Πέμπτη, Μαΐου 29, 2014

Ο ΤΕΤΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΛΟΛΑΜΠΡΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ

Ο Παναγιώτης Τέτσης, γεννημένος το 1925, είναι από τους γνωστότερους και σημαντικότερους έλληνες ζωγράφους του 20ου αιώνα. Το εικαστικό του ενδιαφέρον περιστρέφεται κυρίως γύρω από το χρώμα.
Εν έτει 2014 ο σκηνοθέτης Γιάννης Βαμβακάς (ο οποίος δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με εικαστικο θέμα) γυρίζει το ντοκιμαντέρ 100 λεπτών "Παναγιώτης Τέτσης: Παίζοντας... με τα Χρώματα" επιχειρώντας να δώσει το ποτρτρέτο του καλλιτέχνη, ο οποίος βεβαίως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, που κράτησαν κάμποσα χρόνια, ήταν άνω των 85 ετών. Η ιστορικός τέχνης Λίμπερτη (!) Πολύζου αναλαμβάνει την έρευνα και είναι διαρκώς παρούσα δίπλα στον καλλιτέχνη, κουβεντιάζοντας, περπατώντας, ρωτώντας, σχολιάζοντας...
Ο Τέτσης μιλά για τα πάντα, ευρισκόμενος άλλοτε στην Αθήνα κι άλλοτε στην Ύδρα. Υδραίος στην καταγωγή, δεν εγκατέλειψε ποτέ την ιδιαίτερη πατρίδα του, αφού πολύ συχνά και για αρκετά μακρά διαστήματα μένει εκεί - όπως και στη Σίφνο. Έτσι ο λόγος του συχνά περιστρέφεται γύρω από την Ύδρα, άλλοτε ενθυμούμενος τα παιδικά και νεανικά του χρόνια κι άλλοτε μιλώντας για το τώρα. Άλλοτε πάλι μιλά για τη σχέση του με τη διδασκαλία της τέχνης και τους μαθητές του, αφού υπήρξε για πολλά χρόνια καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών και πρύτανής της μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90. Όπως είναι όμως φυσικό μιλά κυρίως για τη ζωγραφική, για τη χρήση του χρώματος και τα μυστικά του ή για συγκεκριμένα έργα του. Ο Τέτσης ούτως ή άλλως θεωρείται από τους μεγαλύτερους έλληνες κολορίστες. Μια ματιά σε πίνακές του, ακόμα και από αδαείς, το επιβεβαιώνει. Το στιλ του έχει επηρεαστεί από τον ιμπρεσιονισμό, κυρίως όμως από τον εξπρεσιονισμό, ενώ αγαπημένη θεματολογία του παραμένει το τοπίο και η νεκρή φύση. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο μνημειακό του έργο, πελωρίων διαστάσεων, "Λαϊκή Αγορά".
Αν σας ενδιαφέρει η τέχνη, το ντοκιμαντέρ είναι απόλυτα κατατοπιστικό για τον καλλιτέχνη, αν και δεν διαθέτει κάτι ιδιαίτερο κινηματογραφικά. Ο λόγος του Τέτση μπορεί να είναι μεστός, συχνά συγκινητικός, είναι όμως και διασπαρμένος από χιούμορ, καθώς παλλινδρομεί ευχάριστα ανάμεσα σε απόψεις για τη ζωγραφική και προσωπικές, καθημερινές στιγμές. Φίλοι και παλιοί μαθητές του δάσκαλου εμπλουτίζουν το φιλμ καταθέτοντας τις δικές τους μαρτυρίες γι' αυτόν. Ο Τέτσης είναι συναρπατικός, η Λίμπερτη (νομίζω) έτσι κι έτσι...

Δευτέρα, Μαΐου 19, 2014

SECONDS: ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΣΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ

