Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2008

ΑΡΓΟ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟ KLUTE


Όταν ο Alan Pakula (1928-1998) γυρίζει το Klute (Η Εξαφάνιση) το 1971, η αισιοδοξία και οι ελπίδες της δεκαετίας του 60 έχουν σχεδόν χαθεί στην Αμερική τουλάχιστον. Όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται πόσο αφελές ήταν το όνειρο των χίπις, ο πόλεμος του Βιετνάμ παρά τις καθολικές σχεδόν αντιδράσεις συνεχίζεται (θα περνούσαν 2-3 ακόμα χρόνια μέχρι να τελειώσει), ενώ ο συντηρητικός Νίξον (ο πιο μισητός πρόεδρος των ΗΠΑ μαζί με τον Μπους σύμφωνα με πρόσφατο γκάλοπ) ετοιμάζεται να εκλεγεί για δεύτερη φορά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι φυσικό ένα κοινό θρίλερ, που πραγματεύεται την εξαφάνιση ενός τύπου και τις προσπάθειες ενός ντετέκτιβ με τη βοήθεια ενός κολ-γκερλ να τον βρει, να είναι τόσο σκοτεινό.
Πολιτικοποιημένος και ευαίσθητος στην ατμόσφαιρα της εποχής ο Pakula κάνει μια κλειστοφοβική, σκοτεινή ταινία, που κινείται σε ασφυκτικούς κλειστούς χώρους και μιλά για τη διαφθορά των υψηλά ιστάμενων, πολιτικών και μη, ενώ εμβαθύνει στους χαρακτήρες των ηρώων, βάζοντας και λίγη ψυχανάλυση. Στα συν οι Ντόναλντ Σάντερλαντ, ψυχρός και αμίλητος, και η Τζέιν Φόντα στο ρόλο του ασταθούς ψυχολογικά κολ-γκερλ.
Το πρόβλημα με μένα είναι ότι ο αργόσυρτος ρυθμός, η μακρά διάρκεια, το μάλλον χαλαρό σενάριο και η έλλειψη σασπένς με κούρασαν αρκετά και με έκαναν να βαρεθώ, πράγμα που συμβαίνει και με άλλες παρόμοιες ταινίες της εποχής με προοδευτική σκοπιά των πραγμάτων (Τρεις μέρες του Κόνδορα, Υπόθεση Πάραλλαξ, Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου κλπ.). Τυχαίνει καμιά φορά ταινίες με τις οποίες συμφωνώ ιδεολογικά και θαυμάζω την οξυδέρκεια και την ευαισθησία των δημιουργών τους στα μηνύματα της εποχής, να με κουράζουν κινηματογραφικά. Προσωπική άποψη. Για αρκετούς η ταινία θεωρείται εξαιρετική. Συμβαίνουν αυτά…

Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2008

"ΠΡΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟ ΤΙΦΑΝΥΣ" ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Το 1961 ο Blake Edwards (1922-2010) γυρίζει την ταινία που αποτελεί αρχέτυπο του είδους που ονομάζεται "κομεντί". Το "Breakfast at Tiffany's" αγαπήθηκε όσο λίγες ταινίες στην ιστορία του σινεμά και μέχρι σήμερα η παρακολούθησή του είναι συνώνυμη αυτού που λέμε κινηματογραφική απόλαυση.
Φυσικά δεν πρόκειται να προβληματιστείτε ούτε να αναζητήσετε βαθύτερα νοήματα. Απλώς στην ταινία (που βασίστκε σε βιβλίο του Τρούμαν Καπότε), όλα λειτουργούν τέλεια και είναι δοσμένα με σωστές δόσεις. Το χιούμορ, το δράμα, η συγκίνηση, ο έρωτας, όλα αναμειγνύονται άψογα για να δώσουν το τελικό γλυκόπικρο αποτέλεσμα. Αλλά και οι άλλοι, οι "εξωτερικοί" παράγοντες: Η Όντρει Χέπμπορν στον διασημότερο ρόλο της είναι η επιτομή της κομψότητας, η μουσική του Χένρι Μαντσίνι με το πασίγνωστο Moon River είναι αξέχαστη και γενικά όλα τα επιμέρους στοιχεία ισορροπούν θαυμάσια. Γι' αυτό η ιστορία αυτή του ανέμελου και "έξω καρδιά" parti girl, που προσπαθεί να πιάσει την καλή (και) στον έρωτα, πλην όμως κρύβει ένα όχι τόσο ευχάριστο για την εικόνα της μυστικό, έχει εμπνεύσει δεκάδες άλλες παραλλαγές μέχρι σήμερα.
Και είναι κι αυτός ο ανάλαφρος τρόπος που ο Edwards χειρίζεται το όλο θέμα, κομψός κι αυτός όπως η πρωταγωνίστριά του, που δίνει το όλο αέρινο αποτέλεσμα. Θα το ξαναπώ: Δεν θα βρείτε κρυμένα νοήματα και κάθε λογής "μηνύματα". Ίσα - ίσα που η ταινία μοιάζει να πιστεύει απόλυτα στο αμερικάνικο όνειρο (σε μια εποχή "αθωότητας" για να πούμε την αλήθεια) κι ίσως όλη αυτή η απροβλημάτιστη ατμόσφαιρα ενοχλήσει κάποιους. Όμως, διάβολε, περνάς πολύ καλά και βγαίνεις ανεβασμένος και αυτό, όπως όλα δείχνουν, δεν φθείρεται καθόλου με τα χρόνια. Αν αυτό δεν είναι κινηματογραφική αρετή, τότε τι είναι;

