Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2007

Ο ΚΑΤΑ HERZOG "ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ"


To 1979 προστίθεται ένας ακόμα κρίκος (από τους λαμπρότερους) στην σλυσσίδα των συνεργασιών Werner Herzog - Κλάους Κίνσκι: Το "Νοσφεράτου" (Nosferatu: Phantom der Nacht). Πρόκειται για μια ακόμα μεταφορά στην οθόνη του κλασικού "Δράκουλα", του περίφημου μυθιστορήματος του Μπραμ Στόουκερ. Είχαν προηγηθεί ο Μπέλα Λουγκόζι, ο Κρίστοφερ Λι και άλλοι ακόμα. Ο Herzog όμως επιλέγει να "πατήσει" πάνω στον βουβό "Νοσφεράτου" του 1922 του F.W. Murnau, προφανώς λόγω συγγενούς γερμανικότητας και αγάπης για τον εξπρεσιονισμό. Αυτό όμως που διακρίνεται άμεσα στο αποτέλεσμα είναι η ιδιαιτερότητα του ίδιου του Herzog, άσχετα αν η "υπόθεση" της ταινίας μοιάζει αρκετά τόσο στο παλιό "Νοσφεράτου" όσο και στο πρωτότυπο βιβλίο.
Το έργο του Herzog βρίθει βέβαια από κάθε λογής καταραμένους χαρακτήρες: Ο Αγκίρε, ο Φιτζγκαράλντο, ο Βόιτσεκ, είναι μερικοί απ' αυτούς. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να αντισταθεί στον πειρασμό να προσθέσει δύο ακόμα: Τον ίδιο τον Νοσφεράτου προφανώς(τον κόμη Δράκουλα δηλαδή), αλλά και τον Τζόναθαν, τον νεαρό που επισκέπτεται τον φρικτό πύργο στα Καρπάθια, απεσταλμένος του μεσίτη στον οποίο δουλεύει, για να πουλήσει στον κόμη ένα σπίτι στην γερμανική πόλη όπου ζει ο ίδιος και η όμορφη Λούσι, η γυναίκα του. Ο Νοσφεράτου κατά τον Herzog δεν είναι απλώς ο φορέας, η προσωποποίηση του κακού. Είναι και ο ίδιος μια βαθύτατα δυστυχισμένη ύπαρξη. Θέλει, αλλά δεν μπορεί να πεθάνει. Η υπέρτατη καταδίκη, όπως λέει ο ίδιος. Όσο για τον Τζόναθαν, εκπρόσωπο του καλού στο βιβλίο, ο Herzog του επιφυλάσσει κι αυτού μια ζοφερή μοίρα: Να διαδεχτεί τον Δράκουλα, σπείροντας ο ίδιος το κακό. Έχει ετσι δραστικά απομακρυνθεί τόσο από το βιβλίο όσο και από τις προηγούμενες βερσιόν, επιβάλλοντας μια πολύ σκοτεινότερη δική του εκδοχή. Θυμηθείτε πώς τελειώνουν οι υπόλοιπες ταινίες του Herzog. Δεν θα μπορούσε λοιπόν κι εδώ να δεχτεί καθησυχαστικό τέλος: Άρα; Το Κακό θριαμβεύει!
Όλα αυτά βέβαια δεν είναι παρά αναλύσεις επί αναλύσεων και απλώς λόγια. Αυτό που κυρίως καθηλώνει στην ταινία είναι οι υπέροχες εικόνες που στήνει ο σκηνοθέτης. Η αλησμόνητη φιγούρα του Κίνσκι - Νοσφεράτου, τα χιλιάδες ποντίκια να κατακλύζουν την πόλη, οι αποκαλυπτικές, σουρεαλιστικές εικόνες που σηματοδοτούν το ξέσπασμα της πανούκλας και την επακόλουθη τρέλα, η εξαϋλωμένη μορφή της Ιζαμπέλ Αντζανί... είναι λίγες μόνο απ' όσες μπορώ να θυμηθώ.
Αν λοιπόν πέσει στα χέρια σας, μην διστάσετε: Δείτε πώς "ξαναδιαβάζεται" ένας πασίγνωστος μύθος από ένα μεγάλο δημιουργό.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2007

ΤΟ ΚΛΑΣΣΙΚΟ "ΓΕΡΑΚΙ ΤΗΣ ΜΑΛΤΑΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΥΑΡ


Η πρώτη ταινία του John Huston (1906-1987) το 1941 έμελλε να είναι και μια από τις πιο κλασσικές του: "Το Γεράκι της Μάλτας" θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα φιλμ νουάρ στην ιστορία του σινεμά - και ένας από τους καλύτερους ρόλους του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Βλέποντάς το σήμερα, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε ότι πρόκειται για μια αρχετυπική ταινία του είδους ή, για πολλούς, για την ταινία που καθόρισε το είδος.
Στο "Γεράκι" υπάρχει ο σκληρός ντετέκτιβ, η μοιραία γυναίκα, η μπερδεμένη, γεμάτη ανατροπές και "γυρίσματα" πλοκή, οι φόνοι, οι μοναχικοί χαρακτήρες, το αντικείμενο του πόθου (δεν μιλώ εδώ για τη γυναίκα, αλλά για το χρήμα, δηλαδή για το πολύτιμο αντικείμενο που όλοι κυνηγάνε στο συγκεκριμένο φιλμ).
Η πλοκή, που αναφέραμε και παραπάνω ότι είναι καταιγιστική (στο πρώτο δεκάλεπτο έχουν συμβεί τόσα που στα χέρια άλλων θα μπορούσαν να έχουν αποτελέσει υλικό για μια ολόκληρη ταινία) και μπερδεμένη, από ένα σημείο και πέρα αποκτά μάλλον δευτερεύουσα σημασία μπροστά στους χαρακτήρες των ηρώων και τις αντιδράσεις τους. Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής είναι ένα παράξενο κράμα καλού και κακού που σπάνια συνατάμε στο σημερινό σινεμά: Σκληρός, κυνικός και ρεαλιστής, αρκετά "κάθαρμα", αλλά και με έναν δικό του κώδικα τιμής, που είναι ικανός να παρακάμψει τους πειρασμούς. Ίσως αγαπά την γυναίκα (ποτέ αυτό δεν γίνεται ξεκάθαρο), αλλά οι εσωτερικές του ιεραρχήσεις αξιών εμποδίζουν τον θρίαμβο του ρομαντισμού. Αυτό όμως που κυρίως έμεινε σε μένα τουλάχιστον είναι η μάταιη αναζήτηση του πλούτου και των υλικών αγαθών γενικότερα. Αυτό που νομίζω ότι τονίζεται κατά βάση είναι η ματαιότητά τους, η ανικανότητά τους να φέρουν την ευτυχία - και η ικανότητά τους να ξεγλιστρούν μέσα από τα χέρια μας, αφήνοντας όσους επένδυσαν τα πάντα σ' αυτά ακόμα πιο κενούς και αποτυχημένους από πριν. Και, βέβαια, θα μπορούσε η διαπίστωση αυτή να αφορά πολύ ευρύτερα πράγματα: Το μάταιο κυνήγι της ευτυχίας στη ζωή αυτή, ας πούμε. Θυμηθείτε: Όταν κάποιος ρωτά από τι είναι κατασκευασμένο το περίφημο Γεράκι, η απάντηση είναι "Από το υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα".
Ακούγονται τετριμμένα αυτά; Διάβολε, βρισκόμαστε στα 1941 (και μάλιστα στην ταινία ενός πρωτοεμφανιζόμενου) και το σινεμά σχετικά στην αρχή του. Πολλά από αυτά που σήμερα θεωρούμε δεδομένα δεν έχουν ακόμα ειπωθεί. Θα πρότεινα να αφεθείτε στη γοητεία της ασπρόμαυρης εικόνας... κι αν ακόμα θεωρήσετε κάποια στοιχεία ξεπερασμένα, οι περσόνες του Μπόγκαρτ, του Πίτερ Λόρε ή του "Χοντρού" μπορούν να σας αποζημειώσουν.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 27, 2007

ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ "ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟΥ" ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ


Να λοιπόν που μπορούμε πλέον να μιλάμε για ένα νέο φαινόμενο στο σινεμά: Τον ισπανόφωνο τρόμο. "Η ραχοκοκαλιά του διαβόλου", "Οι άλλοι", "Ο λαβύρινθος του Πάνα" και τώρα "Το Ορφανοτροφείο", το επιβεβαιώνουν. Κοινά χαρακτηριστικά; Η κλασσική αντίληψη του θρίλερ, που ενδιαφέρεται κυρίως για την ανησυχητική / τρομακτική ατμόσφαιρα, τα υποβλητικά σκηνικά, το διάχυτο κλίμα ανησυχίας και απειλής, η σταθερά κορυφούμενη ένταση. Χαρακτηριστικά που τοποθετούν τη "σχολή" αυτή μακριά από τα σύγχρονα αμερικάνικα στάνταρς του είδους (της πλειοψηφίας, εννοείται, του είδους, για να είμαστε ακριβείς), που βασίζονται στα εντυπωσιακά, ψηφιακά κυρίως εφφέ, στα αλλεπάλληλα "μπου" για να τρομάξει πάσει θυσία ο θεατής, στη βινεοκλιπάδικη αισθητική και, όλο και συχνότερα, στο σπλάτερ.
Η ικανοποίηση είναι ακόμα μεγαλύτερη αν σκεφτεί κανείς ότι ο Juan Antonio Bayona
είναι πρωτοεμφανιζόμενος, κι όμως δείχνει να κατέχει τόσο βαθειά τα μυστικά του καλού θρίλερ. Στο υποβλητικό "Ορφανοτροφείο" ο τρόμος υπονοείται, δεν δείχνεται φάτσα - κάρτα, το παιχνίδι γίνεται περισσότερο με τις σκιές, τους ανησυχητικούς ήχους, το διφορούμενο φανταστικό, που δεν είσαι σίγουρος αν υφίσταται στην πραγματικότητα ή μόνο στη φαντασία των ηρώων. Ταυτόχρονα μιλά με έμμεσο τρόπο για την παιδική ηλικία και την την δυσκολία της ενηλικίωσης, δυσκολία που ενίοτε γίνεται τραυματική, για την απόφαση κάποιου να γυρίσει πίσω, στα ευτυχισμένα χρόνια, με τους μόνους φίλους που πραγματικά αγάπησε και που σημάδεψαν τη ζωή του. Είναι πολύ ενδιαφέρον το πώς κάτω από τον τρόμο και την ανατριχιαστική ατμόσφαιρα κρύβεται η τρυφερότητα. Στις αρετές και το ότι το φιλμ δεν κάνει κατά τη γνώμη μου πουθενά "κοιλιά". Παρακολουθείται "μονορούφι" με αμείωτη ένταση - και συχνά με κομμένη την ανάσα.
Ας καλωσορίσουμε λοιπόν ένα νέο σκηνοθέτη με αναμφισβήτητο ταλέντο. Όσο για μένα, επιτρέψτε μου να περιμένω πολλά ακόμα από το ισπανόφωνο σινεμά (όχι μόνο τρόμου), που περιλαμβάνει τόσο την Ισπανία όσο και τη Λατινική Αμερική.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 26, 2007

"ΝΥΧΤΕΣ ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ" ΜΕ ΥΨΗΛΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ, ΑΛΛΑ...


Αναμφισβήτητα από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες ο Wong Kar-Wai, πάντοτε ξετυλίγει μπροστά μας μια σειρά από πανέμορφες εικόνες, πλημμυρισμένες από ιδιαίτερη ευαισθησία. Μόνο που, φοβάμαι, αυτό το προσωπικό στυλ τείνει τελευταία να γίνει ένα είδος μανιέρας, που έχει αρχίσει να με κουράζει.
Το "My blueberry nights" (Οι νύχτες μου μακριά σου), η πρώτη αμερικάνικη ταινία του, διαθέτει όλες αυτές τις αρετές και, συγχρόνως, μέσα του καραδοκούν οι κίνδυνοι που ανέφερα. Η ιστορία της ερωτικά πληγωμένης Ελίζαμπεθ, που κάνει ένα δίχως προορισμό ταξίδι αυτογνωσίας, λήθης και αναζήτησης, είναι μια τρυφερή ιστορία, γεμάτη συγκίνηση. Η ηρωίδα συναντά στην περιπλάνησή της διάφορους χαρακτήρες, πληγωμένους κι αυτούς, δίνει και παίρνει απ' αυτούς και τελικά, όταν επιστρέφει εκεί απ' όπου ξεκίνησε, στο μικρό νεοϋορκέζικο καφέ και στον ιδιοκτήτη του που την περιμένει, μοιάζει θεραπευμένη από τις πληγές της. Για μια ακόμα φορά το ταξίδι είναι αυτό που έχει σημασία, όχι ο προορισμός.
Ωστόσο βρήκα το φιλμ λίγο "ξεχειλωμένο", δίχως κέντρο, κάτι ανάμεσα σε σπονδυλωτό και ενιαίο. Γενικά έχω την αίσθηση ότι το πρόβλημα στον Kar-Wai είναι περισσότερο σεναριακό, καθώς οι ταινίες του δεν είναι συμπαγείς αλλά κάπως "σκόρπιες", με αποκορύφωμα το "χαμένο" "2046". Αυτό βέβαια ίσως για κάποιους να αποτελεί αρετή, προσωπικά όμως συνήθως με κουράζει.
Ανεξαρτήτως αυτών όμως οι εικόνες είναι και πάλι όμορφες, όπως και η Νόρα Τζόουνς στον πρώτο της ρόλο, με τα νυχτερινά να κυριαρχούν, με τους φωτισμούς των νέον και τα έντονα χρώματα να είναι πανταχού παρόντα και να τονίζουν την ατμοσφαιρικότητα του όλου εγχειρήματος, με τα εξ ίσου όμορφα τραγούδια να υπογραμμίζουν τις καταστάσεις. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα απόλυτα συναισθηματικό σινεμά. Αυτό που πάντοτε κάνει ο Kar-Wai. Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε να περιμένω περισσότερα από την επόμενη ταινία του. Τελικά για μένα η "Ερωτική επιθυμία" παραμένει το αριστούργημά του.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 25, 2007

ΑΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΚΕΣ ΑΡΚΟΥΔΕΣ


Ε, ναι, μετά τα Lord of the Rings, τους Harry Potter, το Lemony Snicket και πλήθος άλλων τέτοιων, σιγά μη δεν γινόταν ταινία (τριλογία για την ακρίβεια) και η "Τριλογία του Κόσμου", μεγάλη επιτυχία ως βιβλίο του Φίλιπ Πούλμαν. Μόνο που το πρώτο μέρος της, το "Αστέρι του Βορρά" (The Golden Compass), δεν διαθέτει ένα σκηνοθέτη του επιπέδου του Peter Jackson ας πούμε, για να κάνει τη διαφορά. Ο Chris Weitz όσο κι αν προσπαθεί, απλώς εικονογραφεί (με εντυπωσιακό μερικές φορές τρόπο, αλλά αυτό δεν αρκεί) την ιστορία. Είναι και κάπως μπερδεμένο σεναριακά το όλο εγχείρημα, κάπου δεν ξεκαθαρίζονται οι σχέσεις, οι χαρακτήρες, οι στόχοι κλπ. οπότε, όχι, δεν μου φάνηκε και καμιά φοβερή ταινία (έστω και στα πλαίσια του είδους).
Όμορφες εικόνες, όπως είπα και πιο πάνω, υπάρχουν αρκετές. Οι αρκούδες είναι εντυπωσιακές, οι πτήσεις με το σαν Ζέπελιν σκάφος όμορφες και η Νικόλ Κίντμαν ακόμα πιο όμορφη. Είναι όμως σίγουρο νομίζω ότι τέτοιου είδους ομορφιά δεν είναι αρκετή για να απογειώσει ένα φιλμ. Δεν έχω διαβάσει τα βιβλία, αλλά υποψιάζομαι ότι πρέπει να είναι καλύτερα από την κινηματογραφική τους μεταφορά (χωρίς αυτό να είναι υποχρεωτικά κακό σε άλλες περιπτώσεις). Γενικότερα μου φάνηκε ότι το όλο εγχείρημα προορίζεται κυρίως για παιδικό κοινό και δεν καταφέρνει να προσελκύσει το ενδιαφέρον των μεγάλων (όπως, για παράδειγμα, το Lord of the Rings ή οι αντίστοιχες ταινίες φαντασίας του Tim Burton). Συνολικά, νομίζω ότι ακόμα κι αν περάσεις σχετικά ευχάριστα το δίωρο, το "Αστέρι του Βορρά" προορίζεται να περάσει ως κομήτης και σύντομα να εξαφανιστεί από τη μνήμη σου.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 22, 2007

Ο ΑΛΛΟΠΑΡΜΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ WOYZECK


Το 1979 ο Werner Herzog συνεργάζεται και πάλι με τον ηθοποιό - φετίχ του, τον Κλάους Κίνσκι, για τη μεταφορά στην οθόνη του γνωστού θεατρικού έργου του Georg Buchner "Woyzeck".
Ακόμα μια "στοιχειωμένη" περίπτωση ανθρώπου, ο ομώνυμος ήρωας είναι ένας φτωχός στρατιώτης με άχαρη ζωή, που ζει σε μια όμορφη και ήσυχη μικρή πόλη και έχει μια νέα γυναίκα και μικρό παιδί. Όλη αυτή όμως η φαινομενική ηρεμία μόνο πρόχειρα μπορεί να καλύψει τα "φαντάσματα" που στοιχειώνουν τον ήρωα και ό,τι άλλο υποβόσκει. Ο Βόιτσεκ είναι αυτό που λέμε "ασταθής", ονειροπαρμένος, κάπως "στα όρια". Ακούει φωνές και φαντάζεται πράγματα, κρύβει μέσα του φόβους για διάφορα κοινά πράγματα... Αυτό που δεν ξέρουμε είναι αν όλα αυτά είναι "εκ γενετής" ή αν προέρχονται από το καταπιεστικό και πνιγηρό περιβάλλον της καθημερινότητάς του. Πράγματι ο αξιωματικός τον οποίο υπηρετεί, ασυνήθιστη προσωπικότητα και ο ίδιος, τον καταπιέζει ασκώντας - σε σχεδόν σαδιστικό βαθμό - όσο περισσότερη εξουσία μπορεί πάνω του, στην οποία βέβαια ο Βόιτσεκ είναι αδύνατο να αντιδράσει. Από την άλλη ένας γιατρός τον θεωρεί κάτι σαν πειραματόζωο και τον μελετά ή τον υποβάλλει σε διάφορα τεστ, ταπεινώνοντάς τον κι αυτός συχνά. Η δε γυναίκα του τον απατά με νέους και όμορφους αξιωματικούς. Έτσι, σωματικά και ψυχικά τσακισμένος, ο Βόιτσεκ, έρμαιο ήδη των "ανωτέρων" του καιμιάς άκαμπτης κοινωνικής ιεραρχίας, γίνεται βαθμιαία και έρμαιο της τρέλας του που μεγαλώνει, έως την τραγική κατάληξη.
Αυτό που νομίζω ότι κυρίως μένει στον θεατή είναι η αληθινά στοιχειωμένη ερμηνεία του Κίνσκι, που είναι ιδανικός για τον ρόλο. Συνολικά όμως η ταινία μου αρέσει λιγότερο από άλλες του Herzog, καθώς οι θεατρικές της καταβολές είναι πασιφανείς: Δράση που περιορίζεται σε λίγους χώρους (όχι βέβαια ότι είναι υποχρεωτικά κακό αυτό), συχνοί μονόλογοι και "θεατρικοί" διάλογοι. Πρόκειται για προσωπική γνώμη βέβαια, καθώς πολλοί την θεωρούν μεγάλη ταινία. Πέραν της δικής σας γνώμης όμως, αξίζει να το δει κανείς λόγω του Κίνσκι.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2007

ΚΑΤΑΜΑΥΡΗ "ΟΜΙΧΛΗ"


Λίγο καιρό πριν γκρίνιαζα για την παρακμή των ταινιών τρόμου στις μέρες μας. Ευτυχώς οι διαψεύσεις αυτής μου της θέσης είναι συχνές τελευταία (και περιμένουμε και το "Ορφανοτροφείο"), πράγμα που με κάνει να χαίρομαι, χωρίς βεβαίως να ανατρέπεται ακόμα η γενική αρνητική εικόνα του είδους στην εποχή μας.
Άρχικά λοιπόν υπήρξε το διήγημα του Stephen King "Η Ομίχλη". Ο Τζον Κάρπεντερ, όταν ακόμα ήταν στις δόξες του, το μετέφερε στην οθόνη το 1980 αλλάζοντάς το σχεδόν ολοκληρωτικά. Με την τωρινή του "Ομίχλη" (The Mist, 2007), ο ικανός Frank Darabont, στην 4η μόλις μεγάλου μήκους ταινία του, βρίσκεται κοντύτερα στο κείμενο του Κινγκ (αν και όχι απόλυτα) και κάνει μια κατά τη γνώμη μου πιο ενδιαφέρουσα ταινία από αυτήν του Κάρπεντερ.
Φυσικά και αυτή εδώ έχει αρκετά στοιχεία που έχουμε ξαναδεί σε ταινίες του είδους. Από την πολιορκία μιας σχετικά μεγάλης ομάδας ανθρώπων σε ένα σούπερ μάρκετ από τα εφιαλτικά τέρατα που ξεπηδούν από μια πυκνή ομίχλη μέχρι τις γιγάντιες αράχνες και τις alienοειδείς σκηνές. Αυτά όμως δεν εμποδίζουν την "Ομίχλη" από το να είναι μια από τις πιο εντυπωσιακες ταινίες στο είδος της. Ο Darabont με έξυπνο τρόπο μετατοπίζει το ενδιαφέρον της δράσης από τα εξωτερικά στοιχεια (τα τέρατα που λέγαμε) στα εσωτερικά, στη συμπεριφορά δηλαδή και τη διαμάχη ανάμεσα στους παγιδευμένους ανθρώπους και στις αντιδράσεις τους απέναντι σε μια απρόβλεπτη κατάσταση "έκτακτης ανάγκης". Οι έγκλειστοι αποτελούν μια μικρογραφία της κοινωνίας και ανάμεσά τους συνυπάρχουν κάθε είδους στοιχεία. Ο σκηνοθέτης δείχνεται απόλυτα πεσιμιστής, δηλώνοντας, πολύ απλά, ότι σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις ο άνθρωπος γίνεται κτήνος, έρμαιο των ενστίκτων του, ενώ η λογική εκλείπει σιγά - σιγά. Ταυτόχρονα κάνει και μια έντονη κριτική της σύγχρονης αμερικάνικης (και όχι μόνο, φοβάμαι) καινωνίας, καυτηριάζοντας τον θρησκευτικό φανατισμό και τις ολέθριες επιπτώσεις του, τη μισσαλοδοξία, τον μιλιταρισμό, αλλά και την απλή βλακεία του λεγόμενου "μέσου πολίτη", που παραδίδεται δίχως αντίσταση σε όλα τα παραπάνω.
Εκεί όμως που φαίνεται περισσότερο απαισιόδοξος από ποτέ είναι στο συγκλονιστικό και απρόβλεπτο τέλος, που κυριολεκτικά σε αφήνει άναυδο, παγωμένο, ακόμα και ενοχλημένο, με μια αίσθηση του στυλ "Ε, όχι! Αυτό πάει πάρα πολύ". Βλέπετε, έχει καταφέρει να επινοήσει ένα τέλος που, αφού κορυφώνει το συνεχές σασπένς, πάει πολύ πιο πέρα από το απλό "τελικά οι ήρωες πεθαίνουν" και γινεται κάτι πολύ χειρότερο, που δεν θα σας πω φυσικά. Ένοιωσα έκπληξη για το πώς μια χολιγουντιανή ταινία επέτρεψε στον εαυτό της ένα τέτοιο φινάλε, ίσως το σκοτεινότερο που έχω δει ποτέ σε τέτοιο φιλμ.
Για τους φίλους του είδους νομίζω ότι η ταινία είναι must. Οι υπόλοιποι και οι ανύποπτοι, ίσως αργήσουν να συνέλθουν.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 17, 2007

