Δευτέρα, Αυγούστου 31, 2009

ΕΝΑ "ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΑ" ΠΟΥ ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΠΑΝΤΑ


Μια από τις αγαπημένες μου ταινίες είναι το "The Ηaunting" (1963) του Robert Wise (1914-2005). Φυσικά πρόκειται για ταινία τρόμου, νομίζω όμως ότι, πέρα απ’ αυτό, είναι μια εξαιρετική ταινία γενικότερα. Ίδιας περίπου εποχής με ένα άλλο αριστούργημα του είδους, το "The Innocents" του Jack Clayton, έχει αρκετά κοινά στοιχεία μαζί του: Και οι δύο είναι ασπρόμαυρες και βασίζονται στην υποβλητική ατμόσφαιρα και καθόλου στα εφφέ, και οι δύο έχουν σαν βασική ηρωίδα μια γυναίκα σεξουαλικά στερημένη, καταπιεσμένη από το περιβάλλον της, που βρίσκεται στα όρια της ψύχωσης, τόσο ώστε ποτέ να μην είμαστε απόλυτα βέβαιοι για το αν τα όσα τρομαχτικά βλέπουμε συμβαίνουν στ’ αλήθεια ή είναι γεννήματα της ταραγμένης της φαντασίας. Εδώ βέβαια, όλα δείχνουν ότι το υπερφυσικό στοιχείο είναι απόλυτα αληθινό και το φιλμ του Wise παίζει λιγότερο με την αμφισημία απ’ όσο η ταινία του Clayton.
Το εκπληκτικό είναι ότι, τόσα χρόνια μετά την εποχή που γυρίστηκε, η ταινία εξακολουθεί να με καθηλώνει και σε πολλά σημεία να με τρομάζει. Για μια ακόμα φορά το παρακολούθησα με κομμένη την ανάσα. Το επίτευγμα αυτό γίνεται ακόμα πιο θαυμαστό αφού, όπως προανέφερα, όλα συμβαίνουν δίχως ξαφνικά «μπαμ» και δίχως καθόλου εφφέ. Ποτέ δεν θα δούμε κάποιο τέρας, φάντασμα ή ό,τι άλλο τρομαχτικό. Όλα χτίζονται, λεπτό με λεπτό, χάρη στην ατμόσφαιρα. Παρ’ όλα αυτά θα τρομάξετε, πιστέψτε με. Πιστός στην άποψη που θέλει το τρομαχτικό να βρίσκεται σ' αυτό που ΔΕΝ βλέπουμε κι όχι στα ορατά σημεία (και τέρατα), παράδοση που πάει πίσω στον Τουρνέρ, ο Γουάιζ κάνει μια κλασική ταινία της άποψης αυτής. Πόσο μακριά βρισκόμαστε από τα σύγχρονα ανούσια σπλάτερ ή τις ταινίες που πασχίζουν να σε τρομάξουν με ψηφιακά εφφέ τεράτων και άλλων, κάθε λογής, μπαμπούλων… Ακόμα και η υπόθεση είναι απλή: μια ομάδα ανθρώπων, με επικεφαλής έναν επιστήμονα – ερευνητή του υπερφυσικού κλείνονται σ’ ένα σπίτι που θεωρείται στοιχειωμένο για να μελετήσουν τα φαινόμενα που συμβαίνουν εκεί. Όλα τα υπόλοιπα αφήνονται στη δεξιοτεχνία του Wise, που υποβοηθούμενος από φωτογραφία, μουσική, αλλά και το παράδοξο ντεκόρ του δαιδαλώδους και ακαθόριστου αρχιτεκτονικού ρυθμού σπιτιού σαν φόντο, καταφέρνει να δημιουργήσει την ατμόσφαιρα που θέλει και να αιχμαλωτίσει τους θεατές. Όπως καταλάβατε, ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής είναι το ίδιο το σπίτι, αλλά, βέβαια, σημντικό ρόλο παίζουν και οι χαρακτήρες των λίγων πρωταγωνιστών και κυρίως της βασικής, εύθραυστης ηρωίδας.
Είναι από τις λίγες ταινίες τρόμου που συνίσταται και σε μη φίλους του είδους. Αυτό που θα δουν είναι μια κλασική ταινία. Και στα κλασικά το είδος δεν έχει καμιά σημασία. Σε αντίθεση, βέβαια, από το ηλίθιο ριμέικ που, αναπόφευκτα, γυρίστηκε το 1999 και έχει με το πρωτότυπο φιλμ όση σχέση έχει ο Σάββας με τον Κουρασάβα.

