Κυριακή, Μαΐου 27, 2007

ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΕΙΡΑΣ)


Έχω γράψει από την αρχή ότι η blogbuster σειρά των "Πειρατών της Καραϊβικής" επιτελεί για μένα απόλυτα τον σκοπό της: Να με διασκεδάσει με δύο (ή μάλλον περισσότερες) χορταστικές ώρες, δίχως πολλή σκέψη και προβληματισμούς. Η τρίτη συνέχεια "Στο τέλος του Κόσμου", πάντα του Gore Verbinski, δεν απέτυχε ούτε κι αυτή στον (μοναδικό άλλωστε) στόχο της: Την καθαρή διασκέδαση που προαναφέραμε. Και εδώ τα εντυπωσιακά εφφέ είναι ατέλειωτα, το χιούμορ (συχνά μαύρο) διάσπαρτο, η περιπέτεια στο φουλ, οι ηθοποιίες απολαυστικές, με πρώτο και καλύτερο πάντοτε τον απίστευτο χαρακτήρα του Τζακ Σπάροου που έπλασε ο Τζόνι Ντεπ. Αυτή εδώ η τρίτη συνέχεια είναι ο ορισμός αυτού που λέμε "χορταστική", αφού τα έχει όλα αυτά και με το παραπάνω.
Και εδώ αρχίζουν τα προβληματάκια: Είναι πολλοί αυτοί που θα βρουν ότι αυτό ακριβώς το "χορταστικό" καταντά σ' αυτό το 3ο μέρος πιθανόν "βαρυστόμαχο". Γενικά, πολλοί θα νοιώσουν στο τελευταίο μισάωρο ένα overdose. Ίσως η τελική μάχη να ήθελε λίγο κόψιμο. Από την άλλη, αυτό ακριβώς το Νο 3 είναι εξ ορισμού προβληματικό: Πόσες συνέχειες θα γίνουν από οτιδήποτε δίχως να βαρεθεί ο θεατής; Ξέρουμε πλέον απ' έξω κι ανακατωτά τον χαρακτήρα του Τζακ, ξέρουμε και τους υπόλοιπους, έχουμε εντρυφήσει στο σκοτεινό, βρώμικο και άρκετές φορές καθόλου ανήλικο κλίμα της σειράς (που κατά τη γνώμη μου αποτελεί και ένα από τα μεγαλύτερα προσόντα της), ε, τι άλλο να περιμένουμε πια; Η πρώτη ευχάριστη έκπληξη έχει προ πολλού χαθεί. Και όπως όλα δείχνουν (αφού εισπρακτικά η σειρά εξακολουθεί να σκίζει), πάμε ολοταχώς για Νο 4, μια που ο Τζακ πάει να βρει το "αθάνατο νερό" ή κάτι τέτοιο.
Γκρίνια λοιπόν; Μη με κατηγορήσετε όμως γι' αυτήν. Εξακολουθώ να περνώ καλά σε γενικές γραμμές, πράγμα που είναι πολύ - πολύ σπάνιο για μένα στίς σειρές. Ίσως γιατί εξακολουθεί να με γοητεύει η σκοτεινιά του κλίματος που είπα και παραπάνω. Πέραν αυτού, αντιρρήσεις δικαιούστε να έχετε όσες θέλετε. Επισήμανα άλλωστε αρκετές πιθανές παραπάνω.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά η ολιγόλεπτη εμφάνιση του μεγάλου Κιθ Ρίτσαρντς. Με τη σκαμμένη φάτσα του, ήταν ο μόνος από τους δεκάδες κακομούτσουνους πειρατές που συνωστίζονται στην οθόνη που δεν χρειαζόταν το παραμικρό μακιγιάζ...
ΥΓ2: Πολύ ενδιαφέρον το στοιχείο ότι οι "κακοί" δεν είναι τίποτα σατανικοί μάγοι ή τέρατα ή ψυχάκηδες ή κάτι παρόμοιο, αλλά στυγνοί έμποροι, που πάνω απ' όλα βάζουν το κέρδος και την καλή μπίζνα και, προκειμένου να τα πετύχουν, δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα. Μήπως τελικά αυτό αποτελεί κάποια συγκαλυμένη κριτική για την εποχή μας;

