Παρασκευή, Ιανουαρίου 30, 2009

"MILK" ΟΠΩΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Είχα γράψει παλιότερα για το ντοκιμαντέρ "The times of Harvey Milk" του Epstein, όπου παρουσιαζόταν ανάγλυφα η συγκλονιστική ιστορία του Μιλκ, του πρώτου ανοιχτά γκέι που εκλέχτηκε σε θέση εξουσίας στις ΗΠΑ (δημοτικός σύμβουλος στο Σαν Φρανσίσκο) τη δεκαετία του 70 και δολοφονήθηκε μαζί με τον προοδευτικό δήμαρχο από έναν άλλο φανατικό και πουριτανό δημοτικό σύμβουλο. Τώρα έρχεται η ταινία Milk του Gus Van Sant για να δει την ίδια ιστορία από μυθοπλαστική σκοπιά.
Μόνο που ο Van Sant αφηγείται την ταινία του επίσης σαν ντοκιμαντέρ, ανακατεύοντας μάλιστα και ντοκουμέντα της εποχής. Και νομίζω ότι το κάνει θαυμάσια. Αν και μεγάλη σε διάρκεια η ταινία, με ένα θέμα που γνώριζα, με καθήλωσε και δεν με άφησε να βαρεθώ καθόλου. Ίσως χάρη στον άψογο ρυθμό της, ίσως χάρη στην πετυχημένη μίξη προσωπικών και πολιτικών στοιχείων... σίγουρα πάντως χάρη στην εκπληκτική ερμηνεία του Σον Πεν, που δίνει ρεσιτάλ. Συντρέχουν βέβαια και οι πολύ ευρύτερες προεκτάσεις του θέματος. Φυσικά σαν γκέι ακτιβιστής ο Μιλκ αγωνίστηκε για την ισότητα ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων, την κατάργηση νόμων ενάντια στους πρώτους και για να μπορούν άφοβα οι ομοφυλόφιλοι να δηλώνουν αυτό που είναι. Όμως ουσιαστικά πρόκειται για την ίδια τη δημοκρατία που διακυβεύεται από τέτοιου είδους ανισότητες ή διαφορετικές αντιμετωπίσεις. Ίσως σήμερα να φαίνεται αυτονόητο, 30 χρόνια πριν όμως υπήρχαν ή προσπαθούσαν να περάσουν νόμοι που διέταζαν οι γκέι να απολύονται από τη δουλειά τους (!) για να μη διαφθείρουν τους άλλους (!!). Μέσα σε τέτοια ατμόσφαιρα, αντιλαμβάνεστε πόσο γενναίο ήταν από κάποιον όχι μόνο να δηλώσει ανοιχτά την ομοφυλοφιλία του, αλλά και να προσπαθήσει επανειλημμένα να εκλεγεί με σύνθημα την ισότητα όλων, ανεξάρτητα από τις σεξουαλικές προτιμήσεις τους. Και είναι πραγματικά απίστευτο να παρακολουθεί τα επιχειρήματα και τις κινήσεις των αντίθετων φανατικών συντηρητικών (φασιστών θα ήταν σωστότερη λέξη), που συνήθως επικαλούνται τον θεό και άλλα συναφή.
Πέρα απ' όλα αυτά όμως τα σαφέστατα νοήματα που περιέχονται στην ταινία, αξίζει κανείς να τη δει για τη δύναμή της. Ίσως οι φίλοι του Van Sant απογοητευτούν, αφού εδώ αφήνει τους πειραματισμούς του και γυρίζει ένα mainstream, στρατευμένο φιλμ (το κάνει κατά καιρούς αυτό άλλωστε). Νομίζω όμως ότι αξίζει τον κόπο.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 29, 2009

ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΦΕΥΓΕΙ... ΚΑΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΕΠΟΧΗ


Το 1983 ο Federico Fellini (1920-1993) είναι ήδη 63 χρονών. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να γυρίσει ένα από τα καλύτερα φιλμ της καριέρας του: "Και το πλοίο φεύγει". Είναι δύσκολο να εστιάσω ένα μόνο λόγο για τον οποίο η ταινία μου αρέσει πολύ, αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι και σχετικά αργή είναι και αρκετά μεγάλη σε διάρκεια. Είναι όμως τόση η ποίηση του Φελίνι, τέτοια η ονειρική, συχνά σουρεαλιστική ατμόσφαιρα που δημιουργεί, ώστε νομίζω ότι τα υπόλοιπα περνάνε σε δεύτερη μοίρα.
1914, λίγο πριν ξεσπάσει ο πρώτος παγκόσμιος, που θα αλλάξει την ανθρώπινη ιστορία. Ένα πολυτελέστατο υπερωκεάνειο μεταφέρει πλούσιους αριστοκράτες, αστέρες της όπερας, αλλά και έναν πρίγκηπα, με σκοπό να σκορπίσουν στα νερά του νησιού που γεννήθηκε τις στάχτες της "μεγαλύτερης τραγουδίστριας όλων των εποχών", σύμφωνα με τη διαθήκη της. Όμως τις ίντριγκες, τα βίτσια, την τρυφηλή ζωή των αριστοκρατών θα διακόψει η άφιξη στο πλοίο ενός πλήθους σέρβων προσφύγων που έχουν ναυαγήσει και ο καπετάνιος αποφασίζει να σώσει. Στο τέλος η πραγματικότητα θα εισβάλλει στη ζωή των αριστοκρατών με τον πιο δυνατό τρόπο.
Ο Φελίνι κινηματογραφεί την ιστορία του με τον αντιρεαλιστικότερο δυνατό τρόπο. Τα πλούσια, μπαρόκ σκηνικά, οι θάλασσες, τα ίδια τα πλοία, είναι εμφανώς ψεύτικα, χάρτινα, φτιαγμένα με τρόπους που φτιάχνονται σε θεατρικές υπερπαραγωγές. Αν δεν το δείτε όμως με τα μάτια σας, δύσκολα θα πιστέψετε το πόσο ποιητικές και ονειρικές μπορεί να είναι αυτές οι ψεύτικες θάλασσες, τα φεγγάρια και οι ουρανοί. Οι προθέσεις του είναι φανερές από την πρώτη σκηνή, που ξεκινά σαν πιστή απομίμηση ασπρόμαυρης, βουβής ταινίας για να αποκτήσει σιγά - σιγά ήχο και χρώμα με εκπληκτικό τρόπο. Για να κάνει ακόμα πιο αντιρεαλιστικό το φιλμ, βάζει τον αφηγητή - δημοσιογράφο που καλύπτει την ιδιόρυθμη αυτή κρουαζιέρα να μιλά κατ' ευθείαν στην κάμερα, δηλαδή στους θεατές, και να διακόπτει τη ροή με τίς αφηγήσεις του. Και στο τέλος η κάμερα αποκαλύπτει ολόκληρο το στούντιο, τα σκηνικά, το συνεργείο, ενώ η δράση συνεχίζεται. Όλα αυτά συμβαίνουν κάτω από άφθονη μουσική όπερας - και όχι μόνο - και σε καίρια σημεία οι ηθοποιοί τραγουδούν αποσπάσματα από όπερες, δίνοντας έτσι στο φιλμ και χαρακτήρα ενός "περιορισμένου" ιδιόρυθμου μιούζικαλ.
Και βέβαια, σε πολιτικό επίπεδο, ο Φελίνι μιλά για το τέλος μιας εποχής: Η αριστοκρατική τάξη, παρασιτική, κούφια και ήδη παρακμασμένη, αποχωρεί από το προσκήνιο μέσα στους καπνούς και τις εκρήξεις του μεγαλύτερου πολέμου που είχε γνωρίσει μέχρι τότε η ανθρωπότητα, σπάζοντας το φανταχτερό κουκούλι μέσα στο οποίο ζούσε αγνοώντας τα πράγματα που άλλαζαν γύρω της, ενώ μια καινούρια εποχή, πιο ρεαλιστική και βίαιη ίσως, πιο κυνική, μοιάζει να κυριαρχεί.
Ίσως οι εθισμένοι σε ένα γρήγορο, κοφτό σινεμά να κουραστούν. Ας έχουν όμως υπ' όψη τους ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μια από τις πιο ονειρικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ. Που δείχνει για μια ακόμα φορά την πολύ ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία ενός από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες στην ιστορία του σινεμά.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2009

