Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2011

RED ANGEL: Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ


Υπάρχουν κάποιες βαθύτατα αντιπολεμικές ταινίες, τις οποίες το να δεις είναι αληθινή δοκιμασία. Συγκλονιστικές μεν, αλλά τόσο εφιαλτικές... Σκέφτομαι το "Ο Τζόνι Πήρε το Όπλο του" για παράδειγμα. Στην κατηγορία αυτών των φιλμ έρχεται να προστεθεί και το "Red Angel" (Akai tenshi) που γύρισε ο Yasuzo Masumura (1924–1986) το 1966.
Μας μεταφέρει στον ούτως ή άλλως άδικο κινεζοϊαπωνικό πόλεμο στη δεκαετία του 30. Η όμορφη ηρωίδα είναι μια νοσοκόμα που στέλνεται στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Εκεί βιώνει την απόλυτη φρίκη του πολέμου και, ως αληθινός άγγελος, ανακουφίζει τραυματίες χρησιμοποιώντας τον μόνο τρόπο που διαθέτει: Το σεξ. Ταυτόχρονα ερωτεύεται έναν αρκετά μεγαλύτερό της γιατρό, εθισμένο στη μορφίνη για να αντέξει τα όσα συμβαίνουν γύρω του.
Η ταινία βλέπεται πραγματικά δύσκολα. Το μεγαλύτερο μέρος διαδραματίζεται στα πρόχειρα στημένα χειρουργεία, όπου εκατοντάδες βαριά τραυματισμένοι άνθρωποι ψυχοραγούν και σφαδάζουν, ενώ οι γιατροί, μην έχοντας χρόνο και υλικά, αποφασίζουν απλώς ποιους θα αφήσουν να πεθάνουν και ποιους θα ακρωτηριάσουν για να επιβιώσουν. Χειρουργικές επεμβάσεις και κομμένα μέλη αποτελούν ένα σταθερό μοτίβο του σκηνικού. Ωστόσο, μέσα σ΄αυτό το ζοφερό, πνιγηρό περιβάλλον, τό πιο κοντά στην κόλαση που μπορώ να φανταστώ (που επιτείνει και η ασπρόμαυρη φωτοραφία), ανθίζει ένας έρωτας που, σε κάποια σημεία, αγγίζει τα όρια της διαστροφής - προσφιλές άλλωστε θέμα στον Masumura.
Είπα και στην αρχή ότι το να δει κανείς το φιλμ αποτελεί μάλλον δοκιμασία. Ωστόσο αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από τη συγκλονιστικότητά του. Ίσα - ίσα, ακριβώς αυτή η αδυσώπητη καταγραφή της κόλασης είναι που επιτείνει το στοιχείο αυτό. Φεύγοντας έχει κανείς μισήσει τον πόλεμο βαθύτατα, τον πόλεμο που δεν διαθέτει απολύτως τίποτα ηρωικό. Μόνο καθαρή φρίκη. Ο ίδιος ο γιατρός άλλωστε, σα να μην αρκούν οι εικόνες από μόνες τους, θίγει μια - δυο φορές το παράλογο και μάταιο του πολέμου. Μιλά βέβαια για τον συγκεκριμένο πόλεμο (ενδιαφέρον στοιχείο κι αυτό αν αναλογιστούμε ότι το σχόλιο για την γιαπωνέζικη επιθετικότητα γίνεται το 1966 και ενώ είναι γνωστή η συνήθης στρατοκαυλίαση της χώρας αυτής), αλλά προφανώς ο σκηνοθέτης υπονοεί οποιονδήποτε πόλεμο. Και η τόλμη του βέβαια αυξάνεται και με το ερωτικό στοιχείο. Αλήθεια, τι το μεμπτό μπορεί να έχει το να ανακουφίσεις σεξουαλικά έναν ανήμπορο άνθρωπο, κάποιον που ίσως να μη μπορέσει να ξανακάνει έρωτα στη ζωή του;
Ο έρωτας στην κόλαση λοιπόν, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο τίτλος του φιλμ. Επέμενα όμως λίγο παραπάνω στο αντιπολεμικό στοιχείο, γιατί αυτό είναι που τελικά με συγκλόνισε περισσότερο. Γι' αυτό άλλωστε και θεωρώ το "Red Angel" μια από τις πιο δυνατές αντιπολεμικές ταινίες που έγιναν ποτέ.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 28, 2011

ΧΛΙΑΡΟ "SENSATION"


Νεαρός ιρλανδός κτηνοτρόφος, παρθένος ακόμα, ζει τη βαρετή ζωή της υπαίθρου έχοντας έναν και μοναδικό αμφιβόλου ποιότητας φίλο, ενώ βασανίζεται από ανεκπλήρωτες σεξουαλικές επιθυμίες. Μετά το θάνατο του πατέρα του πουλά τα πρόβατα και καλεί μεγαλύτερή του σε ηλικία πόρνη, με την οποία, αφού τη βρίσκουν και τα βρίσκουν, αποφασίζουν να ανοίξουν πορνείο.
Αυτά συμβαίνουν σε γενικές γραμμές στο "Sensation" του 2010 του Tom Hall. Πρόκειται για ένα είδος τολμηρής (λεκτικά κυρίως) κομεντί, με κάμποσα δραματικά στοιχεία, τα οποία πάντως απαλύνονται πάντοτε από δόσεις χιούμορ. Συνδυασμός ρεαλισμού και κωμωδίας λοιπόν, που ίσως θέλει να καταγράψει τη ζωή στην ιρλανδική επαρχία. Το σκαμπρόζικο θέμα πάντως δεν συνοδεύεται από αντίστοιχες τολμηρές σκηνές (αν αυτό είναι ο στόχος σας). Το μόνο που πετυχαίνει η ταινία είναι να δώσει ανάγλυφα τη βαρεμάρα και τη μιζέρια της επαρχίας στη σύγχρονη εποχή (της ιρλανδικής στο συγκεκριμένο παράδειγμα, αλλά και της κάθε επαρχίας γενικότερα).
Είπα "ίσως" διότι προσπαθούσα να καταλάβω τον λόγο για τον οποίο γυρίζονται ορισμέα φιλμ. Η συγκεκριμένη κυλά μάλλον ευχάριστα, πλην όμως ούτε ακριβώς ξεκαρδιστική κωμωδία είναι, ούτε βαρύ ρεαλιστικό δράμα, ούτε ντοκιμαντερίστικη καταγραφή ενός θέματος, ούτε τολμηρό ερωτικό φιλμ και μάλλον λίγες κοινωνικές ή πολιτικές αναφορές περιέχει. Γι' αυτό απορώ για το λόγο ύπαρξής του. Προσέξτε, δεν σημαίνουν όλα αυτά κατά τη γνώμη μου ότι πρόκειται για κακή ταινία, σας είπα ότι το είδα ευχάριστα, απλώς προσπαθώ να κατανοήσω το γιατί τόσος κόπος...
Γενικά νομίζω ότι συγκαταλέγεται στα φιλμ με τα οποία πιθανόν να διασκεδάσεις για δύο ώρες, μετά όμως μάλλον θα τα ξεχάσεις. Γι' αυτό και ο χαρακτηρισμός "χλιαρό".

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 26, 2011

"ΤΥΦΛΟ ΚΤΗΝΟΣ": Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ


Ο γιαπωνέζος Yasuzo Masumura (1924–1986) έχει κάνει κάθε είδους ταινίες. Η "διαστροφή" πάντως είναι ένα θέμα που μοιάζει να τον ελκύει ιδιαίτερα. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο "Τυφλό Κτήνος" (Mοju ή Blind Beast στα αγγλικά) του 1969, όπου τυφλός γλύπτης, με τη βοήθεια της μητέρας του, απαγάγει όμορφο μοντέλο που έχει ερωτευθεί και το φυλακίζει στο εργαστήριό του με σκοπό να φτιάξει το "τέλειο έργο" του. Σιγά - σιγά όμως τα πράγματα θα ξεφύγουν από κάθε όριο.
Νομίζουμε στην αρχή ότι πρόκειται για άλλη μια ταινία εγκλεισμού, στο στιλ του "The Collector" του Γουάιλερ. Φυσικά πρόκειται για τέτοια ταινία, το πράγμα όμως, προς το τέλος ιδιαίτερα, πάει πολύ πιο μακριά, δοκιμάζοντας την αντοχή του θεατή. Οι χώροι είναι περιορισμένοι. Το μεγαλύτερο μέρος διαδραματίζεται στο εργαστήριο. Αυτό το εργαστήριο όμως, με το παράδοξο ντεκόρ, που κινείται ανάμεσα στο απόλυτα εντυπωσιακό και το κιτς, είναι το πρώτο στοιχείο που θα σοκάρει τον θεατή. Η σταδιακή αποκάλυψή του στην αντίστοιχη σκηνή μένει καρφωμένη στη μνήμη μας.
Από εκεί και πέρα υπάρχουν πολλοί φροϊδικοί συμβολισμοί, ο ρόλος της μητέρας είναι καθοριστικός, ενώ η κλιμάκωση του τέλους έρχεται σχετικά απότομα, αφήνοντάς μας μουδιασμένους (ίσως χρησιμοποιήσετε άλλες λέξεις, εντονότερες). Στόχος είναι βέβαια η καταγραφή του απόλυτου έρωτα, που κάποια στιγμή ξεπερνά κάθε φραγμό όταν η αμοιβαία επιθυμία για απόλυτη και με όλους τους τρόπους κατοχή;, κατάκτηση;, απόκτηση;, απόλαυση; (ή όπως αλλιώς θέλετε να το χαρακτηρίσετε), του άλλου φτάνει στα απώτατα όριά της.
Φυσικά το φιλμ θα σοκάρει πολλούς. Οι ιάπωνες, όπως αποδεικνύεται με αυτό το παράδειγμα, είχαν από πολύ παλιά αναπτύξει αυτή τη χαρακτηριστικά διαστροφική ή/και "άρρωστη" ματιά - όπως τουλάχιστον θα τη χαρακτήριζε ο μέσος δυτικός - πράγμα που φαίνεται έντονα από το σινεμά, αλλά και από τη λογοτεχνία και τα κόμικς τους.
Το θέμα πάντως είναι ότι ο Masumura είναι κάπως άτεχνος σα σκηνοθέτης, οπότε πολλά από τα τεκταινόμενα φαίνονται κάπως ψεύτικα, πράγμα που έχει να κάνει και με το καθαρά τεχνικό μέρος. Ωστόσο το φιλμ δεν παύει να είναι, νομίζω, χαρακτηριστικό παράδειγμα ακραίας ερωτικής εμμονής, στοιχείο που έγινε ευρύτερα γνωστό μερικά χρόνια αργότερα με την "Αυτοκρατορία των Αισθήσεων" του Όσιμα.
ΥΓ: Ίσως οι σύγχρονοι θεατές αναρωτηθούν γιατί, παρά τα όσα συμβαίνουν, δεν βλέπουμε ούτε σταγόνα αίματος, πράγμα που κάνει το πράγμα κάπως αναληθοφανές. Όπως έμαθα, αυτό έχει να κάνει με βαθιά ριζωμένα γιαπωνέζικα ταμπού σε σχέση με τα σωματικά υγρά. Την εποχή αυτή λοιπόν, το 1969, απαγορευόταν αυστηρά να δειχτεί αίμα στην οθόνη.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 24, 2011

ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΝΟΥΑΡ


Ο Nicolas Winding Refn είναι δανός, προέρχεται δηλαδή από χώρα με πλούσια κινηματογραφική παράδοση. Το "Drive" (2011) είναι η πρώτη του ταινία στο Χόλιγουντ και, αν και πιο κοντά στα b-movies βρίσκεται παρά στις υπερπαραγωγές, βάζει τα γιαλιά σε πολλές περιπέτειες του είδους.
Ο ήρωας, άσσος οδηγός, είναι κασκαντέρ σε ταινίες - τι άλλο; - με κυνηγητά αυτοκινήτων. Τη νύχτα όμως μετατρέπεται σε οδηγό σε ληστείες τραπεζών. Ώσπου ερωτεύεται, και τότε τα πάντα αλλάζουν - προσθέτοντας έτσι και τη ιάσταση του ρομαντισμού και της τρυφερότητας στο φιλμ.
Απλό σενάριο, έντονη δράση, εξ ίσου έντονα βίαια ξεσπάσματα, αλλά και μια μελαγχολική διάθεση που διατρέχει όλη την ταινία, συγκαταλέγουν κατά τη γνώμη μου το "Drive" σε ένα από τα καλύτερα σύγχρονα φιλμ του είδους. Εντύπωση προκαλεί τόσο η στιλάτη, νυχτερινών πλάνων κυρίως, σκηνοθεσία, όσο και η έλλειψη κάθε υποχώρησης σε κάθε λογής χάπι-εντ και άλλες τέτοιες ευκολίες. Ο Ράιαν Γκόσλινγκ, σίγουρα από τους σημαντικότερους νέους ηθοποιούς, κάνει μια ακόμα εξαιρετική επιλογή ρόλου, ενώ μια ακόμα θετική για μένα παράμετρος του φιλμ είναι η έντονη κινηματογραφοφιλία της. Όχι μόνο επειδή, όπως είπαμε, ο ήρωας είναι κασκαντέρ, άρα δουλεύει στο χώρο του σινεμά, αλλά και επειδή οι αναφορές σε ταινίες καταδίωξης και άλλα περιπετειώδη ή νουαρώδη είδη (b-movies ή μη) είναι πολλές. Παράλληλα υπάρχει και η ρομαντική - ηρωική ιδιοσυγκρασία του σιωπηλού και αποφασισμένου ήρωα, που τον κάνει μια δυνατή κινηματογραφική προσωπικότητα, υπάρχουν και οι όμορφοι νυχτερινοί φωτισμοί, η δράση που κρατά τον θεατή μέχρι τέλους... τι άλλο θέλετε;
Μακάρι όλες οι εκ Χόλιγουντ περιπέτειες να ήταν τόσο στιλάτες και, τελικά, τόσο καλές. Αφείστε που για μια ακόμα φορά επιβεβαιώνεται ότι μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα χολιγουντιανά προϊόντα γυρίζονται, από καταβολής αμερικάνικου σινεμά, από ευρωπαίους δημιουργούς, οι οποίοι (για οικονομικούς πιθανόν λόγους, καμία αντίρηση) μετακομίζουν εκεί μεταγγίζοντας νέο αίμα στο ανέμπνευστο σε γενικές γραμμές τα αρκετά τελευταία χρόνια Χόλιγουντ (και για να σας προλάβω, προφανώς οι χολιγουντιανές εξαιρέσεις σίγουρα υπάρχουν).

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2011

ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΤΥΠΟΥΣ ΠΟΥ ΣΥΝΗΘΙΖΟΥΝ ΝΑ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ...


Το "Some Guy Who Kills People" του Jack Perez είναι μια κωμωδία τρόμου του 2011. Για να είμαστε ακριβείς, συνδυάζει την ιστορία ενός σίριαλ κίλερ, περιέχοντας και κάποιες σκηνές "αστείου" σπλάτερ μάλιστα, το χιούμορ και μια αρκετή δόση τρυφερότητας.
Ο ήρωας έχει βγει από ψυχιατρείο λόγω κατάθλιψης, δουλεύει σε παγωτατζίδικο (κάνοντας και κάποιες γελοίες δουλειές), ζει με τη μητέρα του, που μάλλον τον περιφρονεί και δεν χάνει ευκαιρία να του την πει, και κάνει κόμικς τα οποία δεν δείχνει σε κανέναν και στα οποία δολοφονεί αλύπητα κάποιους συνομήλικούς του από την πόλη που στο παρελθόν... Κάπου εκεί οι τύποι αυτοί αρχίζουν να δολοφονούνται στ' αλήθεια με φριχτούς τρόπους, ενώ από το πουθενά εμφανίζεται και η μικρή του κόρη για να περιπλέξει (συναισθηματικά κυρίως) τα πράγματα.
Βρήκα την ταινία, που είναι μικρή, ανεξάρτητη παραγωγή, διασκεδαστικότατη και, όπως είπα, και τρυφερή συγχρόνως. Περιέχει μάλιστα ορισμένες εξαιρετικές ατάκες, που προκαλούν άμεσο γέλιο. Η μικρή κόρη κλέβει σαν ηθοποιός την παράσταση, ενώ όλα τα λεφτά είναι ο ηλικιωμένος σερίφης, που ποτέ δεν είσαι σίγουρος αν είναι εντελώς ηλίθιος ή πολύ έξυπνος. Γενικά σε κάποια σημεία μου θύμισε το χιούμορ των Κοέν. Φυσικά η παρωδία ταινιών με σίριαλ κίλερς είναι προφανής, αλλά, όπως είπα, εκτός της πλάκας υπάρχει και η ανθρώπινη διάσταση, καθώς έχει ενδιαφέρον και η ψυχολογία του ήρωα, που είναι χαριτωμένος και συμπαθητικός μέσα στην αδεξιότητα και τη μοναξιά του. Τέλος, αν θέλετε να το προσθέσετε αυτό στα στοιχεία του φιλμ, σημειώστε και την ανατροπή που περιέχει, για τηνη οποία φυσικά δεν θα σας πω τίποτα. Το παράξενο για μια τέτοια ταινία - παρωδία είναι ότι, τελικά, σε μένα τουλάχιστον, άφησε μια γλυκειά αίσθηση.
Συμπαθέστατη λοιπόν κατά τη γνώμη μου "μικρή" ταινία, απ' αυτές που σκάνε κάθε τόσο στο χώρο του όχι-μπλογκμπάστερ αμερικάνικου σινεμά και μας κάνουν να τον συμπαθούμε (ακόμα). Μακάρι οι περισσότερες ταινίες του χώρου αυτού να ήταν τόσο συμπαθητικές - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για μεγάλο φιλμ, σίγουρα όμως πρόκειται για απολαυστικό. Το λέω επειδή τα αρκετά τελευταία χρόνια το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά μας απογοητεύει συχνά, οπότε μια δόση φρεσκάδας είναι πάντα ευπρόσδεκτη.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 22, 2011

ΣΚΛΗΡΗ ΚΑΙ ΟΡΓΙΣΜΕΝΗ "ΜΟΣΧΑΡΟΚΕΦΑΛΗ"


