Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2006

ΜΙΑ PERFORMANCE ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΩΝ 60ς



Πρόσφατα είδα μια απ' τις θεωρούμενες ως πιο cult ταινίες ever: Την Performance (1970) των Donald Cammell (1934-1996) και Nicolas Roeg. Το cult status της ταινίας οφείλεται βέβαια κατά πολύ στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μικ Τζάγκερ. Πριν πάμε όμως σ' αυτό, θα ομολογήσω από την αρχή ότι με κούρασε αρκετά και βρήκα τη θέασή της μάλλον δύσκολη - παρά το ότι μ' αρέσει γενικά ο Ρεγκ.
Η ταινία χωρίζεται σε δύο εντελώς διαφορετικά μέρη. Στο πρώτο, ένα άγριο γκαγκστερικό δράμα, παρακολουθούμε τα εξαιρετικά βίαια έργα ενός λονδρέζου γκάνγκστερ, που αγγίζει τα όρια της ψυχοπάθειας. Φόνοι, βασανιστήρια, συμμορίες και ένας αδίστακτος James Fox συνθέτουν μια εφιαλτική εικόνα του λονδρέζικου υποκόσμου. Καμία σχέση με τα 60ς, των οποίων "ντοκουμέντο" θεωρείται το φιλμ. Παράξενο μοντάζ - χαρακτηριστικό του Ρεγκ, θυμηθείτε και το Don't look now - κουραστικό ωστόσο μέσα στην πρωτοπορία του, μπερδεμένη (ηθελημένα) αφήγηση, φοβερές φάτσες. Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα αλλάζουν απότομα. Ο γκάγκστερ κρύβεται άθελά του στο διαμέρισμα του Τζάγκερ και από εκεί και πέρα βουτάμε για τα καλά στην παράνοια, αλλά και τη ριζοσπαστικότητα και την πρωτοπορία και την ανέμελη τρέλλα των 60ς. Ναρκωτικά, ελεύθερος έρωτας, κοινοβιακός τρόπος ζωής, εκκεντρικά ντυσίματα, πανταχού παρούσα μουσική, ινδικές επιρροές, περιφρόνηση για το αύριο και το μέλλον - ο απόλυτος θρίαμβος του "εδώ και τώρα" - δικαιώνουν τη φήμη της Performance ως μια από τις πιο πιστές καταγραφές της πολυσήμαντης αυτής εποχής. Ο ήρωας - εντελώς από άλλο ανέκδοτο - βουτά (μαζί με τον θεατή) σχεδόν με το ζόρι σ' αυτά, πλήρης θαυμασμού και αηδίας ταυτόχρονα. Και στο μέσον όλου αυτού του χάους, ένας αμφισεξουαλικός Τζάγκερ, απόλυτη ενσάρκωση των καιρών του.
Αν κάτι μου επιβεβαίωσε η ταινία είναι ότι όλο αυτό το απίστευτο κλίμα αφορούσε ένα μέρος μονάχα της τότε κοινωνίας - νέων κυρίως. Γύρω τους ζούσε και βασίλευε ένας κόσμος φοβερά συντηρητικός, καταπιεστικός και δίχως ανοχές. Θα μου πείτε, μα πάντα συμβαίνει αυτό. Και τώρα υπάρχουν "προχωρημένες" ομάδες (δώστε όποιον ορισμό θέλετε στον όρο αυτό, θετικό ή και αρνητικό) που ζουν σε κάποια περιθώρια, ενώ η κοινωνική δομή είναι πάντα αυτή που είναι. Σύμφωνοι. Η διαφορά όμως είναι ότι την εποχή αυτή το φαινόμενο της "διαφορετικότητας" σε όλα τα επίπεδα είχε γίνει μαζικότερο από ποτέ. Αυτή νομίζω είναι η βασική διαφορά των 60ς σε σχέση με το πριν και το μετά.
Αυτό που είναι πάντως ενδιαφέρον στην Performance είναι η καταγραφή δύο απόλυτα αντίθετων κόσμων, που έρχονται ξαφνικά δίπλα - δίπλα, ώστε να διαγραφούν ακόμα περισσότερο οι τερατώδεις διαφορές τους. Κατά τα άλλα, σας είπα, μάλλον κουράστηκα. Σας προτείνω όμως να το δείτε κυρίως σαν ένα είδος ντοκουμέντου μιας εποχής που, όπως όλα δείχνουν, μάλλον παρήλθε ανεπιστρεπτί.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 24, 2006

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΣΑΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ


Ο πόλεμος είναι ίσως η φριχτότερη ανθρώπινη κατάσταση. Ο εμφύλιος πόλεμος όμως είναι κάτι ακόμα χειρότερο. Δεν το πιστεύετε; Δείτε το "Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι" του Ken Loach. Όπου ο άγγλος σκηνοθέτης, με τον γνωστό ρεαλισμό και τη στέρεα γραφή του, μας δίνει ανάγλυφα το δράμα του ιρλανδικού λαού, από τον αγώνα για ανεξαρτησία μέχρι τον εμφύλιο που ακολουθεί.
Η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρακολουθούμε το αντάρτικο των Ιρλανδών ενάντια στους Άγγλους κατακτητές. Εδώ τα πράγματα είναι καθαρά. Υπάρχουν καλοί και κακοί, είναι σαφές με ποιον είσαι και ποιον μισείς (πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι Άγγλοι παρουσιάζονται σαν κτήνη που καταπιέζουν με κάθε τρόπο τους Ιρλανδούς). Το μέρος αυτό δεν μου άρεσε τόσο, παρά τη δύναμη της γραφής του. Το βρήκα... πώς να το πω... πολύ ηρωικό για τα γούστα μου, ίσως και κάπως απόλυτο. Η άποψη αυτή ανατράπηκε πλήρως στο δεύτερο μισό, όπου ο Loach παρουσιάζει με συγκλονιστικό τρόπο τον άγριο εμφύλιο που ακολούθησε, καθώς οι Ιρλανδοί χωρίζονται σε μετριοπαθείς και επαναστάτες. Εδώ ο σκηνοθέτης δίνει αμερόληπτα και τις δύο απόψεις, αναδεικνύει θαυμάσια το δίκιο της κάθε πλευράς. Μ' αυτόν τον τρόπο είναι σχεδόν αδύνατο να ταυτιστείς με κάποια απ' αυτές (όπως ξεκάθαρα γίνεται στο πρώτο μισό) και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να βυθιστείς στη φρίκη, βιώνοντας απόλυτα τον βαθύτατο πόνο του αλληλοσπαρασόμενου λαού. Αυτή η σχετικά ουδέτερη στάση είναι που επιτείνει τη φρίκη και το αδιέξοδο, αλλά και δηλώνει ότι δεν υπάρχει μόνο άσπρο και μαύρο, καλό και κακό, αλλά τα πράγματα - δυστυχώς ορισμένες φορές - είναι πολύ πιο περίπλοκα.
Όλα αυτά δεν συμβαίνουν με βαρύγδουπες δηλώσεις. Κάθε στόμφος απουσιάζει. Η ταινία είναι ανθρώπινη, καθώς παρακολουθούμε το ιστορικό στοιχείο μέσα από τα μάτια των δύο αδελφών και των γύρω τους. Κι αυτό την κάνει πολύ πιο δυνατή από κάθε ρητορεία, μέχρι το ακόμα δυνατότερο - σαν γροθιά - φινάλε.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2006

ΕΡΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ


Το Desert Hearts είναι μια ταινία του 1985, που γύρισε η Donna Deitch και έχει πολλαπλό ενδιαφέρον. Πρώτα πρώτα είναι μια ταινία που πραγματεύεται έναν λεσβιακό έρωτα. Δεύτερον, τοποθετείται βαθιά στην αμερικάνικη επαρχία (στη Νεβάδα, αν θυμάμαι καλά), κάνοντας έτσι τα πράγματα "δύσκολα". Τρίτον, διαδραματίζεται σε παλιότερη εποχή (50'ς ή 60'ς), οπότε... ακόμα χειρότερα. Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά; Ναι, πρόκειται για ένα ειδος Brokeback Mountain 20 χρόνια πριν - μόνο που οι ηρωίδες είναι γυναίκες (και φυσικά προηγείται κατά πολύ και του Boys don't cry).
Αντίθετα με το Brokeback Mountain πάντως, εδώ έχουμε μια πιο ρομαντική προσέγγιση - και τη βασική διαφορά ότι η ερωτική ιστορία των δύο γυναικών είναι αρκετά γνωστή στη μικρή κοινωνία, καθώς η μία, η νεότερη, είναι ανοιχτά λεσβία, που έχει καταφέρει να απολαμβάνει μιας κάποιας ανοχής απο τον περίγυρο - μέχρι που μπλέκει με την "σοβαρή" μεγαλύτερή της γυναίκα. Σημαντικό ρόλο στο φιλμ παίζει το μεγαλόπρεπο, ερημικό και ορεινό τοπίο που περιβάλλει το ράντσο όπου διαδραματίζεται η ιστορία, καθώς και η όλη "country" ατμόσφαιρα.
Ερωτικό δράμα στην ουσία, τρυφερό και ρομαντικό, όπως είπαμε, βλέπεται ευχάριστα, διαθέτει δύναμη και συγκίνηση και - όπως έμαθα στις "Νύχτες Πρεμιέρας" όπου το είδα, αφού, ομολογώ, αγνοούσα την ύπαρξή του πριν - αποτελεί ορόσημο του gay κινηματογράφου.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006

ΜΑΓΟΙ, ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΛΑΒΡΑΚΙΑ


Το Scoop, η νέα (κιόλας) ταινία του ασταμάτητου Woody Allen είναι χαριτωμένη. Έχει αρκετή πλάκα, έχει φαντάσματα (!), έχει χιτσκοκικό σασπένς και αστυνομικό μυστήριο για το ποιός είναι ο δολοφόνος (σίγουρα το αστυνομικό μέρος είναι επηρεασμένο από το σεναριακό ύφος ταινιών του Χίτσκοκ), έχει δημοσιογράφους στο κυνήγι της μεγάλης επιτυχίας, έχει και Σκάρλετ Γιόχανσον ως σχετικά χαζή αμερικάνα wannabe δημοσιογράφο σε ένα κυριλέ και ψηλομύτικο Λονδίνο. Σίγουρα παρακολουθείται ευχάριστα (εγώ τουλάχιστον το απόλαυσα αρκετά), σε καμιά περίπτωση όμως δεν νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί από τις πολύ καλές ταινίες του Woody (αφείστε δα και το γεγονός ότι οι εχθροί του ή όσοι τον βαριούνται τέλος πάντων θα βγάλουν σπυράκια βλέποντάς τον να ενσαρκώνει έναν ρόλο "από τα ίδια", τουτέστιν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του). Αλλά εγώ σας έχω ξαναπεί κάπου ότι συγκαταλέγομαι στους φίλους του, οπότε μπορώ να απολαμβάνω και μια σχετικά μέτρια ταινιούλα του.
Αν, τέλος πάντων, δεν σας κουράζει, δείτε το για τη fell good αίσθηση που αποπνέει και την όλη εύθυμη ατμόσφαιρα. Να μη ξεχνάτε όμως, ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για "Matchpoint".

Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2006

Ο ΑΗΔΗΣ BORAT ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ


Η ταινία "Borat: Cultural Learnings of America for Make Benefit Glorious Nation of Kazakhstan" (ναι, όλο αυτό) του Larry Charles είναι κάτι που δεν σου επιτρέπει να εκφέρεις γνώμη έτσι εύκολα. Χοντρό χιούμορ, δυναμίτης στα θεμέλια κάθε έννοιας πολιτικής ορθότητας, φόρμα ψευδοντοκιμαντέρ, αρκετές ξεκαρδιστικές σκηνές κι άλλες τόσες τόσο, μα τόσο, χοντρές, που φτάνουν στα όρια της αηδίας, σάτιρα των αμερικάνων (κυρίως) που σπάει κόκκαλα και, γενικά, ένα συνοθύλευμα από έξυπνα και καθόλου έξυπνα στοιχεία, που στο τέλος με άφησε να ξύνω αμήχανα το κεφάλι δίχως να μπορώ να αποφασίσω αν μου άρεσε ή όχι.
Ο Sacha Baron Cohen, γνωστός και ως Ali G, κωμικός εβραϊκής προφανώς καταγωγής, ντύνεται την περσόνα του εκ Καζακστάν τηλεδημοσιογράφου Borat, που πάει στις ΗΠΑ "για να μάθει στους άξεστους συμπατριώτες του τον προχωρημένο αμερικάνικο τρόπο ζωής"... κι ό,τι ακολουθεί είναι απερίγραπτο. Φυσικά, πέραν της χοντρότητας του χιούμορ, οι βασικές ενστάσεις περιστρέφονται γύρω από τον ρατσισμό της ταινίας, ο οποίος είναι προφανής και δηλωμένος. Το θέμα είναι ότι ο ρατσισμός αυτός μοιράζεται εξ ίσου (ή μάλλον πέφτει εξ ίσου πάνω σε) αμερικανούς, καζαχστανιανούς (ή όπως τέλος πάντων λέγονται), εβραίους, ουζμπέκους, γυναίκες (!) και ίσως και να ξέχασα μερικούς. Ίσως τώρα να μη μπορεί να θεωρηθεί ρατσισμός η στάση προς τους αμερικάνους, αφού ο Borat επιλέγει πολύ συγκεκριμένα ηλίθια-έως-και-φασιστικά target group (φανατικούς ευαγγελιστές, δάσκαλους του σαβουάρ βιβρ, μισογύνηδες μπεκρήδες νεαρούς, νότιους που συχνάζουν στα ροντέο και τραγουδούν τον εθνικό ύμνο και άλλα τετοια ωραία) - αν και η υστερία προς την τρομοκρατία μοιάζει να είναι πανταχού παρούσα. Ίσως και να μην μπορεί να θεωρηθεί ρατσιστική ούτε και η στάση του προς τους εβραίους, αφού ο αντισημιτισμός παρουσιάζεται ως ιδεολογία ενός εξ ορισμού μαλάκα και ρατσιστή, όπως είναι η προσωπικότητα του Borat. Αλλά το καημένο, άσχετο Καζαχστάν τι έφταιγε (το οποίο, άνευ κανενός λόγου - ή μάλλον για λόγους πλάκας - γίνεται ρεντίκωλο με κάθε πιθανό τρόπο από την αρχή ως το τέλος);
Δεν ξέρω επίσης αν οι σκηνές με τους δεκάδες αμερικάνους τους οποίους ξεμπροστιάζει είναι όντως αυθεντικές ή στημένες. Αν ισχύει το πρώτο, κερδίζει πόντους λόγω τόλμης και κατάδειξης της απύθμενης ηλιθιότητας και ρατσισμού μεγάλου μέρους της αμερικάνικης κοινωνίας.
Σίγουρα θα γελάσετε σε κάποια σημεία, πιθανότατα θα ενοχληθείτε σε άλλα. Αν το δείτε πάντως, δείτε το από περιέργεια ως προς το πού μπορεί να φτάσει ο Borat και, εν πάσει περιπτώσει, ως ένα φιλμικό αξιοπερίεργο.

Κυριακή, Νοεμβρίου 19, 2006

BABEL Ή Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ ΣΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ


Η Babel του μεξικάνου Alejandro Gonzalez Inarritu είναι μία από τις συγκλονιστικότερες φετινές ταινίες. Τρεις φαινομενικά άσχετες ιστορίες σε τρία απομακρυσμένα μέρη του κόσμου, το Μεξικό, την Ιαπωνία και το Μαρόκο, "δένουν" με απροσδόκητο τρόπο καθώς, σιγά - σιγά, αποκαλύπτεται η τυχαία μερικές φορές σχέση τους. Ίσως είναι η πιο έξυπνη "εικονογράφηση" της θεωρίας του χάους που έχω δει στο σινεμά, αυτής δηλαδή που δηλώνει ότι "το πέταγμα μιας πεταλούδας στο Πεκίνο μπορεί να προκαλέσει μια καταιγίδα στη Νέα Υόρκη" ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων - μόνο που εδώ αυτή η θεωρία εφαρμόζεται σε αθρώπους και στις σχέσεις τους. Μια αόρατη αρχικά γραμμή συνδέει την ιστορία του πυροβολισμού μιας αμερικανίδας τουρίστριας στο Μαρόκο (που δημιουργεί διπλωματικό επεισόδιο) με αυτή μιας κωφάλαλης έφηβης γιαπωνέζας, που βιώνει την ερωτική απόρριψη των αγοριών, που τη θεωρούν "τέρας", ενώ η πρώτη συδέεται άμεσα μ' αυτήν μιας φτωχής μεξικάνας γκουβερνάντας που παίρνει για μια μέρα τα πλούσια αδελφάκια που προσέχει στο Μεξικό, για το γάμο του γιού της, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Το καταπληκτικό στην ταινία είναι - πέραν της δεδομένης ευαισθησίας του Inarritu - το κλιμακούμενο σασπένς, το γεωμετρικά αυξανόμενο αδιέξοδο στις παράλληλες ιστορίες, αδιέξοδο στο οποίο εγκλωβίζονται όλοι οι τόσο διαφορετικοί ήρωες. Ο θεατής καθηλώνεται, το στομάχι σφίγγεται, το αυξανόμενο άγχος των πρωταγωνιστών μεταδίδεται απόλυτα και σε μας. Αν επρόκειτο για θρίλερ ή ταινία τρόμου, θα έλεγα ότι πέτυχε άριστα το στόχο της. Η "Βαβέλ" όμως καταφέρνει να πετύχει τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα σε μια απόλυτα ρεαλιστική ταινία. Και ταυτόχρονα, να κοιτάξει από κάθε δυνατή οπτική γωνία τους χαρακτήρες, δικαιώνοντας τον καθένα τους, αφού κανείς ουσιαστικά δεν φταίει για τις πολλαπλές επαπειλούμενες τραγωδίες.
Περιμένουμε πολλά από τον Inarritu, που κατάφερε να κάνει και τρίτη καλή ταινία, ενώ, αν συνυπολογίσουμε τον Cuaron με τα "Παιδιά των ανθρώπων" και τα πολύ καλά λόγια που ακούμε για τον καινούριο Del Toro, ίσως να πρέπει να μιλάμε για μεξικάνικη άνθηση.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ


Το Paris, je t'aime είναι ένα φιλμ όπου γύρω στους 20 σκηνοθέτες, αρκετοί απ' αυτούς πολύ γνωστοί, κάνουν από ένα πεντάλεπτο φιλμάκι με θέμα το Παρίσι. Ανάμεσά τους ονόματα όπως αυτά του Tom Tykwer, των αδελφών Coen, του Alexander Payne, του Walter Salles, του Gus van Sant, του Wes Craven, του Alfonso Cuaron, του Olivier Assayas και άλλων. Είναι φυσικό από μία τέτοια συγκέντρωση ανόμοιων δημιουργών, να προκύπτουν άνισα αποτελέσματα, με πολύ καλές αλλά και αδιάφορες στιγμές. Τα θετικά όμως είναι δύο: Α. Τα φιλμάκια είναι μόλις πεντάλεπτα, με αποτέλεσμα ακόμα και τα πιο αδιάφορα να τελείώνουν πολύ γρήγορα και να περνάς αμέσως στο επόμενο, πριν προλάβεις να βαρεθείς. Β. Το κοινό θέμα, το Παρίσι δηλαδή, κάνουν το συνολικό φιλμ αρκετά ομοιογενές, παρά την ετερόκλητη ματιά των δημιουργών.
Υπάρχουν φυσικά και οι καλές στιγμές που λέγαμε (του Salles, του Payne, το αστείο των Coen και αρκετές άλλες), είναι και η πλειάδα πασίγνωστων ηθοποιών, ευρωπαίων και αμερικάνων, που παρελαύνει (μια ματιά στα ζενερίκ θα σας πείσει), οπότε το όλο project αφήνει τον θεατή σε καλή διάθεση, παρά την ύπαρξη ορισμένων σπαρακτικών (πλην όμως καλών) σκετς. Αν μάλιστα αγαπάτε το Παρίσι, περιπλανιέστε και στις διάφορες γωνιές του, αφού ο κάθε δημιουργός επιλέγει μια συγκεκριμένη περιοχή για να στήσει τη μικρή του ιστορία. Αρκετά συμπαθητική λοιπόν προσπάθεια συνολικά, πολύ λίγο τουριστική, που αξίζει την προσοχή μας. Έχετε υπ' όψη βέβαια ότι η αγάπη των περισσότερων από τους σκηνοθέτες για το Παρίσι είναι δεδομένη, οπότε αν εσείς μισείτε το Παρίσι, αλλάξτε πόλη ή κινηματογράφο.
ΥΓ: Α, ναι. Υπάρχει και σκετσάκι με βρυκόλακες!

Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006

SHORTBUS: ΑΚΡΟΒΑΤΩΝΤΑΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ


Το Shortbus του John Cameron Mitchell έχει αποκτήσει την φήμη ενός πορνογραφικού φιλμ. Κι αυτό έχει κάποια βάση, αφού περιέχει σκηνές σκληρού σεξ (με τα σχετικά γκρο πλαν, τις κανονικότατες εκσπερματώσεις, τους ποικίλους συνδυασμούς κλπ.) Πλην όμως σε καμία περίπτωση δεν αρκείται σ' αυτό. Διότι πέραν αυτών των "τολμηρών" σκηνών, ξεχειλίζει από ευαισθησία και χιούμορ. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συνωστίζονται στο περίφημο Shortbus, ένα κλαμπ που συνδυάζει προχωρημένα σόου, καλή μουσική και... παρτούζες, κατά βάθος αναζητούν απεγνωσμένα κάτι που θα τους ολοκληρώσει. Αγάπη, επιβεβαίωση αγάπης, αληθινά συναισθήματα, οργασμούς (στην περίπτωση της ψυχολόγου που δεν μπορεί να φτάσει σε οργασμό) και πολλούς συνδυασμούς όλων των παραπάνω κι άλλων ακόμα, όπως πολλοί είναι και οι συνδυασμοί κορμιών, στάσεων και αριθμού συμμετεχόντων που συμβαίνουν εκεί - με προτίμηση στο gay σεξ, αν και όχι μόνο. Προβληματικοί λοιπόν κατά βάθος οι περισσότεροι από τους θαμώνες, αναζητούν να ολοκληρωθούν - και ενίοτε να ολοκληρώσουν - μέσα από το σεξ, αν και πίσω απ΄αυτή κρύβονται και πολλές άλλες αναζητήσεις.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, όλα αυτά δίνονται με χιούμορ (πάρχουν μάλιστα και πολύ αστείες σκηνές), το οποίο όμως εναλάσσεται με τη συγκίνηση και την τρυφερότητα. Όντως το κωμικό και το σπαρακτικό στοιχείο καταφέρνουν να βρίσκονται σε ισορροπία. Απολαυστικά τα μουσικά και χορευτικά μέρη που διανθίζουν το φιλμ - η μουσική άλλωστε είναι σημαντικότατο στοιχείο του, όπως και στο Hedwig and the Angry Inch, την πρώτη ταινία του C. Mitchell.
Δείτε το μόνο αν δεν ενοχλείστε από τις σκηνές σκληρού πορνό που περιέχει (gay και μη). Αλλιώς, μάλλον δεν είναι η ταινία σας (είδα κύριο 35 με 40 να φεύγει έξαλλος στο διάλειμμα, ενώ η κοπέλα του πάσχιζε μισογελώντας να τον πείσει να μείνει λέγοντας: "Μα πώς κάνεις έτσι; Δεν έχεις δει ταινίες με τη Divine"; Τελικά ο κύριος έφυγε στα μισά και κείνη τον ακολούθησε με βαρειά καρδιά).
ΥΓ: Προσέξτε τα ζενερίκ στο τέλος. Πάμπολλα ονόματα της μουσικής κυρίως, αλλά και άλλων χώρων, εμφανίζονται στο φιλμ. Προσωπικά ελάχιστα κατάφερα να εντοπίσω. Ίσως να είναι ένας λόγος για να το δει κανείς σε DVD ψάχνοντας, ας πούμε, τον Moby και πολλούς άλλους.

Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2006

ΠΕΡΙ ΗΡΩΩΝ ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΑΣ


Είναι από τις λίγες φορές που με απογοητεύει μια από τις ταινίες που σκηνοθετεί ο Clint Eastwood. "Οι σημαίες των προγόνων μας" ταλαντεύονται αναποφάσιστα ανάμεσα στον πατριωτισμό και την απομυθποποίηση των ηρώων, στον ηρωισμό και την αντιπολεμική ματιά. Με αφορμή την περίφημη φωτογραφία που δείχνει αμερικανούς στρατιώτες να καρφώνουν τη σημαία τους σε ένα ύψωμα που κατέλαβαν, αφηγείται την αληθινή ιστορία της φριχτής μάχης της Ιβοζίμα, μιας από πιο αιματηρές του Β' παγκόσμιου, αλλά και αυτήν των τριών από τους στρατιώτες της φωτογραφίας που επιβίωσαν μετά την επιστροφή τους στην πατρίδα.
Η ταινία έχει σίγουρα κάποια καλά στοιχεία. Η αντιπολεμική ματιά είναι σαφέστατη στις (ατέλειωτες) σκηνές μάχης, που δίνονται με τρόπο που ορισμένες φορές αγγίζει τα όρια του σπλάτερ (αν και, θα μπορούσε να αντικρούσει κανείς, έχουμε δει χιλιάδες τέτοιες πολεμικές - αντιπολεμικές σκηνές τα τελευταία 30τόσα χρόνια). Υπάρχει επίσης ο προβληματισμός περί του τι σημαίνει (αν σημαίνει κάτι τελικά) η έννοια του ηρωισμού, καταλήγοντας, σωστά νομίζω, ότι οποιοσδήποτε κάτω από κατάλληλες συνθήκες μπορεί να γίνει ήρωας (ή κατά λάθος ήρωας) κι ας είναι ο κοινότερος των ανθρώπων. Το πιο ενδιαφέρον όμως κομμάτι είναι η κατάδειξη της αδίστακτης εκμετάλλευσης από το κράτος και τους κάθε λογής πολιτικούς και επιχειρηματίες των "ηρώων" (με ή χωρίς εισαγωγικά, αποφασείστε) όταν επιστρέφουν στις ΗΠΑ και η χρησιμοποίησή τους σαν ατραξιόν σε ένα είδος περιοδεύοντος τσίρκου με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων, ενώ ο ένας απ' αυτούς, που τυχαίνει να είναι ινδιάνος, υφίσταται από πάνω και όλον το ρατσισμό της χώρας του.
Καλά όλα αυτά. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η ταινία δεν "τσουλάει". Πολύ γρήγορα γίνεται βαρετή και επαναλαμβανόμενη, με αδικαιολόγητα μακρά διάρκεια. Ξανά τα φλας μπακ των μαχών, ξανά πίσω στο "τσίρκο", και πάλι στη μάχη... επί 132' ατέλειωτα λεπτά. Ο συνήθως στιβαρός Eastwood εδώ μοιάζει να πλατειάζει αδικαιολόγητα, λέγοντας και ξαναλέγοντας τα ίδια. Κουράστηκα. Αφείστε που, τελικά, παρά το αντιπολεμικό που λέγαμε, η στρατιωτική ανδρεία μοιάζει εξακολουθεί να αποτελεί ύψιστη αρετή...

Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2006

ΘΑΥΜΑ ΣΤΟ MORGAN'S CREEK Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES Nο4


Ο Preston Sturges (1898-1959) γύρισε το "The miracle at Morgan's Creek" το 1944. Η Αμερική βρίσκεται σε πόλεμο, η ηθική είναι συντηρητικότερη από ποτέ. Οι ταινίες μιλάνε για ηρωισμούς και πασχίζουν να εμψυχώσουν φαντάρους, αλλά και όσους έχουν μείνει πίσω, πείθοντάς τους για τον ηρωισμό και το άξιον της θυσίας των παιδιών τους. Μέσα σ' αυτό το φορτισμένο κλίμα ο σαρδόνιος Sturges γυρίζει μια κωμωδία (από τις καλύτερές του) που κυριολεκτικά γράφει στα παλιά της τα παπούτσια όλα τα παραπάνω.
Υπάρχουν κι εδώ φαντάροι που ετοιμάζονται να φύγουν για τον πόλεμο, υπάρχουν οικογένειες που μένουν πίσω και εύχονται να γυρίσουν ζωντανοί, όλα αυτά όμως χρησιμοποιούνται σαν απλά υλικά για μια τολμηρότατη για την εποχή κωμωδία, που σε κάνει να απορείς για το πώς ξέφυγε από τις δαγκάνες της λογοκρισίας του καιρού της.
Γιατί εδώ, πάνω απ' όλα, υπάρχει μια νόστιμη και πεταχτούλα ξανθειά που τη βρίσκει με όποιον φορά στολή, ο αυστηρός σερίφης πατέρας της, η παμπόνηρη και μπασμένη από μικρή στα κόλπα 16χρονη (!) αδελφή της και ο -σχεδόν- ηλίθιος του χωριού που είναι ερωτευμένος με τη μεγάλη και έχει τύψεις που, παρά τις προσπάθειές της δεν τον έστειλαν στο μέτωπο, στερώντας του την ευκαιρία να γίνει ήρωας και να αρέσει επιτέλους στις γυναίκες. Μέσα από σπινταριστούς διαλόγους και διάφορα ευτράπελα, η κοπέλα το σκάει από τον κέρβερο μπαμπά, πηγαίνει με 5-6 φαντάρους σε πάρτι με αλκοόλ και άλλα και σύντομα διαπιστώνει ότι έχει μείνει έγκυος, αποφασίζοντας μάλιστα να κρατήσει το παιδί παρά το άγνωστο της πατρότητας. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά υπονοείται ότι μάλλον πηδήχτηκε και με τους 5-6 που λέγαμε. Από εκεί και πέρα οι ίντριγκες συνεχίζονται μέχρι την απροσδόκητη και εξαιρετικά αστεία και σουρεαλιστική κατάληξη.
Το έχουμε ξαναπεί. Ίσως σε μερικούς οι κωμωδίες του Sturges να φαίνονται ξεπερασμένες και παλιομοδίτικες. Όπως όμως ισχύει με όλα τα έργα τέχνης, είναι κανείς υποχρεωμένος να τα τοποθετήσει στο πλαίσιο της εποχής κατά την οποία δημιουργήθηκαν. Και τότε μένει έκπληκτος από την τόλμη και το "μπροστά" ταινιών σαν αυτή. Και, στο κάτω-κάτω, τα φιλμ αυτά παραμένουν, αν μη τι άλλο διασκεδαστικά. Κυρίως αυτό εδώ (ίσως το πιο τολμηρό του).