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ, "ΚΑΤΑΣΚΟΠΙΑ" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Πώς η προσωπική ζωή μπλέκεται αξεδιάλυτα με την επιστημονική έρευνα; Πόσο ηθική επικρατεί στην τελευταία και πόσο ακέραιοι είναι οι πιο προχωρημένοι ερευνητές - επιστήμονες; Και πώς λειτουργούν όλα αυτά κάτω από τη σκιά της τρέχουσας παράνοιας σχετικά με την τρομοκρατία σε μια δημοκρατική, δυτική κοινωνία; Πολύ ενδιαφέροντα ερωτήματα, που προσπαθεί να διερευνήσει ο Benjamin Heisenberg στον "Κατάσκοπο υπό αίρεση" (Schlafer) του 2005 και άλλο ένα δείγμα σύγχρονου γερμανικού σινεμά.
Η ταινία ψυχογραφεί έναν νεαρό, ταλαντούχο επιστήμονα - ερευνητή, που δέχεται να γίνει χαφιές της αστυνομίας καρφώνοντάς τους όσα ξέρει για έναν συνάδελφο και φίλο ιρανικής καταγωγής. Η αρχική απέχθεια για τους μπάτσους και το ρόλο που θέλουν να του ετοιμάσουν δίνει τη θέση της στην αποδοχή όταν εμπλέκεται το προσωπικό (ερωτικό για την ακρίβεια) στοιχείο. Όταν δηλαδή ο ιρανος φίλος κερδίζει την κοπέλα που ποθεί ο ήρωας και, σα να μην έφτανε αυτό, διαπρέπει περισσότερο απ' αυτόν στην έρευνα. Από εκεί και πέρα ο ηθικός κατήφορος του πρωταγωνιστή γίνεται ολισθηρότερος.
Ταινία που παίζει με τις ψυχολογίες των χαρακτήρων, δίχως όμως να αγιοποιεί κάποιον απ' αυτούς. Ταυτόχρονα μιλά για έναν υπόγειο φασισμό που έρπει στα θεμέλια μιας δημοκρατικής κατά τα άλλα κοινωνίας, αλλά και για τα ηθικά όρια και τα συναδελφικά μαχαιρώματα σε έναν υπεράνω, υποτίθεται, όλων αυτών χώρο: Αυτόν της προωθημένης επιστημονικής έρευνας. Και, τελικά, για την σχέση προσωπικού - κοινωνικού.
Ενδιαφέρον σαν θέμα, αλλά το βρήκα αρκετά αργό, κάπως κουραστικό και σε καμιά περίπτωση αριστούργημα, δίχως όμως να είναι και αδιάφορο. Ωστόσο πιστοποιεί για μια ακόμα φορά ότι το νέο γερμανικό σινεμά αν μη τι άλλο ασχολείται με καυτά θέματα, έστω κι αν τα αποτελέσματα δεν είναι πάντοτε εφάμιλλα των "Ζωών των Άλλων" (για να θυμηθούμε ένα λαμπρό παράδειγμα).

Τρίτη, Ιανουαρίου 27, 2009

ΟΛΑ ΠΑΝΕ ΣΤΡΑΒΑ ΣΤΟ "ΓΑΛΑΚΤΟΔΑΣΟΣ"


Το "Γαλακτόδασος" (Milchwald, 2003) είναι η πρώτη ταινία του Christoph Hochhäusler και αποτελεί ένα από τα δείγματα του νέου γερμανικού σινεμά. Η πρόθεση του νέου σκηνοθέτη είναι ενδιαφέρουσα. Αφηγείται τις περιπέτειες και τις περιπλανήσεις δύο παιδιών (που είναι αδέλφια) που εγκαταλείπονται για λίγο από τη θετή μητέρα τους στην Πολωνία. Όταν όμως εκείνη επιστρέφει για να τα πάρει, αυτά έχουν ήδη χαθεί. Η πλοκή στη συνέχεια γίνεται όλο και πιο αγχωτική - παρά το ότι δεν τη βρήκα γυρισμένη με ιδιαίτερο νεύρο, ώστε να κορυφώσει αυτή την αγχωτική ατμόσφαιρα.
Ο δημιουργός θέλει να μεταφέρει (όπως ο ίδιος δηλώνει) την ιστορία του Χανς και της Γκρέτελ, που χάνονται στο δάσος, στη σύγχρονη εποχή, δίχως όμως όπως στο παραμύθι (και σε κάθε παραμύθι) να υπεισέρχεται το φανταστικό στοιχείο. Αντίθετα, όσα συμβαίνουν εδώ είναι απόλυτα ρεαλιστικά.
Η ταινία λειτουργεί σαν παραβολή πάνω στη βίαιη ενηλικίωση, την άγρια δηλαδή είσοδο των δυο παιδιών στον κόσμο των μεγάλων. Ταυτόχρονα μια σειρά συμπτώσεων και όχι μόνο (τόσο η "μοίρα" όσο και η ανθρώπινη παρέμβαση) συντελούν στη διαρκή απομάκρυνση της δυνατότητας επιστροφής στους γονείς, ενώ το διφορούμενο τέλος παραμένει ανοιχτό σε αναγνώσεις - αν και εγώ το ερμήνευσα ως απαισιόδοξο. Το ενδιαφέρον στο φιλμ είναι ότι δεν υπάρχουν ξεκάθαροι "καλοί" και "κακοί". Όλοι οι ήρωες είναι διφορούμενες προσωπικότητες, που ταλαντεύονται ανάμεσα στους δύο αυτούς μονοδιάστατους χαρακτηρισμούς. Ακόμα και τα ίδια τα παιδιά-θύματα δεν έχουν ξεκάθαρο θετικό ή αρνητικό χαρακτήρα - και κυρίως το κορίτσι, που είναι και μεγαλύτερο και που δεν μοιάζει αθώο ούτε δίνει στο θεατή την βολική ευκολία να το συμπαθήσει ιδιαίτερα. Πάντως βρήκα και κάποιες σεναριακές απιθανότητες σε μια ταινία που η γραφή της είναι απόλυτα ρεαλιστική - παρά το ότι πολλοί θα αντικρούσουν ότι δεν είναι ο ρεαλισμός της πλοκής αυτό που προέχει και κατά βάθος θα έχουν δίκιο.
Αρκετά ενδιαφέρον, αν μάλιστα θυμηθεί κανείς ότι πρόκειται όχι απλώς για ντεμπούτο αλλά για πτυχιακή εργασία, χωρίς όμως να μου φανεί και κάτι ιδιαίτερο. Αν δω άλλη ταινία του σκηνοθέτη ίσως αποκτήσω πληρέστερη άποψη.

Σάββατο, Ιανουαρίου 24, 2009

ΤΟ ΚΑΦΕ ΤΩΝ ΤΑΝΓΚΟΣ ΚΑΙ Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ BUENA VISTA