Κυριακή, Αυγούστου 30, 2009

Η ΠΑΝΤΟΤΕ ΥΠΕΡΟΧΗ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΗ ΛΟΛΙΤΑ


Ακόμη απορούν πολλοί για το πώς ο Stanley Kubrick (1928-1999) κατάφερε να γυρίσει το 1962 μια ταινία σαν τη "Λολίτα", πάνω σε ένα θέμα τόσο ταμπού που νομίζω ότι και σήμερα θα υπήρχαν δυσκολίες και αντιδράσεις (ίσως και περισσότερες μάλιστα). Όπου ένας μεσήλικας καθηγητής ερωτεύεται παράφορα την ανήλικη κόρη της σπιτονοικοκυράς του, ζει μαζί της για αρκετό διάστημα, αλλά το πάθος του αυτό τον οδηγεί στην καταστροφή. Και όπου ένας μεγάλος συγγραφέας, ο Vladimir Nabokov, συναντά ένα μεγάλο σκηνοθέτη.
Η ταινία ξεκινά με τη δυνατή τελική σκηνή και είναι ολόκληρη ένα φλας μπακ, μέχρι να φτάσουμε πάλι στο τέλος. Στο ενδιάμεσο... ένας συνεχής κατήφορος. Και μια από τις καλύτερες κατά τη γνώμη μου μελέτες στην ιστορία του σινεμά πάνω στις ολέθριες επιδράσεις του ανεξέλεγκτου πάθους. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε εδώ ότι ότι παρά το ότι αναφερόμαστε σε έναν απαγορευμένο (και νομικά) έρωτα, η σταδιακή παρακμή του καθηγητή, η παθολογική του ζήλεια, το βαθμιαίο χάσιμο της αξιοπρέπειάς του και η τελική του κίνηση θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί από οποιασδήποτε μορφής ερωτικού πάθους. Το "απαγορευμένο" απλώς περιπλέκει τα πράγματα και κάνει ακόμα δυσκολότερη τη θέση του, καθώς είναι υποχρεωμένος να κρύβεται και από τον ασφυκτικό κοινωνικό περίγυρο.
Φυσικά έχουμε εδώ ένα μεγάλο δημιουργό, από τους μεγαλύτερους της ιστορίας του σινεμά. Γι΄αυτό και με έκανε να βιώσω το σκοτεινό πάθος του ήρωα, που γίνεται όλο και πιο καταστροφικό. Γι΄αυτό και παρακολούθησα τις ασπρόμαυρες εικόνες της ταινίας με αμείωτο ενδιαφέρον από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Γι' αυτό έκανε τους ηθοποιούς του τόσο πειστικούς, από τον θαυμάσιο Τζέιμς Μέισον, τον διεστραμένο πνευματικά Πίτερ Σέλλερς και την στα όρια της υστερίας Σέλεϊ Γουίντερς μέχρι την ίδια τη Λολίτα (την Σου Λάιον, που μετά από τον μεγάλο αυτόν ρόλο έπαιξε σε σχετικά λίγες και μάλλον αδιάφορες ταινίες).
Τελικά η όλη ιστορία ξεπερνά το θέμα του καλού και του κακού. Το πραγματικό της θέμα είναι το πάθος και πού μπορεί αυτό να οδηγήσει, πράγμα που κάνει το φιλμ παγκόσμιο, πέρα από τις εποχές και τα ταμπού της κάθε μιας απ' αυτές. Και έχει ενδιαφέρον η παγκοσμιότητα αυτή του θέματος σε αντιπαράθεση με την εποχή, τα πρώτα 60ς, την ατμόσφαιρα των οποίων καταφέρνει να αιχμαλωτίσει θαυμάσια, δημιουργώντας έτσι μια διαρκή αντίστιξη: Από τη μία οι λεπτομερείς πινελιές που καταγράφουν την εποχή, από την άλλη η διαχρονική ιστορία.
Αποφύγετε το ανούσιο ριμέικ που γυρίστηκε το 1999 (διάβολε, γιατί πρέπει να κάνουν ριμέικ ακόμα και στα κλασικότερα φιλμ;) και απολαύστε το πρωτότυπο, αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Παρασκευή, Αυγούστου 28, 2009

