Σάββατο, Ιουνίου 30, 2007

ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΩΝ ΛΗΣΤΩΝ


To "Time Bandits" ήταν η 2η καθαρά προσωπική ταινία του Terry Gilliam (είχαν προηγηθεί τα Jabberwocky και κάποιες συνσκηνοθεσίες επί Monty Python). Γυρίστηκε το 1981 και είχε παιχτεί στην Ελλάδα με έναν από τους ηλιθιότερους τίτλους ever: "Διαχρονικοί Ληστές και τα Κουλουβάχατα της Ιστορίας" (!!!).
Ας πω από την αρχή ότι δεν θεωρώ την ταινία και πολύ επιτυχημένη. Η σημασία της ωστόσο βρίσκεται στο ότι, κατά τη γνώμη μου, εδώ ο Gilliam βρίσκει για πρώτη φορά στοιχεία και εμμονές που θα χαρακτηρίσουν όλο το υπόλοιπο έργο του και θα μας χαρίσουν ταινίες όπως το Brazil, οι 12 Πίθηκοι, ο Βαρώνος Μυνχάουζεν ή ο Βασιλιάς της Μοναξιάς (Fisher King).
Πρόκειται για την ιστορία ενός μικρού αγοριού, στου οποίου το υπνοδωμάτιο ανοίγει μια "πύλη" που οδηγεί σε άλλους τόπους και εποχές. Απ' αυτή θα φύγει (άλλο που δεν θέλει, αφού έτσι γλυτώνει από τους ηλίθιους, συντηρητικούς και καταπιεστικούς γονείς του), ακολουθώντας μια ομάδα νάνων ληστών, που περιπλανιούνται στην ιστορία ληστεύοντας διάσημα συνήθως πρόσωπα. Αν θέλετε να εντοπίσετε και το πνεύμα των Monty Python σ' όλα αυτά, σκεφτείτε ότι οι μικροσκοπικοί ληστές ήταν παλιότερα στην υπηρεσία του... Θεού, απ' όπου το έσκασαν γιατί δεν άντεχαν τις συνθήκες εργασίας. Κι ότι ο ίδιος ο Θεός κάνει την εμφάνισή του στο τέλος με μια αροσδόκητη μορφή, που φυσικά δεν θα σας αποκαλύψω.
Σας είπα ήδη ότι δεν θεωρώ πολύ καλή την ταινία. Έχει σεναριακά κενά ή πρόχειρες λύσεις, κάνει κάποιες κοιλιές και μάλλον, συνολικά, το όλο πράγμα να μη δένει, παραμένοντας κάτι σαν συρραφή διαφόρων σκετς που σατιρίζουν ασεβέστατα διάφορες ιστορικές προσωπικότητες (Ναπολέων, Ρομπέν τω Δασών κλπ.) Ωστόσο εδώ θα βρείτε για πρώτη φορά "ελεύθερη" την αχαλίνωτη φαντασία του Γκίλιαμ (υπάρχουν μερικές εντυπωσιακές οπτικά σκηνές), την αναρχική του ασέβεια και βέβαια το χιούμορ που, αναπόφευκτα, θυμίζει αυτό των Monty Python (χωρίς βέβαια να φτάνει τα συνολικά επιτεύγματα της ανατρεπτικότερης ίσως κωμικής ομάδας όλων των εποχών). Και, επίσης, θα συναντήσετε μια πλειάδα γνωστών ηθοποιών, από τον Σον Κόνερι και διάφορα μέλη των Python (Τζον Κλιζ, Πάλιν) έως τον Ντέιβιντ Γουόρνερ ή τιον Ίαν Χολμ.
Αν είστε φαν του Γκίλιαμ δείτε το, όχι ως αριστούργημα, αλλά ως μια πρώτη γεύση όλων όσων θα επακολουθούσαν.

Πέμπτη, Ιουνίου 28, 2007

OCEAN'S 13... ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΦΟΒΑΜΑΙ ΟΤΙ ΘΑ ΤΑ ΕΚΑΤΟΣΤΗΣΟΥΝ...


