Παρασκευή, Απριλίου 29, 2011

ΘΑΝΑΣΙΜΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ



"Exam" είναι ο τίτλος της πρώτης ταινίας του Stuart Hazeldine που γυρίστηκε το 2009. Πρόκειται για φιλμ με πολλές ιδιαιτερότητες. Διαθέτει στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, αλλά αυτό δεν είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του. Πολύ πιο βασικά είναι ότι διαδραματίζεται σε απόλυτα real time (ογδόντακάτι λεπτά) και ότι όλα συμβαίνουν μέσα σε ένα δωμάτιο. Δεν υπάρχει ούτε ένα λεπτό γυρισμένο αλλού.
Οκτώ υποψήφιοι καθισμένοι σε θρανία βρίσκονται σε ένα δωμάτιο και περιμένουν να δώσουν εξετάσεις για δουν ποιος θα προσληφθεί σε μια σούπερ - ντούπερ θέση από μια σούπερ - ντούπερ εταιρία. Τόσο η θέση όσο και η εταιρία παραμένουν μυστήρια για τους θεατές τουλάχιστον. Οι κανόνες της εξέτασης δίνονται και αρχίζει ένας αγώνας που συχνά φτάνει στα όρια ζωής και θανάτου...
Σαν δομή η ταινία βρίσκεται κοντά σε "ταινίες δωματίου" όπως το "Man On Earth" ή το "Σλουθ", για τα οποία είχα γράψει παλιότερα. Και όπως ακριβώς σ' αυτές τις περιπτώσεις, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι παρά το ότι η κάμερα δεν εγκαταλείπει ποτέ το γυμνό δωμάτιο, δεν πρόκειται να πλήξετε ούτε στιγμή. Αντίθετα η αγωνία, όσο περνάνε με βασανιστικό τρόπο τα λεπτά, ανεβαίνει. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Δεν έχετε παρά να δείτε το φιλμ για να το μάθετε.
Καταλάβατε ότι βρισκόμαστε σε μία από τις περιπτώσεις όπου κατά 80% (ίσως και παραπάνω) μετρά το σενάριο και όχι η σκηνοθεσία, το θέαμα ή οποιοδήποτε άλλο καθαρά κινηματογραφικό μέσο. Και, φυσικά, η αντίρρηση είναι "γιατί αυτό να είναι σινεμά και όχι θέατρο"; Άλλωστε το φιλμ βασίζεται σε θεατρικό έργο. Η αντίρρηση (που ισχύει απόλυτα και για τα άλλα δύο παραδείγματα που ανέφερα) είναι θεμιτή και κατανοητή. Ωστόσο η ταινία δεν παύει - κατά τη γνώμη μου - να σε κρατά δέσμιό της από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό. Και ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για σινεμά ή για κάτι σαν κινηματογραφημένο θέατρο, το γεγονός αυτό το θεωρώ επιτυχία. Όπως πετυχημένη είναι νομίζω και η σταδιακή σκιαγράφηση των διαφορετικών χαρακτήρων των οκτώ έγκλειστων υποψήφιων.
Παρά το ότι επίσης το τέλος μου φάνηκε κάπως "light" (έμαθα ότι το τέλος του θεατρικού ήταν διαφορετικό), θεωρώ ότι η ταινία ασκεί μια σκληρή κριτική στο όλο σύγχρονο κοινωνικό μότο του αδίστακτου καπιταλισμού που βιώνουμε, που μπορεί να συνοψιστεί στη γνωστή φράση "Ο θάνατός σου η ζωή μου". Οπότε έχουμε άλλο ένα συν, κατ' εμένα τουλάχιστον.
Συνολικά πολύ ενδιαφέρον λοιπόν. Και συγχρόνως αξιοπερίεργο. Κάτι τέτοια φιλμ είναι που δικαιολογούν την άποψη κάποιων (δεν συγκαταλέγομαι, απόλυτα τουλάχιστον, σ' αυτούς) που ισχυρίζονται ότι "αν έχεις στα χέρια σου ένα γερό σενάριο, όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα".

Πέμπτη, Απριλίου 21, 2011

ΤΟ ΜΑΚΡΥ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΣΤΟ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ


Το σινεμά του Χονγκ Κονγκ έχει μακρά παράδοση σε βίαιες, αστυνομικής υφής ταινίες ως επί το πλείστον, που επηρέασαν πολύ τις αμερικάνικες αντίστοιχες (με γνωστότερο ίσως άμεσα επηρεασμένο τον Ταραντίνο). Ο Johnny Mak γύρισε δύο μόλις φιλμ και μετά έγινε πετυχημένος παραγωγός στην πατρίδα του. Το πρώτο απ' αυτά γυρίστηκε το 1984 και είναι "Το Μακρύ Χέρι του Νόμου" (Sheng gang qi bing).
Η ταινία θεωρείται ιστορική λόγω του ότι καθόρισε το είδος που αναφέραμε και επηρέασε την πορεία όλου του σινεμά της χώρας. Μια συμμορία κινέζων (The O Gang) περνά παράνομα στο Χονγκ Κονγκ, που τότε ήταν αγγλική αποικία, άρα μια καπιταλιστική, πλούσια νησίδα στην καρδιά της κομμουνιστικής Κίνας, με σκοπό τα μέλη της να βγάλουν λεφτά από μια ληστεία και να γυρίσουν πλούσια στην πατρίδα τους. Από την αρχή όμως κιόλας, πριν καν περάσουν στο Χονγκ Κονγκ, όλα πάνε στραβά...
Μπορεί η ταινία να θεωρείται ιδιαιτέρως επιδραστική, όπως είπαμε, προσωπικά όμως μάλλον βαρέθηκα. Δεν αντέχω τους ηθοποιούς που ουρλιάζουν συνεχώς αντί να μιλάνε ή το χιούμορ που τουλάχιστον εμένα μου φαίνεται επιπέδου πρώτης δημοτικού. Στο τελευταίο βέβαια μπορεί να κάνω και λάθος, αφού ίσως πολλά αστεία να μην μεταφράζονται και τα κινέζικά μου δεν με βοηθούν ιδιαίτερα. Ωστόσο, με την παρούσα μετάφραση και με τη συνοδεία των αντίστοιχων εικόνων, αυτό εισέπραξα. Φυσικά υπάρχει και πολλή βία (πιστολίδι, κυνηγητά και όχι μόνο), που τότε δεν υπήρχαν ακόμα σε τέτοιο βαθμό στο δυτικό σινεμά. Είναι επίσης γεγονός ότι το φιλμ συνδυάζει τη δράση και τη βία που λέγαμε με το background των μελών της συμμορίας, τις μεταξύ τους σκηνές, την κυρίαρχη ανδρική φιλία και το αίσθημα πίστης στη συμμορία που τους διακρίνει και, το είπαμε κι αυτό, κάποιο κωμικό στοιχείο. Στα δικά μου μάτια πάντως όλα αυτά μάλλον δεν έδεναν καλά, παρά το ότι το τελικό κρεσέντο της σφαγής είναι εντυπωσιακό. Κι ας του έλειπε η αληθινή χορογραφία της βίας που σχεδόν πάντοτε πετυχαίνει ένας Τζον Γου (εκ Χονγκ Κονγκ κι αυτός).
Αν σας ενδιαφέρει το είδος και θέλετε να δείτε μια από τις βασικές ταινίες που επηρέασαν τα χιλιάδες φιλμ με συμμορίες, μαφίες ή ανθυπομαφίες, γιακούζα, πιστολίδια και άλλα τέτοια, από τα οποία κυριολεκτικά βρίθει το ασιατικό σινεμά, σας τη συστήνω. Με αρκετές επιφυλάξεις πάντως.

