Κυριακή, Ιουλίου 29, 2007

ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Έφτασε η ώρα! 29 Ιουλίου με 27 Αυγούστου διακοπεύω! Κι επειδή θα βρίσκομαι σε θάλασσες, μεταξύ Κρήτης και Λέσβου, σινεμά θα δω μόνο αν γίνονται κάπου τίποτε υποβρύχιες προβολές.
Σαν τα παλιά χειμερινά σινεμά λοιπόν... Ραντεβού τον Σεπτέμβριο (περίπου).
Να περνάτε καλά.

Σάββατο, Ιουλίου 28, 2007

ΑΓΡΙΕΣ ΓΚΟΜΕΝΕΣ ΚΑΙ "ΑΛΕΞΙΘΑΝΑΤΑ" ΑΜΑΞΙΑ


Το τόσο αναμενόμενο Death Proof του Quentin Tarantino μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα. Πριν γράψω όμως γι' αυτά, λίγα για το φιλμ:
Φυσικά πρόκειται για ταινία καθαρού χαβαλέ. Οποιαδήποτε απόπειρα να την πάρει κανείς στα σοβαρά, με οποιονδήποτε τρόπο, πέφτει παταγωδώς στο κενό. Αυτό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είναι κακό, αφού πρόκειται για συνειδητή, δηλωμένη πρόθεση και απόλυτο σκοπό του Ταραντίνο. Επίσης, όπως είναι πολύ γνωστό, πρόκειται για μια άμεση αναφορά στα b-movies της δεκαετίας του 70, ιδιαίτερα σ' αυτά που βασίζονται σε κυνηγητά αυτοκονήτων, τα οποία έβλεπε κατά κόρον ο σκηνοθέτης και χάρη σ' αυτά κυρίως απέκτησε την κινηματογραφική του "μόρφωση". Οι αναφορές αυτές βρήκα ότι έχουν πλάκα, αφού φρόντισε να πείσει τον θεατή ότι βλέπει μια "κακή" ταινία των 70ς, και μάλιστα σε ταλαιπωρημένη κόπια (φωτογραφία με κόκκο, "πηδήματα" από σκηνή σε σκηνή, γραμμές και τεχνιτή φθορά στο φιλμ κλπ.)
Τα καλά και τα κακά τώρα (κατά τη γνώμη μου φυσικά): Ο Ταραντίνο είναι καλός σκηνοθέτης, αυτό το ξέρουμε όλοι, και μπορεί να κρατά τον θεατή τεντωμένο, ιδιαίτερα στις σκηνές δράσης. Το χιούμορ φυσικά δεν λείπει, η βρώμικη γλώσσα επίσης και γενικά όλα τα στοιχεία του σινεμά του είναι και εδώ παρόντα. Αν αφεθείς λοιπόν, είναι σίγουρο ότι "θα το ευχαριστηθείς" και θα διασκεδάσεις. Σ' αυτό πετυχαίνει απόλυτα. Αναρωτιέμαι ωστόσο (για να περάσουμε στα "κακά"): Μέχρι πότε ο Ταραντίνο θα κάνει καθαρό κινηματογραφικό χαβαλέ και τίποτα παραπάνω; Μέχρι πότε οι ταινίες του θα στερούνται παντελώς νοήματος; (εκτός αν θεωρήσουμε σαν τέτοιο το "φεμινιστικό" στοιχείο, με τις άγριες κοπέλες που εκδικούνται τον σάικο πρωταγωνιστή) Και, επί πλέον, νομίζω ότι όλα αυτά τα στοιχεία έχουν γίνει πια απόλυτα αναγνωρίσμη μανιέρα στο ταραντινικό σινεμά και από εδώ και πέρα ελλοχεύουν κίνδυνοι επανάληψης. (χαρακτηριστικό το στυλ των ατελείωτων διαλόγων, που στην ουσία δεν λένε τίποτα απολύτως πλην όμως καταφέρνουν να γίνονται διασκεδαστικοί, που εναλλάσονται με άγρια δράση και βία). Και κάτι ακόμα αρνητικό: Στο δεύτερο μέρος, όταν ξανάρχισαν οι διάλογοι που λέγαμε ανάμεσα στις γκόμενες της δεύτερης ομάδας, κουράστηκα και βαρέθηκα αρκετά μέχρι να ξεκινήσει η καθηλωτική δράση.
Διασκέδαση και χαβαλές λοιπόν και σινεφίλ κλείσιμο ματιού. Πέρασα καλά σε γενικές γραμμές. Μέχρι πότε όμως;

Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2007

ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΚΛΑΣΣΙΚΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ


Τι είναι αυτό που κάνει μια ταινία του 1959 διασκεδαστική σήμερα; Και μάλιστα μια ταινία που και σεναριακές αφέλειες περιέχει και, ενίοτε, ξεπερασμένο παίξιμο από τους ηθοποιούς. Κι όμως: Θα συνιστούσα να δείτε, αν δεν το έχετε κάνει ήδη, τη "Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων" (North by Northwest) του Alfred Hitchcock (1899-1980). Ίσως να είναι αυτή ακριβώς η αφέλεια που συμβάλλει στη γοητεία, ίσως η γνώση ότι πολλά από αυτά που βλέπουμε γίνονται για πρώτη φορά στο σινεμά και είναι πρόδρομοι πλήθους στοιχείων που έκτοτε έχουν κατά κόρον κλαπεί και σήμερα θεωρούνται κοινοτοπίες. Και βέβαια, είναι και η πανέξυπνη, γεμάτη ανατροπές ιστορία, καθώς και ο μοναδικός συνδυασμός σασπένς, ερωτισμού και χιούμορ, χαρακτηριστικά πολλών ταινιών του Χίτσκοκ.
Προσωπικά βρίσκω γοητευτικό το βασικό μοτίβο που υπάρχει σε αρκετές ταινίες του: Αυτό του αθώου που κατηγορείται άδικα ή/και όλοι γύρω του του αποδίδουν μια ταυτότητα που δεν είναι δική του. Κι ακόμα πιο ενδιαφέρον το ότι από ένα σημείο και πέρα ο ήρωας αναγκάζεται να δεχτεί αυτή την ταυτότητα και να προσποιηθεί ότι είναι ο άλλος, γιατί αλλιώς δεν θα επιβιώσει. Εδώ μάλιστα, ο Κάρυ Γκραντ αναγκάζεται να επωμιστεί ένα ρόλο που όλοι του αποδίδουν, ενώ ο ρόλος αυτός ανήκει σε ανύπαρκτο πρόσωπο!
Πώς λοιπόν να μην υποκύψει ο θεατής σ' αυτή τη γοητεία και να μην τον αγγίξει το σαπένς, όταν μάλιστα στην ταινία περιέχονται και κλασικές σκηνές σαν αυτή της επίθεσης του αεροπλάνου στον ανύποπτο ήρωα στο μέσον της ερήμου ή την άλλη, της καταδίωξης του κεντρικού ζεύγους στα απότομα βράχια του Ράσμορ, του περίφημου βουνού όπου έχουν σκαλιστεί τα γιγάντια πρόσωπα τν πρώτων προέδρων της Αμερικής; Και είναι και η τελευταία, παμπόνηρη εικόνα του τρένου που μπαίνει στο τούνελ τη στιγμή που ο ήρωας κάνει έρωτα... Είναι πασίγνωστο: Ο μετρ δεν ήταν μόνο μάστορας της αγωνίας. Διέθετε και φοβερό χιούμορ!

Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2007

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΦΙΛΟ


Ευτυχώς! Μετά το πολύ κακό "Φίλοι για πάντα" (βλ. Ιούλιος 2006), ο Patrice Leconte γίνεται και πάλι ο Λεκόντ που γνωρίζουμε και αγαπάμε. "Ο κολλητός μου" (Mon meilleur Ami) μιλά πάλι για τη φιλία, ένα θέμα που φαίνεται να απασχολεί τον σκηνοθέτη, αφού έχει αφιερώσει αρκετές ταινίες του σ' αυτό (θυμηθείτε και τον καλό - που όμως πέρασε απαρατήρητος - "Άνθρωπο του τρένου" δυo-τρία χρόνια πριν).
Εδώ ένας ευκατάστατος μεσήλικας αντικέρ αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι έχει πολλούς γνωστούς, αλλά κανένα φίλο. Κι όταν ο εγωισμός του πληγώνεται εξ αιτίας ενός στοιχήματος, ψάχνει απεγνωσμένα να βρει κάποιον "κολλητό" και πιάνεται από τον πρώτο διαθέσιμο: Έναν φλύαρο, αλλά συμπαθητικό ταξιτζή, που όμως κι αυτός έχει τα προβλήματά του...
Χιούμορ υπάρχει αρκετό (χωρίς βέβαια να είναι ξεκαρδιστικό, αφού δεν πρόκειται για κωμωδία, αλλά για κομεντί), συγκίνηση επίσης (δίχως να ξεσπά κανείς σε κλάματα, κι εδώ ο Λεκόντ είναι χαμηλότονος) και υπάρχει και η έμφυτη θαρρείς τρυφερότητα, ευγένεια και γλυκύτητα αυτού του δημιουργού, καθώς και το αναμφισβήτητο ταλέντο του να κάνει ταινίες που βλέπονται πολύ ευχάριστα. Γι΄αυτό, κι όταν ακόμα μιλά για μοναξιά, όπως εδώ, καταφέρνει να με κάνει να χαμογελώ. Είναι και οι καλά σχεδιασμένοι χαρακτήρες των δύο βασικών ηρώων και το σασπένς με το τηλεπαιχνίδι στο τέλος... Λίγα είναι αυτά; Δεν πρόκειται για αριστούργημα, μακάρι όμως οι πατάτες που συνήθως βγαίνουν σε πρώτη προβολή τα καλοκαίρια να έφταναν έστω και λίγο το επίπεδό της.
Τέλος χαίρομαι ιδιαίτερα που ξαναβρίσκω έναν παλιό, καλό φίλο. Γιατί πέρυσι τέτοια εποχή, όπως είπα και στην αρχή, είχα ανησυχήσει σοβαρά...

Κυριακή, Ιουλίου 15, 2007

ΕΝΑ ΚΤΗΝΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΕΙ ΚΑΘΕ ΤΑΜΠΟΥ


Ο Walerian Borowczyk (1923-2006), Πολωνός και με σημαντική θητεία στο κινούμενο σχέδιο πριν πάει στη Γαλλία, είναι ένας από τους σημαντικούς ερωτογράφους στη δεκαετία του 70. Πολλές φορές μάλιστα οι ταινίες του αγγίζουν τα όρια της πορνογραφίας. "Το Κτήνος" του 1975 είναι από τις χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις.
Βλέποντάς το σήμερα, μπορώ να πω ότι δεν το θεωρώ ιδιαίτερα καλή ταινία. Υπάρχει κάτι άτσαλο, πρόχειρο στη σκηνοθεσία και πολλές σκηνές ανήκουν περισσότερο στο χώρο του γκροτέσκο. Λίγα για το στόρι: Μια όμορφη και πλούσια αμερικάνα δέχεται να παντρευτεί τον γόνο μιας παρακμασμένης γαλλικής αριστοκρατικής οικογένειας, τον οποίο γνωρίζει μόνο από αλληλογραφία. Όταν φτάνει στον σχεδόν εγκαταλειμένο πύργο, όπου αυτός ζει με τον πατέρα και τον θείο του, η ατμόσφαιρα, φορτισμένη ερωτικά από την πρώτη στιγμή, την κάνει να ξεπεράσει τα ταμπού της και να επιθυμήσει πράγματα που δεν μπορούσε να φανταστεί. Παράλληλα, ο θρύλος ενός κτήνους που εμφανίζεται στον πύργο κάθε 200 χρόνια κάνει ακόμα πιο βαρειά την ήδη αλλόκοτη ατμόσφαιρα.
Προφανώς ο Μπόροβζικ θέλει να μιλήσει για τις απωθημένες ερωτικές επιθυμίες των "καθώς πρέπει" ανθρώπων και για το "κτήνος" που όλοι κρύβουμε μέσα μας δίχως συνήθως να το γνωρίζουμε, που όταν απελευθερωθεί οδηγεί ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Ταυτόχρονα καυτηριάζει με ειρωνία την σεξουαλική υποκρισία των ανώτερων τάξεων, της εκκλησίας και γενικά μιας κοινωνίας μουχλιασμένης, που κύριο μέλημά της έχει να κρύψει όσο καλύτερα γίνεται αυτά που πραγματικά ποθεί. Προσπαθώντας ίσως συνειδητά να ενοχλήσει ή, αν θέλετε, να δοκιμάσει τα όρια των θεατών, βάζει κάθε είδους ερωτικές σκηνές: Το άφθονο γυμνό, οι αυνανισμοί, η παιδεραστία, η κτηνοβασία και άλλα διάφορα δίνουν και παίρνουν. Η σκηνή του βιασμού της κόμισας από το ζωόμορφο τέρας, απωθητικό και ερωτικό ταυτόχρονα, με το τελευταίο να εκσπερματώνει ακατάπαυστα σε κοντινά πλάνα, με την ωμότητα και το γκροτέσκο να συνυπάρχουν, είχε στην εποχή της συζητηθεί πολύ. Τα κοντινά αλόγων που συνουσιάζονται, με όλες τις "βρώμικες" λεπτομέρειες, θα ενοχλήσουν επίσης τους σεμνότυφους θεατές. Οι τελευταίοι, προειδοποιώ, ας μείνουν μακριά, πολύ μακριά από την ταινία.
Ωστόσο, το είπα και στην αρχή: Βρίσκω το "Κτήνος" αρκετά ξεπερασμένο, άγαρμπο σκηνοθετικά, ακατέργαστο. Και δεν σας κρύβω ότι σε κάποια σημεία βαρέθηκα. Δεν μπορώ πάντως παρά να επισημάνω ότι μια τέτοια ταινία θα ήταν αδύνατο να γυριστεί σήμερα, σε μια εποχή ασφυκτικής πολιτικής ορθότητας, συντηρητισμού και σεμνοτυφίας. Ίσως γι' αυτό να αξίζει να το δει κανείς. Ή ως ένα ακόμα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο.