Λυπάμαι που το λέω τόσο καθαρά, αλλά νομιζω ότι το Cafe de los Maestros του Miguel Kohan προσπαθεί δίχως επιτυχία να μιμηθεί το Buena Vista Social Club του Βέντερς. Εκεί ήταν ο Ry Cooder που πήγαινε στην Αβάνα να μαζέψει ηλικιωμένους κουβανούς μουσικούς. Εδώ είναι ο Gustavo Santaolalla που πηγαίνει στο Μπουένος Άιρες να μαζέψει ηλικιωμένους αργεντίνους μουσικούς του τάνγκο. Εκεί είχαμε υπάροχες στιγμές από τη συναυλία τους στο Buena Vista. Εδώ καταλήγουμε επίσης με τη συναυλία τους στο θέατρο Colon. Στο ενδιάμεσο παρακολουθούμε συνεντεύξεις, αναμνήσεις, συναντήσεις... Όλοι μιλάνε για τα τάνγκος, την ψυχή της Αργεντινής, θυμούνται μεγάλους μουσικούς του παρελθόντος, θυμούνται χαρακτηριστικές στιγμές... Αλλά νομίζω ότι η συγκίνηση διαφεύγει. Ενώ στο Buena Vista (συγνώμη για τις συνεχείς συγκρίσεις, αλλά μου φαίνονται αναπόφευκτες για ένα τόσο κοντινό εγχείρημα) δεν μπορούσες παρά να βουρκώσεις σε κάποια σημεία, εδώ διάφορες τέτοιες απόπειρες πέρασαν (από μένα τουλάχιστον) ξώφαλτσα. Ο Santaolalla περιφέρεται μάλλον άσκοπα, δίχως να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς κάνει, ενώ το Μπουένος Άιρες σαν περιβάλλον όπου γεννήθηκαν τα τάνγκος εμφανίζεται ελάχιστα - κια αυτό το θεωρώ βασικό μειονέκτημα της ταινίας. Καμιά σχέση με τον καθοριστικό ρόλο που έπαιζε η ίδια η Αβάνα στο άλλο φιλμ.
Μένει βέβαια η μουσική. Αν είστε φίλοι των τάνγκος θα βρεθείτε στον παράδεισο, καθώς η ταινία είναι πλημμυρισμένη απ' αυτά. Το ακορντεόν έχει τον πρώτο λόγο, τα βιολιά σιγοντάρουν και οι μελωδίες διαδέχονται η μια την άλλη - αν και εδώ, όπως και γενικότερα, νομίζω ότι διακρίνω αρκετή αποσπασματικότητα. Η κορύφωση βέβαια έρχεται με την τελική συναυλία στο Colon. Εκεί οι λάτρεις θα απολαύσουν μερικά από τα ιερά τέρατα του είδους (κάποιοι απ' αυτούς έχουν ήδη πεθάνει, όπως πληροφορηθήκαμε στο τέλος). Αν βέβαια δεν σας ενδιαφέρουν μουσικά τα τάνγκος, αλλάξτε καλύτερα αίθουσα.
Συνίσταται λοιπόν στους φίλους τους για καθαρά μουσικούς λόγους. Όχι όμως και για κινηματογραφικούς.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 22, 2009

Η "ΩΡΑΙΑ ΚΥΡΙΑ" ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΑ


Ξέρω. Πολύς κοσμος σιχαίνεται τα μιούζικαλ. Πρόκειται, άλλωστε, για ένα είδος που ουσιαστικά έχει τελειώσει και οι σποραδικές αναβιώσεις του, ακόμα και πετυχημένες αν είναι, αποτελούν τις εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Υπάρχουν ωστόσο και οι φανατικοί φίλοι. Γι' αυτούς, νομίζω, το "Ωραία μου Κυρία" (My Fair Lady) του 1964 του George Cukor (1899-1983) είναι από τα κορυφαία όλων των εποχών.
Η ταινία διηγείται μια παραλλαγή της ιστορίας του Πυγμαλίωνα: Ένας αριστοκράτης καθηγητής της αγγλικής γλώσσας παίρνει σπίτι του μια μικρή, παντελώς αμόρφωτη ανθοπώλη και βάζει στοίχημα με έναν φίλο του ότι σε 6 μήνες θα τη διδάξει τόσο καλά ώστε όλη η αριστοκρατία του Λονδίνου θα πιστέψει ότι είναι αριστοκράτισα - ίσως και γαλαζοαίματη. Ο καθηγητής βέβαια είναι μισογύνης, ορκισμένος εργένης, εγωιστής και δίχως αισθήματα. Σιγά - σιγά όμως...
Με τη μπαρόκ ατμόσφαιρα, τα χορευτικά νούμερα και τα τραγούδια, τα απίστευτα φορέματα, τα καπρίτσια των ηρώων, ο Cukor, από τους μεγαλύτερους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, δημιουργεί μια τρίωρη εκθαμβωτική πανδαισία χρωμάτων που σαφώς είναι σημαντικότερη από την ιστορία - συχνά αφελή - που διηγείται. Και βέβαια, στο κέντρο όλων αυτών λάμπει κυριολεκτικά η Ώντρεϊ Χέπμπορν στον γνωστότερο ίσως ρόλο της καριέρας της. Τελικά η ηθοποιός αυτή υπήρξε όντως η επιτομή της κομψότητας.
Και η ιστορία; θα μου πείτε. Είπαμε, συχνά είναι αφελής, συχνά θέλεις να σπάσεις τα μούτρα του αλλαζόνα αριστοκράτη Ρεξ Χάρισον... αλλά προσέξτε: Σε ταινίες σαν κι αυτή το στόρι περνά σε δεύτερη μοίρα. Προέχει το θέαμα, τα νούμερα, τα τραγούδια, οι σταρς. Και, σαν μπόνους, υπάρχει και ο ρόλος του μπεκρή και αλήτη - καλόκαρδου όμως - πατέρα της Ελάιζα, που σ' όλη την ταινία, και ιδιαίτερα προς το τέλος, κάνει "κήρυγμα" υπέρ της ανεμελιάς και της αδέσμευτης ζωής και, όταν γίνεται πλούσιος, ασφυκτιά στην καθώς πρέπει μικροαστική ηθική: Πρέπει να φορά καλά ρούχα, να μην πίνει πολύ, ακόμα - φευ - και να πάψει να ξενοπηδά και να πάει στην εκκλησία να παντρευτεί αυτή με την οποία τόσα χρόνια χρόνια συζεί... Και τελικά, καταριέται τη στιγμή που απέκτησε λεφτά. "Και γιατί δεν τα δίνεις αλλούν να γίνεις όπως πριν;" τον ρωτάνε οι φίλοι του. "Μα αυτή είναι η παγίδα (ή η κατάρα τους)", απαντά εκείνος. "Όταν τα έχεις είναι αδύνατο να το κάνεις αυτό"... και οδεύει προς το γάμο σαν πτώμα σε κηδεία. Βρίσκω αρκετά ανατρεπτική όλη αυτή τη σκηνή, μέσα στην καρδιά και την αποθέωση του συντηρητικού Χόλιγουντ.
Τελικά, αν απεχθάνεστε ή βρίσκετε ξεπερασμένα τα μιούζικαλ, αφείστε το. Αν είστε όμως φίλος η ταινία παραμένει must και ένα από τα κλύτερα δείγματα του είδους. Και σου κολλάνε και σιγοτραγουδάς δίχως να το θέλεις και κάποια από τα ρεφρέν των τραγουδιών της...

Τρίτη, Ιανουαρίου 20, 2009

"Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ" ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΟΣΠΑΡΤΟΣ


"Ο Δρόμος της Επανάστασης" του Sam Mendes είναι ένα βαρύ δράμα, απ' αυτά που πολλοί θα χαρακτήριζαν "κοψοφλέβικο". Το λέω από την αρχή για να ξέρετε με τι έχετε να κάνετε. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν το κάνει κακή ταινία. Εγώ τουλάχιστον τη βρήκα πολύ δυνατή και εύστοχη.
Στη δεκαετία του 50 το περίφημο αμερικάνικο όνειρο γνώρισε το απώγειο της δόξας του και ελάχιστη αμφισβήτηση, όπως κατά κόρον έγινε από την επόμενη δεκαετία και μετά. Η ταινία του Mendes λοιπόν έχει βαλθεί να το ανατρέψει για τα καλά ακόμα και τότε, στη "χρυσή" του δεκαετία, μέσα από την ιστορία ενός νεαρού, ωραίου και προικισμένου ζευγαριού, πρότυπο υγειών, "τέλειων" αμερικάνων, που η καθημερινότητα το ρίχνει στη ρουτίνα και τη μιζέρια. Κι όταν αποφασίζει να επαναστατήσει, να αλλάξει τα πράγματα, τίποτα δεν είναι τόσο εύκολο και απλό όσο φαίνεται αρχικά. Πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως ό,τι εμποδίζει την "επανάσταση" ενάντια στη μικροαστική πνιγηρότητα ("ευτυχία" για πάρα πολλούς) δεν προέρχεται από ένα εξωτερικό, εχθρικό περιβάλλον, αλλά από τους κόλπους του ίδιου του ζευγαριού, τους φόβους του, την κατά βάθος συντηρητική σκέψη, όσο κι αν σε πρώτη φάση φαίνονται ως το άκρο άωτο της προοδευτικότητας - τουλάχιστον αυτά ισχύουν για το ένα μέλος του ζεύγους. Το θέμα λοιπόν είναι η πάλη με τις συμβάσεις και οι τραγικές της συνέπειες.
Μίλησα βέβαια για "αμερικάνικο όνειρο" που γίνεται εφιάλτης, πλην όμως νομίζω ότι σήμερα αυτό το "αμερικάνικο" έχει πάψει να ισχύει ή μάλλον έχει γίνει ένα κοινό όνειρο κάθε (σχεδόν) δυτικού ανθρώπου, από την Αμερική και την Ευρώπη μέχρι την Ιαπωνία (όπως καταλάβατε δεν εννοώ τη λέξη δυτικός με γεωγραφικό, αλλά με πολιτιστικό προσδιορισμό, ανεξαρτήτως χώρας). Όλοι έχουν να πολεμήσουν τις ίδιες πάνω - κάτω συμβάσεις, τις ίδιες αγκυλώσεις, να αντιμετωπίσουν τα ίδια διλήμματα, που ενίοτε μπορεί να οδηγήσουν σε καταστάσεις που δεν φανταζόμαστε.
Μην τρομάξετε διαβάζοντας για συζυγικές σχέσεις και προβλήματα ζευγαριών και τέτοια. Δεν πρόκειται για αισθηματικό φιλμ. Εμένα τουλάχιστον μου κράτησε απόλυτα το ενδιαφέρον και είναι και οι πρωταγωνιστές του (Γουίνσλετ - Ντι Κάπριο) πολύ καλοί. Άλλωστε το φιλμ κινείται ιδεολογικά σε παρόμοιο χώρο με την άλλη μεγάλη ταινία του Mendes, το American Beauty: Βαρύ; Ναι. Βαρετό; Καθόλου.

Κυριακή, Ιανουαρίου 18, 2009

ΠΑΤ ΓΚΑΡΕΤ - ΜΠΙΛΙ ΔΕ ΚΙΝΤ Ή ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΑΝΤΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΙ


Ο Sam Peckinpah (1925-1984) είναι γνωστός για τις βίαιες ταινίες του, αλλά και για την ανατρεπτική ματιά του τόσο στο γουέστερν όσο και σε άλλα είδη. Το "Pat Garrett and Billy the Kid" του 1973 δεν αποτελεί εξαίρεση. Η ανθρώπινη ζωή είναι φτηνή σ' ένα άγριο Φαρ Ουέστ, τα πτώματα συσσωρεύονται, στον πυρήνα της ιστορίας όμως κρύβεται ο προβληματισμός για το ποιοί είναι οι "καλοί" και ποιοί οι "κακοί".
Η ιστορία αυτή έχει κι άλλες φορές μεταφερθεί στο σινεμά: Ο Billy the Kid ήταν ένας θρυλικός παράνομος της Δύσης και, μετά από πολλούς φόνους και ληστείες, σκοτώνεται από τον σερίφη Πατ Γκάρετ, πρώην φίλο και μέλος της συμμορίας του.
Οι φόνοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον, το πιστολίδι δίνει και παίρνει καθώς ο πρώην παράνομος και νυν σερίφης Γκάρετ καθαρίζει έναν - έναν τους παλιούς του συντρόφους και πλησιάζει όλο και πιο κοντά στον κάποτε καλύτερο φίλο του Μπίλι. Όμως η περιπέτεια από μόνη της δεν φαίνεται να ικανοποιεί τον Peckinpah. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε την αντιστροφή των ρόλων: Ο Μπίλι είναι ο ρομαντικός παράνομος, αγαπητός στους συντρόφους του, θρύλος στους κάτοικους του Ουέστ, που πασχίζει - αν και βλέπει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια επιτυχίας - να κρατήσει ανοιχτές τις αχανείς, σχεδόν παρθένες εκτάσεις της αμερικάνικης δύσης και αγωνίζεται ενάντια στους μεγαλοκτηματίες που αποκτούν τεράστιες ιδιοκτησίες και τις περιχαρακώνουν με συρματοπλέγματα, εμποδίζοντας την πρόσβαση και μετατρέποντας χιλιάδες κάτοικους σε πάμφτωχους υποτακτικούς τους. Ο εκπρόσωπος του νόμου Γκάρετ είναι αυτός που ξεπουλήθηκε στους κτηματίες για να εξασφαλίσει τη βολή του. Ο νόμος φτιάχνεται από και είναι με το μέρος των ισχυρών. Η αρχή του αμερικάνικου κράτους, η επιβολή του νόμου και της ιδιοκτησίας, είναι για τον Πέκινπα συνώνυμες με τη στέρηση της ελευθερίας και το τέλος του ονείρου για μια "κοινόχρηστη" αχανή γη.
Πέρα απ' όλα αυτά όμως το "Πατ Γκάρετ..." μένει στην ιστορία σαν η πρώτη - και μια από τις ελάχιστες - ταινίες στις οποίες έναν χαρακτηριστικό ρόλο παίζει ο Μπομπ Ντίλαν, ο οποίος βέβαια έχει γράψει και την πολύ καλή μουσική. Ανάμεσα στα τραγούδια μάλιστα πρωτοακούγεται εδώ το θρυλικό "Knocking on heaven's door" σε μια πραγματικά πολύ δυνατή στιγμή του φιλμ. Ίσως και για τον Ντίλαν και μόνο θα άξιζε να δει κανείς ένα από τα τελευταία κλασικά γουέστερν, πριν το είδος παρακμάσει οριστικά (με σποραδικές και μόνο αναβιώσεις - εξαιρέσεις).

Σάββατο, Ιανουαρίου 17, 2009

ΑΝΕΙΠΩΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΑ ΧΕΙΛΗ


Να λοιπόν που ο βρετανός Stephen Daldry βάζει με την τρίτη του ταινία υποψηφιότητα σαν ένα από τα σημαντικότερα ονόματα της εποχής μας, αφού έχει πετύχει το 3 στα 3 (Μπίλι Έλλιοτ, Οι Ώρες τα προηγούμενα). Με τα "Σφραγισμένα Χείλη" (The Reader) διασκευάζει με πολύ καλό τρόπο το βιβλίο "Διαβάζοντας στη Χάνα" του Μπέρναρντ Σλικ (το οποίο δεν έχω διαβάσει, οπότε οποιαδήποτε σύγκριση είναι εκ των προτέρων ανέφικτη). Και ταυτόχρονα αναδεικνύει την Κέιτ Γουίνσλετ σε μια από τις κορυφαίες σύγχρονες ηθοποιούς.
Η ταινία διαθέτει στέρεη αφήγηση, αρκετές εκπλήξεις, αλλά και πολλή ανθρωπιά. Πάνω απ' όλα όμως διαθέτει πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες - κυρίως βεβαίως αυτόν της Χάνα -που, όπως συμβαίνει στην αληθινή ζωή, δεν είναι μονοδιάστατοι, αλλά έχουν προσωπικότητες με πολλές πλευρές και, αυτό είναι το σημαντικότερο, συχνά αντιφατικές. Αυτή ακριβώς η αντιφατικότητα, η ισορροπία ανάμεσα σε άκρα, είναι το βασικό χαρακτηριστικό της ηρωίδας. Και μην περιμένετε εξήγηση γι' αυτό. Δεν θα δοθεί καμιά. Στον άνθρωπο, μοιάζει να λέει η ταινία, οι φωτεινές και οι σκοτεινές πλευρές συνυπάρχουν (άσχετα αν συχνά κατορθώνουμε να τιθασεύουμε τις τελευταίες). Και είναι δύσκολη οποιαδήποτε προσπάθεια ανάλυσης αν δεν κατανοήσουμε αυτή τη βάση.
Όλα αυτά δίνονται με ανθρωπιά και συγκίνηση (μη μπερδεύετε το μελό με τη συγκίνηση, καμία σχέση), καθώς παρακολουθούμε με αυξανόμενο ενδιαφέρον την αποκάλυψη των σκοτεινών μυστικών της Χάνα, που δεν είναι μόνο ένα. Συγχρόνως το φιλμ επαναφέρει και ένα πολυσυζητημένο θέμα: Αυτό της ευθύνης ενός ολόκληρου λαού για τις ναζιστικές θηριωδίες ή - για να το πούμε πιο καθαρά - το κατά πόσο ήξερε και κατά πόσο έφταιγε ο μέσος γερμανός για όσα συνέβησαν στα στρατόπεδα. Αν και εδώ βέβαια στο επίκεντρο βρίσκεται ένας κανονικός θύτης και όχι ένας απλός, μέσος άνθρωπος. Είναι σίγουρο ότι στο τέλος, εκτός από συγκινημένοι, θα φύγετε και προβληματισμένοι. Θετικά πιστεύω.
Όπως καταλάβατε, τη θεωρώ μια από τις πιο δυνατές φετινές ταινίες.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 16, 2009

Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ


Το 1965 ο Federico Fellini (1920-1993) γυρίζει την τρίτη του ταινία με πρωταγωνίστρια τη γυναίκα του Τζουλιέτα Μασίνα. Η «Ιουλιέτα των Πνευμάτων» (Giulietta degli Spiriti) όμως βρίσκεται πολύ μακριά από τον συγκινητικό ρεαλισμό των 2 άλλων (La Strada, Νύχτες της Καμπίρια). Με την πρώτη του αυτή έγχρωμη ταινία (έχει ιδιαίτερη σημασία το «έγχρωμη») ο Φελίνι περνά στον ονειρικό, ποιητικό, μπαρόκ και σουρεαλιστικό κόσμο που θα τον χαρακτήριζε μέχρι το τέλος του.
Η Ιουλιέτα, μια μεσήλικας πλούσια, παντρεμένη γυναίκα, αγαπά τον άντρα της, αλλά αυτός της λέει ψέματα και την απατά. Στο φιλμ παρακολουθούμε το πέρασμά της από διάφορες ψυχολογικές «δοκιμασίες» και πειρασμούς, τη μάχη της με τις τύψεις και τις ενοχές που από παιδί κουβαλά λόγω της καθολικής της εκπαίδευσης και την τελική απελευθέρωσή της από τη σκιά του συζύγου, την κατάκτηση της ελευθερίας και τη νίκη της πάνω στο φόβο μιας πιθανής επικείμενης μοναξιάς.
Σύμφωνοι. Αυτό όμως που δεν φαίνεται σε οποιαδήποτε περίληψη είναι ο καθαρά φελινικός τρόπος χειρισμού του θέματος. Διότι ο μετρ επιλέγει να κάνει την ηρωίδα του κάπως (;) ελαφροϊσκιωτη, ονειροπαρμένη. Την κάνει να βλέπει οράματα, παρουσίες που δεν υπάρχουν ή, τέλος πάντων, δεν γίνονται αντιληπτές από τους άλλους. Έτσι η ταινία κυλά ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο κι αυτόν της φαντασίας της Ιουλιέτας. Ταυτόχρονα δεν μπορούμε να μη χαμογελάσουμε με την σαρκαστική και καυστική ματιά του πάνω στον απίστευτα κενό, μοδάτο και χαζοχαρούμενο κόσμο των αριστοκρατών της εποχής, που αγωνιούν να είναι και μοντέρνοι. Ο ίδιος ο Φελίνι έχει πει ότι δεν είχε σταθερό, προκαθορισμένο σενάριο, αλλά αυτοσχεδίαζε στα γυρίσματα, τακτική που έχει ακολουθήσει και σε άλλε κλασικές του ταινίες και που γίνεται αντιληπτή χάρη στη «ρευστή» πλοκή. Ο θεατής αντιλαμβάνεται όντως ότι θα μπορούσε να προστεθεί ή να τροποποιηθεί μια σκηνή την τελευταία στιγμή, δίχως αυτό να έχει επίπτωση στο σύνολο.
Αυτό όμως στο οποίο πρέπει ιδιαίτερα να σταθούμε είναι ο φελινικός χειρισμός του χρώματος και της εικόνας γενικότερα. Σαν να μην τα χορταίνει, σα να τα ανακαλύπτει για πρώτη φορά, σα να βρίσκεται σε ένα διαρκές τριπ, ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί συνεχώς τα πιο εκτυφλωτικά και έντονα χρώματα που μπορείτε να φανταστείτε (είχε δηλώσει ότι την εποχή εκείνη δοκίμασε LSD, αν και αυτό, πάντα σύμφωνα με τα λεγόμενά του, δεν τον επηρέασε τόσο). Η ακραία αυτή χρήση της εικόνας τονίζεται ακόμα περισσότερο από τα εξωφρενικά φορέματα – γυναικεία κυρίως - και τις σουρεαλιστικές εικόνες των παραισθήσεων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια ολοκληρωτικά μπαρόκ, φορτωμένη ατμόσφαιρα, που σίγουρα μερικοί θα θεωρούσαν ότι έχει περάσει στο χώρο του κιτς. Δεν ξέρω για το κιτς, σίγουρα όμως ο όλος χειρισμός φέρνει έντονα στο νου εικόνες ρωμαϊκής παρακμής, ντυμένης μάλιστα με την ανυπέρβλητη, νοσταλγική μουσική του Νίνο Ρότα.
Όλο αυτό το εξεζητημένο πείραμα, τόσο στο σενάριο όσο και στην μπαρόκ εικόνα, σίγουρα θα κουράσει κάποιους. Κατανοητό. Οι υπόλοιποι ας αφεθούν σε κάτι που παραπέμπει περισσότερο σε ταξίδι ή, αν προτιμάτε, σε παραίσθηση.

Τρίτη, Ιανουαρίου 13, 2009

Ο ΚΙΡΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ


Αρκετά πριν το θαυμάσιο "Αζούρ και Ασμάρ" (2006), το 1998 συγκεκριμένα, ο γάλλος δημιουργός κινουμένων σχεδίων Michel Ocelot έκανε το "Ο Κιρίκου και η Μάγισα". Η ταινία διαδραματίζεται σε ένα πρωτόγονο αφρικάνικο χωριό και βασίζεται σε ένα αφρικάνικο παραμύθι.
Ο μικρός Κιρίκου, που αν και νεογέννητος και μικροσκοπικός, διαθέτει εξυπνάδα και σωφροσύνη, προσπαθεί να σώσει το χωριό του από την κατάρα μιας μάγισας που ζει εκεί κοντά. Κι εμείς παρακολουθούμε τις περιπέτειές του πάνω και κάτω από τη γη, σε βουνά, σπηλιές και μυρμηκοφωλιές και τις συναντήσεις του με ζώα, πουλιά, καλούς μάγους και, φυσικά, με την περίφημη - και εντυπωσιακή - μάγισα. Με μια σχεδόν ψυαχαναλυτική διάθεση η ιστορία προσπαθεί να αναλύσει και να κατανοήσει γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι κακοί και καταλήγει ότι γι' αυτό συντρέχουν πάντοτε κάποιοι λόγοι. Ταυτόχρονα προτείνει στους θεατές να σκέφτονται ανεξάρτητα, να θέτουν κάθε τι, παραδοσιακό ή μη, υπό αμφισβήτηση, να ρωτάνε. Είναι οι συνεχείς ερωτήσεις που θέτει ο μικρός Κιρίκου στον εαυτό του και στους άλλους που θα τον βοηθήσουν κι όχι οι ελάχιστες σωματικές του δυνάμεις.
Όλα αυτά όμως θα μπορούσαν να ακούγονται τετριμμένα αν η ταινία δεν διέθετε την πανέμορφη εικόνα της. Ο Ocelot χρησιμοποιεί πάντοτε σαν βασικό μέσο έκφρασης - και αναγνωρίσιμο στιλ - το εκθαμβωτικό χρώμα. Έτσι, όπως και στο μεταγενέστερο "Αζούρ και Ασμάρ", οι περιπέτειες του Κιρίκου είναι βουτηγμένες σε μαγευτικά χρώματα, τόσο ώστε να να νοιώθω σαν να βρίσκομαι σε διαρκές τριπ. Γι' αυτό και μόνο το αισθητικό μέρος, θα άξιζε να δει κανείς την ταινία.
ΥΓ1: Προκαλεί εντύπωση το πόσο μοιάζουν τελικά τα παραμύθια σ' όλο τον κόσμο. Όχι φυσικά στο εξωτερικό περιβάλλον, που εδώ είναι προφανώς καθαρά αφρικάνικο, αλλά στη δομή και στον τρόπο αφήγησης. Τελικά η λαϊκή έκφραση διαθέτει από μόνη της παγκοσμιότητα.
ΥΓ2: Σε μια μεγαλειώδη επίδειξη ηλιθιότητας και υποκρισίας, οι αμερκάνοι και οι άγγλοι χαρακτήρισαν το φιλμ ακατάλληλο, επειδή ο μικρός ήρωας και τα άλλα παιδιά του χωριού περιφέρονται ολόγυμνα, ενώ οι γυναίκες ημίγυμνες. Νομίζω ότι θα έπρεπε να προβληματίσει βαθύτατα όλους μας το γεγονός ότι ζούμε σε μια κοινωνία που επιτρέπει ανενδοίαστα τη θέαση εξαιρετικά βίαιων σκηνών, απαγορεύει όμως τη θέαση βυζιών...