Τετάρτη, Απριλίου 20, 2011

"SUCKER PUNCH"...ΚΙ ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΤΕΞΕΙ


Η πρώτη σας απορία είναι απόλυτα δικαιολογημένη: Γιατί πάει κάποιος άνω των 15 να δει το "Sucker Punch" που γύρισε ο Zack Snyder (2011); Και μάλιστα όταν σε γενικές γραμμές αντιπαθεί τον Snyder; Η απάντηση είναι μάλλον ότι πρόκειται για μια σινεφίλ διαστροφή, που θέλει όσους την έχουν να βλέπουν ενίοτε και σκουπίδια - εν γνώσει τους μάλιστα - έτσι, για να έχουν άποψη και για τα σκουπίδια. Από την άλλη, όπως έχω ξαναγράψει, ποτέ δεν ξέρεις αν μια ταινία μπορεί να καταχωρηθεί στο προσωπικό σου πάνθεον ως "ένοχη απόλαυση".
Δυστυχώς τίποτα τέτοιο δεν συνέβει με το εν λόγω φιλμ. Αν έπρεπε να το περιγράψω με δυο λόγια, θα το χαρακτήριζα ως τον απόλυτο αχταρμά (συνοδευόμενο μάλιστα με άφθονη βαβούρα). Ο Snyder ακολουθεί υποτίθεται μια μεταμοντέρνα οπτική και βάζει άπειρες αναφορές σε είδη. Μαζεύει και 6 (νομίζω) σέξι και φερέλπιδα κοριτσάκια και φτιάχνει μια ταινία που αποτελείται από ένα όνειρο μέσα στο όνειρο μέσα στο όνειρο (3 επίπεδα) χώνοντας αδίστακτα σκηνές από fantasy, επιστημονική φαντασία, τρόμο, ανατολικές πολεμικές τέχνες, πολεμικά φιλμ και δεν συμμαζεύεται. Ίσως ακούγεται ενδιαφέρον σαν εγχείρημα. Εγώ πάντως μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι είχα βαρεθεί αφόρητα στο πρώτο μισάωρο. Όλα τα ετερόκλητα στοιχεία που χρησιμοποιεί (επίτηδες βέβαια), πολύ απλά δεν δένουν καθόλου κατά τη γνώμη μου, με αποτέλεσμα το όλο πράγμα να μπάζει από παντού και απλώς να βλέπεις ένα απίστευτο συνοθύλευμα εντελώς ετερόκλητων καταστάσεων. Κι ολα αυτά με την απαραίτητη βιντεοκλιπίστικη οπτική και την βαβούρα των εκρήξεων και όλων των άλλων εκκωφαντικών ήχων. Ουφ!
Υπάρχει πιθανόν δεξιοτεχνία στο γύρισμα και στις άπειρες σκηνές δράσης; Δεν το αρνούμαι. Αλλά στην εποχή μας, όπου - περίπου - "όλα έχουν γίνει" και υπάρχει ένα στάνταρ τεχνικό επίπεδο στο Χόλιγουντ τουλάχιστον, αυτό είναι παντελώς αδύνατο να κάνει από μόνο του μια καλή - ή έστω υποφερτή - ταινία. Αφείστε που οι πολλές σκηνές του "τρίτου επίπεδου" των φαντασιώσεων (όχι σεξουαλικών, μη χαίρεστε) της ηρωίδας στερούνται κάθε σεναριακού ενδιαφέροντος, αφού πολύ απλά τις κοπέλες μας "δεν τις πιάνουν οι σφαίρες" και όσο και να τους ρίχνουν από παντού, αυτές μένουν αλώβητες και θα νικήσουν στο τέλος. Ή περίπου. Και υπάρχουν και τα συνεχή "διδακτικά" τσιτάτα, που ίσως εκστομίζονται εν είδει παρωδίας, αλλά δεν παύουν να είναι κλισέ και πολλά, πάρα πολλά, ώστε η επανάληψη να κουράζει. Πολύ περισσότερο όταν είναι του στιλ "Η ζωή του μαχητή έχει ενδιαφέρον, ενώ ο βολεμένος βαριέται" (η ίδια φασιστική οπτική με τους "300"). Αν θέλετε να πάτε στον πόλεμο για να πάψετε να βαριέστε, με γεια σας με χαρά σας. Εγώ πάντως έχω κάτι δουλειές και δεν θα ακολουθήσω.
ΥΓ: Θα πω και του στραβού το δίκιο. Η ταινία διέθετε μια πρωτοτυπία: Το απρόσμενο τέλος, που κάθε άλλο παρά κλισέ είναι, όπως όλο το υπόλοιπο φιλμ. Τόση σκοτεινιά δεν την έχουμε συνηθίσει σε τέτοιες ανούσιες υπερπαραγωγές. Ακόμα κι αυτό όμως το έπνιξε με ένα πλήθος διδακτικών - σε βαθμό εμετικό - κλισέ, που ακούγονται μάλιστα με φωνή off. Κι άλλωστε, ακόμα κι ένα απροσδόκητο τέλος δεν βελτιώνει ιδιαίτερα μια ανυπόφορη ταινία.