Κάποτε εκτιμούσα περισσότερο τον Steven Soderbergh. Δηλαδή ακόμα τον εκτιμώ, αλλά στις υπόλοιπες δουλειές του, όταν δεν κάνει τα Ocean's κάτι. Ποτέ δεν υπήρξα φαν της σειράς, που νομίζω ότι γίνεται περισσότερο για να βάλει μαζί (στην τιμή του ενός) όσο πιο πολλούς σταρς μπορεί, παρά για οποιονδήποτε άλλον λόγο. Σα να μην έφτανε αυτό, νομίζω ότι οι Ωκεανοί όσο πάνε και χειροτερεύουν.
Στην τελευταία "συνέχεια" η ομάδα των απατεώνων με το πολύ υψηλό IQ προσπαθεί όχι να κλέψει, αλλά να δυσφημίσει και να οδηγήσει σε οικονομική κατάρρευση ένα πελώριο, πολυτελές ξενοδοχείο - καζίνο που με δόλια μέσα έχει αποκτήσει από έναν φίλο και δάσκαλό τους ο κακός Αλ Πατσίνο. Η ιδέα είναι διασκεδαστική, αλλά αναλώνεται στις απίθανες ενέργειες όλων που κάνουν τα πάντα (παρεμβαίνουν σε μεξικάνικα εργοστάσια, εγκαθιστούν high tech gadgets και ό,τι άλλο φανταστείτε) για να ρίξουν έξω το ξενοδοχείο. Κι όλα αυτά με ελάχιστο χιούμορ, που εδώ είναι το ζητούμενο. Έτσι, πολύ σύντομα έπιασα τον εαυτό μου να βαριέται αφόρητα και τα βλέφαρά μου να κλείνουν, και από ένα σημείο και πέρα έπαψα να παρακολουθώ με ποιον απίθανο, υπερσυντονισμένο τρόπο και με ποια υψηλή τεχνολογία και εξαρτήματα θα κλέψουν το τάδε διαμάντι, θα παρέμβουν στη ρουλέτα, θα πειράξουν τους "κουλοχέρηδες" και δεν ξέρω τι άλλο. Πολύ απλά δεν με ενδιέφεραν καθόλου οι πολύ προχωρημένες τεχνολογίες και τα ηλεκτρονικά μαραφέτια. Βρήκα άλλωστε τη σκηνοθεσία άνευρη και το όλο αποτέλεσμα επίπεδο.
Δεν παρακολούθησα τελευταία τα box office και δεν ξέρω πώς πήγε στην Αμερική η ταινία. Ελπίζω να μην πήγε καλά, για να ασχοληθεί με τίποτε πιο ενδιαφέρον ο Σόντερμπεργκ. Αν όμως έβγαλε καλά λεφτά, φοβάμαι ότι για πολλά χρόνια ακόμα θα βλέπουμε τους Oceans να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα. Θα βλέπετε μάλλον. Εγώ θα βρω τίποτα καλύτερο να κάνω.

Τρίτη, Ιουνίου 26, 2007

ΧΑΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΚΟΣΜΟ ΑΦΘΟΝΙΑΣ


Στις αρχές του 20ου αιώνα, τσακισμένοι από τη φτώχεια και την ανέχεια της άγονης γης τους, εκατοντάδες χωριάτες της νότιας Ιταλίας εγκατέλειπαν την πατρίδα τους για να φύγουν για πάντα στο Νέο Κόσμο, την Αμερική, τη "Χώρα της Αφθονίας", όπου πίστευαν πως οι καρποί είναι μεγαλύτεροι από άνθρωπο και ρέουν ποτάμια με γάλα (το ίδιο έκαναν άλλωστε και φτωχοί Έλληνες, Ιρλανδοί και άλλοι, ευρωπαίοι και μη, για να δημιουργήσουν τελικά το μωσαϊκό εθνοτήτων των ΗΠΑ).
Στο Nuovomondo (Χαμένα Όνειρα ο ελληνικός τίτλος) ο ιταλός Emanuele Crialese καταγράφει το χρονικό ενός τέτοιου ξενητεμού μιας οικογένειας πάμφτωχων ιταλών αγροτών. Θέμα που θυμίζει αρκετά τις "Νύφες" του Βούλγαρη, αντιμετωπίζεται εδώ δίχως εξάρσεις και κορυφώσεις, απόλυτα ανθρωποκεντρικά, λιτά και ρεαλιστικά. Ένας χήρος πατέρας, οι δυο γιοί του (ο ένας κωφάλαλος) και η γριά μητέρα του εγκαταλείπουν τη χώρα τους για τη "Γη της Επαγγελίας", όπως πιστεύουν ότι είναι η Αμερική. Η ταινία καταγράφει την αναχώρηση, το μακρύ, βασανιστικό ταξίδι με το πλοίο και τον εγκλωβισμό τους στο Ellis Island, έξω από τη Νέα Υόρκη, χώρο υποδοχής των χιλιάδων μεταναστών, όπου αυτοί υποβάλλονταν σε εξονυχιστικές, ταπεινωτικές ενίοτε, εξετάσεις και αντιμετώπιζαν μια αδυσώπητη γραφειοκρατία προκειμένου να γίνουν δεκτοί στη χώρα (μερικοί που δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές, επιστρέφονταν πίσω με το επόμενο πλοίο).
Μουντή ταινία, σκοτεινή, κάπως κλειστοφοβική με τα γεμάτα στιβαγμένους ανθρώπους πλάνα της, τίμια όμως και αποτελεσματική σ' αυτά που θέλει να πει και να δείξει, σπάει συχνά την βαρειά ατμόσφαιρα με χιούμορ και αφηγήσεις χαριτωμένων περιστατικών. Ανάσα επίσης της δίνουν οι ονειρικές σκηνές που διακόπτουν μερικές φορές την αφήγηση, που κινούνται στο κλίμα του μαγικού ρεαλισμού, δείχνοντας τα όνειρα του πατέρα για τα όσα περιμένει από τον ποθητό Νέο Κόσμο (η πολύ όμορφη σκηνή με τους ανθρώπους που κολυμπούν σε μια θάλασσα από γάλα είναι χαρακτηριστική).
Ίσως να βρείτε κάπως κουραστικό το φιλμ, αφού δεν χαρακτηρίζεται από εξάρσεις, όπως είπαμε, ωστόσο η ευθύτητα και η τιμιότητά του είναι αναμφισβήτητες. Και, αν και δεν μας το δείχνει, η κατάρρευση των ελπίδων όταν θα βγουν επιτέλους στην Ν. Υόρκη, είναι σχεδόν βέβαια.