Δευτέρα, Ιανουαρίου 12, 2009

ΝΕΚΡΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΕ ΗΣΥΧΕΣ ΛΙΜΝΕΣ


"Το Κορίτσι της Λίμνης" του Andrea Molaioli είναι μια ιταλική αστυνομική ταινία που διαδραματίζεται σε ένα μικρό, ήσυχο και όμορφο χωριό της βόρειας Ιταλίας. Η ήρεμη επιφάνεια των πραγμάτων όμως θα ταραχτεί όταν ένα όμορφο ντόπιο κορίτσι θα βρεθεί νεκρό στις όχθες της λίμνης.
Η ταινία είναι κι αυτή "ήσυχη" και χαμηλότονη, σαν το μικρό χωριό. Στόχος του σκηνοθέτη (που, όπως διαβάζω, είναι πρωτοεμφανιζόμενος) είναι να εμβαθύνει στην ψυχολογία των ηρώων και να αποκαλύψει τα σκοτεινά μυστικά που κρύβονται κάτω από τη στιλπνή επιφάνεια. Ο βασικός ήρωας, ο μεσήλικας επιθεωρητής που ερευνά την υπόθεση, ερμηνεύεται και πάλι πολύ καλά από τον Τόνι Σερβίλο, που θαυμάσαμε στο Il Divo. Η δομή ακολουθεί ένα τυπικό αστυνομικό στιλ, όπου, μέσα από τα πορτρέτα πολλών κατοίκων του μικρού χωριού και τις σχέσεις του καθενός με το θύμα, οδηγούμαστε σε ένα πλήθος υπόπτων. Ο καθένας θα μπορούσε να είναι ένοχος, αφού όλοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σχετίζονται με τη νεκρή. Αυτό που ενδιαφέρει όμως είναι να αποκαλυφτούν μικρά μυστικά και δράματα του καθενός, συνηθισμένα, που θα μπορούσαν να κρύβονται σε κάθε διπλανή πόρτα, για να καταδειχτεί έτσι η σκοτεινή πλευρά του συνηθισμένου και της απόλυτης καθημερινότητας. Όπως αντιλαμβάνεστε δεν υπάρχουν σκηνές έντονης δράσης, πιστολίδι, μονομαχίες, καλοί και κακοί ή ό,τι άλλο συνηθίζουμε όταν σκεφτόμαστε ένα χολιγουντιανό αστυνομικό. Αυτό που προέχει εδώ είναι ο ρεαλισμός.
Συμπαθητική ταινία, καλογυρισμένη, που την είδα με ενδιαφέρον, χωρίς όμως να τη θεωρήσω σαν κάτι εξαιρετικό. Αυτό όμως δεν την εμπόδισε να κάνει εντύπωση στην Ιταλία και να αποσπάσει βραβεία. Μ' αυτά και μ' αυτά πάντως, πότε με το Il Divo, πότε με τα Γόμορρα, μπορούμε σίγουρα να μιλήσουμε για μια αναγέννηση και επανεμφάνιση στο προσκήνιο του ιταλικού σινεμά.

Σάββατο, Ιανουαρίου 10, 2009

ΕΝΑ ΒΑΛΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΙ


Το ισραηλινό "Βαλς με τον Μπασίρ" του Ari Folman, πέραν από συγκλονιστικό, έχει και μια πρωτοτυπία: Είναι το μοναδικό (που γνωρίζω εγώ τουλάχιστον) ντοκιμαντέρ - κινούμενο σχέδιο. Από την άλλη βέβαια, αμφισβητεί έντονα και τον όρο "ντοκιμαντέρ", αφού τίθεται το ερώτημα: Πόσο ντοκιμαντέρ είναι κάτι που εικονογραφεί, εκτός από γεγονότα, και τα όνειρα, τους εφιάλτες, τις φαντασιώσεις των ηρώων; Ή πόσο ντοκιμαντέρ είναι κάτι που αναπαριστά παλιότερα γεγονότα, δίχως να τα κινηματογραφεί τη στιγμή που συμβαίνουν; Πέρα από τις πολλές πρωτοτυπίες του όμως, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Το 1982 σε έναν ακόμα αραβοϊσραηλινό πόλεμο (από τους τόσο συχνούς στην περιοχή), οι ισραηλινοί εισβάλλουν στο Λίβανο. Η Βυρηττός βομβαρδίζεται και σχεδόν καταστρέφεται. Στο Λίβανο μαίνεται ταυτόχρονα και εμφύλιος πόλεμος: Χριστιανοί, υποστηριζόμενοι από το Ισραήλ, εναντίον μουσουλμάνων, που υποστηρίζουν τους Παλαιστίνιους. Οι Φαλαγγίτες είναι ένα παραστρατιωτικό ένοπλο χριστιανικό σώμα. Όταν ο ηγέτης τους Μπασίρ δολοφονείται ορδές απ' αυτούς εισβάλλουν στα προσφυγικά στρατόπεδα Παλαιστινίων Σάμπρα και Σατίλα, που από χρόνια βρίσκονται στο λιβανικό έδαφος, και προβαίνουν σε κανονική γενοκτονία κατασφάζοντας αδιάκριτα άντρες, γυναίκες, γέρους και μικρά παιδιά, κάτω από τα βλέμματα του πάνοπλου ισραηλινού στρατού που βρισκόταν εκεί δίπλα και παρακολουθούσε δίχως να κάνει το παραμικρό για να σταματήσει τη σφαγή. Υπουργός Άμυνας το Ισραήλ, που έδωσε τη διαταγή στα στρατεύματά του να μην επέμβουν, ήταν ο μετέπειτα και μέχρι πρόσφατα πρωθυπουργός Αριέλ Σαρόν.
Ο σκηνοθέτης Φόλμαν, 19 χρονών τότε, υπηρετούσε τη θητεία του στον ισραηλινό στρατό και είδε - δίχως φυσικά να επέμβει - τη σφαγή. 20 χρόνια μετά έχει απωθήσει εντελώς από τη μνήμη του τα φρικτά γεγονότα. Καθώς όμως κομμάτια, αποσπάσματα, εφιάλτες ενός φίλου συμπολεμιστή, του ξανάρχονται σποραδικά στη μνήμη, ξεκινά έναν αγώνα να ξαναβρεί τους παλιούς συμπολεμιστές του με σκοπό να ξαναβρεί και τη μνήμη του και να λυτρωθεί έτσι από τους εφιάλτες.
Στην ταινία παρακολουθούμε αποσπασματικά συνεντεύξεις και διηγήσεις από τις μέρες της φρίκης των σαραντάρηδων πια συμπολεμιστών του. Ο καθένας αφηγείται με τον δικό του τρόπο τη δική του ιστορία, τα περιστατικά που θυμάται, σε πολλά από τα οποία συμμετέχει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, εκφράζει τις δικές του απόψεις για τα τραγικά συμβάντα. Παράλληλα βλέπουμε τα συγκεκριμένα περιστατικά, γυρισμένα φυσικά στη σύγχρονη εποχή, πλημμυρισμένα όμως από συγκλονιστικές εικόνες. Πέραν της ανασύστασης των γεγονότων, η ταινία αποκτά και μια ποιητική διάσταση καθώς εικονογραφούνται οι εφιάλτες, οι παραισθήσεις ή οι φαντασιώσεις πολλών από τους αφηγητές. Και ταυτόχρονα, μέσα από συζητήσεις και αναλύσεις, λειτουργεί και σαν σχόλιο πάνω στη μνήμη και τα παιχνίδια της, αλλά και σαν συμβολική ιστορία πάνω στην απωθημένη μνήμη ενός ολόκληρου λαού, του ισραηλινού, που ξεχνά συστηματικά ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα της σύγχρονης ιστορίας, που ο ίδιος διέπραξε. Μπρος - πίσω λοιπόν στο χρόνο και τις μνήμες, κομμάτια ενός παζλ που σιγά - σιγά συνενώνεται για να αποκαλυφτεί η φρίκη σε όλο της το μεγαλείο και πολύ καλή μουσική του Μαξ Ρίχτερ, για να καταλήξουμε στο συγκλονιστικό φινάλε, με τις αληθινές, κινηματογραφημένες εικόνες από τα στρατόπεδα.
Φυσικά και πρόκειται για μια από τις πιο δυνατές αντιπολεμικές ταινίες που έγιναν ποτέ. Αποκτά όμως πολύ μεγαλύτερη αξία, καθώς προχωρά πολύ παρά πέρα από το αντιπολεμικό στοιχείο. Από τώρα ήδη έχει πάρει θέση ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 09, 2009

