Σάββατο, Μαρτίου 31, 2007

Η "ΑΓΝΩΣΤΗ", ΤΟ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΜΕΛΛΟΝ


Αν κάτι είναι σίγουρο, είναι ότι με την "Άγνωστη" πρέπει να ξεχάσετε το νοσταλγικό, γλυκό κλίμα όλων σχεδόν των προηγούμενων ταινιών του Giusepe Tornatore. Εδώ μιλάμε για το σήμερα, ένα σήμερα σκληρό και απάνθρωπο, με αρκετές βίαιες σκηνές, για ένα ψυχολογικό θρίλερ που κατάφερε να με κρατήσει σε ικανοποιητικό βαθμό.
Η μυστηριώδης Ουκρανή που εγκαθίσταται, πασχίζοντας να διατηρήσει την ανωνυμία της, στη μικρή, πλούσια πόλη του ιταλικού βορά, κρύβει πολλά μυστικά. Ο θεατής προσπαθεί να καταλάβει το εφιαλτικό παρελθόν της (που δίνεται με σποραδικά φλας μπακ), τη σχέση της με την οικογένεια που παρακολουθεί με τόση επιμονή και τελικά, όταν τα χαμένα κομμάτια συμπληρώνονται, αγωνιά για το μέλλον της, το τι θα γίνει μετά, αφού όλα φαίνονται σκοτεινά και αδιέξοδα. Και κάπου εκεί προς το τέλος, όταν πια έχει επέλθει και μια απρόβλεπτη ανατροπή, εισβάλλει και η γνωστή, πανταχού παρούσα στο παρελθόν, συγκίνηση - σήμα κατατεθέν του Τορνατόρε, το μελοδραματικό στοιχείο, που ίσως μας αποσπάσουν και κανένα δάκρυ.
Το θέμα που θίγεται κυρίως είναι το trafficking γυναικών από τις πρώην σοσιαλιστικές ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, που η πλούσια δύση καταναλώνει ως πόρνες, αλλά και για άλλους, όπως θα δούμε, σκοπούς. Η μουσική του μαέστρου Ennio Morrikone συμβάλλει στην ατμόσφαιρα, η ρωσίδα πρωταγωνίστρια είναι πολύ καλή, το στοιχείο του θρίλερ λειτουργεί καλά, κυρίως στην αρχή.
Ίσως να υπάρχουν κάποιες ενστάσεις για "τραβηγμένο" σενάριο, με μερικές αναληθοφάνειες και σκοτεινά σημεία, αλλά σε γενικές γραμμές βρήκα την ταινία ενδιαφέρουσα και την αλλαγή του Τορνατόρε ευπρόσδεκτη.

Πέμπτη, Μαρτίου 29, 2007

SNOW WHITE Ή ΟΤΑΝ Ο ΦΩΣΚΟΛΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΕΚΛΥΤΗ ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ


Αν και ελβετική, η Snow White είναι γυρισμένη από τον Ιρακινής καταγωγής Samir (σκέτο), που από παιδί ζει στην Ελβετία. Μαθαίνω μάλιστα ότι είναι πολύ δραστήριος εκεί, με δουλειές ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικές, εικαστικές κλπ. Πλην όμως η εν λόγω Snow White είναι από τα πιο αστεία (άθελά του φυσικά) πράγματα που έχω δει.
Για να καταλάβετε, πανέμορφη και ζάμπλουτη πιτσιρίκα (ο μπαμπάς της έχει τη μισή Ζυρίχη), διάγει βίον έκλυτον, τίγκα στην κόκα, τα κλαμπς και τους μόνο-για-πήδημα-γκόμενους, ώσπου γνωρίζει ωραίο, τίμιο και ηθικό χιπχοπά, ταπεινής καταγωγής μεν, διάσημο δε στον χώρο του. Μ΄αυτόν ζει τον αληθινό έρωτα, αλλάζει, "σοβαρεύει", αποκτά και κάποιες κοινωνικές ανησυχίες σαν να μην έφταναν όλα, κόβει τις κακές συνήθειες... κι εκεί που πάει να αποκατασταθεί πλήρως, οι παλιές αμαρτίες εμφανίζονται και την στριμώχνουν αγρίως. Πάνω στην ώρα, ο γκόμενος φεύγει για πανευρωπαϊκή τουρνέ, ο μπαμπάς την αποκληρώνει γιατί σε μια στιγμή απόγνωσης πούλησε ερήμην του το καραχάϊ αμάξι του... οπότε πέφτει στα ναρκωτικά, στην πορνεία, γίνεται σχεδόν κλοσάρ (φανταστείτε ας πούμε την κόρη του Βαρδινοκόκαλη να κοιμάται σε παγκάκια στην Κλαυθμώνος και μάλιστα όχι από άποψη, αλλά επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς...) και τελικά, μετά πολλές σπαραξικάρδιες περιπέτειες, ρίχνει και μια απόπειρα αυτοκτονίας. Όμως αυτό δεν είναι το τέλος. Το τέλος είναι απείρως πιο αστείο, αλλά λόγοι κινηματογραφικής δεοντολογίας μου απαγορεύουν να σας το αποκαλύψω.
Πρόκειται για απίστευτο συνδυασμό Φώσκολου και Ξανθόπουλου (όπου μπουζούκια βλέπε χιπ-χοπ, αλλά κατά τα άλλα πλούσια ερωτεύεται φτωχό κλπ. κλπ.) σε πιο τρέντι και σύγχρονο περιτύλιγμα, πράγμα που αποδεικνύει ότι το αφόρητο μελό ακμάζει ακόμα και στην κυριλέ Ελβετία.
Αν ποτέ πέσει στα χέρια σας δείτε το για δύο λόγους: Ή για να γελάσετε με την καρδιά σας ή για τη φοβερή πρωταγωνίστρια, που είναι από τις πιο όμορφες γυναίκες που έχω δει επί της οθόνης.

Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2007

ΟΤΑΝ Η ΖΩΗ ΜΠΛΕΚΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΟΛΙΕΡΟΥ


Ο "Μολιέρος", δεύτερη ταινία του Laurent Tirard, είναι μια φανταστική εξιστόρηση περιστατικών της ζωής του μεγάλου γάλλου θεατρικού συγγραφέα, όταν ακόμα αυτός δεν είχε γίνει γνωστός. Η έξυπνη ιδέα είναι ότι στην περίοδο αυτή, ο Μολιέρος θα ζήσει, υποτίθεται, περιστατικά που θα του δώσουν έμπνευση για τη χρυσή εποχή της δραματουργίας του. Έτσι ο Tirard κάνει μια πραγματικά ευχάριστη κομεντί, αναμειγνύοντας πραγματικούς και θεατρικούς χαρακτήρες, βγάζοντας αρκετό γέλιο, αλλά και κάμποση συγκίνηση.
Είναι γεγονός ότι ένας από τους μεγαλύτερους κωμικούς συγγραφείς όλων των εποχών θεωρούσε την κωμωδία "κατώτερο είδος", που προορίζεται μόνο για τον "αμόρφωτο λαό" προσφέροντάς του χοντρή διασκέδαση. Το όνειρό του ήταν να γράψει τραγωδίες, που είναι "σοβαρή" και "υψηλή" μορφή τέχνης. Όπου όμως, όπως όλα δείχνουν, ήταν πολύ κακός, τόσο σαν συγγραφέας όσο και σαν ηθοποιός (οι σκηνές που προσπαθεί να παίξει τραγωδία είναι όντως αστείες). Χρεωμένος λοιπόν, φυλακισμένος για ένα διάστημα, αποτυχημένος τραγικός, φεύγει με το θίασό του από το Παρίσι και περιοδεύει στην επαρχία για 13 ολόκληρα χρόνια, όπου γίνεται διάσημος (με τις κωμωδίες του φυσικά), για να επιστρέψει τελικά θριαμβευτής, στο Παρίσι. Ανάμεσα στην όπως - όπως φυγή του όμως και στις αρχές της 13χρονης περιοδίας, υπάρχει ένα σκοτεινό διάστημα κάποιων μηνών. Τι ακριβώς έκανε τότε;
Αυτή την περίοδο καλύπτει (με φανταστικό, όπως είπαμε τρόπο) η ταινία. Όπου, υποτίθεται, γνωρίζει τον έρωτα, γνωρίζει τύπους - πρότυπα για τις μετέπειτα μεγάλες δουλειές του και γνωρίζει από πρώτο χέρι και την απύθμενη ηλιθιότητα, ματαιοδοξία, κενότητα και υποκρισία της τάξης των ευγενών, που πασχίζουν απεγνωσμένα να παραστήσουν τους "καλλιεργημένους" δίχως να έχουν τα φόντα γι' αυτό. Συγχρόνως το φιλμ λειτουργεί και σαν τοιχογραφία του 17ου αιώνα στη Γαλλία - κυρίως των αριστοκρατών και των πλουσίων.
Έξυπνοι διάλογοι, αστείες καταστάσεις και περιπέτειες, κρυφοί έρωτες και συγκίνηση και, για όσους γνωρίζουν το έργο του Μολιέρου, μια έξτρα απόλαυση καθώς προσπαθούν να διακρίνουν τις αναφορές σ΄αυτό μέσα από πρόσωπα ή καταστάσεις που, υποτίθεται, συναντά στην προσωπική του ζωή. Σαν γενική ιδέα θυμίζει τον "Ερωτευμένο Σέξπιρ", αυτή εδώ όμως η ταινία προσωπικά μου άρεσε περισσότερο - και, αν μη τι άλλο, πέρασα πολύ ευχάριστα.

Τρίτη, Μαρτίου 27, 2007

Η ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ


Ο "Άγριος Πλανήτης" είναι μια γαλλική ταινία κινουμένων σχεδίων του 1973 και παραμένει ένα από τα πιο όμορφα animation που έγιναν ποτέ. Προϊόν συνεργασίας του Rene Laloux (1929-2004), σκηνοθέτη κιν. σχεδίων, και του πολυπράγμονα Roland Topor (1938-1997), ζωγράφου, σχεδιαστή, συγγραφέα και άλλα πολλά, παραμένει κλασσική μέχρι σήμερα.
Βασισμένη σ' ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Stefan Wul, μιλά για μια φυλή ανθρωποειδών γιγάντων με πολύ υψηλό πολιτισμό, που έχουν μεταφέρει την ανθρώπινη φυλή στον πλανήτη τους. Οι "εξημερωμένοι" άνθρωποι χρησιμοποιούνται από τους Ντράαγκ, τους γίγαντες, σαν κανονικά κατοικίδια, κυρίως για να παίζουν τα παιδιά τους. Οι "άγριοι", αυτοί δηλαδή που το έχουν σκάσει και ζουν πρωτόγονα σε εγκαταλειμένα πάρκα και αλλού, εξολοθρεύονται σε τατκτά διαστήματα, όπως ακριβώς κάνουμε εμείς με τα έντομα. Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός ανθρώπου, μέχρι την τελική του προσπάθεια να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη φυλή του και τους γίγαντες.
Η ιστορία παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον, η αξία όμως της ταινίας και η διαχρονικότητά της οφείλονται κυρίως στις εκπληκτικές εικόνες του Topor, ο οποίος, ως έντονα επηρεασμένος από το σουρεαλισμό, τους δίνει μια έντονα σουρεαλιστική, ονειρική και μαγική χροιά. Τα παράδοξα, ψυχεδελικά τοπία, η απίστευτη ποικιλία των όντων του πλανήτη, που άλλοτε προκαλούν γέλιο κι άλλοτε είναι σα να έχουν βγει από εφιάλτες (θυμίζοντας ενίοτε Bosch), η ποιητική αντιμετώπιση, μένουν χαραγμένα στη μνήμη μας. Μην περιμένετε να εξηγηθούν απόλυτα όλα όσα βλέπετε (οι τρόποι ζωής όλων αυτών των όντων, οι λεπτομέρειες του πολιτισμού ή της ίδιας της φυσιολογίας των Draags, οι διαλογισμοί τους, οι αλλαγές στα σώματά τους κλπ.) Αυτό όμως δεν έχει καμιά σημασία. Σημασία έχει να αφεθούμε στην πλημμύρα των εικόνων, που είναι δουλεμένες με το χαρακτηριστικό εικαστικό στιλ του Topor (πενάκι, συνήθως απαλά χρώματα και οργιαστική φαντασία).
Αν το βρείτε κάπου, μην το χάσετε.