Το Χόλιγουντ, παράλληλα με την χαρούμενη, ψυχαγωγική και γεμάτη τραβηγμένα από τα μαλλιά hapy end πλευρά του, μπορούσε πάντοτε να κάνει και πραγματικά σκοτεινές ταινίες, που πάγωναν τον θεατή (παλιότερα τουλάχιστον). Σαν κλασική τέτοια ταινία θεωρώ το "Seconds" του John Frankenheimer (1930-2002) του 1966, με έναν αγνώριστο στον δραματικό του ρόλο Ροκ Χάτσον.
Ναι, πρόκειται για ένα είδος επιστημονικής φαντασίας, καμία σχέση όμως με διαστημόπλοια, εξωγήινους και θέαμα. Όλα συμβαίνουν στη γη όπως την ξέρουμε - ή περίπου. Τι θα λέγατε λοιπόν αν σας δινόταν η ευκαιρία να αλλάξετε εντελώς ζωή, να αφήσετε πίσω σας τα πάντα, να πετάξετε τον παλιό σας εαυτό και να γίνεται ένας εντελώς άλλος άνθρωπος, με εντελώς διαφορετική ταυτότητα; Αυτό συμβαίνει στον εύπορο, πλην όμως κουρασμένο από τη ζωή, βαριεστημένο με τα πάντα μεσήλικα-και-κάτι ήρωα. "Αφείστε πίσω ό,τι για τόσα χρόνια έχετε βαρεθεί. Γίνετε ένας καινούριος άνθρωπος, σε έναν όμορφο κόσμο όπου κανείς δεν σας γνωρίζει". Νομίζω ότι όλοι, αν δεν αρπάζαμε την (καλοπληρωμένη βεβαίως) ευκαιρία, τουλάχιστον θα μπαίναμε σίγουρα σε πειρασμό.
Φυσικά ο ήρωας δέχεται και, με τρόπους που θα δείτε, μεταμορφώνεται σε έναν νεότερο και εύρωστο άντρα, πετυχημένο, με μια εντελώς νέα ταυτότητα. Τι γίνεται όμως με την πολυπόθητη ευτυχία;
Πρόκειται για φιλμ που πραγματικά εισάγει μια σειρά από θέματα και φιλοσοφικά ερωτήματα - τροφή για σκέψη: Τι είναι η ευτυχία; Μπορεί να "αγοραστεί"; Και αν ναι, μήπως προσφέρεται στην κοινωνία μας μόνο σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αγοράσουν; Μπορεί κανείς να υπερβεί τον εαυτό του και να γίνει κάποιος άλλος; Τι είναι η δύναμη της συνήθειας; Και, ερώτημα που και εμένα έχει απασχολήσει, ποια είναι η μοίρα των ανθρώπων που, πολύ απλά, δεν έχουν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα; Πιστέψτε με, είναι πολλοί αυτού του είδους που βρίσκονται γύρω μας.Κι όλα αυτά είναι μερικά μόνο. Ο θεατής μπορεί να ανακαλύψει κι άλλα και να προβληματιστεί.
Το φιλμ είναι κάπως αργό σε μερικά σημεία και ίσως το διονυσιακό όργιο στον τρύγο μιας εξωτικής σχεδόν Καλιφόρνια τραβάει λίγο παραπάνω. Δείτε όμως την εποχή: Βρισκόμαστε στα 1966 και το κίνημα των χίπις είχε ξεκινήσει. Σίγουρα ο Frankenheimer ήθελε να καταγράψει τα όσα πρωτόγνωρα συνέβαιναν στην αμερικάνικη κοινωνία και το όλο αίτημα για "επιστροφή στη φύση".
Όπως και να το κάνουμε πάντως το συγκλονιστικό φινάλε της ταινίας - το συγκλονιστικό τελευταίο μέρος θα έλεγα γενικότερα - αρκεί νομίζω από μόνο του για να χαρακτηριστεί η ταινία ως μία από τις πλέον ιδιόμορφες και σημαντικές των 60ς.

Κυριακή, Μαΐου 18, 2014

Ο ΠΑΝΤΟΤΕ "ΑΛΛΟΥ" ΓΚΙΛΙΑΜ ΚΑΙ ΤΟ "ΘΕΩΡΗΜΑ ΜΗΔΕΝ"

