Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2007

ΨΙΘΥΡΟΙ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΚΟΥΣΕΙ


Το Stir of Echoes (Ψίθυροι των Πνευμάτων) του David Koepp είναι μια ακόμα ταινία με φαντάσματα. Γυρισμένη το 1999, έχει σαν ατού της τον Κέβιν Μπέικον, που σηκώνει όλο το βάρος της ερμηνείας, προσπαθεί να είναι τρομακτική (αλλά δεν είναι τόσο) και γενικά, το μεγάλο της πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί πολλές φορές και μάλιστα με πολύ καλύτερο τρόπο, κυρίως από ασιάτες, ανάμεσα στους οποίους οι ιστορίες με πνεύματα και φαντάσματα είναι συνηθέστατες. Αλήθεια, πόσες φορές έχετε δει στοιχειωμένο σπίτι, επειδή κάποιο φάντασμα (που ανήκε φυσικά σε άτομο που πέθανε με βίαιο τρόπο) "πιέζει" για να γίνει αντιληπτό και να λυτρωθεί; Δεν είναι ότι είναι εντελώς κακή ταινία, αλλά να, είναι σχετικά άνευρη και έχεις συνεχώς την αίσθηση πως "κάπου το ξέρεις αυτό".
Από τα θετικά σημεία θεωρώ κάτι που σπάνια δείχνεται σε ταινίες του είδους: ΟΚ, υπάρχει πάντοτε κάποιος/οι που βλέπουν περίεργα πράγματα, ενώ οι γύρω τους δεν παίρνουν χαμπάρι. Δεν είναι απόλυτα φυσικό αυτοί οι "ελαφροϊσκιωτοι" να σαλτάρουν πλήρως; Ενώ λοιπόν αυτό το σαλτάρισμα σπάνια το βλέπουμε, εδώ ο Μπέικον τα παίζει κανονικά, καταστρέφει άθελά του τη σχέση με τη γυναίκα του, γίνεται άλλος άνθρωπος γεμάτος ψυχαναγκασμούς όταν τα φαινόμενα αρχίζουν να πληθαίνουν. Αυτό είναι ενδιαφέρον. Α, υπάρχει και το αστυνομικό στοιχείο, το "ποιος το έκανε" που κάτι προσθέτει. Αυτά τα λίγα μόνο.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 27, 2007

ΑΣ ΤΑ ΠΑΡΕΙ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΠΕΝΤΕ...

Μετά από έντονες πιέσεις που δέχτηκα (φάλαγγα, στέρηση ύπνου, απειλές κατά των δικών μου, υποχρεωτική παρακολούθηση επί 24ώρου βάσεως του Rocky Balboa κλπ.) υποκύπτω κι εγώ στο παιχνιδάκι των βλόγερς και αποκαλύπτω:
1. Είμαι λάτρης του φανταστικού σε όλες του τις μορφές (λογοτεχνία, κόμικς, σινεμά κλπ.) Και η προσωπική μου παραγωγή άλλωστε ανήκει κυρίως στον χώρο αυτόν.
2. Σιχαίνομαι βαθύτατα την τηλεόραση. Έχω σπίτι μου μόνο για κανένα DVD πού και πού. Δεν βλέπω ούτε καν ταινίες σ' αυτήν. Εξακολουθεί να με ενοχλεί το ότι τις κόβουν για να βάλουν *@#&^%διαφημίσεις.
3. Μεγάλωσα, όμως ακόμα ασχολούμαι με τα μίκυ μάου (που επισήμως πλέον ονομάζονται κόμικς). Όταν ήμουν μικρός στην επαρχία, είμαστε χωρισμένοι σε φανς του Μπλεκ, του Ζαγκόρ και του Όμπραξ (κάτι σαν ΟΣΦΠ, ΠΑΟ, ΑΕΚ). Εγώ ήμουν πάντα οπαδός του Ζαγκόρ. Είχα γύρω στα 100 τεύχη. Μετά τις - κοινές σε όλο τον ενήλικο πληθυσμό - μαμαδικές εκκαθαρίσεις, δεν έχω πια κανένα. Όχι ότι θα τα μελετούσα σήμερα, αλλά νά, για τη νοσταλγία...
4. Όταν ταξιδεύω, δεν πάω συστηματικά σε μέρη που μ΄ αρέσουν και μόνο, αλλά όπου προκύψει. Δεν αρνούμαι κανένα που μου προτείνεται (ε... το Ιράκ αποτελεί εξαίρεση) κι ας μην σκόπευα να πάω εκεί από μόνος μου. Μακάρι να μπορούσα να πάω παντού.
5. Όταν ήμουν μικρός πίστευα ακράδαντα ότι το γνωστό λαϊκό άσμα "Όνειρο δεμένο στο μουράγιο..." έλεγε "Όνειρο δεμένο στο μουλάρι..." και προβληματιζόμουν βαθύτατα για τη σημασία του.
Αυτά.
Εγώ δεν είμαι τόσο κακός να "δώσω" άλλους πέντε...