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ ΣΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ


Να που το είδαμε κι αυτό: Το "Λυκόφως" της Catherine Hardwicke είναι μια ταινία που συνδυάζει τον τρόμο με τον εφηβικό ρομαντισμό. Είναι φυσικό, βέβαια, αφού πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας, μόνο που εκείνη είναι ένα κοινό κορίτσι κι αυτός ένας βρικόλακας.
Είναι σίγουρο ότι πολλοί θα τη βρουν αφελή και λιγωτική. Και ως ένα βαθμό είναι. Ωστόσο η σκηνοθέτης έχει μια παράξενη δική της ματιά που, τελικά, με έκανε να βρω το φιλμ μάλλον ενδιαφέρον. Η πολύ όμορφη εικόνα της, τα χρώματα, η βροχερή ή χιονισμένη ατμόσφαιρα της πολιτείας της Ουάσιγκτον, το παράξενο, διστακτικό παίξιμο των ηθοποιών, η "γλυκειά" γεύση της νεανικής, αισθηματικής ιστορίας που όμως διαβρώνεται από μια συνεχώς επικρεμάμενη απειλή, όλα συντείνουν στη δημιουργία μιας πολύ ασυνήθιστης ατμόσφαιρας, που τελικά κράτησαν το ενδιαφέρον μου. Βέβαια συντηρητισμός και ατολμία υπάρχουν, κυρίως στο θέμα του σεξ. Έτσι, σε μια ταινία που περιστρέφεται κυρίως γύρω από έναν αδύνατο εκ πρώτης όψεως εφηβικό έρωτα, ποτέ δεν συζητιέται ανοιχτά το φλέγον θέμα: Μπορούν τελικά οι δύο τρελά ερωτευμένοι να το κάνουν ή είναι καταδικασμένοι απλώς να είναι μαζί, να αγαπιούνται, αλλά μόλις και μετά βίας να αγγίζονται, αλλιώς θα επέλθει ανεπανόρθωτη καταστροφή λόγω των ανεξέλεγκτων ενστίκτων του βρικόλακα; Γι' αυτό και οι ελάχιστες και διστακτικότατες ερωτικές σκηνές έβγαζαν γέλιο (δίχως φυσικά τη θέληση των δημιουργών) στην αίθουσα, ενώ μια ξεκάθαρη αντιμετώπιση του θέματος θα εξαφάνιζε την τάση για χαβαλέ του κοινού.
Γενικά πάντως βρήκα την ταινία σχετικά ενδιαφέρουσα και ιδιόρυθμη. Αν βέβαια συνηθίσετε στην ιδέα της ύπαρξης "καλών" και "κακών" βρικολάκων. Και αν φυσικά μπορείτε να αντέξετε τον overdose ρομαντισμό της.

Τρίτη, Ιανουαρίου 06, 2009

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΣΤΗ SUNSET BLVD.


Αν θέλετε μία και μόνο απόδειξη για το πόσο μεγάλος δημιουργός υπήρξε ο Billy Wilder (1906-2002) δεν έχετε παρά να δείτε το υπέροχο Sunset Blvd. του 1950. Ίσως τον Wilder τον ξέρουμε κυρίως για τις καυστικές του κωμωδίες και τη σαρκαστική ματιά του στην Αμερική. Παρά το ότι είμαι θαυμαστής και αυτών του των ταινιών, νομίζω ότι αυτό εδώ είναι το αριστούργημά του - και μια από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του σινεμά.
Το φιλμ διαθέτει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Αρχικά - κι αυτό είναι που συγκινεί και θα συγκινεί για πάντα κάθε σινεφίλ - είναι μια ταινία (η πρώτη ίσως) που αναφέρεται στο ίδιο το σινεμά και ιδιαίτερα στο Χόλιγουντ και τους ανελέητους μηχανισμούς του σταρ σύστεμ. Μέσα από τη σπαρακτική ιστορία της παλιάς, ξεχασμένης πια ντίβας του βωβού σινεμά, που ζει ολομόναχη με τον πιστό υπηρέτη της στην τεράστια, παρακμασμένη βίλα της νομίζοντας ότι παραμένει σούπερ σταρ, ενώ στην πραγματικότητα όλοι την έχουν ξεχάσει, μιλά για την άνοδο και την μοιραία πτώση σχεδόν κάθε αστεριού, μουσικού, κινηματογραφικού ή ό,τι άλλο. Μέσα απο τη ιστορία του ήρωα - επίδοξου σεναριογράφου του Χόλιγουντ, που ξεπουλά όλα του τα όνειρα για να καταντήσει ζιγκολό, μιλά για τη μοίρα πάμπολλων ανθρώπων που ξεκινούν με φιλοδοξίες και όνειρα, αλλά όλα τους έρχονται αλλιώς. Μέσα από την ιστορία του πιστού υπηρέτη, σκλάβου σχεδόν της σταρ, εξερευνά τα πάθη και τις εμμονές ανθρώπων που μπορούν, υποταγμένοι σ' αυτά, να εγκαταλείψουν όλα τα άλλα. Ταυτόχρονα σχολιάζει τους μηχανισμούς και τον ψεύτικο, επίχρυσο κόσμο του Χόλιγουντ, το ρόλο του χρήματος, την άνοδο και την πτώση των ονομάτων του, τις παραχωρήσεις που απαιτούνται για να γίνεις κάποιος. Για όλα αυτά ο Wilder, πολύ πριν τον Altman και τον "Παίκτη" του, δείχνει τα ίδια τα στούντιο, χρησιμοποιεί τους ίδιους τους παλιούς σταρ που παίζουν τον εαυτό τους. Έτσι, εκτός από την πρωταγωνίστρια και παλιά ντίβα Γκλόρια Σβάνσον στον συγκλονιστικό ρόλο της, εμφανίζονται παίζοντας, όπως είπαμε, τον εαυτό τους, ο Warner, ο Cecil DeMille, o Buster Keaton και άλλοι, ενώ τον βασικό ρόλο του υπηρέτη κρατά ο ίδιος ο μεγάλος σκηνοθετης Eric von Strohaim. Η όλη ιστορία είναι ειπωμένη με τυπικούς νουάρ τόνους - δίχως από τις ατάκες να λείπει ο σαρκασμός του Wilder και οι σινεφίλ αναφορές (ήδη από το 1950).
Εκτός όλων αυτών πάντως, το Sunset Blvd. μιλά για την αναπόφευκτη μελαγχολία όλων των πραγμάτων που τελειώνουν και την εξ ίσου αναπόφευκτη νοσταλγία παλιότερων εποχών, ανεξάρτητα του αν πρόκειται για καριέρα και δόξα, για έρωτες, ή για τα ίδια τα νιάτα που μοιραία δίνουν τη θέση τους στη νοσταλγία και τη μελαγχολία του λυκόφωτος κάθε ανθρώπινης ζωής. Γι΄αυτό και η ταινία παραμένει αγέραστη όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Αν δεν την έχετε δει ψάξτε την Ανήκει στα κλασικά αριστουργήματα του παγκόσμιου σινεμά.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2009