Το 2013 ο (κάποτε τουλάχιστον) αγαπημένος Terry Gilliam θυμάται τις μακρινες μέρες του Btazil και φτιάχνει το "Θεώρημα Μηδέν". Αναφέρω το Brazil επειδή ο μελλοντικός, δυστοπικός κόσμος που έχει φτιάξει εδώ βρίσκεται αρκετά κοντά σ' εκείνον της θρυλικής ταινίας του 1985. Δυστυχώς όμως οι συγκρίσεις σταματάνε κατά τη γνώμη μου εδώ.
Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός μοναχικού, αγοραφοβικού τύπου, που ζει σε μια ερειπωμένη και κατάλληλα διαμορφωμένη πρώην εκκλησία και βγαίνει μόνο από υποχρέωση να πάει στη δουλειά του. Δουλεύει σαν προγραμματιστής στην πανταχού παρούσα Διοίκηση, που μοιάζει να παρακολουθεί και να ελέγχει τα πάντα, και πασχίζει να αποδείξει το "Θεώρημα Μηδέν", που, όταν αποδειχτεί, θα σημαινει ότι ο κόσμος δεν έχει κανένα νόημα ή σκοπό. Κάποια στιγμή θα λάβει την πολυπόθητη άδεια να εργαστεί κλεισμένος στο σπίτι του, δίχως να χρειάζεται να πηγαίνει στη δουλειά, αλλά και εκεί θα διακόπτεται από απεσταλμένους της Διοίκησης, ενώ θα βρίσκεται διαρκώς στα όρια της απόλυτης παράνοιας.
Πρόκειται για μια μάλλον πολύπλοκη φιλοσοφική αλληγορία, που εμπλέκει σε μεγάλο βαθμό και με ποικίλους τρόπους τη θρησκεία (η εκκλησία όπου ζει ο ήρωας, η κάμερα παρακολούθησης στο κεφάλι του Εσταυρωμένου, ο γιος του "Διευθυντή της Διοίκησης", το μυστηριώδες τηλεφώνημα που θα του αποκακλυψει το νόημα της ζωής κλπ.) Ίσως τα νοήματα είναι κάπως μπερδεμένα και είναι δυσκολο να αντιληφτούμε τι ακριβώς θέλει να δείξει ο Γκίλιαμ - πέραν βέβαια του δυστοπικού μέλλοντος. Σίγουρα πάντως υπάρχει εδώ (ξανά και ευπρόσδεκτη) όλη η τρέλα του ιδιαίτερου αυτού δημιουργού, όλη η μπαρόκ εικονοποιία του, όλο το μόνιμο παιχνίδι του με την παράνοια. Βρήκα ιδιαίτερα εντυπωσιακό τον εξωτερικό κόσμο που έχει δημιουργήσει (όταν ο ήρωας βγαίνει από την εκκλησία - κατοικία του), με τις ζωντανές διαφημίσεις και τα εγκατελειμένα, γεμάτα γκράφιτι κτίρια, αλλά και την κάπως steampunk ατμόσφαιρα (συνδυασμός υψηλής τεχνολογίας και έντονα παλιομοδίτικων στοιχείων), βρήκα αρκετά ψήγματα του παλιού καλού εαυτού του, αλλά φοβάμαι ότι σε καμία περίπτωση δεν φτάνει το παρελθόν του. Είναι πια χαώδης, μπερδεμένος και - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μόνιμα ντεφορμέ τα αρκετά τελευταία χρόνια. Φοβάμαι ότι ποτέ πια δεν θα δούμε μια πραγματικά καλή ταινία απ' αυτόν (μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς, διότι εξακολουθεί να με γοητεύει).
Πάντως, επειδή θεωρώ το φιλμ πιο ενδιαφέρον από τα τελευταία του, θα πρότεινα στους φίλους του Γκίλιαμ τουλάχιστον, να το δουν οπωσδήποτε. Σας το είπα: Έχει κάτι από τον παλιό καλό εαυτό του.

Τετάρτη, Μαΐου 14, 2014

ΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ "ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ";