ΥΠΝΩΤΙΚΗ "ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΓΥΑΛΙ"


Ο γερμανός Werner Herzog παραμένει για μένα ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σκηνοθέτες, ήδη από το έργο του της δεκαετίας του 70, όταν έκανε και τις γνωστότερες ταινίες του. Το σινεμά του είναι μυστηριώδες, παραισθητικό, σα να αναζητά διαρκώς ένα είδος έκστασης, κυρίως σε απομονωμένες γωνιές της γης ή σε απίστευτα, ζεν θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω, τοπία. Ίσως να είναι ένας δημιουργός που περισσότερο από πολλούς άλλους του ταιριάζει ο χαρακτηρισμός του "φευγάτου" (αν αυτό είναι καλό ή κακό τώρα, ας το κρίνει ο καθένας. Ενδιαφέρον πάντως είναι σίγουρα).
Το 1976 ο Herzog γυρίζει μια από τις πιο παράξενες ταινίες του - από τις πιο παράξενες στην ιστορία του σινεμά, θα έλεγα - την "Καρδιά από γυαλί" (Herz aus Glas). Μια ιστορία δίχως πολύ σαφή ροή και στρωτή αφήγηση, ίσως περισσότερο μια καταγραφή εμμονών ή πραγμάτων που βίωσε ή αγάπησε ο δημιουργός της παρά οτιδήποτε άλλο. Στα τέλη του 17ου αιώνα ένα απομονωμένο βαυαρικό χωριό (από εκεί κατάγεται ο Herzog) ζει κυρίως από ένα εργοστάσιο που παράγει το θρυλικό και πολύτιμο κόκκινο γυαλί. Όταν ο αρχιτεχνίτης του πεθαίνει παίρνοντας το μυστικό του κόκκινου γυαλιού στον τάφο, ο "αφέντης" (= ευγενής, φεουδάρχης ή κάτι τέτοιο) του χωριού καταλαμβάνεται από μια έμμονη ιδέα - με μεταφυσικές προεκτάσεις - να βρει πάσει θυσία το χαμένο μυστικό. Συγχρόνως, ένα είδος προφήτη που ζει στα δασωμένα βουνά έξω από το χωριό, προλέγει τα μελλούμενα - που κυρίως είναι καταστροφικά.
Γιατί είναι μια από τις πιο παράξενες ταινίες όλων των εποχών; Επειδή οι ηθοποιοί είναι όλοι ερασιτέχνες, που βρέθηκαν από αγγελίες στις εφημερίδες. Έπρεπε να είναι έτσι, γιατί όλοι δέχτηκαν εθελοντικά να παίζουν στην ταινία υπνωτισμένοι. Υπνωτίζονταν κανονικά, ο σκηνοθέτης έδινε τις εντολές του για το τι έπρεπε να κάνουν και από εκεί και πέρα οι κινήσεις ή τα λόγια τους δεν ελέγχονταν απόλυτα. Όταν ο Herzog ρωτήθηκε γιατί το έκανε αυτό, απάντησε ότι "η ταινία έχει τόσο εκστατικό περιεχόμενο, ώστε αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να αποδώσω αυτή την έκσταση" (με δικά μου λόγια). Το αποτέλεσμα είναι όντως παράδοξο - ανατριχιαστικό μερικές φορές. Όλοι σχεδόν οι ηθοποιοί (σχεδόν διότι σε ορισμένες σκηνές παίζουν "φυσιολογικά") παίζουν με έναν τρόπο που δεν μοιάζει με τίποτα που έχετε δει: Κάτι σαν σε slow motion, με ασυνήθιστες, αργές, αναιτιολόγητες μερικές φορές κινήσεις, συχνά με μισόκλειστα μάτια. Και όλο αυτό όντως συμβάλλει στο παράδοξο κλίμα του φιλμ, γεμάτο προφητείες, θρύλους και μυστηριώδεις, ανεξήγητες ενίοτε εικόνες.
Προειδοποιώ ότι η ταινία είναι αρκετά αργή, η αφήγηση παρουσιάζει μερικές φορές χάσματα, τα κίνητρα των πράξεων των ηρώων είναι συχνά ανεξήγητα. Οι εικόνες όμως είναι πανέμορφες. Κυρίως οι εικόνες από τοπία, που πολλές φορές κόβουν την ανάσα (άλλωστε ο Herzog λατρεύει τη φύση στις πιο απόκοσμες, αποκαλυπτικές εκφάνσεις της). Όλα αυτά όμως, σε συνδυασμό με το προαναφερθλεν παίξιμο, συμβάλλουν στην απόλυτα ονειρική ατμόσφαιρα του φιλμ και δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό "ενός από τα πιο παράξενα" που έγιναν ποτέ.
Θα ήταν κρίμα, τέλος, να μη γίνει ιδιαίτερη αναφορά στη μυσταγωγική μουσική των Popol Vuh, του συγκροτήματος που έντυσε μουσικά όλες σχεδόν τις γνωστές ταινίες του Herzog και συνέβαλλε κατά πολύ στην ιδιάιτερη ατμόσφαιρά τους. Αν δεν τους ξέρετε, ανακαλύψτε τους.
Είχα γράψει μια ακόμα φορά, για μια εντελώς διαφορετική ταινία, τη "Διπλή ζωή της Βερονίκ" του Κισλόφσκι, ότι ορισμένα πράγματα δεν χρειάζονται σαφείς εξηγήσεις. Απλώς αφήνεσαι στην ομορφιά τους (ή, τέλος πάντων, βρίσκεις τις δικές σου, προσωπικές ερμηνείες που δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι σύμφωνούν μ' αυτές του δημιουργού). Πολύ σπάνια γράφω κάτι τέτοιο για ένα φιλμ. Η "Καρδιά από γυαλί" όμως αποτελεί σίγουρα μια τέτοια περίπτωση.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 15, 2007