Κυριακή, Μαρτίου 25, 2007

ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ ΜΕ ΤΟ "ΦΙΔΙ"


Το "Le Serpent" (Το Φίδι) του Eric Barbier είναι ένα σκοτεινό και αρκετά βίαιο θρίλερ που κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή μέχρι το τέλος. Ένας πετυχημένος φωτογράφος στο πρόθυρα διαζυγίου πέφτει θύμα μιας σατανικής μηχανορραφίας που υφαίνει ένας ψυχρός, στα όρια της παράνοιας, κατά συρροήν εκβιαστής. Ενώ όμως περιμένουμε να δούμε μια απλώς αστυνομική ιστορία, το πράγμα περιπλέκεται διαρκώς, αποκτά όλο και μεγαλύτερες, σκοτεινότερες διαστάσεις, παίρνει καθαρά προσωπικές προεκτάσεις, καλά κρυμμένα μυστικά και ιστορίες εκδίκησης αποκαλύπτονται και, τελικά, μετατρέπεται σε μια λυσσασμένη, μέχρι θανάτου μονομαχία ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές.
Σίγουρα υπάρχουν κάποια τραβηγμένα και υπερβολικά σημεία στο σενάριο, ωστόσο, αν τα παραβλέψεις και δεχτείς τις συμβάσεις του είδους, η μηχανή λειτουργεί πολύ καλά αυξάνοντας συνεχώς τις στροφές της, μετατρέποντας μια απλή ιστορία εκβιασμού σε απόλυτο εφιάλτη και οδηγώντας μαθηματικά στο αιματηρό φινάλε.
Αν η ταινία ήταν αμερικάνικη και διέθετε δυο - τρία διάσημα ονόματα πιστεύω ότι θα πήγαινε πολύ καλά εμπορικά. Θα βγει στα σινεμά, όμως η γαλλική καταγωγή της και οι άγνωστοι σε μας ηθοποιοί και σκηνοθέτης ίσως περιορίσουν τα εισητήρια - κι ας είναι καλύτερη από πολλά αμερικάνικα θρίλερ. Αν όμως ξεπεράσετε τέτοιου είδους "αγκυλώσεις", θα απολαύσετε ένα θρίλερ που, χωρίς σε καμία περίπτωση να είναι αριστούργημα ή να έχει οποιοδήποτε "ιδεολογικό" βάθος, σας προσφέρει ένα δίωρο με κλιμακούμενο σασπένς.

Σάββατο, Μαρτίου 24, 2007

ΠΕΤΡΙΝΟΙ ΚΥΚΛΟΙ ΚΑΙ ΣΑΜΑΝΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ


Ο "Πέτρινος Κύκλος" (Le Concile de pierre) του Guillaume Nicloux είναι ένα μεταφυσικό θρίλερ, με στοιχεία τρόμου, που αναφέρεται κυρίως σε μύθους, τελετουργίες και πρακτικές των σαμάνων της Μογγολίας. Σκοτεινοί κύκλοι στη Γαλλία προσπαθούν να πάρουν τον θετό γιο της Μόνικα Μπελούτσι για να τον χρησιμοποιήσουν σε κάτι μυστηριώδες και απόκοσμο. Αλλά η μητέρα - καθότι το μητρικό ένστικτο λειτουργεί άψογα ακόμα και σε περιπτώσεις υιοθεσίας - θα φτάσει μέχρι τη μακρινή Μογγολία διεκδικώντας με κάθε μέσο ό,τι αγαπά.
Θεραπευτικές και μη τελετές, σκοτεινές συνωμοσίες, χαμένες φυλές, αθανασία, μεταμορφώσεις σε ζώα, άγριοι φόνοι, (κάτι σαν) μεσίες και άλλα πολλά εμπλέκονται στο θρίλερ αυτό, που σε πολύ λίγα σημεία κατάφερε κάπως να με τρομάξει και το οποίο, παρά τις αρχικά μάλλον ενδιαφέρουσες ιδέες, δεν κατάφερε να με κρατήσει ιδιαίτερα, αφού ήταν γεμάτο προβλέψιμα κλισέ και σεναριακές αφέλειες. Ειδικά στο δεύτερο μέρος, όταν μετατρέπεται σε "εξωτική" περιπέτεια δράσης (χωρίς ποτέ ωστόσο να λείπει και το μεταφυσικό στοιχείο) και θυμίζει πολύ αντίστοιχες αμερικάνικες που έχουμε δει πολλές φορές. Έχει πάντως εξασφαλίσει διανομή λόγω, υποθέτω, της παρουσίας των Μόνικα Μπελούσι (που θα υποστεί τα πάνδεινα και θα γεμίσει πολλάκις αίμα και ουλές) και Κατρίν Ντενέβ, οπότε θα μπορέσετε αν θέλετε να το δείτε.
Βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον, δυστυχώς όμως το βάρος πιστεύω ότι πέφτει στη λέξη "σχετικό" και όχι στη λέξη "ενδιαφέρον".

Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2007

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ, ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ


Δυστυχώς, μετά από δύο πολύ δυνατές ταινίες, ήρθε η ώρα να με απογοητεύσει και ο Darren Aronofsky. "Η πηγή της ζωής" (The Fountain) φλυαρεί ακατάπαυστα για μεταφυσικά και φιλοσοφικά ζητήματα, είναι πνιγμένη μέχρις εκεί που δεν παίρνει στον βουδισμό, στις περί μετεμψύχωσης θεωρίες, καθώς και σ΄αυτές περί αθανασίας (της ψυχής, υποθέτω, αν και οι προσπάθειες του επιστήμονα αποβλέπουν και στη σωματική αθανασία) και σαν γενικό συμπέρασμα μας υποδεικνύει το ότι πρέπει να συμφιλιωθούμε με τον θάνατο, να μην τον φοβόμαστε και να μη θρηνούμε (τώρα το αν αυτό πρέπει να γίνει λόγω της βεβαιότητας ότι η ψυχή είναι ούτως ή άλλως αθάνατη ή για άλλους λόγους, δεν είμαι και πολύ βέβαιος).
Καλά και ενδιαφέροντα όλα αυτά, πλην όμως η χαώδης αφήγηση, οι συχνές επαναλήψεις και το "ανοιχτό" (για να το θέσω κομψά) τέλος με άφησαν αρκετά ανικανοποίητο. Ειδική βεβαίως αναφορά πρέπει να γίνει στην πολύ εντυπωσιακή εικόνα: Χρησιμοποιώντας μια περιορισμένη χρωματική γκάμα με κυρίαρχο το χρυσό, ο Aronofsky πετυχαίνει μεν ορισμένες αξέχαστες εικόνες, πλην όμως "μπουχτίζει" τον θεατή από ένα είδος μεταφυσικού - καλλιγραφικού overdose. Αφείστε που κάποιες πρόδηλα βουδιστικές σκηνές ήταν σα να έβγαιναν κατ' ευθείαν από τα εξώφυλλα των Buddha Bar...
Γενικά βρήκα το φιλμ πομπώδες, μεγαλεπήβολο, μεγαλόστομο, αλλά και αφελές ταυτόχρονα κι όλη αυτή η ρητορεία για την αιώνια αγάπη, την αιώνια ζωή και άλλα αιώνια με κούρασε, καθώς θεωρώ ότι δεν συνοδευόταν από το απαιτούμενο νεύρο. Όλα αυτά βέβαια είναι προσωπικές απόψεις, που έχουν να κάνουν και με το ότι η όλη new age φάση δεν με συγκινεί ιδιαίτερα. Ίσως θεατές πιο μυημένοι από μένα σε εξ ανατολών μεταφυσικές να λατρέψουν την ταινία (αν και η έλλειψη νεύρου νομίζω ότι ισχύει γενικότερα).
Παρ' όλα αυτά ο Aronofsky παραμένει σίγουρα ένας απρόβλεπτος, τολμηρός και με όραμα δημιουργός (άσχετα αν στην συγκεκριμένη ταινία πιστεύω ότι "δεν του βγήκε"), που κάνει πράγματα που λίγοι τολμούν να κάνουν ή έστω να καταπιαστούν και θα εξακολουθήσω να περιμένω με ενδιαφέρον κάθε νέα δουλειά του. Και ίσως και να μπορούσα να συστήσω το Fοuntain, αν μη τι άλλο, ως ξεχωριστή οπτική εμπειρία.

Κυριακή, Μαρτίου 18, 2007

300 Ή ΟΤΑΝ Η ΥΨΗΛΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ


Όχι, δεν με ενοχλεί το θέμα της ιστορικότητας. Δεν με νοιάζει η πιστότητα των στολών ή το ακριβές όνομα του μπατζανάκη του Λεωνίδα. Πρόκειται για ταινία μυθοπλασίας (και μάλιστα χολιγουντιανή) και μπορεί να παίρνει όσες "ελευθερίες" θέλει. Αυτό που με ενόχλησε αφάνταστα στους "300" του Zack Snyder είναι το απόλυτα στρατόκαυλο του πράγματος, ο απόλυτος ύμνος του μιλιταρισμού.
Πριν πάμε σ' αυτά όμως, να πω ότι η ταινία μου άρεσε αισθητικά, ή μάλλον, για να ακριβολογήσω, ως εικόνα και μόνο. Χρησιμοποιώντας μια ιδιόρυθμη, περιορισμένη χρωματική γκάμα (χρυσό - βυσινί - μαύρο), "πειράζοντας" τις εικόνες, καταφέρνει να δώσει ένα ενδιαφέρον, απόκοσμο αποτέλεσμα. Είναι η δεύτερη φορά μετά το Sin City που ένα κόμικς μεταφέρεται τόσο πιστά (και δεν εννοώ σεναριακά μόνο, αλλά και αισθητικά) στην οθόνη. Οι εικόνες του μοιάζουν να ξεπηδούν κατ΄ ευθείαν από τις σελίδες της Varley, που χρωμάτισε με τρόπο χαρακτηριστικό το πασίγνωστο πλέον κόμικς του Frank Miller (του οποίου οι "σχετικά δεξιές" απόψεις είναι γνωστές).
Από εκεί και πέρα όμως... Είναι απίστευτη η χαρά των Σπαρτιατών που θα πεθάνουν στη μάχη, η ηδονή που νοιώθουν με την απ' την αρχή ως το τέλος σφαγή, η τρομακτική κατάφαση στον πιο σκληρό μιλιταρισμό. Νοιώθουμε την καύλα του αφηγητή - δημιουργού - σκηνοθέτη όταν εκθειάζει το σχεδόν φασιστικό σπαρτιατικό καθεστώς, που πετά τα ανάπηρα παιδιά στον Καιάδα και όσα επιβιώσουν από τις υπόλοιπες δοκιμασίες τα ανατρέφει σαν στρατιώτες και μόνο, λες και δεν έχουν να κάνουν τίποτα πιο ενδιαφέρον στη ζωή τους. Νοιώθουμε τη βαθειά του απέχθεια όχι ακριβώς προς τους υποψήφιους κατακτητές, αλλά προς τους "βάρβαρους ασιάτες". Από την άλλη, οι Σπαρτιάτες ουρλιάζουν από την αρχή μέχρι το τέλος ως Νεάντερταλ, καταχαρούμενοι που θα γνωρίσουν ένδοξο θάνατο, ουρλιάζουν υπέρ της ελευθερίας (του μιλιταριστικού, δουλοκτητικού και, μη ξεχνάμε, με βασιλιά και όχι δημοκρατικού καθεστώτος τους). Ναι, ξέρω, όταν απειλείσαι από ξένη εισβολή είναι λογικό να υπερασπίζεσαι το όποιο καθεστώς σου, αλλά όλη αυτή η υπερβολή είναι από εξοργιστική έως αστεία. Και να φανταστείτε ότι έτυχε να τα δω όλα αυτά κολλητά με τα αντιπολεμικότατα "Γράμματα από την Ιβοζίμα".
Πέραν αυτών... αρχίζει η καθαρή πλάκα. Τα Ορκς, τα cyborgs (αστακάνθρωπος ήταν μάλλον), τα τρολ, τα σχεδόν προϊστορικά τέρατα που κουβαλούν οι Πέρσες και εμφανίζουν ένα-ένα ως ατραξιόν, ο δίμετρος, γκέι, με φωνή Νταρθ Βέιντερ Ξέρξης, ο Κουασιμόδος - Άνθρωπος-Ελέφαντας Εφιάλτης, ο λύκος - μαχαιρόδοντας της αρχής, οι επίλεκτοι Πέρσες Νίντζα που πολεμούν στη ζέστη της Ελλάδας με μάσκα... Συνεχώς περίμενα ότι από κάπου θα σκάσει μύτη και το Γκόλουμ! Άφείστε που στην εποχή της Σπάρτης δεν είχε ακόμα εφευρεθεί η πνευμονία, αφού με οποιοδήποτε καιρό, με ζέστη ή με χιονοθύελλα (χιονοθύελλα; Στη Σπάρτη;;;) παιδιά, ενήλικες και γέροι ζουν και πολεμούν ημιξεβράκωτοι. Μάλλον επειδή οι Άντρες Δεν Κρυώνουν.
Αν θέλετε να πεθάνετε καταχαρούμενοι και γεμάτοι καύλα στον πόλεμο, με γειά σας με χαρά σας. Εμένα όμως μη με καλέσετε. Έχω μια δουλειά...