Το φιλμ "Κάτω από το Δέρμα" του Jonathan Glazer γυρίστηκε το 2013 και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του ολλανδού Michel Faber. Αυτό που πρέπει να τονιστεί από ην πρώτη στιγμή, είναι ότι δεν πρόκειται για ένα απλό φιλμ επιστημονικής φαντασίας, αλλά η σκηνοθεσία, η απόλυτα ελλειπτική αφήγηση και το όλο κλίμα το κάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις να αγγίζει τα όρια του πειραματικού σινεμά. Οπότε, οι οπαδοί της mainstream ΕΦ ας το έχουν καλά στο μυαλό τους πριν το "τολμήσουν".
Η ταινία παρακολουθεί μια όμορφη, μοναχική γυναίκα σε ένα σχεδόν καθημερινά επαναλαμβανόμενο τελετουργικό: Οδηγώντας ένα φορτηγάκι, "ψαρεύει" μοναχικούς άντρες, τους οδηγεί σε ένα εκτός τόπου και χρόνου μαύρο δωμάτιο (;) και μετά... τι; Κανείς δεν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς τους κάνει και γιατί, αλλά πάντως κανένα αρσενικό δεν βγαίνει ζωντανό από εκεί. Ένας μοτοσικλετιστής την ακολουθεί μόνιμα και μοιάζει να βρίσκεται στην υπηρεσία της, "καθαρίζοντας" τα ίχνη της.
Ποια (ή μάλλον τι) είναι αυτή η γυναίκα; Γιατί χρειάζεται τους άντρες; Ποιος είναι ο ακόλουθός της και γιατί τη βοηθά; Ο Glazer δεν θα απαντήσει ποτέ. Στόχος του δεν είναι να εξηγήσει οτιδήποτε, αλλά να δημιουργήσει ατμόσφαιρα και να παρακολουθήσει (ελλειπτικά κι αυτό) την ψυχολογική εξέλιξη (;) της σιωπηλής ηρωίδας. Ουσιαστικά αυτό που παρακολουθούμε με αργούς, τελετουργικούς ρυθμούς, είναι η πορεία ενός μοναχικού πλάσματος σε έναν κόσμο που δεν κατανοεί και στον οποίο δεν μπορεί να συμμετέχει. Όλα γύρω της τής δημιουργούν απορία, όλα είναι άβολα, ξένα. Η ηρωίδα μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται το περιβάλλον της. Κάποια στιγμή θα προσπαθήσει να ενταχθεί στον κόσμο, να συμμετάσχει. Θα ελευθερώσει κάποιον που ψυχολογικά της μοιάζει, θα προσπαθήσει να απολαύσει την καλοσύνη όταν τη συναντά. Η αποτυχία της όμως είναι προδιαγραμμένη.
Η ζοφερή, σκοτεινή ατμόσφαιρα είναι δεδομένη. Το μουντό, μόνιμα συννεφιασμένο τοπίο της Σκωτίας, οι εξ ίσου μουντοί αστικοί, βιομηχανικοί χώροι, οι αργοί ρυθμοί, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όλα συμβάλλουν στο χτίσιμό της. Η Σκάρλετ Γιόχανσον, βουβή σχεδόν, συμβάλλει με την ερμηνεία της. Μερικές εικόνες, όπως αυτές με τους άντρες στον μαύρο, άμορφο χώρο, εντυπώνονται στο νου. Σίγουρα υπάρχει σκηνοθετική άποψη, σίγουρα το φιλμ διαφέρει κατά πολύ από το συνηθισμένο, ωστόσο δεν σας κρύβω ότι με κούρασε αρκετά. Τελικά καλό είναι να το δει κανείς σα μια σινεφίλ, εγκεφαλική άσκηση, υποβλητική, σκοτεινή, σαν μια μελέτη της μοναχικότητας και του αταίριαστου με το περιβάλλον ατόμου, αλλά δεν μπορώ να πω τελικά ότι απόλαυσα όλο αυτό το ψυχρό παιχνίδι.

Δευτέρα, Μαΐου 12, 2014

Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΑ, ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΗΣ PHILOMENA


Αν και κάνει πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες, ο Steven Frears παραμένει για μένα, μετά τόσα χρόνια, ένας (σχεδόν) πάντοτε πολύ ενδιαφέρων σκηνοθέτης. Αυτό κατά τη γνώμη μου συμβαίνει και με την τρυφερή, συγκινητική, αλλά και με αρκετές ανατροπές «Philomena» του 2013, που βασίζεται σε αληθινή ιστορία.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, με τη βοήθεια ενός πρώην γνωστού και νυν σε επικίνδυνη καμπή της καριέρας του δημοσιογράφου, αποφασίζει το 2008 να ψάξει τον γιο της, ο οποίος είχε δοθεί για υιοθεσία από καλόγριες πίσω στη δεκαετία του 50, δίχως ποτέ η «παράνομη» μητέρα να μάθει οτιδήποτε γι’ αυτόν. Η αναζήτηση θα την οδηγήσει στην Αμερική, όπου οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη.
Η ταινία λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα και γι’ αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, πολλαπλά ενδιαφέρουσα. Έχουμε κατ’ αρχήν την προαναφερθείσα αγωνία και τις ανατροπές, όσο προχωρά η αναζήτηση, που κρατούν σε αγωνία τον θεατή. Έπειτα υπάρχει το δίδυμο των αντίθετων πρωταγωνιστικών χαρακτήρων, που δένουν υπέροχα μεταξύ τους: «Λαϊκή», κλόκαρδη αλλά και πεισματάρα, εύπιστη και βαθύτατα πιστή χριστιανή εκείνη, κυνικός, έξυπνος, μορφβωμένος, διανοούμενος, άθεος ο άλλος. Εντελώς διαφορετικά background, διανοητικό επίπεδο, κουλτούρα, που όμως αναγκάζονται να συνυπάρξουν όσο κρατά η αναζήτηση. Στη συνέχεια έχουμε τις δόσεις του υπόγειου αγγλικού χιούμορ, που διαποτίζει ευχάριστα την κατά τα άλλα δραματική αυτή ταινία. Έχουμε τέλος και την απολαυστική ηθοποιία της Τζούντι Ντεντς, αλλά και του Στιβ Κούγκαν.
Και ιδεολογικά; Ο Φρίαρς κάνει μια κατά μέτωπο επίθεση στην καθολική εκκλησία, τουλάχιστον όπως αυτή λειτουργούσε παλιότερα στην «καθυστερημένη» Ιρλανδία, αποκαλύπτοντας ένα απάνθρωπο κυριολεκτικά πρόσωπο και μια στάση απόλυτα φοβική σε κάθε μορφή σεξουαλικότητας, πλημμυρισμένη από ψέμα και υποκρισία. Σε ατομικό επίπεδο, αποκαλύπτονται περιπτώσεις όπου η νεύρωση ή/και η υστερία γίνονται νόμος, οδηγώντας, όντας βρισκόμενες σε θέση ισχύος, σε απόγνωση και δυστυχία άλλους ανθρώπους. Υπάρχει επίσης ο προβληματισμός για τη φύση και την αξία της εκδίκησης γενικότερα, αλλά και για τη χριστιανική θέση απέναντί της. Τελικά (όχι ότι ο συγκεκριμένος προβληματισμός με ενδιαφέρει προσωπικά, αλλά τέλος πάντων υπάρχει και δίνει και ένα πολύ δυνατό φινάλε) ποιος είναι πιο χριστιανός; Οι κανονικοί εκπρόσωποι της εκκλησίας ή η αφελής, λαϊκή και αμόρφωτη γυναίκα; Αν σκεφτείτε μάλιστα ότι πρόκειται για αληθινή ιστορία, τα πράγματα στο επίπεδο αυτό γίνονται ακόμα πιο ανατριχιαστικά (λέω «στο επίπεδο αυτό», γιατί συνολικά παρακολούθησα την ταινία πολύ ευχάριστα, αφού, παρά το δραματικό θέμα της, καταφέρνει να διατηρεί και μια feelgood διάσταση).
Προσωπικά τη θεωρώ από τις πολύ καλές ταινίες της χρονιάς. Θα τη συναντήσουμε μάλλον στις παραδοσιακές λίστες στο τέλος της.

