Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2015

ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΜΙΚΡΟΥ ΝΗΣΙΟΥ"

Ο ακμάζων ισπανικός κινηματογράφος προσθέτει μια ακόμα καλή ταινία στο σερί των αρκετών τελευταίων χρόνων: Το "Μικρό Νησί" ((La Isla Minima) του Alberto Rodriguez του 2014. Πρόκειται για ένα στιβαρό αστυνομικό θρίλερ, με εξαιρετική ατμόσφαιρα 70ς.
Το 1980 δύο αστυνομικοί φτάνουν σε μια μικρή ισπανική κωμόπολη στο πουθενά, στις εκβολές ενός μεγάλου ποταμού, για να εξιχνιάσουν την εξαφάνιση δύο νεαρών αδελφών κοριτσιών, η οποία μάλιστα δεν είναι η πρώτη τα τελευταία χρόνια. Η έρευνα προχωρά αργά, με διάφορα εμπόδια, ενώ όλο και περισσότερα κρυμένα μυστικά αποκαλύπτονται. Μυστικά που αφορούν το σύνολο των κατοίκων, οι οποίοι δεν είναι και πολύ πρόθυμοι για αποκαλύψεις. Στο μεταξύ οι δύο άντρες πρέπει να συνεργαστούν στενά, παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους και το διαφορετικό στιλ ζωής τους...
Κατ' αρχήν θα επισημάνω την πολύ πετυχημένη ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 70, όπως προανέφερα. Από το όλο περιβάλλον μέχρι την ίδια την "καμμένη" θαρρείς, ξασπρισμένη φωτογραφία, όλα λειτουργούν πειστικότατα (και νοσταλγικά για πολλούς σινεφίλ). Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι ότι ο Rodriguez εμπλέκει στην ιστορία και το πολιτικό παρελθόν ολόκληρης της χώρας. Το 1980 βλέπετε η φασιστική φρανκική δικτατορία είχε πέσει σχετικά πρόσφατα (το 1975 συγκεκριμένα) και πάμπολλά κατάλοιπα και "νοσταλγοί" παρέμεναν όχι μόνο ανάμεσα στον κόσμο, αλλά και σε θέσεις - κλειδιά της εξουσίας. Η κατάσταση ήταν ακόμα αβέβαιη. Ακόμα και οι δύο βασικοί χαρακτήρες έχουν σχέση μ' αυτό. Το παρελθόν αποκαλύπτεται αργά και βασανιστικά και μπλέκει αξεδιάλυτα με την παρούσα έρευνα. Ταυτόχρονα η πλοκή, οι εκπλήξεις, το σασπένς, διατηρούνται αμείωτα, δίχως τα παραπάνω στοιχεία να κάνουν τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) να βαρεθεί ή να "ξεστρατίσει" από τη βασική ιστορία.
Τέλος θα ήθελα να επισημάνω το αμφιλεγόμενο των χαρακτήρων. Βλέπετε, τίποτα δεν είναι άσπρο - μαύρο. Κάποιοι, ας πούμε, μπορεί να είναι εξαιρετικά τίμιοι στη δουλειά τους και συγχρόνως... ας μη σας αποκαλύψω το "συγχρόνως". Έτσι δεν συμβαίνει και στην αληθινλή ζωή;
Βρήκα το φιλμ εξαιρετικό. Από τα πολύ καλά νουάρ των τελευταίων χρόνων. Το συνιστώ στους φίλους του είδους - αν και δεν παραμένει μόνο στο είδος, αλλά σκάβει βαθύτερα και σχολιάζει και αρκετά άλλα πράγματα...

Πέμπτη, Ιουνίου 25, 2015

SPY: ΠΑΡΩΔΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΤΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ

Οι παρωδίες διαφόρων ταινιών ή ειδών ήταν πάντοτε αρκετά συνηθισμένες στο σινεμά. Το 2015 λοιπόν, μετά το "Kingsmen" έρχεται άλλη μία παρωδία ταινιών κατασκοπείας, το "Spy" του Paul Feig, με την ευτραφή κυρία Μελίσα Μακάρθι στον βασικό ρόλο. Είπα παρωδία ταινιών κατασκοπείας, αλλά κυρίως πρόκειται για παρωδία των ταινιών του Τζέιμς Μποντ.
Η ηρωίδα έχει μεν εκπαιδευτεί ως πράκτορας, εργάζεται όμως σε υπόγειο της CIA βοηθώντας τον σούπερ κουλ πράκτορα Τζουντ Λο - άμεσα αναγνωρίσιμη αναφορά στον Μποντ - με τον οποίο, βεβαίως είναι ερωτευμένη, μόνη γαρ στα 40της. Όταν το ίνδαλμα και συνεργάτης της σκοτώνεται από τρομοκράτισα του πρώην ανατολικού μπλοκ (φυσικά), η οποία προσπαθεί να πουλήσει σε Τσετσένους τρομοράτες μικρή πυρηνική βόμβα, αναλαμβάνει η ίδια τον ρόλο του μυστικού πράκτορα και... κυριολεκτικά τα κάνει όλα, ενώ γύρω επικρατεί χαμός.
Βρήκα την ταινία αρκετά διασκεδαστική σε ορισμένα σημεία, στα οποία πραγματικά γέλασα - πράγμα που βέβαια είναι το ζητούμενο σε τέτοιου είδους φιλμ. Σε άλλα πάλι το χιούμορ μου φάνηκε πολύ χοντρό και, εν πάσει περιπτώσει, όχι τόσο διακεδαστικό. Η πρωταγωνίστρια δεν διστάζει να κάνει πλάκα με τον εαυτό της και, γενικότερα, αρκετό από το χιούμορ βασίζεται στη γυναικέια ασχήμια - όχι μόνο της Μακάρθι. Τελικά μπορώ να χαρακτηρίσω το φιλμ άνισο, ωστόσο σε γενικές γραμμές μου έμεινε μια γεύση ευθυμίας και διασκέδασης. Φυσικά δεν πρόκειται για αριστούργημα - κάθε άλλο, αλλά νομίζω ότι περνάς καλά, ιδιαίτερα σε θερινό σινεμαδάκι. Και υπάρχει και η ιστορία με τις διαρκείς ανατροπές, συνηθισμένο στοιχείο βεβαίως στα "σοβαρά" φιλμ του είδους, όπου προσπαθείς να βρεις ποιος είναι "κανονικός" και ποιος διπλός πράκτορας.
ΥΓ: Μπορεί η ταινία να στηρίζεται ολόκληρη στην πρωταγωνίστριά της, της οποίας η φιγούρα μόνο σε φοβερό και τρομερό μυστικό πράκτορα δεν παραπέμπει, πλην όμως για μένα την παράσταση έκλεψε ο Jason Statham στον ξεκαρδιστικό ρόλο του ηλίθιου πράκτορα που τα παίρνει όλα πολύ σοβαρά...

Τρίτη, Ιουνίου 23, 2015

ΓΙΑΤΙ ΚΟΜΕΝΤΙ; ΜΑΛΛΟΝ ΣΠΑΡΑΚΤΙΚΕΣ "ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ"

Το 1955 ο σημαντικός βρετανός σκηνοθέτης David Lean (1908-1991) γυρίζει το "Summertime" ("Διακοπές στη Βενετία" στη χώρα μας), με μια 48άρα ήδη Κάθριν Χέπμπορν στον βασικό ρόλο. Η ταινία συνήθως κατατάσσεται στο είδος "κομεντί", προσωπικά όμως τη βρίσκω πολύ σπαρακτική για κάτι τέτοιο. Σίγουρα είναι πιο ανάλαφρη από την υπέροχη "Σύντομη Συνάντηση" του Λιν, με την οποία μοιράζεται παρόμοιο θέμα, αλλά κομεντί...
Μια μοναχική 45άρα αμερικάνα τουρίστρια πηγαίνει - ολομόναχη φυσικά - για διακοπές στη Βενετία, πράγμα που αποτελούσε μακροχρόνιο όνειρό της. Η ομορφιά και η γραφικότητα της πόλης όμως δεν είναι αρκετή για να απαλύνει τη μοναξιά της. Ώσπου γνωρίζει έναν γοητευτικό βενετσιάνο έμπορο, ο οποίος δηλώνει ερωτευμένος μαζί της. Όταν αντιλαμβάνεται ότι ένας έρωτας μαζί του θα είναι υποχρεωτικά παροδικός καλείται να διαλέξει ανάμεσα σε ένα υπέροχο, πλην όμως εφήμερο πάθος και στη συνέχιση της μοναξιάς της.
Εντάξει, η Βενετία πρωταγωνιστεί και τα πανέμορφα τοπία της είναι διαρκώς παρόντα στην οθόνη. Αλλά η ουσία δεν βρίσκεται εκεί. Είπα από την αρχή ότι δεν θεωρώ τη ταινία ακριβώς κομεντί (παρά το ότι υπάρχει αρκετό χιούμορ, κυρίως στην περιγραφή των αμερικάνων τουριστών) διότι για μένα υπερισχύει η εκπληκτική καταγραφή της μοναξιάς. Η ηρωίδα είναι μοναχική, λίγο από τύχη, λίγο από πείσμα, λίγο επειδή είναι δέσμια προκαταλήψεων. Ονειρεύεται μια σχέση που δεν έχει έρθει ποτέ μέχρι τώρα. Και τώρα καλείται να διαλέξει: Να αφεθεί σε ένα καθαρά σωματικό πάθος, που θα κρατήσει μόνο λίγες μέρες ή να παραμείνει - πιστή στις αρχές της - ανέραστη; Η καταγραφή της μοναξιάς πάντως και της δυστυχίας που αυτή συνεπάγεται είναι σπαρακτική.
Μπορώ να πω πολλά καλά ακόμα για το φιλμ, για την λεπτότητα, τη διεισδυτικότητά του και την πραγματικά συγκινητική του πλευρά. Αλλά και για τις σαρκαστικές παρατηρήσεις για τους - αμερικάνους κυρίως - τουρίστες και την ηλίθια άποψή τους για την Ευρώπη (την οποία θαυμάζουν με έναν αφελή τρόπο), για τους τυπικούς  λατίνους εραστές, για τον τυποποιημένο τουρισμό εν γένει... Βλέπετε, ο Λιντς δεν χαρίζεται στους αμερικάνους, αλλά ούτε και στους ιταλούς. Πέραν όλων αυτών όμως θεωρώ σημαντικό και το μελαγχολικό τέλος, το οποίο δεν κάνει καμιά παραχώρηση σε σχηματικά χάπι εντ. Είναι κάτι που επανειλημμένα έχω σχολιάσει και θαυμάζω σε παλιά φιλμ, ακόμα και χολιγουντιανά. Δεν θα σας αποκαλύψω βέβαια τι συμβαίνει τελικά, αν το δείτε όμως, πέστε μου: Πόσες (απελπιστικά ξενέρωτες στην πλειοψηφία τους) σύγχρονες "κομεντί"  θα τολμούσαν ένα τέλος σαν κι αυτό; Πόσες έχετε δει εσείς; Μήπως τελικά υπήρχε τότε περισσότερη τόλμη σε κάποια πράγματα που σχετίζονται με το θέαμα και την αφόρητη σύγχρονη τυποποίησή του;
Συνιστώ την ευαίσθητη και, εν τέλει, συγκινητική αυτή ταινία ενός μεγάλου σκηνοθέτη. Με μια μεγάλη ηθοποιό μάλιστα.