Παρασκευή, Ιουλίου 13, 2007

Η ΠΩΛΙΝ ΣΤΟΝ ΣΚΛΗΡΟ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ


Να σας εξομολογηθώ αρχικά (σιγά την εξομολόγηση δηλαδή. Συμβαίνει σε πάρα πολλούς) ότι πάντοτε βαριόμουν αρκετά τον Eric Rohmer. Μικρές, καθημερινές, αισθηματικές ιστορίες, ήρωες που μιλούν ακατάπαυστα λέγοντας (συνήθως) αμπελοφιλοσοφίες... Τέλος πάντων. Κάποιες από τις ταινίες του βλέπονται σχετικά ευχάριστα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 80 ο Ρομέρ γυρίζει 5 (αν θυμάμαι καλά) ταινίες που κάθε μια τους βασίζεται σε μια παροιμία. "Η Πωλίν στην πλαζ" του 1983 είναι η τρίτη απ' αυτές. Καλοκαίρι λοιπόν και η 15χρονη Πωλίν πάει διακοπές σε παραθαλάσσιο θέρετρο με την τριαντάρα και όμορφη ξαδέρφη της. Κατά τη διάρκεια των διακοπών θα γνωρίσουν και οι δύο έρωτες - και το ίδιο θα κάνουν και οι χαρακτήρες που εμπλέκονται στην ιστορία, άντρες και γυναίκες. Καθημερινές ίντριγκες, φλερτ, μικρές απάτες, παρεξηγήσεις, χωρισμοί, και, όταν οι διακοπές τελειώσουν, η Πωλέτ θα έχει πάρει μια πρώτη γεύση (μάλλον αρνητική) του κόσμου των ενηλίκων και πιο ώριμη (μάλλον ελαφρά αηδιασμένη μου φάνηκε εμένα) θα ξεκινήσει την "κανονική", εκτός διακοπών και εντός ενηλικίωσης ζωή της. Υπάρχει διάχυτη μια ελαφριά δόση ειρωνείας και συγκρατημένο χιούμορ και η ταινία κυλά σα μια απλή αισθηματική κομεντί που ίσως βλέπεται ευχάριστα από κάποιους, ενώ γύρω κυριαρχεί μια αφόρητα 80ς ατμόσφαιρα, στο ντύσιμο, στις κομώσεις, στο όλο κλίμα.
Όλα αυτά συμβαίνουν εν μέσω ατέρμονων συζητήσεων όλων των χαρακτήρων, σε όλα τα πιθανά μέρη και τις ώρες. Κι όλες, μα όλες αυτές οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από τον έρωτα. Εντάξει, ο Ρομέρ είναι ακριβής ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, παρουσιάζοντάς μας πολύ καθαρά διαφορετικούς χαρακτήρες, στάσεις και φιλοσοφίες στον έρωτα (κυνικοί, ρομαντικοί, προσγειωμένοι, επιπόλαιοι κλπ.) Όμως εδώ είναι και μια από τις αντιρήσεις μου. Προφανώς ηθελημένα, ο σκηνοθέτης αφήνει τα όλα τα άλλα απ' έξω και επικεντρώνει την ανάλυση του στον έρωτα και μόνο (ούτε λέξη μάλιστα για σεξ - μόνο για έρωτα). Τα χόμπι, οι δουλειές, οι πολιτικές / κοινωνικές απόψεις, οι φιλίες, τα ταξίδια, τα γούστα στην τέχνη, στο φαγητό, όπου αλλού τέλος πάντων, απουσιάζουν πλήρως. Υπάρχει ο έρωτας και μόνον αυτός. Κι αυτό συμβαίνει και σε άλλες ταινίες του.
Ναι, κάτι υπάρχει που ξεχωρίζει από συνηθισμένη αισθηματική κομεντί. Ωστόσο, το είπα από την αρχή, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο Ρομέρ θεωρείται μεγάλος σκηνοθέτης.