Κυριακή, Ιουνίου 22, 2008

Ο ΗΔΟΝΟΒΛΕΨΙΑΣ Ή ΜΕΛΕΤΗ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ


Το 1960 ο πιο γνωστός ίσως βρετανός σκηνοθέτης, ο Michael Powell (1905-1990), τολμά να γυρίσει το Peeping Tom (Ο Ηδονοβλεψίας), προκαλώντας σάλο στην εποχή του. Ίσως σήμερα η ιστορία ενός serial killer που σκοτώνει γυναίκες ακούγεται συνηθισμένη, τότε όμως - και μάλιστα με τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου φιλμ - υπήρξε μια πολύ τολμηρή κίνηση, που ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών στη συντηρητική Αγγλία.
Είναι λοιπόν η ιστορία ενός κατά συροήν δολοφόνου, με πολλή ψυχανάλυση και τραύματα παιδικής ηλικίας που δικαιολογούν τις εμμονές του. Συγχρόνως όμως - κι αυτό είναι μάλλον το πιο ενδιαφέρον κομμάτι - είναι μια μελέτη πάνω στο ίδιο το σινεμά και τη λειτουργία του. Βλέπετε, ο ήρωας - δολοφόνος έχει μια απόλυτη εξάρτηση από την κάμερά του, την οποία κουβαλά παντού μαζί του, ακόμα κι όταν βγαίνει το βράδι για ποτό, και δουλεύει σαν φωτογράφος σε κινηματογραφικό στούντιο (οπότε υπάρχουν και σκηνές γυρισμάτων μέσα στην ταινία). Η εμμονή του είναι να κινηματογραφεί τα θύματά του την ώρα που πεθαίνουν. Και συγχρόνως, ως καλός ηδονοβλεψίας, κινηματογραφεί τα πάντα στο δρόμο, στη δουλειά, παντού, από αθώα φιλιά σε παγκάκια μέχρι φάσεις της αστυνομικής έρευνας ή τις στιγμές της ανακάλυψης των πτωμάτων που ο ίδιος αφήνει πίσω του. Η προσωπική του ζωή είναι προβληματική. Μοναχικός, δειλός, με ανύπαρκτες σχέσεις με γυναίκες, το μόνο που θέλει είναι να κλειστεί σπίτι του τη νύχτα για να δει και να ξαναδεί τα πρωτόγονα snuff movies που ο ίδιος έχει γυρίσει.
Η παραβολή με την ίδια τη φύση του σινεμά είναι σαφής: Όταν βλέπουμε μια ταινία είμαστε κλεισμένοι σε μια σκοτεινή αίθουσα, άρα μακριά από την αληθινή ζωή. Εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο λατρεύουν τους σταρς της οθόνης, ξέροντας ότι ουσιαστικά είναι ανύπαρκτα όντα - με την έννοια ότι δεν πρόκειται ποτέ στην πραγματικότητα να τους συναντήσουν, άρα άλλη μια απομάκρυνση από την αληθινή ζωή. Ενώ όμως τα ξέρουμε όλα αυτά, εξακολουθούμε εμμονοληπτικά να βλέπουμε ταινίες - άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο - με μια εμμονή που θυμίζει αυτή του διαταραγμένου ήρωα, "ζώντας" ηθελημένα ψευδαισθήσεις. Ξέρουμε ότι αυτό δεν είναι
η ζωή, όμως το κάνουμε με απόλαυση. Με λίγα λόγια, ναι, ας το ομολογήσουμε, το σινεμά είναι ένα είδος ηδονοβλεπτισμού.
Παρακολούθησα το φιλμ με μεγάλο ενδιαφέρον, παρά τα τόσα χρόνια από το γύρισμά του. Και, μη φοβάστε, δεν σας αποκάλυψα τίποτα. Ο δολοφόνος είναι γνωστός από την πρώτη σκηνή. Εμείς απλώς παρακολουθούμε το πορτρέτο του που χτίζεται σιγά - σιγά. Όντως πρόκειται για ταινία μπροστά από την εποχή της, όπως συχνά έχει χαρακτηριστεί. Κι όχι μόνο στο σύνολό της, αλλά και σε επι μέρους λεπτομέρειες (δείτε, ας πούμε, τη σκηνή μιας τυφλής ως αντικείμενο φωτογράφησης - ηδονοβλεπτικής παρακολούθησης του δολοφόνου και θυμηθείτε πόσες φορές έκτοτε έχετε δει τυφλές σε χέρια σίριαλ κίλερς).