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2006

VOLVER: Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΣΕ ΕΝΑ


Ο Pedro Almodovar είναι πάλι εδώ και μάλιστα με μια από τις καλύτερες ταινίες του. Αν και, θα μπορούσε να πει κανείς, αυτό δεν έχει και τόση σημασία: Όλες του οι ταινίες κάπου μοιάζουν ή, τέλος πάντων, είναι άμεσα αναγνωρίσιμες, όπως αυτές του Woody Allen, του Kaurismaki και άλλων από το είδος που αποκαλούμε "προσωπικούς δημιουργούς". Έτσι, είναι καλύτερα να μιλάμε για ένα σύνολο ταινιών που δημιουργούν ένα προσωπικό σύμπαν, μια οικεία σε όσους το παρακολουθούν "μυθολογία": Ιστορίες πολύπλοκες, στα όρια σχεδόν του απίθανου, ηθελημένη χρήση του κιτς, γυναικείοι χαρακτήρες που έχουν το "πάνω χέρι" και - πάνω απ' όλα - μια απίστευτη ικανότητα στην ανάμειξη του τραγικού με το γελοίο, του σπαρακτικού δράματος και της ξεκαρδιστικής - "χοντρής" ενίοτε - κωμωδίας, είναι μερικά από τα βασικά στοιχεία του έργου του. Κι όλα αυτά δίχως το τελικό αποτέλεσμα να "κλωτσά". Αντίθετα εμφανίζεται πάντοτε ενιαίο, αρμονικό και ισορροπήμένο στα έκθαμβα μάτια μας κι όχι σαν ένα κολλάζ ετερόκλητων στοιχείων. Ίσως μερικοί θεωρούν τον Almodovar σκηνοθέτη "γυναικείων" ταινιών. Πιθανόν έχουν δίκιο, πλην όμως το αποτέλεσμα ξεπερνά κατά πολύ το χαρακτηριστικό αυτό, κάνοντας τα φιλμ του "κατάλληλα" για όλους.
Στο Volver όλα αυτά τα στοιχεία βρίσκονται στα καλύτερά τους. Πρόκειται για μια ταινία καθαρά γυναικών, που, μάλιστα, οι ηλικίες τους κυμαίνονται από 16 έως 80 χρόνων - εντάξει, εμφανίζεται και ένας άντρας για κανένα δεκάλεπτο... Οι χαρακτήρες τους είναι άψογα δομημένοι, ο ρυθμός δεν χαλαρώνει καθώς το σπαρακτικό δράμα μπλέκεται, όπως πάντα, με το εξωφρενικά αστείες καταστάσεις, οι αποκαλύψεις ακολουθούν η μια την άλλη φτάνοντας προς το τέλος σε κρεσέντο και κρατώντας έτσι αμείωτο το ενδιαφέρον μας, το φανταστικό πάει χέρι χέρι με τον ρεαλισμό, το μελό με τον χαβαλέ - δίχως όμως ποτέ να γίνεται αυτό που εύκολα θα αναγνωρίζαμε ως παρωδία. Οι γυναίκες δολοφονούν τους άντρες σε διάφορες εποχές της αφήγησης κι όμως, αυτό δίνεται τόσο ομαλά, φαίνεται τόσο νορμάλ και δικαιολογημένο στα μάτια μας... Και, το ξαναείπαμε, μέσα σ' όλα αυτά τα δράματα, τους φόνους και τις ψυχολογικές μελέτες, η ταινία παραμένει, πάνω απ' όλα, διασκεδαστικότατη.
Μετά από 25 και βάλε χρόνια στην πιάτσα ο Almodovar εξακολουθεί να κάνει πολύ καλές ταινίες - ίσως και να γίνεται μάλιστα όλο και καλύτερος. Και μόνο το γεγονός αυτό θα αρκούσε για να συστήσουμε ανεπιφύλακτα το Volver.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006

ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΠΑΙΔΙΑ


Το "Children of men" του Alfonso Cuaron αποτέλεσε για μένα μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της μέχρι τώρα σεζόν. Δυστοπική επιστημονική φαντασία με πολλές σαφείς αναφορές στην τωρινή κατάσταση του κόσμου, καταφέρνει να δημιουργήσει μια αληθινά εφιαλτική ατμόσφαιρα παρακμής, σχεδόν μετακαταστροφική, και μάλιστα δίχως να έχει υπάρξει καταστροφή. Το απλό εύρημα που δημιουργεί όλο αυτό το ζοφερό κλίμα είναι ότι οι άνθρωποι, για άγνωστους λόγους, παύουν ξαφνικά να αναπαράγονται. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρωπότητα βαδίζει μαθηματικά προς το τέλος της, έχει κανονική "ημερομηνία λήξης".
Το φοβερό αυτό γεγονός δημιουργεί, όπως είναι φυσικό, απόλυτο χάος, αλλά και απελπισία. Οι αυτοκτονίες πολλαπλασιάζονται, διευκολύνονται μάλιστα από την κυβέρνηση, τα κράτη και σχεδόν κάθε μορφή οργάνωσης καταρρέουν. Ό,τι απομένει είναι ένα σχεδόν φασιστικό και ρατσιστικό καθεστώς στη Βρετανία και εκατομμύρια ανθρώπινα ερείπια, που αργοσέρνονται στα ερείπια των πόλεων. Οργανώσεις διεκδικούν απελπισμένα την (τελευταία) εξουσία, αχανή στρατόπεδα έγκλειστων προσφύγων λειτουργούν σαν νέες εξαθλιωμένες πόλεις και γενικότερα ό,τι έχει απομείνει μπορεί να περιγραφεί με μια λέξη: Χάος. Η ταινία παρακολουθεί τις αντιδράσεις, συγκρούσεις και χορούς συμφερόντων όταν μια ακτίνα ελπίδας εμφανίζεται σ' όλο αυτό το χάος.
Το πολύ ενδιαφέρον, πέρα από την καθηλωτική ιστορία, είναι η εκπληκτική ατμόσφαιρα της ταινίας. Μια που μιλάμε για κοντινό σχετικά μέλλον, ο Cuaron στήνει ένα εξαιρετικά ρεαλιστικό περιβάλλον καταστροφής και παρακμής. Τα πάντα θυμίζουν οικείες - δυστυχώς - εικόνες που όλοι ξέρουμε καλά από τηλεόραση ή ντοκιμαντέρ και αφορούν πόλεις μετά από πόλεμο, φυσικές καταστροφές, πάμφτωχες τριτοκοσμικές καταστάσεις ή στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Παλαιστίνη, οι βομβαρδισμένες πόλεις του Β' παγκόσμιου, οι καθημερινοί εξαθλιωμένοι λαθρομετανάστες, βρίσκονται - αναγνωρίσιμα - εδώ. Η μουντή, γκρίζα φωτογραφία επιτείνει την απελπισία, αλλά και δημιουργεί μια δυνατή αίσθηση νοσταλγίας όταν φεύγει γαι λίγο από τις κατεστραμένες πόλεις για να περιπλανηθεί σε λίγα ανέγγιχτα καμμάτια υπαίθρου και σε απομεινάρια του παρελθόντος που ζουν εκεί (έναν γέρο πρώην χίπη για την ακρίβεια). Οι εικόνες της ταινίας είναι συχνά αποκαλυπτικές, γεμάτες ζοφερή ομορφιά. Κια η συγκίνηση, χωρίς κατά τη γνώμη μου να γίνεται μελό, δίνει επίσης το παρόν.
Προσωπικά τη θεωρώ μια από τις καλύτερες εκδοχές τέλους του κόσμου (ή σχεδόν) που έχουμε δει στο σινεμά.
ΥΓ: Ο μεξικανός Cuaron ανήκει στην κατηγορία των απρόβλεπτων σκηνοθετών, που αρέσκονται να διατρέχουν τα είδη. Από το "Και τη μαμά σου επίσης" έως την ταινία αυτή, περνώντας από τον τελευταίο Χάρυ Πότερ, έχει κάνει πολύ διαφορετικά, αλλά πάντοτε ενδιαφέροντα πράγματα. Περιμένω με αγωνία τη συνέχεια.