Τρίτη, Ιουλίου 10, 2007

Ο ΜΠΡΟΥΣ ΓΙΑ 4η ΦΟΡΑ ΑΠΕΘΑΝΤΟΣ


Ίσως κάποια στιγμή θα έπρεπε να γίνει μια μεγάλη συζήτηση για τα μπλοκμπάστερ και την ιδιαίτερη, επαμφοτερίζουσα σχέση που μπορεί να έχει ένας σινεφίλ μ' αυτά. Αν μάλιστα έχουν φτάσει αισίως στο νο 3 ή 4, ακόμα χειρότερα - ή μάλλον ακόμα πιο αξιοπερίεργο αν ο σινεφίλ που λέγαμε εξακολουθεί να διασκεδάζει. Αλλά (σας το λέω χωρίς να κοκκινίζω) με το Die Hard 4.0 του Len Wiseman διασκέδασα.
Ας ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα: Φυσικά δεν είναι (δεν θα μπορούσε να είναι άλλωστε εξ ορισμού) αριστούργημα. Φυσικά απέχει απο οποιαδήποτε μορφή ρεαλισμού όσο ένας φανατικός Ταλιμπάν από τον Μαρκήσιο Ντε Σαντ. Φυσικά αν μου πείτε να σας πω το στόρι μάλλον δεν θα μπορέσω (δεν μ' ενδιαφέρει άλλωστε) και απλώς θα περιοριστώ να δηλώσω ότι επί δύο ώρες οι καλοί και οι κακοί κυνηγιούνται ασταμάτητα συσσωρεύοντας απιθανότητες. Όμως όλα αυτά είναι εξαιρετικά διασκεδαστικά, με το περιτύλιγμα βεβαίως του θερινού σινεμά και των κιλών ποπ κορν (αν δεν σας αρέσουν πάρτε γρανίτα). Εννοείται ότι ο Γουίλις δεν πεθαίνει με τίποτα κι ότι ό,τι και να του κάνουν αυτός σηκώνεται γεμάτος πληγές και συνεχίζει σα να μη συμβαίνει τίποτα (και είναι και "γέρος" όπως επανειλημμένα δηλώνεται).
Γιατί λοιπόν διασκεδάζει κανείς; Διότι όλα αυτά είναι καλογυρισμένα και με σωστό timing, διότι έχουν χιούμορ και διότι οι απίστευτες καταστάσεις (αρκεί να δείτε με τι τρόπο ρίχνει ο Μπρους ένα ελικόπτερο για να καταλάβετε) είναι τόσο, μα τόσο απίστευτες από μόνες τους, που μόνο στην πλάκα μπορείς να τις πάρεις. Αν μπείτε στο λούκι να σκεφτείτε έστω και για μια στιγμή "Μα αυτό δεν μπορεί να γίνει στην πραγματικότητα", ε, τότε χάσατε το παιχνίδι. Τελικά πρόκειται για μια πλάκα, η ταινία μοιάζει να το δηλώνει αυτό με κάθε τρόπο, και γι' αυτό απλώς διασκεδάζεις.
ΥΓ: Φεύγοντας, συζητούσα με έναν φίλο και αναρωτιόμουν γιατί απολαμβάνω το 4ο Die Hard, ενώ δεν χωνεύω, ας πούμε, τις "Επικίνδυνες Αποστολές". Μου έδωσε μια απάντηση που νομίζω ότι με καλύπτει απόλυτα: "Διότι οι "Ε.Α." παίρνουν (προσπαθούν να πάρουν τέλος πάντων) τον εαυτό τους στα σοβαρά, ενώ τα Die Hard καθόλου". Εκεί νομίζω βρίσκεται το μυστικό.