Η "Μοσχαροκεφαλή" (Rundskop) του 2011 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του βέλγου Michael R. Roskam. Και είναι σκληρή και - σαν ιστορία, δίχως να δείχνει κάποιες αιματηρές σκηνές - βαθύτατα βίαιη.
Καταπιάνεται με ένα ασυνήθιστο θέμα: Την "μαφία ορμονών" που, αδίστακτη όπως και κάθε άλλη μαφία, δρα στην Ευρώπη. Τουτέστιν ένα οργανωμένο, διαπλεκόμενο κύκλωμα που εμπορεύεται παράνομες ουσίες που βοηθούν στην ταχύτατη πάχυνση των ζώων στις φάρμες του Βελγίου, της Ολλανδίας και άλλων "υπεράνω πάσης υποψίας" χωρών. Το κέρδος είναι μεγάλο και σίγουρο, πολλοί φάρμερ αγοράζουν ή εμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο, και, φυσικά, το κρέας και τα άλλα προϊόντα το καταναλώνουμε εμείς.
Αυτό είναι το βρώμικο περιβάλλον, το φόντο. Η ταινία ωστόσο εστιάζει σε μια προσωπική ιστορία με πολλούς εμπλεκόμενους. Ο ήρωας του φιλμ, που το παρατσούκλι του είναι "Μοσχαροκεφαλή", είναι ένας κτηνώδης φάρμερ μόνιμα οργισμένος, τίγκα στην τεστοστερόνη και τις κάθε λογής ουσίες στις οποίες είναι εθισμένος, πολλές από τις οποίες σχετίζονται με αυτές που καταναλώνουν και οι κοινοί "σφίχτες" που ζουν ανάμεσά μας. Τα πάντα πηγάζουν από μια φριχτή πραγματικά παιδική ιστορία, η οποία καταδυναστεύει και αλλάζει τη ζωή των σημερινών τριαντάρηδων που αποτελούν τα βασικά πρόσωπα.
Η σκηνοθεσία είναι απλή και αποτελεσματική, η φωτογραφία μουντή και δίχως φτιασίδια, οι χώροι κοινότοποι. Όλα συμβάλλουν σε ένα απόλυτα ρεαλιστικό κλίμα. Η βία ξεχειλίζει από παντού. Στην καθημερινή συμπεριφορά των ηρώων, στα επικίνδυνα, παράνομα παιχνίδια, συμφωνίες και κάθε λογής ντίλινγκ μαφιόζων, φάρμερς και αστυνομίας, στις διαπροσωπικές σχέσεις, παντού. Πολλοί από τους ήρωες είναι μόνιμα σχεδόν οργισμένοι. Όπως είπα και στην αρχή δεν υπάρχουν αιματοβαμμένες σκηνές, η βία δεν δείχνεται κυριολεκτικά, αλλά μοιάζει να κυριαρχεί σχεδόν σε κάθε καρέ. Γι' αυτό και το φιλμ κάπου γίνεται ενοχλητικό, βλέπεται δύσκολα, καθώς ελάχιστες χαραμάδες φωτός αφήνονται να διαφανούν, και παρά το ότι η ιστορία έχει ενδιαφέρον και υπάρχει αγωνία για την κατάληξη.
Στιβαρή ταινία, δυνατή, σίγουρα αξιόλογο ντεμπούτο, αλλά, σας το είπα, την είδα δύσκολα. Αυτό το ξεχείλισμα τεστοστερόνης και επιθετικής συμπεριφοράς, η διαρκής ένταση, καθώς και η προσωπική κόλαση του ήρωα, την κάνουν σε ορισμένα σημεία σχεδόν αφόρητη. Πάντως το δέσιμο προσωπικής ιστορίας και "σάπιου" περιβάλλοντος γίνεται απόλυτα φυσικά και πειστικά, ενώ υπάρχουν και νύξεις για το διχασμό και την εκατέροθεν αντιπάθεια που επικρατεί στο Βέλγιο ανάμεσα στους Φλαμανδούς και τους γαλλόφωνους.
Θα επιμείνω πάντως στο σημείο αυτό: Στο ότι, πατώντας και στα δύο επίπεδα, το προσωπικό και το κοινωνικό, καταφέρνει να μας παγώσει το αίμα απεικονίζοντας τη βρωμιά που επικρατεί ακόμα και σε τομείς που δεν φανταζόμαστε και μάλιστα στις πιο ευνομούμενες και "πολιτισμένες" χώρες, στην καρδιά της ευρωπαϊκής ένωσης συγκεκριμένα. Ίσως γι' αυτό ακριβώς παρακολούθησα δύσκολα την ταινία. Επειδή η κόλαση βρίσκεται και εσωτερικά και στο ευρύτερο περιβάλλον. Παντού.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 21, 2011

ΜΙΝΙΜΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΛΛΑ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟ "LOVE"


To "Love" του 2011 είναι η πρώτη ταινία του William Eubank. Πρόκειται για ταινία επιστημονικής φαντασίας που, μοιραία, φέρνει έντονα στο νου την θρυλική "Οδύσσεια του Διαστήματος" του Κιούμπρικ, αλλά και το πιο πρόσφατο "Moon".
Όπως καταλάβατε έχουμε να κάνουμε με έναν αστροναύτη που χάνει την επαφή με τη βάση και μένει ολομόναχος σε ένα σταθμό που περιστρέφεται γύρω από τη γη. Μάλλον δεν θα μπορέσει να επιστρέψει ποτέ πίσω. Από εκεί και πέρα τον πρώτο λόγο έχει η μοναξιά και η παράνοια που τη συνοδεύει.
Αυτό που εντυπωσιάζει στο φιλμ είναι η πολύ καλή εικόνα. Ενώ πρόκειται για εξαιρετικά low budget ταινία, καταφέρνει να "ξεγελάσει" τον θεατή και με την ποιότητα της φωτογραφίας και με κάποιες εντυπωσιακές εξωτερικές σκηνές πίσω στη γη. Προφανώς η χρήση των χώρων, αλλά και των ανθρώπων, είναι ευρηματική.
Πέραν αυτού είμαι σχεδόν σίγουρος ότι η ταινία θα διχάσει. Αφ' ενός πολλοί θα βαρεθούν από το αναπόφευκτα μινιμαλιστικό του θέματος: Ένας άνθρωπος ολομόναχος, έγκλειστος σε κάποιον χώρο, παρά το ότι βέβαια οι παραισθήσεις - ή για ό,τι άλλο πρόκειται - διατηρούν το ενδιαφέρον. Το δεύτερο στοιχείο "διχασμού" οφείλεται στο μάλλον "ακαταλαβίστικο" των όσων συμβαίνουν. Προσωπικά δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι αντιλήφθηκα πλήρως τα τεκταινόμενα. Από ένα σημείο και μετά το φιλμ "χάνεται" και κανείς δεν είναι πολύ σίγουρος τι ακριβώς συμβαίνει. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα θεωρία που εμπλέκει ταξίδι στο χρόνο και η οποία μπορεί να ερμηνεύσει κάτι, αλλά και σ' αυτήν υπάρχουν κενά και σκοτεινά, δυσεξήγητα σημεία. Διότι, βλέπετε, στην όλη ιστορία εμπλέκεται, από την πρώτη - πρώτη κιόλας σκηνή, και ο αμερικάνικος εμφύλιος πόλεμος.
Είπα στην αρχή για τις προφανείς επιροές. Όταν τελείωσε η ταινία ωστόσο ήμουν σίγουρος ότι η βασική επιροή ήταν η "Οδύσσεια του Διαστήματος". Ο Eubank κρατά ακόμα και παρόμοια δομή και ολοκληρώνει το φιλμ του με ένα τριπ ίσως όχι τόσο φευγάτο και θεαματικό όσο αυτό του Κιούμπρικ, αλλά μάλλον εξ ίσου μεταφυσικό και, πιθανόν, ακατανόητο. Κάποιοι νομίζω θα "κολλήσουν" με το φιλμ - με τη βοήθεια και της μουσικής των Andels & Airwaives. Προσωπικά πάντως μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα. Σίγουρα πρόκειται για κάτι ένδιαφέρον και με επί μέρους αρετές - τέλος πάντων για ένα αξιοπρόσεχτο και υποσχόμενο ντεμπούτο - αλλά δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα κιόλας.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 19, 2011

ΣΕ ΓΝΩΣΤΑ - ΚΑΙ ΒΑΡΕΤΑ - ΕΔΑΦΗ


Ο Stéphane Lafleur είναι γαλόφωνος καναδός από το Κεμπέκ και το "En Terrains Connus" ("Σε Γνώριμο Έδαφος") του 2011 η δεύτερη μεγάλου μήκους φιξιόν ταινία του. Και δεν μπορώ να πω ότι υπήρξε από τις καλύτερες που είδα τελευταία. Κάθε άλλο μάλιστα.
Η γραφή είναι ρεαλιστική, ντοκιμαντερίστικη σχεδόν. Η αδιέξοδη και βαρετή καθημερινότητα των ηρώων σ' ένα εξ ίσου βαρετό, επίπεδο, μουντό και χιονισμένο επαρχιακό τοπίο καταγράφεται συχνά με εξοντωτικές λεπτομέρειες. Η σύζυγος που, δίχως να συμβαίνει κάτι κραυγαλέο, έχει βαρεθεί τη συνηθισμένη συζυγική ζωή, η μίζερη δουλειά της, ο αδελφός της, όχι και πολύ έξυπνος, άνεργος, που τα έχει κάνει σκατά στη ζωή του σε όλα τα επίπεδα και ζει με τον πατέρα του (τι ωραία!), οι καθημερινές τους (μη) ασχολίες, η μεταξύ τους αποξένωση (μεταξύ των πάντων που εμφανίζονται στο φιλμ, εδώ που τα λέμε), τέτοια πράγματα... Όλα αυτά με έκαναν να βαρεθώ κι εγώ αρκετά μαζί με τους ήρωες.
Ξαφνικά, από το πουθενά κυριολεκτικά, σκάει μια ελάχιστη, κουφή δόση επιστημονικής φαντασίας, καθώς κάποιος έρχεται από το πολύ κοντινό μέλλον για να προειδοποιήσει για ένα επερχόμενο συμβάν. Αυτά. Και μετά ξαναβυθιζόμαστε στην καθημερινότητα, όπου όμως ο αδελφός κάπως γνωρίζει πλέον τι θα συμβεί.
ΟΚ, υπάρχει μια τρυφερότητα και ένας (βαρετός ξαναλέω) ρεαλισμός στο όλο φιλμ. Τελικά το πράγμα πάει προς την βαθμιαία επαναπροσέγγιση αδελφού και αδελφής, τη γέννηση μιας κάποιας ζεστασιάς μεταξύ τους (που γίνεται με τον ατσούμπαλο, άγαρμπο τρόπο του αδελφού). Μπορείς ίσως να πεις ότι στο τέλος κάπου σε συγκινεί κιόλας. Μικρή ανταμοιβή, φοβάμαι, για δύο "δύσκολες" ώρες. Όσο για χιούμορ; Υποτίθεται ότι διαθέτει λίγο. Πολύ λίγο, με το οποίο ίσως με το ζόρι χαμογελάσετε ελάχιστες φορές. Τον περισσότερο χρόνο πάντως δεν χαμογελούσα, νύσταζα.
Πάντως από το Κεμπέκ έχω δει πολύ πιο ενδιαφέρουσες ταινίες...

