Σάββατο, Ιουνίου 30, 2012

ΠΟΙΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΞΗ;

Ο Marcel Carne (1906-1996) γυρίζει τους "Δολοφόνους της Τάξης" (Les Assassines de l' Ordre) το 1971, μια εποχή δηλαδή πολύ κοντινή στο Μάη του 68 και το γενικότερο κλίμα πολιτικής αμφισβήτησης που επικρατούσε παντού (και ιδιαίτερα στη Γαλλία). Είναι μια από τις λίγες ταινίες που πρωταγωνιστεί ο μεγάλος βέλγος συνθέτης και τραγουδιστής Ζακ Μπρελ και, ιδεολογικά, είναι ιδιαίτερα τολμηρή.
Κάποιοι ιδιαίτερα τσαμπουκάδες μπάτσοι συλλαμβάνουν έναν "συνήθη ύποπτο" με βαρύ ποινικό μητρώο για μια κλοπή που, όπως αποδεικνύεται, δεν έκανε, αλλά αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σημασία - το αν είναι όντως ένοχος ή όχι δηλαδή. Σημασία έχει ότι κατά τη διάρκεια μιας "ανορθόδοξης" ανάκρισης, που φυσικά δεν μένει μόνο στα λόγια, ο ύποπτος πεθαίνει στα χέρια τους από τραύματα στο κεφάλι. Την απαραίτητη διερεύνηση της υπόθεσης αναλαμβάνει ένας δικαστικός, ο οποίος, παρά τη ρητή άνωθεν εντολή "να μην το παρακάνει", πασχίζει ηρωικά να ρίξει άπλετο φως στην ιστορία και να αποκαλύψει την προφανή ενοχή των αστυνομικών με τον ιδιαίτερο ζήλο. Και τότε, αργά και σταθερά, όλοι οι μηχανισμοί, κρατικοί και μη, στρέφονται όλο και πιο απροκάλυπτα εναντίον του, χρησιμοποιώντας κάθε νόμιμο και μη μέσον για να συγκαλύψουν την αλήθεια.
Βρήκα την ταινία πολύ δυνατή στο σύνολό της. Σπάνια στο σινεμά έχουμε δει τόσο καθαρά τους τόσο διαπλεκόμενους και συγκοινωνούντες κοινωνικοπολιτικούς μηχανισμούς να παίζουν τον ρόλο τους και να προασπίζουν λυσσασμένα, με κάθε τρόπο, τα συμφέροντά τους. Σκηνή - σκηνή, λιθαράκι - λιθαράκι, οι πιέσεις προς τον ήρωα γίνονται όλο και πιο αφόρητες, ενώ απίθανοι κοινωνικοί σχηματισμοί προσθέτουν τη δύναμή τους και εμπλέκονται σ' αυτές. Η τελική δίκη είναι κι αυτή μια παρωδία.
Ο Carne δείχνει αδίστακτα μια κοινωνία κάθε άλλο παρά "αγγελική" και δεν διστάζει να επιτεθεί μετωπικά στους μηχανισμούς της δικαιοσύνης, στην ίδια την κατασκευή του νόμου και, φυσικά, στην αστυνομία. "Ποιος μας φυλάει από τιυς φύλακες;" ήταν η φράση από το "Watchmen" που μου ερχόταν συχνά στο μυαλό. Και πώς μπορεί να αλλάξει κάποτε κάτι που είναι τόσο, μα τόσο βαθειά σάπιο;
Το πρόβλημα του φιλμ είναι για μένα ο διδακτισμός του. Συχνά απαγγέλλονται από τον ήρωα τσιτάτα περί δικαιοσύνης, γενναιότητας, ακεραιότητας χαρακτήρα και άλλα τέτοια που θα μπορούσαν να λείπουν, αφού η ίδια η ιστορία τα λέει όλα. Παρ΄ όλα αυτά, νομίζω ότι παραμένει πολύ δυνατή (και απαισιόδοξη), συγκλονιστική ίσως για κάποιους. Δεν νομίζω ότι σήμερα - στο mainstream σινεμά τουλάχιστον - θα τολμούσαν πολλοί να γυρίσουν κάτι τέτοιο. Μοναδική χαραμάδα ελπίδας, μας λέει ο δημιουργός, η νέα γενιά, οι νέοι της εποχής που αυθόρμητα παίρνουν το μέρος του μεσήλικα ήρωα (είπαμε ότι βρισκόμαστε κοντά στο 1968 και η ελπίδα καθολικής αλλαγής ήταν ακόμα διάχυτη στην κοινωνία). Πόσο φοβάμαι ότι κι αυτό έχει διαψευστεί στις μέρες μας...

