Τρίτη, Μαΐου 27, 2008

ΟΤΑΝ Ο ΙΝΤΙΑΝΑ ΞΕΘΥΜΑΙΝΕΙ


Ας πούμε από την αρχή ότι ακόμα και αριστούργημα να ήταν, ο νέος "Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull", του Steven Spielberg φυσικά, δεν θα μπορούσε να συγκινήσει το ίδιο όπως η πρώτη τριλογία. Όπως και να το κάνουμε ή εμείς έχουμε μεγαλώσει (κοντά 20 χρόνια έχουν περάσει από το τελευταίο φιλμ της σειράς) ή/και δεν υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης, αφού μιλάμε για την 4η συνέχεια. Εκτός αν είναι κανείς γύρω στα 15, άντε 20, ΚΑΙ δεν έχει τύχει να δει τα πρώτα τρία. Όταν συμβαίνει αυτός ο σπάνιος συνδυασμός, ίσως κάποιος να εκστασιαστεί. Αλλιώς, φοβάμαι ότι το παιχνίδι είναι χαμένο από χέρι.
Αυτά όμως ήταν λίγο - πολύ γνωστά από την αρχή. Το θέμα είναι ότι, όσο κι αν προσπάθησα να τα ξεχάσω, βρήκα το φιλμ κατώτερο από τα αρχικά. Μπορώ να βρω συγκεκριμένους λόγους γι' αυτό: Νομίζω ότι σε αρκετά σημεία του λείπει ο αλάνθαστος ρυθμός των πρώτων. Ειδικά προς το τέλος, με την τελική κάθοδο στο άντρο των... ας μην πούμε ποιών, μάλλον βαρέθηκα και σκεφτόμουν: "Άντε πια, τι άλλο θα γίνει; Ας τελειώνουμε". Έπειτα, σίγουρα αυτός εδώ ο Ιντιάνα διαθέτει λιγότερο χιούμορ από τους άλλους, πράγμα παράξενο, αφού στο στοιχείο αυτό στηριζόταν μεγάλο μέρος της επιτυχίας του. Ευπρόσδεκτη η (αυτο)σάτιρα για την ηλικία του αρχαιολόγου (και του Χάρισον φυσικά), αλλά κι αυτή ήταν μάλλον λίγη. Έπειτα, στην εποχή των ανά τον κόσμο Λιακόπουλων, πολλοί είναι αυτοί που θα γελάσουν κοροϊδευτικά και μόνο με το όλο κόνσεπτ, πράγμα που δεν συνέβαινε στη δεκαετία του 80, όταν όλα αυτά ήταν φυσικά εξ ίσου γραφικά, όχι όμως επικίνδυνα, οπότε το όλο εγχείρημα ήταν πολύ περισσότερο ευπρόσδεκτο και αθώο. Και, κερασάκι στην τούρτα, ήρθε κι όλος αυτός ο αντικομμουνισμός και η αναβίωση του ψυχροπολεμικού κλίματος με τους πάνκακους Ρώσους κι έδεσε το πράγμα. Αυτό πάλι τι το ήθελαν; Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα εκτιμούσα τα "επιτεύγματα" του χασάπη Στάλιν, αλλά από εκεί μέχρις του ότι ΟΛΟΙ οι κομμουνιστές είναι κακοί εξ ορισμού, ενώ ανάμεσα στους αμερικάνους υπάρχουν πάρα πολλοί καλοί, τίμιοι, πατριώτες (μπλιαχ) και άλλα τέτοια επιεικώς ηλίθια, υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Νομίζετε ότι σας αποτρέπω να πάτε; Όχι. Συνολικά πέρασα μάλλον καλά, ευχαριστήθηκα πολλά καλά σημεία καταιγιστικής δράσης και θεάματος (παρά τα ενίοτε εμφανώς ψηφιακά εφφέ), στο πρώτο μέρος το "αστυνομικό" ξετύλιγμα του γρίφου με κράτησε, ήταν και η φοβερή Κέιτ Μπλάνσετ στο ρόλο κακής κομμουνίστριας... Αλλά να, το να λες "πέρασα ΜΑΛΛΟΝ καλά" για έναν Ιντιάνα Τζόουνς, λες και μιλάς για Χάρι Πόττερ, ε, είναι αυτό καθαρή παρακμή.