Τετάρτη, Ιουνίου 20, 2007

FANTASTIC FOUR ΜΕ ΧΑΜΗΛΟ IQ


Μα καλά, θα μου πείτε, τι ήθελες να πας να δεις αυτούς τους ανεκδιήγητους Fantastic Four, Rise of the Silver Surfer; Ή μήπως θεωρείς καλό σκηνοθέτη τον Tim Story; Ε, να, Δευτέρα βράδυ που βαριόμουν, ένα θερινό σινεμαδάκι σχεδόν κάτω από το σπίτι μου, όπου μπορώ να πάω με τις σαγιονάρες... Τι να κάνω; Αυτό έπαιζε...
Κι ήταν χειρότεροι από όσο φανταζόμουν. Μάλλον για παιδική κωμωδιούλα πρόκειται, που ίσως ενθουσιάσει παιδιά του δημοτικού (πλην όμως με κρύο χιούμορ), αφελέστατη δράση (τα παιδιά που λέγαμε ίσως εντυπωσιαστούν), χαρακτήρες άστα να πάνε (τα παιδιά αυτό δεν θα το καταλάβουν, είναι για μεγαλύτερες ηλικιακά απαιτήσεις), εύκολες λύσεις και άλλα πολλά, αλλά κανένα θετικό.
Ποτέ μου δεν υπήρξα φαν των σουπερ ηρωικών κόμικς και του σύμπαντος της Marvel ιδιαίτερα. Αυτό όμως δεν με εμποδίζει να απολαύσω μερικές συμπαθητικές έως και καλές ταινίες του είδους, όπως οι πρώτοι Batman ή οι X Men. Συνήθως όμως οι περισσότερες ταινίες που προέρχονται από εκεί δεν βλέπονται. Και δυστυχώς αυτοί οι F4 κάθε άλλο παρά εξαίρεση μου φάνηκε ότι αποτελούν... Τι μένει; Να χαζεύουμε την εντυπωσιακή Τζέσικα Άλμπα και τα ειδικά εφφέ, κυρίως αυτά που αφορούν τον Silver Surfer, που είναι μάλλον και ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ταινίας. Πάει πολύς καιρός όμως από τότες που τα εφφέ από μόνα τους ήταν ικανά να με κάνουν να απολαύσω μια ταινία. Όσο για την Τζέσικα... την προτιμώ στο Sin City.
ΥΓ: Ναι, ο Stan Lee κάνει και πάλι την cameo εμφάνισή του. Αν αυτός είναι λόγος να σπεύσετε, εμένα δεν μου πέφτει λόγος.

Σάββατο, Ιουνίου 16, 2007

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ, ΒΛΑΣΦΗΜΟ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ WEEK END