Δευτέρα, Απριλίου 18, 2011

ΣΤΗ ΦΡΙΚΗ ΤΗΣ "ΑΓΕΛΗΣ"

"Η Αγέλη" (Le Meute) είναι ένα γαλλικό φιλμ τρόμου (και σπλάτερ) του 2010 που γυρίστηκε από τον πρωτοεμφανιζόμενο Franck Richard. Οποιαδήποτε λοιπόν συζήτηση γι' αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους φίλους του είδους. Οι υπολοιποι, όπως είναι φυσικό, δεν θα περάσουν ούτε απ' έξω. Σαν τέτοιο φιλμ λοιπόν, και αυστηρά μέσα στα πλαίσια του είδους, έχει θετικά και αρνητικά στοιχεία.
Η ιστορία είναι κλασική στο χώρο: Κοπέλα ξεμένει σε έρημη περιοχή της γαλικής επαρχίας, όπου υπάρχει μόνο ένα μπαρ - εστιατόριο - μπακάλικο κλπ. με ιδιοκτήτρια μια ακοινώνητη και άγρια ηλικιωμένη, όπου, όπως αντιλαμβάνεστε, περίεργα και καθόλου ευχάριστα πράγματα αρχίζουν να συμβαίνουν. Σκάει και μια άγρια παρέα μηχανόβιων και κάνει ακόμα χειρότερα τα πράγματα...
Ενώ λοιπόν περιμένεις να δεις μια ακόμα σπλατεριά - έχει φυσικά κι από τέτοιο - ξαφνικά, κάπου στη μέση, εισβάλλει το φανταστικό στοιχείο και ανατρέπει τα αναμενόμενα. Το ατού της ταινίας είναι η εξαίρετη πάντοτε ηθοποιός Yolande Moreau (τη θυμάστε στο "Seraphine";), σε έναν ταιριαστό γι' αυτή ρόλο. Μας έχει συνηθίσει άλλωστε να ερμηνεύει "μη ισορροπημένες" (για να το πούμε κομψά) προσωπικότητες. Ενδιαφέρουσα είναι και η όλη "άρρωστη" ατμόσφαιρα που στήνει ο σκηνοθέτης, μερικές όμορφες και φυσικά σκοτεινές και ανησυχητικές εικόνες, και κυρίως, στην αρχή ως επί το πλείστον, μια σειρά από "κουφούς" χαρακτήρες που μπαινοβγαίνουν στο μπαρ. Σ' αυτές τις σκηνές υπάρχει μαύρο χιούμορ, αλλά και ένας πραγματικά από το πουθενά σουρεαλισμός, που κάνει το όλο πράγμα πιο ενδιαφέρον. Δυστυχώς στη συνέχεια τα ευπρόσδεκτα για μένα αυτά στοιχεία χάνονται βαθμιαία. Να μη ξεχάσω και μια αμυδρή σίγουρα, υπαρκτή πάντως, πολιτική διάσταση, κάτι σαν αλληγορία θα έλεγα. Στα ψιλά βέβαια, μην το πάρετε και πολύ στα σοβαρά και πάτε να δείτε την ταινία γι' αυτό...
Στα αρνητικά σίγουρα θα βάζαμε το κακό ή, τέλος πάντων, πρόχειρο σενάριο. Υπάρχουν ιδέες που δεν ολοκληρώνονται, υπάρχουν μεταπτώσεις των χαρακτήρων που δεν καταλαβαίνεις πώς και γιατί συνέβησαν... και γενικά έμεινα με μια μάλλον ανολοκλήρωτη αίσθηση. Ίσως αν πρόσεχαν περισσότερο το θέμα αυτό να μιλούσαμε για ένα καλό δείγμα του μάλλον εξαντλημένου αυτού είδους. Ευτυχώς πάντως εδώ τουλάχιστον δεν μιλάμε για "torture porno", στα ίχνη των διάφορων "Saw", αν και σε κάποια σημεία φλερτάρει επικίνδυνα και μ' αυτό. Πάλι καλά.