Σάββατο, Ιουλίου 07, 2007

ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ, ΒΡΩΜΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Να λοιπόν που αμέσως μετά το "Φίδι" οι Γάλλοι αποδεικνύουν και πάλι ότι ξέρουν να κάνουν θρίλερ. Χιτσκοκικού κλίματος αυτή τη φορά, το "Μην το πεις σε κανέναν" του Guillaume Canet δανείζεται μια σειρά από στερεότυπα του είδους (και έχει και κάποιες σεναριακές απιθανότητες), πλην όμως καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή μέχρι τέλους. Κλασσικό το μοτίβο του αθώου που βρίσκεται να κατηγορείται και όλα τα στοιχεία είναι εναντίον του, οπότε δεν του μένει παρά να την κοπανίσει, κλασσικό και της νεκρής γυναίκας που ξαφνικά εμφανίζεται (ή υπάρχουν υπόνοιες ότι εμφανίζεται), τα καλά κρυμένα για χρόνια βρώμικα μυστικά αποκαλύπτονται στο τέλος το ένα μετά το άλλο, οι ανατροπές δεν λείπουν, η δράση και τα κυνηγητά το ίδιο, πολλοί από τους ήρωες δεν είναι αυτό ακριβώς που φαίνονται ή νομίζουμε, και τελικά έχουμε ένα καλοστημένο θρίλερ, που χωρίς να φέρνει καμιά φοβερή καινοτομία στο είδος, βλέπεται μια χαρά.
Τώρα βέβαια, βρίσκω κάπως υπερβολικά τα 9 Σεζάρ για τα οποία προτάθηκε και τα 4 που τελικά κέρδισε. Αυτό όμως δεν κάνει την ταινία λιγότερο απολαυστική, ιδίως για θερινό. Κι αν ξενερώσετε λιγάκι στο τέλος τέλος, μικρό το κακό. Θα έχετε ήδη περάσει δύο ευχάριστες ώρες.