ΕΝΑ ΠΑΓΟΒΟΥΝΟ ΠΟΥ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣ


"L'Iceberg" ("Το Παγόβουνο") είναι μια βελγική ταινία του 2005 σε συνσκηνοθεσία των Dominique Abel, Fiona Gordon και Bruno Romy. Οι δύο πρώτοι είναι και οι πρωταγωνιστές και έχουν κάνει μαζί τρεις μικρού μήκους, ενώ αυτή είναι η πρώτη τους μεγάλη.
Μια παντρεμένη γυναίκα παγιδεύεται μια νύχτα στο ψυγείο του φαστφουντάδικου όπου δουλεύει και όταν τη σώζουν το άλλο πρωί έχει αμφισβητήσει (με το δίκιο της, όπως θα δείτε) τις οικογενειακές αξίες, ενώ έχει καταληφθεί από μια παράξενη έλξη για τον πάγο και τα παγόβουνα. Θα φύγει λοιπόν με έναν απίστευτο ναυτικό και το μικρό του σκάφος, αλλά ο σύζυγος... Αρκετά όμως με το στόρι.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να τονίσουμε γι' αυτό εδώ το "Παγόβουνο" είναι ότι πρόκειται για μια εντελώς feel good ταινία. Απόλυτα στυλιζαρισμένη, τόσο σκηνοθετικά όσο και σεναριακά, έχει σαν βασικό στόχο να διασκεδάσει τους θεατές της, πράγμα που κατά τη γνώμη μου πετυχαίνει, χάρη σ' ένα ιδιόρυθμο, ευαίσθητο και πανταχού παρόν χιούμορ, που παραπέμπει σ' αυτό του Jacques Tati. Ίσως ο Tati και σκηνοθετικά να είναι η βασική επιρροή, αλλά και ο Kaurismaki, δίχως όμως την χαρακτηριστική μελαγχολία του, καθώς και ολόκληρο το βουβό σινεμά βρίσκονται εδώ. Πράγματι, οι απόλυτα στυλιζαρισμένες κινήσεις των ηθοποιών, το ηθελημένα υπερβολικό του σεναρίου και οι ελάχιστοι διάλογοι θυμίζουν συνειδητά βουβή κωμωδία. Εδώ όμως έχουμε και μερικές πολύ όμορφες εικόνες - μινιμαλιστικές ενίοτε - και ορισμένα χρωματικά παιχνίδια, που ανεβάζουν τον αισθητικό πήχυ του φιλμ. Καθώς επίσης κι ένα παράξενο παιχνίδι με τους ήχους: Οι ομιλίες και οι ήχοι ακούγονται ετεροχρονισμένα, μερικά δευτερόλεπτα αφού έχει συμβεί ό,τι τους προκαλεί. Απόλυτα μέσα στο κλίμα και οι ηθοποιοί, με απολαυστικότερο κατά τη γνώμη μου τον μονίμως εκτός τόπου και χρόνο ναυτικό, τον δεύτερο έρωτα της ηρωίδας.
Για μένα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη (αγνοούσα μέχρι πρότινος την ύπαρξη της ταινίας). Αν το πετύχετε κάπου και δεν υπάρχουν υπότιτλοι, μην πτοηθείτε. Ακόμα κι αν δεν ξέρετε λέξη γαλλικά, είναι τόσο ελάχιστοι οι διάλογοι που δεν θα δυσκολευτείτε να το παρακολουθήσετε με άνεση.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 14, 2007

2010: 9 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΞΕΘΩΡΙΑΖΟΥΝ


16 χρόνια μετά τη θρυλική "2001: Οδύσσσεια του Διαστήματος" του Κιούμπρικ, στα 1984, ο Peter Hyams γυρίζει το δεύτερο μέρος, με τον απλό τίτλο "2010" (και με την προσθήκη ενίοτε "The Year We Make Contact"). Και με μια απλή σκέψη πίσω από το όλο εγχείρημα: Αφού οι περισσότεροι δεν κατάλαβαν τι έγινε στην πρώτη ταινία, ας εξηγήσουμε τα πράγματα όσο καλύτερα μπορούμε. Είχε προηγηθεί το 1982 το ομώνυμο βιβλίου του Arthur Clarke.
Επειδή όμως τα αριστουργήματα σπάνια επαναλαμβάνονται, αυτή εδώ η δεύτερη Οδύσσεια φαντάζει λίγο σαν ξαναζεσταμένο φαγητό. Αν και, πρέπει να ομολογήσω, οι προθέσεις ήταν σχετικά καλές: Οι δύο τότε αντίπαλοι στην ηγεμονία του κόσμου στέλνουν εκεί πάνω, 9 χρόνια μετά, μια από κοινού αποστολή για να ερευνησει το τι απέγινε το προηγούμενο σκάφος, το πλήρωμα και ο HAL, ο υπερυπολογιστής του. Η αμερικάνικη κυβέρνηση είναι αντίθετη - γίνεται και έμμεση πλην σαφής κριτική στον τότε πρόεδρο Ρίγκαν - αλλά οι επιστήμονες είναι υπεράνω μικροπολιτικών και πείθουν τις κυβερνήσεις τους να ενώσουν τις προσπάθειές τους. Έτσι το μεικτό αμερικανοσοβιετικό πλήρωμα φτάνει στον Δία, όπου απερίγραπτα κοσμικά μυστήρια περιμένουν την αποκάλυψή τους.
Παρά το ότι η ταινία παρακολουθείται σχετικά ευχάριστα - σχετικά όμως - διάφορες καταφανείς "αμερικανιές" παραμονεύουν ύπουλα: Πολλοί ρώσοι του πληρώματος μιλάνε αγγλικά αλλά ουδείς αμερικάνος ρώσικα, μια όμορφη ρωσίδα βρίσκει σε μια κρίσιμη στιγμή καταφύγιο στην αγκαλιά του, αμερικανού φυσικά, Ρόι Σνάιντερ και όχι σ' αυτήν κάποιου από τους πολλούς συμπατριώτες της και γενικά οι σοβιετικοί είναι πιο ψυχροί και τετράγωνα λογικοί, ανίκανοι να δουν έξω από τα συνηθισμένα, ενώ οι αμερικάνοι πιο μεταφυσικοί, "ευαίσθητοι" και ευέλικτοι. Ενώ ο Bowman, ο αξέχαστος ήρωας - αστροναύτης της πρώτης ταινίας περιφέρεται ως φάντασμα μοιράζοντας χρησμούς και προειδοποιήσεις.
Γενικά μερικά από τα ερωτήματα που αιωρούνται στην πρώτη ταινία απαντώνται εδώ (σε ένα απ' αυτά μάλιστα για την αποτυχία της πρώτης αποστολής αποκαλύπτεται ότι φταίει η αμερικάνικη κυβέρνηση που, όπως είπαμε, από την αρχή παρουσιάζεται αρνητική και στενόμυαλη), ενώ ενδιαφέρον έχει το ότι κάτω στη γη είναι έτοιμος να ξεσπάσει ο Γ' Παγκόσμιος, πράγμα που δείχνεται (δικαίως) ως απόλυτα ηλίθιο, μηδαμηνό και γελοίο μπροστά στις ασύλληπτες αποκαλύψεις που περιμένουν εκεί πάνω - και που τείνουν να οδηγήσουν το σύμπαν προς τον "σωστό δρόμο" ξεπερνώντας κάθε λογής μικρόμυαλη σκέψη. Δεν παύουμε όμως να βρισκόμαστε μπροστά σε ένα "νο 2" και, φυσικά, ο Hyams κάθε άλλο παρά Κιούμπρικ είναι. Οπότε... καλύτρα να αποφύγουμε τις (αναπόφευκτες) συγκρίσεις...