Κυριακή, Ιουνίου 24, 2012

Ο "πΠΡΟΜΗΘΕΑΣ" ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΗΔΗ ΔΟΚΙΜΑΣΜΕΝΑ

Η πολυαναμενόμενη επιστροφή του Riddley Scott στην επιστημονική φαντασία, το είδος που τον ανέδειξε πριν τριαντατόσα χρόνια, έγινε γεγονός το 2012 με τον "Προμηθέα". Ο οποίος αποτελεί ένα χαλαρό πρίκουελ της μυθολογίας των Alien. Η βιρτουοζιτέ του Scott είναι δεδομένη, οπότε οι εικόνες είναι σίγουρα συναρπαστικές και, οπωσδήποτε, η ταινία παρακολουθείται με ενδιαφέρον. Το μυστήριο των όσων σταδιακά αποκαλύπτονται με κέντρισε στο πρώτο μισό τουλάχιστον. Στη συνέχεια αρχίζουν οι αντιρρήσεις.
Ενώ λοιπόν οι εικόνες, όπως είπαμε, συχνά κόβουν την ανάσα, το σενάριο μπάζει από πολλές μεριές. Δεν είναι μόνο τα κενά και τα αναπάντητα ερωτήματα που αφήνει (θα επανέλθω σ' αυτό μετά). Ιδιαίτερα ενοχλητικές για μένα υπήρξαν τόσο η έλλειψη στοιχειώδους βάθους στους χαρακτήρες, οι αψυχολόγητες ενέργειες, αλλά και η πλήρης παράδοση (στο δεύτερο μέρος κυρίως) στην απόλυτη "αμερικανιά", κοινώς στην καθαρή ταινία δράσης, με την σούπερ ηρωίδα που επιβιώνει από τα πάντα, τις εκρήξεις, τους δρόμους ταχύτητας για να προλάβουμε κάτι το τελευταίο δευτερόλεπτο και όλα τα κλισέ των ταινιών αυτών, που έχουμε δει εκατοντάδες φορές. Και όχι, δεν μπορώ να καταπιώ ότι όλα αυτά τα κάνει μία γυναίκα που εγχειρίστηκε λίγες ώρες - τι ώρες, λίγα λεπτά - πριν. Είπαμε, όταν βλέπεις Τζέιμς Μποντ ξέρεις εκ των προτέρων ότι θα τα δεις όλα αυτά. Είναι μέσα στη σύμβαση. Όταν όμως πας να δεις κάτι πιο "σοβαρό", ε, τότε εμένα τουλάχιστο με ενοχλούν παρόμοιες καταστάσεις. Εκεί δεν μπορώ να χωνέψω εύκολα την αναληθοφάνεια και την σεναριακή προχειρότητα (πώς αλλιώς να το χαρακτηρίσω;). Ούτε βέβαια και το απαραίτητο σταυρουδάκι που κουβαλά μέχρι τέλους η ηρωίδα, διότι παρά το ότι από την αρχή τίθεται η πιθανότητα ότι εμάς τους ανθρώπους μας δημιούργησαν εξωγήινοι και όλα συγκλίνουν προς αυτό, εκείνη "πιστεύει". ΟΚ.
Ας επανέλθουμε όμως στα αναπάντητα ερωτήματα (όπως, ας πούμε, γιατί ο γίγαντας είναι τόσο εχθρικός με το που ξυπνά, γιατί ακριβώς κάποιοι θέλουν να καταστρέψουν τη γη κλπ.) Ορισμένα από αυτά (γιατί υπάρχουν και άλλα) μένουν, νομίζω, επίτηδες αναπάντητα, για να μας προετοιμάσουν για τη συνέχεια που θα ακολουθήσει. Ε, αυτό, για μένα τουλάχιστον, αποτελεί μια πρακτική που επίσης με ενοχλεί...
Συνολικά, όπως αντιληφθήκατε, το φιλμ μάλλον με απογοήτευσε και σίγουρα δεν το συγκρίνω με τα δύο αριστουργήματα ΕΦ του Σκοτ, το Alien και το Blade Runner. Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι μεγάλο φιλμ. Και μόνο η κεντρική ιδέα σε ιντριγκάρει. Γι' αυτό το θεωρώ χαμένη ευκαιρία. Λόγω της εικόνας του πάντως και του όλου απόκοσμου μυστηρίου που το περιβάλλει, θα πρότεινα να το δουν οι φίλοι του είδους τουλάχιστον.

Παρασκευή, Ιουνίου 22, 2012

ΙΝΔΙΑΝΟΙ, ΛΕΥΚΟΙ ΚΑΙ ΕΝΑ "ΑΛΟΓΟ"