Παρασκευή, Απριλίου 15, 2011

Η ΚΑΘΟΛΟΥ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΖΩΗ ΤΗΣ HANNA


Ο Joe Wright έχει αποδείξει τη μαεστρία του κυρίως σε δράματα εποχής, που στην περίπτωση της "Εξιλέωσης" αγγίζουν τα όρια του έπους. Με τη "Hanna" του 2011 αλλάζει ξαφνικά κλίμα και φτιάχνει μια περιπέτεια δράσης που κάπου εμπλέκει και στοιχεία του φανταστικού.
Η ιστορία δεν είναι ακριβώς πρωτότυπη (στο νου μας έρχεται αμέσως η τριλογία του Bourne), είναι όμως αρκετά ασυνήθιστη: Πατέρας ζει απομονωμένος σε καλύβα κάπου στην παγωμένη Φιλανδία και εκπαιδεύει από τότε ουσιαστικά που γεννήθηκε τη 16χρονη κόρη του, μετατρέποντάς την σε σχεδόν ανίκητη πολεμική μηχανή. Όταν η ίδια δεν αντέχει άλλο τη μοναξιά και νοιώθει ότι είναι πια ενήλικη, τη στέλνει για πρώτη φορά στον κόσμο με σκοπό να βρει μια πράκτορα. Και η εντυπωσιακή περιπέτεια αρχίζει. Η ταινία ξεχωρίζει σίγουρα από περιπέτειες δράσης του σωρού - παράγονται άλλωστε άπειρες τέτοιες κάθε χρόνο. Και για την πολύ καλή της σκηνοθεσία, και για το σχετικά ασυνήθιστο στόρι και για την τρυφερή ιστορία ενηλικίωσης την οποία εμπλέκει έξυπνα. Βεβαίως κυριαρχεί η απόλυτη σκληρότητα. Το κοριτσάκι δεν έχει σχεδόν αισθήματα - ή μάλλον τα ανακαλύπτει τώρα μόλις - και οι "κακοί", με επικεφαλής την Κέιτ Μπλάνσετ - είναι πολύ, μα πολύ κακοί, αδίστακτοι. Η βία είναι φυσικά αρκετή, το σασπένς δεν κάνει κατά τη γνώμη μου κοιλιά ούτε στιγμή, ωστόσο η συγκίνηση και η τρυφερότητα που λέγαμε καταφέρνουν να τρυπώνουν σ' όλα αυτά σε απροσδόκητες στιγμές και μάλιστα δίχως ίχνος μελό, καθώς η μικρή ηρωίδα γνωρίζει ουσιαστικά για πρώτη φορά τον κόσμο. Οι απιθανότητες υπάρχουν σίγουρα, όπως σ' όλες αυτές τις ταινίες που βασίζονται στη δράση, αλλά αφ' ενός κάπως δικαιολογούνται με τις αποκαλύψεις του τέλους και αφ' ετέρου νομίζω ότι είναι σχετικά λίγες για να σε ενοχλήσουν, όταν μάλιστα απολαμβάνεις ένα χορταστικό και μάλλον ασυνήθιστο θέαμα. Η ηρωίδα μάλιστα είναι η εξαιρετική μικρή ηθοποιός Σέρσια Ρόναν, που δίνει μεγάλες υποσχέσεις για το μέλλον και προστίθεται στα συν.
Συνολικά μπορώ να πω ότι το φιλμ - μέσα στα πλαίσια κάποιων από τις συμβάσεις του είδους βέβαια - μου άρεσε αρκετά και θα το κατέτασα στα καλά της χρονιάς. Όσο για τον Joe Wright, αποδεικνύει ότι κάθε άλλο παρά τυχαίος είναι, ότι μπορεί να ελιχτεί σε μια μεγάλη γκάμα ταινιών και ότι σίγουρα μπορούμε να περιμένουμε και πολλά άλλα απ' αυτόν.

Πέμπτη, Απριλίου 14, 2011

ΠΩΣ ΚΑΠΟΙΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ "ΑΓΝΩΣΤΟΣ" ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ

Ο Jaume Collet-Serra είναι ισπανός, αλλά "Ο Άγνωστος" (Uknown) του 2011 είναι μια αγγλογερμανική παραγωγή. Όπου ένας βιολόγος πηγαίνει με τη γυναίκα του στο Βερολίνο για ένα συνέδριο, πέφτει θύμα αυτοκινητιστικού δυστυχήματος, πέφτει σε κώμα κι όταν ξυπνά... κανείς δεν τον γνωρίζει. Κάποιος άλλος έχει πάρει τη θέση του.
Πρόκειται φυσικά για θρίλερ με έντονο σασπένς και κάμποσες ανατροπές. Υπάρχουν κάποια σίγουρα πράγματα: Ναι, αρκετά απ' αυτά τα έχουμε ξαναδεί. Ναι, πολλά απ' όσα συμβαίνουν είναι μάλλον απίθανα - σε σεναριακό επίπεδο εννοώ. Ναι, υπάρχουν όντως πολλές, πάρα πολλές τέτοιες ταινίες. Ωστόσο αυτή εδώ με κράτησε μέχρι τέλους και, παρά το ότι είχα καταλάβει από κάποιο σημείο τι περίπου συνέβαινε, η αγωνία εξακολουθούσε να υπάρχει. Κοινώς είναι πολύ καλογυρισμένη, έχει καλό timing, άφθονο σασπένς και γενικά, παρά τα κλισέ, την ευχαριστήθηκα αρκετά. Είναι και το Βερολίνο που παραμένει μια αγαπημένη πόλη, είναι και ο εξαιρετικός Μπρούνο Γκαντζ (πολυεθνικό φιλμ, το είπαμε), οπότε δεν μπορούμε - αφού βεβαίως δεχτούμε τις συμβάσεις του είδους - παρά να χαλαρώσουμε και να το ευχαριστηθούμε. Να χαλαρώσουμε; Μάλλον δεν θα τα καταφέρουμε, αλλά να, τρόπος του λέγειν... Η άλλη παρατήρηση βέβαια αφορά την ευκολία με την οποία καλογυρισμένα έστω σύγχρονα θρίλερ καταπιάνονται με κυριολεκτικά κοσμογονικά θέματα, που, όπως αποκαλύπτεται, θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο. Ταυτόχρονα καταγγέλονται μεγαλοκαπιταλιστές, πολυεθνικές, διαπλεκόμενα πολύπλοκα συμφέροντα, μυστικές οργανώσεις και υπηρεσίες, θίγονται έστω και ακροθιγώς καυτά σύγχρονα θέματα όπως η παράνομη μετανάστευση και δεν συμμαζεύεται. Κι όλα αυτά μέσα από ένα καλό θριλεράκι, δίχως τίποτα παραπάνω. Να χαρώ επειδή ακόμα και ταινίες ποπ κορν (έστω και καλές του είδους) πολιτικοποιούνται ή να διαπιστώσω κυνικά ότι, αφού έτσι κι αλλιώς αποδείχτηκε ότι η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, τι μας νοιάζει να τα βγάλουμε όλα στη φόρα; Έτσι κι αλλιώς δεν ιδρώνει τ' αυτί των εχόντων τα συμφέροντα που καταγγέλονται, οπότε γιατί όχι; Τσάμπα είναι...
Τέλος πάντων, σαν σχετικά κοινό θρίλερ ξαναλέω ότι το ευχαριστήθηκα και με κράτησε. Ναι, ξέρω πού κατατάσεται αυτό: Στις ένοχες απολαύσεις.