Σάββατο, Μαρτίου 17, 2007

ΙΒΟΖΙΜΑ: "ΕΧΘΡΟΙ" ΚΑΙ "ΦΙΛΟΙ" ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΟΛΑΣΗ


Είναι πραγματικά πρωτότυπο και τολμηρό το εγχείρημα του Clint Eastwood να δει τον πόλεμο (την σφαγή της Ιβοζίμα για την ακρίβεια) από δύο διαφορετικές σκοπιές, αυτές των δύο εχθρών (Γιαπωνέζων και Αμερικάνων). Τα "Γράμματα από την Ιβοζίμα", η δεύτερη, "γιαπωνέζικη" ταινία είναι καλύτερη από την πρώτη (τις "Σημαίες των προγόνων μας", που γενικά δεν μου άρεσε και τόσο). Πιο δεμένη, με μεγαλύτερη συνοχή και ένταση, πιο ατμοσφαιρική και, τελικά, πιο αντιπολεμική. Μιλώντας γενικά, είναι μια από τις πολύ δυνατές αντιπολεμικές ταινίες. Ίσως να μη φτάνει τη δύναμη του "Σιδηρού Σταυρό" ή του πρώτου μέρους του "Full Metal Jacket" ας πούμε, παραμένει όμως πολύ δυνατή.
Η ιδέα να δειχθεί η κόλαση μέσα από τα μάτια του εχθρού, ώστε να κατανοήσει και ο πλέον βλαξ ότι η κόλαση αυτή ισχύει και για τους δύο αντίπαλους, για όλους τους εμπόλεμους ανεξαιρέτως δηλαδή, λειτουργεί πολύ καλά. Η σκοτεινή, μουντή, καφεκιτρινόγκριζη φωτογραφία εντείνει τη ζοφερότητα της φρίκης και της σφαγής στο μικρό νησί. Η ανθρώπινη πλευρά, το ένστικτο επιβίωσης, οι ηδονές της καθημερινότητας, που τώρα φαντάζει μακρινή, σχεδόν μυθική, σα να την έχει ζήσει άλλος, τονίζονται, επιτείνοντας έτσι τη δυστυχία των τεκταινόμενων στο νησί. Οι εικόνες ερήμωσης, μαυρίλας, ενός τόπου όπου, πλέον, δεν μπορεί να φυτρώσει τίποτα, λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση. Η γιαπωνέζικη γλώσσα προσθέτει επίσης στην αίσθηση αυθεντικότητας που αποκομίζουμε.
Εξετάζοντας τώρα και τις δύο ταινίες μαζί, δεν μπορώ να μη θαυμάσω την αμεροληψία του Eastwood, που, πέρα από έναν θαυμασμό που τρέφει προς τους ανώνυμους "ήρωες" εκατέρωθεν (βλέπε αυτούς που τελικά την πληρώνουν), δεν διστάζει να κριτικάρει καίρια και διορατικά και τους δύο πολιτισμούς στα σημεία που πάσχουν: Στην πληρέστατη εμπορευματοποίηση, στα ψεύδη και την θυσία των πάντων μπροστά στο κέρδος ή/και στα βρώμικα πολιτικά συμφέροντα και παιχνίδια εξουσίας από τη μεριά των Αμερικάνων, στο ηλίθιο, στρατόκαυλο, σκληρά ιεραρχικό σύστημα των Γιαπωνέζων, που τελικά, με τη μιλιταριστική του παράνοια και τον τυφλό σεβασμό σε άνευ λόγου "κώδικες τιμής" και άλλα σχετικά, καταντά να κάνει κακό στον ίδιο του τον εαυτό. Στη δεύτερη περίπτωση μάλιστα δεν διστάζει να δείξει ακόμα και την "κατάπτυστη" λιποταξία ως μια ανθρώπινη, τελείως φυσιολογική και, τελικά, ίσως και λογική σε κάποιες περιπτώσεις πράξη.
Όχι, δεν θεωρώ ότι οι δύο ταινίες είναι η καλύτερη δουλειά του Eastwood. Πιστεύω όμως ότι συνολικά (κυρίως τα "Γράμματα" βεβαίως) λειτουργούν απόλυτα θετικά, πετυχαίνουν το στόχο τους - την κατάδειξη της φρίκης - και, εντέλει, ότι για μια ακόμα φορά αξίζει ένα μπράβο σ' έναν από τους σημαντικότερους αμερικανούς δημιουργούς.

