Σάββατο, Μαΐου 30, 2009

COCKPIT: ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΗΡΩΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


Το "The Cockpit" του 1994 είναι ένα σπονδυλωτό γιαπωνέζικο anime (κινούμενο σχέδιο), που αποτελείται από τρείς ενότητες γυρισμένες αντίστοιχα από τους Yoshiaki Kawajiri (segment 1), Takashi Imanishi (segment 2) και Ryôsuke Takahashi (segment 3). Και οι τρεις είναι ιστορίες από τον Β' παγκόσμιο πόλεμο και έχουν να κάνουν με αεροπόρους. Και στις τρεις οι πρωταγωνιστές είναι ήρωες. Ωστόσο όλες τους έχουν μια έντονη αντιπολεμική διάθεση.
Το στοιχείο αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον της ταινίας. Ενώ βρισκόμαστε στην καρδιά του ηρωισμού, ενώ οι βασικοί χαρακτήρες θυσιάζονται και είναι αποφασισμένοι να πεθάνουν έστω και για την τιμή και μόνο, ο προβληματισμός είναι έντονος και σαφής: Έχουν νόημα όλα αυτά; Έχει νόημα η τόση σπατάλη ανθρώπινων ζωών εν ονόματι της πατρίδας, της τιμής, της δόξας ή όποιου άλλου; Αυτά αναρωτιέται άλλωστε η φωνή του αφηγητή στο τέλος κάθε επεισοδίου. Επίσης, ενώ οι ήρωες των ιστοριών είναι προφανώς γιαπωνέζοι ή γερμανοί, ο εχθρός (αμερικάνοι ή βρετανοί) δείχνεται με κατανόηση και όχι ως "κακοί", όπως σε πολλές πολεμικές ταινίες. Βρίσκονται κι αυτοί στο ίδιο λούκι με τους ήρωες, πολεμούν για τους ίδιους παράλογους σκοπούς, σκοτώνονται όπως ακριβώς κι εκείνοι. Φυσικά σε ταινίες σαν αυτή ξεχνάμε κάθε έννοια χάπι εντ, παιδικότητας, "χαριτωμένου". Πρόκειται για φιλμ που απευθύνονται αποκλειστικά σε ενήλικους. Να μην ξεγελά λοιπόν κανέναν το κινούμενο σχέδιο και καλά θα κάνουν να καταλάβουν άπαντες ότι αυτό έχει προ πολλού πλέον ενηλικιωθεί.
Ίσως σύγχιση προκαλεί το γεγονός ότι σε κάποια σημεία ο θεατής ταυτίζεται με τους ήρωες, θέλει να πετύχουν στις αποστολές τους. Οι ιστορίες είναι φτιαγμένες ακριβώς σαν κλασικές ηρωικές πολεμικές ιστορίες. "Καλύτερα ο θάνατος παρά η ήττα" κλπ. Η διαφορά τους όμως από άλλες αντίστοιχες είναι ότι συνεχώς αφήνεται να φανεί πόσο παράλογες είναι όλες αυτές οι πράξεις, πόσο άνευ νοήματος... Στην πρώτη ιστορία, ας πούμε, ο ήρωας πασχίζει να μην πέσει η πρώτη ατομική βόμβα, που υποτίθεται ότι έχει φτιαχτεί από γερμανούς, καθώς όμως παρακολουθούμε τον εσωτερικό του διχασμό του, τη σύγκρουση ανάμεσα στη φρίκη για το μακελειό και στο καθήκον, ξέρουμε όλοι την ματαιότητα όλων αυτών αφού γνωρίζουμε τι έγινε τελικά στην πραγματικότητα. Ενώ στην τρίτη ιστορία, το πικρό τέλος ανατρέπει όλους τους τόννους ηρωισμού που έχουν προηγηθεί...
Οι αντιρρήσεις μου βρίσκονται κυρίως στο οπτικό μέρος. Δεν το βρήκα σπουδαίο. Ιδιαίτερα στην πρώτη ιστορία βρισκόμαστε στην καρδιά του κλασικού anime με τις ολόιδιες φάτσες με τις μικρές μυτούλες και τα πελώρια μάτια, πανομοιότυπες με χιλιάδες άλλα anime κάθε είδους και άποψης. Αλλά και στις δύο άλλες δεν βρήκα τα εικαστικά αποτελέσματα ιδιαίτερα σημαντικά. Πάντοτε βαριόμουν αυτά τα αβάσταχτα εικαστικά στερεότυπα της πλειοψηφίας των anime και δεν άλλαξα γνώμη με το "Cockpit". Κρίμα, γιατί πολύ συχνά το περιεχόμενο στο είδος αυτό ξεπερνά κατά πολύ το μονότονα επαναλαμβανόμενο "περιτύλιγμα".
Νομίζω πάντως ότι αξίζει να το δείτε, τόσο για το ενήλικο του πράγματος, όσο και για να κατανοήσετε (αν δεν το έχετε ήδη κάνει) ότι τα γιαπωνέζικα κινούμενα έχουν προ πολλού εντελώς "φύγει" θεματικά. Η θεματική τους έχει τόση ποικιλία όση και ο κινηματογράφος γενικότερα, ενώ στη δύση οποιοδήποτε ενήλικο κινούμενο σχέδιο (παρά το ότι υπάρχουν πολλά απ' αυτά) δεν παύει να αποτελεί κάτι σαν εξαίρεση.

Πέμπτη, Μαΐου 28, 2009

Η "ΔΙΧΑΣΜΕΝΗ" ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΑΣΜΕΝΟΙ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ


Στη δεύτερη μεγόλου μήκους ταινία του ο άγγλος Sean Ellis, που είχε παλιότερα κάνει το Cashback, μπαίνει για τα καλά στο χώρο του τρόμου, του μεταφυσικού θρίλερ για την ακρίβεια. "Η Διχασμένη" (The Broken, 2008) δημιουργεί από την αρχή ανησυχητική ατμόσφαιρα, ακόμα και στις σκηνές όπου δεν συμβαίνει τίποτα απολύτως. Ο τρόπος κινηματογράφησης, η μουσική, οι ρυθμοί, συμβάλλουν σ' αυτό. Κι έπειτα μπαίνουμε στην καρδιά του φόβου με την απρόσμενη εμφάνιση μιας ρέπλικας της ηρωίδας, η οποία μάλιστα μοιάζει να γνωρίζει τα ίδια πρόσωπα και να έχει τις ίδιες σχέσεις με εκείνη. Και όσο προχωράμε όλο και περισσότερο καθρέφτες σπάνε και η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο τρομαχτική, πράγμα φυσικά ευπρόσδεκτο για το είδος.
Ο Ellis έχει νομίζω ικανότητες και βγάζει την άβολη κατάσταση που επιθυμεί δίχως να καταφεύγει στα εφφέ ή στα ξαφνικά "μπαμ" κάποιων φριχτών εμφανίσεων. Ταυτόχρονα η ταινία λειτουργεί και σε ένα δεύτερο επίπεδο σαν παραβολή μιας κοινωνίας... αλλά ας μη σας πω τι κοινωνίας γιατί θα είναι σπόιλερ. Ωστόσο, όλο αυτό το παιχνίδι κάπου το έχουμε ξαναδεί. Πράγματι, η ιδέα είναι κατευθείαν παρμένη από μια άλλη ταινία τρόμου, που θα μου επιτρέψετε και πάλι να μη σας αποκαλύψω ποιά είναι, επειδή αυτό το αντιλαμβανόμαστε κάπου στη μέση, οπότε θα ήταν κρίμα να σας "καρφώσω" το τι συμβαίνει από τώρα. Αυτά τα δάνεια όμως δεν με πείραξαν τόσο, καθώς θεωρώ το φιλμ καλογυρισμένο, αφού κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους. Γι' αυτό όμως που θα γκρινιάξω (ή, τέλος πάντων, θα ομολογήσω την αδυναμία μου) είναι το νεφελώδες τέλος. Εγώ τουλάχιστον εν κατάλαβα τι ακριβώς έγινε τελικά. Δεν μιλάμε εδώ για ένα συνειδητά "ανοιχτό" τέλος, όπου ο κάθε θεατής βγάζει το δικό του συμπέρασμα. Μιλάμε για μια ιστορία που κάπου το πήγαινε, αλλά... Συγνώμη, αλλά έμεινα με μια έντονη αίσθηση ανικανοποίητου.
Πάντως εξακολουθώ να θεωρώ το φιλμ αρκετά καλό στο είδος του και σίγουρα θα δω και επόμενες ταινίες του Sean Ellis, που μου φαίνεται αρκετά ενδιαφέρων νέος δημιουργός, παρά τις αδυναμίες του.