Δευτέρα, Απριλίου 11, 2011

Η ΤΡΑΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

Το 1987 ο Bernardo Bertolucci πραγματοποιεί ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο: Τον "Τελευταίο Αυτοκράτορα", τη ζωή δηλαδή του Που Γι, του τελευταίου αυτοκράτορα της Κίνας. Φυσικά και πρόκειται για μια μεγάλη, εντυπωσιακή παραγωγή, το καλό όμως είναι νομίζω ότι συνδυάζει με καλή ισορροπία το ιστορικό backround μιας εξαιρετικά ταραγμένης εποχής για την αχανή χώρα με την τραγικότητα της προσωπικής ιστορίας του ανθρώπου αυτού. Και, βέβαια, εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε κλασική περίπτωση απόδειξης της μάλλον κοινότοπης ρήσης ότι "Τα πλούτη (ή η δύναμη ή η εξουσία) δεν φέρνουν ευτυχία".
Η παιδική ηλικία του Που Γι, που στέφεται αυτοκράτορας στα... 3 του χρόνια, είναι η απόλυτη "εικονογράφηση" μιας άλλης γνωστής έκφρασης, της έκφρασης "φυλακισμένος σε χρυσό κλουβί". Ως παιδί και ως νέος δεν είχε βγει ποτέ από την Απαγορευμένη Πόλη, το τεράστιο και περιτοιχισμένο συγκρότημα των ανακτόρων δηλαδή. Όταν βγήκε, αφού είχε παντρευτεί δύο γυναίκες, ήταν στην ουσία εξόριστος και με περιορισμένη ισχύ. Περιορισμένη; Ανύπαρκτη μάλλον, αφού σ' όλη του τη ζωή υπήρξε πιόνι στα χέρια διαφόρων που εκπροσωπούσαν πολύπλοκα και συχνά αντικρουόμενα συμφερόντα. Ο ίδιος υπήρξε "καλών προθέσεων" αρχικά τουλάχιστον, ένας αυτοκράτορας που θα ήθελε να είναι μεταρυθμιστής, αλλά... Μετά δε από σειρά άλλων γεγονότων καταλήγει για αρκετά χρόνια φυλακισμένος σε στρατόπεδο εργασίας από το νέο κομουνιστικό καθεστώς και, μετά την απελευθέρωσή του, πεθαίνει σαν απλός, φτωχός κηπουρός.
Όλα αυτά ακούγονται συγκινητικά, ένα είδος ύμνου για έναν άνθρωπο που ουσιαστικά πέρασε το μεγαλύτερος μέρος της ζωής του φυλακισμένος, έστω και με διαφορετικούς τρόπους, έστω και σε "χρυσό κλουβί" όπως είπαμε και σχεδόν ποτέ δεν είχε δική του βούληση. Ωστόσο ο Bertolucci δεν έχει κανένα δισταγμό να επισημάνει και την προσωπική του ευθύνη σε διάφορες φάσεις, κυρίως στην υπόθεση της Μαντζουρίας, όπου αφέθηκε με τη θέλησή του να γίνει υποχείριο των επιθετικών, εθνικιστών γιαπωνέζων, των εχθρών δηλαδή της χώρας του, από φιλοδοξία να ξαναγίνει αυτοκράτορας. Το γεγονός αυτό, που δείχνεται ξεκάθαρα, ισορροπεί τα πράγματα, αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο να γίνει η ταινία μια αγιογραφία (αν και σε κάποια σημεία υποκύπτει σε μάλλον εύκολους συναισθηματισμούς, όπως στη σκηνή με το γρύλο). Ταυτόχρονα το φιλμ κάνει ένα σχόλιο για την εξουσία ή, τέλος πάντων, για μια πολύ ιδιόρυθμη εκδοχή της, αφού η όλη τραγικότητα έγκειται στο ότι ο άνθρωπος αυτός έτυχε να ζήσει σε "τέλος εποχής".
Πέραν όλων αυτών βέβαια, η ταινία είναι θεαματική, χορταστική θα έλεγα, μια μεγάλη τοιχογραφία που καταφέρνει να μας δείξει τις δύο εποχές της Κίνας, την πριν και μετά τον κομουνισμό, επικεντρώνοντας βεβαίως σε μια προσωπική, εντελώς ξεχωριστή περίπτωση. Μετά το τέλος το συναίσθημα που μένει στο θεατή είναι αυτό της τραγικότητας, της τραγικής μοίρας μάλλον ενός ανθρώπου που ήταν πάντοτε υποχείριο άλλων - αν και υπεύθυνος για τα λάθη του, όπως είπαμε. Αν συνυπολογίσουμε και τη θαυμάσια μουσική του Σακαμότο και του Μπερν μεταξύ άλλων, έχουμε νομίζω να κάνουμε με ένα από τα πιο ιδιαίτερα σύγχρονα έπη του κινηματογράφου.

