Παρασκευή, Ιανουαρίου 30, 2015

O "BIRDMAN" ΚΑΙ Η ΣΥΓΧΥΣΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Ο Ρίγκαν Τόμσον είναι ένας διάσημος ηθοποιός των 90ς εξ αιτίας του ρόλου του στη σειρά σουπερ ηρωικών ταινιών με υπερήρωα Birdman. Τώρα όμως έχει ξεχαστεί και η καριέρα του κατρακυλά. Κάνοντας απότομη "ποιοτική" στροφή, τα παίζει όλα για όλα ανεβάζοντας στο Μπρόντγουέι το σοβαρό διήγημα του Κάρβερ "Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη", σε δική του μάλιστα διασκευή και σκηνοθεσία. Η πρώην σύζυγός του τον επισκέπτεται πού και πού, η κόρη του δουλεύει στο θέατρο, ένας ταλαντούχος ηθοποιός που έχει εμμονή με την με-κάθε-τρόπο-ρεαλιστική ερμηνεία προσλαμβάνεται (και συνήθως συγκρούεται μαζί του) και ο ίδιος διαθέτει μια διχασμένη προσωπικότητα αφού συχνά πιστεύει ότι όντως είναι ο Birdman...
Όλα αυτά συμβαίνουν στο φιλμ του μεξικανού Alejandro Inarritu "Birdman" (2014), ο οποίος έτσι κάνει μια αλλαγή στην καριέρα του γυρίζοντας μια παράξενη, πικρόχολη και σουρεαλιστική σάτιρα του κόσμου του θεάματος (θεάτρου και κινηματογράφου). Πολλά στοιχεία στο φιλμ είναι αμφίσημα: Η φαντασία και η πραγματικότητα μπερδεύονται (έχει όντως "δυνάμεις" ο ήρωας ή όλα βρίσκονται στη φαντασία του;), το δραματικό και το κωμικό στοιχείο επίσης, ενώ το φινάλε μένει ανοιχτό. Στο στόχαστρο, πάνω απ' όλα, βρίσκεται η παράνοια και η ανασφάλεια του κόσμου του θεάματος. Το αφόρητο άγχος για την επιτυχία, η αγωνία για την τέλεια ερμηνεία, τα ναρκωτικά και το (μπερδεμένο) σεξ, οι στριφνοί και σκληροί κριτικοί... Όπως επίσης και ο προβληματισμός για τις έννοιες της "υψηλής" και "χαμηλής" κουλτούρας (τα υπερηρωικά φιλμ από τη μία, το σοβαρό θέατρο από την άλλη). Ταυτόχρονα πολλά αληθινά ονόματα του θεάματος αναφέρονται συχνά, δημιουργώντας ένα παιχνίδι που θυμίζει τον "Παίχτη" του Altman.
Γυρισμένη κυρίως στα παρασκήνια ενός όντως ιστορικού θεάτρου της Νέας Υόρκης, η ταινία αποδεικνύει και τη σκηνοθετική ικανότητα του δημουργού της: Μοιάζει να είναι ολόκληρη γυρισμένη με ένα ατελείωτο μονοπλάνο. Ακόμα και οι μέρες και νύχτες αλλάζουν με έναν "συνεχή" τρόπο γυρίσματος. Όλα αυτά, καθώς και τα δαιδαλώδη θεατρικά παρασκήνια, προσδίδουν στην ταινία ένα είδος ρευστότητας και επιτείνουν την αγχωτική ατμόσφαιρα (το ίδιο και η μουσική, που βασίζεται σε έναν αυτοσχεδιασμό στα ντραμς).
Από τις πολύ καλές ταινίες που είδα τελευταία (κατά τη γνώμη μου πάντοτε), το "Birdman", άλλοτε κωμικό κι άλλοτε τραγικό, πιάνει όλη την παράνοια και τη σκληρότητα της showbiz ("υψηλής" ή "χαμηλής"), η οποία, ωστόσο, παρ' όλα αυτά εξακολουθεί να μας χαρίζει όνειρα.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 29, 2015

Ο ΤΟΥΡΙΝΓΚ, ΤΟ "ΑΙΝΙΓΜΑ", Η ΜΙΜΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΡΥΨΗ

Ποιος ήταν ο Άλαν Τούρινγκ; Ιδιοφυής μαθηματικός, μοναχικός, αντικοινωνικός, μάλλον αλαζονικός τύπος, ομοφυλόφιλος, θεωρείται ο "πατέρας" των ηλεκτρονικών υπολογιστών και - είναι αλήθεια αυτό - κατά κάποιον τρόπο χάρη σ' εκείνον οι Σύμμαχοι κέρδισαν τον πόλεμο ενάντια στους ναζί. Αυτό συνέβη επειδή η ομάδα του κατάφερε να σπάσει τον περίφημο και θεωρούμενο "άσπαστο" κώδικα των γερμανών "Enigma" κι έτσι οι Σύμμαχοι υπέκλεπταν τα μηνύματα (δίχως ποτέ να το αντιληφθούν οι εχθροί) και επιχειρούσαν ανάλογα.
Μυθιστορηματική προσωπικότητα λοιπόν, ήταν φυσικό να βρει το δρόμο για τη μεγάλη οθόνη. Το 2014 ο νορβηγός Morten Tyldum γυρίζει "Το Παιχνίδι της Μίμησης" (The Imitation Game) και βαδίζει ολοταχώς προς τα Όσκαρ. Η ταινία παρακολουθεί τον Τούρινγκ σε τρεις φάσεις της ζωής του: Στα εφηβικά του χρόνια στο σχολείο, κατά τη διάρκεια του πολέμου και στον αγώνα του να σπάσει τον κώδικα (το μεγαλύτερο μέρος) και στα τραγικά γι' αυτόν χρόνια των αρχών της δεκαετίας του 50. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, αλλά κινείται μπρος - πίσω στο χρόνο.
Βρήκα το αποτέλεσμα πολύ ενδιαφέρον (και σας το λέει κάποιος που συνήθως βαριέται τις κινηματογραφικές βιογραφίες). Η ταινία κατορθώνει νομίζω να έχει διαρκές σασπένς, καθώς παίζει με τα ασφυκτικά χρονικά πλαίσια, με την απόρριψη του ιδιοφυούς μαθηματικού (αλλά μάλλον αντιπαθούς τύπου) από κάποιους από τους ανωτέρους του και βέβαια με το διαρκές παιχνίδι των διπλών ταυτοτήτων (κατάσκοποι και διπλοί κατάσκοποι, ίντριγκες όλο και πολυπλοκότερες, μυστικά που κρύβονται ή - επίτηδες - αποκαλύπτονται, με σκοπό πάντα να επιτευχθεί ο "μεγάλος στόχος"). Το παιχνίδι αυτό παίζεται και στις προσωπικές ζωές των ηρώων (του Τούρινγκ που πασχίζει να κρύψει την ομοφυλοφιλία του, της κοπέλας, αλλά και όλων όσων δουλεύουν στο project,  που κρύβουν την αληθινή φύση της δουλειάς τους, των κατασκόπων κλπ.). Τελικά το φιλμ γίνεται μια μελέτη των ποικίλων αποκρύψεων, παραλλαγών, ψευδών ρόλων, "κρυπτογραφημένων" συμπεριφορών που αναγκάζονται οι άνθρωποι να υιοθετούν στη ζωή τους. Και, πολύ πιο εμφανώς, διακηρύσσει την ανάγκη αποδοχής κάθε λογής διαφορετικότητας, η οποία μάλιστα εδώ δεν είναι απλώς ζήτημα (αυτονόητου) σεβασμού, αλλά καταλήγει να έχει ευεργετικά  αποτελέσματα στο κοινωνικό σύνολο.
Φυσικά ο παράδοξος, κλειστός και μπλοκαρισμένος χαρακτήρας του ήρωα σκιαγραφείται ανάγλυφα, ενώ ο Μπένεντικτ Κάμπερματς είναι πολύ καλός. Χολιγουντιανό βεβαίως, αν και σχετικά τολμηρό, με κάποιες σεναριακές ευκολίες και παραχωρήσεις, αλλά από τα καλά δείγματα του σύγχρονου mainstream αμερικάνικου σινεμά. Νομίζω τουλάχιστον.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 26, 2015

"ΕΤΟΙΜΗ ΓΙΑ ΟΛΑ" Ή ΟΙ (ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ) ΕΜΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΗΜΟΤΗΤΑΣ

To 1995 o Gus Van Sant γυρίζει μια από τις πιο έξυπνες κατά τη γνωμη μου ταινίες του, το "Έτοιμη για Όλα" (To Die For), με μια εξαιρετική νεαρή τότε Νικόλ Κίντμαν στον πλέον... αντιπαθή ρόλο της καριέρας της.
Η όμορφη ηρωίδα είναι μια αμερικανίδα της επαρχίας ψωνισμένη κυριολεκτικά με την τηλεόραση και κάθε τι που σχετίζεται μ' αυτήν και με μοναδικό όνειρο και στόχο να γίνει μια διάσημη τηλεοπτική περσόνα, κάτι σαν την Όφρα ας πούμε. Κάποια στιγμή παντρεύεται έναν macho ιταλικής καταγωγής νεαρό, ιδιοκτήτη εστιατορίου και όλα πάνε καλά, μέχρις ότου αυτός αρχίζει να γίνεται εμπόδιο στα μεγαλεπήβολα σχέδιά της. Μέχρι πού είναι ικανή να φτάσει η ηρωίδα μας για να πετύχει τον σκοπό της;
Πρόκειται για μαύρη κωμωδία γυρισμένη ακριβώς με την αισθητική και το στιλ του τηλεοπτικού ρεπορτάζ, καθώς κάποιος υποτίθεται ότι παίρνει συνεντέυξεις από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, ενώ όλα έχουν πλέον τελειώσει. Παράλληλα βέβαια εμείς βλέπουμε και πώς εξελίχθηκαν τα αληθινά γεγονότα. Η Κίντμαν είναι πολύ καλή καθώς επαναλαμβάνει εμμονικά ηλίθιες ή/και ανούσιες απόψεις, ιδέες και φράσεις που όλες σχετίζονται με την τηλεόραση και τις περί διασημότητας ιδέες, με αποκορύφωμα το αμίμητο "Δεν έχει νόημα να κάνεις οτιδήποτε αν κάποιος δεν σε βλέπει"! (και βεβαίως συμπεριφέρεται αντίστοιχα, με μοναδικό στόχο το φαίνεσθαι)
Η εμμονή με τη φήμη, τη διασημότητα και τα τηλεοπτικά σόου ως μοναδικό σκοπό ζωής, η απύθμενη κενότητα και το ουσιαστικό τίποτα που αυτά συνεπάγονται, η πλήρως απροσανατόλιστη και (και πάλι) κενή αμερικάνικη νεολαία ενσαρκωμένη από τους έφηβους της ταινίας (μεταξύ τους οι πιτσιρικάδες τότε και άγνωστοι Γιοακίν Φίνιξ και Κέισι Άφλεκ), η παντελής έλλειψη ηθικής, που έχει απλώς αντικατασταθεί παντελώς από το οραμα της διασημότητας, όλα - καί άλλα - θίγονται και καυτηριάζονται με έξυπνο τρόπο στο φιλμ. Νομίζω ότι πρόκειται για ένα από τα καυστικότερα φιλμ του Βαν Σαντ στις αρχές σχετικά της καριέρας του.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2015

Ο ΙΔΙΟΦΥΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ Mr. TURNER

Ο βρετανός Mike Leigh είναι βεβαίως περισσότερο γνωστός για τις κοινωνικές ταινίες του, ωστόσο κατά καιρούς κάνει και ταινίες εποχής. Το 2014 αποφασίζει να ασχοληθεί με τον μεγάλο (συμπατριώτη του) ζωγράφο William Turner (1775-1851) - για την ακρίβεια με το τελευταίο τέταρτο της ζωής του, γυρίζοντας το εικαστικότατο "Mr. Turner". 
Ο Τέρνερ θεωρείται μεγάλος όχι μόνο για του αναπαραστατικούς, "ρεαλιστικούς" πίνακές του, αλλά και επειδή οι πίνακες της τελευταίας περιόδου του προοιωνίζουν τον επερχόμενο ιμπρεσιονισμό (οι ιμπρεσιονιστές τον θεωρούσαν πρόδρομό τους). Κι όχι μόνο αυτό. Ορισμένα από τα τελευταία έργα του σχεδόν αγγίζουν τα όρια του αφηρημένου, πριν καν υπάρξει οποιαδήποτε σκέψη για τέτοια ζωγραφική. Όσο ζούσε ήταν ήδη διάσημος και πετυχημένος και θεωρούνταν "μετρ" στην απόδοση του φωτός, το οποίο αποτυπώνεται εκπληκτικά στα υπέροχα τοπία του. Ωστόσο σαν άνθρωπος ήταν αντισυμβατικός και αντιφατικός. "Μονόχνωτος", ακοινώνητος, συχνά αγενής και αλαζόνας, δεν παντρεύτηκε ποτέ αν και είχε κάποιους σταθερούς και μακροχρόνιους δεσμούς. Ζούσε δοσμένος στο πάθος του για τη ζωγραφική, διαθέτοντας εκπληκτική ευαισθησία. Και  - σύμφωνα με την ταινία τουλάχιστον - διέθετε ταυτόχρονα και εσωτερικές αρετές (π.χ. η άρνησή του να πουλήσει σε υψηλότατη τιμή όλα τα έργα του σε συλλέκτη, επειδή ήθελε να τα χαρίσει σε μουσεία "για να τα βλέπουν δωρεάν οι φτωχοί").
Στην ταινία αυτές οι αντιφάσεις δίνονται ανάγλυφα. Φυσικά το φιλμ στηρίζεται κυρίως στην εκπληκτική ερμηνεία του Τίμοθι Σπαλ, ηθοποιού, μεταξύ άλλων, και άλλων ταινιών του Λι. Νομίζω ότι πρόκειται για μία από τις καλύτερες των τελευταίων χρόνων. Εκπληκτική επίσης είναι η εικαστικότατη φωτογραφία, που συχνά μας κάνει να νομίζουμε ότι βρισκόμαστε "μέσα" σε πίνακες του ζωγράφου. 
Τελικά νομίζω ότι αυτό που θέλει να δείξει ο σκηνοθέτης  - εκτός από την θαυμάσια καταγραφή της εποχής - είναι το παράδοξο της τέχνης: Ένας σχεδόν "βάρβαρος" και αντιπαθής τύπος, που περισσότερο μουγκρίζει παρά μιλάει, διαθέτει μια εξαιρετική εσωτερική ευαισθησία, είναι οξυδερκής όχι μόνο σε σχέση με την τέχνη, αλλά και με τις επερχόμενες εποχές και παράγει υψηλής αισθητικής αριστουργήματα. Αυτές οι αντιφάσεις αποτελούν κομμάτι της τέχνης γενικότατα και επιτείνουν το μυστήριό της (φυσικά ο Τέρνερ δεν υπήρξε η μοναδική τέτοια περίπτωση, κάθε άλλο μάλιστα).
Η ταινία μου άρεσε, προειδοποιώ όμως ότι είναι σχετικά αργή, ενώ η "έλλειψη πλοκής" - πρόκειται απλώς για την γραμμική χρονικά καταγραφή των τελευταίων χρόνων του ζωγράφου - ίσως κουράσει κάποιους. Κυρίως όσους δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την τέχνη. Για μένα όμως, για την εκπληκτική της ατμόσφαιρα και για την κατάδειξη του μυστηρίου και των αντιφάσεων της τέχνης, αποτελεί μια από τις καλύτερες της χρονιάς του 14.