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΒΑΡΕΜΑΡΑ ΤΟΥ SPIRIT


Θα το πω από την αρχή: Σπάνια έχω δει χολιγουντιανή υπερπαραγωγή που όχι απλώς να μη μου αρέσει (αυτό συμβαίνει πολλές φορές), αλλά και να με κάνει να βαριέμαι αφόρητα. Όσο έβλεπα το Spirit του Frank Miller έπιασα τον εαυτό μου να κοιτά 2-3 φορές το ρολόι. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το Spirit υπήρξε μία από τις διασημότερες αμερικάνικες σειρές κόμικς. Δημιουργήθηκε το 1940 από έναν από τους μεγαλύτερους δημιουργούς του χώρου, τον Will Eisner, και συνεχίστηκε για πολλά χρόνια. Παρά το ότι ο ομώνυμος ήρωας έχει επιστρέψει από τους νεκρούς, το κόμικς κατά βάθος είναι νουάρ, με βία, κυνικότητα, χιούμορ και πολλές μοιραίες γυναίκες. Το παράξενο είναι ότι ο Miller διατηρεί (προσπαθεί τέλος πάντων) όλα αυτά τα στοιχεία, αλλά το αποτέλεσμα ούτε προσωπικότητα μου φάνηκε ότι διαθέτει ούτε ενδιαφέρον. Η εικόνα του είναι και πάλι εντυπωσιακή, σαν να βλέπεις κόμικς σε οθόνη, με αληθινούς ηθοποιούς. Είναι όμως η ίδια τεχνική που χρησιμοποιήθηκε στο Sin City (πολύ καλύτερο κατά τη γνώμη μου) και, ως ένα βαθμό, και στους 300. Η ίδια πειραγμένη εικόνα, τα ίδια πλακάτα, ασπρόμαυρα συνήθως, χρώματα, τα ίδια ξαφνικά περάσματα από την "αληθινή" δράση στο κινούμενο σχέδιο. Αυτό όμως που στο Sin City λειτούργησε ως έκπληξη, που με άφησε με το στόμα ανοιχτό ως τεχνικό επίτευγμα τουλάχιστον, εδώ, στην τρίτη του επανάληψη, είναι πλέον ξαναζεσταμένο φαγητό. Από την άλλη οι ήρωες μου φάνηκαν εντελώς γελοίοι και άνευ βάθους. Ιδιαίτερα ο κακός Σάμιουελ Τζάκσον (που γενικά εκτιμώ) ήταν πραγματικά κακός στο ρόλο του, ενώ η εντυπωσιακή σε όλες τις άλλες εμφανίσεις της Σκάρλετ Γιόχανσον θα μπορούσε κάλλιστα να μην υπάρχει. Ήταν κι αυτή η αδιάκοπη φλυαρία, με το Σπίριτ να σκέφτεται συνεχώς φωναχτά και να λέει αν μη τι άλλο περιττά πράγματα, που εμένα τουλάχιστον με ενόχλησε αρκετά, ενώ νομίζω ότι έπασχε και από έλλειψη ρυθμού.
Έχω ξαναπεί ότι δεν με ενδιαφέρει η σύγκριση με το πρωτότυπο (βιβλίο, κόμικς, ιστορικό γεγονός ή ό,τι άλλο) και προσπαθώ πάντα να βλέπω κάθε ταινία αυτόνομα, ως τέτοια. Εννοείται ότι κι αυτή εδώ δεν αντέχει σε σύγκριση, όπως πολύ συχνά συμβαίνει με μεταφορές κόμικς στο σινεμά. Επί πλέον όμως μου φάνηκε και παντελώς αδιάφορη ταινία.
ΥΓ: Παρά το ότι αντιπαθώ σφόδρα και τους 300, μη νομίζετε ότι έχω τίποτα με τον Μίλερ. Ίσα - ίσα, που θεωρώ τόσο τον Batman του όσο και τα Sin City του εξαιρετικά κόμικς.

Σάββατο, Ιανουαρίου 03, 2009

Ο ΠΟΡΤΟΦΟΛΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΗΘΙΚΗΣ


Ο Robert Bresson (1901-1999) είναι ένας δύσκολος, ίσως και στριφνός σκηνοθέτης. Διαθέτει ένα πολύ προσωπικό στιλ, ωστόσο πολύ δύσκολα θα μπορούσε να είναι πολύ δημοφιλής λόγω ακριβώς των σκηνοθετικών ιδιαιτεροτήτων του. Το σινεμά του είναι φιλοσοφικό, καταπιάνεται με προβλήματα ηθικής και γενικά δίνει τροφή για σκέψη, αν και συχνά τα νοήματά του είναι δυσνόητα.
Ο "Πορτοφολάς" (Pickpocket) του 1959 θεωρείται από πολλούς το αριστούργημά του. Αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού που βρίσκεται σε σύγκρουση με την κοινωνία (και θεωρεί μάλλον ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να υπάρξει στους κόλπους της) και σαν μέσον αυτής της σύγκρουσης επιλέγει να γίνει πορτοφολάς, αν και του δίνονται ευκαιρίες για άλλες δουλειές. Το "επάγγελμα" αυτό του γίνεται σχεδόν εθισμός. Η σύλληψη είναι αναπόφευκτη. Τελικά ο δρόμος για τη λύτρωση μέσω της αγάπης (που βρίσκεται διαρκώς μπροστά του) είναι δαιδαλώδης και πολύπλοκος, αφού αρνείται να ακολουθήσει τον εύκολο, ευθύ δρόμο προς αυτή.
Όλα αυτά δίνονται με την ασπρόμαυρη φωτογραφία και το προσωπικό στιλ του Μπρεσόν, που, αν μου ζητούσαν να το χαρακτηρίσω με δυο λέξεις, θα επέλεγα τις "μινιμαλισμός" και "αυστηρότητα". Οι κινήσεις της κάμερας είναι λιγοστές, οι εικόνες απλές, όπως και τα σκηνικά. Ακόμα απλούστερες είναι οι κινήσεις και το παίξιμο των ερασιτεχνών ηθοποιών, που αντιδρούν ήσυχα, μόνο με τις απόλυτα απαραίτητες, ελάχιστες κινήσεις ή εκφράσεις, όσο σημαντικά κι αν είναι αυτά που τους συμβαίνουν. Όλη αυτή η αυστηρότητα είναι σα να δίνει ένα ιδιαίτερο βάρος σε κάθε λέξη, σε κάθε κίνηση, βλέμμα ή αντικείμενο. Νοιώθεις ότι κάθε τι που βλέπεις ή ακούς έχει ένα ιδιαίτερο βάρος και είναι το ελάχιστο δυνατό. Όταν όμως περιγράφει τον τρόπο που η ομάδα των πορτοφολάδων ξαφρίζει ανύποπτους ανθρώπους σε μέρη όπου συνωστίζονται, τότε τα πάντα γίνονται ρευστά και είναι σκηνοθετημένα αριστοτεχνικά, σα να παρακολουθούμε μια εξαιρετική χορογραφία. Είναι σαφές ότι ο Μπρεσόν γοητεύεται από την ευρηματικότητα, την ομορφιά θα έλεγε κανείς όλης αυτής της απάτης.
Γίνεται νομίζω σαφές ότι πρόκειται για σινεμά για λίγους. Κάποιους τους γοητεύει αφάνταστα, πολλούς τους κουράζει. Ούτως ή άλλως αποτελεί μια κινηματογραφική ιδιαιτερότητα.

eXTReMe Tracker