Ήταν τότε, στα 1967, όταν πολλοί πίστευαν ότι η επανάσταση έρχεται και ο κόσμος επιτέλους θ' αλλάξει. Αναβρασμός παντού. Τα πάντα αμφισβητούνταν: Από τις καθημερινές αξίες, συμπεριφορές και πολιτικές απόψεις έως την τέχνη - και μέσα σ' αυτήν, φυσικά, και το σινεμά. Στην αιχμή της πρωτοπορίας τότε, οργισμένος όσο δεν παίρνει, μαχητικός και εικονοκλάστης, ο Jean-Luc Godard θα γύριζε το Week End, που ένας θεατής στην IMDB περιγράφει ως "το πιο παράξενο road movie που έγινε ποτέ".
Τι ακριβώς είναι το Week End ή μάλλον, πώς μπορούμε να το δούμε σήμερα; Το πρώτο που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας είναι ότι πρόκειται για μια ταινία που μισεί και προσβάλλει με κάθε δυνατό τρόπο την αστική τάξη, πηγή κάθε κακού για τον μαρξιστή - λενινιστή τότε Γκοντάρ. Συνδυάστε αυτή την έντονα πολιτική ματιά με το πρωτοποριακό, πειραματικό σινεμά που έκανε τότε (και σήμερα ακόμα, αλλά σήμερα ελάχιστους ενδιαφέρει) και θα έχετε το απίστευτα σουρεαλιστικό αποτέλεσμα της ταινίας.
Θα μπορούσα να περιγράψω το Week End ως "πολιτικοποιημένους Monty Python, αλλά χωρίς χιούμορ" - ή μάλλον με ένα κατάμαυρο, στριφνό χιούμορ με το οποίο πολύ δύσκολα γελάς. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Ένα μεσοαστικό ζευγάρι, που οι μεταξύ τους σχέσεις κυμαίνονται από την αδιαφορία έως το μίσος, ξεκινά με το αυτοκίνητό του για την επαρχία, όπου περιμένουν το θάνατο του πατέρα της κοπέλας, τον οποίο δηλητηριάζουν σιγά - σιγά για να τον κληρονομήσουν. Από τα πρώτα κιόλας 5 λεπτά του ταξιδιού, το τοπίο μετατρέπεται σε αποκαλυπτικό, ξεφεύγοντας από κάθε έννοια ρεαλισμού: Παντού τρακαρισμένα αυτοκίνητα που καίγονται, πτώματα οικογενειών των επιβατών στις παρυφές των επαρχιακών δρόμων, ατέλειωτα μποτιλιαρίσματα με τους παγιδευμένους επιβάτες να επιτίθενται ο ένας στον άλλον, αντάρτες να περιφέρονται στα δάση σκοτώνοντας αστούς και απαγγέλοντας ποίηση, πρόσωπα από μυθιστορήματα να ζωντανεύουν... Και μέσα σ' όλο αυτό το απερίγραπτο χάος, το ζευγάρι, δολοφονικό κι αυτό, κάνει τα πάντα, πατά κυριολεκτικά επι πτωμάτων, για να προχωρήσει και να φτάσει στην επαρχιακή πόλη του προορισμού του, ενώ η ταινία κορυφώνεται μέσα σ' ένα όργιο σαρκασμού με σκηνές κανιβαλισμού.
Το Week End, βουτηγμένο στο παράλογο, κάθε άλλο παρά ομαλή ροή διαθέτει. Σκηνές διακόπτονται απότομα από κείμενα που εμφανίζονται στην οθόνη, χαρακτήρες απαγγέλουν κάθε λογής αποσπάσματα, πολιτικά ή λογοτεχνικά, σταματώντας έτσι τη δράση, ο χρόνος πηδά απότομα από τη μια σκηνή στην άλλη. Κι όλα αυτά μέσα σε μια παγερή αδιαφορία για τα όσα εφιαλτικά και σουρεαλιστικά συμβαίνουν τριγύρω, λες και πρόκειται για καθημερινές, συνηθισμένες εικόνες. Βασικός του στόχος, το είπαμε, να προσβάλλει και να γελοιοποιήσει όσο πιο πολύ και πιο λυσσασμένα μπορεί την αστική τάξη και τις αξίες της, τις εμμονές της με το αυτοκίνητο, το χρήμα, τα οικονομικά συμφέροντα, την οικογένεια. Αφείστε που δεν μου βγάζετε απ' το μυαλό το ότι η φιγούρα του μάγειρα (ανθρώπινου ως επί το πλείστον) κρέατος με την άσπρη, ματωμένη ποδιά, μπορεί και να ένέπνευσε την αντίστοιχη του Σχιζοφρενή δολοφόνου με το πριόνι, 7-8 χρόνια αργότερα...
Φυσικά πρόκειται για ταινία για λίγους. Φυσικά πολλοί θα βαρεθούν ή δεν θα αντέξουν να τη δουν μέχρι τέλους (συμβαίνει άλλωστε με πολλές ταινίες του Γκοντάρ). Φυσικά είναι ακραίο δείγμα γραφής μιας απίστευτα ταραγμένης και σε αναβρασμό εποχής. Μιας εποχής που πίστευε βαθειά (με ένα κράμα αφέλειας και αισιοδοξίας) ότι θα άλλαζε όπου νάναι τον κόσμο. Ο κόσμος φυσικά δεν άλλαξε, μάλλον προς το χειρότερο στράφηκε, η πολυπόθητη επανάσταση δεν ήρθε ποτέ και το σινεμά δεν τέλειωσε, όπως λέει η τελευταία ατάκα της ταινίας. Αλλά το Week End παραμένει απόλυτα προκλητικό, βλάσφημο και ακραίο μετά απ' όλα αυτά τα χρόνια. Και, επίσης, κάτι που κανείς δεν θα τολμούσε να γυρίσει σήμερα.