Τρίτη, Ιανουαρίου 20, 2015

ΣΤΗ ΒΡΩΜΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ "GONE BABY GONE"

Το έχω ξαναπεί: Ο Ben Affleck είναι ένας αξιόλογος σκηνοθέτης (και με περισσότερο ενδιαφέρον απ' όσο σαν ηθοποιός). Το απέδειξε από την πρώτη του κιόλας σκηνοθετική δουλειά, το "Gone Baby Gone" (Χωρίς Ίχνη) του 2007.
Ένα 4χρονο κοριτσάκι εξαφανίζεται σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά της Βοστώνης. Η θεία του προσλαμβάνει ένα ζεύγος ντετέκτιβ, παρά το ότι οι ίδιοι της λένε καθαρά ότι δεν έχουν καμιά εμπειρία από τέτοιου είδους υποθέσεις.Οι έρευνες αρχίζουν - στην ίδια τη γειτονιά κυρίως - αφού οι ντετέκτιβ αξιοποιούν κατά βάση τις προσωπικές τους γνωριμίες εκεί, συνεργαζόμενοι και με δύο αστυνομικούς, ενώ οι αποκαλύψεις γίνονται όλο και πιο περίπλοκες και βρώμικες. Όλη αυτή η ιστορία θα έχει τελικά βαθιές επιδράσεις και στην ίδια τους τη σχέση.
Με όχημα μια αστυνομική σε πρώτο επίπεδο ιστορία, ο Άφλεκ επιχειρεί μια κατάβαση στην πιο σκοτεινή πλευρά της Αμερικής, εκεί όπου ούτε κατά διάνοια δεν υφίσταται το "αμερικάνικο όνειρο". Η όλη εικόνα φέρνει στο νου το "Mystic River" του Ίστγουντ (και τα δύο προέρχονται από βιβλία του ίδιου συγγραφέα). Εδώ η αμερικάνικη γειτονιά κατοικείται από απαράδεκτες (και ναρκομανείς) μητέρες, μικρούς και μεγάλους ντίλερ, φουκαράδες έτοιμους για όλα, ύποπτους αστυνομικούς... Μια κοινωνία πέρα για πέρα δίχως τίποτα όμορφο, όπου το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό και - το χειρότερο - δίχως καμιά ελπίδα για βελτίωση. Το αδιέξοδο είναι απόλυτο και από παντού. Για πολλούς η κάθε λογής παρανομία αποτελεί τη μόνη ορατή λύση. Το κοινωνικό σχόλιο είναι σαφές. Και δοσμένο με απόλυτο ρεαλισμό και πειστικότητα.
Βρήκα την ταινία ιδιαίτερα σκοτεινή, δυνατή (και περίπλοκη σεναριακά) και με αναπάντεχο τέλος, που θολώνει ακόμα περισσότερο τα όρια ανάμεσα σε "καλούς" και "κακούς". Ταυτόχρονα το ηθικό δίλημμα του τέλους παραμένει ανοιχτό στον θεατή. Εσείς τι θα επιλέγατε στη θέση του ήρωα; Φυσικά, όπως είπα, νομίζω ότι πρωταγωνιστής δεν είναι οι ντετέκτιβ ή οι αστυνομικοί ή όποιος άλλος από τους χαρακτήρες, αλλά ο ίδιος ο κοινωνικός περίγυρος. ΄Ένας από τους πλέον ασφυκτικούς και βρώμικους που σκιαγράφησε ποτέ το (mainstream) αμερικάνικο σινεμά. Μπράβο στον Άφλεκ και την τόλμη του.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 16, 2015

ΤΟ "ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΚΤΗΝΟΣ" ΩΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΝΟΥΑΡ

O Jean Renoir (1894-1979) είναι βέβαια ένας απο τους μεγαλύτερους δημιουργούς στην ιστορία του σινεμά και πολλές από τις ταινίες του θεωρούνται κλασικές. Μια απ' αυτές είναι και η απόπειρά του να μεταφέρει στην οθόνη το μυθιστόρημα του Ζολά "Το Ανθρώπινο Κτήνος" (La Bete Humaine), που έλαβε χώρα το 1938, με πρωταγωνιστή τον μεγάλο Ζαν Γκαμπέν και την πανέμορφη Σιμόν Σιμόν, που ίσως γνωρίζετε από το κλασικό αυθεντικό "Cat People".
Ένας μηχανοδηγός τρένων που υποφέρει από ψυχολογικές κρίσεις (κατάλοιπο των αλκοολικών γονιών του, πιστεύει ο ίδιος) ερωτεύεται τη γυναίκα του σταθμάρχη του, ο οποίος σταθμάρχης έχει δολοφονήσει έναν πλούσιο γέρο από ζήλεια, παρουσία της συζύγου του. Ο ήρωας από έλξη στην κοπέλα, αν και γνωρίζει τι έχει συμβεί, δεν αποκαλύπτει τίποτα στην ανάκριση και ένα επικίνδυνο παιχνίδι - ερωτικό, αλλά εγκληματικό - ξεκινά ανάμεσά τους.
Ο Ρενουάρ χαρακτηρίζεται συχνά σκηνοθέτης "ποιητικού ρεαλισμού". Εδώ τα τρένα διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην ιστορία, αποτελούν αναφαίρετο κομμάτι της. Εν κινήσει ή σταματημένα, με τα πληρώματα μεταξύ τους όταν δεν δουλεύουν, με το σταθμό, συχνά υποβλητικά νυχτερινό, σαν μόνιμο σχεδόν φόντο, είναι κάτι παραπάνω από απλό ντεκόρ. Άλλωστε όλοι οι ήρωες του φιλμ σχετίζονται μ' αυτά. Οι χαρακτήρες είναι κυρίως αμφιλεγόμενοι, ποτέ καθαρά "καλοί" ή "κακοί". Όμως το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό του φιλμ είναι ότι αποτελεί έναν σαφέστατο πρόδρομο των περίφημων ταινιών νουάρ, που θα ήκμαζαν την επόμενη δεκαετία στην απέναντι πλευρα του Ατλαντικού. Τα κοινά είναι πολλά: Ο μοναχικός ήρωας που υποφέρει, ο φόνος, τα υποβλητικά, ασπρόμαυρα σκηνικά και, βέβαια, κυρίως η παρουσία της "μοιραίας γυναίκας" εν μέσω όλων αυτών, η οποία ουσιαστικά από ένα σημείο και μετά κινεί τα νήματα των όσων συμβαίνουν - ενώ εμείς θα παραμείνουμε εν αμφιβολία: Είναι πολύ ερωτευμένη ή σατανική; Και, φυσικά, κυρίαρχο στοιχείο είναι ο έρωτας, παθιασμένος, ρομαντικός, βασανισμένος. 
Και μόνο γι' αυτό και την επιρροή του στο αμερικάνικο σινεμά, η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί κλασική. Αλλά και πέραν αυτών νομίζω ότι πρόκειται για εξαιρετικό φιλμ. Αν δεν φοβάστε τα "παλιά", απολαύστε το ανεπιφύλακτα.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 15, 2015

ΑΓΧΩΤΙΚΗ "ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ"

Ο Νίκος Παπατάκης (1918-2010), έλληνας που κυρίως έζησε στο Παρίσι, υπήρξε πολυσχιδής προσωπικότητα. Στον κινηματογράφο γύρισε 5 μόνο ταινίες, οι οποίες - παρά τις πιθανές διαφωνίες -  δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν αδιάφορο. Προσωπικά (και υποκειμενικά βεβαίως) οι δύο ελληνικές του ("Βοσκοί", "Φωτογραφία") είναι οι αγαπημένες μου.
"Η Φωτογραφία" γυρίστηκε το 1987 και την θεωρώ μια από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες. Στα τελευταία χρόνια της χούντας ένας νεαρός από την Καστοριά, μην αντέχοντας να μείνει άλλο στη χώρα του αφού τον κυνηγάνε τα αριστερά φρονήματα του... πεθαμένου πατέρα του, φεύγει για το Παρίσι με σκοπό να συναντήσει έναν μοναχικό συχωριανό του που ζει εκεί για χρόνια (και θεωρείται μονόχνωτος και στρυφνός) και να μάθει την τέχνη του γουναρά. Οι σχέσεις ανάμεσα στους δύο θα πάρουν απρόσμενη τροπή, καθώς μια τυχαία φωτογραφία θα τα αλλάξει όλα.
Η ταινία ξεκινά με την κατάδειξη της μίζερης ελληνικής επαρχίας επί χούντας, μεταφέρεται στο Παρίσι και σταδιακά αποκτά έναν διαρκώς εντεινόμενο αγχωτικό ρυθμό. Έτσι μετατρέπεται σε ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ. Στο κέντρο όλου αυτού υπάρχει η "τυφλή" αγάπη για ένα ψέμα, για μια ιδέα που στην πραγματικότητα είναι ανύπαρκτη, το ατελέσφορο κυνήγι μιας χίμαιρας, οι χαμένες, μοναχικές ανθρώπινες ζωές, οι ανθρώπινες εμμονές. Από την άλλη καταδεικνύεται η "μετατροπή" ενός αθώου και γελοίου ψέματος σε κεντρικό θέμα που θα στοιχειώσει και θα αλλάξει με τραγικό τρόπο τις ζωές των δύο ηρώων - άρα η πάντοτε πιθανή εισβολή του τυχαίου στη ζωή μας και οι δραματικές επιπτώσεις του .Όσο το φιλμ προχωρά, οι καταστάσεις γίνονται όλο και πιο αγχωτικές, το αδιέξοδο διαφαίνεται από παντού, μέχρι να φτάσουμε στη δυνατή κατάληξη. Ποιος λέει ότι ο θάνατος δεν μπορεί να αποτελεί πράξη αγάπης;
Ο Παπατάκης χρησιμοποιεί σε κάποια σημεία ακόμα και χιούμορ και περιλαμβάνει στην ταινία του κάποιες γκροτέσκες καταστάσεις. Ωστόσο η αγχωτική ατμόσφαιρα κυριαρχεί. Αυτό που επίσης επιτυγχάνει με εξαιρετικό, "υπόγειο" τρόπο, δίχως σεναριακά να επικεντρώσει σ' αυτό, είναι να μιλήσει καίρια για την ασφυκτική πολιτική κατάσταση και την καθημερινότητα της ελληνικής κοινωνίας επί χούντας και να καταδείξει τα δεινά που αυτή έφερε στην ζωή των απλών ανθρώπων. Η Ιστορία (με κεφαλαίο γιώτα) υπάρχει διαρκώς στο φόντο, πάνω σ' αυτή - ως διαρκές background - χτίζεται  στέρεα η τραγική προσωπική ιστορία των δύο ανδρών. Η Ιστορία θα φτάσει (δίχως ποτέ, επαναλαμβάνω, να γίνει το κυρίαρχο θέμα) έως τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης, το 1974, όπου, με φόντο τα ερείπια που πίσω του αφήνει ο απερχόμενος φασισμός, θα παιχτεί η τελική πράξη, στην Ελλάδα και πάλι.
Συστήνω τη "Φωτογραφία" ως μία από τις καλύτερες, πλην όμως σχετικά άγνωστες, ταινίες του ελληνικού σινεμά. Αν ποτέ την πετύχετε...