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 12, 2007

ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΜΕ 1000 ΜΙΛΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Πρόσφατα είχα αναφερθεί σε μερικές ταινίες της δεκαετίας του 60 που αποτύπωναν το πνεύμα της εποχής, με αφορμή το σχετικό αφιέρωμα στα πλαίσια του φεστιβάλ της Ελευθεροτυπίας. Να που, συμπτωματικά, άλλη μία ταινία, του 2007 αυτή τη φορά, αναφέρεται στη μυθική δεκαετία και στο πνεύμα της. Το "1000 μίλια έρωτα" του Achim Bornhak είναι ένα γερμανικό φιλμ που μεταφέρει στο σινεμά τα απομνημονεύματα της Ούσι Ομπερμάγιερ, πανέμορφου φωτομοντέλου, ακτιβίστριας του τέλους των 60ς, ερωμένης του Μικ Τζάγκερ και, κυρίως, του Κιθ Ρίτσαρντς και ελεύθερου πνεύματος εν γένει.
Η πρώτη επανάσταση της νεαρής Ούσι - τέλη 60ς - γίνεται ενάντια στους μικροαστούς γονείς και το ασφυκτικό, καταπιεστικό περιβάλλον της πόλης της. Αρχικά λοιπόν, μετά τη φυγή από το σπίτι, τη βρίσκουμε να συμμετέχει στο Κοινόβιο 1 του Βερολίνου, που τότε είχε απασχολήσει πολύ τα media με τις επαναστατικές πρακτικές και την πίστη στον ελεύθερο έρωτα που πρέσβευε. Στη συνέχεια, διάσημο μοντέλο ήδη, γίνεται γκρούπι των Rolling Stones, τολμά να αρνηθεί δεκαετές συμβόλαιο του μεγάλου τότε παραγωγού Κάρλο Πόντι, που υποσχόταν να την κάνει μια νέα Σοφία Λόρεν ή Μπριζίτ Μπαρντό και, αφού τίποτα απ' αυτά δεν την ικανοποιεί πραγματικά, καταλήγει να ζήσει για 10 και πλέον χρόνια μια νομαδική ζωή, γυρίζοντας τον κόσμο με τον μεγάλο της έρωτα και με ένα πούλμαν - τροχόσπιτο, που θυμίζει φάσεις από το θρυλικό Magic Bus, μέχρι το 1985 στο Μεξικό, όπου όλα θα τελειώσουν απότομα (ακούσια συμβολικό για τη νέα εποχή "επιστροφής στις παλιές αξίες" και στον καπιταλισμό που έρχεται;)
Η ταινία δεν είναι ιδιαίτερα σπουδαία και αν δεν σας ενδιαφέρουν όλα αυτά πιθανόν να βαρεθείτε. Η πρωταγωνίστρια όμως Νατάλια Άβελον, εκτός από όμορφη και ως επί το πλείστον γυμνή, είναι και καλή ηθοποιός, σκιαγραφώντας μια Ούσι που αρνείται να λειτουργήσει εγκεφαλικά και προτιμά να αφήνεται στα ένστικτά της κυνηγώντας ακούραστα τη χαρά της ζωής. Χαρακτηριστικές αυτής της παντελούς έλλειψης διανοουμενισμού και θριάμβου του "ζωώδους" ενστίκτου είναι οι αρχικές σκηνές στο κοινόβιο και η διαφωνία της με τα υπόλοιπα πολιτικοποιημένα μέλη του.
Είπαμε, δεν το βρήκα σπουδαίο. Απλώς με κάποια επί μέρους ενδιαφέροντα στοιχεία.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2007

RINGU 0 : ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΛΑ


Κι έτσι, το 2000, ήταν επόμενο να γυριστεί κι ένα τρίτο γιαπωνέζικο Ring, αφού η επιτυχία συνεχιζόταν. Μόνο που το "Ringu 0 : Basudei" είχε δύο ιδιομορφίες: 1. Δεν ήταν ένα ακόμα sequel, αλλά ένα prequel, γυρίζει δηλαδή πίσω στο χρόνο και μας διηγείται πώς ξεκίνησαν όλα και 2. Δεν ήταν γυρισμένο από τον Nakata, όπως τα δύο πρώτα, αλλά από τον Norio Tsuruta.
Αν και τρίτο και καταϊδρωμένο (κανονικά δεν θα το έβλεπα, αλλά το έκανα αφού έτυχε να έχω το πακέτο για λίγες μέρες στο σπίτι), ομολογώ ότι το βρήκα συμπαθητικό. Δεν είναι το ότι μας εξηγεί τα πάντα - πώς, τι και γιατί έγινε κλπ. κλπ. Είναι ότι είναι πιο στρωτό από τα άλλα, πιο σαφές. Τώρα, θα μου πείτε, αυτό δεν είναι πάντοτε αρετή. Συμφωνώ, αλλά η συγκεκριμένη περίπτωση μάλλον μου άρεσε.
Στο Ringu 0 λοιπόν, πάμε μερικές δεκαετίες πίσω και παρακολουθούμε την τραγική κατά βάθος ιστορία της φοβερής Sadako, μιας όμορφης κοπέλας που γεννιέται με υπερφυσικές δυνάμεις, τις οποίες συνήθως δεν μπορεί να ελέγξει και δεν κατανοεί - έχει πάρει, βλέπετε, από τη μαμά της... Ζει λοιπόν απομονωμένη, κλειστή, φοβισμένη. Μοναδική της διέξοδος η θεατρική ομάδα στην οποία γράφεται, όπου και ξεχωρίζει, και ένας έρωτας που πάει να γεννηθεί. Οι ιδιαιτερότητές της όμως, καθώς και ο κόσμος γύρω της που δεν αντέχει το διαφορετικό, οδηγούν σε τραγικές όσο και εφιαλτικές καταστάσεις.
Η αρετή, κατά τη γνώμη μου, της ταινίας, είναι η παρουσίαση της Sadako όχι ως φρικιαστικού τέρατος, αλλά σαν μιας ευαίσθητης και φοβισμένης κοπέλας - και η τρυφερότητα και τραγικότητα με την οποία ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει την περίπτωσή της. Ταυτόχρονα βέβαια, οι τρομακτικές σκηνές εξακολουθούν να υπάρχουν και η ατμόσφαιρα παραμένει λίγο - πολύ ίδια με τα άλλα φιλμ της σειράς.
Το βρήκα λοιπόν συμπαθητικό, αν και βέβαια όχι κανένα αριστούργημα. Δεν θα μπορούσε να είναι άλλωστε, αφού, όπως και να το κάνουμε, παραμένει ένα νο 3. Κι αυτό σημαίνει ότι η έκπληξη της πρώτης ματιάς και η όποια πρωτοτυπία έχουν πλέον χαθεί.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2007