Πέμπτη, Ιουνίου 19, 2008

ΤΑ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΤOΥ ΒΡΑΧΟΥ


Θα το πω από την αρχή (δεν είναι ακριβώς spoiler, αν θέλετε όμως να το εκλάβετε ως τέτοιο μην το διαβάσετε): Η ταινία του Peter Weir του 1975, που τον έκανε γνωστό εκτός Αυστραλίας, "Picnic at Hanging Rock" (Το Μυστικό του Βράχου των Κρεμασμένων) δεν δίνει καμιά απολύτως εξήγηση στο μυστήριο που πραγματεύεται. Παραθέτει το πώς συνέβησαν (υποτίθεται) τα ανεξήγητα συμβάντα... και τίποτα άλλο. Ούτε "λογική", ούτε μεταφυσική εξήγηση, ούτε τίποτα. Παρ' όλα αυτά είναι μια γοητευτική ταινία, βουτηγμένη στο μυστήριο και τον ρομαντισμό, που σε δεύτερο επίπεδο μιλά για τη σεξουαλική καταπίεση των έφηβων κοριτσιών ενός οικοτροφείου των αρχών του αιώνα και, ίσως, να αποτελεί και μια παραβολή.
Ξεκινά αργά, νωχελικά, ρομαντικά, με τα κορίτσια ταυτισμένα σχεδόν με την έννοια της αγνότητας, που ξεκινούν την εκδρομή τους στον Κρεμαστό Βράχο, στην άγρια, σχεδόν ανεξερεύνητη φύση δηλαδή, με τα γοητευτικά και συγχρόνως επικίνδυνα στοιχεία της. Η ατμόσφαιρα είναι από την αρχή μυστηριώδης, κάτι αιωρείται στον αέρα, ίσως και να διαθέτει κάποια στοιχεία από ταινία τρόμου. Κι έπειτα το μυστήριο κλιμακώνεται και καθώς οι έρευνες προχωρούν ο θεατής εμπλέκεται σε μια σχεδόν αστυνομική πλοκή (πάντα όμως διανθισμένη με το μεταφυσικό στοιχείο)... που δεν οδηγεί πουθενά. Στο μεταξύ όμως τα όσα συμβαίνουν (έστω και με σχετικά αργούς ρυθμούς και χωρίς κορυφώσεις) με είχαν αιχμαλωτίσει.
Υπάρχουν και κάποια κοινωνικά στοιχεία (η αυταρχική και άτεγκτη οικονομικά διαυθύντρια, η αποπομπή μιας όικότροφου επειδή δε έχει να πληρώσει δίδακτρα κλπ.), σίγουρα όμως ο Weir δεν επικεντρώνει εκεί τον προβληματισμό του. Θα μπορούσα ίσως να αποτολμήσω μια παντελώς αυθαίρετη ερμηνεία: Ίσως ο Βράχος να αποτελεί κάτι σαν τελείωση, ευτυχία, προορισμό (οι κοπέλες προχωρούν προς αυτόν οικειοθελώς, σαν μαγεμένες), ο οποίος όμως δέχεται μόνο λίγους και εκλεκτούς. Άλλους τους απορρίπτει, άλλοι πάλι δεν μπορούν να εισχωρήσουν στα μυστικά του και μένουν συντετριμμένοι ή και πεθαίνουν στο κατώφλι του. Μπορεί η συντριβή τους αυτή (βλέπε την περίπτωση του νεαρού άγγλου) να οφείλεται στο ότι γνώρισε ελάχιστα, έπιασε με την "άκρη του ματιού του" κάτι από την έκσταση, δεν κατάφερε όμως να προχωρήσει βαθύτερα. Ίσως πάλι... Όλα αυτά όμως είναι, ξαναλέω, εντελώς αυθαίρετα.
Όσοι περιμένουν δράση, τρόμο, λύσεις θα απογοητευτούν. Οι υπόλοιποι ας αφεθούν στην μυστηριώδη και ανεξήγητη γοητεία της ταινίας, της πρώτης μεγάλης από τις πολλές καλές που έχει γυρίσει ο σημαντικός αυστραλός σκηνοθέτης.

Κυριακή, Ιουνίου 15, 2008

ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΑΚΟΜΑ Η "ΟΜΙΧΛΗ";