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2007

ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΧΑΟΣ ΤΗΣ INLAND EMPIRE


Μέχρι τώρα οι ταινίες του David Lynch με γοήτευαν. Ασκούσαν πάνω μου αυτή την υπνωτική γοητεία που είναι πολλές φορές ανεξάρτητη της κατανόησης. Πιστεύω ότι όντως στο Eraserhaed ή τη Χαμένη Λεωφόρο ή το Mulholland Drive το αν θα καταλάβουμε τι γίνεται ή όχι περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην κινηματογραφική εμπειρία της θέασής τους.
Δεν έχω την ίδια γνώμη για το Inland Empire. Εδώ έχουμε το απόλυτο πραγματικά χάος, την παντελή έλλειψη κατανόησης του τι συμβαίνει (αν συμβαίνει κάτι τέλος πάντων). Όπως όμως ήδη είπα, η μη κατανόηση δεν είναι αυτό που με ενόχλησε. Το πρόβλημά μου είναι ότι, απλούστατα, βρήκα την ταινία φοβερά κουραστική. Λες και ο Lynch έχει βαλθεί επίτηδες να μας τσακίσει με κάθε τρόπο: Η τρίωρη διάρκεια, η ακατέργαστη, γεμάτη κόκκο εικόνα λες και είναι από παλιό βίντεο που το μεγένθυνες για τη μεγάλη οθόνη (έχει χρησιμοποιήσει άλλωστε αποκλειστικά μια ψηφιακή κάμερα στο χέρι), αλλά κυρίως τα συνεχή ατελείωτα, εξοντωτικά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, έδωσαν τη χαριστική βολή.
Κατά τα άλλα... η Λόρα Ντερν περιφέρεται επί ώρες, βγαίνει από τον ένα χώρο στον άλλο, συναντά πλήθος ανησυχητικών προσώπων, η γραμμικότητα του χώρου και του χρόνου καταργείται πλήρως... και όλα είναι σαν ένα όνειρο (ή μάλλον εφιάλτης ή μάλλον, πάλι, ένα συνεχές bad trip), όπου ο ονειρευόμενος ούτε κατανοεί, αλλά ούτε και μπορεί να ελέγξει με οποιονδήποτε τρόπο αυτά που βλέπει. Είναι σίγουρα εικόνες από το ασυνείδητο, ακατέργαστες, πρωτόγονες, δίχως ίχνος λογικής. Εκεί όμως που μέχρι πρόσφατα το παιχνίδι αυτό με το ακατανόητο με γοήτευε, αυτή τη φορά το μόνο που κατάφερε είναι να με κάνει να κρατώ πολύ δύσκολα τα μάτια μου ανοιχτά.
Είναι σαφές ότι ο Lynch κάνει ένα δικό του σινεμά, στα όρια του πειραματικού, που κανείς άλλος δεν τολμά (ή δεν μπορεί ή δεν θέλει) να κάνει. Το εκτιμώ αυτό και περιμένω με ενδιαφέρον την επόμενη ταινία του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να μου αρέσει κάθε ταινία αυτού του ερμητικού είδους.

Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007

ΝΕΚΡΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΚΑΙ ΖΟΦΕΡΗ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ


Το Dead Girl της Karen Moncrieff αποτέλεσε για μένα μια ευχάριστη έκπληξη πραγματικά από το πουθενά. Το "Νεκρό Κορίτσι" είναι μια ταινία με σίριαλ κίλερ. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν είναι ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ταινία με σίριαλ κίλερ. Διότι, κατ' αρχήν, δεν είναι ταινία τρόμου, παρά την ζοφερή και "άρρωστη" ατμόσφαιρά της, αλλά ούτε και αστυνομική.
Υπάρχει λοιπόν και εδώ, όπως σε αμέτρητες άλλες αμερικάνικες κυρίως ταινίες, ένας δολοφόνος που σκοτώνει νεαρές γυναίκες. Εκεί όμως που επικεντρώνει το ενδιαφέρον του το φιλμ δεν είναι οι φόνοι, ούτε η αστυνομία που κυνηγά τον δολοφόνο, ούτε καν ο ίδιος ο δολοφόνος, ο οποίος απλώς είναι ένας από τους γύρω στους δέκα πρωταγωνιστές. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο ερώτημα: Ποιές είναι οι επιπτώσεις της παρουσίας ενός σίριαλ κίλερ στον κοινωνικό περίγυρο γενικότερα και στα κάθε λογής άτομα που, ακούσια συνήθως, εμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο με τον ίδιο ή τη δράση του; Ποια είναι τα αποτελέσματα της φριχτής αυτής δράσης πάνω σε άτομα όπως η σύζυγός του, η ιατροδικαστής που παραλαμβάνει το πτώμα, η κοπέλα που ανακαλύπτει το πτώμα, η μητέρα της δολοφονημένης κλπ.;
Τα κύρια πρόσωπα, αυτά που οι ζωές τους σημαδεύονται από τον δολοφόνο (έστω κι αν δεν είναι θύματα ή παραλίγο θύματά του), είναι γυναίκες, όπως και τα θύματα καθ΄εαυτά. Η ταινία παρακολουθεί με θαυμαστό ρεαλισμό, ψυχολογικό και κοινωνικό, τα όσα θα συμβούν από την ανακάλυψη του πτώματος και μετά. Κι όλες αυτές οι ιστορίες σκιαγραφούν με δυνατό τρόπο μίζερες, παράδοξες, μοναχικές ζωές και συνθέτουν ένα ζοφερό κλίμα που σε πιάνει από την πρώτη στιγμή και κορυφώνεται στην τελευταία ιστορία (σε flash back), αυτή του ίδιου του θύματος. Όσο για τον φόνο, αυτός δεν δείχνεται πουθενά. Όπως έχει χειριστεί το θέμα άλλωστε η Moncrieff, δεν ενδιαφέρει κανέναν.
Μην περιμένετε ταινία τρόμου λοιπόν. Κι όμως, κινδυνεύετε να "κόψετε τις φλέβες σας" εξ αιτίας της ατμόσφαιρας. Αν αυτό σας απωθεί, μην κάνετε τον κόπο. Εγώ πάντως τη βρήκα πολύ καλή ταινία.

Τετάρτη, Μαΐου 16, 2007

ΤΣΟΝΤΑ ΜΕ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑNΔΥΑ ΚΑΙ ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΕΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ


Οι "Άγγελοι Εξολοθρευτές" του γάλλου Jean-Claude Brisseau θα ήθελαν πολύ να είναι ένα λεσβιακό σοφτ πορνό. Έπρεπε όμως να τηρηθούν και κάποια προσχήματα. Οπότε υπάρχει ένας και καλά διανοουμενίστικος μανδύας: Υπάρχει ένας σκηνοθέτης που θέλει να γυρίσει μια ταινία με θέμα τη γυναικεία ηδονή (!), υπάρχουν κάποιοι άγγελοι (θηλυκοί φυσικά) που σκάνε μύτη κάθε τόσο αθέατοι και παρακολουθούν τα τεκταινόμενα, υπάρχουν οι σχέσεις του σκηνοθέτη με τη γυναίκα του, οι προβληματισμοί του πάνω στο καυτό θέμα του και οι απαραίτητες οντισιόν για "την ταινία μέσα στην ταινία". Όλα αυτά όμως τα βρήκα εντελώς κακοχωνεμένα, άνευ λόγου και άνευ νοήματος. Μπαίνει στη μέση και το δράμα, καθώς και κάποιοι τύποι που κυνηγούν το δυστυχή σκηνοθέτη (δεν κατάλαβα ακριβώς γιατί) και μια... δαιμονισμένη και το πράγμα γίνεται ακόμα πιο αχταρμάς.
Το αστείο είναι ότι οι γυναίκες στην ταινία συμπεριφέρονται ουσιαστικά ακριβώς όπως στα πορνό (σοφτ ή μη). Πώς λέει ο Γκουσγκούνης σε μια άγνωστη: "Καλημέρα. Κάτσε να σε πηδήξω" κι αυτή, φυσικά, απαντά μετά χαράς "Πολύ ευχαρίστως. Πάμε!", ε, κάπως έτσι κι οι πρωταγωνίστριες του φιλμ είναι έτοιμες για όλα (χωρίς, σημειωτέον να είναι πόρνες ή κάτι τέτοιο) και υπακούουν και επαυξάνουν μάλιστα στα κελεύσματα του σκηνοθέτη, κι ας έχουν πάει μόνο για οντισιόν!
Τέλος πάντων, αν γουστάρετε ένα σοφτ λεσβιακό πορνό, το φιλμ είναι ό,τι πρέπει. Μακάρι να είχε την τόλμη της αλήστου μνήμης "Εμμανουέλας" να δηλώσει ευθαρσώς ότι αυτό και μόνο θέλει και τίποτα άλλο...

