλλη, κατά τη γνώμη μου, ο Σκορσέζε πιάνει και ένα άλλο, σημαντικότατο, αλλά σπάνια συζητούμενο θέμα, που ίσως και να σχετίζεται κάπως με τα παραπάνω: Τη μελέτη του ανθρώπου δίχως ενδιαφέροντα. Υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιοι άνθρωποι γύρω μας. Αυτοί που ουσιαστικά δεν ελκύονται ιδιαίτερα από τίποτα, που με τίποτα δεν παθιάζονται, που δεν έχουν κάτι στο οποίο να εμβαθύνουν, να θέλουν διακαώς να μελετήσουν, που δεν έχουν χόμπι. Ο Τράβις, εκτός των άλλων, είναι ένας χαρακτηριστικός τέτοιος τύπος. Δεν έχει την παραμικρή ιδέα από πολιτική, δεν παρακολουθεί τίποτα που σχετίζεται με τέχνη (είναι χαρακτηριστικό ότι, με απόλυτη αθωότητα, πάει την κοπέλα που γουστάρει στο πρώτο τους ραντεβού σε... πορνοσινεμά, αφού αυτό μόνο γνωρίζει), δεν έχει χόμπι, δεν είναι καν φίλαθλος ή κάτι τέτοιο. Η αντίδρασή του στην ασχήμια που τον περιβάλλει, στην αβάσταχτη μοναξιά, είναι η άγρια πράξη του, η μόνη πρωτόγονη αντίδραση που είναι σε θέση να αντιληφτεί και να σχεδιάσει. Να σχεδιάσει; Ούτε καν αυτό. Η βίαιη πράξη του έρχεται μόνο αφού αποτυγχάνει η άλλη βίαιη απόπειρά του, να σκοτώσει δίχως κανένα λόγο τον υποψήφιο γερουσιαστή. Ο ήρωάς μας είναι άνθρωπος απόλυτα κενός. Όπως, δυστυχώς, πολλοί άλλοι γύρω μας. Δεν έχω άποψη αν αυτό είναι "εκ γενετής" ή επίκτητο. Σίγουρα όμως είναι τραγικό.
Και μένει το τελευταίο κομμάτι: Το ότι μετά την άγρια πράξη του, ο Τράβις, αντί να πάει φυλακή (έστω κι αν σκότωσε καθάρματα), γίνεται ήρωας. Ακόμα και η intellectual γκόμενα τον γουστάρει μετά. Προσωπικά εκλαμβάνω το σημείο αυτό ως ειρωνικό σχόλιο, ως σάτιρα μιας κοινωνίας που συνολικά συμπεριφέρεται περίπου όπως ο Τράβις. Μιας διεστραμένης κοινωνίας (εξ άλλου αυτή παράγει τα ανθρώπινα σκουπίδια που προαναφέραμε), που επιβραβεύει την τυφλή βία. Όχι ότι αυτή η βία στην ταινία στρέφεται εναντίον αθώων. Είπαμε ότι τα θύματα είναι καθάρματα. Αλλά αποτελεί κυριολεκτικά σταγόνα στον ωκεανό, είναι μια επιφανειακή "κάθαρση", κάθε άλλο παρά χτυπά το κακό στη ρίζα ή αντιμετωπίζει ουσιαστικά το πρόβλημα. Η κοινωνία παραμένει εξ ίσου άρρωστη και βρώμικη και μετά την πράξη του ήρωα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Όμως η κοινωνία αυτή ηρωοποιεί αδίστακτα έναν διαταραγμένο τύπο. Ε, μάλλον περί σάτιρας πρόκειται.
Όπως καταλάβατε, θεωρώ τον "Ταξιτζή" μεγάλη ταινία. Και μόνο για το γεγονός ότι η μοναξιά του Τράβις μπορεί ακόμα να μας στοιχειώνει.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 04, 2012

"ΑΘΑΝΑΤΟΙ" ΜΕΤΑΞΥ ΚΙΤΣ ΚΑΙ "ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΗς ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ"



Είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι από το Χόλιγουντ δεν πρόκειται να μάθουμε μυθολογία (ελληνική ή όποια άλλη). Οι κάπως συγγενείς αισθητικά με τους "300" "Αθάνατοι" (2011) του ινδού, που δουλεύει όμως στις ΗΠΑ, Tarsem Singh δεν αποτελούν φυσικά εξαίρεση. Πρόκειται για το μύθο του Θησέα (που μοιάζει με τον αυθεντικό όσο μοιάζω εγώ με τον πάπα Πίο τον 2ο), ο οποίος αντιμετωπίζει τον πάνκακο βασιλιά Υπερίωνα (;), που θέλει να απελευθερώσει τους φριχτούς Τιτάνες και, αφού εξουδετερώσει με τη βοήθειά τους τους γνωστούς Ολύμπιους θεούς, να κυριαρχήσει στον κόσμο. Συνηθισμένα πράγματα δηλαδή. Στο μεταξύ ο Θησέας τα φτιάχνει με πανέμορφη μάντισα (Αριάδνη δεν παίζει), οι μισοί Ολύμπιοι θεοί σκοτώνονται (!), όλες οι πόλεις είναι χτισμένες σε τρύπες αχανούς κάθετου βράχου σαν αετοφωλιές και πολλά άλλα τέτοια. Ας μη μιλήσουμε λοιπόν για στόρι, γιατί το βρήκα επιεικώς αστείο.
Μένει η αισθητική του όλου εγχειρήματος, η εικόνα, η οποία τουλάχιστον είναι εντυπωσιακή. Ο Singh (υπογράφει συνήθως ως σκέτο Tarsem) έχει μια αναγνωρίσιμη προσωπική αισθητική - την είχαμε δει στο "The Cell" - η οποία ακροβατεί επικίνδυνα ανάμεσα στο προχωρημένο και το απόλυτο κιτς. Εντυπωσιακές εικόνες, κοστούμια βγαλμένα από ζωηρή φαντασία και, βέβαια, παντελώς άσχετα με την εποχή και τους πολιτισμούς, θεοί στα όρια μιας γλυκερής γκέι αισθητικής, τοπία που κόβουν την ανάσα, κολοσσιαίες μάχες που θυμίζουν "Lord of the Rings" (γενικά τα κινηματογραφικά δάνεια είναι πάρα πολλά), συνεχείς εναλλαγές γοργής δράσης και slow motion, και όλα αυτά με εμφανώς ψηφιακά εφέ με άμεσο στόχο τον κορεσμό του ματιού. Και, μυθολογία - ξεμυθολογία (μεταλλαγμένη έστω), αλλά μην περιμένετε τίποτα απολύτως παιδικό: Η βία είναι άγρια, σχεδόν αυτοσκοπός, και οι σκηνές των μαχών εντελώς σπλάτερ, ιδιαίτερα στη μάχη με τους Τιτάνες, όπου το τι αίμα και διαμελισμός πέφτει δεν περιγράφεται.
Αν σας αρέσουν όλα αυτά, και σας εντυπωσίασε και η κάπως συγγενής, όπως είπαμε, αισθητική των "300", δείτε το (προσωπικά μπούχτισα μάλλον σύντομα). Ό,τι και να αποφασίσετε όμως κάντε το μόνο για την εικόνα. Για κανέναν απολύτως άλλον λόγο. Την εικόνα, η οποία, όπως είπαμε, αν μη τι άλλο, έχει μια ιδιαίτερη αισθητική. Οφείλω να σας υπενθυμίσω πάντως ότι ιδιαίτερη δεν σημαίνει υποχρεωτικά και καλή.