ΟΙ ΜΠΑΣΤΕΡΔΟΙ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΑΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ


Πόση πλάκα μπορεί πια να κάνει ο Quentin Tarantino; Απεριόριστη, φυσικά, μοιάζει να απαντά ο ίδιος. Αφού και τα b-movies που πάνω από οτιδήποτε άλλο τον εμπνέουν είναι κι αυτά απεριόριστα. Έτσι, μετά τους γκάνγκστερς, τα blaxploitation, τις ταινίες με κυνηγητά με αυτοκίνητα, τις ανατολικές πολεμικές τέχνες, σειρά έχουν οι πολεμικές περιπέτειες. Το Inglourious Basterds (Άδοξοι Μπάσταρδη) μας πάει στο Β' Παγκόσμιο, τα απόσπασμα από αμερικάνους εβραίους εκδικείται με λύσσα τους κτηνώδεις ναζί, ο Χίτλερ, ο Γκέμπελς και κάμποσα άλλα ναζιστικά καθίκια κρατάν σημαντικούς ρόλους και ο χαβαλές και η βία (με κάμποση δόση σπλάτερ) πάνε για μια ακόμα φορά χέρι - χέρι.
Ναι, ίσως η ταινία σεναριακά να είναι κάπως ατσούμπαλη, να μην αποφασίζει σε ποια ιστορία θα επικεντρώσει, σ' αυτή των "Μπάσταρδων" ή αυτή της όμορφης ιδιοκτήτριας σινεμά, όμως, παρ' όλ' αυτά, προσωπικά το διασκέδασα αφάνταστα. Οι μακροσκελείς αλλά έξυπνοι και ξεκαρδιστικοί ενίοτε διάλογοι, σήμα κατατεθέν του Ταραντίνο, είναι και πάλι εδώ, τα b-movies επίσης (το είπαμε στην αρχή), οι κινηματογραφοφιλικές αναφορές πανταχού παρούσες (αυτή τη φορά και σε προπολεμικά ευρωπαϊκά φιλμ και σκηνοθέτες), οι ανατροπές δίνουν ενδιαφέρον και κορυφώνουν - σαδίστικά ενίοτε - την αγωνία, ο αυστριακός Christoph Waltz στο ρόλο του κακού είναι εξαιρετικός, ε, τι άλλο θέλει κανείς για να διασκεδάσει;
Το προηγούμενό του, το Deathproof, δεν μου είχε αρέσει και πολύ και φοβόμουν ότι ο σκηνοθέτης είχε αρχίσει να εξαντλείται. Να όμως που εδώ καταφέρνει να ανανεώσει απόλυτα το ρεπερτόριό του, ακόμα κι αν αυτό αποτελείται από τα ίδια βασικά συστατικά, αυτά που περιέγραψα πιο πάνω. Και να που το δημιουργικό θράσος του φτάνει σε τέτοια ύψη, που εξόφθαλμα αλλάζει τα φώτα στην Ιστορία (δεν θα σας πώ πώς γιατί θα είναι spoiler, αλλά και ο πλέον ανιστόρητος θα καταλάβει αμέσως ότι δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα...)
Παρά τα κάποια προβλήματα λοιπόν, προσωπικά απόλαυσα ένα κοκτέιλ δράσης, χιούμορ και σασπένς και επανεκτίμησα τον Ταραντίνο και το μοναδικό στιλ του (που δυστυχώς έχει αντιγραφεί από πολλούς, συχνά με κακό τρόπο). Μπορείτε να το απολαύσετε κι εσείς, φτάνει να το δείτε απόλυτα απενοχοποιημένοι και, κυρίως, να βάλετε καλά στο μυαλό σας ότι ποτέ, όπως όλα δείχνουν, δεν θα δούμε κάτι σοβαρό ή "σοβαρό" από αυτόν τον τύπο.