Ο Elliot Silverstein υπήρξε κυρίως τηλεοπτικός σκηνοθέτης και γύρισε πολύ λίγες κινηματογραφικές ταινίες. Η γνωστότερη απ' αυτές παραμένει "Ο Άνθρωπος που τον έλεγαν Άλογο" του 1970, με την εμβληματική παρουσία του Ρίτσαρντ Χάρις στον βασικό ρόλο.
Η ιστορία, αρκετά συνηθισμένο μοτίβο στα γουέστερν, αναφέρεται σε ένα λευκό (άγγλο ευγενή μάλιστα), που αιχμαλωτίζεται από ινδιάνους. Το "Χορεύοντας με τους Λύκους" είναι το γνωστότερο σήμερα παρόμοιο φιλμ. Όπως σε κάθε κοινό θέμα, οι παραλλαγές είναι πάμπολλες και πολύ διαφορετικές.
Στο συγκεκριμένο φιλμ ο ήρωας αιχμαλωτίζεται και βαθμιαία μυείται στον τρόπο ζωής της φυλής. Αυτό που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει από τις άλλες του είδους είναι η "ωμότητα" που την διακρίνει. Όταν λέω ωμότητα δεν εννοώ άγρια βία ή σπλάτερ σκηνές. Εννοώ μια προσπάθεια καταγραφής της αληθινής ζωής των ινδιάνικων φυλών, των τελετουργιών, των εθίμων τους, του τρόπου αντιμετώπισης των πάντων. Δεν υπάρχουν "ηθικά" ή, πολύ περισότερο, διδακτικά στοιχεία στο φιλμ. Δεν υπάρχει καν η συμπαθητική για τους ινδιάνους σκηνοθετική ματιά, που στρέφεται ενάντια στον κατακτητή λευκό, την οποία συναντάμε σε ταινίες με προοδευτική ματιά, που διαφοροποιούνται από την οπτική των "κακών, βάρβαρων άγριων". Εδώ τα πράγματα είναι αυτά που είναι. Οι ινδιάνοι είναι αυτοί, ζουν μ' αυτόν τον τρόπο (καλώς ή κακώς) και ο αιχμάλωτος λευκός προσαρμόζεται ή πεθαίνει. Τόσο απλά. Αυτό το σχεδόν ντοκιμαντερίστικο στοιχείο, που κορυφώνεται με την συγκλονιστική (και φριχτή) τελετουργία που κάνει τον λευκό μέλος της φυλής, είναι που αποτελεί και το "σήμα κατατεθέν" του φιλμ.
 Αυτό που διακρίνει τον ήρωα δεν είναι τόσο ο αγώνας για την ελευθερία του (υπάρχει κι αυτό, αλλά σύντομα αντιλαμβάνεται ότι "δεν τον παίρνει"), όσο ο αγώνας για την επιβίωσή του. Η δύναμή του έχει σα στόχο την επιβίωση, η οποία δεν είναι καθόλου δεδομένη όταν υποχρεώνεται να ζήσει με έναν τόσο διαφορετικό τρόπο ζωής, μέσα σε μια εχθρική φύση, που, ως ένα βαθμό, οι λευκοί έχουν ήδη δαμάσει. Από την άλλη, οι ινδιάνοι δεν είναι οι "ευγενείς άγριοι" που παλεύουν για την ελευθερία τους. Υπάρχει κάπου κι αυτό, αλλά, όπως κάθε πρωτόγονη κοινωνία, χαρακτηρίζονται από σκληρότητα, από στοιχεία που θα χαρακτηρίζαμε "βάρβαρα". Δεν υπάρχει όμως κριτικό πνεύμα - θετικό ή αρνητικό - σ' αυτά από τον σκηνοθέτη. Η ματιά προσπαθεί να είναι περισσότερο "ανθρωπολογική". Οι άνθρωποι αυτοί ζουν - ζούσαν - σε διαρκή επαφή με την φύση. Αυτό από μόνο του απαιτεί και σκληρότητα. Την σκληρότητα αυτού που πασχίζει να επιβιώσει.
Τέλος, χαρακτηριστικό είναι ότι δείχνεται καθαρά και μια άλλη πλευρά των φυλών: Οι μεταξύ τους εξοντωτικοί πόλεμοι, που στην ταινία είναι αυτοί που προκαλούν καταστροφές. Όπως και σε πολλές άλλες πρωτόγονες κοινωνίες είναι κι αυτό μέσα στον τρόπο ζωής, όταν τέλος πάντων αυτός δεν δείχνεται ωραιοποιημένα και μέσα από το φίλτρο της ρομαντικής ματιάς του δυτικού παρατηρητή. Για όλα αυτά τα ξεχωριστά στοιχεία θεωρώ την ταινία, αν μη τι άλλο, πολύ ενδιαφέρουσα.
ΥΓ: Προσοχή: Όλα όσα έγραψα περί βαρβαρότητας και σκληρότητας, περί εξοντωτικών πολέμων των φυλών κλπ. δεν αναιρούν στο παραμικρό το τεράστιο έγκλημα που διαπράχτηκε εις βάρος τους από τους λευκούς κατακτητές. Μπορεί ο τρόπος ζωής των ινδιάνων να μην ήταν καθόλου ειδυλιακός - κι αυτό τονίζεται στο φιλμ - αλλά έτσι ζούσαν και επιβίωναν επί αιώνες. Οι άποικοι ήρθαν σαν λαίλαπα, εξόντωσαν με πρωτοφανή βαρβαρότητα τους περισσότερους και, πρακτικά, αιχμαλώτισαν τους υπόλοιπους. Απλώς αυτό το γεγονός δεν είναι το θέμα της συγκεκριμένης ταινίας.