Δευτέρα, Ιανουαρίου 12, 2015

"ΟΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΕΣ": ΜΙΑ ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟΝ ΥΠΟΚΟΣΜΟ

Το 2014 ο Νίκος Τριανραφυλλίδης επανέρχεται μετά από πολλά χρόνια στη σκηνοθεσία με τους "Αισθηματίες", μια νεο-νουάρ απόπειρα που διαδραματίζεται στη σύγχρονη Αθήνα.
Στα κέντρο της ιστορίας βρίσκονται δύο νεαροί πληρωμένοι δολοφόνοι, οι οποίοι κάνουν τις βρώμικες δουλειές για έναν υπεράνω πάσης υποψίας πλούσιο, ο οποίος ζει απομονωμένος στη βίλα του με την έφηβη κόρη του, στην πραγματικότητα όμως είναι αρχαιοκάπηλος και άλλα σκοτεινά. Φυσικά οι "αισθηματίες" του τίτλου είναι οι δύο νεαροί, αφού ο ένας ερωτεύεται την "απαγορευμένη" κόρη του αφεντικού, ενώ ο άλλος μία πόρνη πολυτελείας. Στο επάγγελμά τους όμως τα συναισθήματα απαγορεύονται αυστηρά....
Η ταινία είναι θα έλεγα καλογυρισμένη, με σαφές σενάριο και στρωτή αφήγηση και, αν μη τι άλλο, παρακολουθείται μάλλον ευχάριστα. Παράλληλα ο Τριανταφυλλίδης ξεδιπλώνει κάποιες εμμονές του, κάποια cult στοιχεία (πολύ καλή και σουρεαλιστική η σκηνή με τον λαϊκό βάρδο Λευτέρη Μυτηληναίονε εμφανίζεται από το πουθενά και να τραγουδά live σε ένα "κωλόμπαρο" όταν ένας από τους ήρωες ζητά από τη μπαργούμαν να ακούσει ένα τραγούδι του), ενώ επιχειρεί μια καταβύθιση στον υπόκοσμο και τη νύχτα: Ύποπτα μπαρ, πόρνες, σκυλάδες, "βρώμικοι" πλούσιοι, fast food, εσωτερικά ξεκαθαρίσματα και άλλα συνθέτουν μια καθόλου κολακευτική εικόνα της νυχτερινής (κυρίως) σύγχρονης μεγαλούπολης (της Αθήνας στη συγκεκριμένη περίπτωση). Ίσως κάπως πιο "γραφικά" από την πραγματικότητα, αλλά κάπως έτσι. Και εν μέσω όλης αυτής της βρωμιάς ο ρομαντισμός (τι "αισθηματίες" θα ήταν άλλωστε) και ο αγνός έρωτας, που είναι αδύνατο φυσικά να ανθίσει και να θριαμβεύσει. Όπως είπαμε, βρισκόμαστε για τα καλά στο νουάρ.
ΟΚ, το είδα ευχάριστα, όπως είπα, είναι μια σχετικά ευπρόσωπη ελληνική παραγωγή, ο Τριανταφυλλίδης είναι "αξιοπρεπής" σκηνοθέτης, αλλά - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μέχρις εκεί. Τίποτα που να με συγκλονίσει ή να μην έχω ξαναδεί (εντάξει, το τελευταίο μάλλον γίνεται επίτηδες, αφού πρόκειται για ταινία συγκεκριμένου είδους). Δεν νομίζω ότι θα βαρεθείτε, ούτε όμως και θα εκστασιαστείτε.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 08, 2015