Κυριακή, Ιουνίου 21, 2015

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΨΥΧΩΣΗ ΣΤΟ "POST MORTEM'

Ο Pablo Larrain είναι ένας σημαντικός σύγχρονος χιλιανος σκηνοθέτης, που έχει ξεχωρίσει. Προσωπικά το "Tony Manero" του 2008 δεν μου άρεσε, μου άρεσε ομως πολύ το "Νο". Ανάμεσα στα δύο αυτά φιλμ, το 2010 συγκεκριμένα, γυρίζει το "Post Mortem", το οποίο, αν και στο ίδιο σκηνοθετικό κλίμα του "Tony..." μου άρεσε περισσότερο.
Το να είσαι νοτιοαμερικανός σκηνοθέτης - και μάλιστα χιλιανός - και να μην εμπλέξεις στις ταινίες σου μνήμες από τις εφιαλτικές δικτατορίες του παρελθόντος είναι μάλλον απίθανο. Έτσι κι εδώ ο Larrain αφηγείται μια ιστορία που διαδραματίζεται το 1973, τις μέρες της ανατροπής του προέδρου Αλιέντε και της επιβολής της κτηνώδους δικτατορίας του Πινοτσέτ. Ήρωας ένας μοναχικός, κλεισμένος στον εαυτό του δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος δουλεύει σαν γραμματέας στο νεκροτομείο. Εντελώς αδιάφορος για τα πολιτικά, αλλά και για τους γύρω του γενικότερα, ζει τη γκρίζα και μίζερη καθημερινότητά του. Η οποία θα αλλάξει όταν ερωτεύεται εμμονικά μια γειτόνισά του. Μια παράξενη σχέση θα αρχίσει μεταξύ τους... και τότε ο Αλιέντε θα δολοφονηθεί και η δικτατορία θα εγκαθιδρυθεί. Η ζωή τους θα αλλάξει δραματικά, ο σκοτεινός ψυχικός του κόσμος όμως θα παραμείνει απαράλλαχτα ίδιος...
Το φιλμ είναι μια περίεργη μελέτη ενός ψυχοπαθολογικού χαρακτήρα, σε συνδυασμό με το περιβάλλον, κοινωνικό και πολιτικό, της εποχής στη Χιλή. Τα φριχτά γεγονότα συμβαίνουν γύρω απο τα πρόσωπα του δράματος, αλλάζουν, όπως είπαμε, τη ζωή τους, όχι όμως και τον βασικό ήρωα, ο οποίος παραμένει προσκολλημένος στις εμμονές και τις μάλλον άρρωστες αρχές του. Το πραγματικά ανατριχιαστικό τέλος το επιβεβαιώνει.
Ο Larrain δεν δείχνει τη βία καθ' εαυτή, αλλά τα φοβερά της αποτελέσματα (τα πτώματα που συσσωρεύονται στο νοσοκομείο, τους ψυχρούς, σιωπηλούς και απειλητικούς στρατιωτικούς που βρίσκονται παντού...). Χρησιμοποιεί μουντά, γκρίζα χρώματα, αργούς, τελετουργικούς θα έλεγα ρυθμούς και γενικά δημιουργεί μια αρρωστημένη, σχεδον καταθλιπτική ατμόσφαιρα , που θυμίζει το νεκροτομείο όπου εργάζεται ο ήρωας και η οποία ωστόσο ταιριάζει απόλυτα τόσο με τα ιστορικά γεγονότα όσο και με την ψυχοσύνθεσήτου βασικού χαρακτήρα. Ίσως να πρόκειται και για μια αλληγορία της "επικιδυνότητας", εν τέλει, των παντελώς απολίτικων, αδιάφορων ανθρώπων, που ποτέ δεν ενδιαφέρονται για τα γύρω τους τεκταινόμενα και ολόκληρη η ζωή τους είναι επικεντρωμένη στον εαυτό τους και το - μίζερο έστω - βόλεμά τους. Η έξυπνη σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής βρίσκεται στο μπάνιο, ακριβώς δίπλα στο παράθυρο, έξω γίνεται κυριολεκτικά χαμός, ο ίδιος όμως δεν αντιλαμβάνεται τίποτα γιατί την ώρα αυτή κάνει ντουζ, είναι χαρακτηριστική.
Παράδοξο μείγμα πολιτικού και - ταυτόχρονα - προσωπικού σινεμά, με αργούς ρυθμούς, το ξαναείπα, θα αρέσει σε φίλους ενός ιδιαίτερου κιμηματογράφου, που δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με το Χόλιγουντ.

Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2015

ΑΕΙΘΑΛΗΣ "ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ ΤΖΟΥΝΙΟΡ"

Αναμφισβήτητα η καλύτερη δεκαετία του Mel Brooks υπήρξε αυτή του '70. Μετά κύλησε σε ένα συνήθως πολύ χοντρό χιούμορ, που προσωπικά με αφήνει αδιάφορο. Για πολλούς η καλύτερη ταινία του είναι το "Young Frankenstein" (Φρανκενστάιν Τζούνιορ) του 1974. Όπου, φυσικά, παρωδεί με τον δικό του τρόπο την αθάνατη ιστορία του βαρώνου Φρανκενστάιν και του περίφημου τέρατός του.
Η βασική ιδέα είναι ότι ο Brookς κάνει ήρωα της ταινίας τον εγγονό του διαβόητου βαρώνου, τοποθετώντας έτσι την ιστορία μερικές δεκαετίες μετά τα φοβερά συμβάντα. Ο νεαρός Φρανκενστάιν είναι λαμπρός επιστήμονας, λογικός, αφοσιωμένος στην ύλη και μόνο σε όσα μπορεί να δει και να κατανοήσει επιστημονικά και σιχαίνεται τον παππού του και την "κληρονομιά" που του άφησε (το όνομα δηλαδή). Μέχρι που στα χέρια του θα πέσει η διαθήκη του παππού, με την αληθινή κληρονομιά, ο ήρωάς μας θα αναγκαστεί να πάει στον βλοσυρό και τρομακτικό πύργο στην Τρανσιλβανία, εκεί θα βρεί τις ιδιαίτερες σημειώσεις του παππού... και όλα θα αρχίσουν από την αρχή.
Το χιούμορ είναι πανταχού παρόν και κυμαίνεται από το παράλογο (τα άλογα που χλιμιντρίζουν κάθε φορά που προφέρεται το όνομα της φοβερής φράου Μπλούχερ ή η καμπούρα του Ιγκόρ) έως το (αστεία) "σεξιστικό" ("Ω, γλυκό της ζωής μυστήριο..."). Η παρωδία πολύ συχνά είναι πετυχημένη και, δεκαετίες μετά, εξακολουθεί νομίζω να βγάζει γέλιο. Πιστεύω όμως ότι το βασικό ατού του φιλμ είναι το εύρημα του Μπρουκς να χρησιμοποιήσει σχεδόν αυθεντικές αναπαραστάσεις των σκηνών της πρωτότυπης περίφημης ταινίας του Whale της δεκαετίας του 30. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία και τα σχεδόν όμοια σκηνικά επιτείνουν αυτή την ηθελημένα "παλιομοδίτικη" αισθητική. Ειδικά το εργαστήριο και οι σκηνές της δημιουργίας του τέρατος βρίσκονται πολύ κοντά στις αυθεντικές. Γενικά ο Μπρουκς ακολουθεί σχεδόν σκηνή - σκηνή την κλασική ταινία, αλλάζοντας πάντοτε (κάνοντας δηλαδή αστεία) την καθε μια απ' αυτές. Γενικά οι αναφορές είναι πολλές (το μαλί της ηρωίδας μετά το σεξ, ας πούμε) και όποιος δεν έχει δει το παλιό φιλμ σίγουρα θα χάσει ένα μέρος της απόλαυσης.
Φυσικά η συγκίνηση που υπάρχει στην ταινία του '30 έχει περιοριστεί στο ελάχιστο, αλλά αυτό είναι φυσικό αφού ο στόχος ήταν μια ξεκαρδιστική κωμωδία. Πάντως το τέρας παραμένει "συμπαθητικό" και δυστυχισμένο, παρά το ότι το τέλος είναι - ταιριαστά με το όλο κλίμα - εντελώς διαφορετικό από το παλιό (και από το βιβλίο της Σέλεϊ φυσικά).
Τέλος θα επισημάνω το κλασικό καστ των ταινιών του Μπρουκς, που εδώ είναι στα καλύτερά του: Τζιν Γουάιλντερ (που είναι και σεναριογράφος του φιλμ μαζί με τον Μπρουκς), Μαντλέν Καν και ο αμίμητος και πρόωρα χαμένος Μάρτιν Φέλντμαν. Θα καταλήξω μ' αυτό που είπα και πριν: Πιστεύω ότι η ταινία αντέχει μέχρι σήμερα. Βγάζει ακόμα γέλιο.

Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2015

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ "ΤΟΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΤΣΕΛΣΙ" ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΒΑΡΕΤΑ...

Στη Νέα Υόρκη υπάρχει το θρυλικό "Chelsea Hotel", ένα ξενοδοχείο από τα δωμάτια του οποίου πέρασαν, έζησαν και δημιούργησαν πλήθος διάσημων από όλες τις τέχνες, από τον Ντίλαν Τόμας ως τον Μπομπ Ντίλαν κι από την Τζάνις Τζόπλιν μέχρι τον... Άρθουρ Κλαρκ. Η λίστα δεν έχει τελειωμό. Το 2001 ο συμπαθής ηθοποιός Ethan Hawke περνά για πρώτη φορά (σε μεγάλου μήκους ταινία) πίσω από την κάμερα και φτιάχνει το "Chelsea Walls".
Το φιλμ βασίζεται σε θεατρικό και αφηγείται διάφορες ιστορίες ενοίκων του διάσημου ξενοδοχείου, οι οποίες συμβαίνουν μέσα σε μία μέρα. Οι ένοικοι αυτοί, καλλιτέχνες κυρίως, ζωγράφοι, συγγραφείς, μουσικοί... συνήθως έχουν τα χάλια τους από αλκοόλ, μοναξιά και κάθε λογής κατάθλιψη. Μόνο που, ενώ υποτίθεται ότι αφηγείται ιστορίες, στην ταινία δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα!
Θα το πω δίχως περιστροφές: Σπάνια στη ζωή μου έχω δει τόσο βαρετή ταινία και σπάνια έχω κοιτάξει τόσες φορές την ώρα για να δω αν, επιτέλους, τελειώνει. Οι ένοικοι κάνουν μακρόσυρτες κουβέντες, μιλούν ποιητικά, άλλοτε πάλι ποιήματα ακούγονται off, άλλοι παίζουν μουσική, άλλοι μιλάνε ξανά, ατελείωτα... Τα διαρκώς μισοφωτισμένα δωμάτια προσθέτουν στην κατάθλιψη που προξενεί η θέαση του φιλμ και, βέβαια, συνάδουν  με την κατάθλιψη και κάθε την είδους μιζέρια των ηρώων. Ο διαρκής λόγος, η αμπελοφιλοσοφία, το σκοτάδι, οι εξαιρετικά αργοί ρυθμοί, όλα συντελούν στο δύσκολο της θέασής. Ο Χοκ νομίζω ότι ήθελε να κάνει μια ταινία τέχνης, ένα βαθειά καλλιτεχνικό σινεμά. Αντ' αυτού, για μένα τουλάχιστον, δημιούργησε κάτι που σχεδόν δεν βλέπεται. Με κούρασε αφάνταστα και, τελικά, έπιασα τον εαυτό μου να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τα όσα αισθηματικά, καλλιτεχνικά κλπ. συμβαίνουν στους καλλιτέχνες ένοικους, που ο καθένας βιώνει - με πολύ αργούς ρυθμούς και ακατάπαυστο μπλά μπλα - το προσωπικό του δράμα.
Συμπαθώ τον Χοκς, αλλά σαν ηθοποιό. Καλύτερα να μείνει σ' αυτή του την ιδιότητα.
ΥΓ: Είναι αλήθεια ότι δεν έχω δει την άλλη ταινία που γύρισε, οπότε δεν έχω ολοκληρωμένη άποψη για το σκηνοθετικό του έργο. Όσα λέω αφορούν το "Chelsea" και μόνο...