Παρασκευή, Μαΐου 09, 2014

Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΟΥ SNOWPIERCER

Θα πω από την αρχή ότι είχα αρκετό καιρό να ευχαριστηθώ πραγματικά ταινία επιστημονικής φαντασίας όσο το Snowpiercer (2013) του εξαιρετικού κορεάτη Joon-ho Bong, που στο παρελθόν μας είχε χαρίσει, μεταξύ άλλων, και το πρωτότυπο "Host" (Ο Επισκέπτης). Πάντως η ταινία δεν είναι κορεάτικη, αλλά διεθνής παραγωγή.
Βασισμένο σε γαλλικό κόμικς του 1982 (του οποίου την ύπαρξη δυστυχώς αγνοούσα), το φιλμ μας μεταφέρει σε ένα ζοφερό μέλλον όπου η γη έχει επανέλθει από ανθρώπινο λάθος στην εποχή των παγετώνων και ουσιαστικά η ανθρωπότητα έχει καταστραφεί, Οι μόνοι επιζήσαντες βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε ένα αενάως κινούμενο γύρω από τον πλανήτη τρένο. Ούτε εκεί όμως θα καταφέρουν να φτιάξουν έναν ιδανικό κόσμο. Κάθε άλλο: Στα πίσω βαγόνια είναι στιβαγμένοι οι "επιβάτες τρίτης θέσης", που ζουν σε συνθήκες βάναυσης καταπίεσης και εξαθλίωσης, ενώ όσο προχωράμε προς την πρώτη θέση οι συνθήκες βελτιώνονται, για να φτάσουμε στη χλιδή των λίγων προνομιούχων. Στο πρώτο βαγόνι, οδηγός και απόλυτος αρχηγός, κατοικεί ο ιδιοφυής κατασκευαστής του τρένου και επινοητής της όλης κατάστασης: Τόσο της επιβίωσης της πολυπληθούς ομάδας όσο και της ανισότητας που την διέπει. Η άγρια εξέγερση στα πίσω βαγόνια δεν θα αργήσει να ξεσπάσει και θα είναι αιματηρή...
Η αλληγορία της όλης ιστορίας είναι σαφής. Το τρένο είναι φυσικά μεταφορά μιας βαθύτατα διχασμένης ταξικά, αλλά και γεωγραφικά, κοινωνίας που αλληλοσπαράσεται μέχρις τελικής καταστροφής. Σχόλιο προφανώς για την ανθρώπινη αυτοκαταστροφικότητα, αλλά και πολύ πρωτότυπη ιδέα, η ταινία διαθέτει, μεταξύ άλλων, εξαιρετικό σασπένς και κάμποσες ανατροπές. Μια άλλη έξυπνη ιδέα είναι το ότι η κάμερα ακολουθεί την αιματοβαμένη πορεία των επαναστατών (οι οποίοι, σημειωτέον, δεν έχουν φύγει ποτέ από την άθλια πίσω θέση) από βαγόνι σε βαγόνι, οπότε ο θεατής μαθαίνει μαζί μ' αυτούς  τι ακριβώς υπάρχει στο τρένο και το πώς αυτό είναι δομημένο, ενώ οι σύντομες εικόνες του νεκρού, παγωμένου έξω κόσμο κόβουν μερικές φορές την ανάσα.
Ο συνδυασμός πρωτοτυπίας, σασπένς και (διάφανου έστω) συμβολισμού, το εξαιρετικό γύρισμα και η όλη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που δημιουργείται από την πρώτη κιόλας στιγμή κάνουν κατά τη γνώμη μου το φιλμ να ξεχωρίζει από τον σωρό ανούσιων και χιλιοειδωμένων περιπετειών φαντασίας (επιστημονικής ή μη) που μας κατακλύζουν τα τελευταία χρόνια. Η δε (αγνώριστη) Τίλντα Σουίντον και οι Εντ Χάρις και Τζον Χαρτ ξεχωρίζουν στους ρόλους τους. Όπως είπα και στην αρχή, το απόλαυσα.
ΥΓ: Ψάξτε και παλιότερες ταινίες του Joon-ho Bong, Είναι πολύ ενδιαφέρουσες.