ΕΝΑΣ ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΤΙΚΟΣ "ΚΥΑΝΟΠΩΓΩΝΑΣ" ΤΟΥ 1944

Στην ιστορία του κινηματογράφου έχουν γυριστεί αρκετές παραλλαγές του "Κυανοπώγωνα", όρος που τελικά σημαίνει απλώς τον κατά συρροήν δολοφόνο γυναικών. Μια από αυτές είναι και "Κυανοπώγων" (Bluebeard) του 1944 από τον γεννημένο στην τότε Αυστροουγγαρία Edgar G. Ulmer (1904-1972), ο οποίος από το 1930 δούλεψε στις ΗΠΑ.
Με τον "σκοτεινό" Τζον Καραντάιν στον βασικο ρόλο (που του ταιριάζει πολύ), η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός μαριονετίστα στο Παρίσι του 19ου αιώνα, ο οποίος είναι πρώην ζωγράφος και ο οποίος στραγγαλίζει τα θηλυκά μοντέλα του. Όταν κάποτε ερωτεύεται μια κοπέλα που είναι πρόθυμη να του ποζάρει, πασχίζει να αποφύγει το αναπόφευκτο... Στην ιστορία όμως θα εμπλακεί και η αδελφή της κοπέλας και τα γεγονότα θα γίνουν φριχτά.
Η ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί εξπρεσιονιστική, αφού ο Ούλμερ στην ασπρόμαυρη εικόνα του παίζει με τις σκιές, τις προοπτικές, την παράδοξη και ανησυχητική ατμόσφαιρα. Άλλωστε η καταγωγή του ταιριάζει απόλυτα με τις επιροές αυτές. Οι φόνοι τελούνται συνήθως εκτός πλάνου, μια κάποια σεναριακή αφέλεια υπάρχει, αλλά νομίζω ότι το όλο σκοτεινό κλίμα που δημιουργείται αξίζει μιας θέασης - και την κατάταξη του φιλμ στην ομάδα των μάλλον άγνωστων εξπρεσιονιστικών ταινιών του σινεμά. Αρκετά ενοχλητική βρήκα πάντως την μουσική του Erdody (διακεκριμένου και επιτυχημένου συνθέτη μουσικής και τραγουδιών στην εποχή του), η οποία παίζει κυριολεκτικά ασταμάτητα, "καλύπτοντας" ηχητικά κάθε λεπτό του φιλμ.
Γενικά προκειται για καθαρό b-movie της δεκαετίας του 40 (ο Ούλμερ έφτιαξε κυρίως τέτοια), το οποίο πάντως είναι από τα συμπαθητικά του είδους. Φυσικά σήμερα δεν πρόκειται να τρομάξετε με τα τεκταινόμενα. Άλλοι όμως είναι οι λόγοι που βλέπουμε τέτοια παλιά, σχετικά αξιόλογα φιλμ...

Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2015

H CULT "ΝΟΡΒΗΓΙΑ" ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΜΠΙΡ ΤΗΣ

Ο Γιάννης Βεσλεμές είναι γνωστός για μερικές ιδιόρυθμης αισθητικής μικρού μήκους ταινίες ("Γκολ", "Φωταγωγός") και για αρκετές ηλεκτρονικές μουσικές ως Felizol. Το 2014 γυρίζει την πρώτη του μεγάλου μήκους, τη "Νορβηγία", και φτιάχνει, αν μη τι άλλο, ένα φιλμ που όμοιό του δεν υπάρχει στην ελληνική φιλμογραφία.
1984. Ο βρικόλακας Ζανό, δεινός χορευτής ντίσκο, κατεβαίνει στην Αθήνα από την επαρχία διψασμένος για σεξ, χορό και περιπέτειες. Στην ντίσκο "Ζαρντόζ" θα συναντήσει έναν άλλον βρικόλακα, μια πόρνη, έναν νορβηγό, τον ιδιοκτήτη Μάρκο και άλλους και μετά θα περιπλανηθεί στην ύπαιθρο (στην Πάρνηθα για την ακρίβεια) και σε υπόγειες στοές για μια μυστηριώδη δουλειά της κοπέλας.
Η ταινία δεν διαθέτει και πολύ ξεκάθαρο σεναριο, οι φάσεις διαδέχονται η μία την άλλη κάπως ασύνδετα, οι χαρακτήρες είναι ανολοκλήρωτοι. Στο μέσον όλων αυτών ένας απίστευτης εμφάνισης (με... ξανθιά περούκα) Βαγγέλης Μουρίκης, από τις πλέον συχνές (και εξαιρετικές) παρουσίες του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Αυτό που απασχολεί τον σκηνοθέτη από την αρχή ως το τέλος είναι η δημιουργία ενός απόλυτα cult φιλμ. Το κιτς της δεκαετίας του 80 (η "Αυριανή", ο Μάρκος Λεζές σε βασικό ρόλο και οι βιντεοταινίες του, η Σόφη Ζανίνου, οι παρακμιακές ντίσκο, τα μεγάλα κασετόφωνα και ένα σωρό άλλα στοιχεία) συναντούν τον βαμπιρικό μύθο, την πολιτική αλληγορία, την ηλεκτρονική (πλήν όμως ντισκίζουσα) μουσική του ίδιου του Βεσλεμέ φυσικά, το συγκρότημα της εποχής Χωρίς Περιδέραιο, τις α λα Νικολαϊδη ατάκες και τα ατμοσφαιρικά, συχνά παράδοξα σκηνικά.
Η αντιρρήσεις μου εστιάζονται στο ότι ολο αυτό είναι κυριολεκτικά το cult για το cult. Τίποτα άλλο. Ωστόσο ο Βεσλεμές και καλός σκηνοθέτης είναι, και κινηματογραφικό τσαμπουκά διαθέτει, και κόντρα στην πεπατημένη του ελληνικου σινεμά πηγαίνει και ατμοσφαιρικός είναι και ιδέες έχει. Απλώς βρήκα όλο αυτό το πόνημα ανολοκλήρωτο. Γι΄αυτό περιμένω εναγωνίως τις επόμενες δουλειές του, που είμαι σίγουρος ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα ξεχωρίσουν από την υπόλοιπη παραγωγή. Δείτε το, επαναλαμβάνω, μόνο όσοι ενδιαφέρεστε για κάτι πέρα για πέρα cult και να είστε προετοιμασμένοι να αγνοήσετε τα όποια άλλα στοιχεία.