Παρασκευή, Ιουνίου 12, 2015

"ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟ" ΚΑΙ ΦΕΥΓΑΤΟ "DARK HORSE"

Το "Dark Horse" (Voksne Mennesker ο πρωτότυπος τίτλος) είναι μια δανο-ισλανδική παραγωγή που γυρίστηκε το 2005 από τον Dagur Kari. Αφηγείται τις ιστορίες "φευγάτων" με διάφορους τρόπους τύπων και διαθέτει χιούμορ και κάμποσο σουρεαλισμό, παρά το ότι αναφέρεται στην καθημερινότητα και μόνο σ' αυτήν.
Είναι οι ήρωες που συμβάλλουν σ' αυτό. Ο βασικός χαρακτήρας είναι ένας νέος που δεν κάνει τίποτα στη ζωή του - εκτός από γκράφιτι σε τοίχους. Δίχως λεφτά και δουλειά, δίχως μόνιμο σπίτι, γνωρίζει και ερωτεύεται μια κοπέλα που δουλεύει σε φούρνο (με εντελώς φευγάτη μαμά). Ο κολλητός του φίλος είναι ένας παράξενος τύπος, ανέραστος και με μια παλιομοδίτικη ηθική, του οποίου το όνειρο είναι να γίνει... διαιτητής ποδοσφαίρου και δουλεύει σκληρά γι' αυτό (παρά το ότι τα πολύ περισσότερα από το κανονικό κιλά του μάλλον δεν του το επιτρέπουν). Δίχως να γνωρίζεται με τους προηγούμενους - αν και θα βρεθούν μαζί σε κάποια περίσταση - η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός "σοβαρού" δικαστικού με γυναίκα και παιδί, ο οποίος πάσχει από κατάθλιψη.
Η ταινία είναι βαθύτατα επηρεασμένη από το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά. Ο Τζάρμους είναι νομίζω πανταχού παρόν (αλλά και οι "Υπάλληλοι", και ο Χάρτλεϊ...). Η "χειροποίητη" παραγωγή τονίζεται όσο περισσότεο γίνεται από την ασπρόμαυρη, με τεράστιο κόκκο, καμμένη θα έλεγα φωτογραφία. Το φιλμ στηρίζεται στους απίθανους τύπους που το πλημμυρίζουν. Ξεκομμένοι θαρρείς από τον κόσμο, ο καθένας στο δικό του τριπ, ζουν καταστάσεις άλλοτε κωμικές κι άλλοτε τραγικές. Πάντοτε όμως ασυνήθιστες, κι ας βρισκόμαστε σε ένα σαφές "εδώ και τώρα".  Ο σουρεαλισμός παρεισφρύει σχεδόν αδιόρατα, αλλά συχνά: Καθώς, ας πούμε, το ζευγάρι κουβεντιάζει σε ένα καφέ, από το παράθυρο περνάνε τρεις... ελέφαντες (διάβολε, βρισκόμαστε στην Κοπεγχάγη) και μάλιστα δίχως κανείς από τους δύο να τους πάρει είδηση. Σκηνές σαν κι αυτή είναι που δίνουν αυτό το ιδιαίτερο "κάτι" που διαθέτει η ταινία. Η οποία, με τον δικό της καθόλου κραυγαλέο τρόπο, είναι νομίζω αρκετά αναρχική, με κάποιους από τους ήρωες να μοιάζουν  να ζουν μόνο για το τώρα, σχεδόν αγνοώντας το αύριο.
Τη βρήκα ευχάριστη και διασκεδαστική - και γέλασα σε κάποια σημεία. Θα το επαναλάβω: Αν είστε φίλοι του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, νομίζω ότι θα σας αρέσει πολύ. Φρεσκάδα πάντως διαθέτει σίγουρα.

Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2015

ΣΥΜΒΟΛΙΚΟ "ΤΑΞΙΔΙ"