Πέμπτη, Μαρτίου 15, 2007

7 ΕΙΠΑΜΕ;

Να πάρει! Έχω διπλή πρό(σ)κληση (Kourouna, Epi pantos) για τις 7 αγαπημένες μου ταινίες. Ε, λοιπόν, δεν ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να επιλέξω, ακριβώς επειδή πρόκειται για κινηματογραφικό μπλογκ και, ε... όσο νάναι βλέπω αρκετά πράγματα εδώ και πολλά πολλά χρόνια και ούτως ή άλλως δυσκολεύομαι πάρα πολύ με τα κάθε λογής "αγαπημένα" (από τότε που, παιδάκι ακόμα, με ρώταγαν "ποιον αγαπάς πιο πολύ, τον μπαμπά η τη μαμά " και ήθελα να τους πνίξω και...
Τέλος πάντων, φοβάμαι ότι πρέπει να υποκύψω, αλλιώς θα με πάρει ο Ξέρξης από τους 300 και θα...
Λοιπόν, παραλείποντας υποχρεωτικά πάρα πάρα πολλές αγαπημένες είτε γιατί δεν χωράνε στις 7 (θα έπρεπε να είναι 107) είτε γιατί τις ξέχασα, έχουμε και λέμε (φυσικά με τυχαία και όχι με αξιολογική σειρά):

- Blade Runner (Ridley Scott)
- Ο Τρίτος Άνθρωπος (Carol Reed)
- Life of Brian (Monty Python)
- Βιριδιάνα (Louis Bunuel)
- Το Πάρτι (Blake Edwards)
- 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος (Stanley Kubrik)
- Ο Άγνωστος του εξπρές (Alfred Hitchkock)

...και ο Fellini και ο Gilliam και οι Koen και ο Cronenberg και ο Chaplin και το Weekend του Godard και το Delicatesen των Genet και Caro και ο Wilder... και πολλοί πολλοί άλλοι, ων ουκ έστιν αριθμός.

Ουφ! Τα είπα και ξαλάφρωσα! Keipi, σειρά σου!

Τρίτη, Μαρτίου 13, 2007

ΚΡΥΟ ΣΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΚΑΙ ΣΤΗ RED ROAD


Τελικά οι Άγγλοι έχουν έναν πολύ αποτελεσματικό τρόπο να απεικονίζουν τη μιζέρια της μικροαστικής καθημερινότητας. Το Red Road, πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Andrea Arnold, είναι από τα χαρακτηριστικά δείγματα του στιλ αυτού: Απόλυτα ντοκιμαντερίστικη ματιά, σκληρός ρεαλισμός, θαμπή φωτογραφία με κόκκο, καθημερινότητα στο έπακρο, άνθρωποι που δεν είναι όμορφοι αλλά απλώς συνηθισμένοι, καταστάσεις που ακόμα κι αν συγκλονίζουν μερικές φορές, δεν υπερβαίνουν ποτέ αυτό που "μπορεί να συμβεί στον καθένα". Όλο αυτό το αποπνικτικό κλίμα τονίζεται ιδιαίτερα από την δίχως το παραμικρό φτιασίδι περιγραφή του αστικού τοπίου στο οποίο ζουν και κινούνται οι ήρωες: Συνήθως σε κάποιο προάστιο κάποιας μεγαλούπολης όπου δεν υπάρχει τίποτα όμορφο, όπου δεν θα πάει ποτέ κανένας τουρίστας. Τσιμεντένιοι όγκοι άχαρων κτιρίων, παραμελημένες, εργατικές πολυκατοικίες, σκουπίδια στους δρόμους, βαρετές δουλειές... καμιά ανάταση. Είναι επόμενο σε τέτοια μέρη η ανθρώπινη ζεστασιά να σβήνει, οι άνθρωποι να παγώνουν μέσα τους, πολλές φορές μόνοι, ίσως δίχως καν φίλους, ζώντας ζωές πανομοιότυπες.
Η συγκεκριμένη ταινία ξεκινά σαν μια ιστορία εκδίκησης, καθώς ένα παλιό, οδυνηρό περιστατικό ανακαλείται στη μνήμη της πρωταγωνίστριας μέσα από τις εικόνες των πανταχού παρόντων καμερών (είναι σωστός ο πληθυντικός αυτός;), προσθέτοντας και το περί Big Brother σχόλιο στην ήδη βαριά ατμόσφαιρα. Σιγά - σιγά όμως εξελίσσεται προς εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις, καθώς το μίσος παραμερίζει μπρος στη δίψα για λίγη ανθρώπινη επαφή, φιλική, ερωτική ή ό,τι άλλο.
Αν και πρωτοεμφανιζόμενη η Arnold δείχνει μεγάλη ωριμότητα και τόλμη, που κάνουν σε κάποια σημεία την ταινία συγκλονιστική στην ωμότητά της. Αν σας αρέσει όλο αυτό το ρεαλιστικό, ντοκιμαντερίστικο κλίμα, το Red Road ανήκει στις πολύ καλές ταινίες του είδους, κοντά στις καλές στιγμές του Loach ή του Michael Lee ας πούμε. Εμένα προσωπικά με κουράζει κάπως. Βαριέμαι λιγάκι όλη αυτή την γυμνή αναπαράσταση της μιζέριας. Αυτό όμως είναι προσωπικό και υποκειμενικό. Ξαναλέω ότι, αν σας αρέσει το είδος, μην τη χάσετε.