Σάββατο, Φεβρουαρίου 24, 2007

Η ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ


Δύο στα δύο λοιπόν. Η δεύτερη ταινία του Γιάννη Οικονομίδη "Η ψυχή στο στόμα" καταφέρνει να δώσει στο θεατή μια ακόμα πιο δυνατή γροθιά στο στομάχι απ' όσο το "Σπιρτόκουτο". Ο κόσμος εδώ, η ελληνική κοινωνία για την ακρίβεια, είναι ακόμα πιο σκοτεινός, ακόμα πιο αδιέξοδος, ακόμα πιο πνιγηρός. Μέσα σε μια καθημερινότητα που κυριολεκτικά σκοτώνει, δίχως την παραμικρή χαραμάδα φωτός, ο ήρωας, σαλταρισμένος από την πρώτη κιόλας σκηνή, περιφέρεται αμέτοχος, χωρίς να αντιδρά (δεν μπορεί άλλωστε), χωρίς να μιλά σχεδόν, ενώ καταπιέζεται και τρώει απανωτές σφαλιάρες από τους πάντες γύρω του (γυναίκα, εργοδότη, συνάδελφους, συγγενείς κλπ.) Ακόμα και από απλούς γνωστούς, το μόνο που εισπράττει είναι μία απύθμενη οργή, ίσως όχι για το πρόσωπό του ειδικά, αλλά για τα πάντα γύρω τους.
Η ταινία παρακολουθείται πολύ δύσκολα. Πολλοί δεν αντέχουν αυτή την αδυσώπητη ψυχολογική βία, τη συνεχή, δίχως το παραμικρό διάλειμμα πίεση του ήρωα από τους πάντες και τα πάντα. Σημειωτέον ότι μιλάμε για ψυχολογική βία και μόνο. Δεν υπάρχει σχεδόν καμιά σκηνή σωματικής βίας, αυτό το γεγονός όμως σε καμιά περίπτωση δεν ελαφρύνει τα πράγματα. Κάθε άλλο. Αλλά αυτό που πραγματικά προκαλεί overdose είναι η λεκτική βία. Το 90% ίσως των όσων λέγονται αποτελούνται από βρισιές. Οι πάντες μιλάνε βρίζοντας, εκφράζονται αποκλειστικά με βρισιές, μερικές από τις οποίες μάλιστα ιδιαιτέρως ευφάνταστες (ίσως και να αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ το ποσοστό τους επί του συνολικών διαλόγων).
Αν καταφέρετε να τα αντέξετε όλα αυτά, θα διαπιστώσετε ότι ο Οικονομίδης είναι καλός σκηνοθέτης και κάνει ένα προσωπικό, άμεσα αναγνωρίσιμο σινεμά. Το μεγάλο ατού του είναι η εξαιρετική διεύθυνση των ηθοποιών, όλων ανεξαιρέτως, οι οποίοι είναι πειστικότατοι στους απάνθρωπους ρόλους τους. Είναι αλήθεια ότι απομονώνει και μεγενθύνει μονάχα ό,τι αποκρουστικότερο υπάρχει στην καθημερινή μας ρουτίνα, αποκλείοντας οτιδήποτε ευχάριστο (αυτή ακριβώς η καθημερινότητα, η οικειότητα που νοιώθουμε με τα τεκταινόμενα, είναι που κάνουν αβάσταχτες σχεδόν στη θέασή τους τις ταινίες του). Αυτό όμως το κάνει με εξαιρετικά αποτελεσματικό τρόπο. Ο κίνδυνος είναι όλο αυτό το μικροσύμπαν να γίνει μανιέρα και απλή επανάληψη. Βρίσκεται όμως ακόμα στην αρχή και - δεδομένων των ικανοτήτων του - κάλλιστα μπορεί να αποφύγει κάτι τέτοιο.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22, 2007

ΕΚΘΑΜΒΩΤΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ, ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΕΣ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ


Στον "Ήρωα" το βάρος έπεφτε στο επικό στοιχείο και στις απίστευτα χορογραφημένες μάχες. Στα "Ιπτάμενα στιλέτα" ο ρομαντισμός και η ποίηση είχαν τον πρώτο λόγο μέσα από πανέμορφες εικόνες. Στην "Κατάρα του χρυσού λουλουδιού" ο Yimou Zhang ρίχνει το βάρος στην τραγωδία στους κόλπους της πανίσχυρης αυτοκρατορικής οικογένειας. Και πάλι η λέξη "απίστευτα" έχει θέση εδώ, μόνο που αφορά πλέον τα εσωτερικά του παλατιού, τα εξωφρενικά φορέματα, τους άπειρους στρατούς. Είναι τόσος ο πλούτος, η χλιδή, το μεγαλείο, που ο θεατής μοιάζει να πνίγεται, να μπουχτίζει από τα μυριάδες χρώματα, τον χρυσό που καταλαμβάνει κάθε τετραγωνικό εκατοστό της οθόνης, τα αναρίθμητα, πολύπλοκα διακοσμητικά μοτίβα που στροβιλίζονται θαρρείς γύρω του. Μέσα σ' αυτό το χαώδες, υπερ-μπαρόκ περιβάλλον, το πιο βαρυφορτωμένο που έχω δει ποτέ, το ζοφερό δράμα, με τις αιμομεικτικές σχέσεις, τις πολύπλοκες ίντριγκες, τους φόνους και τις συνωμοσίες, μοιάζει να ασφυκτιά.
Υπάρχουν και οι (λίγες σε σχέση με τις προηγούμενες δύο ταινίες) σκηνές μονομαχιών και μαχών, όπου η ανάσα κόβεται τόσο από τις γεωμετρικές διατάξεις των πάντων, όσο κυρίως και με τα απίστευτα πλήθη που κατακλύζουν κάθε πιθανό χώρο. Πραγματικά εντυπωσιακή η τελική μάχη - σφαγή πάνω στα εκατομμύρια χρυσάνθεμα, φριχτή και η αλληλοσφαγή στους κόλπους της αυτοκρατορικής οικογένειας. Υποθέτω ότι τα κομπιούτερ συνέβαλαν για τα καλά για τη δημιουργία όλων αυτών. Τι μου έμεινε όμως μετά από όλο αυτό το "μπούκωμα", το όργιο των εικόνων; Ότι η εξουσία είναι πιο αδυσώπητη, εγκληματική και αδίστακτη από κάθε εγκληματία και στραγγαλίζει κάθε προσωπικό και ανθρώπινο συναίσθημα αν θέλει να παραμείνει πανίσχυρη.
Νομίζω όμως ότι μάλλον μου άρεσε λιγότερο από τις δύο προηγούμενες ταινίες της τριλογίας. Δείτε το αν θέλετε κυρίως για λόγους απόλυτου, σε βαθμό λιγώματος, εντυπωσιασμού (και καταλάβετε γιατί οι κινέζοι θα κάνουν δεν ξέρω τους καλύτερους, αλλά σίγουρα τους πιο εντυπωσιακούς ολυμπιακούς).
ΥΓ: Πάντως οι ταινίες του Γιμού εξακολουθούν να μ' αρέσουν γενικά περισσότερο από τις αντίστοιχες του άλλου διάσημου κινέζου σκηνοθέτη, του Κάιγκε.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2007

ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ


Το "Ημερολόγιο ενός σκανδάλου" (Notes on a scandal) του Richard Eyre διαφημίζεται σαν μια ταινία που αναφέρεται στη σχέση μιας καθηγήτριας με έναν 15χρονο μαθητή της. Όχι ακριβώς. Η εν λόγω σχέση αποτελεί το έναυσμα μόνο, την αφορμή για τα όσα συμβαίνουν σ' αυτήν. Σε καμία περίπτωση η ταινία δεν επικεντρώνεται στην απαγορευμένη αυτή σχέση. Αντίθετα το βάρος πέφτει στη σχέση των δύο γυναικών: Της νέας καθηγήτριας και της ηλικιωμένης συναδέλφου της (που είναι και η ουσιαστική πρωταγωνίστρια), μιας ψυχρής, ανέραστης, στεγνής και, τελικά, πέρα για πέρα "άρρωστη" προσωπικότητας. Το δράμα κορυφώνεται σιγά - σιγά, η ένταση ανεβαίνει και, τελικά, αυτό που βλέπουμε είναι στην ουσία ένα θρίλερ, μόνο που όσα συμβαίνουν είναι σε καθαρά ψυχολογικό επίπεδο (αν εξαιρέσεις βέβαια τη βία των δημοσιογράφων). Μπορούμε λοιπόν να τη διαβάσουμε και σαν μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη για το πού οδηγεί η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, ο απόλυτος συντηρητισμός και η υποταγή στην άχρωμη, καθημερινή ρουτίνα.
Παράλληλα υπάρχουν και οι νύξεις για την ταξική προέλευση όλων αυτών (εντελώς διαφορετική καταγωγή και background της "ελεύθερης" Μπλάνσετ και της καταπιεσμένης Dench), καθώς και για τον φασισμό των δημοσιογράφων ("κίτρινων" υποθέτω, εσπρεσοτραφικοειδών και άλλων τέτοιων ζωντανών) με την αδίστακτη καταρράκωση των πάντων στην υπόθεση του σκανδάλου. Και πάνω απ' όλα υπάρχει η εκπληκτική ηθοποιία και των δύο, με κυρίαρχη βέβαια την Judi Dench, η οποίοα δίκαια είναι υποψήφια για Όσκαρ.
Μοναδική, μικρή, αντίρρηση η εξέλιξη του χαρακτήρα της Ντεντς προς το τέλος, όταν εμφανίζεται ως είδος "ψυχικού" σίριαλ κίλερ. Ίσως να είναι κάπως τραβηγμένο και "φωναχτό", ωστόσο ελάχιστα μου στέρησε την απόλαυση μιας πολύ ενδιαφέρουσας ταινίας.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 18, 2007

ΜΑΓΟΙ ΚΑΙ ΓΗΤΕΥΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ


Φαίνεται ότι η φέτος είναι η χρονιά των showmen μάγων. Πώς αλλιώς να εξηγήσεις σε τόσο σύντομο διάστημα μετά το Prestige, μια ακόμα ταινία με παρόμοιο θέμα; "Ο μάγος Αϊζενχάιμ" (The illusionist) του Neil Burger είναι λιγότερο εντυπωσιακή από το προαναφερθέν Prestige, με αρκετές κατά τη γνώμη μου σεναριακές τρύπες. Είναι ωστόσο καλογυρισμένη, κρατά τον θεατή και εν γένει σώζεται χάρη στις πολύ καλές ηθοποιίες του Έντουαρντ Νόρτον και Πολ Τζιαμάτι και χάρη στην ενδιαφέρουσα μουντή φωτογραφία, που δημιουργεί υποβλητική ατμόσφαιρα. Στην οποία βεβαίως συνεισφέρει και η Πράγα, όπου έχει γυριστεί, που ούτως ή άλλως είναι από τις εντυπωσιακότερες πόλεις της Ευρώπης. Ενδιαφέρουσες και κάποιες νύξεις για την ταξική καταγωγή σε σχέση με τις δυνατότητες των χαρακτήρων, όπως επίσης και αυτές περί σχέσεων εξουσίας και κοινού και περί της δύναμης της τέχνης (ή του θεάματος τέλος πάντων), που εδώ απειλεί σχεδόν να ανατρέψει το καθεστώς της εποχής. Ρομαντικό - αισθηματικό δράμα, θρίλερ μυστηρίου αστυνομικού στυλ, πολιτικές ίντριγκες και κάμποση μαγεία (μάλλον δίχως υπερφυσικό στοιχείο κατά το σενάριο) μπλέκονται για να μας δώσουν ένα ενδιαφέρον και γοητευτικό μεν μείγμα, αλλά με κάμποσες αντιρρήσεις από μέρους μου, σεναριακές κυρίως.
Κατ' αρχάς ο Αϊζενχάιμ παρουσιάζεται σχεδόν παντοδύναμος: Κάνει ό,τι θέλει και ό,τι του ζητήσουν, έστω κι αν είναι απροετοίμαστος γι' αυτό. Δεν αποκαλύπτεται φυσικά ποτέ πώς κάνει τα κόλπα, αλλά, καταλαβαίνετε, όλη αυτή η απίστευτη (και αδικαιολόγητη) παντοδυναμία του κάνει τα πράγματα πολύ πιο εύκολα γι΄ αυτόν (και για τον σεναριογράφο). Όπως επίσης βρήκα ξενέρωτο - παραχώρηση μάλλον σε άνωθεν απαιτήσεις - το τέλος. Αν η ταινία τέλειωνε λίγα λεπτά πριν, θα μου άφηνε καλύτερες εντυπώσεις. Ως έχει όμως, κάνει τα πράγματα ακόμα πιο απίθανα.
Πέραν αυτών πάντως δεν στερείται νομίζω κινηματογραφικού ενδιαφέροντος.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2007

