Κυριακή, Απριλίου 29, 2007

ΟΙ ΑΡΓΟΙ ΡΥΘΜΟΙ ΤΗΣ ΑΦΥΠΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗς ΛΑΙΔΗΣ ΤΣΑΤΕΡΛΙ


Είναι δυνατό να θεωρείς καλή μια ταινία κι όμως να βαριέσαι καθώς τη βλέπεις; Να που είναι. Μιλώ για τη γαλλική μεταφορά της "Λαίδης Τσάτερλι" από την Pascale Ferran - και δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που το τολμηρό στην εποχή του μυθιστόρημα του D.H.Lawrence μεταφέρεται στην οθόνη. H βερσιόν αυτή λοιπόν έχει σίγουρα αρετές, αλλά...
Το ενδιαφέρον στην ταινία (και στο βιβλίο ασφαλώς) είναι ότι πραγματεύεται τις έννοιες του αντισυμβατικού, της απελευθέρωσης, της εύρεσης νοήματος στη ζωή όχι ακριβώς μέσω του έρωτα, όπως πολλάκις έχει γίνει, αλλά μέσω του σεξ. Οι δύο εντελώς αταίριαστοι χαρακτήρες, η παντρεμένη αριστοκράτισα, πλούσια (και στερημένη) λαίδη και ο άξεστος, αμόρφωτος, φτωχός επιστάτης, πριν από οτιδήποτε άλλο έλκονται σεξουαλικά. Το πάθος τους φουντώνει όλο και περισσότερο σε κάθε συνάντησή τους, που, προσέξτε, σκοπό έχει μόνο το σεξ, καθώς οι τεράστιες διαφορές δεν επιτρέπουν και πολλούς άλλους τρόπους επικοινωνίας. Αυτό που στην αρχή είναι ένα απλό γρήγορο και γεμάτο άγχος και ενοχές "πήδημα" (και μάλιστα με τα ρούχα), γίνεται βαθμιαία όλο και τολμηρότερο, πιο απελευθερωμένο, ώσπου ο ένας φτάνει να εξερευνά κάθε σπιθαμή του σώματος του άλλου δίχως καμιά ντροπή, ενοχή ή όποια άλλη αναστολή. Κάθε κοινωνικό ή μη ταμπού έχει τσακιστεί. Από εκεί και πέρα, υπάρχει πλέον και χώρος για συζήτηση, τρυφερότητα, ρομάντσα, ανταλλαγή απόψεων. Ταυτόχρονα, ο άξεστος εραστής εξημερώνεται σιγά - σιγά, ανακαλύπτει μέσα του πτυχές τρυφερότητας που μάλλον και ο ίδιος αγνοούσε.
Παράλληλα οι βαθύτατες ταξικές διαφορές που κάνουν αδύνατη κάθε επαφή αποκαλύπτονται ανάγλυφα, οι ασφυκτικές συμβάσεις και τα ταμπού μιας φρικτά αυστηρής εποχής καταγγέλονται, η βαρεμάρα της καθημερινότητας της άρχουσας τάξης (της αριστοκρατίας εν προκειμένω) δείχνονται με ζοφερά χρώματα.
Η ευαισθησία της σκηνοθέτιδας, που περιγράφει πολύ πειστικά όλες αυτές τις αργές ψυχικές αλλαγές είναι δεδομένη. Ωστόσο πολλά από αυτά (προσοχή όμως, όχι όλα) δεν ισχύουν πια σήμερα. Αυτό ίσως κάνει την ταινία κάπως ξεπερασμένη, παλιομοδίτικη. Μεγαλύτερο πρόβλημα όμως βρήκα στους εξαιρετικά αργούς ρυθμούς, στο ότι δραματουργικά ουσιαστικά "δεν συμβαίνει τίποτα" πέρα των απελευθερωτικών ψυχολογικών αλλαγών που είπαμε. Η συνεχής κινηματογράφηση της αγνής φύσης, των πανέμορφων λιβαδιών και των λουλουδιών (για να δειχτεί η αντίθεση με το μουντό, αυστηρό και σκοτεινό περιβάλλον του πύργου βεβαίως), καθώς και η αδικαιολόγητα μεγάλη διάρκεια με έκαναν να βαρεθώ αρκετά (έως και πολύ).
Να λοιπόν που μια αντικείμενικά (αν μπορούμε να πούμε ότι έχει κάποια σημασία αυτή η λέξη) καλή ταινία μπορεί να είναι και πολύ βαρετή...