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2012

ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΣΤΟ "KEY LARGO"

Μπορείς να το ονομάσεις θρίλερ. Μπορείς να βρεις πολλά στοιχεία από γκαγκστερική ταινία. Και, τουλάχιστον σε μεγάλο μέρος του, εντοπίζεις τις θεατρικές του καταβολές. Το "Key Largo" πάντως, που γύρισε το 1948 ο John Huston παραμένει μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, που σκιαγραφεί αδρά την Αμερική της εποχής.
Υπάρχει ο αμοραλιστής (κάθαρμα πέστε τον καλύτερα) γκάνγκστερ που κάνει τα πάντα για το χρήμα, υπάρχει η ξεπεσμένη σταρ, υπάρχει ο "παλιός καλός αμερικάνος" με τις πατριωτικές και άλλες ηθικές αξίες (ο οποίος σημειωτέον είναι καθηωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι, σα να μας δηλώνεται ότι πρόκειται για ανίσχυρο και υπό εξαφάνισιν είδος), υπάρχει και ο λίγο ήρωας, λίγο ρεαλιστής και ψύχραιμος, ακόμα και κάπου κάπου δειλός πρωταγωνιστής, που είναι ίσως ο σύγχρονος άνθρωπος - στη θετική εκδοχή του τουλάχιστον.
Αλλά αρκετά με τις αναλύσεις. Οι άνθρωποι αυτοί, και κάποιοι άλλοι ακόμα, παγιδεύονται στο Key Largo, ένα κοραλιογενές τουριστικό νησί στη νότια άκρη των ΗΠΑ, που ενώνεται με την ξηρά με γέφυρα. Οι θετικοί - ή σχετικά θετικοί - χαρακτήρες παγιδεύονται σε ένα κλειστό λόγω σεζόν ξενοδοχείο από μια συμμορία γκάνγκστερς που έχει φτάσει εκεί για δικούς της όχι και πολύ τίμιους λόγους, κι όλοι μαζί παγιδεύονται από μια εφιαλτική τροπική καταιγίδα που όλοι περιμένουν να ξεσπάσει από ώρα σε ώρα. Όταν αυτή φτάνει οι μάσκες πέφτουν και ό αληθινός χαρακτήρας του καθενός διαγράφεται πολύ καθαρότερα.
Το κλειστοφοβικό κλίμα είναι κυρίαρχο στο φιλμ. Η ένταση ανάμεσα στους χαρακτήρες, έτοιμη ανά πάσα στιγμή να πυροδοτήσει το φυτίλι της έκρηξης, είναι διαρκής και βρίσκεται σε απόλυτη αντιστοιχία με την ένταση που επικρατεί πριν το ξέσπασμα της καταιγίδας. Σπάνια ο παραλληλισμός ανάμεσα στην ψυχολογία των ηρώων και τα εξωτερικά στοιχεία (της φύσης στην περίπτωσή μας) έχει δοθεί τόσο έξυπνα στο σινεμά. Και βέβαια, υπάρχει και η δευτερεύουσα, πλην όμως σημαντική, υποπλοκή με τη σχέση δυνατού - αδύνατου (όπου ο τελευταίος, οι ιθαγενείς ινδιάνοι εδώ, είναι αυτός που την πληρώνει δίχως να φταίει, ως κλασικός "συνήθης ύποπτος") και η κριτική στον όχι και τόσο δίκαιο Νόμο (πέστε τον μεροληπτικό να είστε μέσα). Τέλος - καθόλου ασήμαντο - υπάρχει και το δυνατό καστ με Χάμφρει Μπόγκαρντ, Λορίν Μπακόλ και Έντουαρντ Ρόμπινσον, οπότε η έννοια του κλασικού ταιριάζει γάντι στο φιλμ.
ΥΓ: Όσο για τη θεατρικότητα που ανέφερα στην αρχή, μη φοβηθείτε. Υπάρχει το διαρκές σασπένς, υπάρχει η τελευταία σκηνή δράσης στο γιωτ, υπάρχει και η σκηνοθεσία του Χιούστον, οπότε δεν νομίζω ότι θα κουραστείτε καθόλου.