Τετάρτη, Μαΐου 27, 2009

ΤΟ ΑΓΟΡΙ, ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ


Το 1984 ο γάλλος Leos Carax γυρίζει την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους "Boy Meets Girl" και αμέσως τοποθετεί τον εαυτό του στη λίστα των "δημιουργών". Μόνο που στην περίπτωσή του οι πιστοί του νομίζω ότι αποτελούνται αποκλειστικά και μόνο από την κατηγορία που αποκαλείται "σινεφίλ". Από κανέναν άλλον.
Ασπρόμαυρη φωτογραφία, εξεζητημένο στιλ, παράξενες πόζες των ηρώων, μακριές σιωπές και, ενίοτε, ακατάσχετη φλυαρία, άφθονο στιλιζάρισμα, υπέρμετρος, απαισιόδοξος ρομαντισμός, σουρεαλισμός, ποιητική πρόζα, πολλή ευαισθησία, αποτελούν μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά της ταινίας που αφηγείται την συνάντηση και τον έρωτα (;) ενός αγοριού και ενός κοριτσιού που πρόσφατα εγκαταλείφτηκαν από τους συντρόφους τους. Πρόκειται για κάτι ανάμεσα σε Γκοντάρ της δεκαετίας του 60 και πρώιμου Τζάρμους (δίχως το χιούμορ του τελευταίου), περιπτώσεις που θα μου επιτρέψετε να τις προτιμώ αμφότερες από το συγκεκριμένο φιλμ του Carax. Παρά το ότι το "Boy Meets Girl" διαθέτει στιλ και προσωπική κινηματογραφική ματιά, ομολογώ ότι με κούρασε αρκετά σε κάποια σημεία. Και, τέλος πάντων, διαθέτει όλον αυτόν τον χαρακτηριστικό βερμπαλισμό πολλών σινεφίλ γαλικών ταινιών συν την απόλυτα πεσιμιστική ματιά του δημιουργού του. Σίγουρα διαθέτει και γοητευτικά στοιχεία (και ξέρω αρκετούς που αγαπάνε το φιλμ αυτό), όπως το στιλ που προείπαμε, οι όμορφες εικόνες, κάποιες έξυπνες ή/και σουρεαλιστικές στιγμές, αλλά γενικά βλέποντάς το, σε μένα τουλάχιστον, κυριάρχησε μια αίσθηση "άνευ λόγου". Κυρίως όσον αφορά την απαισιόδοξη φλυαρία (ή ίσως αμπελοφιλοσοφία;) περί έρωτος.
Ο Carax πάντως αν μη τι άλλο είναι ειλικρινής. Αυτοκαταστροφικός ο ίδιος, με μακρές απουσίες (έχει καταφέρει να γυρίσει 5 μόλις ταινίες σε 25 χρόνια), βγάζει, νομίζω, τον ίδιο του τον εαυτό, τις ανησυχίες και τις αγωνίες του στο φιλμ. Ίσως γι' αυτό αξίζει να το δει κανείς. Προσοχή όμως: Το ξαναείπαμε: Να ανήκει "βαθειά" στην κάστα των σινεφίλ.

Δευτέρα, Μαΐου 25, 2009

ΤΑ ΦΥΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΤΗΣ EDEN LOG


Το "Eden Log" (2007), πρώτο φιλμ του γάλλου Franck Vestiel (αν και η ταινία είναι αγγλόφωνη), είναι ένα θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, συχνά εντυπωσιακό οπτικά, αλλά... Τα προβλήματά του είναι κυρίως σεναριακά, αφού μετά το τέλος του πολλοί θεατές θα έχουν αρκετές απορίες για το τι ακριβώς συμβαίνει. Ωστόσο δεν μπορώ να παραβλέψω και μια σειρά από αρετές που με εντυπωσίασαν.
Η ταινία, πάνω απ' όλα, δημιουργεί εξαιρετική ατμόσφαιρα. Σκοτεινή, φωτισμένη κυρίως με "σποραδικούς" φωτισμούς (πηγές φωτός που κουνιούνται, εικόνα που μια φωτίζεται μια σκοτεινιάζει, ξαφνικά μεγενθυμένες λεπτομέρειες από δέσμες φωτός που πέφτουν απότομα σ' αυτές κλπ.), γυρισμένη σε χώρους γεμάτους βιομηχανικά σκουπίδια και ακαθόριστα, μάλλον κατεστραμένα αντικείμενα, που δεν ξέρεις ακριβώς αν είναι οργανικά ή βιομηχανικά, χώρους των οποίων δεν μπορείς να μαντέψεις το σχήμα ή το μέγεθος, δαιδαλώδεις διαδρομές και έντονα κλειστοφοβικό κλίμα, με ελάχιστους διαλόγους, με κράτησε σ' όλη της τη διάρκεια, κι ας μην καταλάβαινα τι ακριβώς συνέβαινε.
Σε γενικές γραμμές κατάλαβα ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα είδος ουτοπίας που καταρρέει μέσα σε μια σειρά εφιαλτικών καταστάσεων, με ένα σχέδιο εξαπάτησης των πολιτών που κάποια στιγμή αποκαλύπτεται και δημιουργείται χάος (αυτό το χάος παρακολουθούμε από την αρχή), με ένα συνδυασμό Matrix, Tetsuo (στο οπτικό μέρος) και άλλων δυστοπικών φιλμ. Η δομή θυμίζει computer game, καθώς ο ήρωας που έχει αμνησία "γεννιέται" σε μια εξαιρετική πρώτη σκηνή μέσα από τη λάσπη και πασχίζει να ανέβει σε όλο και ψηλότερα επίπεδα. Ωστόσο βρήκα το συνολικό αποτέλεσμα πολύ πιο ενδιαφέρον από τα συνήθη "βιντεογκεϊμώδη" φιλμ.
Σας προειδοποιώ: Αν θέλετε φανατικά να ξεκαθαρίζετε τα πάντα, να έχετε πλήρη ιστορία και σαφέστατη "υπόθεση", αλλάξτε φιλμ. Όσοι όμως μπορείτε να ανεχτείτε ορισμένα σκοτεινά σημεία σε μια σκοτεινή ούτως ή άλλως ταινία, μάλλον θα τη βρείτε ενδιαφέρουσα ή, τουλάχιστον, με σκηνοθετική άποψη.

Σάββατο, Μαΐου 23, 2009

ΟΙ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ ΤΟΥ ΡΑΣΕΛ


Ο Ken Russell είναι, πολύ απλά, ένας σαλταρισμένος σκηνοθέτης. Είναι σα να έχει πέσει μικρός σε ένα καζάνι με LSD και η επίδραση να είναι μόνιμη πάνω του. Τα αποτελέσματα του ατέλειωτου αυτού τριπ κυμαίνονται από σπάνιες οπτικές εμπειρίες έως overdose κιτς, πάντοτε όμως χαρακτηρίζονται από το στοιχείο του υπερβολικού.
Στις "Ανεξέλεγκτες Καταστάσεις" (Altered States, 1980), μοιάζει αρχικά να ελέγχει την καλπάζουσα φαντασία του, σιγά - σιγά όμως χάνεται (όπως συνήθως) σε ένα ακόμα ψυχεδελικό τριπ. Ωστόσο, συνολικά, το φιλμ αυτό παραμένει νομίζω από τις πιο δομημένες ταινίες του. Και διαθέτει και μια ενδιαφέρουσα προβληματική.
Ένας επιστήμονας κάνει πειράματα στον εαυτό του με τους γεμάτους νερό θάλαμους όπου το "πειραματόζωο" αιωρείται επί ώρες μέχρι να χάσει τις αισθήσεις του όπως τις αντιλαμβανόμαστε (τέτοια πειράματα είχαν όντως γίνει στη δεκαετία του 60) και με μια ψυχεδελική ουσία από το Μεξικό, με αποτέλεσμα να παλλινδρομήσει στο χρόνο, να επιστρέψει ακόμα και στην αρχή της ζωής και να βιώσει τον απόλυτο τρόμο. Τα όρια επιστήμης και μεταφυσικής, φυσικού και υπερβατικού, βιωμένης εμπειρίας και παραίσθησης μοιάζουν να καταλύονται.
Παράλληλα ο Russell προβληματίζεται πάνω στην αντίθεση ενστίκτου / πολιτισμού. Η επιστροφή στην κατάσταση του ζώου, όπου κυριαρχεί το καθαρό ένστικτο, είναι καταστροφική, ανεξέλεγκτη, βίαιη, ταυτόχρονα όμως απόλυτα απολαυστική, ηδονική. Καταλύει κάθε έννοια πολιτισμού και κοινωνίας, σε κάνει όμως να βιώσεις αυθεντικές εμπειρίες που αποκλείεται να βιωθούν σε μια οποιαδήποτε οργανωμένη κοινωνία, από τη βαθειά αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Άλλος ένας παράλληλος προβληματισμός είναι αυτός της λειτουργίας των παραισθησιογόνων (που ενδιαφέρει, νομίζω, πάντοτε τον Russell) καθώς όλη η ταινία μπορεί να ειδωθεί και σαν ένα τέτοιο "ταξίδι". Το τέλος βέβαια, ο απόλυτος τρόμος όταν το πράγμα έχει φτάσει σε επικίνδυνα όρια και η "δήλωση" ότι, τελικά, μόνο η αγάπη σώζει, μπορεί να γίνει αποδεκτή από πολλούς, μπορεί και όχι. Το ίδιο και το φινάλε, που πολλοί θα θεωρήσουν απότομο και άγαρμπο, αλλά στο μεταξύ το ταξίδι μέχρι εκεί είναι πολύ πλούσιο.
Η ταινία είναι βυθισμένη σε πλήθος από οπτικά εφφέ (πριν από την εποχή των κομπιούτερ, υπενθυμίζω) που μέχρι σήμερα φαίνονται εντυπωσιακά. Το τελικό ταξίδι βέβαια είναι, νομίζω, αρκετά επηρεασμένο από το αντίστοιχο του "2001: Οδύσσεια του Διαστήματος", ωστόσο το φιλμ διαθέτει μια διαφορετική λογική. Είτε μείνετε άναυδοι όμως είτε θυμώσετε, νομίζω ότι αποτελεί ένα σημαντικό φιλμ στο χώρο του φανταστικού, ενώ ο Russell παραμένει απόλυτα παραληρηματικός και παραισθητικός, όπως στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του.