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 18, 2011

ΓΙΓΑΝΤΕΣ, ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟ ΤΗΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ


Ο Yasuzo Masumura (1924–1986) είναι ένας παραγωγικότατος (πάνω από 60 ταινίες) γιαπωνέζος σκηνοθέτης, που μέχρι πρόσφατα μου ήταν άγνωστος (όπως και πολλοί άλλοι συμπατριώτες του, φαντάζομαι). Έχει κάνει κάθε είδους ταινίες, από κοινωνικά δράματα μέχρι τρόμου και κωμωδίες.
Το "Giants and Toys" γυρίστηκε το 1958 και θεματικά βρίσκεται μάλλον πολύ μπροστά από την εποχή του. Τρεις διαφημιστικές εταιρίες, που φτιάχνουν καραμέλες για παιδιά, ανταγωνίζονται ανελέητα, επινοώντας κάθε λογής τρόπους προώθησης των προϊόντων τους, αλλά και χρησιμοποιώντας αδίστακτα κατασκοπεία και εκμεταλλευόμενες τις προσωπικές σχέσεις των υπαλλήλων τους.
Θα έχετε ακούσει υποθέτω ότι ο χώρος της διαφήμισης είναι από τους πλέον απάνθρωπους, ο ανταγωνισμός και η πίεση στους εργαζόμενους συχνά αφόρητα και ότι πολλοί μετά από 10 χρόνια πάνω - κάτω τον εγκαταλείπουν μην αντέχοντας άλλο. Φανταστείτε να βλέπετε όλα αυτά να συμβαίνουν στην Ιαπωνία του 1958 (στην Ελλάδα δεν είχαμε ακόμα ιδέα): Πάνω απ' όλα βρίσκεται η επιτυχία της εταιρίας, η οποία ουσιαστικά είναι σημαντικότερη από την οικογένεια, τον έρωτα ή ό,τι άλλο. Η εταιρία - ή το εκάστοτε προϊόν της - πρέπει να νικήσουν, να είναι πρώτα σε πωλήσεις με οποιοδήποτε κόστος. Οι προσωπικές σχέσεις των υπαλήλων βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα ή (ακόμα χειρότερα) χρησιμοποιούνται ύπουλα για το καλό της εταιρίας. Η πίεση ειναι εξοντωτική.
Ο Masumura χρησιμοποιεί το χιούμορ, αλλά και το δράμα για να μας δείξει κάθε άλλο παρά αστεία πράγματα. Στις εταιρίες κυριαρχεί το "ο θάνατός σου η ζωή μου". Οποιοσδήποτε έχει ηθικές αντιρρήσεις, όσο ψηλά στην ιεραρχία κι αν βρίσκεται, παραμερίζεται. Είναι η πρώτη φορά που είδα σε ταινία να αμφισβητείται τόσο ανοιχτά η περίφημη εργασιομανία των Ιαπώνων. Όπως και το βαθύτατα ριζωμένο πιστεύω τους ότι "πρέπει οπωσδήποτε, πάσει θυσία, να νικήσουμε", ανεξάρτητα του αν η νίκη αφορά την ίδια τη χώρα, την εταιρία ή τη συγκεκριμένη σειρά καραμελών. "Είμαστε Ιάπωνες" λέει κάπου ένας από τους ήρωες. "Δεν ξέρω τι κάνουν στην Αμερική ή την Ευρώπη, εμείς όμως πρέπει πάντοτε να νικούμε". Φυσικά στο βωμό της επιτυχίας οι προσωπικές ζωές, οι σχέσεις, ερωτικές, οικογενειακές, φιλικές, η ίδια η προσωπικότητα του ατόμου, συντρίβονται. Ο βασικός ήρωας, που προσπαθεί να αντισταθεί, καταλήγει... ας μη σας πω πώς ακριβώς, στο θαυμάσιο, τραγικό και συγχρόνως βαθύτατα ειρωνικό τέλος.
Όλα αυτά, ξαναθυμίζω, στα '50ς! Μέσα σε ένα συχνά κιτς σκηνικό, με τις απίστευτα γελοίας αισθητικής για τα σημερινά δεδομένα διαφημιστικές καμπάνιες, με τους ηθοποιούς να φωνάζουν πολύ, όπως συμβαίνει πάντα σχεδόν στις γιαπωνέζικες ταινίες, ο σκηνοθέτης αμφισβητεί βαθιά το γιαπωνέζικο οικονομικό θαύμα, τις εργασιακές δομές του καπιταλισμού γενικότερα όπως αυτές αποτυπώνονται στις μεγάλες εταιρίες, τον εκμηδενισμό της προσωπικότητας και της ηθικής μπροστά στην επαγγελματική επιτυχία, και κάνει πλάκα και με το σταρ σύστεμ. Πολύ ενδιαφέρον, αν ξενασκεφτεί κανείς την εποχή. Α, και να μη ξεχάσω, τέλος, την παράδοξη σκηνή του "εξωτικού" νούμερου της σταρ πρωταγωνίστριας, που, σε σκηνικό ζούγκλας, τραγουδά διαρκώς για... κανιβαλισμό!

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 17, 2011

ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΥΨΕΙΣ "ΣΤΟΝ ΠΑΓΟ"


Το "On The Ice" (2011) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Andrew Okpeaha MacLean. Γυρισμένη στην Αλάσκα, μας δίνει μια σπάνια ευκαιρία να δούμε την καθημερινότητα της παγωμένης αυτής περιοχής.
Βρισκόμαστε σε μια μικρή, γεμάτη χιόνι και πάγο πόλη, την εποχή της διαρκούς μέρας, όταν δηλαδή ο ήλιος δεν δύει επί εβδομάδες. Η νεολαία της πόλης προσπαθεί να σκοτώσει την τεράστια ανία της με χιπ χοπ, κόντρες με μηχανοκίνητα έλυθρα, αλκοόλ και ναρκωτικά. Η ιστορία θα αρχίσει όταν, σε μια έρημη, κάτασπρη περιοχή έξω από την πόλη, ένας νεαρός θα σκοτώσει σ' έναν καυγά ένα φίλο του.
Το φιλμ είναι περισσότερο κοινωνικό και όχι αστυνομικό. Ο φόνος είναι η αφορμή για να ξεκινήσει μια σειρά από ψέματα, τύψεις, άγχη. Ουσιαστικά, κάτω από την εκτυφλωτική λευκότητα του τοπίου, υποβάσκει η απόλυτη ανία, η κενότητα των νεαρών, η έλλειψη οποιουδήποτε πιστεύω. Αυτό κυρίως είναι που καταγράφει η ταινία. Βλέπετε, τυπικά βρισκόμαστε στις ΗΠΑ, οι εικόνες όμως που βλέπουμε κάθε άλλο παρά αυτές που έχουμε δει σε εκατοντάδες αμερικάνικα φιλμ μας θυμίζουν.
Οι πρωταγωνιστές είναι όλοι Εσκιμώοι και μιλάνε αγγλικά γεμάτα με πολλές λέξεις της παλιάς τους γλώσσας. Οι σχετικά αργοί ρυθμοί και η περιγραφή της βαρετής καθημερινότητας των ηρώων, μπορεί να κουράσει πολλούς θεατές. Τα συναισθήματα των πρωταγωνιστούν έχουν ενδιαφέρον, η πάλη τους ανάμεσα στην απόκρυψη του τι ακριβώς συνέβει και στις τύψεις και την αποκάλυψη της αλήθειας είναι σε κάποια σημεία δραματική, συνολικά όμως το φιλμ κυλά μάλλον δύσκολα. Δεν το θεωρώ κακό, σε καμία περίπτωση, ούτε όμως και κάτι συγκλονιστικό. Έχει πάντως το ενδιαφέρον του και σαν μια ντοκιμαντερίστικη, ρεαλιστική καταγραφή μιας κοινωνίας που ελάχιστα γνωρίζουμε, που ακόμα παραπαίει ανάμεσα στον σύγχρονο κόσμο και τις προγονικές παραδόσεις και συνήθειες. Οι σύγχρονοι ήρωες, βλέπετε, έχουν κινητά, ακούν χιπ χοπ και κάνουν πάρτι, αλλά κυνηγάνε και φώκιες, γνωρίζουν σαν την παλάμη τους το κατάλευκο, ολόιδιο για μας τοπίο ή τα καπρίτσια του πάγου, μιλάν και την αρχαία γλώσσα τους. Το στοιχείο αυτό είναι νομίζω πολύ ενδιαφέρον. Καθώς και η διαπίστωση (για μια ακόμα φορά) ότι το κλίμα και το τοπίο μπορεί να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό - αν όχι στο μεγαλύτερο - το τι συμβαίνει και πώς δομείται μια κοινωνία.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2011

Ο ΠΙΟ ΙΔΙΟΡΥΘΜΟΣ "GUARD" ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ)


Ο John Michael McDonagh είναι αδελφός του Martin McDonagh, που το 2009 νομίζω μας είχε δώσει το πολύ καλό "In Bguges". Ίσως γι' αυτό το ντεμπούτο του πρώτου "The Guard" (2011) έχει κάτι από την τρέλα και το κλίμα της ταινίας του αδελφού του.
Πρόκειται και πάλι για μια μαύρη, ανορθόδοξη και καθόλου αμερικάνικη αστυνομική κωμωδία, που διαδραματίζεται σε απομονωμένη περιοχή της Ιρλανδίας, όπου όλοι μιλάνε κέλτικα, αρνούνται να συννενοηθούν στα αγγλικά και, φυσικά, δεν χωνεύουν τους άγγλους.
Ολόκληρο το φιλμ είναι στηριγμένο στην απίθανη προσωπικότητα του μπάτσου του χωριού, του εκπληκτικού Μπρένταν Γκλίσον. Ο οποίος πάει μόνο με πόρνες, παίρνει μικρομίζες από παράνομες μικροδουλειές, πίνει και καταναλώνει ουσίες και είναι, δίχως σχεδόν να το αντιλαμβάνεται, ρατσιστής. Όλα αυτά. Κι όμως ο απαράδεκτος αυτός τύπος είναι ο πιο τίμιος μέσα σε ένα απόλυτα διεφθαρμένο ευρύτερο περιβάλλον με μπάτσους, πολύ ανώτερούς του, που παίζουν πολύ χοντρότερα παιχνίδια. Όταν λοιπόν ένα μεγάλο φορτίο ναρκωτικών φτάσει στο ξεχασμένο χωριό του, θα αναλάβει δράση σχεδόν μόνος του. Ή μάλλον με μοναδική βοήθεια αυτή ενός αμερικάνου μαύρου αστυνομικού του FBI, ο οποίος είναι πολιτικά ορθός, τυπικός και "άψογος" όσο δεν παίρνει. Το δίδυμο είναι αμίμητο.
Φυσικά μιλάμε για τον απόλυτο θρίαμβο του μη πολιτικώς ορθού χιούμορ. Οι ατάκες είναι βιτριολικές, ο ήρωας είναι απο τις πιο παράδοξες, αντιφατικές και, τελικά, αστείες φιγούρες που έχουμε δει στην οθόνη τα τελευταία χρόνια, και το αγγλικό χιούμορ δείχνει τα δόντια του απέναντι στο βαρετό πλέον αμερικάνικο (προσοχή: εξαιρέσεις υπάρχουν παντού και πάντοτε).
Η ταινία διαθέτει, κατά τη γνώμη μου, σωστές δόσεις δράσης και χιούμορ, ώστε να πετυχαίνει και στα δύο. Προσέξτε όμως: Επειδή δεν βρισκόμαστε στο Χόλιγουντ, ούτε ξεκαρδιστικό θα το έλεγα το χιούμορ - μάλλον υπόγειο είναι - ούτε καταιγιστική τη δράση. Και τα δύο, παρά την πολύ καλή σκηνοθεσία, είναι συνειδητά σχετικά χαμηλότονα. Υπάρχει στο μέσον και η ανθρωπιά (η σχέση του αστυνομικού με τη μητέρα του), καθώς και η αστεία περιγραφή του χωριού και των τύπων της. Γενικά, όπως καταλάβατε, απόλαυσα την ταινία. Και αν δεν είστε κολλημένοι με χολιγουντιανά πρότυπα, μάλλον θα την απολαύσετε και σεις.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2011