Κυριακή, Ιουνίου 10, 2012

ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΣΚΙΕΣ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ - ΑΛΛΑ ΑΣΤΕΙΟΙ - ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ

Με το "Dark Shadows" του 2012 ο Tim Burton συνεχίζει ακάθεστος στο δρόμο που ο ίδιος χάραξε από την αρχή της καριέρας του: Αυτόν της ρομαντικής, γοτθικής, αλλά και γεμάτης χιούμορ ματιάς στον κόσμο - ή μάλλον στον κατά Μπάρτον κόσμο. Και μάλιστα και πάλι με τον αχώριστο τα πολλά τελευταία χρόνια Τζόνι Ντεπ.
Είναι γνωστό ότι ο Μπάρτον παραμένει ένα μεγάλο παιδί. Είναι λοιπόν απόλυτα φυσικό να επιλέξει να μεταφέρει στην οθόνη ένα σίριαλ της δεκαετίας του 60, το οποίο έβλεπε μανιωδώς σαν έφηβος, και το οποίο, σαν γενική κατάσταση, θυμίζει μάλλον "Οικογένεια Άνταμς" - αν και όχι τόσο κωμικό. Στην ταινία πάντως ο Μπάρναμπας, που μια μάγισσα, της οποίας τον έρωτα αρνηθηκε κάποιους αιώνες πριν, τον έχει κάνει βρικόλακα, επιστρέφει στο 1972, τη χρονιά που διαδραματίζεται η ιστορία, για να σώσει την παρακμάζουσα οικογένειά του.
Φυσικά βρισκόμαστε και εδώ στο απόλυτα αναγνωρίσιμο κλίμα του Μπάρτον. Ο Ψαλιδοχέρης, ο Γουίλι Γουόνκα, το ζεύγος του Σκαθαροζούμη και οι άλλοι ήρωές του βρίσκονται κι αυτοί εδώ (εννοώ ότι θυμίζουν τον κοινωνικά απροσάρμοστο πρωταγωνιστή). Η εικόνα είναι μερικές φορές εντυπωσιακή και όμορφη, πάντα στο γοτθικό κλίμα που προαναφέραμε, και γενικά προσωπικά το διασκέδασα πολύ, με τον τρόπο που μόνο ο Μπάρτον ξέρει να με διασκεδάζει. Και φυσικά υπάρχει το "σήμα κατατεθέν" κράμα ρομαντισμού, συγκίνησης, σκοτεινού στοιχείου (αρκετά σκοτεινού σε κάποια σημεία) και χιούμορ. Βρήκα επίσης πετυχημένη τη μεταφορά της πλοκής στα 1972, με το μετα - χίπικο κλίμα, τον πόλεμο του Βιετνάμ, τον Νίξον και τον... Alice Cooper, ο οποίος δίνει και συναυλία παίζοντας τον εαυτό του. Η ιδέα αυτή αποτέλεσε για μένα την πηγή των καλύτερων αστείων της ταινίας, με τον παλιομοδίτη Μπάρναμπας να βρίσκεται εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Τέλος δεν μπορώ παρά να αναφερθώ και στο εντυπωσιακό καστ με Τζόνι Ντεπ, Μισέλ Φάιφερ, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Εύα Γκριν και cameo εμφάνιση του Κρίστοφερ Λι.
Ξέρω ότι σε αρκετούς το φιλμ δεν άρεσε. Σίγουρα πρόκειται για μια ακόμα βερσιόν (επανάληψη αποκαλέστε την αν θέλετε) του γνώριμου μπαρτονικού κόσμου κι ίσως αυτό έχει πλέον κουράσει αρκετούς. Εμένα πάντως, όπως σας είπα και πριν, εξακολουθεί να με διασκεδάζει.

Πέμπτη, Ιουνίου 07, 2012

ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΣΕΧΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΒΕΡΝ

Έχω ξαναπεί ότι οι κινηματογράφοι αρκετών πρώην "ανατολικών" χωρών (βλ. χωρών "υπαρκτού σοσιαλισμού") γνώρισαν για δεκαετίες μεγάλη ακμή. Ιδιαίτερη θέση στην ακμή αυτή κατέχει το animation, με σημαντικότατες σχολές αυτές της Τσεχίας (τότε Τσεχοσλοβακίας) και Κροατίας (τότε Γιουγκοσλαβίας). Το "Vynalez zkazy" (κάτι σαν "Η διαβολική εφεύρεση", "The Fabulous World of Verne" όπως είναι γνωστό στα αγγλικά) είναι μια εξαίρετη τσέχικη ταινία του 1958 που γυρίστηκε από τον μετρ του είδους Karel Zeman.
Ασπρόμαυρο, συνδυάζει με ευφάνταστο τρόπο animation και αληθινούς ηθοποιούς και, όπως καταλαβαίνετε, είναι εμπνευσμένο από έργα του Ιουλίου Βερν. Για την ακρίβεια, ενώ το κλίμα του Βερν είναι άμεσα αναγνωρίσιμο στο στόρι (για το αισθητικό μέρος θα πούμε μετά), δεν είναι παρμένο από κανενα αυτούσιο έργο του, αλλά ένα σεναριακό "κολάζ", και μάλιστα πολύ πετυχημένο κατ' εμέ, από πολλά: "Οι 20000 Λεύγες κάτω από τη θάλασσα", "Η Μυστηριώδης Νήσος", "Μπροστά στη Σημαία", έρχονται αμέσως στο νου, αλλά υπάρχουν και αναφορές στον "Ροβήρο τον Κατακτητή" και σε πολλά άλλα. Πρόκειται ακριβώς για μια έξυπνη συρραφή του "θαυμαστού κόσμου του Βερν". Ο κακός, περίπου πειρατής, αλλά ιδιοφυής επιστήμονας που παραπέμπει κατευθείαν στον θρυλικό Νέμο, ο αφηρημένος επίσης ιδιοφυής καθηγητής που δεν καταλαβαίνει ότι χρησιμοποιείται για δόλιους σκοπούς, ο νεαρός επιστήμονας που αντιστέκεται, η απαραίτητη γυναίκα που θα ερωτευτεί ο τελευταίος και πολλές άλλες γνώριμες φιγούρες παρελαύνουν από το φιλμ. Φυσικά η ιστορία είναι μάλλον απλοϊκή και ηθελημένα παλιομοδίτικη, αλλά, πιστέψτε με, αυτό είναι το τελευταίο που σε νοιάζει σε μια ταινία σαν αυτή.
Δεν ξέρω αν έχετε δει ποτέ τις αυθεντικές εικονογραφήσεις των βιβλίων του Βερν, που συνοδεύουν και διάφορες ελληνικές εκδόσεις. Πρόκειται για χαρακτηριστικές ασπρόμαυρες, εντυπωσιακές συχνά γκραβούρες, που αναπαριστούν πάμπολλες σκηνές της πλοκής (υπήρχαν πολλές για κάθε βιβλίο). Αυτό ακριβώς το υλικό χρησιμοποιεί ο Zeman, άλλοτε χρησιμοποιώντας αυθεντικά μέρη απ' αυτές και άλλοτε δημιουργώντας άλλες, στο ίδιο ακριβώς κλίμα και στιλ, ώστε θα ορκιζόσουν ότι προέρχονται όντως από αυτές. Όλο αυτό το εκπληκτικό υλικό αποτελεί το φόντο, τα τοπία, αλλά και το πλήθος των κάθε λογής αντικειμένων. Σ' αυτό το θαυμάσιο σκηνικό κινούνται οι ήρωες, που όπως είπαμε είναι κανονικοί ηθοποιοί. Το αποτέλεσμα είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετικό αισθητικά. Αποτελεί έναν πρόγονο του κινήματος steam punk της επιστημονικής φαντασίας, αλλά και επηρρέασε πολλούς μεταγενέστερους δημιουργούς. Τα animation του Terry Gilliam, που έφτιαχνε τόσο για τις τηλεοπτικές σειρές όσο και για τα φιλμ των Monty Python, έρχονται αμέσως στο μυαλό. Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που είναι υπέροχα νοσταλγικό, έξυπνο, αλλά και απόλυτα ταιριαστό με το όλο στόρι και κλίμα της ταινίας.
Για αισθητικούς κυρίως λόγους, αν το πετύχετε πουθενά μην το χάσετε.
ΥΓ1: Και μην ακούσω από κανέναν ότι το "Roger Rabbit" ήταν η πρώτη ταινία που συνδύασε animation με αληθινούς ηθοποιούς!
ΥΓ2: Κάποιος πρέπει να μιλήσει σε σύγχρονους νοσταλγούς των "υπαρκτοσοσιαλιστικών" καθεστώτων για την εικόνα της γυναίκας σ' αυτά: Στο συγκεκριμένο φιλμ πρόκειται για απόλυτη γλάστρα, μάλλον χαζή, που την ενδιαφέρει μόνο το πλύσιμο / σκούπισμα και άλλα συναφή και είναι καθαρά διακοσμητικό στοιχείο. Ούτε στο χειρότερο Χόλιγουντ δεν συμβαίνει σε τέτοιο βαθμό, αν μάλιστα σκεφτούμε ότι πρόκειται για μια κατά τα άλλα θαυμάσια και ευφάνταστη ταινία.

Τρίτη, Ιουνίου 05, 2012

Ο "ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ" ΤΩΝ ΝΑΖΙ (Ή ΟΤΑΝ ΟΙ ΝΑΖΙ ΕΧΟΥΝ ΠΛΑΚΑ)