Τετάρτη, Μαΐου 20, 2009

Η BABY JANE ΜΕΓΑΛΩΣΕ...


Υπάρχουν ταινίες των οποίων η επίδραση στο θεατή είναι διαχρονική. Είχα δει άπειρα χρόνια πριν στην τηλεόραση το "What Ever Happened to Baby Jane?" (1962) του Robert Aldrich (1918-1983) και είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό. Το ξαναείδα σήμερα και διαπίστωσα ότι η πολύ δυνατή εντύπωση παρέμενε αναλλοίωτη. Κι αν δοκιμάσετε να τη δείτε, θα αντιληφθείτε νομίζω ότι τα "άρρωστα" θρίλλερ που εξερευνούν την ψυχοπάθεια και κατορθώνουν να τρομάξουν το θεατή δεν "ανακαλύφτηκαν" στα 70ς, αφού η ασπρόμαυρη Baby Jane είναι ταινία του 1962.
Η νοσηρή σχέση δύο μεσήλικων αδελφών, η μία πρώην παιδί θαύμα, η άλλη σούπερ σταρ ως κοπέλα, με καριέρα που διακόπηκε απότομα εξ αιτίας ενός ατυχήματος που την άφησε ανάπηρη, δίνεται από τον Aldrich με έναν πολύ δυνατό τρόπο και έχει το πλεονέκτημα (για θρίλερ φυσικά) να ανεβάζει διαρκώς τους "βαθμούς" νοσηρότητας, να γίνεται όλο και πιο αφόρητο όσο περνά η ώρα, καταλήγοντας σε ένα συγκλονιστικό φινάλε - που περιέχει και μία μεγάλη ανατροπή. Φυσικά η ταινία υποστηρίζεται από τις δύο σούπερ σταρ πρωταγωνίστριες σε μια αξέχαστη ερμηνευτική μονομαχία: Την Μπέτι Ντέιβις και τη Τζόαν Κρόφορντ στο ρόλο της ανάπηρης αδελφής, που κρατιέται φυλακισμένη στην παρακμασμένη τους έπαυλη από τη μισότρελη, αλκοολική αδελφή της. Εκδίκηση, παιδικά τραύματα, ο χρόνος που περνά αδυσώπητα, η προσκόληση στην παιδική ηλικία, η μοναξιά, είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θίγονται εδώ. Και, ταυτόχρονα, είναι μια από τις πρώιμες ταινίες που μιλάνε για τους μηχανισμούς του ίδιου του Χόλιγουντ, για τους όρους (σκληρούς βεβαίως) της παραγωγής θεάματος, για το τίμημα της δόξας. Και βέβαια εξαιρετικά ενδιαφέροντα βρίσκω τον χαρακτήρα της Μπέτι Ντέιβις, που σε κάνει να τη μισήσεις και να τη λυπηθείς συγχρόνως και που αποτελεί ένα αξέχαστο κράμα κακίας και παιδικής αθωότητας, σαδισμού και παρακμής.
Από τα κλασικά θρίλερ του σινεμά, η Baby Jane συνίσταται ανεπιφύλακτα στους φίλους των πνιγηρών θρίλερ, που δεν θα χαρακτήριζα ακριβώς τρόμου όσο νοσηρότητας και κλιμακούμενης αγωνίας. Και, αν και όχι ακριβώς τρόμου, όπως μόλις είπα, δείχνει ξεκάθαρα την παρακμή των σύγχρονων αξιοθρήνητων, σπλατεροειδών ως επί το πλείστον αποπειρών για κατασκευή ταινιών τρόμου από ανθρώπους που νομίζουν ότι τρόμος είναι εντυπωσιακά εφφέ με τέρατα και κάθε λογής φρικτές παρουσίες και συνεχή "μπου" στον θεατή...

Κυριακή, Μαΐου 17, 2009

CAFE BAGDAD: ΤΟ ΠΙΟ ΓΛΥΚΟ ΚΑΦΕ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Το 1987 το παγκόσμιο σινεμά γνώριζε τον γερμανό Percy Adlon (που είχε ήδη μερικές ταινίες στο ενεργητικό του) με το Bagdad Cafe, μια από τις πιο γλυκές ταινίες που έγιναν ποτέ. Και συγχρόνως την ευτραφή μούσα του με το δυσκολοπρόφερτο όνομα
Marianne Sägebrecht, που έχει παίξει σε τέσσερις ταινίες του.
Όπου ευτραφής βαυαρή τουρίστρια εγκαταλείπει τον σπαστικό σύζυγό της στο μέσον της ερήμου κάπου στην Αμερική και καταλήγει, κυριολεκτικά από το πουθενά και ντυμένη απίθανα, στο "πιο ερημικό καφέ / μοτέλ του κόσμου", που φέρει το όνομα Cafe Bagdad. Τόσο οι ιδιοκτήτες όσο και οι (μόνιμοι) ένοικοί του είναι γραφικοί τύποι, ο ένας πιο ιδιόρυθμος από τον άλλον, το καφέ είναι παρατημένο, η μαύρη ιδιοκτήτριοα έχει μόλις χωρίσει με τον άντρα της... Η άφιξη της παράξενης γερμανίδας όμως θα ξεκινήσει μια σειρά από μικρά θαύματα...
Η γοητεία της ερήμου, το χιούμορ, η μοναχικότητα, η νοσταλγία χαμένων ή ξεχασμένων από το χρόνο τόπων και πραγμάτων, το γλυκό άφημα στον χρόνο που κυλά, αλλά και η γυναικεία φιλία, σε συνδυασμό με την όμορφη φωτογραφία και τη νοσταλγική μουσική, συνθέτουν μια ταινία από την οποία δεν λείπει η ποίηση, η μαγεία (κάτι σαν μαγικός ρεαλισμός), αλλά ούτε και το φεμινιστικό σχόλιο και το αρμονικό πλησίασμα δύο παντελώς διαφορετικών κουλτούρων. Και, σα να μην έφταναν όλα, ο Adlon καταφέρνει να μετατρέψει την άχαρη και υπέρβαρη πρωταγωνίστριά του σε σέξι, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο.
Την ξαναείδα χρόνια μετά και διατήρησε ατόφια την γοητεία της πρώτης φοράς. Δυστυχώς ο σκηνοθέτης της νομίζω ότι δεν κατάφερε ποτέ να κάνει μια τόσο συμπαθητική και γλυκειά ταινία. Για μένα πάντως το Bagdad Cafe παραμένει μια από τις πιο feel good ταινίες των (πάρα πολλών) τελευταίων χρόνων.
ΥΓ: Και μετά σκέφτηκα μελαγχολικά ότι στην εποχή μας θα ήταν αδύνατο να ονομάσεις το συμπαθέστατο, αστείο και χαμένο στο πουθενά καφέ "Βαγδάτη"...