Δευτέρα, Μαρτίου 05, 2007

ΚΑΛΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ Ή ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΗΣ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ


Ο "Καθοδηγητής" (The Good Shepherd είναι ο πραγματικός τίτλος) είναι η τρίτη ταινία που σκηνοθετεί ο Robert De Niro. Και αποφασίζει να καταπιαστεί με ένα δύσκολο και τολμηρό θέμα: Την ίδρυση και - έμμεσα - την ιστορία της διαβόητης CIA, από τον πόλεμο μέχρι το 1961 και το φιάσκο των αμερικανών στον κουβανέζικο Κόλπο των Χοίρων. Διαβάζω (χωρίς να έχω προσωπική άποψη λόγω άγνοιας του θέματος) ότι η ταινία είναι ιστορικά ακριβής. Η σκηνοθεσία είναι κι αυτή ακριβής και ο Ντε Νίρο δείχνει έμπειρος και σίγουρος στον σπάνιο γι' αυτόν ρόλο πίσω από την κάμερα. Η δε ιδεολογική του σκοπιά είναι "προοδευτική" (τετριμμένος όρος, ε;), αφού δεν έχει πρόβλημα να δείξει τις σκοτεινές μεθόδους, τα λάθη, τον στα όρια του φασισμού πατριωτισμό των ιδρυτών και των πρώτων στελεχών της CIA και την επίσης σκοτεινή, συνωμοσιολογική ατμόσφαιρα που επικρατεί στους κόλπους της.
Οι προσωπικές μου αντιρρήσεις βρίσκονται κυρίως στην ατέλειωτη διάρκεια και τους σχετικά αργούς ρυθμούς, που με έκαναν να πλήξω αρκετά. Όχι, δεν νομίζω ότι άξιζε 167 ολόκληρα λεπτά όλη αυτή η καταγραφή. Βρίσκονται επίσης στο (μυθοπλαστικό) θέμα στο οποίο επικεντρώνεται - πέρα από το καθαρά ιστορικό: Στο γεγονός ότι ένας από τους βασικούς πρώτους πράκτορες αυτοπαγιδεύεται, χάνει κάθε ίχνος ιδιωτικής, προσωπικής ζωής και τελικά οδηγείται στη μοναξιά και τη δυστυχία (επόμενο βεβαίως αν επιλέγεις μια ζωή γεμάτη μυστικά, για τα οποία ούτε στους πλέον αγαπημένους σου επιτρέπεται να πεις το παραμικρό και καθ' ότι "όποιον ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρών οι κότες"). Ενώ λοιπόν ο Σπίλμπεργκ στο "Μόναχο" μας έδειξε πολύ καλά τη διάσταση αυτή (αν και η ταινία του συνολικά μου φάνηκε κατώτερη), ο Ντε Νίρο επιλέγει έναν χαρακτήρα που είναι από τη φύση του κρυψίνους, ψυχρός, που έχει τη συνωμοτικότητα στο αίμα του από παιδάκι (πολύ καλός σ' αυτό ο Ντέιμον), οπότε η καταστροφική επίδραση της ίδιας της έπαγγελματικής του ενασχόλησης στην προσωπική του ζωή ακυρώνεται κατά κάποιον τρόπο (σα να λέμε δηλαδή ότι δεν τον καταστρέφει η δουλειά του, αλλά "τα ήθελε ο τέτοιος του").
Πέραν αυτών πάντως θα απολαύσετε ένα από τα πλουσιότερα καστ που έγιναν ποτέ (Ντέιμον, Αν. Τζολί, Ντε Νίρο, Τορτούρο, Άλεκ Μπάλντουιν, Ουίλιαμ Χαρτ, Τζον Πέσι κλπ.)
ΥΓ: Η στροφή του Χόλιγουντ σε "δημοκρατικότερες" και "αριστερότερες" (για τα στενότατα αμερικάνικα όρια της λέξης) κατευθύνσεις που πολλάκις έχουμε επισημάνει, συνεχίζεται. Ίσως πλέον οι πάντες έχουν απηυδήσει με την σχεδόν φασιστική πολιτική της κυβέρνησης Μπους και αυτό να είναι η έμμεση αντίδραση).

Σάββατο, Μαρτίου 03, 2007

DREAMGIRLS: Η ΑΝΟΔΟΣ, Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΜΦΟΡΜΙΣΜΟΣ