Σάββατο, Απριλίου 28, 2007

ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΟΙΡΑΙΑ ΤΑΤΟΥ ΣΤΗΝ ΤΑΪΒΑΝ


Οι Spider Lilies της ταϊβανέζας σκηνοθέτιδας Zero Chou, η οποία και παλιότερα έχει γυρίσει λεσβιακά φιλμ, είναι μια μοντέρνα ως αισθητική ταινία, που με έναν σχεδόν κόμικς τρόπο αφηγείται τον έρωτα δύο γυναικών, στον οποίο εμπλέκονται και κάποια οριακά στοιχεία φανταστικού. Μια έφηβη σταρ τολμηρών σόου στο διαδίκτυο (cyber girl αν θέλετε) επισκέπτεται ένα στούντιο τατουάζ και στο πρόσωπο της νεαρής ιδιοκτήτριας αναγνωρίζει τον παιδικό της έρωτα, που ακόμα τη στοιχειώνει. Αρχίζει λοιπόν μια απεγνωσμένη προσπάθεια να την προσεγγίσει, ζητώντας της να της "χτυπήσει" ένα συγκεκριμένο τατού. Αυτή όμως αρνείται, γιατί το ταουάζ φέρνει κακή τύχη και είναι συνδεδεμένο με το τραγικό παρελθόν της.
Στην ουσία όλη η ιστορία μοιάζει με μια συμβολική πορεία της ιδιοκτήτριας του στούντιο να αποδεχτεί και να απελευθερώσει τις λεσβιακές της προτιμήσεις, οι οποίες φαίνεται να καταπνίγονται κάτω από τόννους ενοχών (αυτό, ξαναλέω, είναι μια προσωπική ερμηνεία της ταινίας). Αυτό που συμβαίνει στο στόρι είναι ότι κάθε φορά που η κοπέλα "ενδίδει" συμβαίνει μια φοβερή τραγωδία σε κάποιο από τα αγαπημένα της πρόσωπα, με αποτέλεσμα την συνειδητή καταπίεση της σεξουαλικότητάς της.
Στο σημείο αυτό εστιάζονται και οι ενστάσεις μου. Καθώς οι κακοτυχίες αυτές συμβαίνουν με μεταφυσικό, όπως φαίνεται, τρόπο μετά από κάθε λεσβιακή "παρέκλιση", η δημιουργός μοιάζει να συνδέει την πράξη με την αμαρτία, με ένα μεταφυσικό, όπως είπαμε, στοιχείο τιμωρίας, που δεν συνάδει με την όλη θέση της. Ευτυχώς στο τέλος όλο αυτό λύνεται με μια αποφασιστική κίνηση της ηρωίδας, που αποδέχεται επιτέλους την σεξουαλική της ταυτότητα - αν και αυτή η ξαφνική αποδοχή είναι μάλλον αψυχολόγητη και απότομη.
Πέραν αυτών, πρόκειται για μια αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία, που συνδυάζει τον ερωτισμό, την τρυφερότητα, το μεταφυσικό στοιχείο και τα κρυμένα μυστικά που βαθμιαία αποκαλύπτονται, με μια σύγχρονη "ποπ" και αρκετά γοητευτική αισθητική - που ενίοτε προσεγγίζει τα κόμικς. Δεν πρόκειται βέβαια για αριστούργημα, αλλά, όπως είπαμε, έχει ενδιαφέρον.

Παρασκευή, Απριλίου 27, 2007

Η ΒΗΡΥΤΟΣ ΜΙΑ "ΤΕΛΕΙΑ ΜΕΡΑ"


Για το λιβανέζικο "A Perfect Day" των Khalil Joreige και Joana Hadjithomas (ελληνικής καταγωγής άραγε;) ισχύουν λίγο - πολύ όσα είπα πιο κάτω για το Casa de Alicia, αν και η ιστορία εδώ είναι αρκετά διαφορετική και λίγο πιο φευγάτη: Τριαντάρης μηχανικός πάσχει από σπάνια ασθένεια που του προκαλεί υπνηλία, με αποτέλεσμα να αποκοιμιέται στις πιο απίθανες ώρες και μέρη. Ζει με τη νευρωτική και υπερπροστατευτική μητέρα του, ενώ ο πατέρας του είναι από χρόνια αγνοούμενος σε έναν από τους συχνούς πολέμους της περιοχής. Τυφλωμένος από πάθος, ψάχνει απεγνωσμένα μια όμορφη κοπέλα με την οποία είχαν δεσμό, αλλά αυτή τον έχει εγκαταλείψει.
Ο ήρωας μοιάζει να ασφυκτιά στην καθημερινότητά του, να προσπαθεί να αποδράσει απ' όλα, από τη δουλειά και τη μητέρα που τον καταπιέζει με την συνεχή φροντίδα της και μόνη διέξοδός του φαίνεται να είναι η κοπέλα, η οποία όμως τον αποφεύγει αρνούμενη κάθε επαφή μαζί του. Η περιπλάνησή του στη σύγχρονη Βηρυτό, πρωταγωνίστρια με τον τρόπο της στο φιλμ, έχει κάτι το παραισθητικό, το ονειρικό και είναι, ταυτόχρονα, και αυτοκαταστροφική - αν και στο τέλος μάλλον αχνοφέγγει κάποια ελπίδα.
Και εδώ η άψογη αναπαράσταση της πραγματικότητας έχει κατακτηθεί. Τα πάντα γύρω μας είναι πειστικά, καθημερινά, ενώ τα τραύματα από την βαρειά μοίρα της περιοχής αφήνουν τα ίχνη τους παντού, διακριτικά όμως, δίχως να αποτελούν την κεντρική αναφορά της ταινίας. Γενικά την παρακολούθησα με περισσότερο ενδιαφέρον απ΄όσο την Alicia. Και νομίζω θα αρέσει ιδιαίτερα στους φίλους του ρεαλισμού στο σινεμά (και μένα άλλωστε μου άρεσε αρκετά). Εξ άλλου, έχει διακριθεί σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο.
ΥΓ1: Εντύπωση προκαλεί το πόσο σύγχρονη, πόσο κοντά στον δικό μας τρόπο ζωής είναι η Βηρυτός. Η περιπλάνηση στους δρόμους της και η νυχτερινή διασκέδαση θυμίζουν πολύ Αθήνα. Καμιά σχέση με Ισλάμ και τσαντόρ και τα σχετικά. Είναι όντως η Ευρώπη της Μέσης Ανατολής - που την κατέστρεψαν για μια ακόμα φορά... (η ταινία γυρίστηκε το 2005, λίγο πριν τον πόλεμο του καλοκαιριού του 2006).
ΥΓ: Βρίσκω, όπως καταλάβατε άλλωστε, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τη θέαση ταινιών που προέρχονται από τις 4 γωνιές του πλανήτη, που μονάχα στα φεστιβάλ ή τα αφιερώματα (Berlinale στην Αθήνα, Γαλλόφωνο Σινεμά κλπ.) μπορεί κανείς να δει. Ανεξάρτητα από το αν μου αρέσουν ή όχι οι ίδιες οι ταινίες, το όλο πράγμα έχει κάτι αναζωογονητικό. Βρίσκεται κανείς πολύ μακριά από την κυρίαρχη αμερικανοκεντρική κινηματογραφική τροφή και, συγχρόνως, γνωρίζει καταστάσεις και καθημερινότητες πολύ διαφορετικές από τις δικές μας. Δοκιμάστε το αν μπορείτε κάποτε, έστω και με κίνδυνο να βαρεθείτε μερικές φορές.