Κυριακή, Μαΐου 25, 2008

Ο ΣΚΥΛΟΣ ΚΑΙ Η ΟΥΡΑ ΤΟΥ


Το "Wag the Dog" (1997) του Barry Levinson είναι για μένα μια από τις πιο έξυπνες και καυστικές αμερικάνικες κωμωδίες. Ένας πρόεδρος των ΗΠΑ εμπλέκεται σε σεξουαλικό σκάνδαλο λίγο πριν τις εκλογές και, για να τις κερδίσει, ένας παμπόνηρος τύπος που "διορθώνει καταστάσεις" συμμαχεί με έναν ισχυρό χολιγουντιανό παραγωγό και επινοούν έναν... πόλεμο ενάντια στην άσχετη Αλβανία (!) για να ρίξουν στάχτη στα μάτια των αμερικανών, αλλά και ολόκληρου του πλανήτη. Πολύ καλοί οι Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Ντάστιν Χόφμαν στους βασικούς ρόλους.
Σαφώς εμπνευσμένο από τη γνωστή υπόθεση Κλίντον - Μόνικα, ξεπερνά ωστόσο κατά πολύ την επικαιρική πλάκα και καυτηριάζει ανελέητα σχεδόν κάθε πτυχή της πολιτικής και της show business, δείχνοντάς μας με πάμπολλους τρόπους ότι, τελικά, αυτά τα δύο είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα, τουλάχιστον για τις ΗΠΑ. Έτσι, ακόμα κι αν χρόνια μετά ο θεατής αγνοεί πλήρως την υπόθεση "Μόνικα", μπορεί κάλλιστα να απολαύσει την ταινία.
Φυσικά πολλοί θα πουν ότι αποκλείεται να συμβούν στην πραγματικότητα αυτά που δείχνονται. Δεν μπορείς σήμερα να κάνεις έναν εικονικό πόλεμο, πείθοντας όλη την υδρόγειο, ενώ στην πραγματικότητα "δεν κουνιέται φύλλο". Όντως, αλλά νομίζω ότι η υπερβολή στο σενάριο είναι ηθελημένη και δεν ενοχλεί, αφού λειτουργεί σαν αλληγορία για να πει πλήθος άλλων πραγμάτων και να σατιρίσει δεκάδες κλισέ που οι περισσότεροι εξακολουθούμε να "καταπίνουμε". Και, βασικό αυτό, είναι μια καλογυρισμένη, πυκνή και γρήγορη κωμωδία που παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον.
Ο πόλεμος ως θέαμα στις τηλεοράσεις, η τεράστια δύναμη των media που μπορούν να κάνουν πιστευτή οποιαδήποτε ψευτιά και αποβλακώνουν εκατομμύρια θεατές, η άγνοια του μέσου αμερικάνου για πάμπολλά θέματα, η δύναμη των show business και του Χόλιγουντ ιδιαίτερα, το πλήρες ξεπούλημα της τέχνης στο χρήμα, τη δόξα ή τις "άνωθεν εντολές", η γελοιότητα της πολιτικής και τα βρώμικα μέσα που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει, η αποκάλυψη μηχανισμών που κινούν τα νήματα μετατρέποντας τους εκλεγμένους άρχοντες σε μαριονέτες, η κατάδειξη των αθέατων μηχανισμών του χολιγουντιανού σινεμά αλλά και των show business γενικότερα, είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θίγονται στο πυκνότατο αυτό φιλμ που, ξαναλέω, παραμένει παρ' όλα αυτά και απολαυστικό. Αν δεν το έχετε δει κάντε το, συγχωρώντας την υπερβολή του και ξεχνώντας την λογική αντίρρηση "μα δεν μπορεί να γίνουν όλα αυτά". Άλλος είναι ο στόχος.
ΥΓ: Και, φυσικά, για μια ακόμα φορά τίθεται το ερώτημα που έχω ξαναθέσει: Πώς το ίδιο το Χόλιγουντ, η πεμπτουσία της show business, γυρίζει τόσο αποκαλυπτικές και καυστικές για το ίδιο (και για πολλά άλλα θέματα) ταινίες;