Το "Iron Sky" (2012), πρώτη ταινία του φινλανδού Timo Vuorensola, αν μη τι άλλο είναι διασκεδαστικό. Αλλά ας δούμε πρώτα τις ιδιαιτερότητές του: Πρόκειται για μια σάτιρα επιστημονικής φαντασίας, πρόκειται για μεγάλη και προσεγμένη παραγωγή και είναι φινλανδο-γερμανική (και μερικών άλλων ευρωπαϊκών χωρών) παραγωγή. Και επί πλέον διαθέτει και σχετικά πρωτότυπη ιδέα.
Όταν αστροναύτες προσγειώνονται στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, αντικρίζουν έκθαμβοι... μια ολόκληρη ναζιστική αποικία. Οι ναζί είχαν εγκατασταθεί εκεί από τον πόλεμο, είχαν ανακηρύξει δικό τους φύρερ (τον καλτ Ούντο Κίερ) και είχαν αποκοπεί από τη γη. Τώρα, αγνοώντας πλήρως τις εξελίξεις στη γη - και την σύγχρονη τεχνολογία - ετοιμάζονται να επιτεθούν σ' αυτή για να πραγματώσουν το παλιό ναζιστικό όνειρο της κατάκτησής της. Ένα μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στη σελήνη και ένα άλλο στη γη, κατά τη διάρκεια της εισβολής.
Η ταινία διαθέτει χιούμορ - είναι σάτιρα άλλωστε, το είπαμε - αλλά όχι και πολύ σπουδαίο κατά τη γνώμη μου. Σεναριακά, όλα γίνονται κάπως... πώς να το πω... εύκολα και γρήγορα. Εντάξει, πλάκα κάνει, θα μου πείτε, τι ψάχνεις τώρα, αλλά να, θα το ήθελα κάπως πιο προσεγμένο σεναριακά. Πάντως η ιδέα του άτυχου αστροναύτη που προσεληνώνεται στην αγκαλιά των ναζί και όταν βγάζει στο σκάφανδρο ανακαλύπτουμε ότι είναι μαύρος, είναι εξαιρετική και πυροδοτεί το σενάριο - αν και, επαναλαμβάνω, όχι τοσο καλά όσο θα μπορούσε. Ωστόσο τον θεατή αποζημειώνει νομίζω η εντυπωσιακή παραγωγή: Τα σκηνικά είναι πολύ καλά, όπως και η όλη ατμόσφαιρα. Σε ολόκληρο το φιλμ κυριαρχούν οι γκριζόμαυροι, μεταλικοί τόνοι, πράγμα που και ατμόσφαιρα δημιουργεί και ταιριαστό με το όλο στόρι είναι. Τα διάφορα κλισέ της ΕΦ χρησιμοποιούνται και σατιρίζονται (ο υπερεπιστήμονας με την όμορφη κόρη, ο έρωτας του γήινου προς αυτή, ο κακός ναζί που θέλει να γίνει φύρερ στη θέση του φύρερ κλπ.)
Γενικά, νομίζω ότι αν σκεφτείτε ότι τεχνικά το φιλμ είναι καλό και ατμοσφαιρικό και δεν είναι αμερικάνικο, αλλά μια εντελώς ασυνήθιστη ευρωπαϊκή παραγωγή, θα εξαφτεί η περιέργειά σας. Δείτε το λοιπόν για το αξιοπερίεργο του πράγματος κυρίως, κι ας το θεωρώ κάπως μια χαμένη ευκαιρία - ήπια πάντως, δεν είναι κάτι πολύ κακό, το είπα.

Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2012

ΣΚΟΤΕΙΝΗ "ΧΙΟΝΑΤΗ"

Φαίνεται ότι το 2012 το Χόλιγουντ (ξανα)ανακάλυψε το κλασικό παραμύθι της Χιονάτης με τους επτά νάνους και βάλθηκε να το μεταφέρει, με τα σημερινά αισθητικά δεδομένα, στην οθόνη. "Η Χιονάτη και ο Κυνηγός" είναι η δεύτερη φετινή βερσιόν που βλέπουμε στα σινεμά. Γυρίστηκε από τον πρωτοεμφανιζόμενο Rupert Sanders και δεν είναι καθόλου για πέταμα νομίζω.
Αυτό που πρώτα - πρώτα πρέπει να ξέρει κάποιος είναι ότι το φιλμ δεν είναι καθόλου παιδικό. Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς είναι η απόλυτα σκοτεινή ατμόσφαιρά του. Το παραμύθι των αδελφών Γκριμ έχει υποστεί κάμποσες αλλαγές και έχει γίνει ένας ενήλικος μύθος με απόλυτα γοτθική ατμόσφαιρα, που σε ορισμένα σημεία φλερτάρει και με τη ταινία τρόμου. Οι μάχες είναι άγριες, τα συναισθήματα πιο πολύπλοκα από το συνηθισμένο σε τέτοιες ταινίες και, πάνω απ' όλα, η κακιά βασίλισσα είναι πολύ κακιά! Η Σαρλίζ Θερόν, που ούτως ή άλλως έχει αποδείξει ότι δεν φοβάται να μεταμορφωθεί σε άσχημη, κλέβει νομίζω την παράσταση και βγάζει με απολαυστικό τρόπο τον πιο κακό εαυτό της. Ακόμα κι εδώ πάντως, η απόλυτη κακία προσπαθεί να δικαιολογηθεί, με την έννοια ότι βλέπουμε το παρελθόν της και το γιατί έγινε έτσι. Και, επι πλέον, διαθέτει και μια φεμινιστική διάσταση, αφού κάνει ό, τι κάνει εν ονόματι της εκδίκησης των γυναικών για τα όσα έχουν υποστεί από τους άντρες! Όσο για τους περίφημους επτά νάνους (οι οποίοι σημειωτέον ερμηνεύονται από γνωστούς ηθοποιούς μεταξύ των οποίων και ο Μπομπ Χόσκινς), δεν έχουν τόσο κεντρικό ρόλο όσο στο παραμύθι και εμφανίζονται κάπου στα μισά του φιλμ. Πολύ ενδιαφέρον έχει επίσης και ο χειρισμός της ερωτικής ιστορίας, που δεν είναι ξεκάθαρη, αλλά παραμένει ανοιχτή ως το τέλος, αρνούμενη εύκολα χάπι εντ.
Κατά τα άλλα, μιλάμε βέβαια για μια θεαματική, σκοτεινή περιπέτεια, που προσωπικά με κράτησε. Γενικά βρήκα την ταινία καλύτερη απ' ό,τι περίμενα, κυρίως λόγω του πανταχού παρόντος σκοτεινού, γοτθικού στοιχείου που πραναφέραμε και την σχετικά ενήλικη προσέγγιση του θέματος, με στοιχεία από Ζαν ντ'Αρκ έως Εξκάλιμπερ και από τον κόσμο του Τιμ Μπάρτον (χωρίς το χιούμορ όμως) έως τον "Αρχοντα των Δαχτυλιδιών". Κι αν τα ξεχάσετε πάντως όλα αυτά, η ταινία, δίχως να διαθέτει συγκλονιστικές ανατροπές, νομίζω ότι βλέπεται ευχάριστα.