Τρίτη, Μαΐου 06, 2014

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΕΞΑΠΑΤΗΣΗΣ ΣΤΙς "36 ΩΡΕΣ"

Η ταινία «36 Hours” γυρίστηκε το 1965 από τον George Seaton (1911-1979) και νομίζω ότι μέχρι σήμερα η ιστορία της είναι ασυνήθιστη. Ενώ διαδραματίζεται στον πόλεμο, με κλασικούς «κακούς» γερμανούς και «καλούς» συμμάχους, δύσκολα τη χαρακτηρίζεις πολεμική και επίσης δύσκολα ταινία κατασκοπείας.
Ένας αμερικανός πράκτορας πιάνεται αιχμάλωτος από τους ναζί κατά τη διάρκεια μιας αποστολής του στην ουδέτερη Πορτογαλία. Οι πληροφορίες του έχουν τεράστια σημασία για την έκβαση του πολέμου, αφού ο πράκτορας γνωρίζει πού και πότε θα γίνει η περίφημη απόβαση των συμμάχων στην Ευρώπη (πρόκειται βέβαια για την απόβαση στη Νορμανδία, που ελάχιστες ώρες πριν ξεκινήσει κρατιόταν σαν επτασφράγιστο μυστικό). Οι απαγωγείς ωστόσο αποφασίζουν όχι να τον ανακρίνουν με τις συνηθισμένες μεθόδους (βλέπε βασανιστήρια), αλλά χρησιμοποιώντας ένα πραγματικά σατανικό σχέδιο. Δεν θα σας το αποκαλύψω, αν και αποκαλύπτεται γύρω στο 20λεπτο μετά την έναρξη του φιλμ, γιατί ακόμα κι αυτός ο λίγος χρόνος κυλά απολαυστικά μέχρι να καταλάβουμε τι συμβαίνει.
Το φιλμ, στο πρώτο ιδιαίτερα μέρος του, είναι ένα λεπτοδουλεμένο ψυχολογικό παιχνίδι ανάμεσα στον αιχμάλωτο και τον ψυχολόγο των ναζί και επινοητή της μεθόδου. Οι ανατροπές είναι διαρκείς, οι ρόλοι αλλάζουν με γοργούς ρυθμούς και ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για το τι θα συμβεί την επόμενη στιγμή. Προσωπικά απόλαυσα πραγματικά αυτό το πρώτο μισό.
Στη συνέχεια – προς το τέλος – η ταινία θα μετατραπεί σε περιπέτεια απόδρασης. Και πάλι το σασπένς είναι διαρκές, και πάλι κάθε δευτερόλεπτο έχει την αξία του, και πάλι ο χρόνος παίζει τον πιο σημαντικό ρόλο, δημιουργώντας (όπως και στην αρχή άλλωστε) μια μονίμως αγχωτική ατμόσφαιρα. Ωστόσο θα προτιμήσω το πρώτο μισό, με το εξαιρετικό ψυχολογικό παιχνίδια αμοιβαίας εξαπάτησης ανάμεσα σε δύο πανέξυπνους αντιπάλους.

Προσωπικά θεωρώ την ταινία από τα σχετικά άγνωστα διαμάντια του Χόλιγουντ. Αν κι εσείς αγνοείτε την ύπαρξή της (όπως, ομολογώ, κι εγώ πριν τη δω), δώστε της μια ευκαιρία. Τη συνιστώ.