Πέμπτη, Μαΐου 22, 2008

ΝΟΣΗΡΟ JAR CITY, ΠΝΙΓΗΡΗ ΙΣΛΑΝΔΙΑ


Το Jar City (Myrin) του 2006 του Baltasar Kormákur είναι ένα αστυνομικό θρίλερ. πλην όμως είναι μια από τις νοσηρότερες ταινίες που έχω δει τελευταία. Όχι, δεν υπάρχει κάποιος serial killer που κάνει φριχτά πράγματα. Εδώ ένας ηλικιωμένος μπάτσος ερευνά μια δολοφονία και αναγκάζεται να γυρίσει πίσω, σε μια βρώμικη ιστορία της δεκαετίας του 70, για να βγάλει άκρη. Ωστόσο τα πάντα συντρέχουν στη δημιουργία μιας απίστευτα καταθλιπτικής ατμόσφαιρας. Τα ίδια τα εγκλήματα, οι άνθρωποι και οι συμπεριφορές τους, η παρακμή και η διαφθορά, τα κτίρια και οι χώροι, ο τρόπος κινηματογράφησης, η "παγωμένη" φωτογραφία, όλα δημιουργούν ένα αρρωστημένο κλίμα.
Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα, με κράτησε ως το τέλος και, νομίζω, ότι μόνο στη μικρή, απομονωμένη Ισλανδία θα μπορούσε να συμβεί. Έχεις μια αίσθηση ότι όλοι γνωρίζουν όλους, τα ίδια πρόσωπα έρχονται και επανέρχονται, δημιουργούν έναν κύκλο, σα να πρόκειται για ένα μεγάλο χωριό (και ίσως αυτό ακριβώς να είναι αυτή η χώρα). Ο Kormákur είναι σα να κινηματογραφεί ηθελημένα ό,τι πιο άσχημο διαθέτει η πατρίδα του (δημιουργώντας σοκ στους λάτρεις της χώρας αυτής, που βασικά την αγάπησαν μέσω της εξαιρετικής μουσικής της και στους οποίους συγκαταλέγομαι κι εγώ). Βλέποντας την ταινία, με το διαρκές μουντό λυκόφως να κυριαρχεί, τα απρόσωπα κτίρια, την πνιγηρή καθημερινότητα, τις απέραντες γυμνές και έρημες εκτάσεις, η πρώτη αυθόρμητη αντίδραση είναι ότι "δεν θα ήθελα να ζω εκεί".
Ανακεφαλαιώνοντας θα έλεγα ότι παρά το ότι πρόκειται για ένα καλό θρίλερ, ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι νομίζω η ίδια η Ισλανδία (η αρνητική πλευρά της δηλαδή).

Τετάρτη, Μαΐου 21, 2008

ΕΝΑ ΕΞΠΡΕΣ ΓΕΜΑΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ


Αν πρέπει να θυμόμαστε για έναν και μόνο λόγο το "Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές" (1974) του Sidney Lumet, αυτός θα ήταν το απίστευτο καστ του. Νομίζω ότι ποτέ δεν μαζεύτηκαν τόσο πολλοί καλοί ηθοποιοί μαζί. Για την ιστορία αναφέρω τους διασημότερους απ' αυτούς: Λορίν Μπακόλ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Μάρτιν Μπάλσαμ, Ζακλίν Μπισέ, Σον Κόνερι, Βανέσα Ρέντγκρέιβ, Ζαν-Πιέρ Κασέλ, Μάικλ Γιορκ, Άντονι Πέρκινς, Τζον Γκίλγκουντ, Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ, Τζορτζ Κουλούρης και, φυσικά, ο εκπληκτικός και αγνώριστος Άλμπερτ Φίνεϊ στο ρόλο του διάσημου ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό.
Βασισμένη στο βιβλίο της Άγκαθα Κρίστι, η ταινία δεν κρύβει πολλές κινηματογραφικές εκπλήξεις. Είναι η κλασική ιστορία με τον φόνο, που θα συμβεί αυτή τη φορά στο εξωτικό Οριάν Εξπρές στα βάθη της χιονισμένης Γιουγκοσλαβίας, και, φυσικά επίσης, όλοι οι ετερόκλητοι επιβάτες, ευγενείς ή/και πλούσιοι οι περισότεροι, είναι εξ ίσου ύποπτοι. Το τέλος βέβαια είναι αρκετά απροσδόκητο, και η σκηνή του φόνου σε φλας μπακ προκαλεί σχετική ανατριχίλα, το υπόλοιπο φιλμ όμως κυλά ομαλά, δίχως ανατροπές και ιδιαίτερες εντάσεις. Ένας - ένας οι σούπερ σταρ πρωταγωνιστές εμφανίζονται στην ανάκριση, εκθέτουν το άλοθί τους και... πάμε στον επόμενο.
Ιδιαίτερη μνεία ωστόσο πρέπει να γίνει στον Άλμπερτ Φίνεϊ, που ερμηνεύει σπαρταριστά έναν άκρως ιδιόρυθμο, στα όρια του γελοίου μερικές φορές, sui generis Πουαρό, κάνοντας την όλη ταινία απολαυστική.
SPOILER SPOILER: Και βέβαια, μένει και ο ηθικός προβληματισμός του τέλους: Τι γίνεται αν ένα έγκλημα είναι απόλυτα δικαιολογημένο και αποδίδει δικαιοσύνη; Καταδικάζουμε τον εγκληματία ή όχι; Και επίσης, θα ήταν ίδια η τελική απόφαση του Πουαρό αν το έγκλημα δεν είχε γίνει από τόσο high society άτομα; ΤΕΛΟΣ SPOILER.
Καλογυρισμένο, παρακολουθείται με ενδιαφέρον... αλλά μέχρις εκεί.