Τετάρτη, Ιουλίου 04, 2007

ΚΟΡΙΤΣΙ ΓΙΑ (ΠΟΛΥ ΠΛΟΥΣΙΟ) ΣΠΙΤΙ


Είπαμε: Οι ρομαντικές κομεντί δεν είναι και η καλύτερή μου. Αυτό εδώ το "Κορίτσι για σπίτι" (Hors de Prix) του Pierre Salvadori όμως είναι από τις συμπαθητικές τέτοιες και ανατρέπει και κάποια από τα στερεότυπα του είδους. Κατ' αρχάς η Οντρέ Τοτού κάθε άλλο παρά ρομαντική σύγχρονη κοπέλα είναι. Αντίθετα είναι περίπου κάτι σαν πόρνη πολυτελείας, που την πέφτει αδίστακτα σε πλούσιους γέρους, με απώτερο σκοπό τον γάμο ή - στη χειρότερη περίπτωση - μια όσο πιο μακρά περίοδο είναι δυμνατόν σούπερ χλιδάτης ζωής, με σαμπάνιες και χαβιάρια και πολυτελή ξενοδοχεία και όλα τα σχετικά. Ο ήρωας πάλι, φτωχός και ερωτευμένος μαζί της, δεν διστάζει καθόλου να γίνει κι αυτός ζιγκολό όταν του δίνεται η ευκαιρία και να γευτεί κι αυτός τις αφάνταστες πολυτέλειες που λέγαμε.
Έρωτας λοιπόν ανάμεσα σε δύο ζιγκολό, έναν αρσενικό κι ένα θηλυκό, και, ρομαντισμός ξε-ρομαντισμός, υπάρχει αρκετή κυνικότητα στο όλο πράγμα. Υπάρχει και αρκετό χιούμορ, καλοί διάλογοι και βέβαια οι γνωστές παρεξηγήσεις και ψιλοανατροπές του είδους, η Τοτού είναι αρκετά σέξι και καθόλου αθώα, όπως την έχουμε συνηθίσει, οπότε, χωρίς φυσικά να πρόκειται για κανένα αριστούργημα, η ταινία βλέπεται ευχάριστα, ιδιαίτερα σε θερινό σινεμαδάκι τώρα που είναι καλοκαίρι. Εντάξει, το τέλος είναι προβλέψιμο, αλλά στο μεταξύ το δίωρο έχει περάσει χωρίς να το καταλάβεις. Άσε που μπορεί να μάθετε και κάποια πράγματα που θα σας χρησιμεύσουν αν στόχος σας είναι η δια βίου χλιδή - και η σίγουρη κληρονομιά σε σχετικά σύντομο χρόνο...

Τρίτη, Ιουλίου 03, 2007

ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΣΑΠΟΥΝΟΠΕΡΕΣ


Μια ακόμα ταινία για παράξενους (στα όρια του απίθανου) έρωτες; Μια διαπίστωση ότι, παρά τον προσωρινό του χαρακτήρα, το Δόγμα άφησε βαθειά ίχνη στο, ούτως ή άλλως πολύ καλό, δανέζικο σινεμά; Μια ακόμα ταινία πάνω στη μοναξιά των σύγχρονων πόλεων; Όλα αυτά και ίσως κι άλλα στην "Σαπουνόπερα", πρώτη μεγάλου μήκους της Pernille Fischer Christensen, που μιλά για τη σχέση μιας γυναίκας πρόσφατα χωρισμένης και ενός τραβεστί, που μένει στον επάνω όροφο.
Μην τρομάξετε πολύ απο όσα είπα για το Δόγμα. Είπαμε, επηρέασε μόνο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι βλέπουμε μια ταινία του Δόγματος. Και μουσική έχει (καλή μάλιστα) και η κάμερα δεν κουνιέται σαν τρελή. Απλά, πρόκειται για πάμφθηνη ταινία, γυρισμένη αποκλειστικά στο εσωτερικό των δύο διαμερισμάτων. Και είναι και τρυφερή, καθώς οι σχέσεις των δύο βασικών χαρακτήρων περνούν από διάφορα στάδια, μεταβάλλονται αλλά και συσφίγγονται και καταλήγουν - ναι, το μαντέψατε - σε έρωτα. Και ο πρώην σύζυγος επανεμφανίζεται, κι αυτού οι σχέσεις με την πρώην είναι αμφίθυμες, και τελικά... Δεν θα σας πω φυσικά το "τελικά", αλλά θα πω για την ευαισθησία που διαθέτει το φιλμ, το ενδιαφέρον με το οποίο παρακολουθείται (αν δεν είσαστε κλειστοφοβικοί και δεν σας πειράζει να βλέπετε μόνο δύο εσωτερικά) και θα ζηλέψω για το πώς σε μερικές χώρες κάνουν ταινίες με το τίποτα κυριολεκτικά, ενώ στην Ελλάδα (που οι low budget συνθήκες είναι δεδομένες) συχνά τέτοιες προσπάθειες σπάνε τα μούτρα τους.
Στα συν το χιούμορ που υπάρχει - κι ας κυριαρχεί η μοναξιά, ο οικογενειακός αποκλεισμός των διαφορετικών και η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή. Η δράση, για παράδειγμα, διακόπτεται τακτικά από ασπρόμαυρες σκηνές που μιμούνται σαπουνόπερες (όπως αυτή που παρακολουθεί το τραβεστί), με ατάκες με off φωνή του στιλ : "Τι θα κάνει τώρα η Βερόνικα; Θα ξαναδούμε τον σύζυγο;" και άλλα τέτοια.

eXTReMe Tracker