Δευτέρα, Μαΐου 05, 2014

"ΖΗΤΩ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ": ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΚΑΙ ΑΦΕΛΕΙΑ


Η ιδέα του σωσία, κάποιου δηλαδή που, λόγω ομοιότητας, παίρνει τη θέση του ήρωα, έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές στο σινεμά, κυρίως για κωμικούς σκοπούς (αν και όχι μόνο). Η έννοια του σωσία αποτελεί τη βασική ιδέα και στο ιταλικό φιλμ «Ζήτω η Ελευθερία» (Viva la Liberta) του 2013, που γυρίστηκε από τον Roberto Ando.
Εδώ ο ήρωας είναι γνωστός πολιτικός, αρχηγός μάλιστα της αξιωματικής αντιπολίτευσης της χώρας, και ηγείται κόμματος της αριστεράς (ή κεντροαριστεράς). Ωστόσο ελάχιστες ελπίδες έχει να επικρατήσει του «εχθρού» (της κυβερνώσας δεξιάς βεβαίως), αφού η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι πέρα για πέρα «ξύλινη» και τετριμμένη, ενώ ο ίδιος είναι κουρασμένος και δεν πιστεύει ουσιαστικά στη νίκη (ούτε τα βασικά στυελέχη του κόμματός του άλλωστε). Όταν λοιπόν καταρρέει και, στα πρόθυρα υπερκόπωσης, τα παρατά όλα και εξαφανίζεται για να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί, ο βασικός σύνεργάτης του αποφασίζει να βάλει στη θέση του τον δίδυμο αδελφό του (ολόιδιο φυσικά), ο οποίος είναι φιλόσοφος, ποιητής και... έγκλειστος ψυχιατρικής κλινικής. Το παράτολμο εγχείρημα αρχίζει να αποδίδει καρπούς, καθώς ο αδελφός, με τον «τρελό» του λόγο, αλλάζει ριζικά, ανανεώνει και φρεσκάρει τη μορφή του αραχνιασμένου κόμματος, δίνοντας ελπίδα σε εκατομμύρια ταλαιπωρημένου και απογοητευμένου κόσμου και, ανατρέποντας τα μέχρι τότε προγνωστικά, κάνει το κόμμα να προηγείται.
Η ταινία είναι αρκετά διασκεδαστική, έχει χιούμορ, αλλά και μελετά τη ψυχολογία των δύο τόσο διαφορετικών αδελφών, καθώς ο θεατής δεν παρακολουθεί μόνο τα έργα και τις ημέρες του «τρελού» αδελφού, αλλά και του κουρασμένου πολιτικού παράλληλα. Ο στόχος του φιλμ είναι σαφής και ευπρόσδεκτος: Η κριτική στη σύγχρονη ευρωπαϊκή (τουλάχιστον) πολιτική, μια πολιτική υποταγμένη στις αγορές και τους κερδοσκόπους, δίχως ουσιαστικά όραμα, δίχως διάθεση αλλαγής, μιας πολιτικής - ακριβώς όπως στο φιλμ - κουρασμένης, που δεν πιστεύει καν στον εαυτό της. Το ότι διαλέγει μάλιστα ένα συμβατικό αριστερό κόμμα είναι χαρακτηριστικό, καθώς δείχνει την ουσιαστική ομοιότητα και την κοινή έλλειψη «καθαρού αέρα» σε αμφότερες τις πλευρές του εκάστοτε δίπολου κυβέρνησης – αντιπολίτευσης. Επίσης ο Τόνι Σερβίλιο είναι και πάλι απολαυστικός στο διπλό ρόλο του.
Ωστόσο συνολικά η ταινία δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε ιδαίτερα. Της καταλογίζω κυρίως μια άνευ προηγουμένου αφέλεια. Εντάξει όλα με τις προθέσεις που προαναφέραμε, αλλά δεν νομίζω ότι ένας απόλυτα ασαφής, περί ανέμων και υδάτων, ποιητικός λόγος ενός πολιτικού μπορεί να αλλάξει οτιδήποτε. Διότι είναι σαφέστατο ότι, πέραν του ανανεωτικού του στιλ, ο «τρελός» δεν προτείνει απολύτως τίποτα στη θέση του υπάρχοντος βαλτώματος. Όλα στην ταινία γίνονται πολύ εύκολα, ο κόσμος ενθουσιάζεται και μεταστρέφεται πολύ γρήγορα και το όλο πράγμα μου φαίνεται μάλλον απλοϊκά δοσμένο. Νομίζω ότι ένα παρόμοιο θέμα (δίχως το στοιχείο του σωσία όμως) είχε δοθεί πολύ καλύτερα στο «Να Είσαι Εκεί, κύριε Τσανς» του Άσμπι από τη δεκαετία του 70. γιατί σ’ αυτό ο στόχο δεν ήταν απλά η κατάδειξη της κουρασμένης πολιτικής, αλλά ακριβώς η αφέλεια ενός αντίθετου λόγου που στην ουσία δεν λέει τίποτα – και η αφέλεια του κοινού ταυτόχρονα.
Διασκεδαστικό φιλμ λοιπόν, με ενδιαφέρον ανοιχτό, σχεδόν σουρεαλιστικό τέλος, αλλά μέχρις εκεί. Δεν μπόρεσα να το πάρω σοβαρά λόγω, όπως είπα, υπερβάλλουσας κατά τη γνώμη μου αφέλειας.