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΚΑΛΟΥ ΥΠΗΡΕΤΗ


Το τσέχικο σινεμά γνώρισε δόξες στη δεκαετία του 60 με την "Άνοιξη της Πράγας" και "χάθηκε" (τουλάχιστον από τις δικές μας οθόνες) στη συνέχεια, με σποραδικές πάντοτε εξαιρέσεις (θυμηθείτε πάντως ότι ο Milos Forman και ο μεγάλος Svankmayer είναι Τσέχοι). Ο Jirí Menzel είναι από τους πρωτεργάτες του νέου τότε τσέχικου σινεμά. Στα 70 του σχεδόν σήμερα κάνει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φετινές ταινίες.
Το "Υπηρέτησα το βασιλιά της Αγγλίας" είναι ένα είδος πολιτικής αλληγορίας ή, αν θέλετε, αλληγορίας της ιστορίας της πατρίδας του. Αυτό που το κένει να ξεχωρίζει είναι το ύφος: Ο Menzel επιλέγει το στιλ και τα "κόλπα" της βουβής κωμωδίας, τον ρυθμό, τις κινήσεις, το γενικό κλίμα της. Η ταινία βέβαια δεν είναι βουβή, αλλά όλα παραπέμπουν εκεί. Ο ήρωας, ένα πολύ κοντό γκαρσόνι, ξεκινάει από το χωριό του δουλεύοντας σε ένα μικρό εστιατόριο αρχικά και, χάρη στην πονηριά, την τύχη και το σταθερό του όνειρο να γίνει εκατομμυριούχος, ανεβαίνει συνεχώς, δουλεύει σε όλο και μεγαλύτερα ξενοδοχεία στην Πράγα και τελικά γίνεται ιδιοκτήτης ενός από τα πολυτελέστερα. Συγρόνως παρακολουθούμε τους έρωτές του με δάφορες όμορφες κοπέλες, που, θα έλεγε κανείς, κάθε μία αντιστοιχεί και σε μία φάση της ανόδου του. Και, τελικά, στο ζενίθ της καριέρας του, καταλήγει για 15 χρόνια στη φυλακή από το καινούριο τότε κομμουνιστικό καθεστώς (μην ανησυχείτε, δεν προδίδω το τέλος, η ταινία ξεκινά με την αποφυλάκισή του σε σχετικά προχωρημένη ηλικία).
Στο φιλμ καταφέρνει να συνυπάρξει το κωμικό στοιχείο και η συγκίνηση, έτσι ώστε να θυμίζει κάπως το κλίμα των ταινιών του Τσάπλιν. Αυτό που ουσιαστικά καυτηριάζεται είναι η άνευ όρων και ορίων δίψα για άνοδο, η εσωτερική κενότητα του ήρωα, την οποία στην ουσία αντιλαμβανόμαστε στο δεύτερο μόλις μέρος της ταινίας, με τη στάση του απέναντι στους ναζί κατακτητές, που ενώ όλοι στην Πράγα μισούν, εκείνος τους χρησιμοποιεί για να ανέλθει κοινωνικά. Ο αληθινός του εαυτός, η απελευθέρωση επιτέλους από όλα τα μάταια και κούφια όνειρα, περιμένει στο τέλος, στη μοναξιά και την οριμότητα της ηλικίας, που για πρώτη φορά θα τον κάνουν να σκεφτεί τι έχει κάνει στη ζωή του.
Από τις ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς για μένα (αφού αγνοούσα την ύπαρξή της μέχρι πρόσφατα), συνδυάζει την απόλυτη διασκέδαση, τον ερωτισμό και τη συγκίνηση.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 07, 2007

ΟΙ ΕΦΗΒΟΙ ΠΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΟΥΝ ΤΟ PARANOID PARK


Εκτιμώ τη συνολική στάση του Gus Van Sant, που ξεκίνησε σαν ανεξάρτητος σκηνοθέτης, βούτηξε για κάποιον καιρό στο mainstream και, τα τελευταία χρόνια, επέστρεψε στο ανεξάρτητο σινεμά και μάλιστα με δύσκολες και σαφώς αντιεμπορικές ταινίες. Ωστόσο, η ενδιαφέρουσα αυτή γενική στάση δεν είναι αρκετή για να με κάνει και οπαδό (όλων τουλάχιστον) των ταινιών του. Γενικά, παρά τις αναμφισβήτητες αρετές των τελευταίων αυτών ταινιών, υπάρχει κάτι που συνολικά με κάνει μάλλον να βαριέμαι.
Στο Paranoid Park, όπως σε όλα τα πρόσφατα φιλμ του, ασχολείται με το αγαπημένο του θέμα: Τους έφηβους, που αγαπά και καταγράφει πιστά τη ζωή και τα αδιέξοδά τους, συγχρόνως όμως δείχνει και την αδιαφορία τους απέναντι στα πράγματα, την κενότητά τους ενίοτε. Φυσικά μιλάμε για μια μερίδα της αμερικάνικης νεολαίας και όχι για όλους (είναι προφανές αυτό), αλλά το κομμάτι αυτό είναι, φοβάμαι, αρκετά μεγάλο. Εδώ λοιπόν μας μιλά γι το κακόφημο Paranoid Park, όπου συγκεντρώνονται οι κάθε λογής περιθωριακοί νέοι της πόλης με τα σκέιτμππόρντ τους και με μοναδικό σκοπό να απολαύσουν το skating και μοναδικό ίσως στόχο να γίνουν ένα είδος μικρής κλίμακας σταρ στον συγκεκριμένο κλειστό μικρόκοσμο. Τα πράγματα θα σοβαρέψουν απότομα όταν ο νεαρός ήρωας και ο κολλητός του θα προκαλέσουν τον θάνατο ενός φύλακα.
Η ταινία κυλά αργά, οι σκηνές του skating δίνονται σε slow motion, το οποίο δημιουργεί έναν υποκειμενικό, ονειρικό κόσμο και η ποίηση προβάλλει συχνά στις σκηνές καθημερινότητας. Συγχρόνως οι αναφορές στην πολιτική κατάσταση (Ιράκ) και την άγνοιά της από πολλούς μας κάνουν να επιστρέψουμε στην σκληρή πραγματικότητα, ενώ το τραγικό συμβάν και η σχεδόν αδιάφορη αντιμετώπισή του από τους υπαίτιους μας παγώνει το αίμα. Έτσι ο Van Sant δεν χαρίζεται: Αγαπά τους εφήβους του - και δη τους περιθωριακούς -, αλλά δεν διστάζει να καταγράψει και τη σκοτεινή πλευρά (παρά την συνολική τρυφερότητα που δείχνει γι΄ αυτούς).
Όλα αυτά είναι καλά, αλλά προσωπικά βαρέθηκα αρκετά (όπως μου συνέβει σε μεγαλύτερο βαθμό και με τις "Τελευταίες Μέρες"). Λίγο οι αργοί ρυθμοί, λίγο η καθημερινότητα, λίγο η μινιμαλιστική αφήγηση και το γενικό μινιμαλιστικό στυλ... Θεωρείστε ωστόσο την στάση μου αυτή υποκειμενική. Απλώς δεν μου πάει πολύ το στυλ του Van Sant, παρά το ότι, επαναλαμβάνω, εκτιμώ την ιδιομορφία του. Πιθανόν οι φίλοι του ανεξάρτητου και μη εμπορικού σινεμά να μην συμμεριστούν τη γνώμη μου και να απολαύσουν το φιλμ. Ούτως ή άλλως, ο σκηνοθέτης του γενικά το αξίζει.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 05, 2007

ΟΤΑΝ ΤΟ "ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΚΑΣΑΝΔΡΑΣ" ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ


Δεν ξέρω αν το έχετε πάρει είδηση, αλλά "Το όνειρο της Κασάνδρας" είναι αισίως η 38η μεγάλου μήκους ταινία του ανεξάντλητου Woody Allen. Η παραγωγικότητα του αυτού του δημιουργού είναι πραγματικά απίστευτη. Και σχεδόν ποτέ δεν έχει κάτι κακό. Μπορεί να κάνει από "απλώς χαριτωμένο" (βλ. Scoop) έως αριστούργημα (Match Point) για να ασχοληθούμε μόνο με τις πρόσφατες δουλειές του. Ξέρω, πολλοί τον βαριέστε πλέον αφόρητα και - παραδόξως - κατανοώ την αίσθηση αυτή, παρά το ότι δεν τη συμμερίζομαι: Οι ταινίες του όντως μοιάζουν κάπως - ή τουλάχιστον χωρίζονται σε ομάδες που τα "μέλη" της κάθε μιας μοιάζουν μεταξύ τους. Αφού όμως αυτό το πιθανόν επαναλαμβανόμενο στυλ προσωπικά με γοητεύει, προς τι η γκρίνια;
Το προαναφερθέν "Όνειρο" ας πούμε, μοιάζει σαν προβληματική με το Match Point, αν και το βρήκα λιγότερο καλό από αυτό. Προειδποιώ από την αρχή ότι δεν έχει σχέση με τις κωμωδίες / κομεντί του Allen. Πρόκειται για καθαρό δράμα. Όπου δύο αδέρφια, διαφορετικών χαρακτήρων μεν, πολύ αγαπημένα δε, δέχονται μια "βρώμικη" πρόταση προκειμένου να πιάσουν την καλή. Αλλά, ακτός του να εκτελέσεις σωστά την φοβερή αυτή αποστολή, πρέπει να υπολογίσεις και το τι γίνεται μετά. Και το μετά είναι ανεξέλεγκτο. Είναι αυτό που συχνά επαναλαμβάνεται στο φιλμ (με δικά μου λόγια): "Όταν περάσεις κάποιο όριο, τίποτα δεν μπορεί να είναι όπως πριν" ή, αν το θέλετε αλλιώς, "Για όλα υπάρχει κάποιο όριο, πέρα από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή". Ίσως να πρόκειται και για μια παραβολή πάνω στο αμερικάνικο όνειρο (ο θείος που τους κάνει την πρόταση έρχεται από εκεί), όπου όλοι πασχίζουν να πιάσουν την καλή και (θεωρητικά) έχουν πολύ συχνά την ευκαιρία να το πετύχουν. Αυτό που συνήθως αποκρύπτεται όμως είναι το τίμημα.
Ναι, εδώ ο Γούντι ηθικολογεί, αναφέρεται συχνά στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, μας μιλά για καλό και κακό, ανακατώνει τις - ξεχασμένες από το σύγχρονο σινεμά - τύψεις. Τον βρήκα όμως για μια ακόμα φορά καίριο. Σύμφωνοι, "καλό" και "κακό" είναι αμφισβητήσιμες έννοιες, και δεν είναι όλοι σύμφωνοι για το τι είναι τι. Μερικές φορές όμως, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα από την θεωρία και όλοι γνωρίζουμε ποιο είναι το ένα και ποιο το άλλο. Από εκεί και πέρα το θέμα είναι τι επιλέγει κανείς.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 02, 2007

Ο "ΨΕΥΤΟΤΑΞΙΤΖΗΣ" ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ


"El Taxista ful" (Ο ψευτο-ταξιτζής, 2005) είναι ένα ισπανικό ντοκιμαντέρ του Jo Sol. Πιθανόν δεν έχει ιδιαίτερο κινηματογραφικό ενδιαφέρον (εννοώ σαν σκηνοθεσία, παραγωγή κλπ.), είναι όμως πολύ ενδιαφέρουσα η ιστορία που πραγματεύεται:
Ένας 50άρης άνεργος με γυναίκα και 16χρονο γιο, συντηρητικός στις αποψεις του, απελπισμένος από τη φτώχια, αναγκάζεται να καταφύγει σε έναν ιδιαίτερο (δικής του επινόησης, όπως περηφανεύεται) τρόπο για να ζήσει: Τις νύχτες κλέβει ταξί, τα δουλεύει όλονυχτίς και μετά τα παρατά σε εμφανή σημεία της πόλης, αφήνοντας μάλιστα και λίγα λεφτά απ' όσα έβγαλε στον ιδιοκτήτη "για τη βενζίνη και για αποζημίωση". Συνεχίζει αυτή τη "δουλειά" κι όταν χωρίζει και μετακομίζει στη Βαρκελώνη, ενώ η οικογένειά του δεν θέλει ούτε να τον δει, θεωρώντας τον άχρηστο.
Όλα αυτά συμβαίνουν στην αρχή. Η ταινία ασχολείται κυρίως με το τι γίνεται από τη στιγμή που συλλαμβάνεται και, ελεύθερος προς το παρόν, περιμένει να δικαστεί. Κάπου εκεί ανακαλύπτουν την παράξενη αυτή ιστορία αριστερές και αυτόνομες οργανώσεις, τον γνωρίζουν σε αριστερούς δικηγόρους που δέχονται να τον υπερασπιστούν χωρίς αμοιβή και έτσι, άθελά του, γίνεται κάτι σαν σύμβολο αντίστασης ενάντια στη φτώχια, την ανεργία και τον άγριο καπιταλισμό που δεν δίνει δεκάρα για τις ζωές των "υπηκόων" του. Δίχως πόρους πλέον, αναγκάζεται, παρά τη θέλησή του, να μετακομίσει σε κατάληψη αναρχικής ομάδας, η οποία είναι εναντίον της εργασίας και ζει με τα περισσεύματα που πετά η κοινωνία, όπου του παρέχουν δωμάτιο και τροφή.
Ενδιαφέρον είναι ότι ο συντηρητικός, όπως είπαμε, ήρωας δεν γουστάρει τίποτα απ' όλα αυτά: Είναι εναντίον των καταλήψεων άδειων σπιτιών, δεν του αρέσει να ζει από τα σκουπίδια της κοινωνίας και το μόνο που θέλει, όπως επανειλημμένα δηλώνει, είναι να μην πάει φυλακή και να τα φτιάξει και πάλι με την οικογένειά του. Ήσυχος και μειλίχιος, εκφράζει συχνά την ευγνωμοσύνη του στους αριστερούς δικηγόρους που τον υπερασπίζονται και τις αυτόνομες ομάδες που του παρέχουν τροφή και στέγη (τους βοηθά μάλιστα πρόθυμα στις δουλειές του κοινόβιου), αλλά δεν συμφωνεί ιδεολογικά μαζί τους. Είναι απολαυστικό να τον βλέπεις να παρακολουθεί σε συγκεντρώσεις αγορεύσεις διανοούμενων που μιλάνε ενάντια στη μισθωτή εργασία κι εκείνος να δηλώνει αφοπλιστικά "δεν καταλαβαίνω τι λέει". Παράλληλα παρακολουθούμε τον 16χρονο γιο, που, παρά το ότι έχει να τον δει καιρό, υπερασπίζεται το "παράπτωμα" του πατέρα του.
Η ταινία ξεκίνησε χλιαρά, το ενδιαφέρον όμως ανέβηκε σύντομα. Τελικά κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους αυτή πορεία σταδιακής πολιτικοποίησης ενός ανθρώπου. Καθως έρχεται για πρώτη του φορά σε επαφή με ομάδες και ιδέες των οποίων την ύπαρξη μέχρι τα 50 του αγνοούσε, μοιάζει σιγά - σιγά και παρά τις αντιρήσεις του να έρχεται όλο και πιο κοντά τους (παραμένοντας ωστόσο κατά βάθος συντηρητικός) και στο τέλος δείχνει να κάνει τα πρώτα βήματα μιας συνειδητής πολιτικοποίησης.
Μια παράξενη αληθινή ιστορία που λέει αρκετά και διαφωτιστικά για τη δυτική κοινωνία, όπως έχει διαμορφωθεί στις μέρες μας.

eXTReMe Tracker