Κυριακή, Ιανουαρίου 01, 2012

Η "ΝΟΣΟΚΟΜΑ ΜΠΕΤΙ" ΚΑΙ ΟΙ ΣΑΠΟΥΝΟΠΕΡΕΣ



Ο Neil LaBute είναι ένας πολύ ενδιαφέρων ανεξάρτητος (μέχρι κάποιου σημείου τουλάχιστον) αμερικάνος σκηνοθέτης, του οποίου τις πρώτες τουλάχιστον ταινίες εκτιμώ. Το 2000 γυρίζει τη συμπαθέστατη "Nurse Betty", μια γλυκόπικρη κωμωδία, που συγχρόνως ενσωματώνει και κάποια άλλα είδη.
Η καλόκαρδη Μπέτι δεν είναι, αλλά θα ήθελε πολύ να γίνει νοσοκόμα. Ταυτόχρονα παρακολουθεί μανιωδώς μια ηλίθια ιατρικού περιεχομένου σαπουνόπερα και είναι ερωτευμένη με τον πρωταγωνιστή γιατρό. Ο σύζυγός της είναι ένα καθίκι που έχει μάλιστα ύποπτες δοσοληψίες με ύποπτους τύπους. Ξαφνικά κάτι αληθινά σοκαριστικό θα συμβεί στη ζωή της, η Μπέτι θα πάθει αμνησία και θα φύγει στα καλά καθούμενα για την άλλη άκρη της Αμερικής αναζητώντας τον έρωτά της και πιστεύοντας ακράδαντα ότι όσα συμβαίνουν στο σίριαλ είναι απόλυτα αληθινά (άρα ψάχνει για έναν ωραίο γιατρό και όχι για έναν ηθοποιό που παίζει σε σίριαλ). Τα ίχνη της όμως ακολουθούν και δύο δολοφόνοι...
Με πρωτότυπο σενάριο, συχνά κατάμαυρο χιούμορ, αστεία και συνειδητά αρκετά απίθανη πλοκή, η ταινία βλέπεται πολύ ευχάριστα και αποτέλεσε (για μένα τουλάχιστον) μια καλοδεχούμενη έκπληξη. Το αισθηματικό - σχεδόν μελό - στοιχείο μπλέκεται με την κωμωδία και αυτή με το αστυνομικό φιλμ σε ένα μείγμα που θεωρώ απόλυτα πετυχημένο. Ταυτόχρονα ο LaBute βρίσκει την ευκαιρία να σατιρίσει αλύπητα τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες, που δημιουργούν στρατιές ηλιθίων (ή, ίσως, δεν δημιουργούν ακριβώς, αλλά σίγουρα απευθύνονται σε μάλλον χαμηλού πνευματικού επιπέδου άτομα) και να μιλήσει για τα (ανύπαρκτα) πρότυπα που αυτές προβάλλουν - και πιθανόν επιβάλλουν - και τον πλασματικό κόσμο που δημιουργούν. Η ταύτιση από την αφελή ηρωίδα του ζαχαρωμένου τηλεοπτικού κόσμου με τον πραγματικό και οι απογοητεύσεις που αυτή συνεπάγεται, αποτελούν νομίζω το καλύτερο σχόλιο για όλα αυτά. Οπότε με άγγιξε ιδιαίτερα, αφού μπορώ να σας εξομολογηθώ ότι μισώ την τηλεόραση (οι τυχόν εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα). Και, επιπλέον, η ταινία διαθέτει και καλό καστ, με επικεφαλής τους τη Ρενέ Ζελβέγκερ και τον Μόργκαν Φρίμαν σε ιδιαίτερη φόρμα.
Έξυπνη ταινία, με γλαφυρή αφήγηση, παρακολουθείται με ενδιαφέρον, αφού υπάρχει και το απαραίτητο σασπένς και, συγχρόνως, ενώ παίζει με διάφορα κλισέ, καταφέρνει να είναι πρωτότυπη. Ο LaBute έκανε στη συνέχεια της καριέρας του κάποια "ατοπήματα", αλλά πάντοτε περιμένω κάτι καλό απ' αυτόν.

eXTReMe Tracker