Τετάρτη, Αυγούστου 26, 2009

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΜΕΤΡΟ 123 ΠΟΥ ΘΥΜΙΖΕΙ ΠΟΛΛΑ


O Tony Scott έχει κάνει αρκετά blogbuster και μερικές καλές ταινίες. Φυσικά ξέρει να φτιάχνει χορταστικές περιπέτειες και το "The Taking of Pelham 1 2 3" (ριμέικ ενός b-movie των 70ς που δεν έχω δει) είναι μια απ' αυτές. Αν λοιπόν αρκείστε ακόμα σ' αυτό... για θερινό σινεμαδάκι καλούτσικο είναι. Αν όμως θέλετε κάτι έστω και λίγο παραπάνω, η προσωπική μου συμβουλή είναι να ψάξετε αλλού.
Νομίζω ότι το φιλμ ακολουθεί ένα πλήθος από συνταγές που έχουμε ξαναδεί επανειλημμένα, αλλά δεν ανανεώνει καμιά τους. Πόσες φορές ας πούμε έχουμε δει τον σχεδόν παρανοϊκό κακό (Τραβόλτα) να τρέφει μια αμοιβαία συμπάθεια προς τον "καλό" (Ντέντζελ Ουάσινγκτον), κι ας ισχύει μεταξύ τους το "ο θάνατός σου η ζωή μου"; Ναι,το φιλμ διαθέτει δράση, αλλά οι μισές αμερικάνικες ταινίες διαθέτουν. Θέλει να δημιουργήσει σασπένς (και ως ένα βαθμό το καταφέρνει), έχουμε δει όμως απείρως πιο πετυχημένα σασπένς. Όσο για τη σχέση "καλού" - "κακού", θύτη - θύματος, τα είπαμε παραπάνω. Αφείστε πια τις αναληθοφάνειες. Ε, αυτές πια πάνε χέρι - χέρι με αμερικάνικες ταινίες του είδους. Οι σκηνές, ας πούμε, που οι μπάτσοι τρέχουν να πάνε τα λύτρα και τρακάρουν με τα μισά αυτοκίνητα της πόλης και παθαίνουν τα μύρια όσα μου προκάλεσαν γέλιο. Και σιγά μην έτρεχε ο άσχετος μ' όλ' αυτά, φυλήσυχος Ντέντζελ οικειοθελώς πίσω απ' τους κακούς μόνο και μόνο για να θριαμβεύσει το καλό. Κάπως ο σεναριογράφος πάει να τσαλακώσει την άψογη, πλήρη αθωότητας εικόνα του, αλλά το παράπτωμά του είναι τόσο ανθρώπινο, τόσο κάτι που πιθανώς θα έκαναν οι περισσότεροι από εμάς αν μπορούσαν, που πάλι μας βγαίνει συμπαθής και μόνο συμπαθής.
Οπότε, ψιλοπέρασα την ώρα μου με τους κακούς που καταλαμβάνουν με άψογα οργανωμένο σχέδιο ένα βαγόνι του μετρό της Νέας Υόρκης, όταν όμως τέλειωσε το πανηγύρι ήμουν απόλυτα πεπεισμένος ότι και να μην παρευρισκόμουν σ' αυτό δεν θα έχανα και τίποτα.