Πέμπτη, Μαΐου 01, 2014

ΞΥΠΟΛΥΤΟΙ (ΚΑΙ ΟΛΙΓΟΝ ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟΙ) ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ

Η ταινία του 1967 "Ξυπόλυτοι στο Πάρκο" (Barefoot in the park) βασίζεται σε θεατρικό έργο του Neil Simon (ο οποίος έγραψε και το σενάριο) και γυρίστηκε από τον ηθοποιό και σπάνίως και σκηνοθέτη Gene Saks. Πρόκειται για τυπική αμερικάνικη αισθηματική κομεντί, προσωπικά όμως δεν την θεωρώ από τις αγαπημένες μου.
Το φιλμ βασίζεται στα ερωτικά σκαμπανεβάσματα ενός μόλις παντρεμένου νεαρού ζεύγους (στην πρώτη σκηνή βγαίνουν μόλις απο την εκκλησία και πάνε για την εβδομάδα του μέλιτος). Παρεξηγήσεις, έλευση της μητέρας του γαμπρού για λίγες μέρες, ένα διαμέρισμα στον 5ο όροφο δίχως ασανσέρ (και δίχως την απαραίτητη θέρμανση και δίχως πολλά άλλα), ένας γοητευτικός μεσήλικας γείτονας αμφιβόλου ηθικής που μπαίνει στη μέση και διάφορα άλλα χαριτωμένα επεισόδια φτιάχνουν σιγά - σιγά το κωμικό - αισθηματικό κλίμα της ταινίας.
Φυσικά όλη η γοητεία της βασίζεται στους δύο νεαρούς τότε και απόλυτα λαμπερούς πρωταγωνιστές της: Τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και την Τζέιν Φόντα. Ταλαντούχοι, όμορφοι, παίρνουν την όλη ιστορία στις πλάτες τους και μάλλον τα καταφέρνουν σ' αυτό. Βεβαίως όλη η ίντριγκα και ολες οι ενίοτε απίθανες καταστάσεις πυροδοτούνται από τη απόλυτα διαφορετική (αντίθετη για να είμαστε ακριβείς) ιδισυγκρασία των δύο ηρώων: Εκείνος είναι ένας συντηρητικός νεαρός δικηγόρος που προσπαθεί να κάνει τα πρώτα βήματα της καριέρας του κι εκείνη μια εκρηκτική, γεμάτη πάθος, ζωντάνια και, βεβαίως, πολύ σέξι κοπέλα, κάπως κυκλοθυμική και ολίγον τρελούτσικη. Ο συνδυασμός βεβαίως "σκοτώνει", αλλά ο έρωτας είναι φυσικά πολύ βαθύς...
Η ταινία περιέχει κάποιες διασκεδαστικές στιγμές (σε μια από αυτές όλοι μαζί καταλήγουν σε ένα... αλβανικό εστιατόριο στη Νέα Υόρκη, το 1967 υπενθυμίζω), διαθέτει χιούμορ, αλλά τη βρήκα και κάπως παρωχημένη (έως και λίγο βαρετή) σήμερα. Περιορίζεται στις σχέσεις του ζεύγους και τις διαρκείς αλλαγές τους, αλλά όλο αυτό το αισθηματικό πάρε - δώσε και οι συνεχείς αγάπες - καυγάδες μάλλον με κούρασαν. Τις βρήκα κάπως άνευ ενδιαφέροντος. Η παραπάνω παραμένει πάντως προσωπική γνώμη. Νομίζω ότι πολλοί θα είναι αυτοί που θα διασκεδάσουν με το φιλμ. Και βέβαια θα απολαύσουν τους δροσερούς (τότε) πρωταγωνιστές του. Τι παραπάνω περιμένετε στο κάτω - κάτω; Μια αμερικάνικη αισθηματική κομεντί είναι...

eXTReMe Tracker