Δευτέρα, Μαΐου 19, 2008

ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ ΣΕ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΕΦΙΑΛΤΗ


Το "Ξύπνημα στον Εφιάλτη" (Jacob's Ladder) του 1990 του Adrian Lyne είναι σαφώς η σκοτεινότερη ταινία ενός άνισου και με μικρή παραγωγή σκηνοθέτη. Και καταφέρνει, νομίζω, να είναι αληθινά εφιαλτική, πράγμα βεβαίως θετικό για τους φίλους του τρόμου και απωθητικό για τους υπόλοιπους.
Το "Ξύπνημα" βέβαια είναι μια μάλλον ασυνήθιστη ταινία τρόμου. Μην περιμένετε να δείτε ζόμπι ή τέρατα ή κάτι τέτοιο. Αντίθετα ο τρόμος εδώ γεννιέται από τις μικρές, σποραδικές "εμφανίσεις" κάποιων όντων ή μια σειρά ανεξήγητων συμβάντων που συμβαίνουν όλο και συχνότερα στην "κανονική" ζωή ενός βετεράνου του Βιετνάμ, όταν δηλαδή αυτός επιστρέφει τραυματίας από τον πόλεμο και επιχειρεί να επανενταχθεί στην καθημερινότητα. Τα παράδοξα μερικές φορές αφορούν και χρονικά μπερδέματα στη ζωή του, καθώς ο ήρωας μερικές φορές βιώνει σαν τωρινά κομμάτια προηγούμενων φάσεών του (σα να ζει ακόμα με την πρώην γυναίκα του κλπ.) Οι εξηγήσεις και η αναπάντεχη ανατροπή που θα έρθουν στο τέλος ίσως να μην αρέσουν σε κάποιους, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλο το φιλμ δεν καταφέρνει να είναι σε πολλά σημεία τρομαχτικό, κυρίως από ψυχολογική άποψη, καθώς θα μπορούσαμε κάλλιστα να παρακολουθούμε την φριχτή και δίχως επιστροφή πορεία ενός ανθρώπου (που ερμηνεύει ο Τιμ Ρόμπινς με διαρκώς σαστισμένο βλέμμα) προς την τρέλλα. Χαρακτηριστική επίσης είναι και η περιρέουσα "θρησκευτική" ατμόσφαιρα (προσέξτε τα επαναλαμβανόμενα σύμβολα, τα ονόματα κλπ.)
Ίσως να διαφωνήσετε σε επί μέρους σημεία, το φιλμ όμως δεν παύει να είναι πνιγηρό, ασφυκτικό θα έλεγα, και ατμοσφαιρικό, στοιχεία βέβαια που αποτελούν αρετές για μια αρκετά ιδιόρυθμη ταινία τρόμου, που δύσκολα ξεχνά κανείς.