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2007

ΝΟΣΗΡΑ ΚΑΙ ΚΛΕΙΣΤΟΦΟΒΙΚΑ ZERO YEARS


Ίσως να έχετε ακούσει τη γνώμη ότι ο Νίκος Νικολαϊδης (1939-2007) είναι "ο καλύτερος έλληνας σκηνοθέτης". Κατά ένα μέρος τουλάχιστον συμφωνώ. Έχει ένα πολύ προσωπικό όραμα, οι ταινίες του είναι τεχνικά άψογες, η εικόνα τους εντυπωσιακή. Ωστόσο, εδώ και δεκαετίες παραμένει δέσμιος των εμμονών και της ανθρωποφοβίας του. Έτσι είναι αδύνατο να επικοινωνήσει με κάπως μεγαλύτερο κοινό, αρκούμενος σε μια χούφτα φανατικών οπαδών. Γι' αυτό άλλωστε και ο πολύς κόσμος εξακολουθεί να τον θυμάται από τα προ αμνημονεύτων ετών "Κουρέλια" και τη "Γλυκειά Συμμορία". Οι εμμονές βέβαια είναι σημαντικότατες, ίσως και απαραίτητες, για έναν καλλιτέχνη. Φοβάμαι όμως ότι ο Ν. φτάνει το θέμα στα απόλυτα άκρα του.
Στο Zero Years (2005) η νοσηρότητα και το κλειστοφοβικό στοιχείο κυριαρχούν για μια ακόμα φορά. Ίσως μάλιστα να είναι και η νοσηρότερη ταινία του μετά το-για-πολύ-λίγους Singapore Sling. Σε έναν πιθανό μελλοντικό χρόνο, σε έναν απροσδιόριστο τόπο (μάλλον κάπου εκτός τόπου και χρόνου θα ήταν καλύτερα να πούμε) 4 κρατικές πόρνες ζουν έγκλειστες σ' ένα παλιό, σχεδόν ερειπωμένο τεράστιο σπίτι, δέχονται πελάτες (οι οποίοι τις επισκέπτονται κυρίως για να ικανοποιήσουν μαζοχιστικούς πόθους), εμβολιάζονται τακτικά από κρατικές υπηρεσίες αφού έχουν στειρωθεί απ' αυτές και βιώνουν οδυνηρά τις εμμονές, τις φαντασιώσεις, τις υστερίες τους.
Με σκηνές που θα ενοχλήσουν πολλούς, με επαναλαμβανόμενες εφιαλτικές τελετουργίες της καθημερινότητας, η παραβολή αυτή μας λέει ότι ο έξω κόσμος είναι ουσιαστικά ίδιος με το εφιαλτικό, πνιγηρό σκηνικό του εσωτερικού, γι' αυτό και μία από τις ηρωίδες, αφού "απολυθεί", επιστρέφει οικειοθελώς. Το "παράξενο" παίξιμο των ηθοποιών (προφανώς κατ' εντολή του σκηνοθέτη), μεγιστοποιεί την ούτως ή άλλως άρρωστη ατμόσφαιρα, καθώς και το στοιχείο του υπερφυσικού που εισβάλλει με τα σχεδόν αόρατα, τρομαχτικά παιδάκια που βασανίζουν την μία από τις ηρωίδες (δυνατή σκηνή, ανάμεσα σε εφιάλτη και στην "πραγματικότητα" των έγκλειστων).
Προσωπικά για μια ακόμα φορά εκτίμησα την μαεστρία του Νικολαϊδη, που μάλλον πιστεύει ότι ο κόσμος που ζούμε είναι, πολύ απλά, φριχτός, και κάποια στοιχεία της με άγγιξαν και με έβαλαν στο τριπ του (κακό τριπ). Ωστόσο παραμένει ένα φιλμ για λίγους, για πολύ λίγους. Αν θέλετε να δοκιμάσετε τις αντοχές σας...