Πέμπτη, Απριλίου 26, 2007

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΥΝΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΟ "ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΑΛΙΣ"


Η βραζιλιάνικη ταινία "Alice's House" (A Casa de Alice) του Chico Teixeira ανήκει στο είδος που λέμε "φέτα ζωής". Τουτέστιν απόλυτος ρεαλισμός, καταγραφή καθημερινών γεγονότων, ενίοτε κοινών και τετριμμένων, ντοκιμαντερίστικη οπτική.
Η συγκεκριμένη είναι από τα καλά δείγματα του είδους, με φεμινιστικά στοιχεία, καθώς αφηγείται τη ζωή και τα οικογενειακά προβλήματα μιας γυναίκας 40τόσων χρόνων που εργάζεται και ζει με τους τρεις γιους της, τη γριά και μισότυφλη μητέρα της και έναν αδιάφορο ταξιτζή σύζυγο. Οι γιοι έχουν τα δικά τους προσωπικά προβλήματα, η γιαγιά, στήριγμα στην ουσία του καθημερινού νοικοκυριού, εισπράτει την περιφρόνηση των πάντων εκτός της κόρης της, ο σύζυγος έχει σχέση με μια πιτσιρίκα γειτόνισα. Με απόλυτα φυσικό και αβίαστο τρόπο και η Αλίσια με τη σειρά της δεν διστάζει και πολύ να ενδώσει στο φλερτ του πρώτου της εφηβικού έρωτα και νυν συζύγου πελάτισάς της, τον οποίο συναντά τυχαία μετά από πολλά χρόνια.
Οι ηθοποιοί είναι πολύ πειστικοί στους ρόλους τους και το όλο πράγμα δεν είναι τόσο ζοφερό και βαρετό όπως ίσως ακούγεται, αφού σφύζει από ζωή, κυρίως λόγω του έντονου βραζιλιάνικου ταμπεραμέντου, που διαποτίζει την Αλίσια, αλλά και άλλους χαρακτήρες. Το φεμινιστικό στοιχείο είναι σαφές, αλλά καθόλου διδακτικό ή υπερτονισμένο και όλα μοιάζουν να γίνονται "εύκολα" και φυσικά, παρά την εμφανή κρίση. Φαίνεται ότι οι βραζιλιάνοι ξεσπούν, έχουν προβλήματα οικονομικά και συναισθηματικά σαν όλους μας, αλλά η αγάπη στη ζωή και η "έξω καρδιά" παίζουν εκεί πολύ σημαντικότερο ρόλο απ' όσο στα μέρη μας.
Σας είπα, είναι καλή ταινία στο είδος της. Αλλά εγώ δεν είμαι και πολύ φίλος του είδους αυτού του καθαρού ρεαλισμού, το έχω πει και αλλού. Αν είστε εσείς , πιστεύω ότι θα σας αρέσει.

Τετάρτη, Απριλίου 25, 2007

GUCHA: ΠΛΗΜΜΥΡΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ


Η Gucha είναι μια πόλη της Σερβίας περίφημη για το φεστιβάλ της. Ένα φεστιβάλ διαφορετικό από οτιδήποτε ξέρετε: Εκεί, κάθε χρόνο, συναντιούνται οι καλύτερες μεγάλες ορχήστρες χάλκινων πνευστών (κυρίως) της χώρας και κερδίζουν τα Βραβεία καλύτερης Μπάντας και Καλύτερης Τρομπέτας. Η "Χρυσή Τρομπέτα" αποτελεί ύψιστη τιμή για τον νικητή. Κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ οι δεξιοτέχνες, τσιγγάνοι και μη, παίζουν κυριολεκτικά "παπάδες", μπαίνοντας συχνά στα χωράφια του αυτοσχεδιασμού και μιας ιδιόρυθμης τζαζ, αν και η βάση της μουσικής παραμένει παραδοσιακή. Είναι το είδος αυτό που οι Έλληνες γνώρισαν και αγάπησαν από τις ταινίες του Κουστουρίτσα και από τον Μπρέγκοβιτς ή από τη δική μας Μπάντα της Φλώρινας.
Η Gucha είναι επίσης μια ταινία του Dusan Milic, που, δίχως να είναι ντοκιμαντέρ, επικεντρώνεται στο περίφημο φεστιβάλ. Η υπόθεση είναι μια "τσιγγάνικη" διασκευή του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Ο μελαψός, ταλαντούχος νεαρός τρομπετίστας μιας αμιγώς τσιγγάνικης μπάντας από το Βελιγράδι, με πολύπλοκους οικογενειακούς δεσμούς να δένουν τα μέλη της, ερωτεύεται σφόδρα την μικρή, κατάξανθη κόρη του αρχηγού της αντίπλαης μπάντας, που αποτελείται από λευκούς επαρχιώτες και έχει εξ ίσου οικογενειακή δομή. Φυσικά ο πατέρας γίνεται έξαλλος, ο ρατσισμός εναντίον των τσιγγάνων είναι έντονος και, τελικά, αποφασίζουν να λύσουν τις διαφορές τους σε μια απίστευτη μουσική μονομαχία που θα γίνει - που αλλού;- στο φεστιβάλ, παρουσία χιλιάδων αφηνιασμένων θεατών (και πολύ περισσότερων τηλεθεατών), αφού τόσο ο πατέρας όσο και ο υποψήφιος μνηστήρας είναι οι πρώτες τρομπέτες της μπάντας τους.
Απλό σαν υπόθεση, είναι τόσο πλημμυρισμένο από φοβερή μουσική και χρώματα, που σε αφήνει άναυδο. Υπάρχει και κάμποσο χιούμορ που κάνει τα πράγματα ακόμα πιο ευχάριστα και, φυσικά, όλα τα λεφτά είναι το τελευταίο μισάωρο, γυρισμένο όντως στο φεστιβάλ, όπυυ η "μονομαχία" εξελίσσεται σε απόλυτη μουσική πανδαισία. Πέρα για πέρα feel good ταινία, συνίσταται ανεπιφύλακτα σε όλους τους φίλους αυτού του είδους μουσικής. Όσοι την βαριούνται όμως, ας μην κάνουν τον κόπο, παρά το ότι όπως είπαμε το φιλμ είναι πολύ ευχάριστο, γιατί υπάρχει κίνδυνος overdose.
Η καλύτερη ταινία απ' όσες είδα στη φετινή Berlinale. Μιλώντας καθαρά μουσικά, πρέπει να το δείτε για να το πιστέψετε.