Κυριακή, Ιανουαρίου 04, 2015

ΤΑ ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ "MAGICAL GIRL"

Το "Magical Girl" (2014) είναι η δεύτερη ταινία του ισπανού πρώην δημιουργού κόμικς Carlos Vermut και δείχνει για πολλοστή φορά την άνοδο του ισπανικού σινεμά. Βασισμένη σε ένα πολύπλοκο και στέρεο σενάριο, είναι δραματική, γκροτέσκα σε κάποια σημεία και συγχρόνως δεν παραλείπει να μιλά για τη σύγχρονη πραγματικότητα της κρίσης.
Παρακολουθούμε τις ιστορίες τριών διαφορετικών ανθρώπων, φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους: Ενός πρώην καθηγητή και νυν άνεργου, του οποίου η κόρη πάσχει από ανίατη ασθένεια. Εκείνος αποφασίζει να φτάσει μέχρι τα άκρα για να βρει λεφτά και να της δωρίσει αυτό που επιθυμεί περισσότερο (και που πιθανόν θα είναι η τελευταία της επιθυμία): Μια πανάκριβη κούκλα από γιαπωνέζικο manga ή anime, το ομώνυμο "Μagical girl". Μιας όμορφης, αλλά διαταραγμένης ψυχικά κοπέλας με σκοτεινό παρελθόν, συζύγου ενός ψυχίατρου, που ζει κυρίως κλεισμένη στο σπίτι της. Ενός μοναχικού ηλικιωμένου που συμπληρώνει γιγάντια παζλ, και κάποια σχέση φαίνεται να έχει με την κοπέλα... Όλες αυτές οι ιστορίες δένουν με απροσδόκητο τρόπο και με σίγουρα δραματικά αποτελέσματα.
Το δραματικό και ταυτόχρονα φορτωμένο σεναριακά κλίμα του Αλμοδοβάρ είναι παρόν, η βία είναι έντονη και καθισταται δυνατότερη καθώς ποτέ δεν δείχνεται αυτούσια στην οθόνη (στο στιλ του Χάνεκε), η πλοκή κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, η λογική και το συναίσθημα, οι επιθυμίες και οι ανάγκες συγκρούονται. Επίσης η πλοκή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που λέμε "buterfly effect": Του πώς δηλαδή άσχετα γεγονότα μπορεί να πυροδοτήσουν μια αλυσίδα γεγονότων με επιπτώσεις απόλυτα απρόβλεπτες. Σημειωτέον ότι κατά βάθος οι περισσότεροι χαρακτήρερς δεν έχουν κακά κίνητρα, κι ας συμβαίνου τόσο πολλά και τραγικά. Ταυτόχρονα η οικονονική κρίση αποτελεί ένα σταθερό background (πολλά οφείλονται σ' αυτήν), οπότε μέσα από το ακραίο σενάριο η ταινία μπορεί να μας μιλά και για την παγματικότητα που όλοι βιώνουμε.
Κάποιες αντιρρήσειςπάντως τις έχω. Δεν κατάφερα να ανακαλύψω το μαύρο χιούμορ για το οποίο μιλούσαν οι κριτικές. Είδα μόνο ένα σχεδόν ακραίο δράμα, που ναι μεν θυμίζει τις τραβηγμένες καταστάσεις του Αλμοδοβάρ, μάλλον όχι όμως το υπόγειο χιούμορ του. Επίσης μου φάνηκαν αδικαιολόγητες οι πράξεις του ηλικιωμένου ήρωα στο τέλος του φιλμ. Συγνώμη, αλλά δεν κατάφερα να ψυχολογήσω τις τόσο βίαιες αντιδράσεις του. Πέραν αυτών όμως βρίσκω πολύ δυνατό το φιλμ. Και πολύ σκοτεινό ταυτόχρονα.

eXTReMe Tracker