Σάββατο, Μαΐου 16, 2009

ONE FROM THE HEART: ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ - ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ 5-0


Υπάρχουν ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου (και έργα στην ιστορία όλων των τεχνών) που γίνονται για αποκλειστικά αισθητικούς λόγους. Ο δημιουργός δηλαδή ρίχνει όλο το βάρος στη μορφή, στο στιλ, στο ΠΩΣ θα πεις κάτι και όχι στο ΤΙ θα πεις. Οι εχθροί αυτής της τάσης θα λέγανε ότι το βάρος ρίχνεται στο περιτύλιγμα και όχι στο περιεχόμενο. Οι φίλοι της πάλι θα αντέτειναν ότι αυτό είναι η τέχνη. Ότι η πεμπτουσία της βρίσκεται στους χιλιάδες διαφορετικούς τρόπους να πεις κάτι και όχι στο τι ακριβώς λες. Διαλέγετε και παίρνετε.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα πάντως της άποψης αυτής στο σινεμά αποτελεί νομίζω το One from the Heart του 1982 του Francis Ford Coppola, που αφηγείται την ιστορία ενός ζευγαριού που μετά από 5 χρόνια συμβίωσης χωρίζει, ο καθένας τους τα φτιάχνει με άλλη/άλλον και έπειτα τα ξαναβρίσκουν. Κοινότοπο! θα αναφωνήσετε όλοι. Μα αυτό ακριβώς δεν σας λέω; Ο Coppola παίρνει, επίτηδες νομίζω, μια χιλιοειπωμένη, βαρετή ιστορία και προσπαθεί να τη δώσει με όσο πιο εντυπωσιακό τρόπο μπορεί, κοινώς ρίχνει όλο, μα όλο το βάρος στην εικόνα και στον τρόπο αφήγησης. Τόσο, που κάποιες στιγμές το φιλμ μοιάζει σχεδόν πειραματικό.
Ο σκηνοθέτης, στην ακμή του τότε και ενώ μόλις είχε φτιάξει το προσωπικό του στούντιο Zoetrope (που στη συνέχεια απέτυχε), χρησιμοποιεί εντυπωσιακές εικόνες, διπλοτυπίες, χωρίζει σε μέρη την οθόνη, παίζει με απόλυτα μη ρεαλιστικά χρώματα, σπάει την αφήγηση με εμβόλιμα νούμερα μιούζικαλ, δοκιμάζει νέες κινηματογραφικές τεχνικές (αν θυμάμαι καλά το φιλμ γυρίστηκε για πρώτη φορά όλο σε βίντεο) και γενικά αποθεώνει το αισθητικό μέρος με κυρίαρχη τη λάμψη και το φως των επιγραφών από νέον. Η αισθητική του μερικές φορές φλερτάρει με το κιτς (άλλωστε, επίτηδες προφανώς, η δράση τοποθετείται στο Λας Βέγκας, ίσως την πιο κιτς πόλη του κόσμου), άλλες φορές επινοεί απρόβλεπτες εικόνες λουσμένες σε έναν μη ρεαλιστικό, τεχνητό φωτισμό, μερικές απ' τις οποίες είναι μονόχρωμες (κατακόκκινες, μόνο μπλε κλπ.) και, το ξεναλέω, συχνά αγγίζει τον πειραματισμό. Η ταινία, στο μεταξύ, είναι πλημμυρισμένη από τραγούδια του Tom Waits που γράφτηκαν ειδικά γι' αυτήν, τα οποία ακούγονται ολόκληρα και όχι αποσπασματικά, κάνοντας έτσι μεγάλο μέρος της να μοιάζει με βιντεοκλίπ - πριν την εποχή τους και σαφώς όχι με τους ρυθμούς που τα έχουμε συνηθίσει σήμερα.
Τι μένει απ' όλη αυτή την αγωνιώδη προσπάθεια επιβολής του στιλ πάνω στο περιεχόμενο; Θα το κρίνετε εσείς. Νομίζω ότι κάποιοι θα λατρέψουν και κάποιοι θα μισήσουν την ταινία. Και μάλλον αυτό το ήξερε από την αρχή ο Coppola. Μένει να αποφασίσετε με ποιούς είστε.

Παρασκευή, Μαΐου 15, 2009

ΟΙ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΚΑΙ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ


"Οι Εντιμότατοι Φίλοι μου" (Amici miei, 1975) του Mario Monicelli (1915-2010) αρνούνται, τόσα χρόνια μετά, να χάσουν τη γοητεία τους και παραμένουν μια από τις χαρακτηριστικότερες, κλασικές ιταλικές κωμωδίες. Και ταυτόχρονα εξακολουθούν να διαθέτουν αυτό το άψογων δόσεων μείγμα κωμικού και δραματικού, που χαρακτηρίζει την κωμωδία των 50ς, 60ς και 70ς της χώρας αυτής.
Υποθέτω ότι στους περισσότερους το τι συμβαίνει εδώ είναι γνωστό: Μια παρέα 4 (συν έναν που προστίθεται αργότερα) παλιών φίλων από το σχολείο, άνω των πενήντα τώρα πια, κάθε λίγο παρατάνε οικογένεια, δουλειά και όποια άλλη υποχρέωση για να αλητέψουν "σαν τσιγγάνοι", κοινώς όπου τους βγάλει ο δρόμος τους, οργανώνοντας στο ξεφάντωμά τους αυτό ιδιοφυείς πλάκες σε ανύποπτους ανθρώπους που συναντούν στο δρόμο τους. Η ταινία καταγράφει μερικές από τις πλάκες αυτές, αλλά και τον τρόπο ζωής αυτών των μεσήλικων που αρνούνται πεισματικά να μεγαλώσουν.
Μια ανάλυση των χαρακτήρων τους θα απέβαινε μάλλον εις βάρος τους: Επιπόλαιοι όσο δεν παίρνει, δίχως να παίρνουν τίποτε στα σοβαρά (εκτός ίσως του ίδιου του χαβαλέ) και πάνω απ' όλα παντελώς ανεύθυνοι, δεν διστάζουν να κάνουν τις οικογένειές τους να υποφέρουν (κυρίως ο Ούγκο Τονιάτσι) ή να αφήσουν έναν ασθενή χωρίς χειρουργείο, προκειμένου να οργανώσουν τις αποδράσεις τους και να γελάσουν. Ταυτόχρονα όμως είναι τόσο, μα τόσο αξιαγάπητοι, που είναι δύσκολο να τους καταδικάσεις. Ή, αν θέλετε,
σηματοδοτούν μια φωτεινή, ανέμελη οπτική της ζωής, μονίμως αισιόδοξη παρά τις αντιξοότητες, μονίμως "έξω καρδιά", η οποία φαίνεται πολύ προτιμότερη αν τη συγκρίνουμε με τον σοβαρό, κουμπωμένο 30άρη γιάπι γιο του Φιλίπ Νουαρέ (άλλο ένα συν της ταινίας το ότι προέβλεψε από τότε ήδη την ύπαρξη "φρικιών" γονιών και συντηριτικών παιδιών, που, αντιστρέφοντας τον παραδοσικό ρόλο των γενεών, προσπαθούν μάταια να νουθετήσουν τους πατεράδες τους). Εξ άλλου το φιλμ δεν νομίζω ότι τους θεοποιεί. Ίσα - ίσα αρκετές φορές δείχνει αρνητικές πλευρές τους, άλλοτε φαλοκρατικές κι άλλοτε κυνικές.
Είτε τους μισήσετε όμως (ιδιαίτερα κάποιες στιγμές θα αντιπαθήσετε μερικούς τουλάχιστον από αυτούς τους ζαμανφουτίστες μεσοαστούς με την καθόλου μικροαστική λογική) είτε τους αγαπήσετε, το σίγουρο είναι ότι πολλές φορές θα ξεκαρδιστείτε πραγματικά από τα γέλια. Σ' αυτό νομίζω ότι το φιλμ παραμένει αγέραστο. Και, σαν επιστέγασμα, η ταινία αυτή, ένας από τους θερμότερους ύμνους στην αντρική φιλία που έγινε ποτέ, καταλήγει στο απίστευτο, κωμικοτραγικό φινάλε που είναι από τα ελάχιστα που με έκαναν να συγκινούμαι μέχρι δακρύων και ταυτόχρονα να δακρύζω από τα γέλια. Πολύ απλά επειδή κάποιος (ίσως ο πιο συμπαθής ή ο πιο συνεπής της παρέας) κρατά τη λογική τού "δεν παίρνω τίποτα στα σοβαρά" κυριολεκτικά μέχρι θανάτου...
ΥΓ: Η ατινία είχε τόση επιτυχία που γνώρισε άλλα δύο σίκουελ. Απ' όσο θυμάμαι το 2ο ήταν σχετικά συμπαθητικό, ενώ το 3ο δεν βλέπεται. Αμφότερα όμως δεν συγκρίνονται με το αυθεντικό πρώτο.