Τρίτη, Απριλίου 24, 2007

ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΣΤΟ GRAND HOTEL


Το Grand Hotel είναι μια τσέχικη ταινία του David Ondricek, που μάλλον θα την κατατάσαμε στις κωμωδίες. Μη νομίζετε όμως ότι θα ξεκαρδιστείτε στα γέλια. Κάθε άλλο. Υπάρχει διάχυτο κάποιο χιούμορ σίγουρα, αυτό όμως είναι ιδιόρυθμο, ψυχρό.
Σε μια τσέχικη πόλη, στην κορυφή ενός βουνού που βρίσκεται ακριβώς από πάνω της, δεσπόζει ένα αλόκοτο, πυργοειδές, μοντέρνο κτίριο από μέταλλο και γυαλί. Είναι το ξενοδοχείο Grandhotel. Εκτός από τους ένοικους (κάποιοι απ' αυτούς μάλλον μόνιμοι), στο ξενοδοχείο ζει και ο συντηρητής του, ένας παράξενος τύπος που αποφεύγει τις γυναίκες (μέχρι που βρίσκεται η μία και μοναδική, που είναι και η πρώτη του), μελετά συνέχεια τον καιρό (και τον προβλέπει με θαυμαστή ακρίβεια) και διακατέχεται από έντονη φοβία όταν πρόκειται να εγκαταλείψει την πόλη, γι' αυτό και δεν την έχει εγκαταλείψει ποτέ. Αυτός και το υπόλοιπο προσωπικό του ξενοδοχείου (ένας γυναικάς και οξύθυμος ρεσεψιονίστ, δύο νεαρές καθαρίστριες και ένας εντελώς μαλάκας υπάλληλος) συνθέτουν έναν θίασο, του οποίου παρακολουθούμε τις ερωτικές και άλλες περιπέτειες, τις εμμονές και τις ελαφρά γελοίες ή εξ ίσου ελαφρά δραματικές καταστάσεις στις οποίες βρίσκονται.
Η ταινία διαθέτει κάποια ευαισθησία και το χιούμορ που είπαμε στην αρχή, ωστόσο κυλά αργά, δίχως σπουδαίες εξελίξεις και, τελικά, την βρήκα μάλλον βαρετή. Δεν ξέρω γιατί φιλμς σαν κι αυτό βρίσκουν τη θέση τους σε μια μεγάλη κινηματογραφική διοργάνωση όπως η Berlinale, όταν το μόνο που διαθέτουν είναι μια χούφτα από σχετικά ιδιόρυθμους χαρακτήρες και λίγες χλιαρές, πολύ χλιαρές αρετές.

Κυριακή, Απριλίου 22, 2007

DOL: ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΚΟ ΔΡΑΜΑ


Ο Hiner Saleem είναι Κούρδος (από το ιρακινό Κουρδιστάν) και είναι πολύ φυσικό οι περισσότερες ταινίες του να είναι και έντονα πολιτικοποιημένες και να μιλάνε κυρίως για το κουρδικό πρόβλημα ή για το τα βάσανα άλλων λαών της περιοχής. Στο Dol (2007) μας δείχνει ανάγλυφα το δράμα του λαού του, ενός λαού χωρισμένου στα 4, αφού οι Κούρδοι είναι διασπαρμένοι σε Τουρκία, Ιράν, Ιράκ και Συρία (και αν ποτέ δημιουργηθεί κουρδικό κράτος με δίκαιο τρόπο, θα έπρεπε να πάρει περιοχές και από τις 4 αυτές χώρες).
Όλα αυτά δείχνονται έξυπνα μέσα από την ιστορία του ήρωα που είναι από το τουρκικό Κουρδιστάν, βιώνει την τουρκική καταπίεση (οι Τούρκοι στην περιοχή λειτουργούν σαν κανονικός στρατός κατοχής) και διαφεύγει μετά από βίαιο επεισόδιο τη μέρα του γάμου του στο ιρακινό αρχικά και στο ιρανικό κομμάτι μετά, για να επιστρέψει τελικά με δραματικά επακόλουθα. Καταγράφεται έτσι και η διαφορετική κατάσταση των Κούρδων στις 3 αυτές χώρες - το τραγικό είναι ότι τους καταπιέζουν και ακόμα και τους σκοτώνουν παντού. Μόνο μετά την πτώση του Σαντάμ (που τους είχε σφάξει στο παρελθόν) το ιρακινό κομμάτι απολαμβάνει μιας σχετικής ελευθερίας και αυτονομίας (κατά τη διάρκεια της οποίας ανακαλύπτονται συχνά ομαδικοί τάφοι με τα κόκαλα συγγενών και αγαπημένων που είχαν εξαφανιστεί παλιότερα).
Στην ταινία, εκτός από το δράμα των ηρώων, πρωταγωνιστεί η ίδια η χώρα, ένα άγριο, κατάξερο ορεινό τοπίο, όπου μοιάζει να μη φυτρώνει τίποτα και που κάποια μέρη του (στο Ιράκ νομίζω) θυμίζουν έντονα Γκραν Κάνιον. Είναι λογικό σε τέτοιες ταινίες το καθαρά κινηματογραφικό μέρος να περνά σε δεύτερη μοίρα, καθώς η ντοκιμαντερίστικη δύναμη, η αλήθεια δηλαδή των όσων βλέπουμε, δεν μας αφήνει να λειτουργήσουμε και αισθητικά. Ωστόσο νομίζω ότι είναι και καλή ταινία από έναν αξιόλογο δημιουργό, που μπορεί κανείς να τη δει και πέραν του καθαρά πληροφοριακού μέρους.