Κυριακή, Μαΐου 13, 2007

O SPIDERMAN ΠΕΤΑ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΧΑΜΗΛΑ


"Πόσο χειρότερο μπορεί να είναι από τα άλλα;" αναρωτιόμουν πηγαίνοντας στον Spiderman 3 του Sam Reimi. Πολύ! ήταν η απάντηση όταν είδα την ταινία.
Ας ξεκαθαρίσω όμως λίγα πράγματα: Ίσως βλέπω συνήθως πιο "απαιτητικό" σινεμά, αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει ότι δεν απολαμβάνω πολλές φορές και το ποπκορνοειδές, μπλοκμπαστεράτο Χόλιγουντ. Διασκέδασα με τους "Πειρατές της Καραϊβικής", βρήκα συμπαθητικούς τους X-Men, μ' αρέσει ο Σπίλμπεργκ της δεκαετίας του 80... Απλώς, κρίνω αυτό το είδος σινεμά με διαφορετικά κριτήρια από ένα φιλμ του Κισλόφσκι ή του Ρενέ. Και μ' αυτά τα διαφορετικά κριτήρια, ξαναλέω, υπάρχει αρκετό "απλώς διασκεδαστικό" Χόλιγουντ που όντως με διασκεδάζει και με κάνει να περνώ μια χαρά. Κλείνει η παρένθεση.
Ε, λοιπόν, με τον 3ο Σπάιντερμαν ούτε διασκέδασα, ούτε εντυπωσιάστηκα από τα εφφέ. Αντίθετα, ανακάλυψα έναν απίστευτο πλούτο αφέλειας (ηλιθιότητας θα ήταν σωστότερο), ανυπόφορων κλισέ, αφόρητου μελό και συνολικής βαρεμάρας. Να εξομολογηθώ τώρα και κάτι υποκειμενικό: Ούτε οι πρώτες, σαφώς καλύτερες, ταινίες του Αραχνάνθρωπου μου άρεσαν ούτε και τη φάτσα του Τόμπι αντέχω. Αυτά όμως, όπως είπα, είναι υποκειμενικά, οπότε μπορείτε να τα ξεχάσετε. Πώς να χωνέψει όμως κανείς όλους αυτούς τους τόνους σιροπιών, με τις χαζές ερωτικές παλινδρομήσεις του ζεύγους Σπάιντερ - Μέρι Τζέιν, με τον εμετικο διδακτισμό της θείας με τα δαχτυλίδια και τις καρδιές και άλλα μπλιάχ, με τον κατά-βάθος-καλό κακό Sandman που "τα κάνει όλα για την κορούλα του" και πολλά άλλα τέτοια; Αφείστε που η πληθώρα κακών κάνει την ταινία ανεστίαστη: Εκεί που πας να δεις τι γίνεται με τον Sandman, νά΄σου ο "μαύρος" Σπάιντερμαν, εκεί που νομίζεις ότι θα έχουμε μια πιθανόν ενδιαφέρουσα μάχη καλού - κακού εαυτού του ήρωα νά'σου ο κακός Βένομ που σκάει κάπου στα μισά της ταινίας, και να μη ξεχνάμε τον μονίμως μπαλαντέρ νέο Γκόμπλιν. Ουφ!
Όσο για το "ιδεολογικό" κομμάτι... ο απίστευτα φλούφλης ως φάτσα και ως ντύσιμο Πάρκερ είναι ο καλός, όσο ακριβώς είναι φλούφλης και φορά γραβατούλα. Όταν γίνεται κακός, το κακό αυτό εξωτερικεύεται με (κάπως) ατίθασο μαλί και λίγο μαύρο στο ντύσιμο. Περιτό να πούμε ότι έτσι είναι πολύ πιο συμπαθής, αλλά... ας μην επεκταθώ περισσότερο σε κάτι τόσο χαζό.
Ένα είναι σίγουρο: Ότι για φέτος ξέρω με σιγουριά πού θα απένειμα το Χρυσό Βατόμουρο. Και να φανταστείτε ότι κάποτε αγαπούσαμε τον Ράιμι...