Το 1980 ο John Carpenter ήταν στις δόξες του. Είχε ήδη γυρίσει τη "Νύχτα με τις μάσκες" και τον "Σταθμό 13..." και επρόκειτο να κάνει 2-3 ακόμα καλές ταινίες πριν παρακμάσει οριστικά (εξακολουθεί μέχρι σήμερα να γυρίζει ταινίες ως καρικατούρα του παλιού καλού εαυτού του). Τότε όμως, το 1980, γύρισε την "Ομίχλη", ένα καθόλου πιστό, πλην όμως καλό, ριμέικ της οποίας είδαμε πρόσφατα.
Δεν βρίσκω την "Ομίχλη" πολύ σπουδαία ταινία. Στην εποχή της σίγουρα τρόμαζε περισσότερο απ' όσο σήμερα, που πλέον είμαστε εθισμένοι σε κάθε λογής ακραία βία ή/και τρόμο. Είναι βέβαια αρκετά καλογυρισμένη, με "χτίσιμο" της ανησυχητικής ατμόσφαιρας στην αρχή και βαθμιαίο ξέσπασμα του τρόμου. Ωστόσο η ιστορία αυτή της καταραμένης παραθαλάσσιας αμερικάνικης κωμόπολης, που τη νύχτα της 100ης επετίου από την ίδρυσή της δέχεται την τρομακτική επίθεση των προγόνων της - και προ εκατονταετίας θυμάτων - που βγαίνουν μέσα από μια απόκοσμη ομίχλη, χωλαίνει αρκετά σεναριακά. Εκτός από άλλες λεπτομέρειες που δεν δικαιολογούνται, η τελευταία σκηνή (που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά) δεν δένει. Έχει γυριστεί βεβαίως για καθαρούς λόγους σασπένς και μιας τελικής πινελιάς τρόμου, ωστόσο δεν δικαιολογείται το γιατί ό,τι συμβαίνει εκεί δεν συνέβει στην προηγούμενη σκηνή - κρεσέντο. Ο ρόλος της Τζέμι Λι Κέρτις είναι καθαρά διακοσμητικός (φανταστείτε το φιλμ δίχως αυτόν και θα δείτε ότι δεν θα του έλειπε απολύτως τίποτα). Και βέβαια, υπάρχει και η ξενερωτική εμφάνιση προς το τέλος των νεκρών που επιστρέφουν με γελοία κόκκινα μάτια - φωτάκια, λες και γιορτάζουμε το Halloween.
Παρ' όλα αυτά η "Ομίχλη" διαθέτει αρκετή ατμόσφαιρα, μερικές τρομακτικές σκηνές και, τέλος πάντων, βλέπεται παρά τα προβλήματά της. Δεν είναι πάντως από τις αγαπημένες μου της καλής εποχής του Κάρπεντερ. Προτιμώ το "The Thing" ή την "Απόδραση από τη Νέα Υόρκη".

Σάββατο, Ιουνίου 14, 2008

ΕΝΑ "ΣΥΜΒΑΝ" ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ


Φαίνεται ότι είναι οριστικό: Ποτέ δεν θα ξαναδούμε "Έκτη Αίσθηση". Ο M. Night Shyamalan με το "Συμβάν" (The Happening) παραμένει στο χώρο του φανταστικού και του μυστηριώδους, αλλά και μακριά από τον πάλαι ποτέ καλό του εαυτό. Το κακό με το "Συμβάν" αυτό είναι ότι είναι καλογυρισμένη και με στιγμές έντασης ταινία, πλην όμως προδίδεται παντελώς σεναριακά. Πράγματι, η αρχή με τις ομαδικές αυτοκτονίες στη Νέα Υόρκη με "έβαλαν στο λούκι" (με την καλή έννοια), σύντομα όμως οι σεναριακές αυθαιρεσίες με προσγείωσαν και το ενδιαφέρον παρέμεινε σε μεμονωμένες μόνο στιγμές και στη γενική ανησυχητική ατμόσφαιρα. Σίγουρα βρισκόμαστε μπροστά σε καλύτερη ταινία από τον γελοίο "Οιωνό" και το αφελέστατο "Lady in the Water", και πάλι όμως...
Καθώς η SPOILER - SPOILER: εκδίκηση της φύσης ενάντια στον βιαστή της άνθρωπο κλιμακώνεται, εμείς μένουμε ν' αναρωτιόμαστε: Γιατί συνέβει μόνο στη συγκεκριμένη περιοχή του πλανήτη; Γιατί άρχισε και τέλειωσε τόσο απότομα (από τις 8.23' μέχρι τις 9.15' της άλλης μέρας - ή κάτι τέτοιο, δεν θυμάμαι τις ώρες) λες και ανοιγόκλεινες διακόπτη; Γιατί ξανάρχισε; Γιατί στην αρχή χτυπούσε μεγάλους πληθυσμούς, αλλά στη συνέχεια πέρασε και σε μεμονωμένα άτομα (όπως η μισότρελη γριά); Και πολλά άλλα γιατί. ΤΕΛΟΣ SPOILER.
Βέβαια όλες αυτές οι μη εξηγήσεις μπορεί να φέρουν στο νου τα "Πουλιά" του Χίτσκοκ, όπου τα όσα διαδραματίζονται είναι εντελώς δίχως ερμηνεία, εκεί όμως αυτή ακριβώς η παντελής έλλειψη εξηγήσεων είναι, τελικά, περισσότερο αποδεκτή από μισές εξηγήσεις, που όλο και προσπαθούν να στηρίξουν κάτι λογικά, μένουν όμως στη μέση. Έτσι λοιπόν το οικολογικό αυτό θρίλερ, ένα είδος προειδοποίησης για την καταστροφή της φύσης από τον άνθρωπο, διαθέτει ατμόσφαιρα για το τίποτα.
Δεν πιστεύω ότι ο Shyamalan μπορεί να συνέλθει από τον δρόμο που έχει πάρει. Του το εύχομαι πάντως ολόψυχα, γιατί οι αρχικές τουλάχιστον σεναριακές ιδέες του παραμένουν για μένα πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες

Τετάρτη, Ιουνίου 11, 2008

Η ΝΥΧΤΑ, Η ΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥΑΡ


Ο Jules Dassin (1911-2008), πριν καταλήξει στην Ελλάδα, είχε γυρίσει μερικά από τα ωραιότερα νουάρ τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Βρίσκω το "Η Νύχτα και η Πόλη" του 1950 ένα από τα καλύτερά του.
Στο φιλμ αυτό καταπιάνεται με έναν εξ αρχής "καταραμένο" ήρωα. Μικροαπατεώνας, τσιράκι για άλλους "μεγάλους", ονειρεύεται διαρκώς να πιάσει την καλή, κατεβάζει πανέξυπνες ενίοτε ιδέες... αλλά μένει πάντα στα χαμηλά. Τα πράγματα είναι αυστηρά περιχαρακωμένα και δεν υπάρχει θέση για παρείσακτους. Κι όταν κάποτε συλλαμβάνει το αληθινά μεγάλο κόλπο, μπαίνει υποχρεωτικά στα χωράφια πολύ μεγάλων, όπου τα λεφτά που παίζονται είναι πολλά και είναι πλέον μαθηματικά βέβαιο ότι τα φτερά που τόσο απερίσπκεπτα άνοιξε πρέπει να κοπούν... Εννοείται ότι όλα αυτά συμβαίνουν στον χώρο του υποκόσμου και της νύχτας.
Έξυπνο σενάριο, ίντριγγες, μοιραία γυναίκα και κυρίως ατμοσφαιρικότατη ασπρόμαυρη φωτογραφία, με τις σκιές και τις ύποβλητικές γωνίες λήψης, συνιστούν ένα νουάρ που με συνεπήρε και που θεωρώ αρχετυπικό του είδους.
Όσο για το τι ακριβώς λέει μ' όλα αυτά ο Ντασέν... ίσως να υπάρχουν δύο αναγνώσεις: Από τη μία μπορεί κανείς να το δει σαν μια καταδίκη της απληστίας και του κυνηγιού της κορυφής, τα οποία, βεβαίως, κάθε άλλο παρά ευτυχία φέρνουν. Ο ήρωας, ανήσυχος, αεικίνητος, μονίμως στο τρέξιμο για να πιάσει την καλή, αρνείται να συμβιβαστεί με την ευτυχία που βρίσκεται δίπλα του και που, προφανώς, θεωρεί κοινότοπη (αν μπορεί κανείς να θεωρεί "κοινότοπη" την Τζιν Τίρνεϊ). Έτσι το ασταμάτητο αυτό κυνήγι δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην καταστροφή. Από την άλλη, μπορεί να το δει κανείς και σαν σχόλιο και στηλίτευση μιας άκαμπτης ιεραρχίας, ενός "κακού" που ελέγχει τα πάντα και κινεί τα νήματα και το οποίο συντρίβει όποιον τολμήσει να σηκώσει κεφάλι και να αμφισβητήσει την σκοτεινή του εξουσία.
Αν σας αρέσει το νουάρ, δείτε το. Και προσέξτε ακόμα ότι, πολύ πριν ο Ντασέν γνωρίσει τη Μελίνα και εγκατασταθεί στην Ελλάδα, φαίνεται ότι έτρεφε μέσα του μια ιδιαίτερη αγάπη για τη χώρα μας. Μάλλον δεν είναι τυχαίο το ότι επιλέγει ο φοβερός γέρος παλαιστής, που εκπροσωπεί την τιμιότητα, το "ευ αγωνίζεσθαι", να είναι έλληνας.