Παρασκευή, Απριλίου 20, 2007

ΤΟ ΑΙΜΑ, Η ΣΟΚΟΛΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΛΥΚΟΙ


Μια ακόμα ταινία με λυκάνθρωπους, που ανακυκλώνει αρκετά γνωστά κλισέ, αλλά έχει και κάποιο ενδιαφέρον. Μιλώ για το "Αίμα και Σοκολάτα" της Γερμανίδας Katja von Garnier. Πρόκειται για μια low budget παραγωγή, δίχως σπλάτερ σκηνές ή ιδιαίτερα εφφέ (αν και είναι καλός ο τρόπος μεταμόρφωσης σε λύκο ενώ πηδάνε στον αέρα). Τα low budget βέβαια μου αρέσουν, γιατί εκεί ανακαλύπτεις αληθινά διαμάντια, αυτό όμως δεν συγκαταλέγεται σ' αυτά. Τα θετικά πάντως είναι το ότι όλο το φιλμ είναι γυρισμένο στο Βουκουρέστι, πράγμα που του δίνει ένα σκοτεινό, ασυνήθιστο κλίμα, καθώς και το ότι οι λυκάνθρωποι δεν αντιμετωπίζονται μονοκόματα ως κακοί και μόνο, αλλά γίνεται και μια προσπάθεια εμβάθυνσης στην τρομερή τους "κατάρα" (για τους ίδιους δεν είναι ακριβώς κατάρα, αντίθετα είναι περήφανοι ως φυλή): Ανάγκη επιβίωσης, τελετουργικό κυνήγι επειδή είναι από τη φύση τους υποχρεωμένοι να το κάνουν - όπου μάλιστα διαλέγουν καθάρματα ως θύματα, ενώ η κατάσταση του ζώου που ξεπηδά μέσα από τον άνθρωπο έχει μια παθιασμένη, απελευθερωτική χρειά, έναν είδος πόθου για αληθινή ζωή πέρα από δεσμά κάθε είδους. Θίγονται επίσης θέματα σχέσεων του ατόμου με την αγέλη, ανεξαρτησίας ή υπακοής στους όποιους νόμους της όποιας φυλής.
Κατά τα άλλα, ε, ξέρετε, η λυκανθρωπίνα ερωτεύεται άνθρωπο, συγκρούεται με τη φυλή της... και η κατάληξη (με κυνηγητά και κλισέ) είναι απογοητευτική σε σχέση με την μέχρι τότε ατμόσφαιρα - και ίσως ο καχύποπτος θεατής να διακρίνει και αρνητικές προεκτάσεις καθώς ο καλός και ανεξάρτητος αμερικάνος έρχεται να απελευθερώσει την κοπέλα από τα δεσμά της (ρουμάνικης) αγέλης. Α, να σας προειδοποιήσω επίσης ότι δεν πρόκειται να τρομάξετε καθόλου - αν και αυτό είναι ηθελημένο, αφού η ταινία δεν στοχεύει στον καθαρό τρόμο.
Τίποτα το σπουδαίο κατά τη γνώμη μου. Έχω δει και πολύ καλύτερες ταινίες τρόμου και πολύ καλύτερες με λυκάνθρωπους ειδικότερα. Ωστόσο δεν το θεωρώ πια και τόσο για θάψιμο, όσο η πλειοψηφία των κριτικών.

Τετάρτη, Απριλίου 18, 2007

Ο ΓΚΟΓΙΑ ΩΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ


Ο Milos Forman έχει κάνει στο παρελθόν σημαντικές ταινίες (θυμηθείτε τη Φωλιά του Κούκου, το Amadeus, το παραγνωρισμένο Man on the Moon ή τις πρώτες δουλειές του στην Τσεχοσλοβακία). Στα 75 του σήμερα μοιάζει κουρασμένος με τα "Φαντάσματα του Γκόγια", όπου καταπιάνεται με ένα (φανταστικό) μέρος της ζωής του Γκόγια, ενός από τους μεγαλύτερους ζωγράφους όλων των εποχών.
Το περίεργο είναι ότι ο Γκόγια δεν είναι ακριβώς η κεντρική φιγούρα του έργου. Απλώς παρατηρεί τα όσα συμβαίνουν στο ταραγμένο τέλος του 18ου - αρχές 19ου αιώνα στην Ισπανία. Ακόμα κι αν πάρει θέση, το κάνει χλιαρά, χωρίς πάθος. Το βάρος πέφτει στα δραματικά γεγονότα, την αναβίωση της εφιαλτικής Ιεράς Εξέτασης, την εισβολή του Ναπολέοντα στη χώρα και το προσωρινό τέλος της βασιλείας, αλλά και την τραγική ιστορία του αδίστακτου ιεροεξεταστή και αργότερα οπαδού της γαλλικής επανάστασης (πάντοτε όμως με την πλευρά της εξουσίας), της αθώας Ινές και της φριχτής μοίρας της.
Στη δίνη όλων αυτών, ο μεγάλος Γκόγια, επίσημος ζωγράφος της αυλής, μοιάζει να είναι ένας απλός παρατηρητής, καταγραφέας αν θέλετε, δίχως να συμμετέχει ενεργά. Η προσωπικότητά του δεν αναλύεται, δεν "ζωγραφίζεται" σε βάθος. Φαίνεται ότι απλώς παρατηρεί ουδέτερα την γύρω του τρικυμία και παράγει τα αριστουργήματά του εμπνεόμενος απ' αυτήν. Αυτό βέβαια είναι μάλλον ηθελημένο. Αυτό που θέλει ο Φόρμαν είναι να δείξει τη βαρβαρότητα της εξουσίας (της κάθε εξουσίας) και να καυτηριάσει την απύθμενη υποκρισία της εκκλησίας, με αιχμή του δόρατος την κτηνωδία της Ιεράς Εξέτασης. Τα καταφέρνει όλα αυτά, βοηθούμενος και από τους καλούς ηθοποιούς (με επικεφαλής τον πάντα δυνατό Ξαβιέ Μπαρδέμ), δεν κατάφερε όμως σε καμιά περίπτωση να με συγκλονίσει.
Συνολικά δεν θα την έλεγα κακή ταινία, ούτε όμως και τίποτα ιδιαίτερο.