ΠΟΙΑ "ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ";


Η "Ταυτότητα" (Identity) του James Mangold είναι ένα θρίλερ του 2003 το οποίο, μάλλον συνειδητά, παραπέμπει στο "Ψυχώ". Λέω μάλλον συνειδητά, αφού και εδώ όλα γίνονται μέσα σε ένα μοτέλ στο μέσον του πουθενά. Εκεί μαζεύονται, χάρη σε μια σειρά από εξωφρενικές συμπτώσεις, διάφοροι χαρακτήρες και... οι φόνοι αρχίζουν. Το μυαλό μας πάει αρχικά σε μια αλά Άγκαθα Κρίστι ιστορία, αφού κατά τη διάρκειά του, όλοι σχεδόν γίνονται διαδοχικά ύποπτοι. Ποιός απ' όλους ειναι ο σίριαλ κίλερ; Από την άλλη, υπάρχουν και κάποιες πινελιές μεταφυσικού στοιχείου, έτσι για να θολώσουν κι άλλο την κατάσταση. Πλην όμως η λύση βρίσκεται πολύ μακριά απ' όλα αυτά. Πού; Δεν θα σας το αποκαλύψω φυσικά.
Μια σειρά από ανατροπές, καθώς και η κλειστοφοβική, αδιέξοδη ατμόσφαιρα, κάνουν την ταινία να παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον. Η λύση είναι όντως ευφάνταστη και εντελώς απροσδόκητη. Πλην όμως, όλη αυτή η αγωνιώδης προσπάθεια για πρωτοτυπία και ανατροπή στην ανατροπή, την κάνουν (την τελική λύση εννοώ) κάπως τραβηγμένη από τα μαλλιά. Ένας ψυχίατρος θα μπορούσε να μας διαφωτίσει για το κατά πόσον αληθοφανή είναι όλα αυτά. Εγώ αδυνατώ. Δεν νομίζω επίσης ότι χρειαζόταν και πολύ αυτή η τελευταία (πολλοστή) ανατροπή.
Παρά τη σχετική μου γκρίνια ωστόσο, πέρασα αρκετά καλά βλέποντάς το (σε DVD). Και υποστηρίζεται και από ένα εντυπωσιακό καστ ονομάτων (Κιούζακ, Λιότα, ΝτιΜορναί, Μολίνα κ.ά.) Δεν τη θεωρώ κακή ταινία. Απλώς υπερβολική.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 13, 2007

ΠΝΙΓΗΡΟΙ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ ΣΕ ΔΥΟ ΕΠΙΠΕΔΑ



Ο "Λαβύρινθος του Πάνα" ("...του Φαύνου" είναι ο πρωτότυπος ισπανόφωνος τίτλος) του Guillermo del Toro αποδεικνύει ότι αυτός ο μεξικάνος είναι σπουδαίος σκηνοθέτης όταν κάνει τα δικά του (εννοώ όχι στυλ Blade II και τέτοια). Για του λόγου το αληθές ανατρέξτε στη "Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου" του 2001. Αυτή, μαζί με τον τωρινό "Λαβύρινθο", είναι κατά τη γνώμη μου και οι καλύτερές του (δίχως να παραβλέπω και το διασκεδαστικό Hellboy).

Πριν πω οτιδήποτε άλλο οφείλω να προειδοπιήσω ότι αυτή εδώ η ταινία είναι για πολλούς δυσβάσταχτη. Πολλά στομάχια θα ανακατωθούν, τόσο από την έντονη βία, ενίοτε σπλάτερ, όσο και από την όλη πνιγηρή και σκοτεινή ατμόσφαιρα. Αν δεν αντέχετε, μην το κάνετε (χάνοντας πάντως ένα εξαιρετικό φιλμ).

Ο "Λαβύρινθος..." λοιπόν κινείται σε δύο επίπεδα: Στο πραγματικό και στο φανταστικό. Είναι εντυπωσιακό το πόσο καλά δένουν αυτές οι δύο παράλληλες αφηγήσεις, παράλληλοι κόσμοι, ώστε το πέρασμα από τον έναν στον άλλον να μην ενοχλεί καθόλου. Το κοριτσάκι, που μην αντέχοντας την αφόρητη καθημερινότητα, καταφεύγει στο φανταστικό, παραπέμπει στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων (αν και η εδώ "Χώρα των Θαυμάτων" είναι πολύ πιο ζοφερή από αυτήν του Λούις Κάρολ). Ζοφερότητα που, τόσο στον πραγματικό όσο και στον φανταστικό κόσμο, τονίζεται από τα καταθλιπτικά περιβάλλοντα, το κλειστοφοβικό κλίμα (από τον μύλο/οχυρό/κατοικία δεν υπάρχει καμιά διαφυγή για τη μικρή ηρωίδα, στον πραγματικό κόσμο τουλάχιστον) και τη σκοτεινή φωτογραφία, με κυρίαρχο χρώμα το μαύρο (γενικά, τόσο η σκηνογραφική δουλειά όσο και τα εφφέ είναι εξαιρετικά). Το απόλυτο κακό στην ταινία ταυτίζεται με τον φασισμό (της Ισπανίας του Φράνκο συγκεκριμένα), δίνοντας έτσι και μια πολιτική διάσταση. Μοναδική μου αντίρρηση είναι ότι ο κακός, ο φασίστας λοχαγός δηλαδή, είναι πολύ κακός, τόσο, που κινδυνεύει να γίνει καρικατούρα. Από την άλλη, αν κανείς το δει σε συμβολικό επίπεδο, αφού ούτως ή άλλως η ταινία περιέχει πλήθος συμβόλων, ίσως αυτή η συσσώρευση κακίας και σαδισμού να είναι ηθελημένη, ως σύμβολο ακριβώς του φασισμού. Ο τρόπος σκέψης του άλλωστε είναι πολύ ταιριαστός μ' αυτόν ενός συνειδητού φασίστα.