Κυριακή, Ιουνίου 08, 2008

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΤΗ ΣΚΑΛΑ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΑΠΩΝΙΑ


Η Ιαπωνία έχει ξεπεράσει τον πόλεμο και την ήττα, η ανοικοδόμηση και το οικονομικό θαύμα καλπάζουν, η παράδοση χάνεται και τα πάντα δυτικοποιούνται (βλ. το διαμέρισμα της ηρωίδας). Το "Μια γυναίκα ανεβαίνει τη σκάλα" γυρίζεται το 1960 από τον Mikio Naruse (1905-1969), που θεωρείται μεγάλος πλην όμως άγνωστος στην Ελλάδα τουλάχιστον, και πιάνει αυτό ακριβώς το κλίμα. Και, συγχρόνως, τον αγώνα για ανεξαρτησία της γυναίκας στη χώρα αυτή.
Ο Naruse είναι ένας χαμηλότονος σκηνοθέτης. Βρίσκεται, ας πούμε, πιο κοντά στον Όζου παρά στον Κουροσάβα. Η ηρωίδα του είναι μια όμορφη χήρα που δουλεύει σε μπαρ της Γκίνζα, της μπαροπεριοχής του Τόκιο. Υπερήφανη, παραμένει ανένδοτη στις πιέσεις από πλούσιους και μη άντρες, αρνείται να "πέσει χαμηλά" προκειμένου να πραγματοποιήσει το όνειρό της, να ανοίξει δικό της μπαρ, και διατηρεί την τιμιότητα και την προσωπική της ηθική. Πλην όμως, όλα γύρω της οδηγούν μαθηματικά στην καταπάτηση των αρχών της. Πράγμα που κάνουν, άλλωστε, και οι περισσότερες συνάδελφοί της. Ωστόσο εκείνη θα υπομείνει μια σειρά από προσωπικά δράματα και διαψεύσεις και, διατηρώντας την αξιοπρέπειά της, θα συνεχίσει να κάνει τη δουλειά που μισεί.
Ο Naruze είναι χαμηλότονος, δίχως εξάρσεις και κορυφώσεις, με λιτό και ήρεμο στιλ, παρά τα, βουβά συνήθως, δράματα που συμβαίνουν στην ταινία. Αυτό, προειδοποιώ, μπορεί να κουράσει θεατές εθισμένους στη δράση ή στις έντονες εξάρσεις. Θα βρουν την ταινία αργή. Για τους υπόλοιπους, είναι, πιστεύω, ενδιαφέρουσα ακόμα και σαν καταγραφή της κατάστασης και της θέσης της γυναίκας στην Ιαπωνία - καθώς και το πώς λειτουργούν τα μπαρ εκεί (σε μια σκηνή, π.χ., γίνεται σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε πόρνη, γκέισα και γυναίκα που δουλεύει σε μπαρ). Και σκιαγραφείται και η δύναμη των ισχυρών να επιβάλλουν τις επιθυμίες τους πάνω στους κάθε λογής αδύναμους.