Η ΓΗ ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΗΣ "ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ"


Το έχω ξαναπεί: Τον Lars von Trier άλλοτε τον μισώ κι άλλοτε τον θαυμάζω. Η "Μελαγχολία" του 2011, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, αφού πρόκειται για φιλμ που με συγκίνησε και συγχρόνως με μάγεψε με την απίστευτη εικαστικότητά του. Πιθανόν ο Τρίερ να είναι τρελός, αλλοπρόσαλλος, προβοκάτορας, ναζί ή όλα αυτά μαζί. Όλα αυτά όμως, κι άλλα τόσα πιθανόν, δεν κάνουν την ταινία του να μου αρέσει λιγότερο.
Πάσχοντας από κατάθλιψη ο ίδιος, σκιαγραφεί εδώ την φοβερή αυτή ψυχική ασθένεια και, κάνοντας ένα λογικό άλμα, τη θεωρεί ως κάτι που απειλεί ολόκληρο τον πλανήτη. Φτάνει μάλιστα να την ταυτίσει με το τέλος του κόσμου. Διότι η ταινία, μπαίνοντας με τον προσωπικό του φυσικά τρόπο στα χωράφια της επιστημονικής φαντασίας, μιλά γι' αυτό το τέλος, όσο και για την αρρώστια.
Αυτό που ξενίζει αρχικά είναι ο χωρισμός του φιλμ σε δύο μέρη ("Τζαστίν" και "Κλερ", τα ονόματα δηλαδή των δύο αδελφών που πρωταγωνιστούν), τα οποία μοιάζουν πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Μετά από μια πραγματικά εκθαμβωτική εικαστικά εισαγωγή, με εικόνες σε slow motion που παραπέμπουν σε παλιότερα και σύγχρονα εικαστικά έργα, το πρώτο μέρος προσγειώνεται στο ρεαλισμό και παρακολουθεί τη γαμήλια δεξίωση της ηρωίδας, που γίνεται με πλήρη χλιδή στον πύργο του ζάπλουτου κουνιάδου της, και την βαθμιαία βύθισή της στην κατάθλιψη. Βρήκα τη μελέτη της ασθένειας πολύ δυνατή. Στο μέρος αυτό ο Τρίερ βρίσκει επίσης την ευκαιρία να σαρκάσει την κενότητα και τη ματαιοδοξία της άρχουσας τάξης, φτιάχνοντας χαρακτήρες - καρικατούρες (οι διαζευγμένοι γονείς της νύφης, ο ορθολογιστής οικοδεσπότης, ο οργανωτής της τελετής, ο κουμπάρος - αφεντικό κλπ.) και καυτηριάζοντας τόσο την υποκρισία όσο και την εσωτερική σκληρότητα του κόσμου τους. Μερικές φορές μάλιστα χρησιμοποιεί και χιουμοριστικές πινελιές. Το όλο κλίμα θυμίζει "Οικογενειακή Γιορτή" και γενικότερα φιλμ όπου, με αφορμή μια τελετή, πολλά σκοτεινά μυστικά αποκαλύπτονται. Στο δεύτερο μέρος κυριαρχεί περισσότερο μια άλλη ψυχική κατάσταση, το άγχος. Ουσιαστκά πρόκειται για το άγχος του θανάτου, που εδώ "μεταμφιέζεται" στο άγχος για το τέλος του κόσμου. Οι εικόνες γίνονται ποιητικές, μεταφυσικές, σκοτεινές, για να καταλήξουν στο πολύ δυνατό φινάλε.
Έχοντας υπ' όψη και τα δύο μέρη, άλλο ένα νόημα γεννιέται στο μυαλό μου: Η ματαιότητα των ανθρώπινων προσπαθειών, αλλά και η γελοιότητα όλης της απίστευτης πολυτέλειας που παρακολουθήσαμε στο πρώτο μέρος. Έτσι η κενότητα, το απόλυτο τίποτα όλων αυτών των χάι τύπων, υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο μπροστά στο συμπαντικό πεπρωμένο.
Η τελική "συμβουλή" του Τρίερ μοιάζει να είναι η στωικότητα. Μόνο οπλισμένοι μ' αυτήν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτό που μας περιμένει όλους τελικά. Έτσι το τέλος του φιλμ αποτελεί ένα κράμα γλυκύτητας και απαισιοδοξίας. Πώς γίνεται αυτό; Θα το δείτε. Σ' εμένα πάντως, αυτό το ανάμεικτο συναίσθημα μου άφησε.
Πρόκειται για μια από τις καλύτερες, κατά τη γνώμη μου, στιγμές του δημιουργού. Του οποίου, πάντως, το αλλοπρόσαλλο δεν θα σταματήσω να επισημαίνω: Στωικός εδώ, υπέρ της σκληρής εκδίκησης παλιότερα (Dogville), απόλυτα μοιρολάτρης σε βαθμό αντιδραστικότητας αλλού (Manderlay), χριστιανός κάποτε (Δαμάζοντας τα Κύματα)... και δεν θυμάμαι τι άλλες ηθικές / φιλοσοφικές στάσεις πήρε στο παρελθόν και δεν τολμώ να σκεφτώ τι άλλο θα δούμε στο μέλλον. Αν μη τι άλλο, ο σχεδόν παρανοϊκός δανός δεν μας κάνει ποτέ να πλήξουμε. Έστω και μισώντας τον.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 13, 2011

ΕΝΑΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΣΚΛΗΡΟΣ "ΕΓΓΛΕΖΟΣ"



Θεωρώ τον "Εγγλέζο" (The limey) που γύρισε το 1999 ο Steven Soderbergh μια από τις καλύτερες ταινίες του. Με έναν εξαιρετικό μάλιστα Τερενς Σταμπ, που παίρνει όλο το φιλμ πάνω του.
Ένας εγγλέζος που μόλις βγήκε από τη φυλακή πάει στην Αμερική για να βρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δολοφονήθηκε η κόρη του. Ανακαλύπτει ότι αυτή τα είχε με έναν παραγωγό δίσκων, αληθινό απομεινάρι των '60ς, ο οποίος τώρα τα έχει με μια άλλη πανέμορφη μικρή. Φυσικά η βία είναι ζήτημα χρόνου να ξεσπάσει.
Αυτό που από την πρώτη στιγμή εντυπωσιάζει, είναι το εξαιρετικό και πρωτότυπο μοντάζ του Soderbergh. Κοφτό, με διαρκή μπρος - πίσω στο χρόνο, με επαναλήψεις, παίζει με την αντίληψη του θεατή και αποτελεί το σήμα κατατεθέν της ταινίας. Πέραν αυτού όμως ενδιαφέρον έχει και ο χαρακτήρας του σκληρού εγγλέζου, που βρίσκεται έξω από τα νερά του όταν βουτά στην αμερικάνικη κουλτούρα. Και βέβαια, καλτ στοιχείο είναι και η παρουσία του "κακού" Πίτερ Φόντα, που ουσιαστικά παίζει τον εαυτό του και βρίσκεται στα καλύτερά του όταν αφηγείται ιστορίες από την εποχή αυτή που - ποιος ξέρει; - μπορεί νά' ναι και αληθινές και να τις έζησε ο ίδιος...
Η ταινία δεν επικεντρώνεται τόσο στη δράση - η οποία πάντως υπάρχει - όσο στις σχέσες μεταξύ των ηρώων και κυρίως στην προσωπικότητα του πατέρα. Προσπαθεί άραγε να βρει όντως το δολοφόνο της κόρης του ή όλο αυτό είναι γέννημα τύψεων, αφού ποτέ του δεν της στάθηκε σαν πατέρας; Μήπως λοιπόν απλώς προσπαθεί να εξιλεωθεί; Και, τελικά, τι μπορεί να ξέρει αυτός για την κόρη του, που ουσιαστικά τη θυμάται μόνο σαν παιδί;
Ενδιαφέρον φιλμ, γυρισμένο με τρόπο που μπορεί να ξενίσει τον μέσο θεατή, βρίσκει τον δημιουργό του σε σχετικά πειραματική διάθεση. Ένα δημιουργό που πάντοτε αρεσκόταν να αλλάζει στιλ από ταινία σε ταινία. Διότι, τι σχέση έχουν το ριμέικ του "Σολάρις" με τα διάφορα "Ocean δεκακάτι", το ανεξάρτητο "Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες" με την κατάβαση στον κόσμο του φανταστικού στο "Κάφκα", η κοινωνική και οσκαρική "Έριν Μπρόνκοβιτς" με το "Traffic"; Πάντως, ξαναλέω, νομίζω ότι στο "Limey" ο Soderbergh βρίσκεται στις καλές στιγμές του.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 10, 2011