Δευτέρα, Αυγούστου 24, 2009

ΔΥΟ ΑΓΑΠΕΣ ΚΙ ΕΝΑ "ΕΠΙΠΕΔΟ" ΦΙΛΜ


Ο James Gray είναι ενδιαφέρων σκηνοθέτης. Διαθέτει μια πειστικότητα, έναν ρεαλισμό, ξέρει να φτιάχνει χαρακτήρες. Στο "Two Lovers" ωστόσο του 2008 κάνει ένα ερωτικό / δραματικό φιλμ που, ενώ διαθέτει κατά τη γνώμη μου αρετές, μου φάνηκε συνολικά "επίπεδο", δίχως κορυφώσεις, αλλά και δίχως τον ωμό ρεαλισμό που θα μας έκανε να το χαρακτηρίσουμε "φέτα ζωής".
Ο διπολικός (= κάτι σαν σχιζοφρενικός) ήρωας, με απόπειρες αυτοκτονίας στην πλάτη του, διχάζεται ερωτικά ανάμεσα σε δύο γυναίκες, μία που θα ήθελε πολύ και η οικογένειά του και μία που πραγματικά θέλει ο ίδιος. Στις αρετές του φιλμ συγκαταλέγονται το ότι όλα αυτά συμβαίνουν όπως ακριβώς και στη ζωή: Κανένας από τους πειστικότατους χαρακτήρες δεν είναι "κακός" ή "καλός", τουτέστιν σχηματικά συμπαθής ή αντιπαθής. Ο καθένας κουβαλά τη δική του αλήθεια, τον δικό του κόσμο, στιλ και άποψη για τα πράγματα. Το δίλημμα του ήρωα είναι ένα δίλημμα που θα μπορούσε να απασχολήσει οποιονδήποτε. Οι σχέσεις με το περιβάλλον, με την οικογένειά του, που είναι κάπως πιεστική, δίχως όμως τίποτα ιδιαίτερο (έτσι ακριβώς είναι νομίζω οι περισσότερες οικογένειες), δίνονται κι αυτές πειστικά. Αυτό που θα δημιουργήσει τις περισσότερες συζητήσεις είναι το τέλος, κάπως απρόβλεπτο και ιδιαιτέρως προσγειωμένο. Πολλοί ενοχλήθηκαν από την απόλυτη έλλειψη κορύφωσης και ρομαντισμού σε μια κατά τα άλλα ρομαντική ταινία, από ένα είδος "δειλίας" (δεν θα σας πω περισσότερα, αλλά ένα μικρό spoiler θα το κάνω: Προσωπικά νομίζω ότι ο Gray ήθελε ακριβώς να μας μιλήσει για τον συμβιβασμό, για την ανάγκη των περισσότερων για σιγουριά και ασφάλεια, για τον φόβο της μοναξιάς. Δεν φαίνεται να παίρνει θέση, αλλά επιλέγοντας αυτό το τέλος είναι σα να μας λέει: "Να, έτσι γίνονται τα πράγματα, συνήθως τελειώνουν δίχως εξάρσεις, με συμβιβασμούς, με αποδοχή αυτού που ίσως δεν θέλουμε, θα προσπαθήσουμε όμως να το δεχτούμε και να το αγαπήσουμε".

Η ταινία διαθέτει και τρυφερότητα και αρκετό ρομαντισμό, σε καμία περίπτωση όμως δεν στοχεύει σε όσους λατρεύουν τις αισθηματικές ροζ ιστορίες. Είναι πιο προσγειωμένη, πιο ρεαλιστική απ' αυτές. Ωστόσο ισχύει αυτό που έγραψα στην αρχή: Είναι επίπεδη, δίχως κορυφώσεις. Την παρακολούθησα με σχετικό ενδιαφέρον και μετά σκέφτηκα ότι και να μην την έβλεπα δεν θα έχανα και τίποτα σπουδαίο. Εκτός από τις καλές ηθοποιίες, κυρίως του Γιοακίμ Φίνιξ.