Παρασκευή, Μαΐου 11, 2007

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΛΙΜΝΗ


Ο Στράτος Στασινός έχει κάνει αξιόλογα ντοκιμαντέρ και τη μοναδική (νομίζω) ελληνική ταινία animation με κούκλες: "Του κολυμπητή" πίσω στα 80ς. Το "Πέρα από τη Λίμνη" είναι η πρώτη του μυθοπλαστική μεγάλου μήκους και μπορούμε αμέσως να δούμε ότι μένει πιστός στα θέματά του: Ελληνική επαρχία, θρύλοι και παραμύθια.
Επιχειρεί λοιπόν να μεταφέρει στη σύγχρονη πραγματικότητα των ελληνικών χωριών ένα γνωστό θρύλο ή, αν θέλετε, την έννοια του "νεραϊδοπαρμένου", τουτέστιν αυτού που συναντά μια νεράιδα, μαγεύεται και από κει και πέρα έχει μυαλό μονάχα γι' αυτή - ή καλύτερα χάνει το μυαλό του για οτιδήποτε άλλο και καταντά ο παρίας του χωριού. Ενδιαφέρον. Δυστυχώς όμως η μεταφορά στην οθόνη γίνεται άνευρα, επίπεδα, δίχως ψυχή. Απλώς καλλιγραφικά. Οι κόσμοι είναι χωρισμένοι στον πραγματικό και τον φανταστικό, πλην όμως ο τελευταίος δεν μπόρεσε να μου προκαλέσει το απαιτούμενο δέος, την ανατριχίλα του "άλλου". Επίσης, παρά την προσπάθεια που καταβλήθηκε, λείπει το πάθος, απαραίτητο για μια τέτοια ιστορία, που ουσιαστικά είναι μια ιστορία τρελλού έρωτα.
Υπάρχει,όπως σε κάθε παραμύθι άλλωστε, το αλληγορικό στοιχείο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για τον άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στη μονότονη καθημερινότητα και αναζητά το διαφορετικό, το φευγάτο, το άλλο (είναι χαρακτηριστικό ότι η αραβωνιαστικιά του ήρωα και η νεράιδα ερμηνεύονται από την ίδια ηθοποιό). Αλλά και πάλι κι αυτό το στοιχείο δίνεται εξώφθαλμα και, συγχρόνως, κάπως ρηχά.
Μένουν μερικές όμορφες εικόνες, λίγες καλές σκηνές... και μια γενική υποτονικότητα. Καθώς και η αίσθηση των καλών προθέσεων και μιας χαμένης ευκαιρίας.

Κυριακή, Μαΐου 06, 2007

ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΟΣ "ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ"


Γιατί το ασιατικό σινεμά βρίσκεται σε γενικές γραμμές αρκετά μπροστά από το αμερικάνικο; Μία από τις απαντήσεις θα μπορούσε να δοθεί αν δει κανείς τον "Επισκέπτη" (The Host) του κορεάτη Joon-ho Bong που, εκτός από το μεταλλαγμένο τέρας που διαθέτει, είναι και η ίδια μια "μεταλλαγμένη" ταινία τρόμου. Να το πω αλλιώς: Βλέποντας μια χολυγουντιανή ταινία, όσο καλή και να είναι, ξέρεις λίγο - πολύ τι θα δεις, γνωρίζεις τη "γλώσσα" της, τον τρόπο γραφής. Αντίθετα, στις ασιατικές λειτουργεί (ακόμα) το στοιχείο της έκπληξης. Φεύγεις με την αίσθηση ότι αυτό που είδες (καλό ή κακό, δεν έχει σημασία) δεν μοιάζει με τίποτα απ' όσα έχεις δει.
Ο "Επισκέπτης" είναι μια ταινία τρόμου. Πρωταγωνιστεί ένα απίστευτο τέρας, που βγαίνει από τα μολυσμένα νερά του ποταμού Χαν, που διασχίζει τη Σεούλ, και σκορπά τον τρόμο και τον θάνατο. Δεν μοιάζει με Γκοτζίλα, είναι μάλλον μια γιγάντια σαύρα με εφιαλτικό κεφάλι, που παρά την φριχτή της εμφάνιση, έχει με τρόπο απροσδιόριστο, και κάτι ελαφρά γελοίο. Κάπως έτσι είναι και όλο το φιλμ. Ταινία τρόμου, ναι, καθαρή και με σκηνές φριχτές (και εντυπωσιακά εφφέ), αλλά έλα ντε που έχει και χιούμορ, και πολιτική σάτιρα, και σαφή αντιαμερικανισμό (η έντονη παρουσία αμερικανικών βάσεων και αμερικανικού στρατού στη χώρα δεν κάνει ευτυχισμένους τους περισσότερους κορεάτες). Και, σα να μην έφταναν αυτά, στο τέλος μας αφήνει με μια γερή δόση αληθινής συγκίνησης και τρυφερότητας! Κι όσον αφορά πάλι το θέμα του ποιοί από τους ήρωες επιβιώνουν και ποιοί πεθαίνουν, ε, εκεί καμιά mainstream δυτική ταινία δεν θα τολμούσε να κάνει τις ίδιες επιλογές με τον Joon-ho Bong.
Το στοιχείο της καυστικής κριτικής της χώρας είναι έντονο (οι αρχές, η αστυνομία, τα νοσοκομεία της Κορέας μοιάζουν να είναι σχετικά μπάχαλο, θυμίζουν ελληνικά αντίστοιχα), για τον έντονο αντιαμερικανισμό είπαμε (δεν διστάζει να πει ότι οι αμερικάνοι είναι υπεύθυνοι για όλα και να παρουσιάσει τη χώρα σαν προτεκτοράτο των αμερικάνων, που έχουν τον κύριο λόγο σε όλα), οπότε η πολιτική χροιά υπάρχει και με το παραπάνω. Το χιούμορ πάλι δεν είναι διάχυτο παντού. Είναι σαν η ταινία να αλλάζει κάθε λίγο είδη, να πηδά από το ένα είδος στο άλλο. Εκεί που τρομάζεις, έρχεται μια αστεία σκηνή, εκεί που πας να γελάσεις τα πράγματα γίνονται πραγματικά συγκινητικά και μετά βουτάς πάλι στον τρόμο. Είναι μια από τις πιο sui generis ταινίες τόμου που έχω δει (γιατί, τελικά, αυτό το είδος υπερτερεί).
Αν λοιπόν δεν είστε αλλεργικοί σ΄αυτό το είδος, δείτε την ως μια απόλυτα διαφορετική πρόταση.