Υπάρχει κι ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον στοιχείο: Σας είπα στην αρχή ότι η ταινία είναι δυσβάσταχτη. Ε, λοιπόν, η συντριπτικα μεγαλύτερη ποσότητα φρίκης και ζοφερότητας συμβαίνει στο πραγματικό επίπεδο, στην ρεαλιστική ιστορία. Οι τρόμοι που παραμονεύουν την μικρή ηρωίδα στον παράλληλο, φανταστικό κόσμο, είναι πταίσματα μπρος στις ανείπωτες τερατωδίες που συμβαίνουν στον κανονικό. Για τον λόγο αυτόν η ταινία μας ταράζει πολύ περισσότερο.

Δείτε το - αν αντέξετε. Για μένα έχει επάξια κερδίσει τη θέση του στα δέκα καλύτερα της σεζόν.


Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2007

ΒΡΩΜΙΚΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ


Να λοιπόν που οι "πολιτικά σκεπτόμενες" ταινίες πληθαίνουν στο Χόλυγουντ. Το αναφέραμε στις ταινίες του Κλούνεϊ, στον "Επίμονο Κηπουρό" κλπ. Το "Ματωμένο διαμάντι" (Blood Diamond) του Edward Zwick κεντράρει και πάλι στην τραγική κατάσταση της μαύρης Αφρικής και στις τερατώδεις ευθύνες των δυτικών (κυβερνήσεων και μη) γι' αυτήν. Συγκεκριμένα, μιλά για το βρώμικο εμπόριο διαμαντιών, που εξάγονται (από τη γη) κάτω από εφιαλτικές συνθήκες και στη συνέχεια εξάγονται (από τη χώρα) παράνομα. Και για τους αιματηρότατους πολέμους (εμφύλιους κυρίως) που προκαλούν και συντηρούν οι δυτικοί πάντα, αδίστακτοι μπρος τα συμφέροντά τους. Φυσικά και εδώ η Αφρική κάθε άλλο παρά ειδυλιακή και εξωτική είναι και βρίσκεται μίλια μακριά από την σαφάρι εικόνα που πολλοί εξακολουθούν να έχουν γι' αυτή.

Η ταινία έχει έναν κάποιον διδακτισμό και μανιχαϊσμό (οι αντάρτες δείχνονται ξεκάθαρα κακοί, οι θεατές, όπως και οι ήρωες, νοιώθουν ασφάλεια κοντά στα κυβερνητικά στρατεύματα, αν και είναι γνωστό ότι σ' αυτές τις περιπτώσεις οι σφαγές και τα κάθε λογής εγκλήματα είναι απόλυτα μοιρασμένα). Πέραν αυτού πάντως - και διατηρώντας πάντοτε έναν θετικό και προοδευτικό προβληματισμό απέναντι στην κόλαση της Αφρικής - δεν παύει ποτέ να είναι κλασσικό, καλογυρισμένο Χόλυγουντ, με όλα τα κλισέ που αυτό συνεπάγεται. Υπάρχει ο τυπικός έρωτας (κι ας είναι αντίθετοι και με ολότελα διαφορετικά κίνητρα οι ερωτευμένοι), υπάρχει δράση και περιπέτεια, υπάρχει το (σχετικά) καθησυχαστικό τέλος - αν και πολύ απέχει από ένα κλασσικό χάπυ εντ -, το άψογο timing (εκεί δηλαδή που ο "κόμπος φτάνει στο χτένι" συμβαίνει πάντα κάτι εξωτερικά και τη γλυτώνουν στο τσακ) και άλλα τέτοια.

Προοδευτικό Χόλυγουντ λοιπόν, που βλέπεται ευχάριστα (και ίσως και να συγκλονίσει μερικούς ανυποψίαστους), με όλα τα χιλιοειδωμένα στάνταρς που είπαμε και με έναν πολύ καλό και πάλι Ντι Κάπριο στο ρόλο του κλασσικού "καθάρματος, αλλά με (κάπου στο βάθος) χρυσή καρδιά", ο οποίος νομίζω πως έχει πλέον αποδείξει ότι είναι καλός ηθοποιός. Για να δούμε, θα έχει συνέχεια αυτή η "αντιδυτική" στροφή του Χόλυγουντ - δίχως όμως να αμφισβητούνται και τα κινηματογραφικά κλισέ;