Κυριακή, Αυγούστου 23, 2009

OI TRANSFORMERS ΚΑΙ Η ΒΑΒΟΥΡΑ ΑΠΟ ΜΕΤΑΛΛΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΡΟΥΟΝΤΑΙ


Γιατί κάποιος άνω των 15 πάει να δει τους Transformers και μάλιστα το νο 2 (Transformers: Revenge of the Fallen); Επειδή βρίσκεται σε χαλαρές διακοπές και η ώρα 9.30-11 είναι κενή και το θερινό σινεμαδάκι δίχως πολλές - πολλές απαιτήσεις είναι ό, τι πρέπει. Και παρ’ όλες αυτές τις θετικές συγκυρίες βγαίνει βρίζοντας για την ώρα που έχασε.
Τι να πρωτοθάψω σε μια ταινία σαν κι αυτή; Το ότι ο Michael Bay (γνωστός και σεσημασμένος άλλωστε και για κάμποσες άλλες υπερπαραγωγές όπως ο “Armagedon” ή το “The Rock”, που βρήκα συμπαθητικό για το είδος του) επί δύο ολόκληρες ώρες κάνει μια απίστευτη βαβούρα από παλιοσίδερα που συγκρούονται μέχρις τελικής πτώσης; Για την επιεικώς γελοία ιστορία, η οποία σε μένα τουλάχιστον δεν κίνησε ούτε σε ένα σημείο το ενδιαφέρον; Ή για το ότι, παρά τη διαρκή φασαρία και την ταχύτατη, σε στιλ βιντεοκλίπ (ο Bay υπήρξε άλλωστε πρώην βιντεοκλιπάς), σκηνοθεσία, κόντεψε σε μερικά σημεία να με πάρει ο ύπνος (κυριολεκτικά, αφού κάπου – κάπου τα βλέφαρά μου βάραιναν);
Και έχω και άλλη μια ένσταση: Επιτρέψτε μου, πριν δω το φιλμ, να αγνοώ πλήρως τη μυθολογία και το όλο κόνσεπτ των Transformers. Ε, λοιπόν, για κάμποση ώρα (ίσως και μισή) δεν καταλάβαινα τίποτα σχεδόν απ’ ό, τι συνέβαινε στην οθόνη. Έπειτα συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν καλά και κακά ρομπότ (ή τέλος πάντων ρομποτοειδείς κάτοικοι κάποιου πλανήτη που έχουν εισβάλλει στη γη), αλλά μου πήρε άλλο τόσο να ξεχωρίσω τις μορφές τους (ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί δηλαδή).
Όλα τα λεφτά όμως είναι νομίζω η ηθοποιία της σούπερ γκόμενας πρωταγωνίστριας Megan Fox. Δεν θυμάμαι ποτέ να έχω ξαναδεί κάτι πιο ψεύτικο και πλαστικό στην οθόνη. Και θυμήθηκα το παλιό αστείο, που εδώ ισχύει απόλυτα, ότι τα ποικίλα ρομπότ έπαιζαν πολύ καλύτερα απ’ αυτήν (ή, τουλάχιστον, τα πρόσωπά τους ήταν πολύ πιο εκφραστικά από το δικό της). Θα την ξανάβλεπα πολύ ευχαρίστως στις σελίδες του Playboy ή κάποιου συναφούς (μακάρι και τολμηρότερου) περιοδικού, στο σινεμά όμως…
Θα τονίσω (το έχω ξαναγράψει άλλωστε και στο παρελθόν) ότι δεν έχω τίποτα με τις ταινίες που στόχος τους είναι η απλή ψυχαγωγία και απολύτως τίποτε παραπάνω. Ίσα – ίσα που πολλές φορές είναι ευπρόσδεκτες και κάποιες άλλες αληθινά καλά φιλμ (κενά περιεχομένου μεν, αλλά αληθινά καλά). Και μ’ αρέσει και η επιστημονική φαντασία. Μ’ αυτούς εδώ όμως τους τραγικούς κατά τη γνώμη μου Transformers δεν ψυχαγωγήθηκα καθόλου. Απλώς σκυλοβαρέθηκα.

Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2009

ΚΑΛΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Το blog... κολυμπά. Ίσως δει και καμιά ταινία εκεί που θα βρίσκεται, ίσως όχι. Προέχει η θάλασσα.
Καλή αντάμωση λοιπόν στα τέλη Αυγούστου και καλές διακοπές σε όσους δεν πήγαν ακόμα.

"ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΚΙΤΡΙΝΗ" ΚΑΙ... ΓΕΡΑΣΜΕΝΗ


Ίσως το σουηδικό φιλμ "Ειμαι περίεργη: Κίτρινη" (Jag ar nyfiken) που γύρισε το 1967 ο Vilgot Sjöman (1924-2006) να θεωρείται χαρακτηριστικό του αντεργκράουντ / πειραματικού / πολιτικοποιημένου σινεμά των 60ς (όπως και η συνέχειά του "Είμαι περίεργη: Μπλε"), σήμερα όμως φοβάμαι ότι μάλλον κουράζει και φαίνεται αρκετά γερασμένο.
Πρόκειται για μια μίξη fiction και ντοκιμαντέρ, με χαλαρή πλοκή, που επιχερεί να καταπιαστεί με όλα τα καυτά προβλήματα της εποχής. Η εικοσάχρονη Λένα (πολύ καλή η Λένα Νίμαν) είναι περίεργη σχετικά με τα πάντα: Με τον καπιταλισμό και την πιθανότητα αλλαγής - ανατροπής του, με το σεξ και τον έρωτα, με τη σοσιαλδημοκρατία που κυβερνά και έχει επιτύχει το σουηδικό οικονομικό και κοινωνικό "θαύμα", με τις ανατολικές φιλοσοφίες και θρησκείες, με τον πόλεμο (του Βιετνάμ και όχι μόνο) και τα κινήματα ειρήνης κλπ. Παίρνει συνεντεύξεις από ανώνυμους και επώνυμους, μετατρέπει το δωμάτιό της σε "ινστιτούτο" ερευνών διατηρώντας τεράστια αρχεία και αποκόμματα από τα πάντα, ερωτεύεται και κάνει σεξ, διατηρεί σχέση αγάπης / μίσους με τον πατέρα της, πειραματίζεται με ανατολικές πρακτικές (γιόγκα κλπ.) και γενικά κάνει ό,τι και πολλές άλλες κοπέλες των 60ς, που συνδύασαν έντονη πολιτικοποίηση, ερωτικούς πειραματισμούς, χίπικα ιδεώδη και άλλα.
Όλα αυτά δίνονται άλλοτε ντοκιμαντερίστικα (υπάρχουν λόγοι του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και αυθεντική συνένετυξη με τον νεαρό τότε υπουργό Ούλαφ Πάλμε, ο οποίος εκφράζει όντως πολύ προχωρημένες πολιτικά θέσεις) κι άλλοτε περισσότερο αφηγηματικά (ο έρωτας της με τον άστατο φίλο της, οι σχέσεις με τον πατέρα της), με μια μουντή ασπρόμαυρη φωτογραφία και κάποιες πινελιές χιούμορ. Και υπάρχει και το α λα Γκοντάρ κλείσιμο του ματιού στο ίδιο το σινεμά (εμφανίζεται σαν χαρακτήρας ο ίδιος ο σκηνοθέτης με την πραγματική του ιδιότητα, το κινηματογραφικό συνεργείο διακόπτει μερικές φορές την πλοκή κλπ.)
Όλα αυτά ήταν πολύ προχωρημένα και πειραματικά για την εποχή τους και η ταινία θεωρήθηκε εξαιρετικά τολμηρή λόγω του αρκετού γυμνού της και κάποιων ερωτικών σκηνών, σήμερα όμως προσωπικά μάλλον με κούρασε και... πώς να το πω, ένοιωσα ότι τα ήξερα όλα αυτά, τα είχα ξαναδεί. Άλλωστε ο Sjöman δεν είναι Γκοντάρ (της καλής του εποχής) για να δώσει αυτό κάτι διαφορετικό που διέθεταν οι ταινίες του τελευταίου. Γενικά μου φάνηκε μια μάλλον παρωχημένη σήμερα, τολμηρή για την εποχή της προσπάθεια, που θα συνιστούσα να τη δει κανείς για καθαρά ιστορικούς λόγους.