Παρασκευή, Μαΐου 04, 2007

ΠΡΟΣΩΠΙΚOI ΦΟΒΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΑΞΙΑ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΧΙΟΥΜΟΡ


Ο Alain Resnais είναι ένας από τους 5-6 μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες. Και είναι, αισίως 85 χρονών. Ενώ όμως άλλα μέλη αυτής της ελίτ έχουν ουσιαστικά αποσυρθεί (Μπέργκμαν, Βάιντα κλπ.) και άλλοι πάλι έχουν απόλυτα παρακμάσει (Αντονιόνι), ο Ρενέ καταφέρνει να κάνει ταινίες φρέσκες, που βλέπονται ευχάριστα, έστω και αν δεν κάνει πλέον κινηματογραφικές "επαναστάσεις" (πώς θα μπορούσε άλλωστε σ' αυτή την ηλικία;)
Οι "Προσωπικοί φόβοι σε δημόσιους χώρους" (Coeurs γαλλιστί) γυρίστηκε λοιπόν το 2006 από ένα γέρο. Σε πρώτη ανάγνωση ανήκει στο είδος που αποκαλούμε "αισθηματική κομεντί". Ερωτικές αναζητήσεις, χωρισμοί και (προσπάθειες για) νέες σχέσεις, παρεξηγήσεις και συμπτώσεις, χιούμορ, έξη αρχικά άσχετοι χαρακτήρες, που όμως στη συνέχεια δένονται με διαφορετικούς τρόπους ο ένας με τον άλλον, τα έχει όλα για να καταταγεί εκεί. Κι εδώ αρχίζουν οι ανατροπές. Σε πρώτη φάση σύντομα διαπιστώνουμε ότι όλοι σχεδόν οι ήρωες είναι μοναχικοί (ή ετοιμάζονται να γίνουν, αφού χωρίζουν) σε ένα Παρίσι όπου διαρκώς χιονίζει. Και οι 6, αν και μεσήλικες οι περισσότεροι, είναι μόνοι. Άλλοι ψάχνουν συστηματικά για αγάπη ή επικοινωνία, σε άλλους πάλι τα συναισθήματα αυτά που τόσο χρειάζονται κατά βάθος (δίχως κι οι ίδιοι να το ξέρουν ναρκωμένοι από την καθημερινή τους ρουτίνα) αφυπνίζονται αιφνίδια από τις καταστάσεις. Και το σπουδαιότερο, spoiler - spoiler στο τέλος, ανατρέποντας το κλασσικό χάπι εντ των ταινιών του είδους, όλοι, μα όλοι, παραμένουν μοναχικοί και - ενίοτε - ακόμα πιο πληγωμένοι.
Απαισιόδοξο συμπέρασμα που αφορούν συνολικά τη σύγχρονη κοινωνία των μεγαλουπόλεων, έλλειψη επικοινωνίας, μοναχικότητα, τυποποιημένες, αδιέξοδες ζωές, καιρική παγωνιά σε απόλυτη αρμονία με την εσωτερική παγωνιά των χαρακτήρων, κι όμως: Μην ετοιμαστείτε να κόψετε τις φλέβες σας και να πείτε "σιγά μη δω εγώ αυτό το βαρύ πράγμα..." Σας το είπα και στην αρχή: Όλα είναι δοσμένα με χιούμορ, κάποιοι χαρακτήρες είναι από μόνοι τους αστείοι (η θεούσα που γυρίζει τολμηρές βιντεοκασέτες, ο απίστευτος και αθέατος κατάκοιτος γέρος που βρίζει ασύστολα κλπ.)και το όλο πράγμα βλέπεται ευχάριστα - ως κομεντί πάντα.
Αυτό το χιούμορ, η κομψότητα, η διακριτικότητα στο να πει ουσιαστικά πράγματα ζοφερά, είναι που κάνουν τον Ρενέ μεγάλο (ακόμα).