Τρίτη, Ιουνίου 12, 2007

ΕΡΩΤΑΣ, ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΒΙΑ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ


Ίσως να έχετε διαβάσει ότι το ισραηλινό The Bubble του Eytan Fox είναι μια gay ταινία. Και είναι όντως, αφού ένα από τα κεντρικά της θέματα είναι ο έρωτας ενός εβραίου με έναν παλαιστίνιο στο Τελ Αβίβ. Σε καμία περίπτωση όμως δεν θα την θεωρούσα μια ακόμα ταινία του είδους, που επικεντρώνει στο θέμα της ομοφυλοφιλίας. Το φιλμ είναι πολύ περισσότερα.
Όπως αντιλαμβάνεται αμέσως κανείς, και μόνο ο χώρος, το Ισραήλ, και κυρίως η επιλογή του συγκεκριμένου gay ζευγαριού, το φορτίζουν άμεσα και με μια πολιτική διάσταση. Η οποία κάθε άλλο παρά ως απλό background υπάρχει. Η ταινία, εκτός από ύμνο στη διαφορετικότητα γενικά (κι όχι μόνο τη σεξουαλική) αποκαλύπτει στον θεατή -και κυρίως τον σχετικά απληροφόρητο, που σίγουρα θα νοιώσει μεγάλη έκπληξη- μια σειρά από πράγματα της καθημερινότητας στη σύγχρονη Μέση Ανατολή: Από την καταπίεση και τις καθημερινές ταπεινώσεις που υφίστανται οι Παλαιστίνιοι (εντάξει, αυτό είναι λίγο - πολύ γνωστό), μέχρι την ύπαρξη ενός γερού φιλειρηνικού κινήματος στο ίδιο το Ισραήλ. Ενός κινήματος που θέλει να λήξει η κατοχή, να δημιουργηθεί άμεσα παλαιστινιακό κράτος, να συνυπάρξουν ειρηνικά οι δύο λαοί. Και ταυτόχρονα, δεν διστάζει να στηλιτεύσει τόσο τους φανατικούς, φιλοπόλεμους εβραίους, όσο και τις συντηρητικές, ασφυκτικές ενίοτε συνθήκες που επικρατούν στους κόλπους πολλών ισλαμικών παλαιστινιακών οικογενειών. Καθώς και να καταδείξει πώς γεννιέται ένας καμικάζι ή πού οδηγεί η ακατάσχετη βία ακόμα κι αυτούς που έχουν τις καλύτερες προθέσεις.
Όλα αυτά δένουν έξυπνα και δίνονται με τρόπο που εκτείνεται από το κωμικό μέχρι το τραγικό, από τον πόθο για ξένοιαστη, γεμάτη καθημερινή ζωή μέχρι το τυφλό (δικαολογημένο ως ένα βαθμό) πάθος για εκδίκηση. Μ΄άλλα λόγια πρόκειται για φιλμ που παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον, καταγράφει αποτελεσματικά και ανάγλυφα το τι συμβαίνει εκεί κάτω, δίχως όμως να το κάνει με δημοσιογραφικό ή ντοκιμαντερίστικο τρόπο. Κάθε άλλο. Ίσως βέβαια όλο αυτό τα σεναριακό γαϊτανάκι, όπου όλοι οι πρωταγωνιστές σχετίζονται με έμμεσους τρόπους και οι συμπτώσεις παίζουν κι αυτές το ρόλο τους, να θεωρηθεί από μερικούς υπερβολικά "κατασκευασμένο" και η κορύφωση υπερβολικά δραματική. Ωστόσο δεν σας κρύβω ότι προσωπικά έφυγα συγκλονισμένος. Και πάλι μπράβο στο ισραηλινό σινεμά, που τολμά να γυρίζει μια ταινία που είναι σίγουρο ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αυτό που δεν βλέπει τόσο ελευθερα τα πράγματα, θα μισήσει βαθύτατα (ένας παραπάνω λόγος να συμπαθούμε το φιλμ).