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2006

ΚΥΡΙΑ ΠΝΙΓΜΕΝΗ ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΦΕΛΕΙΑ


Φαίνεται ότι ο Night Shyamalan κάνει εναλλάξ μια καλή ταινία και μια που δεν βλέπεται. Μετά το ατμοσφαιρικό "Village" ήρθε δυστυχώς η σειρά της κακής "Lady in the Water". Μιας άνευρης απόπειρας δημιουργίας παραμυθιού και μαγείας στον σύγχρονο κόσμο, με μεσιανικά μηνύματα, μελό κορώνες και τόννους αφέλειας, που την κάνουν τόσο κακή όσο και ο απίστευτος "Οιωνός", μερικά χρόνια πριν. Το στόρι είναι από την αρχή γλυκερό, καθώς η Νύμφη θέλει να φέρει "μήνυμα αγάπης και ειρήνης" στην ανθρωπότητα και να βρει κάτι σαν "αυτόν που θα προετοιμάσει με τη διδασκαλία του την έλευση του ανθρώπου που θα αλλάξει τον κόσμο", ο οποίος μάλιστα, σα να μην έφταναν όλα, θα είναι ένας μελλοντικός αμερικανός πρόεδρος (!!!) Είπατε τίποτα;
Δεν θέλω να αναλύσω όλα τα σημεία που αυξάνουν την αφέλεια του φιλμ, γιατί είναι τόσο πολλά, που δικαίως θα θεωρηθεί ότι προδίδουν όλο το στόρι (πράγμα που ίσως έκανα ήδη ως ένα βαθμό και συγχωρείστε με γι' αυτό). Αλλά όλη αυτή η μεταφυσική πίστη για τις κρυμμένες σπουδαίες ιδιότητες σχεδόν του κάθε τυχαίου ανθρώπου, που δεν μένει παρά να αποκαλυφθεί κάποια στιγμή και να αναδειχτεί το μεγαλείο του, η παντελής έλλειψη ερωτισμού ανάμεσα στον καλό Πολ Τζαμάτι (που εδώ χαραμίζεται) και την Νύμφη των Νερών, το γενικό υποτονικό και ξενέρωτο κλίμα, συντελούν στην όλη αποτυχία. Και ο ίδιος ο Shyamalan στο ρόλο του ανθρώπου που θα αλλάξει τον κόσμο τι σας λέει;
Δυστυχώς δεν μπορώ να πω ιδιαίτερα καλά λόγια ούτε για τη σκηνοθεσία, αν εξαιρέσει κανείς κάποιες στιγμές τρόμου (ή επικείμενου τρόμου) με το Θηρίο που καραδοκεί. Κατά τα άλλα η ταινία κυλά, όπως είπα στην αρχή, άνευρα και χωρίς ουσιαστικό σασπένς. Κρίμα...
Το μόνο καλό είναι ότι, αν ο εν λόγω σκηνοθέτης (είμαι φαν τόσο της "'Εκτης Αίσθησης" όσο και του "Σκοτεινού Χωριού" του) συνεχίσει την παράδοση που ο ίδιος δημιούργησε, η επόμενη ταινία του θα είναι από τις πολύ καλές!

Σάββατο, Νοεμβρίου 04, 2006

THE LADY EVE Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES No 3


To 1941, από τις πλύ παραγωγικές του χρονιές, ο Preston Sturges (1898-1959) γυρίζει το Lady Eve. H Barbara Stanwyck, μέρος ενός τρίο απατεώνων, "τυλίγει" τον Henry Fonda, πλούσιο και διάσημο... ερπετολόγο άρτι αφιχθέντα εξ Αμαζονίου και παντελώς άσχετου και γκαφατζή σε ό,τι αφορά γυναίκες, σαβουάρ βιβρ και "πολιτισμένη" κοινωνία εν γένει. Οι παρεξηγήσεις, οι γκάφες, οι έξυπνες ατάκες και τα γκαγκς πέφτουν κι εδώ βροχή, κυρίως όταν αυτή παρουσιάζεται ως δήθεν λαίδη, πείθοντάς τον ότι δεν πρόκειται για κείνη που γνώρισε και ερωτεύθηκε αρχικά πάνω σε ένα πλοίο (όπου διαδραματίζεται το πρώτο μέρος της ταινίας), αλλά για άλλο πρόσωπο που απλώς της μοιάζει.
Εκτός από μια πετυχημένη κωμωδία, το Lady Eve είναι και αρκετά φεμινιστικό - και ως εκ τούτου πριν την εποχή του - αφού για μια ακόμα φορά η γυναίκα είναι αυτή που κινεί τα νήματα της ιστορίας και αποφασίζει μια ιδιότυπη εκδίκηση, ενώ ο άντρας, όπως συχνά στις ταινίες του Sturges, είναι από απλώς άβουλος έως σχετικά χαζός. Δείτε την, αν πέσει στα χέρια σας και δεν είστε αλλεργικοί στις παλιές, ασπρόμαυρες ταινίες, και θυμηθείτε ότι ο Sturges υπήρξε, πριν από οτιδήποτε άλλο, ένας εξαιρετικός και πανέξυπνος σεναριογράφος.