Τρίτη, Μαΐου 01, 2007

ΚΑΘΩΣ Ο ΗΛΙΟΣ ΠΑΓΩΝΕΙ...


Είχα καιρό να δω καλή και "καθαρή" επιστημονική φαντασία. Κατά τη γνώμη μου το Sunshine του Danny Boyle ανήκει σ' αυτή την ομάδα και πολύ χαίρομαι γι' αυτό.
Ξεκινώντας από την ιδέα ότι ο ήλιος αρχίζει να παγώνει και, κατά συνέπεια, η γη θα πεθάνει κι αυτή, ο Boyle επικεντρώνει τη δράση της ταινίας στο εσωτερικό του διαστημόπλοιου που μεταφέρει μια ομάδα αστροναυτών, με στόχο να ρίξουν στον ήλιο μια ειδική βόμβα που θα τον ξαναζωντανέψει. Έτσι εκμεταλλεύεται την ψυχολογία των επτά επιβατών, τις διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες και αντιδράσεις τους στο όσα συμβαίνουν - και συναντούν - στο μακροχρόνιο ταξίδι τους, καθώς και την επίδραση του κλειστοφοβικού περιβάλλοντος σ' αυτούς. Κι όταν το "κακό" θα εισβάλλει, αυτό δεν είναι κάποιο alien, αλλά προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο.
Χωρίς καθόλου να προσπαθεί να εντυπωσιάσει με σούπερ εφφέ και άνευ λόγου δράση-για- τη-δράση, η ταινία καταφέρνει να είναι ατμοσφαιρική και πέτυχε να μου μεταδώσει κάτι από την αγωνία των αποκλεισμένων αυτών ανθρώπων - και το άγχος από το βάρος της ευθύνης τους που είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, να σώσουν τον κόσμο. Ενδιαφέρουσα επίσης η μεταφυσική ατμόσφαιρα που δημιουργείται μπροστά στο κολοσιαίο φλεγόμενο σώμα που ολοένα πλησιάζουν, οι σχεδόν θρησκευτικής φύσης σκέψεις πολλών από το πλήρωμα που η προσέγγιση αυτή υποβάλλει, αλλά και το στοιχείο του θρίλερ που υπάρχει στο τέλος. Όσο για τα εφφέ (που είναι μόνο τα απαραίτητα όπως είπα), είναι απόλυτα πειστικά και υποβλητικά. Νομίζω ότι οι εικόνες του πελώριου ήλιου θα μείνουν για καιρό χαραγμένες στη μνήμη μου.
Όσο για κάποιες επιστημονικής φύσης πιθανές αναληθοφάνειες ή για κάποια ακατανόητα (σε μένα τουλάχιστον) επί μέρους στοιχεία (ποια πόρτα πρέπει να ανοίξει ή να κλείσει για να βρεθούν κάπου, τι χειρισμοί πρέπει να γίνουν και τι όργανα να χειριστούν), μου είναι αδιάφορα ως ελάχιστες λεπτομέρειες σε μια συνολικά πετυχημένη και αποτελεσματική ταινία.

eXTReMe Tracker