Παρασκευή, Ιουνίου 08, 2007

ΕΡΩΤΑΣ, ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΣΤΟ CASHBACK


Ο άγγλος Sean Ellis γύρισε τη μικρού μήκους Cashback το 2004. Είχε τόση επιτυχία σε φεστιβάλ μικρού μήκους και στο Ίντερνετ, ώστε το 2006 αποφάσισε να την ξαναγυρίσει, μεγάλου μήκους αυτή τη φορά.
Πρόκειται για μια έξυπνη ερωτική κομεντί, είδος αρκετά συνηθισμένο (και κορεσμένο ίσως, θα πείτε αρκετοί). Ωστόσο την παρακολούθησα πολύ ευχάριστα, κυρίως για το χιούμορ της. Μερικές πανέξυπνες ατάκες, κάμποσες ξεκαρδιστικές καταστάσεις και η όλη ευαισθησία της αντιμετώπισης της αισθηματικής ίντριγκας με έκαναν να την απολαύσω. Όλα τα λεφτά βεβαίως είναι οι απίθανοι χαρακτήρες που πλαισιώνουν τον ήρωα, συνάδελφοί του στο σούπερ μάρκετ όπου δουλεύει τα βράδια ή φίλοι. Το χιούμορ της ταινίας πηγάζει απ' αυτούς. Σαν κερασάκι έρχεται και η πινελιά του φανταστικού στοιχείου: Ο νεαρός καλοτεχνίτης ήρωας, τσακισμένος από τον χωρισμό και την αϋπνία, μπορεί (ή φαντάζεται ότι μπορεί) να παγώνει τον χρόνο και, μόνος εν κινήσει αυτός, να περιφέρεται κατά βούληση όπου θέλει, κάνοντας ό,τι θέλει, μέχρι ο ίδιος να αποφασίσει να τον επαναφέρει στην κανονική του ροή (εύρημα βέβαια που θυμίζει την κλασική βουβή ταινία της δεκαετίας του 20 "Το Παρίσι κοιμάται" του Ρενέ Κλαιρ). Για τους γύρω του έχει περάσει μόλις ένα κλάσμα δευτερολέπτου, για κείνον όμως, είπαμε, όσο θέλει. Στην ταινία δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ αν αυτή η ικανότητα είναι ένα φανταστικό παιχνίδι του μυαλού του ή αν όντως την κατέχει ο πρωταγωνιστής.
Όχι. Μη φανταστείτε ότι είναι καμιά μεγάλη ταινία, κανένα αριστούργημα. Τα προβληματάκια της τα έχει (κάπως βεβιασμένο, απόλυτα προβλέψιμο τέλος π.χ.) Θα περάσετε όμως ένα ευχάριστο δίωρο. Εγώ τουλάχιστον πέρασα.

Τετάρτη, Ιουνίου 06, 2007

ΟΤΑΝ Ο GODZILLA ΕΚΑΝΕ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΤΟΥ ΓΙΓΑΝΤΙΑ ΒΗΜΑΤΑ


Ήταν το 1954 όταν ένας γιαπωνέζος σκηνοθέτης, ο Ishiro Honda (1911-1993), φίλος και συνεργάτης του Kurosawa μέχρι το τέλος της ζωής του (και έχοντας ήδη στο ενεργητικό του 2-3 ταινίες) γύριζε τον πρώτο θρυλικό Godzilla. Είχαν περάσει μόλις 9 χρόνια από τη Χιροσίμα και οι μνήμες - και ο τρόμος βεβαίως - ήταν ακόμα νωπές στο μοναδικό μέχρι σήμερα έθνος που γεύτηκε την αληθινή βόμβα. Η εποχή λοιπόν μας δίνει το κλειδί για να σχολιάσουμε την ταινία - και όσες ακολούθησαν.
Τι είναι για τον σημερινό θεατή ο πρώτος ασπρόμαυρος Godzilla του 1954; Ασφαλώς μια cult ταινία, που τη βλέπει κανείς λίγο από νοσταλγία (αν στο δημοτικό είχε δει τους μεταγενέστερους), λίγο από περιέργεια και αρκετά για πλάκα. Οι λόγοι αυτοί είναι, ούτως ή άλλως, αρκετοί και αρκετά ισχυροί. Πέραν αυτών όμως, πέρα από την πλάκα και τα αδέξια, πρωτόγονα (συχνά αστεία), πλην όμως υποβλητικά εφφέ, η ταινία διαθέτει έναν σαφή αντιπολεμικό και πρώιμα οικολογικό χαρακτήρα. Και διαθέτει επίσης αρκετές εντυπωσιακές μέχρι σήμερα σκηνές, καθώς και ένα καλό timing. Στα πρώτα 20 λεπτά, ενώ ο τρόμος μεγαλώνει, οι θάνατοι στη θάλασσα πληθαίνουν και οι επιστήμονες αρχικά και ο κόσμος στη συνέχεια μαθαίνουν ότι πρόκειται για ένα γιγάντιο προϊστορικό τέρας, ο ίδιος ο Godzilla δεν δείχνεται, ανεβάζοντας έτσι το σασπένς. Κάπου εκεί κάνει την πρώτη του μεγαλόπρεπη εμφάνιση, μισός, πίσω από έναν λόφο. Και από εκεί και μετά είναι ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής.
Αν δεν το γνωρίζετε, ο G. είναι ραδιενεργός. Όχι από τη φύση του. Έγινε ραδιενεργός εξ αιτίας των δοκιμών των βομβών υδρογόνου που γίνονταν στα βάθη των ωκεανών, όπου ζούσε μέχρι τότε χωρίς να ενοχλεί κανέναν. "Εμείς τον αναγκάσαμε να φύγει από την άβυσο και να ανέβει στην επιφάνεια", λέει ο ηλικιωμένος επιστήμονας που πρώτος υποψιάζεται την ύπαρξή του. "Ίσως υπάρξουν κι άλλοι Γκοτζίλες αν συνεχίσουμε τα καταστροφικά μας παιχνίδια" λέει στο τέλος, προβλέποντας τις εφιαλτικές διαστάσεις που έχει πάρει σήμερα το οικολογικό πρόβλημα, αλλά και τα πολλά σίκουελ που θα ακολουθούσαν. Το μήνυμα ειρήνης είναι σαφές.
Από εκεί και πέρα, απολαύστε την πρώτη αξέχαστη καταστροφή του Τόκυο από το θρυλικό τέρας, την ατμόσφαιρα που χτίζεται μεθοδικά και, δεν πειράζει καθόλου, κάντε και όση πλάκα θέλετε. Πιστεύω όμως ότι η ταινία πέραν της πλάκας (που και εγώ φυσικά έκανα) διαθέτει μέχρι σήμερα μια γερή δόση γοητείας.

Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2007

HALF NELSON: ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΥΨΗΛΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ


Με το Half Nelson του Ryan Fleck το (ανεξάρτητο προφανώς) αμερικάνικο σινεμά δείχνει και πάλι ότι μπορεί να κάνει αντισυμβατικές ταινίες, αντίθετες με οποιαδήποτε χολυγουντιανή λογική. Διότι, ποιο Χόλυγουντ που στοχεύει στην εμπορική επιτυχία θα γύριζε μια ταινία με ήρωα έναν καθηγητή που διδάσκει ιστορία με αριστερή οπτική και ταυτόχρονα είναι ναρκομανής;
Αν έπρεπε με μία λέξη να πω για τι μιλά η ταινία αυτή θα έλεγα "για τις αντιφάσεις". Που βρίσκονται σε κάθε στιγμή, σε κάθε γύρισμα της ζωής. Από τη μία το σπινθηροβόλο πνεύμα του καθηγητή, η υψηλής ποιότητας διδασκαλία του, που δεν ενδιαφέρεται για το να αποστηθίσουν τα παιδιά το όποιο μάθημα, αλλά να μάθουν να σκέπτονται και να συμπεραίνουν από μόνα τους, η εμμονή του σε μελανά σημεία της αμερικάνικης ιστορίας (δολοφονία Χάρβει Μιλκ, εξέγερση στις φυλακές Άττικα κ.ά.), η διαλεκτική, αριστερή οπτική του - σπανιότατη στη σύγχρονη Αμερική. Από την άλλη μια διαλυμμένη, μοναχική προσωπική ζωή, βουτηγμένη στην κοκαϊνη και άλλες ουσίες, μια αυτοκαταστροφική τάση που μοιάζει να μην έχει επιστροφή. Τα παιδιά μιας δύσκολης, υποβαθμισμένης περιοχής, μαύρα στην πλειοψηφία τους, αντλούν από την παρουσία του πολύτιμα διδάγματα και εφόδια για τις δύσκολες συνθήκες ζωής που τα περιμένουν. Αντίθετα, για κείνον ούτε ένας έρωτας με μια συνάδελφο δείχνει να μπορεί να τον σώσει. Αν κάνει κάτι του κάνει καλό είναι η ιδιόρυθμη φιλία του με μια μικρή μαύρη μαθήτριά του, που είναι και η μόνη που γνωρίζει το μυστιό του. Οι σχέσεις τους θα περάσουν από διάφορες φάσεις, καθώς κι εκείνη γλιστρά σιγά - σιγά στον ολισθηρό δρόμο της παρανομίας.
Ταινία χωρίς δραματικές κορυφώσεις, όπου σχεδόν "δεν συμβαίνει τίποτα", με ρεαλιστικό τρόπο γραφής, που αρκείται να καταγράφει τις ζωές και τις καθημερινές αντιφάσεις των ηρώων της, που παρ' όλα αυτά βρήκα γοητευτική και ενδιαφέρουσα. Συντελεί και η πολύ καλή ερμηνεία του Ράιαν Γκόσλινγκ, και αυτός ο κυκεώνας αντιφάσεων που συνθέτουν τη δύσκολη καθημερινότητα που λέγαμε. Δείτε τη, αλλά μην περιμένετε κάτι δραματικό να συμβεί. Απλώς μια μικρή ακτίδα φωτός στο τέλος...

eXTReMe Tracker