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2010-1011

Σεπτέμβρης. Παραδοσιακή αρχή νέας σεζόν. Να λοιπόν και οι γνωστοί απολογοσμοί: Τα καλύτερα της περιόδου 20010-2011 κατά την αυστηρά προσωπική μου γνώμη, που άλλους μπορεί να ενθουσιάσει και άλλους να εξοργίσει (και φυσικά υπάρχουν και όλες οι ενδιάμεσες καταστάσεις). Οι κανόνες που θέσπισε παλαιόθεν το μπλογκ (αυθαίρετα βεβαίως) παραμένουν οι ίδιοι:
Α. Ως "σεζόν" θεωρείται η περίοδος που ξεκινά από 1 Σεπτέμβρη του 2010 και λήγει στις 31 Αυγούστου του 2011. Περιλαμβάνονται κυρίως ταινίες που παίχτηκαν στις ελληνικές οθόνες (και λίγες που είδα σε dvd)
Β. Οι 10 καλύτερες ταινίες παρατίθενται ΟΧΙ με αξιολογική σειρά, αλλά αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη. Έχω πολλές φορές πει ότι μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάθε λογής "καλύτερο", πολύ περισσότερο δε να αποφασίσω ποια ταινία (ή βιβλίο ή δίσκος ή κόμικς ή οτιδήποτε άλλο) βρίσκεται π.χ. στο νο 6 και ποια στο νο 7. Έτσι έχουμε τις 10 καλύτερες γενικά (κι αυτές με βαριά καρδιά) και άλλες 10 που ξεχώρισαν (μερικές από τις οποίες κάλλιστα θα μπορούσαν να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα) - πάντοτε κατά τη γνώμη μου.
Γ. Δεν περιλαμβάνονται οι παλιές ταινίες, κλασικές ως επί το πλείστον, που ξαναβγήκαν σε πρώτη προβολή. Ως γνωστόν το καλοκαίρι γίνεται χαμός από παλιά αριστουργήματα. Ε, αυτά δεν παίζουν.

Να λοιπόν οι 10 καλύτερες:
1. Μαύρος Κύκνος του Daren Aronofski
2. Σιωπηλές Ψυχές του Aleksei Fedorchenko
3. Social Network του David Fincher
4. Blue Valentine του Derek Gianfrance
5. Winter's Bone της Debra Granik
6. King's Speech του Tom Hooper
7. Animal Kingdom του David Michod
8. Let me In του Matt Reeves
9. Never Let me Go του Marc Romanek
10. Rango του Gore Verbinski

Να και οι επόμενες 10 που ξεχώρισα, κάποιες από τις οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα:

1. Ίσως Αύριο της Suzanne Bier
2. L'Illusionist του Sylvain Chomet
3. True Grit των Joel & Ethan Coen
4. Είμαι ο Έρωτας του Luca Guadagnino
5. Μέλι του Semih Kaplanoglu
6. Venus Noir του Abdel Kechiche
7. Έχουμε Πάπα του Nani Moreti
8. Μαχαιροβγάλτης του Γιώργου Οικονομίδη
9. Όταν θέλω να Σφυρίξω, Σφυρίζω του Florin Sebran
10. Pina του Wim Wenders

Και μια ειδική αναφορά επίσης στα :
- Χάρισμα της Χριστίνας Ιωακειμίδη
- Machete του Robert Rodriguez
- Attenberg της Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγκάρη
- Four Lions του Christopher Morris
- Η Τελευταία Ακροβάτισα της Μαδρίτης του Alex de la Iglesia

Αυτά από μένα και καλή νέα κινηματογραφική (και όχι μόνο) χρονιά.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 09, 2011

Ο ΠΆΠΑΣ ΔΕΝ ΜΕΝΕΙ ΠΙΑ ΕΔΩ...


Να λοιπόν που το 2011 ο Nanni Moretti αποφασίζει να τα βάλει με τον πάπα και το Βατικανό εν γένει. Τολμηρή απόφαση, καθώς όλοι ξέρουμε την ψύχωση που έχουν οι καθολικοί - οι ιταλοί ιδιαίτερα - με τον πάπα τους. Όμως το "Habemus Papam" (Έχουμε Πάπα!) δεν είναι ακριβώς μια βιτριολική σάτιρα ενάντια στο Βατικανό. Δεν έχει, ας πούμε, σχέση με τα πύρινα βέλη που εκτόξευσε ο Μορέτι ενάντια στον Μπερλουσκόνι στον "Αλιγάτορα" (δίχως αυτό να έχει σχέση με το αν πρόκειται για καλή ή κακή ταινία. Προσωπικά ο "Πάπας" μου άρεσε πολύ περισσότερο). Στο φιλμ προέχει κυρίως το κωμικό στοιχείο - που τυχαίνει να επικεντρώνεται στο Βατικανό - αλλά και μια έκδηλη τρυφερότητα, μια ζεστή ματιά στην τρίτη ηλικία, τα προβλήματά της και τη χαμένη νεότητα.
Ο ήρωας καρδινάλιος λοιπόν (πολύ καλός ο Μισέλ Πικολί), αν και απόλυτο αουτσάιντερ, εκλέγεται στα καλά καθούμενα πάπας. Είναι το τελευταίο πράγμα που θέλει. Σημειωτέον, στην πολύ αστεία αρχική σκηνή, όλα τα φαβορί προσεύχονται σιωπηλά να μην εκλεγούν, αφού κανείς δεν θέλει τη μεγάλη ευθύνη. Φαντάζομαι ότι αυτό βρίσκεται στον αντίποδα της πραγματικότητας, όπου μάλλον γίνεται σφαγή και πλήθος από ίντριγγες για το ποιος θα βγει, αλλά παραμένει αστείο και ανατρέπει με τόλμη τα διάφορα πιστεύω περί "θείας αποστολής" κλπ. Ο νέος πάπας λοιπόν, σε πλήρη πανικό και τρακ, αρνείται να ευλογήσει με τον παραδοσιακό τρόπο τα πλήθη που περιμένουν έξω από τον άγιο Πέτρο και να αναλάβει τα καθήκοντά του εν γένει... και ακολουθεί το χάος.
Ξαναλέω ότι ο Μορέτι επιμένει στην αστεία, καρικατουρίστικη πλευρά του όλου πράγματος. Δεν δείχνει να μισεί, να θέλει να ξεμπροστιάσει και να καυτηριάσει το όλο σύστημα, απλώς κάνει πλάκα μαζί του. Βάζει τους σεβάσμιους καρδινάλιους να κάνουν σα σχολιαρόπαιδα (όλα τα λεφτά το... πρωτάθλημα βόλεϊ ανάμεσά τους), τους υποψήφιους πάπες να συμπεριφέρονται σαν υποψήφιοι διαχειριστές πολυκατοικίας, θεωρώντας δηλαδή τη παποσύνη μια ευθύνη που ουδείς θέλει να αναλάβει κλπ. Από την άλλη ο νέος με το ζόρι πάπας είναι ένας γλυκός γεράκος, που αναπολεί τα νιάτα και την παλιά του ζωή, καθώς έρχεται σε επαφή με το δρόμο και την αληθινή ζωή μετά από πολλά χρόνια, ενώ συγχρόνως νοιώθει την γεροντική άνοια να πλησιάζει. Στο πορτρέτο αυτό βρίσκεται και όλη η τρυφερότητα της ταινίας. Από την άλλη πάλι ούτε ο ψυχαναλυτής που καλείται να "θεραπεύσει" τον πάπα και εγκλωβίζεται άθελά του στο Βατικανό, άθεος ο ίδιος, δεν φαίνεται να διαθέτει τις λύσεις για το πρόβλημα. Άλλωστε έχει κι αυτός τα δικά του προβλήματα. Ίσα - ίσα που ο ακούσιος εγκλεισμός του κάνει να ξυπνήσει το παιδί μέσα του και, τελικά, υποψιαζόμαστε ότι μπορεί και να τη βρίσκει ανάμεσα στους γηραιούς καρδινάλιους. Οπότε η σάτιρα του Μορέτι πιάνει και το "αντίπαλο δεος" της θρησκευτικής θεώρησης των πραγμάτων.
Με την κωμωδία - ξεκαρδιστική ενίοτε - και τη γλυκύτητα μαζί, μοιρασμένες σε ίσες θα έλεγε κανείς δόσεις, η ταινία με κέρδισε, δίχως μάλλον να είναι η καλύτερη του δημιουργού της. Και, παρά την τακτική της "μη άμεσης επίθεσης", τη βρήκα τολμηρή έστω και μόνο για το θέμα της. Αλήθεια, θα μπορούσατε να φανταστείτε μια ελληνική κωμωδία με ήρωα έναν σχεδόν ξεμωραμένο έλληνα αρχιεπίσκοπο;

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 08, 2011

ΠΩΣ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΕΤΕ ΤΟ ΦΡΙΧΤΟ ΣΑΣ ΑΦΕΝΤΙΚΟ