Τετάρτη, Μαΐου 13, 2009

ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΤΟΥ "ΣΛΟΥΘ"


Το "Sleuth" (1972) του Joseph L. Mankiewicz (1909-1993) βασίζεται σε θεατρικό έργο του Άντονι Σάφερ. Έχει κατά βάση δύο μόνο ηθοποιούς, διαρκεί κοντά δυόμισι ώρες, είναι ολόκληρο σχεδόν γυρισμένο μέσα σε ένα σπίτι και... σας υπόσχομαι ότι όχι μόνο δεν θα βαρεθείτε ούτε λεπτό, αλλά θα το παρακολουθήσετε με κομμένη την ανάσα. Πώς γίνεται αυτό; Δν έχετε παρά να δείτε το φιλμ.
Ξεκινά σαν ένα είδος αστυνομικού, μια απάτη σχεδιάζεται, σύντομα τα πράγματα σοβαρεύουν, καταλήγουμε με ένα πτώμα... κι αυτό είναι μόνο η αρχή. Οι διάλογοι είναι εκπληκτικοί, πνευματώδεις, λεπτοί, σαρκαστικοί και μπορούν να τσακίσουν κόκαλα. Οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη με ταχύτητα, ούτε στιγμή όμως το στόρι δεν γίνεται χαώδες, αντίθετα είναι ακριβές σα χειρουργικό νυστέρι. Όταν συμβαίνει η απόλυτη ανατροπή, που αφήνει άναυδο το θεατή να μη πιστεύει στα μάτια του, βρισκόμαστε μόλις λίγο μετά το μέσο του φιλμ. Τι διάβολο άλλο μπορεί ακόμα να συμβεί; Κι όμως...
Πέρα από την ποιότητα των διαλόγων, μεγάλο μέρος της γοητείας της ταινίας οφείλεται φυσικά στους δύο μέγιστους ηθοποιούς που ερμηνεύουν τους βασικούς ρόλους σε μια αληθινή υποκριτική μονομαχία υψηλού επιπέδου: Λόρενς Ολιβιέ και Μάικλ Κέιν. Άλλωστε ο Μάνκιεβιτς ήταν ειδικευμένος τόσο στη μεταφορά θεατρικών στην οθόνη όσο και στην άψογη διεύθυνση των ηθοποιών του.
Και μένει βέβαια, εκτός της ευφάνταστης πλοκής, και η βαθύτατη κριτική που ασκεί η ταινία (ή μάλλον το κείμενο στο οποίο βασίζεται). Δεν έχουμε μόνο ένα βαθύ ψυχολογικό πορτρέτο, αλλά και μια έντονη αλληγορία πάνω στις τάξεις και τις σχέσεις τους: Ο αριστοκράτης, πλούσιος Ολιβιέ και ο αυτοδημιούργητος, ταπεινής καταγωγής Κέιν αντιπροσωπεύουν τις τάξεις τους, τις αξίες τους, την (όποια) ηθική τους. Τα περισσότερα βέλη πέφτουν στον αριστοκράτη, το ψυχικό στριπτίζ του οποίου είναι ανελέητο. Όσο το φιλμ προχωρά αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει αυτός και η τάξη του, το αληθινό τους πρόσωπο. Κι όλα αυτά συμβαίνουν ενώ σχεδιάζεται ανάγλυφα τόσο ο χαρακτήρας του γεννημένου συλλέκτη, όσο και του ανθρώπου που του αρέσει πάνω απ' όλα να παίζει. Το μέρος που αφορά τη φύση και την ουσία της έννοιας του παιχνιδιού (σε ενηλίκους εννοώ φυσικά), είναι άλλο ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κομμάτι.
Ξέρω την πιθανή σας αντίρρηση: Η θεατρικότητα. Γιατί να μην δω ένα τέτοιο έργο στο θέατρο (άλλωστε απ' όσο διάβασα είχε κάποτε ανέβει και στην Ελλάδα με τους Χορν και Αλεξανδράκη στους βασικούς ρόλου). Συνήθως κι εγώ συμμερίζομαι αυτή την επιφύλαξη. Υπάρχουν όμως ορισμένα έργα τόσο δυνατά, που σε αποροφούν ολότελα είτε στη σκηνή τα παρακολουθείς είτε στην οθόνη. Οπότε, κατά τη γνώμη μου πάντα, έχουμε να κάνουμε με μια από τις μάλλον σπάνιες περιπτώσεις όπου συγχωρείται η θεατρικότητα.
ΥΓ: Δεν είδα το ριμέικ του 2007, αλλά άκουσα / διάβασα πολύ κακά σχόλια. Λογικό όταν έχεις να κάνεις με τέτοιο πρωτότυπο. Ακόμα δεν έχω κατανοήσει γιατί στην ευχή επιχειρούν να ξαναγυρίσουν ντε και καλά μεγάλες ταινίες.

Τρίτη, Μαΐου 12, 2009

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΚΟΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΗς ΜΟΙΡΑΣ


Σίγουρα οι "Παράλληλοι Κόσμοι" (Franklyn) του βρετανού Gerald McMorrow είναι μια πρωτότυπη, ασυνήθιστη ταινία. Σίγουρα επίσης δύσκολα την κατατάσεις στην κλασική επιστημονική φαντασία. Και, επίσης, από την αρχή δείχνει ότι δεν πρόκειται για κοινή περιπέτεια, αλλά περισσότερο για καλλιτεχνική προσπάθεια.
Η ταινία παρακολουθεί 4 άσχετες αρχικά μεταξύ τους ιστορίες: Τρεις ρεαλιστικές, του σύγχρονου Λονδίνου, και μία φανταστική, που διαδραματίζεται στην λίγο-Metropolis- λίγο-Brazil-λίγο-Gotham πόλη Meanwhile, όπου συγκεντρώνονται όλες οι πιθανές και απίθανες θρησκείες κι όπου ο καθένας είναι υποχρεωμένος να έχει μια πίστη, όσο παλαβή κι αν είναι αυτή, και στην οποία ήρωας είναι ένας μασκοφόρος εκδικητής, που δραπετεύει από τη φυλακή του. Γρήγορα διαπιστώνουμε ότι στις 4 αυτές ιστορίες παίζουν οι ίδιοι ηθοποιοί, άλλοτε σε παρόμοιους/παραλλαγμένους ρόλους κι άλλοτε σε άσχετους. Στο τέλος οι ιστορίες θα συγκλίνουν με μάλλον απροσδόκητο τρόπο.
Προβληματισμός πάνω στην τυχαιότητα, τη μοίρα ή το πεπρωμένο αν προτιμάτε, σχόλια για τον απόλυτο έρωτα, την παράνοια, την καλλιτεχνική δημιουργία στη σύγχρονη τέχνη και για διάφορα άλλα, ανακατωμένα με κάμποσα φροϋδικά και ψυχαναλυτικά στοιχεία(κυρίως αφορούν σχέσεις γονιών - παιδιών), συνθέτουν το φιλμ αυτό που βρήκα ότι κινείται επικίνδυνα ανάμεσα στον σοβαρό προβληματισμό και τη new age αμπελοφιλοσοφία. Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες γιατί θα σας αποκαλύψω στοιχεία της πλοκής που δεν πρέπει, αλλά μάλλον προς το δεύτερο φοβάμαι ότι πλησιάζει περισσότερο. Ενώ έχει σίγουρα ενδιαφέρον, κάτι δεν μου πήγαινε καλά και τελικά έφυγα ανικανοποίητος. Μου θύμιζε προβληματικές παλιότερων ταινιών του Tikwer, με λίγο από Lynch, αλλά και πάλι όχι ολοκληρωμένα. Τέλος πάντων δεν μετάνοιωσα που το είδα, δεν μου άρεσε πάντως ιδιάιτερα. Ίσως να έπαιρνε κάπως περισσότερο απ' όσο πρέπει στα σοβαρά τον εαυτό του. Αν το συνιστώ για κάποιον λόγο είναι για τη σεναριακή του πρωτοτυπία.