Σάββατο, Απριλίου 09, 2011

Ο RANGO ΚΑΙ Η ΑΓΡΙΑ ΔΥΣΗ

Δεν θα μπορούσε να μην είναι καλό: Παρωδία γουέστερν (αν και άψογο γουέστερν το ίδιο), πλήθος σινεφίλ αναφορών, καλή, τυπική γουέστερν μουσική, η φωνή του Τζόνι Ντεπ και σκηνοθέτης ο πολύ καλος, τελικά, Gore Verbinski (των "Πειρατών της Καραϊβικής" κλπ.) Έτσι το "Rango" του 2011 γίνεται ένα ακόμα από τα εξαίρετα animation των τελευταίων χρόνων, που ξεπερνάν σε εφευρετικότητα το ένα το άλλο. Η είδηση σ' αυτό εδώ είναι ότι δεν είναι φιλμ της Pixar, ούτε καν της Disney, αλλά της νέας στο είδος ILM του Λούκας, που μπαίνει έτσι στο χορό δίχως να έχει τίποτα να ζηλέψει από τις πολύ γνωστότερες άλλες εταιρίες.
Ο Rango είναι χαμαιλέοντας - ηθοποιός, που, εξ αιτίας ενός ατυχήματος, βρίσκεται στην έρημο, καταλήγει σε μια τυπική πόλη του Φαρ Ουέστ (κατοικημένη από ζώα φυσικά), γίνεται σερίφης της... κι αυτά είναι λίγα μόνο από το έξυπνο στόρι. Το πλήθος των αναφορών, το αρκετά ενήλικο χιούμορ, το γεγονός ότι όσοι σκοτώνονται σκοτώνονται κανονικά - σε αντίθεση με άλλα animation - και κάμποσα άλλα στοιχεία το κάνουν να απευθύνεται κυρίως σε μεγάλους (υποθέτω ότι και τα παιδιά θα διασκεδάσουν, θα χάσουν όμως πολλούς από τους "άσσους" που το φιλμ κρύβει στο μανίκι του). Επισημαίνω, για παράδειγμα, την άμεση αναφορά που κάνει στο "Fear and Loathing in Las Vegas" του Γκίλιαμ, αλλά και στο βιβλίο του Hunter Thompson στο οποίο βασίστηκε η ταινία, και μάλιστα αναφορά που έχει σχέση με τη διαρκή μαστούρα των δύο πρωταγωνιστών του φιλμ (υπάρχει άλλωστε αναφορά στην ίδια την πόλη του Λας Βέγκας). Γι' αυτό σας μιλώ για ενήλικες καταστάσεις. Αφείστε και τα σχόλια πάνω σε γνωστές σε όλους και βρώμικες πολιτικές καταστάσεις, όπως στη διαπλοκή εξουσίας - οικονομικών συμφερόντων, την παρωδία μεταφυσικών κλισέ όπως το "πέρασμα από την άλλη πλευρά του δρόμου" (που εδώ είναι και κυριολεκτικό), που θυμίζουν τη "Δύναμη" του Star Wars και άλλα αντίστοιχα τέτοια, την εμφάνιση του ίδιου του Κλιντ Ίστγουντ (σε animation βέβαια)και πολλά άλλα. Υπάρχει δε και το φοβερό μεξικάνικο μουσικό γκρουπ των κουκουβάγιων, που ως άλλος χορός τραγωδίας σχολιάζει τα τεκταινόμενα, που προσθέτει πόντους στην απόλαυση (όπως και η ταιριαστή μουσική γενικότερα).
Γενικά το βρήκα ένα από τα απολαυστικότερα animation των τελευταίων ετών, το ευχαριστήθηκα από τη αρχή ως το τέλος και το συνιστώ. Και σε ενήλικους, έτσι; Προφανώς το καταλάβατε αυτό.

Τετάρτη, Απριλίου 06, 2011

"ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΛΛΟΝΕΣ" ΟΝΤΩΣ!

Ερνστ, Μιρό, Νταλί, Ντελβό... και αρκετοί άλλοι είναι μερικοί από τους πασίγνωστους εκπροσώπους του σουρεαλισμού στα εικαστικά. Ίσως όμως να μην ξέρετε ότι δίπλα τους κινήθηκαν και αρκετές γυναίκες σουρεαλίστριες ζωγράφοι. Που επειδή η κοινωνία μας είναι αντροκρατική (και τις παλιές αυτές εποχές ακόμα περισσότερο), έμειναν στη σκιά των διάσημων αντρών. Όχι, δεν είναι άγνωστες, οπωσδήποτε όμως δεν είχαν την προβολή των αντρών συναδέλφων τους. Λεονόρα Κάρινγκτον, Λεονόρ Φίνι, Λι Μίλερ, Φρίντα Κάλο, Μέρετ Οπενχάιμ, Ρεμέδια Βάρο. Σας λένε κάτι αυτά τα ονόματα; Ίσως αυτό της Κάλο, που είναι γνωστότερη σχετικά. Οι υπόλοιπες όμως; Μ' αυτές τις 6 γυναίκες σουρεαλίστριες ασχολείται το "μικρομέγαλο" (52') ντοκιμαντέρ του 2000 της νορβηγίδας (νομίζω) Anne Kjersti Bjorn "Χαρισματικές Καλλονές". Γιατί καλλονές; Επειδή οι γυναίκες αυτές, εκτός από ταλαντούχες και ανήσυχες, υπήρξαν όντως και όμορφες. Ίσως γι' αυτό άλλωστε να τις ήθελαν τόσο οι (άντρες) σουρεαλιστές στην παρέα τους.
Η σκηνοθέτης δεν επιλέγει σε καμιά περίπτωση μια γραμμική αφήγηση των ζωών και του έργου των γυναικών αυτών. Αντίθετα, πρόκειται για μια έξυπνη, παιχνιδιάρικη ταινία (πιστή στο πνεύμα του σουρεαλισμού άλλωστε), που μιλά "λοξά" για τις ζωές και το έργο τους, έχει αρκετό χιούμορ, χρησιμοποιεί συχνά τεχνικές animation και γενικά σκιτσάρει ένα πετυχημένο κατά τη γνώμη μου περίγραμμά τους, δίχως να κουράσει καθόλου με μακροσκελείς αφηγήσεις / αναλύσεις, ενώ συγχρόνως διαπερνάται από ένα εμφανές φεμινιστικό πνεύμα και κριτικάρει τον ανδροκρατούμενο κόσμο μας (ας σημειωθεί ότι μειωτικές για τις γυναίκες απόψεις εξέφραζε συχνά και ο ίδιος ο Μπρετόν, ο "πατριάρχης" του σουρεαλισμού). Βασικό όχημα είναι η γηραιά πλέον κυρία Κάρινγκτον, έξυπνη, κυνική και ονειροπόλα ταυτόχρονα, παιχνιδιάρα, ανατρεπτική, που που δίνει συνέντευξη στη δημιουργό, και η οποία ήταν η μόνη ζωντανή από τις 6 την εποχή των γυρισμάτων. Παράλληλα παραθέτει τη δουλειά και τα σχόλια μιας σύγχρονης δανέζας καλλιτέχνιδας, η οποία έχει σαφώς επηρεαστεί από τις μεγάλες δασκάλες της.
Ας σημειωθεί ότι οι 6 αυτές καλλιτέχνιδες δεν ήταν οι μόνες σουρεαλίστριες ζωγράφοι. Ωστόσο η επιλογή των συγκεκριμένων έγινε επειδή οι 6 αυτές γνωρίζονταν μεταξύ τους προσωπικά. Άλλες έκαναν στενή παρέα για χρόνια μεταξύ τους, άλλες γνωρίστηκαν σε συγκεκριμένες φάσεις της ζωής τους, όλες όμως ήταν γνώριμες και εκτιμούσαν η μία την άλλη. Μερικές μάλιστα είχαν ερωτικούς δεσμούς και με κάποιους από τους γνωστούς άντρες συναδέλφους τους. Ας σημειωθεί επίσης ότι οι ιδιοσυγκρασίες τους ήταν πολύ διαφορετικές, όπως και τα πιστεύω τους. Όλες όμως ήταν και παρέμεναν σουρεαλίστριες.
Γενικά πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον φιλμ, που αποδεκνύει ξεκάθαρα ότι το ντοκιμαντέρ δεν είναι ντε και καλά "στεγνό", κάτι που απλώς δείχνει γεγονότα, αλλά, όπως και το αφηγηματικό σινεμά, μπορεί να γίνει εξ ίσου δημιουργικό και ευφάνταστο. Αν δε έχετε και ενδιαφέρον για τη ζωγραφική, ε, τότε πρόκειται για την καλύτερή σας!