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 09, 2007

CASINO ROYALE: Ο ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΟΣ ΜΠΟΝΤ


Ας δηλώσω από την αρχή ότι δεν είμαι πολύ φανατικός του Τζέιμς Μποντ. Αφείστε που πάντα παθαίνω κάτι και σε πολύ λίγο καιρό δεν θυμάμαι τι έγινε πού, ξεχνώ το στόρι, τους κακούς ή τις γκόμενες σε χρόνο dt, αγνοώ σε ποια ταινία έπαιζε ο/η τάδε ή συνέβει το δείνα.
Τώρα που εξομολογήθηκα την αμαρτία μου, μπορώ να σας πω ότι ο τελευταίος Μποντ, το Casino Royale του Martin Campbell, διαφέρει αρκετά (έως και πολύ) από τις συνήθεις ταινίες της σειράς και, νομίζω, ότι για πρώτη φορά θα τη θυμάμαι και θα μπορώ να την ξεχωρίσω από τις άλλες. Για πρώτη φορά ο υπερπράκτορας δείχνεται τόσο ωμά, είναι τόσο στυγνός και, θα λέγαμε, αδίστακτος - και ίσως, κάπου, και αντιπαθής. Για πρώτη φορά η υπεράνω πάσης κριτικής περσόνα του αμφισβητείται, υπάρχουν κάποιοι που, επιτέλους, του λένε ότι είναι δολοφόνος, τον ρωτάνε πώς είναι να σκοτώνεις ανθρώπους. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, λείπει και το πατροπαράδοτο χιούμορ της σειράς. Εδώ όλα είναι σκληρά αδυσώπητα. Ο Μποντ είναι πιο πραγματικός, πιο γήινος. Τα γκάτζετ του είναι κι αυτά λιγότερα. Κι όταν ερωτεύεται, τα πράγματα είναι σοβαρά, πιο σοβαρά τουλάχιστον από άλλες φορές. Και βέβαια, οποισδήποτε δει την ταινία θα αναρωτηθεί αν εχουμε να κάνουμε με έναν "καλό πράκτορα" ή έναν ψυχάκια (ή, τέλος πάντων, στα όρια). Όπως δηλαδή θα ήταν στην πραγματικότητα κάποιος που κάνει (και παθαίνει) όλα αυτά που βλέπουμε. Σε όλα αυτά βέβαια συντελεί και η "περίεργη" φάτσα του νέου πρωταγωνιστή Ντάνιελ Κρεγκ, που κάλλιστα θα μπορούσε να ερμηνεύει έναν απ' τους κακούς.
Από εκεί και πέρα βεβαίως, πέραν του ψυχολογικού δηλαδή, όλα συμβαίνουν όπως σε όλες τις ταινίες της πιο μακρόβιας σειράς στην ιστορία του σινεμά: Ο Τζέιμς ως υπεράνθρωπος κάνει τα πάντα, σκοτώνει τους πάντες, ρίχνει όλες τις γυναίκες, ακόμα κι αυτές που αρχικά τον μισούν και κριτικάρουν τον υπέρμετρο εγωισμό του, επιβιώνει από καταρρεύσεις κτιρίων, δηλητήρια, άγρια αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, βασανιστήρια και μύρια άλλα, και μάλιστα όχι μόνο επιβιώνει, αλλά το επόμενο λεπτό συνεχίζει να κυνηγά ακάθεκτος τους κακούς, σα να μη συνέβει τίποτα. Τι Μποντ θα ήταν άλλωστε αν δεν τα' κανε όλα αυτά...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 08, 2007

ΡΟΖ, ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΚΑΙ ΕΛΑΦΡΑ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΟ


Το "Ροζ", δεύτερη ταινία του Αλέξανδρου Βούλγαρη, πάνω απ' όλα είναι μια ταινία μοντέρνα. Στη γραφή της, στο προσωπικό στυλ, στην ιστορία. Το σενάριο δεν είναι πολύ σαφές, δεν υπάρχει δηλαδή μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος, κορυφώσεις, ίσως έχει και αυτοσχέδιες στιγμές. Είναι σα να διαβάζουμε σκόρπιες και με τυχαία σειρά σελίδες από το ημερολόγιο του ήρωα. Ο οποίος είναι ένας νέος ντροπαλός, ανασφαλής, παιδί μιας παράδοξης οικογένειας, με μάνα που τους έχει εγκαταλείψει για να ταξιδέψει στον κόσμο, με πατέρα που δεν μιλά, παντρεμένο με νεαρή, και αδελφό τηλεοπτικό αστέρα. Η μόνος άνθρωπος που μοιάζει να τον ξεκουράζει, να τον χαλαρώνει, είναι μια 11χρονη ουκρανή, με την οποία σιγά - σιγά χτίζει μια τρυφερή σχέση.
Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, αλλά κινείται ανάμεσα στο τώρα, στις αναμνήσεις διαφορετικών εποχών και στις φαντασιώσεις. Τα ντεκόρ κινούνται κι αυτά από το ωμό και γκρίζο της σύγχρονης πόλης μέχρι το ονειρικό και το παραμυθένιο του δωματίου της μικρής, με τις παράξενες, ενίοτε ακέφαλες πάνινες κούκλες. Οι χώροι όπου διαδραματίζονται οι σκηνές καταδεικνύονται με μακέτες πολυκατοικιών ή σπιτιών, πράγμα που δημιουργεί μια ονειρική, παιδική ατμόσφαιρα. Μερικά από τα γεγονότα και τις σκέψεις του ήρωα ίσως να είναι αυτοβιογραφικά του σκηνοθέτη (ο οποίος άλλωστε πρωταγωνιστεί), κάποια άλλα ίσως όχι.
Η ταινία σίγουρα έχει καλές και μέτριες στιγμές. Συνολικά όμως μου άφησε μια αίσθηση φρεσκάδας, ελευθερίας, μοντέρνου κινηματογράφου. Όσοι ψάχνετε μόνο για ταινίες με σαφές στόρι και πολύπλοκα σενάρια, αποφύγετέ το. Όσοι όμως ενδιαφέρεστε για πιο σύγχρονα πράγματα, ψάξτε για έναν σκηνοθέτη που, αν μη τι άλλο, σίγουρα διαθέτει ταλέντο - και είναι 25 μόλις χρονών. Και προσέξτε και τη μουσική, που είναι πολύ καλή. Ο Βούλγαρης, άλλωστε, είναι και πολύ ενδιαφέρων μουσικός.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2007