Δευτέρα, Απριλίου 16, 2007

Ο ΦΥΛΑΚΑς, Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ


Επιτέλους, μια καλή ελληνική ταινία! "Ο γιος του φύλακα" του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου (που είχε βραβευτεί και με πρηγούμενες μικρού μήκους του) είναι μια στέρεη ταινία, που την παρακολούθησα απνευστί, δίχως να νοιώσω "κοιλιά" ή οποιοδήποτε άλλο από τα γνωστά "ελληνικά" προβλήματα. Και, επιτέλους, είναι μια ελληνκή ταινία με γερό σενάριο, που εκμεταλλεύεται στο έπακρο την ξεχασμένη επαρχία και το φορτισμένο και ιδιάζον κλίμα της.
Γυρισμένη σχεδόν ολόκληρη σε ένα μικρό, ορεινό χωριό της Πίνδου που αργοπεθαίνει, με τους ελάχιστους κάτοικους "υπ' ατμόν", βγάζει πολύ καλά την αντίθεση του φιλόδοξου και αρκετά "μαλάκα" ανερχόμενου τηλεοπτικού αστέρα και των λίγων άλλων πρωτευουσιάνων, που για διάφορους λόγους βρίσκονται εκεί, με τους σχεδόν πρωτόγονους ντόπιους, που κινούνται ανάμεσα στη μονολιθικότητα και την ανθρωπιά, τη χοντράδα και την φευγάτη ποίηση. Αλλά και οι κάτοικοι των πόλεων που λέγαμε διαθέτουν πολύπλοκους χαρακτήρες, ούτε καλούς ούτε κακούς, που αλλάζουν βαθμιαία με τα όσα συμβαίνουν στο χωριό. Αυτή η ευελιξία των χαρακτήρων, ρεαλιστική και μακριά από κάθε κλισέ, είναι μια από τις αρετές της ταινίας. Για να το πω με άλλα λόγια, ξεχάστε οποιοδήποτε διαχωρισμό "καλών" και "κακών".
Αυτό όμως που κυριαρχεί, είναι το ίδιο το χωριό, η απομόνωσή του, η εγγύτητά του με τη φύση, καθώς και ο σίγουρος, επερχόμενος θάνατός του: Οι παρείσακτοι νέοι προφανώς θα φύγουν, οι μεσήλικες είναι έτοιμοι να το εγκαταλείψουν. Θα απομείνουν οι ελάχιστοι γέροι με ημερομηνία λήξεως. Πριν όμως συμβούν όλα αυτά, η φύση θα έχει προλάβει να επιδράσει γερά πάνω σ' όσους έρχονται ουσιαστικά για πρώτη φορά σε επαφή μαζί της, αλλάζοντάς τους καίρια.
Κεντρική φιγούρα ο γιος του φύλακα, που "χάνει" λιγάκι (αλλοπαρμένος θα ήταν πιο σωστή έκφραση), ούτε όμως ακριβώς τρελός ή σάικο ούτε, σε καμιά περίπτωση, καρικατούρα. Γύρω του ένα πλήθος από χαρακτήρες που μας εντυπώνονται, ένα αρκετά πολύπλοκο σενάριο, που όμως δεν γίνεται ποτέ χαώδες ή κουραστικό, ρεαλισμός και ποίηση που εναλλάσσονται δίχως να συγκρούονται, πολλές μικρές ιστορίες που δένουν αρμονικά, σχόλια πάνω στην αναζήτηση της ταυτότητας, της καταγωγής, της επιστροφής στα πρωταρχικά, πάνω στους θρύλους που ακόμα είναι ζωντανοί στα ξεχασμένα μέρη, πάνω στη δύναμη της φύσης και την ερήμωση της υπαίθρου, αλλά και σωστές ηθοποιίες, πειστικό λεξιλόγιο και ένα πολύ δυνατό, συγκινητικό φινάλε.
Ίσως να μοιάζω υπερβολικά ενθουσιασμένος - και εσείς έχετε κάθε δικαίωμα να μη συμμεριστείτε αυτόν τον ενθουσιασμό - αλλά είχα πραγματικά καιρό να ευχαριστηθώ ελληνική ταινία.

Παρασκευή, Απριλίου 13, 2007

ΣΠΑΡΑΚΤΙΚΗ ΠΙΑΦ


Η "Ζωή σαν τριαντάφυλλο" (La Mome) του Olivier Dahan είναι μια ακόμα βιογραφία. Αυτή τη φορά της μεγάλης Εντίθ Πιάφ, της γνωστότερης ίσως γαλλίδας τραγουδίστριας όλων των εποχών. Η ταινία είναι καλή, έχει σκηνοθετική άποψη και, πάνω απ' όλα, διαθέτει την απίστευτη ερμηνεία της Μαριόν Κοτιγιάρ (αν ήταν αγγλόφωνη σίγουρα θα ήταν υποψήφια για Όσκαρ). Ο Dahan υιοθετεί μια μη γραμμική αφήγηση, ένα συνεχές μπρος - πίσω στον χρόνο, που "φωτίζει" σκόρπια επεισόδια από την τραγική ζωή της (που υπήρξε γεμάτη από αλκοόλ, ναρκωτικά, αρρώστειες και άτυχους έρωτες). Σε κάποια σημεία μάλιστα, υπερβαίνει κάθε ρεαλισμό, βουτώντας σε ένα είδος "παράλογης", ποιητικής γραφής. Δημιουργεί έτσι ένα σκόρπιο παζλ, το οποίο όντως δεν μας ενδιαφέρει να συναρμολογήσουμε. Μένει η γενική αίσθηση, η γεύση, η οποία δίνεται απόλυτα.
Το πρόβλημα ίσως βρίσκεται ακριβώς σε όλη αυτή τη συσσωρευμένη μιζέρια, την αβάσταχτη δυστυχία, που δεν αφήνει να περάσει ούτε χαραμάδα φωτός. Θα μου πείτε ότι αυτό είναι αναμενόμενο, αφού έτσι ακριβώς υπήρξε η ζωή της Πιάφ, από τα στερημένα και πάμφτωχα παιδικά της χρόνια μέχρι την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά στα χρόνια της επιτυχίας. Το ξέρω. Δεν κατηγορώ την ταινία. Αλλά... είναι πολύ βαρειά, θλιβερή, σχεδόν αβάσταχτη κάποιες στιγμές. Είναι από τα καλά βιογραφικά φιλμ... αλλά εγώ σας προειδοποίησα.
ΥΓ: Αφού δείτε την ταινία και εντυπωσιαστείτε με την Κατιγιάρ, το πόσο έχει μπει στο πετσί του ρόλου, το πόσο τέλεια αποδίδει ακόμα και την κίνηση ή την έκφραση της Πιάφ, αφού θαυμάσετε τις μεταμορφώσεις της από νεαρή κοπελίτσα σε ετοιμοθάνατη, τσακισμένη γυναίκα, μπείτε στο 'Ιντερνετ και δείτε "κανονικές" φωτογραφίες της ηθοποιού. Θα μείνετε άναυδοι - ή μάλλον δεν θα πιστεύετε ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.