Τρίτη, Απριλίου 05, 2011

ΑΓΧΩΤΙΚΗ "ΔΙΟΡΙΑ"

Το "A Bout Portant" (που παίχτηκε με τον πρόχειρο τίτλο "Η Διορία", 2010) του Fred Cavayé είναι μια γαλλική αστυνομική ταινία με συνεχή δράση και σασπένς που κυριολεκτικά δεν σ' αφήνουν να ανασάνεις. Από το πρώτο δευτερόλεπτο μέχρι το τέλος η δράση είναι καταιγιστική, ο χρόνος κυλά απόλυτα αγχωτικά, ο ήρωας είναι όλο και περισσότερο παγιδευμένος, ενώ οι ανατροπές δίνουν και παίρνουν.
Η έγκυος γυναίκα ενός νοσοκόμου απάγεται από αγνώστους και ο έντρομος σύζυγος παίρνει ένα τελεσίγραφο που του υπαγορεύει ότι πρέπει να κάνει κάτι εντός τριών ωρών, αλλιώς... Οπότε αντιλαμβάνεστε ότι και κάθε δευτερόλεπτο είναι πολύτιμο και η αδρεναλίνη ανεβαίνει κάθε λεπτό που περνά.
Αυτά σε πρώτο επίπεδο. Που το βρήκα απολαυστικό, καθώς είναι μια από τις πιο καλοκουρδισμένες ταινίες δράσης που είδα τελευταία (με "καλούς" και "κακούς" μπάτσους). Από εκεί και πέρα, βέβαια, αρχίζει ο χορός των σεναριακών απιθανοτήτων. Που δεν θα τις αναλύσω φυσικά μία - μία (δεν θα είχε και νόημα), αλλά σε γενικές γραμμές, πέραν όλων των επί μέρους και βλέποντας το φιλμ συνολικά... πώς να το πω... ε, δεν γίνονται όλα αυτά τα πράγματα μέσα σε τόσο λίγο χρόνο. Ούτε μπορεί να τα κάνει όλα αυτά ένας άσχετος άνθρωπος που κάτι τόσο φοβερό του τυχαίνει στα καλά καθούμενα. Αυτή είναι η γενική αίσθηση. Όταν όμως βλέπουμε τέτοιου είδους ταινίες, νομίζω ότι από την αρχή έχουμε ουσιαστικά αποδεχτεί - έστω και ασυνείδητα - μια σειρά απο αντιρεαλιστικές συμβάσεις. Ξέρουμε ότι θα δούμε κάμποσες απιθανότητες, μπόλικες ταρζανιές, γεγονότα που συμβαίνουν ακριβώς το δευτερόλεπτο που πρέπει, και αρκετά άλλα τέτοια. Κρίνουμε λοιπόν ένα τέτοιο φιλμ από το σασπένς που διαθέτει και όχι (προς θεού) από το αν έχει οποιαδήποτε σχέση με ρεαλισμό. Ως τέτοιο λοιπόν, και με αυτές τις σιωπηρές προϋποθέσεις, η "Διορία" εκπληρώνει το στόχο της πρόκλησης αδρεναλίνης και του συνεχούς σασπένς και μάλιστα τη βρήκα καλύτερη από αρκετές αντίστοιχες αμερικάνικες περιπέτειες. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι οι υπερβολές από τις οποίες βρίθει δεν είναι ακριβώς του στιλ των Die Hard (ρίχνουμε ελικόπτερα, πηδάμε από ταράτσα σε ταράτσα, κυνηγιόμαστε με σχεδόν ιπτάμενα αυτοκίνητα και άλλα τέτοια), αλλά περισσότερο σεναριακής φύσης.
Τέλος πάντων, αν είστε φίλος τέτοιων ταινιών (εγώ μάλλον τις βαριέμαι πλέον), πρόκειται νομίζω για καλό δείγμα. Με όλες τις συμβάσεις, ξαναλέω.

Σάββατο, Απριλίου 02, 2011

ΠΑΡΑΞΕΝΟ "CARGO"