Η ΜΟΔΑ ΩΣ ΑΠΟΛΥΤΟ ΚΕΝΟ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ


"Ο Διάβολος φορά Πράδα" του David Frankel, ως ταινία που κινείται στους χώρους της υψηλής μόδας, ακούγεται κατ΄αρχάς ως ξενέρωτη και αδιάφορη. Πλην όμως, αν αποφασίσετε να πάτε παρά το ότι δεν είστε γυναίκα που όλη της η ζωή περιστρέφεται γύρω από το τι θα φορεθεί τον επόμενο χειμώνα, νομίζω ότι θα το βρείτε αρκετά συμπαθητικό και διασκεδαστικό.
Όχι, μην περιμένετε ότι η κριτική του είναι φοβερά βαθειά και "βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο". Ωστόσο η απόλυτη κενότητα και ηλιθιότητα αυτού που ονομάζεται "υψηλή μόδα" και όλου του άχρηστου κυκλώματος που κινείται γύρω απ' αυτήν (μόδιστροι, μοντέλα, περιοδικά, κριτικοί κλπ.) καταδεικνύεται απόλυτα. Θα μου πείτε: Μα καλά, περιμέναμε από μια ταινία να μας αποδείξει την γελοιότητα όλων αυτών - καθώς και των κάθε λογής fashion victims που την περιβάλλουν; Όχι βέβαια, όλα αυτά είναι προφανή γα κάθε στοιχειωδώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Ωστόσο, όπως είπα στην αρχή, το θετικό είναι ότι δείχνονται με αρκετά έξυπνο, ευχάριστο και αστείο τρόπο, ώστε να μην πλήξουν (απόλυτα τουλάχιστον) ακόμα και παντελώς άσχετοι με το όλο πράγμα, όπως εγώ. Και επί πλέον, αν ξεχάσουμε το θέμα μόδα, το βαθύτερο νόημα του φιλμ είναι η αλλοτρίωση που προκαλεί ο σύγχρονος, αγχωτικός τρόπος δουλειάς, το αδιάκοπο κυνήγι της επιτυχίας, ο τρόμος της απόλυσης και της αποτυχίας. Ώσπου, κάποια στιγμή, "ξυπνάς", όπως η ηρωίδα, και αντιλαμβάνεσαι ότι πλέον δεν έχεις προσωπική ζωή, ότι οι φίλοι σου δεν είναι αυτοί που ήταν, ότι οι σχέσεις σου με τους ανθρώπους έχουν υποταχθεί απόλυτα στις προτεραιότητες της δουλειάς.
Η κριτική σε όλα αυτά μπορεί να πει κανείς, βέβαια, ότι είναι σχετικά άτολμη. Ακόμα και η σκύλα / δικτάτορας εργοδότης, φαίνεται να έχει, κάπου στο βάθος, ένα κρυμμένο "ανθρώπινο πρόσωπο" (στοιχειώδες, μη φανταστείτε τίποτα φοβερό) και να γίνεται ακόμα και κάπως (κάπως, τονίζω) συμπαθητική. Οπότε, μπορούν να διαμαρτυρηθούν οι σκληροπυρηνικοί πολέμιοι, οι δημιουργοί έχουν βάλει νερό στο κρασί τους. Θα συμφωνήσω. Αλλά το όλο αποτέλεσμα δεν παύει να παρακολουθείται ευχάριστα. Και υπάρχει και η φοβερή και τρομερή Μέριλ Στριπ στο ρόλο της απόλυτης "σκύλας" που λέγαμε, που δίνει αληθινό ρεσιτάλ. Ακόμα και γι΄αυτό μόνο, η κατ' αρχάς ξενέρωτη αυτή ταινιούλα, κάτι αξίζει.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006

UNFAITHFULLY YOURS Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES Νο 2


Το 1948 ο Preston Sturges (1898-1959) γυρίζει το Unfaithfully yours, μια ακόμα ξεκαρδιστική κωμωδία. Εδώ η έκπληξη έρχεται κάπου στα μέσα του φιλμ. Ο Rex Harrisson, διάσημος διευθυντής ορχήστρας, αρχίζει σιγά σιγά να υποπτεύεται ότι η όμορφη και πολύ νεότερη γυναίκα του τον απατά. Κι ενώ συμβαίνουν διάφορα χαριτωμένα, ξαφνικά η ταινία μετατρέπεται σε κάτι σαν Χιτσκοκικό θρίλερ, καθώς παρακολουθούμε το σατανικό του σχέδιο να τη στραγγαλίσει, ενοχοποιώντας μάλιστα τον πιθανό εραστή. Στη συνέχεια όλα αλλάζουν και πάλι, καθώς ακολουθεί μια από τις πιο αστείες σκηνές που έχω δει: Το τέλειο πραγματικά σχέδιό του τίθεται σε εφαρμογή και τότε, στην πράξη πλέον, τίποτα απολύτως δεν πάει όπως με τόση εφευρετικότητα το είχε σχεδιάσει...
Εδώ ο Sturges δεν είναι ακριβώς μπροστά από την εποχή του, όπως σε άλλες του ταινίες, πλην όμως κάνει μια εξαιρετική παρωδία αστυνομικού φιλμ. Δεν ξέρω αν το 1948 υπήρχαν ήδη παρωδίες δημοφιλέστατων και επιτυχημένων κινηματογραφικών ειδών. Αν όχι, τότε η πρωτοπορία του έγγειται σ' αυτό ακριβώς το γεγονός. Είναι επίσης πιθανό να μπορούμε να θεωρήσουμε την ταινία ως ένα είδος ενδοκινηματογραφικού σχόλιου, αφού δείχνει ότι πολλά απ' όσα βλέπουμε στο σινεμά - και τα θεωρούμε πανέξυπνα - δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα, η οποία κατορθώνει πάντοτε, με τις μικρές, βρώμικες και ανεξέλεγκτες λεπτομέρειές της, να ανατρέπει και να προσγειώνει κάθε ιδιοφυή - πλην όμως εξωπραγματική - σεναριακή έμπνευση. Όπως και να΄ χει πάντως, η ταινία παραμένει εξαιρετικά διασκεδαστική. Αυτο νομίζω είναι που μετρά για να πετύχει μια κωμωδία.

eXTReMe Tracker