Σάββατο, Ιουνίου 02, 2012

13 ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ... ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ

Υπάρχουν ταινίες που όταν είναι κακές... είναι πολύ κακές. Ιδανικό παράδειγμα, για μένα τουλάχιστον, το ανεκδιήγητο "Thirteen Ghosts" (2001) του Steve Beck, ο οποίος την επόμενη χρονιά γύρισε το επίσης αδιάφορο Ghost Ship και μετά, ευτυχώς, εξαφανίστηκε.
Τα Φαντάσματα λοιπόν είναι βέβαια ταινία τρόμου, αλλά δεν είμαι και πολύ σίγουρος γι' αυτό. Είναι επίσης κάτι σαν κωμωδία, παρωδία του είδους τέλος πάντων, αλλά ούτε και γι' αυτό παίρνω όρκο. Αν θέλετε να το πω πιο καθαρά, θέλει να είναι τρόμου, αλλά δεν φοβήθηκα ούτε σε μία σκηνή και θέλει να έχει και χιούμορ, αλλά ούτε μια φορά δεν έσκασε το χείλι μου. Τόσο καλά...
Με ένα αλλ' αντ' άλλων σενάριο, βάζει μια οικογένεια (μπαμπάς, δύο παιδιά, νταντά) να κληρονομούν το σπίτι ενός θείου που έχει για χόμπι να συλλέγει και να αιχμαλωτίζει... φαντάσματα με φριχτή όψη, τα οποία σημειωτέον βρίσκονται παγιδευμένα στο υπόγειο του σπιτιού. Όταν λοιπόν φτάσει εκεί η ανύποπτη οικογένεια, καταλαβαίνετε τι έχει να γίνει!
Το ντιζάιν του σπιτιού, χαώδες, όλο φτιαγμένο από γυαλί, γεμάτο μαγικά σύμβολα και μηχανές που κινούνται διαρκώς, είναι όντως εντυπωσιακό. Εκεί σταματάνε και τα θετικά της ταινίας. Από εκεί και πέρα υπάρχει μια διαρκής βαβούρα που πληγώνει και τα πιο κακόγουστα αυτιά, υπάρχουν διαρκείς εμφανίσεις φαντασμάτων που ποτέ δεν καταφέρνουν, για άγνωστο λόγο, να πιάσουν την οικογένεια, υπάρχει ο αντιπαθητικός και λες με επίτηδες κακή ηθοποιία βοηθός και συνεργάτης του θείου, υπάρχει το όλο κενά σενάριο, υπάρχει ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές κρύο χιούμορ που μπορεί να σε τρομάξει περισσότερο κι από τα ίδια τα φαντάσματα, υπάρχει το απόλυτο ναδίρ της ψυχολογίας των ηρώων, υπάρχει και η απαραίτητη γλυκανάλατη παρουσία της νεκρής μαμάς που δηλώνει, όπως κάθε νεκρή μαμά, ότι αγαπά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την οικογένεια, η δύναμη της οποίας άλλωστε είναι ικανή να τσακίσει κάθε εμπόδιο... Και σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλα κακά που ξεχνώ και θα ανακαλύψετε μόνοι σας αν καταφέρετε να δείτε μέχρι τέλους το φιλμ.
Σπάνια θεώρησα ταινία τόσο κακή. Η ντιζαϊνιά μάλιστα και η "μοντερνιά" (βλέπε άχρηστα εφέ και η φασαρία που προανέφερα) κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Τι να κάνουμε όμως; Αυτά παθαίνεις αν είσαι παμφάγο κινηματογραφικά ον...

eXTReMe Tracker