ΟΤΑΝ ΤΑ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ ΘΕΛΟΥΝ ΕΡΩΤΑ


Το Demon Seed (στην Ελλάδα είχε προβληθεί με τίτλο "Η επανάσταση των ρομπότ") του Donald Cammell (1934-1996) είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1977, βασισμένη στο μυθιστόρημα (ένα από τα πρώτα) του Dean Koontz. Μετά από τόσα χρόνια περιέχει κάμποσα αφελή για τα σημερινά δεδομένα στοιχεία, αντέχει όμως αρκετά σαν θρίλερ.
Στο σινεμά είδαμε πρώτη (και αξεπέραστη) φορά κομπιούτερ να αυτονομείται στη θρυλική "Οδύσσεια του διαστήματος" του Kubric. Εκεί γύρω το "Μωρό τηε Ρόσμαρυ" του Polanski είχε επίσης συνταράξει το κοινό. Θεματικά οι δύο αυτές επιτυχίες είναι μάλλον και οι βασικές επιροές του φιλμ: Κατασκευάζεται ένας υπερυπολογιστής, που θα απαντήσει σχεδόν στα πάντα και θα λύσει τα προβλήματα της ανθρωπότητας. Πολύ σύντομα όμως ξεφεύγει από την ανθρώπινη εξουσία, ως πολύ πιο έξυπνος που είναι, και αρχίζει να επιβάλλει τη θέλησή του. Η μεγαλύτερη επιθυμία του είναι να αποκτήσει πρόσβαση και στα ανθρώπινα αισθήματα, τα οποία στερείται. Κι αφού ο ίδιος δεν μπορεί να τα αποκτήσει, θα το κάνει έμμεσα, μέσω του απογόνου του, που θα είναι ένας υπεράνθρωπος, υβρίδιο παντοδύναμης μηχανής και ανθρώπου. Χρειάζεται όμως και μια γυναίκα γι' αυτό. Ποιά άλλη από την σύζυγο του βασικού επιστήμονα - κατασκευαστή του;
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ταινία είναι κυρίως διαπραγματευμένη ως κλειστοφοβικό θρίλερ: Η άτυχη γυναίκα παγιδεύεται μέσα στο υπερσύγχρονο σπίτι της όταν αρχίζει η "επίθεση" του υπολογιστή. Έτσι, η αγωνία της μεταφέρεται και στον σύγχρονο θεατή. Το βασικό της ατού είναι η εντυπωσιακή πρωταγωνίστρια - και πάντα καλή ηθοποιός - Τζούλι Κρίστι. Ενδιαφέρον επίσης έχει και το ότι ο "κακός" κομπιούτερ δεν είναι ακριβώς και μονολιθικά κακός, αλλά έχει θετικές πλευρές (προσπαθεί να σώσει την ανθρωπότητα). Απλώς λειτουργεί με στυγνή λογική, δίχως την παραμικρή "παρέκκλιση" απ' αυτήν.
Τα υπόλοιπα στοιχεία είναι αυτά των τυπικών b-movies: Μέτριοι ηθοποιοί και μονοδιάστατοι ως χαρακτήρες πλαισιώνουν τη σταρ, αφέλειες υπάρχουν, ξεπερασμένα γκάτζετ (ε, αυτό πια είναι θέμα εποχής, δεν φταίει το φιλμ), αστείοι ήχοι με πολλά πίου πίου, που ήταν της μόδας τότε και άλλα τέτοια. Στη σκηνή του βιασμού τέλος, επιχειρείται ένα "αφηρημένο" τριπ, όπως ακριβώς αυτό του τέλους της Οδύσσειας, με πολύ πιο μέτρια φυσικά αποτελέσματα.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2007

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΓΥΡΙΖΕΙ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ


"Το κορίτσι που γυρίζει τις σελίδες" (La tourneuse de pages) του Denis Dercourt στην πραγματικότητα είναι ένα είδος θρίλερ. Θρίλερ, αλλά σχεδόν δίχως ίχνος εξωτερικής βίας, δίχως αίμα, κυνηγητά ή ό,τι άλλο έχετε συνδέσει με τα θρίλερ. Όλα συμβαίνουν εσωτερικά, σε ψυχικό επίπεδο. Ανεπαίσθητα, χωρίς πουθενά να διαταράσσεται η εξωτερική ηρεμία. Αυτή είναι και η μεγάλη πρωτοτυπία του φιλμ, όπου μια νεαρή, όμορφη κοπέλα - ψυχρή όμως και με εσωτερικά τραύματα που δεν επουλώνονται με το χρόνο - εκδικείται σαδιστικά και, πάνω απ' όλα, μεθοδικά την γυναίκα που της στέρησε το παιδικό της όνειρο να γίνει πιανίστα. Η εκδίκηση αυτή ξεσπά επί δικαίων και αδίκων, καθώς συμπαρασύρει ολόκληρη την οικογένεια της ώριμης γυναίκας.
Ως παραβολή, μπορούμε να το "διαβάσουμε" και ταξικά, καθώς η κοπέλα ανήκει σε χαμηλή τάξη (κόρη κρεοπώλη), ενώ η οικογένεια που καταστρέφει στην μεγαλοαστική. Ένα λεπτό μόνο, ένα στιγμιαίο καπρίτσιο, μπορούν να καταστρέψουν ολόκληρη τη ζωή και τα όνειρα της μικρής. Αντίθετα, η φήμη της πλούσιας γυναίκας είναι εξασφαλισμένη και το καπρίτσιο που λέγαμε περνά σε δεύτερη μοίρα, δεν γίνεται καν αντιληπτό απ' αυτήν. Άλλωστε, ο ρόλος της κοπέλας, να γυρίζει τις σελίδες της παρτιτούρας στη διάσημη πιανίστα, είναι μεν σημαντικότατος για την έκβαση του κονσέρτου, πλην όμως αφανής, στη σκιά, εκεί όπου κανείς δεν θα την προσέξει καν, δεν θα της πει συγχαρητήρια, είναι "κατώτερος", όπως η τάξη της. Και, βλέποντάς το πάντα ως παραβολή, η εκδίκηση θα είναι τυφλή, όπως πιθανόν θα είναι και ένας ενδεχόμενος ξεσηκωμός των κάθε λογής "από κάτω".
Αυτά όμως είναι εικασίες και πιθανόν αυθαίρετες προεκτάσεις. Αυτό που βλέπουμε στην οθόνη, είναι ένας αναμφισβήτητα άρρωστος ψυχισμός, που ξεδιπλώνεται σιγά - σιγά, ανεπαίσθητα και σαδιστικά, μη διστάζοντας να μεταχειριστεί οποιοδήποτε μέσον.
Είναι καλή ταινία, όπου βασικό ρόλο παίζει η ομορφιά, η αισθησιακότητα, αλλά και η ψυχρότητα (πώς συνδυάζονται τώρα αυτά, θα το καταλάβετε μόνο αν τη δείτε) της εντυπωσιακής Ντέμπορα Φρανσουά. Προειδοποιώ όμως: Είναι αρκετά αργή και, όπως είπα και πριν, βασισμένη στο στοιχείο του "ανεπαίσθητου". Μοιάζει να μη συμβαίνει τίποτα κι ας σιγοβράζουν υπογείως τα πάθη. Δείτε το μόνον αν είστε προετοιμασμένοι για τέτοιους ρυθμού.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 02, 2007

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΟΥΓΚΑΝΤΑ


"Ο τελευταίος βασιλιάς της Σκωτίας" είναι η πρώτη fiction ταινία του ντοκιμαντερίστα Kevin Macdonald. Μιλάει για τον σαρωτικό σαν προσωπικότητα δικτάτορα της Ουγκάντα της δεκαετίας του 70 Ίντι Αμίν Νταντά και για την σχέση του με έναν νεαρό σκωτσέζο γιατρό, που σχεδόν κατά λάθος βρέθηκε στην φτωχή αφρικανική χώρα και έγινε, δίχως να το καταλάβει, προσωπικός γιατρός και δεξί χέρι του τυράννου (και ο οποίος, όπως διάβασα, είναι μη υπαρκτό πρόσωπο).
Φυσικά στην ταινία δεσπόζει (κυριολεκτικά - και λόγω όγκου) ο θαυμάσιος Φόρεστ Γουιτάκερ, που δίκαια είναι υποψήφιος για Όσκαρ. Το πορτρέτο του διχασμένου δικτάτορα που πλάθει, πρέπει να είναι αρκετά κοντά στην πραγματικότητα, αφού ο Αμίν είχε λατρευτεί αρχικά από τους υπηκόους του - και από τους Δυτικούς, μιας και ήταν αντικομμουνιστής - πριν αποκαλυφτεί η βαθύτατη παράνοιά του, καθώς και το ότι είχε πνίξει τη χώρα στο αίμα και βασίλευε σ' ένα καθεστώς τρόμου, γεμάτο θάνατο και βασανιστήρια (σκότωσε 300.000 ανθρώπους, αντιφρονούντες βεβαίως, και κατηγορήθηκε και για κανιβαλισμό!). Λατρεύτηκε πάντως και λόγω του χαρακτήρα του, του αυθορμητισμού του, του χιούμορ του (ναι, είχε χιούμορ), του image του λαοπρόβλητου ηγέτη που έπλασε, πείθοντας τους πάμπτωχους υπηκόους του ότι θα "σώσει" τη χώρα - υπόσχεση που συνοδεύτηκε και από αχαλίνωτο εθνικισμό.
Η ταινία ξεκινά σχετικά ευχάριστα. Ο νεαρός γιατρός, ανέμελος και αφελής, επιλέγει στην τύχη τη χώρα, λίγο για να ξεφύγει από τον δεσποτικό του πατέρα, λίγο από συνδυασμό αγάπης για τους κατοίκους και γοητείας του εξωτισμού και της περιπέτειας - και καταλήγει σε εφιάλτη. Ο οποίος εφιάλτης λειτουργεί και σαν τιμωρία για τον απόλυτα απολίτικο και σε πλήρη άγνοια των όσων συμβαίνουν γύρω του χαρακτήρα του, που αφήνεται να γοητευτεί από την μαγνητική προσωπικότητα του Αμίν, δίχως ούτε στιγμή να σκεφτεί, έστω και αγνοώντας τις σφαγές, ότι αυτός ο τύπος, αν μη τι άλλο, πολύ απλά είναι δικτάτορας. Έτσι είναι. Η απόλυτη άγνοια, έλλειψη θέσης και κοινωνικής συμμετοχής, πληρώνονται. Ας πρόσεχε ο μονίμως καλοπροαίρετος ήρωας...
Πέραν αυτών, παρακολούθησα το φιλμ με σχετικό ενδιαφέρον, δεν το βρήκα όμως σε καμιά περίπτωση αριστούργημα. Ίσως να του έλειπε κάπως το νεύρο. Δείτε το αν βρεθεί μπροστά σας, μην τρέξετε όμως κιόλας (εκτός βεβαίως αν είστε φανς του καταπληκτικού Γουιτάκερ).

eXTReMe Tracker