Σάββατο, Ιουνίου 07, 2008

ΠΑΝΤΟΤΕ ΥΠΕΡΟΧΗ "ΓΚΑΡΣΟΝΙΕΡΑ"


Τελικά δεν είναι το είδος που κάνει το καλό σινεμά. Οποιοδήποτε απ' αυτά (τα είδη εννοώ) διαθέτει τα αριστουργήματά του και τις κακές του στιγμές. Πώς λοιπόν να απορίψει κανείς συλλήβδην την "ξενέρωτη" (υποτίθεται) κομεντί, όταν σ' αυτή περιλαμβάνονται ταινίες όπως "Η Γκαρσονιέρα" (The apartment) του 1960; Πώς αλλιώς όμως θα μπορούσε να γίνει αφού η εν λόγω γκαρσονιέρα υπογράφεται από τον Billy Wilder (1906-2002), έναν από τους ευφυέστερους δημιουργούς που πέρασαν ποτέ από το Χόλιγουντ;
Πρώτα απ' όλα η "Γκαρσονιέρα" είναι απολαυστικότατη. Παρακολουθείται με ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος, διαθέτει έξυπνο χιούμορ, μια επίσης έξυπνη ιστορία και, φυσικά, τους υπέροχους Σίρλεϊ Μακ Λέιν (στα καλύτερά της εδώ) και Τζακ Λέμον. Αν και δεν είναι μόνο κωμική. Σε αρκετές στιγμές υποβάσκει η θλίψη, η συγκίνηση, η κατάδειξη της μοναξιάς στη σύγχρονη μεγαλούπολη, ώστε να μου θυμίσει ενίοτε αυτό το μείγμα κωμικού - συγκινητικού που πάντοτε πετυχαίνει ο Τσάπλιν. Πέραν αυτών όμως, ο Wilder, κάτω από το "αθώο" καμουφλάζ της ανώδυνης, υποτίθεται, αισθηματικής κομεντί, βρίσκει για μια ακόμα φορά την ευκαιρία να σατιρίσει και να καυτηριάσει ανελέητα ένα σύστημα που βασίζεται σε μια αυστηρά άκαμπτη ιεραρχία κι όπου για να ανέβεις πρέπει να γλύψεις (στην πιο ανώδυνη περίπτωση) και γενικά να αφεθείς στις ορέξεις των αφεντικών - και, εν πάσει περιπτώσει, η ανέλιξη είναι άσχετη από τις ικανότητές σου. Και να γίνει, επίσης, και αρκετά τολμηρός (εν έτει 1960) για τα ερωτικά ήθη της εποχής και την υποκρισία που κυριαρχεί σ' αυτά.
Δεν ήταν η πρώτη φορά βέβαια που ο αυστριακής καταγωγής σκηνοθέτης έκανε ανελέητη κριτική. Ταινίες σαν το "Τελευταίο ατού" ας πούμε (δείτε το αν μπορείτε να το βρείτε) έδειχναν την απόλυτα κριτική του στάση προς τα πράγματα. Και μόνο οι εκπληκτικές αρχικές σκηνές στη "Γκαρσονιέρα" με το αχανές (εφιαλτικό μάλλον) γραφείο - μυρμηγκοφωλιά αρκούν για να πείσουν οποιονδήποτε ότι η ευτυχία δεν μπορεί να βρίσκεται εκεί μέσα.
Είπαμε όμως. Όλα αυτά είναι "παράλληλες" παρατηρήσεις. Γιατί πρώτα - πρώτα έχουμε ένα απόλυτα απολαυστικό κινηματογραφικό πιάτο, κι αυτό είναι που μετρά σε πρώτη φάση. Α, ναι, και την επιβεβαίωση ότι η Σίρλει ΜακΛέιν είναι μια από τις ωραιότερες γυναίκες που πέρασαν ποτέ από την οθόνη.

eXTReMe Tracker