Κυριακή, Μαΐου 10, 2009

ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ STAR TREK


Ομολογώ ότι όταν έμαθα ότι η θρυλική τηλεοπτική σειρά των 60ς Star Trek ετοιμάζεται για μια ακόμα μεταφορά στην οθόνη, έστω και ως prequel, κουμπώθηκα. Λίγο οι προηγούμενες μέτριες ταινίες, λίγο η γενική αντιπάθειά μου για sequel, prequel και άλλα συναφή, συνετέλεσαν σ' αυτό. Να όμως που το καινούριο Star Trek του J.J. Abrams μου φάνηκε και συμπαθητικό και χορταστικό.
Ο παραγωγός του τηλεοπτικού Lost αποφασίζει να μας γυρίσει πίσω, μιλώντας μας για τις απαρχές του περίφημου διαστημόπλοιου Enterprise, τον τρόπο που συγκεντρώθηκε το πλήρωμα, τις νεανικές ηλικίες του Σποκ, του Κερκ και όλων των άλλων γνώριμών μας. Τα εφφέ είναι εντυπωσιακά (βρήκα πολύ πρωτότυπο το εξωγήινο "κακό" σκάφος), το φιλμ είναι καλογυρισμένο, το σενάριο σχετικά ενήλικο και υπάρχει και χιούμορ πλάϊ στην περιπέτεια και το δράμα. Όσο για τους "τρέκις", τους φαν της σειράς, νομίζω ότι θα ενθουσιαστούν.
Κάποια σκοτεινά σημεία βρήκα στο σενάριο, με το μπερδεμένο χρονικό παράδοξο και τις παράλληλες πραγματικότητες που σχετίζονται με μαύρες τρύπες, την συνύπαρξη δύο Σποκ... Ίσως κάποια σημεία να μη στέκουν, ίσως πάλι κάποια να είναι αχρείαστα και να γίνονται "έτσι", για το εντυπωσιακό του πράγματος. Μικρό το κακό όμως. Νομίζω ότι, όπως είπα, το αποτέλεσμα συνολικά και αξιοπρεπές είναι και χορταστικό, και καλύτερο από τις περισσότερες ταινίες της κινηματογραφικής καριέρας του Star Trek, οπότε είμαι διατεθειμένος να παραβλέψω κάποια πράγματα που βρήκα αρνητικά. Δεν νομίζω βέβαια ότι πρόκειται για αριστούργημα, ούτε τομή στο χώρο του σινεμά επιστημονικής φαντασίας, προσφέρει όμως δύο γεμάτες, απολαυστικές ώρες.
ΥΓ1: Τα βλέπω τα sequel να έρχονται βροχή και φοβάμαι από τώρα.
ΥΓ2: Εννοείται ότι όσα έγραψα παραπάνω αφορούν αποκλειστικά τους φίλους της επιστημονικής φαντασίας ή της συγκεκριμένης μυθικής σειράς. Οι υπόλοιποι αμύητοι θεατές μάλλον δεν θα καταλάβουν τίποτα και θα βαρεθούν.

Σάββατο, Μαΐου 09, 2009

Ο ΤΖΕΚΙΛ, Ο ΧΑΪΝΤ ΚΑΙ Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ Νο 2


Δέκα χρόνια μετά την κλασική ταινία του Mamoulian, το 1941 συγκεκριμένα, ο Victor Fleming (1889-1949), ένας από τους πιο πετυχημένους σκηνοθέτες του Χόλιγουντ όλων των εποχών, αφού έχει κάνει ταινίες όπως τον "Μάγο του Οζ" και το "Όσα παίρνει ο άνεμος", ξαναγυρίζει το "Δρ. Τζέκιλ και κ.Χάιντ". Σεναριακά το φιλμ βρίσκεται πολύ κοντά στο αντίστοιχο του 1931, υπάρχουν ακόμα και σκηνές και ατάκες που επαναλαμβάνονται. Αυτή τη φορά όμως η όλη αισθητική του είναι πιο "λουστραρισμένη", λιγότερο εξπρεσιονιστική.
Κατ' αρχάς πρωταγωνιστούν τρεις μεγάλοι σταρ: Ο Σπένσερ Τρέισι στο διπλό πρωταγωνιστικό ρόλο, και οι Λάνα Τάρνερ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν στο δίπολο αγνής, καθώς πρέπει μέλλουσας συζύγου και "ελαφρών ηθών" γυναίκας, άτυχης ερωμένης του φριχτού Χάιντ αντίστοιχα. Στην εποχή της, όπως διαβάζω, η ταινία είχε "θαφτεί" από την κριτική (πράγμα λογικό, αφού ήταν ένα πολύ σύντομο ριμέικ σε μια ταινία που ήδη θεωρείτο κλασική και για την οποία ο Μαρτς είχε κερδίσει Όσκαρ), αν και σήμερα θεωρείται κι αυτή αρκετά ενδιαφέρουσα (γνώμη με την οποία συμφωνώ). Αν μη τι άλλο βρήκα την Μπέργκμαν πολύ πιο πειστική από την Μίριαμ Χόπκινς στον αντίστοιχο ρόλο. Σε μένα τουλάχιστον μετέδωσε πολύ περισσότερο τον αληθινό τρόμο και την απόγνωσή της για τον κτηνώδη Χάιντ απ' όσο η προηγούμενη ερμηνεύτρια.
Ωστόσο, εδώ ο Τζέκιλ είναι απλώς ένας τζέντλεμαν - ερευνητής και στερείται της απροκάλυπτης επαναστατικότητας και του πάθους του προκατόχου του ερμηνευτή στην ταινία του 1931, ο οποίος, σημειωτέον, θεραπεύει δίχως αμοιβή φτωχούς και άπορους, προτιμώντας σαφώς αυτή τη δραστηριότητα από τα ανούσια αριστοκρατικά δείπνα της μέλλουσας συζύγου και του στρατηγού πατέρα της. Επίσης, στην παλιότερη ταινία δεν διστάζει να δειχτεί καθαρά ότι η Άιβι, αντικείμενο πόθου των/του Τζέκιλ/Χάιντ είναι πόρνη, ενώ η Άιβι του 41 είναι μια εύθυμη μπαργούμαν που, εντάξει, τα πάει καλά με τους άντρες, κρατά όμως και τη θέση της, ενώ ο Χάιντ του 41 δεν είναι πια πιθηκόμορφος όπως ο προκάτοχός του, αλλά απλά τερατώδης. Αυτές είναι μερικές μόνο από τις λεπτομέρειες της δεύτερης ταινίας που μας κάνουν να σκεφτούμε ότι τα ήθη έχουν συντηρητικοποιηθεί αρκετά μέσα σε μια δεκαετία. Αναμενόμενο, αφού στην πρώτη βρισκόμαστε στο μεσοπόλεμο, ενώ στη δεύτερη στην καρδιά μιας ατμόσφαιρας φόβου που έχει δημιουργήσει ο Β' παγκόσμιος. Και πάντοτε σε ταραγμένες εποχές ο συντηρητισμός επανεμφανίζεται και δυναμώνει.
Πάντως και το φιλμ του Fleming παραμένει νομίζω ενδιαφέρον μέχρι σήμερα, αν και κάπως λιγότερο "κοφτερό" από τον προ δεκαετίας πρόδρομό του.

Παρασκευή, Μαΐου 08, 2009

Ο ΤΖΕΚΙΛ, Ο ΧΑΪΝΤ ΚΑΙ Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ Νο 1


Το κλασικό μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον "Δόκτορ Τζέκιλ και κύριος Χάιντ" απασχόλησε αρκετές φορές το σινεμά. Μια από τις διασημότερες μεταφορές του είναι το κλασικό "Dr. Jekyll and Mr. Hyde" του 1931 του Rouben Mamoulian (1897-1987) με τον Φρέντερικ Μαρτς στον ομώνυμο διπλό ρόλο. Από τις γνωστότερες ταινίες του φανταστικού σινεμά της "χρυσής" δεκαετίας του 30 (χρυσής για το είδος του φανταστικού), είναι ένα εξπρεσιονιστικό φιλμ που μπορεί μέχρι σήμερα, νομίζω, να συγκινήσει.
Φυσικά ο σύγχρονος θεατής οφείλει να έχει πάντοτε στο μυαλό του τις τόσες δεκαετίες που έχουν μεσολαβήσει από τότε. Βρισκόμαστε στην αρχή μόλις του ομιλούντος, τα ειδικά εφφέ είναι ακόμα πρωτόγονα και κυρίως η ηθοποιίες είναι "βαρειές", στομφώδεις, εξπρεσιονιστικές κι αυτές όπως η ατμόσφαιρα του φιλμ. Ωστόσο ο μύθος είναι διαχρονικός: Η ιστορία διαδραματίζεται στην ασφυκτική, καταπιεστική και υποκριτική βικτωριανή εποχή και η σκέψη ακόμα ότι μέσα σε κάθε άνθρωπο συνυπάρχει το καλό και το κακό είναι τουλάχιστον σκανδαλώδης. Όταν ο ιδιοφυής γιατρός Τζέκιλ καταφέρνει να παρασκευάσει το ελιξήριο που θα διαχωρίσει τις δύο πλευρές, αφήνει το κακό, τη σκοτεινή πλευρά, τα ένστικτα δηλαδή, να ελευθερωθούν με ολέθρια αποτελέσματα. Ακόμα πιο τολμηρή όμως από τη σκέψη της συνύπαρξης είναι η κατάδειξη της προφανούς ευχαρίστησης που προκαλεί αυτή η απελευθέρωση, όταν μάλιστα το "κακό" σχετίζεται με το σεξουαλικό ένστικτο. Στο τέλος βεβαίως υπάρχουν τα ολέθρια αποτελέσματα που αναφέραμε, η μεταμέλεια για την ύβρη που διαπράχτηκε, αλλά όσα προηγήθηκαν αρκούν για να καταδεξουν την απελευθερωτική δύναμη των ενστίκτων και τη δυσκολία της κατάπνιξής τους.
Σκοτεινή φωτογραφία, μακριές σκιές, ενδιαφέρον μοντάζ, split screen, διπλοτυπίες, ομιχλώδες νυχτερινό Λονδίνο (στούντιο δηλαδή που παριστάνει το Λονδίνο), εξαιρετική ατμόσφαιρα, πρωτόγονα, αλλά υποβλητικά εφφέ μεταμόρφωσης, συνθέτουν μια κλασική, όπως είπαμε στην αρχή, ταινία, που ακόμα "λειτουργεί" κι ας φαίνονται υπερβολικές ορισμένες ηθοποιίες ή διάλογοι.
ΥΓ: Το τέρας στο οποίο μεταμορφώνεται ο ήρωας έχει σαφώς πιθηκοειδή χαρακτηριστικά και κινείται - πηδά - τρέχει σαν πίθηκος. Αν η αναφορά αυτή δείχνει το πόσο κοντά βρισκόμαστε στο "κτήνος", πόσο πίσω μας γυρίζει η απελευθερωση των ενστίκτων, τότε ίσως αυτό να είναι και μια νύξη για την καταγωγή μας από τον πίθηκο, πράγμα που κάνει ακόμα πιο τολμηρό το φιλμ. Ας μη ξεχνάμε ότι στην Αμερική το θέμα αυτό είναι μέχρι σήμερα σχεδόν απαγορευμένο και διχάζει τον κόσμο.