Τρίτη, Μαΐου 13, 2008

ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟΣ "ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ"


Έτυχε πρόσφατα να ξαναδώ τον "Εξόριστο στην Κεντρική Λεωφόρο"(!) του 1979 του Νίκου Ζερβού, μια σχεδόν καλτ στην εποχή της ταινία. Αλλά πριν πούμε οτιδήποτε γι' αυτή, θα έπρεπε να προσδιοριστεί (πολιτικά κυρίως) η εποχή αυτή στην Ελλάδα. 5 μόλις χρόνια μετά την πτώση της χούντας, οι νέοι Έλληνες (φοιτητές κυρίως) πέφτουν με τα μούτρα στην πολιτική, που τις περισσότερες φορές συνεπάγεται απόλυτη προσύλωση σε κάποιο αριστερό κόμμα, πράγμα απόλυτα δικαιολογημένο βέβαια μετά από 7 χρόνια στυγνής καταπίεσης. Από την αρχή σχεδόν όμως της κατάστασης αυτής, τα μελανά (γελοία ίσως για τα σημερινά δεδομένα) στοιχεία της γίνονται εμφανή από μια άλλη ομάδα νέων και εξ ίσου πολιτικοποιημένων. Έτσι, στα πανεπιστήμια κυρίως, δημιουργούνται οι πρώτες αυτόνομες / ανένταχτες / ανεξάρτητες ή όπως άλλιώς θέλετε να τις ονομάσετε ομάδες και παρατάξεις, οι οποίες, όπως είπα και πριν, είναι συνήθως πολιτικοποιημένες, αντιδρούν όμως στην κομματική χειραγώγηση και τον μόλις συνειδητοποιημένο τότε αρτηριοσκληρωτισμό των "επίσημων" παρατάξεων. Ταυτόχρονα, πολλοί νέοι ανακαλύπτουν με καθυστέρηση αρκετών ετών την περίφημη δεκαετία του 60 και ό,τι αυτή συνεπάγεται (Μάης του 68, ροκ, χάσμα των γενεών, σεξουαλική απελευθερωση, ειρηνευτικά κινήματα κλπ.) Όλα αυτά ήταν αδύνατο να περάσουν στην εποχή τους στην στρατοκρατούμενη Ελλάδα, και μάλιστα σε μια εποχή παντελούς έλλειψης πληροφόρησης.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν, ο "Εξόριστος" εκφράζει ακριβώς αυτή την καινούρια για τη χώρα αμφισβήτηση προς κάθε κατεύθυνση. Γι' αυτό και έκανε αίσθηση στην εποχή της.
Η ταινία έχει ένα πολύ χαλαρό σενάριο. Ο ήρωας, που ερμηνεύεται από τον Κώστα Φέρρη, περιφέρεται απαγγέλοντας τσιτάτα, μερικές φορές σαν μονόλογο, που σχετίζονται με το ροκ (ιδιαίτερα με τους ροκ θανάτους - Morrison, Joplin κλπ.) και με τον Μάη του 68, ενώ η στη ζωή του έχει τρεις άξονες: Την επανάσταση, τον έρωτα και το ροκ - αν και αμφισβητεί ενίοτε ακόμα κι αυτά. Επίσης μαθαίνει κόρνο, συναντά έναν παλιό του έρωτα, σκέφτεται το θάνατο και άλλα τέτοια (να σημειώσουμε ότι την εποχή αυτή απλώς το να ακούς ροκ θεωρούνταν επαναστατικό, ενώ από κάποιες νεολαίες απαγορευμένο και αντιδραστικό). Οι ηθοποιίες είναι κακές, η εικόνα επίσης, οι τεχνικές ατέλειες πολλές και πολλοί δεν θα καταλάβουν καν τον λόγο ύπαρξης μιας τέτοιας ταινίας. Τόσο έχει αλλάξει το κλίμα από τότε.
Δεν νομίζω ότι το φιλμ αντέχει σήμερα. Δείτε το, αν θέλετε, μόνο σαν καταγραφή μιας μάλλον μίζερης εποχής. Α, και κάτι άλλο. Προσέξτε πόσο απαίσια είναι η Αθήνα των 70ς. Δεν ξέρω αν το ξέρετε, αλλά μετά τη δεκαετία του 90 η πόλη έχει ομορφήνει πολύ (συγκριτικά πάντοτε, γιατί αν το δούμε αντικειμενικά...)

Κυριακή, Μαΐου 11, 2008

ΣΤΗΝ "ΑΓΡΙΑ ΦΥΣΗ" ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΠΩΣ ΤΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ...