Τρίτη, Απριλίου 03, 2007

Ο ΑΖΟΥΡ, Ο ΑΣΜΑΡ, ΟΙ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ ΚΑΙ Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ


Με τήν ταινία κινουμένων σχεδίων "Αζούρ και Ασμάρ" ο Γάλλος Michel Ocelot αποδεικνύει ότι είναι ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του χώρου. Το φιλμ πάνω από οτιδήποτε άλλο, είναι μια απίστευτη, αδύνατο να περιγραφεί με λόγια, οπτική πανδαισία. Εκτυφλωτικά χρώματα και ζαλιστικά διακοσμητικά μοτίβα παρελαύνουν με τρομερή ποικιλία και ταχύτητα μπροστά στα έκθαμβα μάτια μας, χωρίς ωστόσο ούτε στιγμή να γίνονται κιτς. Το αντίθετο μάλιστα. Οι "δυτικές" εικόνες δένουν άριστα με τα εκθαμβωτικά αραβουργήματα που πλημμυρίζουν την οθόνη, οι αρχιτεκτονικές και τα τοπία μπερδεύονται αρμονικά, οι δύο κόσμοι εναλλάσσονται με απόλυτη ισορροπία.
Αυτό άλλωστε είναι και το νόημα της ταινίας. Η αποδοχή του "άλλου", του διαφορετικού, η καταδίκη κάθε μισσαλοδοξίας, που δυστυχώς είναι ιδιαίτερα "της μόδας" σήμερα. Μη νομίσετε όμως ούτε κατά διάνοια ότι όλα αυτά οδηγούν σε ένα "διδακτικό", "εκπαιδευτικό" αποτέλεσμα. Κάθε άλλο. Πρόκειται για ένα ατόφιο παραμύθι, πλημμυρισμένο με χρώματα και αρώματα της ανατολής, με έντονες αναφορές και επιροές από τις "Χίλιες και Μία Νύχτες". Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια ιστορία παρμένη απ' αυτές (αλλά δεν). Παρακολουθούμε λοιπόν με αμείωτο ενδιαφέρον τις περιπέτειες των δύο νέων, του λευκού και του σκούρου, εκπροσώπων της δυτικής και της αραβικής κουλτούρας, τις συγκρούσεις και ταυτόχρονα την αλληλοσυμπλήρωση και τη φιλία τους, την ανάδειξη, δίχως κόμπλεξ πολιτικής ορθότητας, των διαφορών και των κοινών τους. Περιπέτειες σε μαγικούς κόσμους, με πολύχρωμα, πελώρια σαρκοβόρα πουλιά, με κατακόκκινα λιοντάρια, με ληστές και τζίνια, νεράιδες και ξωτικά.
Κι όμως, η ταινία δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά. Παρακολουθείται εξ ίσου καλά και από τους μεγάλους. Είπαμε: Θεωρώ ότι γεφυρώνει, εκτός από τους πολιτισμούς, παιδιά και μεγάλους, θέαμα και νόημα, για να καταλήξει στο χιουμοριστικό (και σχετικά ανατρεπτικό) φινάλε.
Ίσως οι φανατικοί αποκλειστικά της αμερικάνικης ντισνεϊκής αισθητικής ή αυτής των γιαπωνέζικων άνιμε να ξενιστούν από την πλούσια και προσωπική αισθητική του Ocelot, που δεν θυμίζει τίποτα άλλο και σαφέστατα δεν ανήκει σε καμιά από τις δύο βασικές παραπάνω κατηγορίες. Θα είναι όμως κρίμα (γι' αυτούς). Θα έχουν χάσει μια σπάνια απόλαυση (οπτική κυρίως).
ΥΓ: Συνίσταται ανεπιφύλακτα για παρακολούθηση σε μεγάλη οθόνη. Όλα τα άλλα θα είναι απλώς οδοντόκρεμες.

Δευτέρα, Απριλίου 02, 2007

ΠΑΝΤΑ ΑΦΗΡΗΜΕΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΠΩΣ ΓΕΡΑΣΜΕΝΟΣ