Η χολιγουντιανή αμερικάνικη κωμωδία έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια ένα εντελώς διαφορετικό προφίλ απ' αυτό που είχε παλιά. Δεν έχει προχωρήσει βέβαια σε ιδιαίτερα βαθιές αναλύσεις και καυτηριασμούς των κακώς εχόντων ούτε ακριβώς επιτίθεται στο σύστημα, πλην όμως έχει καθιερώσει μια αθυροστομία, μια λεκτική κυρίως τόλμη, που τις προηγούμενες δεκαετίες θα ήταν αδιανόητη.
Στο γενικό αυτό πλαίσιο κινούνται και τα "Αφεντικά για Σκότωμα" (Horrible Bosses, 2011) του Seth Gordon, ταινία που, εκτός των άλλων, συγκαταλέγεται και στο είδος της μαύρης κωμωδίας, που προσωπικά μ' αρέσει. Τρεις αναξιοπαθούντες από εφιαλτικά αφεντικά (το ένα μάλιστα στα όρια της παράνοιας και του σαδισμού), αποφασίζουν να κάνουν το μόνο που τους απομένει για να σωθούν (κυριολεκτικά σε κάποιες περιπτώσεις): Να τα δολοφονήσουν. Όντας όμως "κανονικοί άνθρωποι" δεν έχουν ιδέα πώς γίνεται αυτό και τι ακριβώς πρέπει να κάνουν. Από αυτό το στοιχείο πυροδοτούνται οι περισσότερες αστείες καταστάσεις. Καθώς και από τη χημεία ανάμεσα στους τρεις διαφορετικούς χαρακτήρες.
Η ταινία διαθέτει ορισμένες πράγματικά ξεκαρδιστικές φάσεις. Είναι και το μάλλον τολμηρό θέμα, είναι και η τόλμη στο λεκτικό μέρος που προαναφέραμε, οπότε όλα συνέτειναν στο να περάσω ένα όντως ευχάριστο δίωρο. Βέβαια, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό, το φιλμ δεν στοχεύει στη σάτιρα του εργασιακού μεσαίωνα τον οποίο διάγουμε, ούτε στη γενική κριτική του συστήματος. Τα περίφημα φριχτά αφεντικά είναι μεμονωμένες περιπτώσεις που δεν μοιάζουν με καμιά άλλη. Μερικές φορές αγγίζουν την καρικατούρα. Είναι περισσότερο ακραία κατασκευασμένοι παρά υπαρκτοί χαρακτήρες. Οπότε μην περιμένετε γενικότερες προεκτάσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν βρήκα, όπως σας είπα, την ταινία αρκετά διασκεδαστική. Όταν μάλιστα, εκτός από το τηλεοπτικής προέλευσης (όπως πληροφορήθηκα) πρωταγωνιστικό τρίο, παρελαύνουν και αρκετοί καλοί ηθοποιοί : Κέβιν Σπέισι, Ντόναλντ Σάντερλαντ, Κόλιν Φαρέλ και - να μη χάσουμε - η Τζένιφερ Άνιστον. Οπότε, αν μη τι άλλο, η διασκέδασσή σας είναι μάλλον εξασφαλισμένη.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 06, 2011

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΙΤΑΛΙΚΑ "ΤΕΡΑΤΑ"


Στη δεκαετία του 60 ο Dino Risi γυρίζει "Τα Τέρατα", ένα σαρκαστικό πορτρέτο της τότε Ιταλίας, και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Το 1977 λοιπόν οι ιταλοί προσπαθούν να επαναλάβουν την επιτυχία γυρίζοντας τα "Μοντέρνα Τέρατα" (I Nuovi Mostri), αναθέτοντας αυτή τη φορά τη σκηνοθεσία σε τρεις μεγάλους σκηνοθέτες τους: Τον Dino Risi (1916-2008), τον Mario Monicelli (1915–2010) και τον Ettore Scola.
Το φιλμ είναι σπονδυλωτό. Αποτελείται μάλιστα από πολλά μικρά, έως πολύ μικρά, σε διάρκεια επεισόδια, που καλύπτουν ένα μεγάλο εύρος της ιταλικής ζωής και κοινωνίας της εποχής. Τρομοκρατία, ρόλος της εκκλησίας, γραφειοκρατία και καθημερινό μπάχαλο, τρίτη ηλικία, μαφία, η υποκρισία της μικροαστικής τάξης, είναι μερικά μόνο απ' αυτά. Τα περισσότερα δίνονται με χιούμορ, άλλα πάλι είναι περισσότερο δραματικά. Συνήθως όμως, ακόμα και κάτω από την αστεία επιφάνεια, κρύβεται μια άγρια, σαρκαστική και καυστική ματιά, που αποκαλύπτει τη γελοία και τραγική συγχρόνως πλευρά της χώρας. Μερικά μάλιστα απ' αυτά είναι, κυρίως με το φινάλε τους, ακόμα και συγκλονιστικά.
Όπως είναι φυσικό, η ύπαρξη πολλών και διαφορετικής θεματικής επεισοδίων κάνει την ταινία άνιση. Μερικά είναι εξαιρετικά, άλλα απλώς μέτρια. Τα προσωπικά μου αγαπημένα είναι: Αυτό με τον καρδινάλιο που αγορεύει ιδιοφυώς σε ναό φτωχής ενορίας, αντικαθιστώντας τη ζωντανή πάλη των αγράμματων ενοριτών με έναν κενό βερμπαλισμό και επιστροφή στη μοιρολατρεία, επεισόδιο που δείχνει με πολύ έξυπνο τον απόλυτα αντιδραστικό ρόλο της εκκλησίας. Αυτό με τον αμίμητο πλούσιο φανφαρόνο, που μεταφέρει με το πανάκριβο σπορ αμάξι του ετοιμοθάνατο τραυματία από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, ανάγλυφη εικόνα του ζαμανφουτισμού των πλουσίων απέναντι στους άλλους ανθρώπους, αλλά και της ιταλικής γραφειοκρατίας και έλλειψης ανθρωπισμού από το κράτος, και τα δύο επεισόδια με την Ορνέλα Μούτι, που αφορούν την τρομοκρατία και τις τραγικές της επιπτώσεις. Όσο γι' αυτό με το επαρχιακό εστιατόριο, είναι ίσως το πιο αστείο - με χοντρό χιούμορ, προειδοποιώ.
Στα συν η παρέλαση "τεράτων" του ιταλικού σινεμά: Βιτόριο Γκάσμαν, Ούγκο Τονιάτσι, Αλμπέρτο Σόρντι, Ορνέλα Μούτι, αλλά και ο δικός μας Γιώργος Βογιατζής. Ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα αφήνει, νομίζω, ανάμεικτες εντυπώσεις, λόγω της ανισότητας των σκετς που προαναφέραμε. Εντάξει, ενδιαφέρον πορτρέτο μιας χώρας, δεν το θεωρώ όμως από τις μεγάλες στιγμές της τόσο ιδιόρυθμης και χαρακτηριστικής ιταλικής κωμωδίας.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 04, 2011

ΠΩΣ Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΕΓΙΝΕ "ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ"


Ας ξεκινήσουμε με την διαπίστωση (για πολλοστή φορά) ότι το Χόλιγουντ βρίσκεται σε απόλυτη ύφεση ιδεών. Τι άλλο σημαίνουν τα άπειρα franchise, τουτέστιν τα σίκουελ, πρίκουελ, ριμέικ και δεν συμμαζεύεται; Έχω βαρεθεί οικτρά όλη αυτή την κατάσταση, αν και συχνά βλέπω και τέτοια για να διαπιστώσω, απο περιέργεια, ως πού θα φτάσουν.
Με αυτά τα δεδομένα στο μυαλό είδα και τον "Πλάνήτη των Πιθήκων: Η Εξέγερση" (Rise of the Planet of the Apes) του Rupert Wyatt (2011), το οποίο ανήκει στη συνομοταξία των πρίκουελ. Είχα κατά νου το ότι είχαν προηγηθεί 5 (!) νομίζω συνέχειες της αρχικής κλασικής ταινίας επιστημονικής φαντασίας, υπήρχε και η αποτυχία κοτζάμ Burton με τον δικό του "Πλανήτη των Πιθήκων" (αυτό ήταν ριμέικ και κατά τη γνώμη μου είναι η χειρότερη ταινία του). Ομολογώ λοιπόν ότι ο "Πλανήτης" του 2011 ήταν καλύτερος απ' ό,τι περίμενα, αλλά, παρ' όλα αυτά, καλό είναι να μη βγάζουμε από το νου μας τις διαπιστώσεις της πρώτης παραγράφου.
Εδώ λοιπόν επιχειρείται μια ερμηνεία - διαφορετική απ' αυτή που δίνεται στην πρώτη ταινία της σειράς - για το πώς ξεκίνησαν όλα, πώς φτάσαμε δηλαδή να ζούμε σε έναν πλανήτη που κυριαρχείται όχι από ανθρώπους, αλλά από νοήμονες πιθήκους.
Δεν θα σας αποκαλύψω το πώς (θα ήμουν πολύ κακός αν έκανα κάτι τέτοιο), αλλά πάντως η ερμηνεία που δίνεται και λογικοφανής είναι και στέκει σαν περισσότερο πιθανή από την πρώτη. Το θέμα πάντως είναι ότι το φιλμ με κράτησε αρκετά και, πέρα από το ευχάριστο δίωρο που πέρασα, κατάφερε να περάσει και κάποια "μηνύματα". Στην ταινία του Wyatt λοιπόν οι πίθηκοι, καταπιεσμένοι από τους ανθρώπους σε πολλά επίπεδα, έχουν το ρόλο του σκλάβου που δίκαια εξεγείρεται ενάντια στους καταπιεστές του. Ο θεατής μάλιστα ταυτίζεται και συμπάσχει πολύ περισσότερο με τον ήρωα πίθηκο παρά με τους ανθρώπους, έστω κι αν κάποιοι α'π αυτούς είναι "καλοί". Είναι σα να μας λέει ο σκηνοθέτης "Καλά να πάθετε. Έτσι που τα κάνατε όλα, δικαίως χάσατε τον ίδιο σας τον πλανήτη". Αρκετά τολμηρό μήνυμα για μια υποτίθεται ανώδυνη περιπετειούλα για να περάσει η ώρα, η οποία βεβαίως εξακολουθεί να έχει σαν στόχο τα ταμεία, όπως κάθε blogbuster που σέβεται τον εαυτό του.
Θετικές λοιπόν ως επί το πλείστον οι εντυπώσεις μου, αλλά δεν μπορώ παρά να επαναλάβω τελειώνοντας ότι όσο καλά κι αν γίνεται ένα ριμέικ ή πρι- ή σικουελ, ακόμα κι αν σε κάποιες περιπτώσεις φτάνει να είναι καλύτερο κι απ' το πρωτότυπο, η φτώχεια και το στέρεμα των ιδεών παραμένει. Και στο κάτω - κάτω ένα μέρος της όποιας απόλαυσης εξανεμίζεται αφού εκ των προτέρων ξέρουμε τι περίπου θα δούμε. Συμπαθητική προσπάθεια λοιπόν, αλλά η έκπληξη που μπορεί να προκαλέσει στον σύγχρονο θεατή δεν συγκρίνεται με το πραγματικά συγκλονιστικό φινάλε της πρώτης ταινίας της σειράς των '60ς.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 03, 2011