Στην 4η ταινία του ο Sean Penn επιβεβαιώνει ότι εκτός από καλός ηθοποιός είναι και αξιόλογος σκηνοθέτης. Το "Into the wild" (Ταξίδι στην άγρια φύση) καταγράφει την αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου που αποφασίζει να αφήσει πίσω του κάθε μορφή πολιτισμού και κοινωνίας και να ζήσει ολομόναχος στην παρθένα φύση. Μόνο που εκεί τα πράγματα δεν είναι πάντοτε ρόδινα.
Η ταινία αφηγείται με συνεχή φλας - μπακ την πορεία του νεαρού, ευκατάστατου και φέρελπι ήρωα. Γόνος ασφυκτικής οικογένειας με καταπιεστικό πατέρα, με λαμπρό μέλλον μπροστά του, επιλέγει να εξαφανιστεί δίχως να αφήσει κανένα ίχνος πίσω του, να περιπλανηθεί στους αχανείς δρόμους της Αμερικής και, τελικά, να απομονωθεί στην άγρια φύση και να ζήσει ολομόναχος εκεί, ακολουθώντας διδάγματα των λογοτεχνικών του ηρώων και ζώντας αποκλειστικά από το κυνήγι. Σε μεγάλο μέρος του φιλμ παρακολουθούμε την πορεία του και τις συναντήσεις του στο δρόμο με διαφορετικούς, περιθωριακούς (αν και με διαφορετικό τρόπο ο καθένας) και αρκετά συμπαθείς ανθρώπους, με τους οποίους θα δεθεί στενά, αλλά κανείς δεν θα καταφέρει να τον κρατήσει μακριά από την αμετάκλητη απόφασή του να ζήσει μόνος στη φύση. Έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για ένα road movie, αν και, όπως είπαμε, ο στόχος του ήρωα δεν είναι η εμπειρία του ταξιδιού καθ' εαυτή.
Ούτε και οικολογικοί λόγοι είναι όμως αυτοί που ωθούν τον απολύτως καλών προθέσεων πρωταγωνιστή. Το βασικό του κίνητρο είναι μια σπάνια ανάγκη για ακραία ελευθερία. Τόσο ακραία, που εκλαμβάνει ώς ένα είδος καταπίεσης ακόμα και το να ζει κανείς μέσα στους κόλπους μιας οποιασδήποτε κοινωνίας. Ενώ όμως αυτό είναι αλήθεια (και μόνο η ύπαρξη άλλων γύρω μας απαιτεί περιορισμούς της ελευθερίας μας), ωστόσο αλήθεια είναι και το ότι ο άνθρωπος είναι απίστευτα δύσκολο (σχεδόν αδύνατο μάλλον) να ζήσει ολομόναχος, εκτός κοινωνίας. Κι αυτό δείχνεται με τραγικό τρόπο στο φιλμ.
Η ταινία με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Ενδιαφέροντες οι ποικίλοι χαρακήρες που συναντά στις περιπλανήσεις του ο ήρωας, με αποκορύφωμα το ζεύγος και την ευρύτερη κοινότητα νεο-χίππιδων (μερικοί απ' αυτούς απομεινάρια των 60ς που εξακολουθούν να ζουν έτσι), πανέμορφες εικόνες άγριας ομορφιάς και σφιχτή σκηνοθεσία συνθέτουν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κατά τη γνώμη μου φετινά φιλμ.