Ξέρατε ότι οι Ελβετοί μπορούν να κάνουν αρκετά καλή επιστημονική φαντασία; Εγώ πάντως ομολογώ ότι όχι. Ωστόσο το "Cargo" του 2009, που γυρίστηκε από τους Ivan Engler και Ralph Etter, είναι καθαρή ΕΦ και μάλιστα καλή, και είναι και γερμανόφωνη ταινία, συνδυασμό που πρώτη φορά συναντώ.
Ένα σκάφος μεταφέρει κάποιο φορτίο σε έναν πλανήτη. Τα μέλη του πληρώματος βρίσκονται σε νάρκη εκτός από ένα κάθε φορά που κάνει "βάρδια". Διάφορα περιστατικά όμως αρχίζουν να βάζουν σε αμφιβολία την ηρωίδα για το τι ακριβώς μεταφέρει το διαστημόπλοιο και τα γεγονότα αρχίζουν να εξελίσσονται ραγδαία.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη, διαθέτει αρκετό σασπένς, κάμποσες ανατροπές, αρκετό κοινωνικό προβληματισμό, δράση δίχως σε καμιά περίπτωση να βασίζεται σ' αυτήν και άλλα στοιχεία που την καθιστούν μια καθ' όλα ενδιαφέρουσα ταινία του είδους, που δεν έχει μάλιστα τίποτα απολύτως να ζηλέψει από αμερικάνικα σχετικά φιλμ (αφού το σινεμά ΕΦ υποτίθεται ότι κυρίως ακμάζει εκεί). Ίσα - ίσα μάλιστα που ξεπερνά κατά πολύ αρκετές αμρικάνικες σχετικές μπούρδες, που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο δυσφημούν το είδος. Αυτό όμως που πραγματικά εντυπωσιάζει είναι τα σκηνικά: Το βασικό σκάφος, το αχανές, δοσμένο με λεπτομέρειες εσωτερικό του, ο διαστημικός σταθμός... το όλο περιβάλλον δηλαδή, το οποίο και απόλυτα πειστικό είναι και, όπως είπα, εντυπωσιακό. Πρόκειται κοινώς για μεγάλη παραγωγή (ή, αν δεν είναι, σε πείθει απόλυτα ότι είναι κι αυτό την κάνει ακόμα πιο αξιέπαινη).
Όσο για το στόρι... όλο και κάπου έχουμε ξαναδεί κάποια από τις πτυχές του, οπότε δεν θα μπορούσα να πω ότι διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, ωστόσο και καλογυρισμένο είναι και σασπένς διαθέτει. Προσωπικά λοιπόν με κράτησε μια χαρά. Και όσα αποκαλύπτονται για σχέδια χειραγώγησης και απόκρυψης της αλήθειας και ευπρόσδεκτα και ενδιαφέροντα είναι. Και βέβαια, παρά την προσοχή που δίνεται στην όλη σκηνογραφία, η ταινία ουδόλως βασίζεται στα εφέ, αλλά στο στόρι, πράγμα που για μένα είναι πλέον προαπαιτούμενο για να μου αρέσει κάτι από το χώρο του φανταστικού. Οπότε συνολικά την βρήκα πολύ καλή προσπάθεια, και μάλιστα γυρισμένη στην τελευταία χώρα που θα περίμενα κάτι τέτοιο. Την συνιστώ λοιπόν κυρίως στους φίλους του είδους.

Παρασκευή, Απριλίου 01, 2011

"Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ"... ΣΕ ΒΙΝΤΕΟΚΛΙΠ

Ο Παναγιώτης Κράβας, φίλος υποθέτω των ταινιών τρόμου, γυρίζει τον "Θάνατο που Ονειρεύτηκα" το 2010 και στηρίζει την ταινία του στη γνωστή υπόθεση των σατανιστών των Γλυκών Νερών, που πριν από χρόνια είχε συγκλονίσει την Ελλάδα. Ας ξεκαθαρίσουμε αρχικά ότι η υπόθεση αυτή είναι απλώς η αφορμή, η έμπνευση. Δεν παρακολουθούμε την συγκεκριμένη ιστορία. Πρόσωπα και καταστάσεις είναι φανταστικά, επινοημένα. Απλώς η διαβόητη υπόθεση είναι το έναυσμα, η αρχική ιδέα.
Αυτό που βλέπουμε λοιπόν στο φιλμ είναι μια παρέα μαθητών που, κάτω από την ολέθρια επιρροή ενός απ' αυτούς, του "αρχηγού", προχωρούν σε μια σειρά φόνων. Με μάλλον ασυνάρτητο τρόπο θα έλεγα. Ο "αρχηγός", βλέπετε, δεν ξέρω αν είναι ακριβώς σατανιστής ή οπαδός του ...Κθούλου, αφού επαναλαμβάνει αποσπάσματα από έργα του Λόβκραφτ και από το υποτιθέμενο "Νεκρονομικόν", βιβλίο που ο τελευταίος επινόησε για λογοτεχνικούς λόγους. Ούτε στιγμή δεν πείστηκα ότι ο νεαρός αυτός μπορεί να έχει τέτοια σαρωτική επιρροή σε μια ολόκληρη παρέα (καλά στην κοπέλα του, που, ας πούμε, είναι τυφλά ερωτευμένη, αλλά σε όλους;) Πολύ σύντομα βέβαια οι φόνοι εξελίσσονται σε ένα είδος αυτοάμυνας, με την έννοια ότι δεν σκοτώνουν για τελετουργικούς λόγους, αλλά για να προστατευτούν οι ίδιοι, η ομάδα, από διάφορες αποκαλύψεις. Έτσι προσγειωνόμαστε σε μια παράλογη πραγματικότητα, που πλέον, μάλλον της λείπει η παράνοια που απαιτείται για τέτοιες απίστευτες πράξεις. Κι αυτό, για τη συγκεκριμένη ιστορία που ούτως ή άλλως βασίστηκε στην παράνοια, είναι αρνητικό.
Το εντυπωσιακό στο φιλμ είναι η σκηνοθεσία του. Ο Κράβας το γυρίζει σαν ένα διαρκές, δίωρο σχεδόν βιντεοκλίπ. Κανονικό βιντεοκλίπ όμως. Ακούγονται συνεχώς τραγούδια (πολλά από τα οποία μου άρεσαν προσωπικά) και οι κινήσεις της κάμερας, τα χρώματα, οι ρυθμοί, το στιλ της εικόνας, τα πάντα υπακούουν στους κανόνες του βιντεοκλίπ. Μερικές φορές το αποτέλεσμα ίσως είναι ευρηματικό και εντυπωσιακό, αλλά συνολικά, όπως είναι φυσικό, κουράστηκα. Ο σκηνοθέτης βέβαια έχει δηλώσει ξεκάθαρα ότι εκτός από το τάδε και το τάδε "κυρίως ήθελε να κάνει μια ταινία για τη μουσική και τα τραγούδια που αγαπά". Γι' αυτό και υιοθετεί αυτή την ασυνήθιστη φόρμα. Εντάξει, αυτό είναι σεβαστό. Αλλά δεν παύει να είναι κουραστικό.
Μένει λοιπόν η σκηνοθετική δεξιοτεχνία, η οποία όντως υπάρχει και που μακάρι στο μέλλον να επενδυθεί σε πιο ουσιαστικά πρότζεκτ... και από τη δική μου μεριά, σε συνδυασμό με την "άνευ λόγου" και βάθους ιστορία, η κούραση. Κρίμα.

eXTReMe Tracker