Μ: Ο ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΩΣ ΑΣΘΕΝΗΣ


Το "Μ" (Μ: Ο Δράκος του Ντίσελντορφ) που γύρισε το 1931 ο Fritz Lang είναι μάλλον η πρώτη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου με ήρωα ένα σίριαλ κίλερ (δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γι' αυτό, είναι πάντως η παλιότερη που γνωρίζω προσωπικά). Είναι λοιπόν εκπληκτικό το πώς - αν και στις αρχές ουσιαστικά του σινεμά - θίγει ορισμένα θέματα που ελάχιστες μεταγενέστερες ταινίες με παρόμοιους ήρωες, από τις δεκάδες που έχουμε δει, θίγουν.
Στο φιλμ παρακολουθούμε την ιστορία ενός ανισόρροπου δολοφόνου που σκοτώνει μικρά κοριτσάκια, σπέρνοντας έτσι τον τρόμο στη γερμανική πόλη όπου ζει. Φυσικά η αστυνομία τον καταζητεί απεγνωσμένα. Ταυτόχρονα όμως (και αυτή είναι η πρώτη καινοτομία του Lang) τον καταζητεί με ακόμα μεγαλύτερο πάθος... ο υπόκοσμος. Γιατί; Επειδή η αστυνομία έχει εντείνει στο έπακρο τους ελέγχους για να τον βρει και βέβαια οι υποψίες πέφτουν κατά πρώτο λόγο στον υπόκοσμο (αυτό είναι ταξικό θα λέγαμε χαρακτηριστικό της εποχής: Ένας παρανοϊκος δολοφόνος δεν μπορεί παρά να ανήκει στις τάξεις του υποκόσμου. Κι αυτό όμως το ανατρέπει ο Λανγκ, αφού ο ήρωας στην υπόλοιπη ζωή του δεν είναι παρά ένας κοινός, καθημερινός ανθρωπάκος). Συλλαμβάνει λοιπόν η αστυνομία κλέφτες, απατεώνες, νταβατζήδες κι ό,τι άλλο, χαλώντας έτσι τις δουλειές τους, που μέχρι τότε διεξάγονταν σχεδόν ανενόχλητα. Από την αρχή λοιπόν ο σίριαλ κίλερ παρουσιάζεται ως κάτι απομονωμένο, που καταδιώκεται εξ ίσου από το νόμιμο και το παράνομο κομμάτι της κοινωνίας. Κοινώς δεν έχει θέση πουθενά.
Η μεγαλύτερη όμως καινοτομία, και σπανιότατη έως σήμερα, είναι η παρουσίαση του σίριαλ κίλερ όχι ως κάτι απόλυτα κακό, αλλά ως κάτι ανίατα άρρωστο. Η τελική εξομολόγηση του ήρωα στο απίστευτο αυτοσχέδιο δικαστήριο των παρνόμων είναι συγκλονιστική. Εκεί περιγράφεται η ψυχική του κατάσταση ως κάτι που με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να ελέγξει και είναι δυστυχισμένος γι' αυτό, υποφέρει κι ο ίδιος από τύψεις, αλλά δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Ο εφιαλτικός σίριαλ κίλερ μας προκαλεί όχι τόσο μίσος, όσο οίκτο. Γίνεται, αν θέλετε, θύμα ο ίδιος. Θύμα της ασθένειάς του πρώτα - πρώτα, αλλά και του όχλου. Διότι, ένα άλλο θέμα του "Μ" είναι ακριβώς η ανεξέλεγκτη ψυχολογία, φασισμός ενίοτε, του πλήθους, που καταδιώκει ανηλεώς το εκάστοτε θύμα του, δίχως να μπορεί να εστιάσει σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Θυμηθείτε σύγχρονα φιλμ με σίριαλ κίλερς: Από τη θαυμάσια "Σιωπή των Αμνών" έως οποιοδήποτε άλλο, πολύ χειρότερο. Πόσες φορές έχετε δει τον δολοφόνο να αντιμετωπίζεται ως κλινική περίπτωση και όχι ως το "απόλυτο κακό"; Στο "Μ" είναι σαφές ότι, αν είμαστε εμείς δικαστές και γνωρίζαμε όσα γνωρίζει ο θεατής, θα κλείναμε ισόβια τον δολοφόνο σε κλινική και όχι σε φυλακή.
Ο Πίτερ Λόρε είναι φυσικά αξέχαστος σ' έναν από τους σημαντικότερους ρόλους της καριέρας του. Εντύπωση προκαλεί όμως και η εξαίρετη χρήση του ήχου από τον Λανγκ, που τότε ήταν ακόμα πρωτόγνωρος στο σινεμά (πρόκειται άλλωστε για την πρώτη ομιλούσα ταινία του). Ο δολοφόνος, ακόμα κι όταν δεν δείχνεται, ξεχωρίζει από έναν σκοπό κλασικής μουσικής που μονίμως σφυρίζει. Έτσι το μουσικό αυτό μοτίβο είναι ικανό να παγώσει τον θεατή απλώς και μόνο όταν ακούγεται, έστω κι αν το πλάνο δείχνει ένα πεντάχρονο παιδάκι που παίζει ξένοιαστο.
Υπάρχουν κι άλλα σημεία που κάνουν την ταινία κλασική. Η κατάδειξη της αγωνίας και του πόνου της μητέρας του θύματος, η καταγραφή του υπόκοσμου και των σχέσεών του με την αστυνομία - μοιάζει να είναι απόλυτα αποδεκτό και νορμάλ το ότι η κοινωνία αποτελείται εξ ίσου από το νόμιμο και το παράνομο μέρος της - και κάμποσα άλλα. Αξίζει όμως να τη δει κανείς απλώς και μόνο ως μια από τις πρώτες (αν όχι η πρώτη) φορές που το σινεμά επικεντρώνεται σε ένα τέτοιο σοκαριστικό για την εποχή θέμα.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 01, 2011

ΣΤΑ "ΑΓΝΩΣΤΑ ΝΕΡΑ" ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ


Κάπου το έχω ξαναγράψει: Υπήρξα φαν της σειράς των "Πειρατών της Καραϊβικής". Ίσως υπεύθυνο γι' αυτό να είναι το κράμα περιπέτειας, χιούμορ (συχνά μαύρου) και σκοτεινιάς - με μια δόση τρόμου - που κυριαρχούσε στις τρεις πρώτες ταινίες. Ίσως πάλι το θαύμα του να έκανε ο Τζακ Σπάροου που έπλασε ο Τζόνι Ντεπ, μια αξέχαστη φιγούρα λίγο τρελή, λίγο μαστουρωμένη, λίγο ροκ σταρ, λίγο γκέι, λίγο... κάτι απ' όλα, σίγουρα αντικομφορμιστική πάντως, που πάντα έβρισκα απολαυστική. Τέλος πάντων, θεωρώ τους τρεις πρώτους "Πειρατές" ένα από τα πετυχημένα και άκρως διασκεδαστικά χολιγουντιανά μπλογκμπάστερ.
Τώρα ο καλός σκηνοθέτης Γκορ Βερμπίνσκι εγκατέλειψε τη σειρά. Το 4ο μέρος "Πειρατές της Καραϊβικής: Σε Άγνωστα Νερά" γύρισε το 2011 ο Rob Marshall, ο οποίος κατά τη γνώμη μου, εκτός του επιτυχημένου ντεμπούτου του "Chicago" (ευπρόσδεκτη αναβίωση μιούζικαλ), δεν έχει κάνει τίποτα αξιόλογο. Οι τέταρτοι αυτοί "Πειρατές" λοιπόν βρίσκουν τον κάπτεν Σπάροου να αναζητεί την Πηγή της Αιώνιας Νιότης (κάτι σαν το Αθάνατο Νερό με λίγα λόγια). Μαζί του όμως την ψάχνουν ο φοβερός πειρατής Μαυρογένης, ο γνωστός μας Μπαρμπόζα, καπετάνιος πλέον αγγλικού πλοίου και μια ολόκληρη ισπανική αρμάδα. Χαμός δηλαδή.
Η σκηνή με τις Σειρήνες είναι όντως υποβλητική και εντυπωσιακή. Και υπάρχουν φυσικά κι άλλες θεαματικές σκηνές και άφθονη δράση (αυτό μας έλειπε να μην υπάρχει). Όμως συνολικά κάτι μου έλειπε και με έκανε να δω το φιλμ "διεκπεραιωτικά", δίχως την απόλαυση των προηγούμενων. Μπορεί να φταίει η σκηνοθεσία, μπορεί η σχετική αφαίρεση του σκοτεινού στοιχείου που είχαν τα τρία πρώτα μέρη. Αφαίρεση εν ονόματι της περισσότερης δράσης, άρα του πιο εύκολα καταναλώσιμου θεάματος. Μπορεί πάλι να είναι ο ξενέρωτος ιεραπόστολος και ο εξ ίσου ξενέρωτος και πάναγνος έρωτάς του με την πανέμορφη Σειρήνα (διάβολε, ούτε ένα λέπι δεν της άγγιξε...). Το πιο πιθανό όμως είναι ότι φταίει η επανάληψη των γνωστών πια μοτίβων - που βαθμιαία γίνονται κλισέ. Ή, για να το πω πιο απλά, βρισκόμαστε στο νο 4 κι αυτό από μόνο του είναι βαρετό. Ο Ντεπ είναι και πάλι απολαυστικός και πολλές ατάκες έξυπνες, αλλά τον έχω ξαναδεί άλλες τρεις φορές και λίγο - πολύ ξέρω πώς θα συμπεριφερθεί. Συνολικά λοιπόν πέρασα μεν δύο μάλλον ευχάριστες ώρες, αλλά η παλιά απόλαυση έχει χαθεί. Φαίνεται ότι προσωπικά χορταίνω με τρία μέρη (το πολύ). Στο τέταρτο επέρχεται κορεσμός. Ωραίος είναι ο μπακλαβάς. Αν όμως σε υποχρεώσουν να φας ένα ολόκληρο ταψί... ξέρετε.
Δείτε το αν επιδιώκετε το γνωστό ξένοιαστο δίωρο σε θερινό σινεμαδάκι. Το πολύ όμως μέχρις εκεί. Δεν υπάρχει πια το στοιχείο της έκπληξης.

eXTReMe Tracker