Το Dreamgirls του Bill Condon είναι πρώτα απ' όλα μιούζικαλ. Δεύτερο, είναι η ιστορία των θρυλικών Supremes, ενός από τα 4-5 πιο πετυχημένα συγκροτήματα της δεκαετίας του 60 (οι άλλοι ήταν οι Beatles, οι Rolling Stones και ίσως 1-2 ακόμα, για να καταλάβετε για τι μεγέθη μιλάμε). Τρίτο, είναι μια ιστορία ανόδου, κατάκτησης της κορυφής, αλλά και όλων των αρνητικών που τη συνοδεύουν. Επειδή τα συνδυάζει όλα αυτά όμως, μη νομίζετε ότι την θεωρώ και πετυχημένη ταινία.
Ως μιούζικαλ (μεταφορά θεατρικού μιούζικαλ στο σινεμά, όπως γίνεται συνήθως) είναι εξειδικευμένο: Θα σας αρέσει μόνον αν είστε λάτρης της μαύρης μουσικής. Της χρυσής περιόδου της σόουλ της δεκαετίας του 60 και της προς το νεροβραστότερο μετεξέλιξής της στη δεκαετία του 70. Σ' αυτή την περίπτωση λοιπόν θα σας αρέσει τουλάχιστον από καθαρά μουσικής πλευράς. Αν πάλι σας ενδιαφέρει η ιστορία της μουσικής, έχετε, όπως είπαμε, την ιστορία των τριών Supremes (και της εταιρίας Motown). Που ξεκίνησαν ως ένα ακόμα γυναικείο μαύρο φωνητικό γκρουπ, αυτονομήθηκαν και σύντομα κατέκτησαν την κορυφή (για την ιστορία είναι το μοναδικό συγκρότημα που είχε στις ΗΠΑ 5 συνεχή Νο 1). Κι εκεί άρχισαν τα εσωτερικά προβλήματα: Η πρώτη και καλύτερη φωνή Florence Ballard παραγκωνίστηκε από την κατώτερη μεν, αλλά πολύ εντυπωσιακότερη ως παρουσία, Diana Ross, η οποία παντρεύτηκε τον ιδρυτή της εταιρίας Berry Gordy και έγινε η βιτρίνα του γκρουπ, για να ακολουθήσει η προσωπική καριέρα της ως σούπερσταρ (εννοείται ότι τα αληθινά ονόματα δεν αναφέρονται, αλλά είναι πασίγνωστο ότι η ταινία φωτογραφίζει τις συγκεκριμένες περιπτωσεις). Το πιο ενδιαφέρον τρίτο επίπεδο είναι αυτό όπου καταγράφονται ο συντηρητισμός, η εμπορικοποίηση και οι παραχωρήσεις που συνοδεύουν την πάσει θυσία διατήρηση στην κορυφή, καθώς και η βαθμιαία μεταμόρφωση του εταιριάρχη και συζύγου από οραματιστή, ιδεολόγο και πρωτοπόρο των πρώτων καιρών σε στυγνό, αδίστακτο και καταπιεστικό μεγαλοεπιχειρηματία στο τέλος, στα χέρια του οποίου κάθε προσπάθεια αυθεντικότητας και ανανέωσης είναι καταδικασμένη. Φυσικά η συγκεκριμένη αυτή περίπτωση έχει προεκτάσεις και αποκτά ευρύτερο ενδιαφέρον για το τι γενικά συμβαίνει εκεί πάνω.
Ωστόσο σαν ταινία, ενώ μου κράτησε το ενδιαφέρον στην αρχή, μου φάνηκε ότι έκανε μια μεγάλη κοιλιά στη συνέχεια, οδεύοντας προς ένα μάλλον δακρύβρεκτο μελό (η περίπτωση της μοίρας και της κατάπτωσής της Ballard, ερμηνευμένη ωστόσο δυνατά από την Jennifer Hudson, που δίκαια πήρε το Όσκαρ β' γυναικείου ρόλου). Η οποία κοιλιά συνοδεύεται και από βαρετότερη (για μένα) γλυκερή μουσική, που αντικαθιστά τη νευρώδη σόουλ της αρχής. Για την ιστορία και πάλι, η αληθινή Ballard πέθανε φτωχή και ξεχασμένη το 1976, αυτό όμως δεν το δείχνει η ταινία. Στα ατού και ο πολύ καλός εδώ Έντι Μέρφι σε ρόλο παρηκαμασμένου πρώην σόουλ σταρ. Συνολικά μάλλον βαρέθηκα όπως σας είπα - αν και, βέβαια, πρόκειται για άρτια και εντυπωσιακή παραγωγή. Αν σας ενδιαφέρει η εποχή ή/και το συγκεκριμένο γκρουπ, δείτε το.

Παρασκευή, Μαρτίου 02, 2007

ΜΟΥΣΙΚΗ, ΣΤΙΧΟΙ ΚΑΙ OVERDOSE ΑΠΟ ΣΙΡΟΠΙΑ


Τώρα θα μου πείτε "τι δουλειά είχες να δεις το "Music and Lyrics"; Ε, συμβαίνουν καμιά φορά και λάθη (όντως βρέθηκα εκεί κατά λάθος). Η ταινία λοιπόν του Marc Lawrence παρουσιάζει για πολλοστή φορά τον Χιου Γκραντ σε αισθηματική κομεντί (δεν βαρέθηκε ακόμα;) αυτή τη φορά με την Ντρου Μπάριμορ. Ξέρετε, στην αρχή δεν πολυσυμπαθιούνται, το πράγμα αρχίζει να αλλάζει σιγά - σιγά, στο τέλος ερωτεύονται τρελά, γελάς λίγο με μερικές καυστικές ατάκες του Χιου, δακρύζεις λίγο εκεί που πάνε να χωρίσουν... τέτοιες πρωτοτυπίες.
Αν κάτι είναι κάπως συμπαθητικό είναι η "κριτική" που κάνει η ταινία (μη φανταστείτε τώρα τίποτα βαθυστόχαστα πράγματα) στην ποπ μουσική (το ελαφρύτερο και βαρετότερο κομμάτι της ποπ για να είμαστε ακριβείς). Στο πώς κατασκευάζονται και διατηρούνται στην επικαιρότητα τα ποπ είδωλα και στην απύθμενη κενότητά τους (βλακεία μήπως έπρεπε να πω;) Αυτά λοιπόν έχουν σχετική πλάκα, όπως και αρκετές ατάκες που αναφέρονται σε στίχους ή τίτλους γνωστών επιτυχιών και παρεισφρύουν συχνά στις κουβέντες των ηρώων. Φυσικά εξώφθαλμες ομοιότητες και αναφορές σε υπαρκτά είδωλα (Wham, Aguilera - Shakira και άλλα τέτοια) είναι απόλυτα ηθελημένες. Το κακό είναι ότι δεν είμαι καθόλου φαν ούτε της ποπ των 80ς ούτε των σύγχρονων ΑγκιλεροΜπριτνεϊΣακίρων που λέγαμε και πριν (στη "σύγκριση" και σχέση των δύο αυτών εποχών αναφέρεται το μη αισθηματικό μέρος της ταινίας), οπότε όλο αυτό - παρά το ότι είναι κατασκευασμένο καθαρά για λόγους feelgood και μόνο - με άφησε αδιάφορο.

eXTReMe Tracker