Τετάρτη, Μαΐου 06, 2009

KISS ME DEADLY Ή ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ


Το "Kiss me deadly" του Robert Aldrich (1918-1983) γυρίζεται το 1955 και θεωρείται από τα κλασικά αμερικάνικα φιλμ νουάρ. Με αρκετές ιδιορυθμίες όμως.
Η ταινία διαθέτει όλο το κλίμα και όλες τις αρετές του είδους αυτού. Ατμόσφαιρα, υποβλητική ασπρόμαυρη φωτογραφία, ίντριγκες, ανατροπές, σασπένς, έξυπνες και διφορούμενες ατάκες. Και είναι μαύρο (εξ ού και νουάρ), δηλαδή κυνικό, απαισιόδοξο, βίαιο (αν και συχνά η βία δεν δείχνεται, βρίσκεται εκτός πλάνου). Ξεκινά με μια δυνατή αρχή, που "πιάνει" από την πρώτη στιγμή τον θεατή, αλλά και τον ήρωα, τον κλασικό σκληρό ντετέκτιβ, οδηγώντας τον όλο και πιο βαθιά, σε ένα είδος "κατάβασης στον Άδη". Αντίθετα με άλλους ρομαντικούς κατά βάθος νουάρ ήρωες, ο Μάικ Χάμερ, ο πρωταγωνιστής του Μίκι Σπιλέιν (σε βιβλίο του οποίου βασίζεται το φιλμ) είναι κατ' εξοχήν "άκαρδος" και σκληρός, ένας μάλλον αρνητικός ήρωας, με υπεροπτική συμπεριφορά στις γυναίκες και με εμμονή να χώνεται εκεί όπου δεν πρέπει. Αν το καλοσκεφτούμε, πολλά από τα δεινά (φόνοι και άλλα), συμβαίνουν εξ αιτίας του. Και από την περιέργειά του ν' ανοίξει ντε και καλά το "κουτί της Πανδώρας", το μυστηριώδες αντικείμενο που όλοι κυνηγούν (κλασικό μοτίβο κι αυτό στο νουάρ. Θυμηθείτε π.χ. το "Γεράκι της Μάλτας").
Και ερχόμαστε στη βασική ιδιορυθμία της ταινίας, που αναφέραμε στην αρχή: SPOILER SPOILER. Το εντελώς "κουφό" τέλος. Ενώ, όπως είπαμε, παρακολουθούμε ένα τυπικό, καλό νουάρ, στο τελος όλα ανατρέπονται με το μεταφυσικό, παράδοξο φινάλε, που, λόγω της ηθελημένης του ασάφειας, μπορεί να εκληφθεί ως υπερφυσικό ή ως επιστημονική φαντασία. Ποτέ δεν θα μάθουμε τι ακριβώς είναι το περιβόητο αντικείμενο, αντιλαμβανόμαστε όμως ότι οι υπαινιγμοί περί "κουτιού της Πανδώρας" είναι μάλλον κυριολεκτικοί. ΤΕΛΟΣ SPOILER. Ωστόσο αυτό δεν ενοχλεί. Το θέμα είναι το ταξίδι, το πώς φτάνουμε ως εκεί. Και μέχρι τότε, έχουμε απολαύσει ένα δυνατό νουάρ. Το οποίο, ως μια παράξενη πινελιά ακόμα, είναι κατ' ουσίαν ένα b-movie, αφού όλοι οι ηθοποιοί είναι σχεδόν άγνωστοι (του πρωταγωνιστή συμπεριλαμβανομένου. Εγώ τουλάχιστον αγνοούσα τον Ralph Meeker), και ενίοτε πάσχει από κακή ηθοποιία.
Ενδιαφέρον προκαλεί η συχνή αναφορά σε αρχαιοελληνικούς μύθους, αλλά και το βασικό μοτίβο "η περιέργεια σκότωσε τη γάτα". Και, φυσικά, η συχνή στο νουάρ σκιαγράφηση μιας αρνητικής κοινωνίας, που αποτελείται από άντρες - καθάρματα και απελπισμένες γυναίκες (που ενίοτε χρησιμοποιούνται ως αντικείμενα) και είναι πλημυρισμένη από διαφθορά και απληστία.
Δείτε το αν μπορέσετε, όχι μόνο ως ένα καλό νουάρ, αλλά και ως ένα πραγματικά αξιοπερίεργο νουάρ.

Δευτέρα, Μαΐου 04, 2009

Η ΑΦΟΡΗΤΗ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΤΗΤΑ ΜΙΑΣ ΣΥΝΕΚΔΟΧΗΣ


Για να ξεκαθαρίσω τη θέση μου απ' την αρχή: Α. Συνήθως θαυμάζω τον Charlie Kaufman, τα σενάριά του και τις απίστευτες ιδέες του. Συνήθως. Γιατί μερικές φορές είμαι σίγουρος ότι ούτε αυτός καταφέρνει να ελέγξει το υλικό του. Β. Βαρέθηκα αφόρητα με την πρώτη σκηνοθετικά ταινία του, τη "Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης" (2008), την απερίγραπτη εγκεφαλικότητά της (με την οποία συχνά δεν έχω κανένα πρόβλημα), το αφάνταστα δαιδαλώδες και πολυεπίπεδο σενάριο, που τελικά φτάνει να βραχυκυκλώσει ακόμα και έναν απόλυτα σινεφίλ θεατή.
Για μια ακόμα φορά βρήκα την ιδέα έξυπνη: Ένας θεατρικός σκηνοθέτης, υποχόνδριος και με πλήθος υπαρξιακών ερωτημάτων, επιχειρεί να μετατρέψει μια ολόκληρη περιοχή της Ν. Υόρκης σε ένα τεράστιο θέατρο, όπου προσπαθεί να δώσει στους (ανύπαρκτους) θεατές την απόλυτη αλήθεια: Την ίδια του τη ζωή, όπως ακριβώς αυτή συμβαίνει, με την καθημερινότητα και τις παραμικρές της λεπτομέρειες.
Στην αρχή παρακολουθούσα την ταινία με ενδιαφέρον. Όσο όμως προχωρούσε άρχισε να με κουράζει - και συχνά να με ενοχλεί - όλο και περισσότερο. Μου φάνηκε ότι άρχισε να χάνει επαφή με οτιδήποτε, να πασχίζει άνευ λόγου "να τα πει όλα", να μπερδεύει διαρκώς πραγματικότητα, φαντασία, συμβολισμούς, σουρεαλισμό και ό,τι άλλο. Υποθέτω ότι για τον ίδιο τον Κάουφμαν όλα αυτά, ακόμη και η μικρότερη λεπτομέρεια, θα έχουν κάποιο νόημα. Λυπάμαι, αλλά από ένα σημείο και πέρα έπαψα να συμμετέχω και να το αναζητώ. Βέβαια υπάρχουν σκόρπιες πολύ καλές ιδέες, ατάκες ή σκηνές. Πνιγμένες όμως, κατά τη γνώμη μου, σε έναν ανεξέλεγκτο καταρράχτη. Εκτός της πολυπλοκότητάς της όμως (όλο αυτό το κατασκεύασμα με τη-ζωή-μέσα-στο-θέατρο-και-το-θέατρο-μέσα-στο-θέατρο) και της μεγάλης της διάρκειας, το φιλμ μου φάνηκε ότι έχανε και κινηματογραφικά, ότι "δεν τσούλαγε" όπως θα λέγαμε κοινώς, με αποτέλεσμα το ακατάληπτο να γίνεται και κουραστικό (δεν έχω ντε και καλά κάτι με την έννοια του ακατάληπτου. Βρίσκω, ας πούμε, για να χρησιμοποιήσω ένα εντελώς διαφορετικού στιλ παράδειγμα, το Eraserhead ακατάληπτο αλλά γοητευτικό). Και με ενοχλούσε και όλη αυτή η εμμονή με τα προβλήματα υγείας του ήρωα, από την αρχή μάλιστα, όταν ακόμα το φιλμ φαινόταν σχετικά ρεαλιστικό.
Ο Kaufman, το είπαμε, έχει πάντοτε φοβερά πρωτότυπες ιδέες. Αν τις τιθάσσευε θα μπορούσε να κάνει αριστουργήματα. Κρίμα.
ΥΓ: Η ιστορία με το τόσο πιστό θέατρο, ώστε να αντιγράφει πλήρως τη ζωή, όπως θα τη δείτε με σουρεαλιστικό τρόπο να αναπτύσσεται στην ταινία, μου θυμίζει μια από τις υπέροχες ιδέες του Μπόρχες, που σε ένα διήγημά του λέει ότι στην προσπάθειά τους οι άνθρωποι να φτιάξουν τον πιο πιστό χάρτη του κόσμου που έγινε ποτέ, να περιλάβουν σ' αυτόν κάθε σπίτι, κάθε πέτρα, κάθε δέντρο, έφτιαξαν, απλούστατα, έναν χάρτη που είχε ακριβώς το μέγεθος του κόσμου. Αλλά τότε, ποια μπορεί να είναι η χρησιμότητα ενός τέτοιου χάρτη;