Κυριακή, Αυγούστου 02, 2009

ΠΕΡΙ ΓΥΝΑΙΚΑΣ Ή Ο ΠΑΙΓΝΙΩΔΗΣ ΓΚΟΝΤΑΡ


Ποιος είπε ότι ο Jean-Luc Godard δεν είχε χιούμορ; Επικρατεί γι' αυτόν η άποψη του στριφνού και αυστηρού σκηνοθέτη, αγέλαστου και διανοούμενου. Και ίσως έτσι να είναι από τις αρχές των 70ς και μετά. Το 1961 όμως γύριζε τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του "Η Γυναίκα είναι Γυναίκα" (Une Femme est une Femme) με την πανέμορφη Άννα Καρίνα και πάλι, φυσικά. Κι εδώ βλέπουμε έναν παιχνιδιάρη, αστείο, ανάλαφρο Γκοντάρ - πάντοτε όμως ανατρεπτικό.
Τι είναι τελικά αυτό που κάνει τον Γκοντάρ τόσο σημαντικό, πρωτοπόρο, ανανεωτικό; Είναι, νομίζω, αυτό το διαρκές παιχνίδι που κάνει με τους ίδιους τους κώδικες και τις αρχές του σινεμά - ή της αφήγησης, αν θέλετε. Το ότι κρατά διαρκώς τον θεατή αποστασιοποιημένο υπενθυμίζοντάς του με πλήθος διαφορετικών τρόπων ότι αυτό που βλέπει δεν είναι παρά σινεμά, μια ταινία μόνο, όχι η αληθινή ζωή. "Μην πιστεύετε όσα βλέπετε" μοιάζει να λέει. "Δεν είναι αλήθεια. Εγώ τα επινόησα!"
Πώς το κάνει αυτό; Αφηγείται μια απλή ιστορία μιας στριπτιζέζ που ζει με τον φίλο της και προσπαθεί να τον πείσει να κάνουν παιδί ενώ αυτός διστάζει, και ταυτόχρονα φλερτάρει με τον καλύτερό του φίλο που είναι ερωτευμένος μαζί της. Αυτή η αφήγηση όμως κάνει το παν για να μας υπενθυμίσει ότι ακριβώς πρόκειται για αφήγηση, fiction, κάτι που κάποιος σκέφτηκε και έφτιαξε. Έτσι οι ηθοποιοί παίζουν συχνά αφύσικα, μερικές φορές στρέφονται στην κάμερα, σα να μιλούν με το θεατή και όχι με τον εκάστοτε συνομιλητή τους. Άλλες φορές στα καλά καθούμενα η μέχρι τότε "πεζή" αφήγηση μετατρέπεται σε μιούζικαλ, άλλοτε πάλι οι καταστάσεις είναι αφύσικες, σχεδόν σουρεαλιστικές. Ταυτόχρονα οι ενδοκινηματογραφικές αναφορές είναι πανταχού παρούσες. Οι ήρωες μιλάν για παλιές ταινίες, συχνά αμερικάνικες, ή φέρονται όπως οι πρωταγωνιστές τους, αναφέρονται όμως και στο ίδιο το "Με κομένη την ανάσα", το προηγούμενο φιλμ του Γκοντάρ. Η συμπεριφορά τους γίνεται συχνά παράξενη, καθόλου ρεαλιστική, άλλοτε συνενοούνται μόνο με λέξεις από εξώφυλλα βιβλίων, δίχως να μιλάνε - κι αυτά είναι ένα μόνο μέρος από το ανατρεπτικό οπλοστάσιο του Γκοντάρ. Κι όσο για το τέλος, είναι κι αυτό αστείο και "κουφό". Κι όλα αυτά με έντονα χρώματα, που μερικές φορές βγάζουν μάτι, και με χαρακτηριστική ποπ (για την εποχή) αισθητική - το ποπ στοιχείο είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό του πρώιμου Γκοντάρ.
Σίγουρα, το καταλάβατε, δεν θα δείτε ένα φιλμ με στρωτή αφήγηση. Συχνά θα αναρωτιέστε γιατί ο Γκοντάρ κάνει ό,τι βλέπετε, γιατί δεν αφήνει την ιστορία να κυλήσει. Ακριβώς για να μας ξεβολεύει, είναι μια πιθανή απάντηση, να μας κάνει να νοιώθουμε διαρκώς ότι βλέπουμε σινεμά κι όχι πραγματικούς ανθρώπους και καταστάσεις, με σάρκα και οστά. Ίσως. Αυτό όμως που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η φρεσκάδα και η ιδιομορφία ταινιών σαν κι αυτή. Και η επίδραση του σκηνοθέτη αυτού στο μετέπειτα σινεμά.
Εμένα τώρα, περισσότερο απ' αυτήν εδώ, μ' αρέσουν μεταγενέστερες ταινίες του, όπως ο "Τρελλός Πιερό" ή το "Weekend". Αυτό όμως είναι προσωπικό. Εσείς θα απολαύσετε (ή θα μισήσετε βαθύτατα) μια από τις πιο χαρακτηριστικές του δημιουργίες. Τότε που ακόμα ήταν φρέσκος και άλλαζε τον τρόπο που βλέπουμε σινεμά.

eXTReMe Tracker