Σάββατο, Μαΐου 10, 2008

IRON MAN ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ


Ό,τι ακριβώς συμβαίνει με τον ήρωα της ταινίας, το ίδιο μου φάνηκε ότι συμβαίνει και με την ίδια την ταινία. Μιλώ βέβαια για τον Iron Man του Jon Favreau, ενός ακόμα όχι πολύ γνωστού ήρωα της Marvel που ξέθαψε το Χόλιγουντ, μη και του ξεφύγει κανένας.
Αυτό που πρέπει σίγουρα να πούμε, είναι ότι ο Iron Man διαφέρει αρκετά σαν χαρακτήρας από τους συνηθισμένους σούπερ ήρωες. "Κακός" αρχικά, ιδιοφυής, πλέιμπόι και πολυεκατομμυριούχος κατασκευαστής και έμπορος όπλων, με προϊόντα που σκορπούν το θάνατο σε χιλιάδες, αθώους και μη, ανανίπτει όταν συλλαμβάνεται από άλλους, πιο κακούς απ' αυτόν και, αφού φτιάξει την ανίκητη στολή του, προσπαθεί να κάνει το καλό και να εξιλεωθεί για το παρελθόν του. Έτσι οι δύο περσόνες του ήρωα κινούνται ανάμεσα σε Τζέιμς Μποντ και Robocop. Υπάρχει επίσης το χιούμορ, διάχυτο στην ταινία, και ενίοτε αυτοσαρκαστικό, αφού ο ήρωας είναι και πνευματώδης. Στα συν τέλος και ο αγνώριστος "κακός" Τζεφ Μπρίτζες.
Παρ' όλα αυτά όμως ομολογώ ότι βαρέθηκα κάπως καθώς η ταινία είναι μάλλον άγαρμπη συνολικά, χωρίς να μπορεί να αποφασίσει αν θα είναι ταινία δράσης ή χαρακτήρων, με κάποια μάλιστα πολιτική διάσταση. Πολλές αναληθοφάνειες επίσης (πώς διάβολο κατασκεύασε κοτζάμ πανοπλία στη φυλακή, κάτω από τη διαρκή εποπτεία των δεσμοφυλάκων του, ενώ αυτοί του είχαν παραγγείλει... πύραυλο;), αλλά αυτό είναι το λιγότερο, αφού αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του είδους. Τελικά βρήκα το συνολικό αποτέλεσμα μέτριο.
Γενικά πάντως, όσες υπερβάσεις και ανατροπές και να επιχειρεί ενίοτε, το υπερηρωικό φιλμ είναι ένα είδος που πάντοτε βαριόμουν. Δυστυχώς για μένα όμως, με τη φόρα που έχουν πάρει, δεν θα μείνει ούτε ένας κόμικς ανθυποήρωας που να μην κάνει την κινηματογραφική του εμφάνιση.

Πέμπτη, Μαΐου 08, 2008

ΑΝΕΥΡΟ "ΜΥΣΤΙΚΟ"


"Το Μυστικό" (Un secret) του γάλλου Claude Miller είναι μια ακόμα τραγική ιστορία από το Ολοκαύτωμα. Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη να γίνονται ακόμα ταινίες γι' αυτό, αφού αποτελεί (μαζί με το ναζιστικό φαινόμενο γενικότερα) το συγκλονιστικότερο και κτηνωδέστερο γεγονός του 20ού αιώνα. Από την άλλη όμως, μετά από τόσα που έχουμε δει, η ταινία πρέπει πλέον να είναι πολύ ιδιαίτερη και δυνατή για να συγκλονίσει. Πράγμα που, κατά τη γνώμη μου, η συγκεκριμένη δεν είναι.
Υπάρχει ένα συνεχές μπρος - πίσω στο χρόνο (κυρίως πίσω, αφού το μεγαλύτερο μέρος είναι φλας-μπακ) και μάλιστα με την ιδιομορφία το παρόν να δίνεται ασπρόμαυρα και το παρελθόν έγχρωμα. Συγχρόνως, η ταινία μοιράζεται ανάμεσα σε δύο άξονες: Τον ιστορικό (διωγμοί των Εβραίων, φυγή από τις πατρίδες τους κλπ.) και τον ερωτικό, αφού το "μυστικό" του τίτλου σχετίζεται με μια ιστορία πάθους. Ωστόσο ούτε η τελευταία διαθέτει τόσο (κινηματογραφικό) πάθος ούτε η πρώτη κατάφερε να με αγγίξει πραγματικά. Το μυστικό γύρω από την καταγωγή του ήρωα και τις σχέσεις της οικογένειας με άλλα πρόσωπα και καταστάσεις αποκαλύπτεται σχετικά νωρίς, κι εμείς απλώς παρακολουθούμε πώς, τελικά, έγιναν όλα μέχρι να φτάσουμε στο σήμερα (στα μέσα της δεκαετίας του 80 δηλαδή). Γενικά βρήκα το φιλμ κάπως επίπεδο, δίχως εξάρσεις και κορυφώσεις - και η ιστορία με τον φανταστικό αδελφό που πλάθει ο μικρός ήρωας περνάει, κατά τη γνώμη μου, σχετικά "στο ντούκου", ενώ θα μπορούσε να δώσει ακόμα και μια ταινία τρόμου. Πάντως ο Miller είναι γενικά καλός σκηνοθέτης (ίσως εδώ υπερβολικά διακριτικός).
Όχι, δεν τη βρήκα κακή ταινία. Μάλλον κάπως χλιαρή και, όπως είπα, επίπεδη θα τη χαρακτήριζα.