Κυριακή, Μαΐου 03, 2009

ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΕΣ "ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ"


Γνωρίζαμε τις κατασκοπικές (ή κατασκοπευτικές είναι το σωστό;) ταινίες, με τις πολύπλοκες ίντριγκες, τους διπλούς ή πολλαπλούς πράκτορες, τα παιχνίδια γάτας - ποντικού. Γνωρίζαμε επίσης και χιουμοριστικές εκδοχές τέτοιων ταινιών. Στις "Αδιακρισίες" (Duplicity, 2009) του Tony Gilroy (που κυρίως είναι σεναριογράφος και έγραψε μεταξύ άλλων τα σενάρια για την πολύ καλή τριλογία του Bourne) και οι μπερδεμένες ίντριγκες και το χιούμορ υπάρχουν, μόνο που η κατασκοπεία δεν γίνεται ανάμεσα σε χώρες, αλλά ανάμεσα σε πολυεθνικές και αυτό που διακυβεύεται δεν είναι κάποιο νέο σχέδιο όπλου ή κάτι που αφορά τις σχέσεις χωρών, αλλά το αν κάποια εταιρία θα ρίξει στην αγορά νέο σαμπουάν, κρέμα, λοσιόν ή αφρό ξυρίσματος. Για να κλαπούν αυτά τα... πολύτιμα μυστικά, συναντάμε εδώ όλο το σασπένς, όλη την υψηλή τεχνολογία, όλους τους πακτωλούς χρημάτων, όλα τα διπλά και όχι μόνο παιχνίδια των "κανονικών" ταινιών του είδους. Ακούγεται αστείο και είναι. Παύουμε όμως να γελάμε τόσο πολύ όταν μάθουμε τα δις που μπορεί να σημαίνει κάποιο νέο γελοίο προϊόν ή το να κατακτήσει μια εταιρία ένα μεγαλύτερο ποσοστό στην παγκόσμια αγορά ενός ηλίθιου προϊόντος.
Όσο για την ταινία, είναι διασκεδαστική, διαθέτει σασπένς, μερικές απολαυστικές και αστείες στιγμές, συνεχείς ανατροπές (με μια μεγάλη στο τέλος), συνεχή μπρος - πίσω στο χρόνο ώστε να συμπληρωθεί το πολύπλοκο παζλ και τους Κλάιβ Όουεν, Πολ Τζιαμάτι και Τζούλια Ρόμπερτς (την οποία ποτέ δεν πολυχώνεψα, αλλά είναι ταιριαστή στο ρόλο). Τι άλλο θέλετε λοιπόν;
ο πρόβλημά μου βέβαια (για να γκρινιάξω και λίγο) είναι ότι προσωπικά ποτέ δεν συμπάθησα ιδιάιτερα όλες αυτές τις κοσμοπολίτικες ταινίες (εδώ παίζουν η Ν. Υόρκη, η Ρώμη και το Λονδίνο) με τις μπερδεμένες ιστορίες, την αισθηματική κομεντί στο κέντρο της ίντριγκας και το θέμα που ουδόλως με ενδιαφέρει. Αυτό όμως, ξαναλέω, είναι προσωπικό θέμα. Για να γυρίζονται τόσα και τόσα χρόνια θα έχουν προφανώς εκατομμύρια φανς. Και οι "Αδιακρίσίες" είναι νομίζω από τις καλές του είδους. Οπότε, αν θέλετε να διασκεδάσετε για δύο ώρες, δείτε το. Αμέσως μετά, εγώ τουλάχιστον το ξέχασα.

Παρασκευή, Μαΐου 01, 2009

Η "ΒΙΟ-ΓΡΑΦΙΑ" ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ


Ο Θανάσης Ρεντζής, από τους πιο σημαντικούς έλληνες πειραματικούς σκηνοθέτες (και όχι μόνο), γύρισε τις λίγες ταινίες του κυρίως στις δεκαετίες 70 και 80. Το 1975 έκανε τη "Βιο-γραφία", που θεωρώ από τις πιο ενδιαφέρουσες.
Δεν ειναι ταινία με ηθοποιούς, αλλά ούτε και ακριβώς κινούμενο σχέδιο μπορεί κανείς να τη χαρακτηρίσει. Πρόκειται για μια σειρά κυρίως από ακίνητες γκραβούρες και κολλάζ από γκραβούρες (που θυμίζουν τα αντίστοιχα έργα του Max Ernst), αλλά και παλιές φωτογραφίες, όλα αυτά επιζωγραφισμένα συνήθως μονόχρωμα, οι οποίες παρελαύνουν στην οθόνη ενώ ακούγεται αφήγηση από έναν αφηγητή και, σχεδόν συνεχώς, η πολύ καλή μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη. Ανάμεσα στα "κεφάλαια" της ταινίας παρεμβάλλονται χαρακτηριστικές φράσεις του Guy Debord κυρίως από την "Κοινωνία του Θεάματος". Μερικές φορές κάποιες από τις εικόνες κινούνται στοιχειωδώς, το βασικό όμως δεν είναι η κίνηση αλλά η παρέλαση των πάμπολλων ακίνητων εικόνων, που δεν είναι μόνο μία κάθε φορά αλλά δύο και τρεις ταυτόχρονα.
Η ιστορία που ακούγεται, ένα είδος κολλάζ λόγου κι αυτή, είναι ένα είδος βιογραφίας του αφηγητή, μάλλον τον 19ο αιώνα, χωρίς όμως να συγκροτεί μια ενιαία ιστορία. Απλώς υπάρχει μια χρονολογική σειρά (γέννηση, παιδική ηλικία, ενηλικίωση, θάνατος), αλλά νοιώθεις ότι κάθε κεφάλαιο και κάθε εποχή θα μπορούσαν να ανήκουν σε μια διαφορετική ιστορία, σε έναν διαφορετικό άνθρωπο. Ακούγονται πάντως κείμενα που μιλούν για την παιδική ηλικία, για τη σχέση με τη μητέρα, για την επανάσταση, την ιδεολογία, τον έρωτα, τις μηχανές, το μέλλον, τις ουτοπίες και πολλά άλλα βασικά ανθρώπινα θέματα, ενώ γενικά κυρίαρχο θέμα είναι οι διάφοροι μύθοι της αστικής τάξης του 19ου αιώνα, ο οποίος βέβαια αποτελεί τη βάση για τη σημερινή εποχή. Η "ιστορία" αυτή βασίζεται στο βιβλίο του ισπανού γελοιογράφου, δημιουργού κόμικς και συγγραφέα Chumy Chumez, δεν έχω καταλάβει όμως αν πρόκειται για εικαστικό βιβλίο, κόμικς ή εικονογραφημένο μυθιστόρημα.
Ξέρω ότι όλα αυτά ακούγονται παράδοξα κι ότι πολλοί παθαίνουν αλλεργία και μόνο στο άκουσμα του όρου "πειραματικός". Το συγκεκριμένο φιλμ όμως πιστεύω ότι διαθέτει μια μοναδική γοητεία και προσωπικά ελάχιστα με κούρασε. Ίσως να είναι η νοσταλγία και η παραδοξότητα που αποπνέουν οι παλιές εικόνες, ίσως η όμορφη μουσική, ίσως απλώς η πρωτοτυπία του όλου εγχειρήματος, ό,τι και να "φταίει" πάντως, τη θεωρώ ένα από τα πιο όμορφα πράγματα που έγιναν στο χώρο του πειραματικού σινεμά.

eXTReMe Tracker