Ο Pierre Richard είναι ένας ξεχασμένος σήμερα στην Ελλάδα κωμικός, ο οποίος όμως είχε κυριαρχήσει στο χώρο της κωμωδίας στη Γαλλία στη δεκαετία του 70 (τότε ήταν πολύ γνωστός και εδώ, αφού προβάλλονταν οι ταινίες του). Είχα δει δυο - τρεις απ' αυτές σαν παιδί και - τότε - είχα ενθουσιαστεί. Η προβολή των μεγαλύτερων επιτυχιών του στο φεστιβάλ Γαλλόφωνου Σινεμά με παρότρυνε να ξαναδώ μία απ' αυτές, λίγο από νοσταλγία, λίγο από περιέργεια για το αν αντέχει σήμερα.
"Ο κύριος αφηρημένος" (Le distrait) του 1970 ήταν η πρώτη του μεγάλη επιτυχία, που μάλιστα έχει σκηνοθετήσει ο ίδιος (καθώς και μερικές από τις μετέπειτα επιτυχίες του). Εδώ για πρώτη φορά λανσάρει τον χαρακτηριστικό τύπο που τον καθιέρωσε: Αυτόν του απόλυτα αφηρημένου (ημίτρελου θα ήταν ακριβέστερο να πούμε), πλην όμως καλόκαρδου και συμπαθητικού τύπου, που μονίμως βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου, μιλά μόνος του, σκέπτεται άλλα όταν του μιλάνε, αλλά διαθέτει και ένα εντελώς αναρχικό και πηγαίο ταλέντο, που πολλές φορές προκαλεί καταστροφή αντί για επιτυχία. Χρησιμοποιώντας συνδυασμό οπτικών και λεκτικών γκαγκς, κλοουνίστικη φιγούρα ο ίδιος, καταφέρνει να βγάλει αρκετό γέλιο, αλλά και τρυφερότητα. Στην ταινία αυτή είναι διαφημιστής, που προσλαμβάνεται χάρη στις "πλάτες" της μαμάς του σε σοβαρή εταιρία και δημιουργεί χάος. Ενδιαφέρον στοιχείο - και ίσως αταίριαστο με τον χαρακτήρα που πλάθει - είναι ότι, ενώ είναι καλός και βολικός, οι παλαβές (διαφημιστικές) ιδέες του είναι πάντοτε βουτηγμένες σε μακάβριο, κατάμαυρο χιούμορ (όπως αυτή με τον βρυκόλακα που πίνει το αίμα των θυμάτων του με... καλαμάκι, ώσπου βαρυστομαχιάζει και ηρεμεί μόνο μετά την κατανάλωση του διαφημιζόμενου χαπιού για το στομάχι, μετά την οποία θα συνεχίσει ανενόχλητος το έργο του).
Το συμπέρασμα δυστυχώς είναι ότι ή συγκεκριμένη ταινία έχει γεράσει αρκετά. Σαφώς δεν μου προκάλεσε το γέλιο που θυμόμουν (αμυδρά) μετά τόσα χρόνια, ενώ η ηλικία της και η 70ς ατμόφαιρα είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Διαθέτει ωστόσο μερικά καλά σημεία, που βγάζουν ακόμα γέλιο, υμνεί τον έρωτα και τη δημιουργικότητα (την έστω με αμφίβολα αποτελέσματα) και γενικά βλέπεται με σχετική ευχαρίστηση. Θα είχε πάντως ενδιαφέρον να έβλεπα και κάποιες άλλες ταινίες του, μεταγενέστερες και ακόμα πιο πετυχημένες, ώστε να σχηματίσω μια πιο ολοκληρωμένη γνώμη για ένα ούτως ή άλλως σημαντικό κεφάλαιο της γαλλικής κωμωδίας.
Ο Ρισάρ είναι πάντα διάσημος στη χώρα του και εξακολουθεί να παίζει σε ταινίες, όχι απαραίτητα κωμικές. Κρατούσε μάλιστα έναν χαρακτηριστικό ρόλο - κλειδί στο Le Serpent, για το οποίο έγραψα μερικά ποστ πριν.

Κυριακή, Απριλίου 01, 2007

ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ


Το "Ecoute le temps" (Άκου τον χρόνο) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Λιθουανικής καταγωγής (που όμως ζει στη Γαλλία) Alante Kavaite. Είναι ένα ενδιαφέρον μεταφυσικό θρίλερ, με αρκετά πρωτότυπη υπόθεση και ποιητική αντιμετώπιση, καθώς οι ανησυχίες της δημιουργού προχωράνε βαθύτερα από την απλή κατασκευή ενός ατμοσφαιρικού θρίλερ.
Μια νεαρή ηχολήπτης πληροφορείται ότι η μητέρα της, που ήταν χωρισμένη και είχε επιστρέψει στο χωριό της όπου θεωρούνταν κάτι σα μέντιουμ, βρέθηκε δολοφονημένη. Επιστρέφει λοιπόν στο αγροτικό σπίτι όπου πήγαινε μικρή και προσπαθεί να εξιχνιάσει τον φόνο. Σύντομα όμως αντιλαμβάνεται ότι τα υπερσύγχρονα μηχανήματά της, εκτός από τους συνεχείς τριγμούς του ετοιμόροπου παλιού σπιτιού, πιάνουν και τους ήχους και τις ομιλίες που ακούστηκαν στο παρελθόν, και μάλιστα κάθε σημείο του σπιτιού "αντιστοιχεί" και καταγράφει συγκεκριμένη χρονική στιγμή του παρελθόντος. Ξεκινά λοιπόν ένα ηχητικό ταξίδι προς τα πίσω, πασχίζοντας να φτάσει στην κρίσιμη ημερομηνία του φόνου... και ένα - ένα τα ποικίλα μυστικά της μικρής κοινότητας αρχίζουν να αποκαλύπτονται και όλοι να γίνονται ύποπτοι.
Δίχως ίχνος εφφέ, η σκηνοθέτης φτιάχνει μια ατμοσφαιρική ταινία, που, εκτός του αστυνομικού στοιχείου, της έντονης παρουσίας του υπερφυσικού και - ενίοτε - του τρόμου, μιλά συμβολικά για τις σχέσεις μάνας και κόρης. Η μητέρα έβλεπε το μέλλον. Η κόρη "επιστρέφει" ηχητικά στο παρελθόν. Κάπου στο μέσον οι πορείες τους συναντιούνται, κάπως σα να έχει επέλθει μια κατανόηση που δεν υπήρχε όσο εκείνη ζούσε.
Μπορεί κανείς να κατηγορήσει το σενάριο επειδή εμπλέκει και άλλα (αρκετά) στοιχεία: Το οικολογικό θέμα, που υπάρχει αρκετά έντονα, μια εξαφάνιση παιδιού, παράλληλες ιστορίες των χωρικών που περνούν κάπως "ξώφαλτσα" κλπ. Ωστόσο σε γενικές γραμμές παραμένει ενδιαφέρον και κρατά μέχρι τέλους τον θεατή. Πολύ περισσότερο αφού "όλα τα λεφτά" είναι η εκπληκτική Εμίλ Ντεκέν που πρωταγωνιστεί δίνοντας ρεσιτάλ. Είναι η ίδια που είχε ξεχωρίσει με την εξαιρετική ερμηνεία της στη "Ροζέτα" των αφών Νταρντέν και μια από τις καλύτερες σύγχρονες γαλλίδες ηθοποιούς.

eXTReMe Tracker