Δευτέρα, Μαΐου 05, 2008

ΠΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ


Μάλλον ελάχιστοι γνωρίζουν το "The Man from Earth" (2007) του Richard Schenkman, με μικρό και μάλλον αδιάφορο έργο μέχρι σήμερα. Πράγμα λογικό αφού στην Ελλάδα δεν έχει κυκλοφορήσει σε καμία μορφή. Βασισμένη σε διήγημα της δεκαετίας του 60 του καλού συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Jerome Bixby, η ταινία ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για μένα.
Ας το πω από την αρχή για να σας προετοιμάσω: Ολόκληρη διαδραματίζεται μέσα σε ένα δωμάτιο (και 2-3 σκηνές στην αυλή). Και, σα να μην έφτανε αυτό, δεν έχει καν δράση, ούτε σεξ ή βία. Σε όλη τη διάρκειά της 7-8 άνθρωποι απλώς συζητάνε. Πλήξατε κιόλας; Μέγα λάθος. Στοιχηματίζω ότι, αν όχι θα αρέσει, τουλάχιστον θα κρατήσει σε πλήρη επαγρύπνηση τη συντριπτική πλειοψηφία των θεατών (και δεν εννοώ μόνο τους φανατικούς σινεφίλ).
Τι ακριβώς συμβαίνει εκεί μέσα; Ένας καθηγητής πανεπιστημίου παραιτείται εντελώς στα καλά καθούμενα από τη δουλειά του, τα μαζεύει και ετοιμάζεται να φύγει προς άγνωστη κατεύθυνση. Μερικοί φίλοι και συνάδελφοί του, διαφορετικού επιστημονικού ή ανθρωπιστικού κλάδου ο καθένας, του κάνουν ξαφνική επίσκεψη θορυβημένοι από το απροσδόκητο της απόφασής του. Κι εκεί ο ήρωας τους αποκαλύπτει ότι αναγκάζεται να φύγει επειδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι... αθάνατος (14000 ετών για την ακρίβεια) και είναι υποχρεωμένος να μετακινείται κάθε μερικά χρόνια για να μην παρατηρεί κανείς ότι ο χρόνος δεν τον αγγίζει. Μη φοβάστε, δεν κάνω σπόιλερ, όλα αυτά συμβαίνουν στα 5 πρώτα λεπτά. Και οι εκπληξεις δεν σταματούν εκεί.
Βασισμένη σε έξυπνους διαλόγους και ψυχολογικές μεταπτώσεις (δοσμένα όλα απόλυτα ρεαλιστικά καθώς οι άλλοι αμφισβητούν, όπως είναι φυσικό, τα λεγόμενά του), κρατά, όπως είπα και στην αρχή, τον θεατή χάρη στην ανάπτυξη επιχειρημάτων εκατέρωθεν, τις ανατροπές και το απροσδόκητο τέλος. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, θα ακούσετε και μερικές πρωτότυπες και πέρα για πέρα ανατρεπτικές εκδοχές για σημαντικότατες πτυχές της ανθρώπινης ιστορίας, καθώς και πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για την ψυχολογία ενός αθάνατου, που όπως θα δείτε, κάθε άλλο παρά πάνσοφος είναι.
Φυσικά θα μπορούσε να είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θεατρικό μονόπρακτο. Αποτελεί επίσης την τέλεια απόδειξη ότι μερικές φορές (πολύ σπάνιες, τουλάχιστον απ' ό,τι έχω δει μέχρι σήμερα) μπορεί κανείς να κάνει πετυχημένο σινεμά με απόλυτα εξωκινηματογραφικά μέσα. Εννοώ ότι εδώ το σενάριο είναι το 90% και όλα τα άλλα το υπόλοιπο 10. Ωστόσο νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το ψάξετε.
ΥΓ: Ισχύει βεβαίως και η αντίρρηση ότι "προτιμώ να διαβάσω το διήγημα". Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο, δοσμένο απλώς με διαφορετικά εκφραστικά μέσα.

eXTReMe Tracker