Ο Fernado Solanas είναι ένας σημαντικός αργεντινός δημιουργός. Έχει γυρίσει κυρίως ντοκιμαντέρ, αλλά και μερικές ταινίες fiction. Μια απ' αυτές είναι και το φιλόδοξο "El Viaje" (Το Ταξίδι) του 1992.
Η ταινία είναι πέρα για πέρα συμβολική και σε πολλά σημεία σουρεαλιστική, μ΄εκείνο το τόσο χαρακτηριστικό είδος λατινοαμερικάνικου σουρεαλισμού ή/και μαγικού ρεαλισμού, που συναντάμε  όχι μόνο στο σινεμά, αλλά και στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική (θυμηθείτε για σινεμά τον Rocha, τον Jodorowsky κ.ά.)
Στο φιλμ παρακολουθούμε τις περιπλανήσεις ενός νεαρού, σχεδόν έφηβου ακόμα, από ένα παγωμένο χωριό της Παταγωνίας, στο κάτω άκρο της Αργεντινής - και της ηπείρου ολόκληρης βεβαίως. Ζώντας με τη μητέρα και τον πατριό του, μετά από μια ερωτική απογοήτευση θα το σκάσει με το ποδήλατό του για να βρει τον πατέρα του, δημιουργό κόμικς, που ζει στη Βραζιλία, όπου έχει ξαναπαντρευτεί. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε την οδύσσειά του. Θα διασχίσει όχι μόνο όλη τη χώρα, φτάνοντας στο Μπουένος Άιρες, αλλά και όλη την ήπειρο, περνώντας από Χιλή, Περού, Βραζιλία, Βολιβία... σε μια διαρκή αναζήτηση ενός πατέρα που ποτέ δεν βρίσκεται εκεί όπου φτάνει ο γιος. Στο ταξίδι αυτό θα γνωρίσει τον έρωτα, τις κοινωνικές αδικίες, την επανάσταση, τη σκληρή δουκλειά, την ανέχεια, τη φιλία...
Όλα αυτά δίνονται με εντελώς συμβολικό τρόπο. Έντονα πολιτικοποιημένος ο Solanas, περιγράφει με τρόπο σουρελιστικό τις συνθήκες κάθε χώρας: Η Αργεντινή είναι παντού πλημμυρισμένη από νερά και έχει γίνει ένα είδος Βενετίας. Στη Βραζιλία οι άνθρωποι φοράνε σφιχτές ζώνες γύρω από το στήθος, αφού εφαρμόζεται σκληρή πολιτική λιτότητας που τους καλεί να "σφίξουν τα λουριά" (σας θυμίζει κάτι αυτό;) κ.ο.κ. Έτσι δίνεται η ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μερικές σπάνιες εικόνες, όμορφες και παράδοξες συγχρόνως.
Η ταινία είναι φιλόδοξη γιατί επιχειρεί να περιγράψει την κατάσταση όχι μόνο της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νότιας Αμερικής. Ιστορία, πολιτισμός, μουσική, πολιτική, επανάσταση και πολλά άλλα μπλέκουν αξεδιάλυτα δημιουργώντας ένα μείγμα που άλλοτε γίνεται γοητευτικό και άλλοτε κάπως φτηνό, γκροτέσκο θα έλεγα (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Πέραν των πολιτικών πάντως και της σουρεαλιστικής και "πειραγμένης" τοιχογραφίας του "Νότου", της Ν. Αμερικής δηλαδή, το φιλμ έχει ένα εντελώς καβαφικό θέμα: Μιλά για την αξία του ίδιου του ταξιδιού, των εμπειριών και των συγκινήσεων που αποκομίζει κανείς απ' αυτό, ανεξάρτητα από την όποια κατάληξή του. "Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος" με λίγα λόγια. Και, βέβαια, σαν ταξίδι μπορούμε να θεωρήσουμε και ολόκληρη τη ζωή.
Ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη ταινία, άνιση ίσως, αλλά νομίζω ότι αξίζει να την ψάξει κανείς.

Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2015

ΕΝΑΣ ΑΝΕΜΕΛΟΣ (ΚΑΙ ΑΝΕΥΘΥΝΟΣ) "ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΚΟΤΣΙΦΑΣ"

Το 1972 ο Otar Iosseliani γυρίζει μια από τις γνωστότερες γεωργιανές ταινίες του (πριν μετακομίσει δηλαδή στη Γαλλία), το "Ήταν ένας Τραγουδιστής Κοτσιφας". Μια ταινία που μελετά εξονυχιστικά έναν μάλλον κωμικοτραγικό χαρακτήρα.
Ήρωας του φιλμ είναι ένας μουσικός, που παίζει κρουστά σε μεγάλη ορχήστρα της πρωτεύουσας, της Τυφλίδας (σήμερα Tbilisi). Μόνο που κατορθώνει να φτάνει στις συναυλίες την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, για να παίξει το τελικό μέρος για ένα λεπτό (το συνήθως θριαμβικό τελευταίο λεπτό της κλασικής μουσικής, όπου υπάρχουν κρουστά) και... μετά τέλος. Γιατί; Επειδή είναι ένας άνθρωπος που δεν σταματά ποτέ να κινείται. Ευχάριστος στους άλλους, πιθανότατα ταλαντούχος, με εκατοντάδες γνωστούς (άγνωστο όμως πόσους φίλους), που τον σταματάνε διαρκώς στο δρόμο για να τον χαιρετίσουν, με πάμπολλες κατακτήσεις, περιστασιακά φλερτ και καμιά μόνιμη σχέση, αναλώνει τη ζωή του (και την κάθε μέρα του) σε διαρκείς επισκέψεις σε φίλους (-ες), στα σπίτια τους, στις δουλειές τους, στα γλέντια τους. Αεικίνητος, λίγο "λίγο απ' όλα", αρνείται να μπει σε καλούπια, να αποκτήσει μια φυσιολογική ζωή (επαγγελματική, ερωτική, φιλική). Πάντα χαμογελαστός, πάντα έτοιμος να βοηθήσει, πλην όμως η προφανής ανικανότητά του να μείνει κάπου για, έστω, πέντε λεπτά, μετατρέπει τελικά την ανεμελιά σε πλήρη ανευθυνότητα. Φυσικά, αν και μουσικός και συνθέτης, είναι αδύνατο να συνθέσει έστω και τις ελάχιστες ώρες που μένει σπίτι του. Πρέπει ή να φύγει και πάλι για κάπου ή να κοιμηθεί, αφού είναι εξαντλημένος από τόσο τρέξιμο.
Η ταινία διαθέτει χιούμορ, έναν ολοζώντανο βασικό χαρακτήρα (ολόκληρη άλλωστε βασίζεται πάνω του) και μια κεφάτη σε πρώτη ανάγνωση ματιά στη ζωή. Κάτω από όλη αυτή την ανεμελιά ωστόσο κρύβεται μια κατά βάθος μια τραγική περίπτωση. Όσο αγαπητός κι αν είναι αρχικά, η απίστευτη ανευθυνότητά του τον κάνει τελικά αντιπαθή (έως και μισητό), όχι μονο στις πάμπολλες γυναίκες που εγκαταλείπει, αλλά και σε φίλους και σε συναδέλφους. Το ταλέντο του βέβαια πάει κι αυτό στράφι. Τελικά όλη η ευχάριστη σε πρώτη ματιά εικόνα κρύβει ένα ανώριμο, πιθανόν ακόμα και άρρωστο ψυχικά άνθρωπο. Έναν κοινωνικό κηφήνα. Αυτή είναι μάλλον και η θέση του σκηνοθετη, αν κρίνουμε από το ξεφνικό φινάλε - ίσως και ηθικοπλαστικό να το χαρακτήριζαν κάποιοι.
Από τις καλύτερες για μένα ταινίες του Iosseliani, το γλυκόπικρο, ασπρομαυρο αυτό φιλμ συνίσταται - κυρίως σε σινεφίλ βεβαίως.

Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2015

ΗΣΥΧΟ, ΧΑΜΗΛΟΤΟΝΟ "PASTORALI"

Ο Otar Iosseliani είναι γεωργιανός (πρώην σοβιετικός δηλαδή) και από τη δεκαετία του 80 ζει και δουλεύει στη Γαλλία. Πριν όμως είχε προλάβει να γυρίσει μερικά γεωργιανά φιλμ. Το 1975 για παράδειγμα κάνει το "Pastorali", μια "ήσυχη", χαμηλών τόνων ασπρόμαυρη ταινία.
Μια ομάδα μουσικών (δύο άντρες και τρεις γυναίκες) από την πρωτεύουσα επισκέπτονται ένα μικρό χωριό. Εκεί θα μείνουν αρκετές μέρες, τόσο για να κάνουν απερίσπαστα πρόβες όσο και για να καταγράψουν ντόπιες μουσικές από ερασιτέχνες μουσικούς. Η ταινία παρακολουθεί τις σχέσεις τους με τους χωριάτες, κυρίως με την πολυμελή οικογένεια που τους φιλοξενεί.
Στη διάρκεια του φιλμ μοιάζει να μη συμβαίνει τίποτα. Δεν υπάρχουν κορυφώσεις, σκηνές δράματος ή δράσης, τίποτα. Η ματιά του σκηνοθέτη είναι περισσότερο ντοκιμαντερίστικη. Με μια προφανή αγάπη και ευαισθησία, ίσως και νοσταλγία, ο φακός καταγράφει την καθημερινότητα (αρκετά πρωτόγονη θα έλεγα) του χωριού. Άνθρωποι που δουλεύουν στα χωράφια, άνθρωποι που γλεντούν,  πίνουν και τραγουδούν, γυναίκες που - νοικοκυρές γαρ - δουλεύουν στο σπίτι, αρκετοί τσακωμοί, έντονοι μερικές φορές, η βαρεμάρα και η απραξία των εφήβων, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα και άλλα μικρά και ταπεινά συνθέτουν την καθημερινότητα του χωριού. Και τα κατοικίδια ζώα. Κάθε λογής, που μοιάζουν πραγματικά να είναι πανταχού παρόντα. Με διακριτικό (πολύ διακριτικό θα έλεγα) χιούμορ, που θυμίζει κάπως αυτό του Τατί, ο φακός παρακολουθεί και σχολιάζει τις μικρές λεπτομέρειες που συνθέτουν την καθημερινότητα.
Ταυτόχρονα η ταινία δομείται πάνω στις αντιθέσεις των "πρωτευουσιάνων" και των ντόπιων. Μη φανταστείτε συγκρούσεις ή κάτι τέτοιο. Απλώς ο διαφορετικός τρόπος ζωής - και η αμοιβαία εκτίμηση ανάμεικτη με κάποια έκπληξη ή/και θαυμασμό - καταγράφονται σε πολλές και διαφορετικές ευκαιρίες. Ο αποχαιρετισμός στο τέλος, χαμηλότονος κι αυτός, γίνεται συγκινητικός.
Ταινια για πολύ λίγους σήμερα, που ανήκει σε ένα κάπως παλιό, ποιητικό σινεμά, σίγουρα θα κάνει πολλούς να βαρεθούν με την σαφή έλλειψη δράσης και "γεγονότων". Οι λίγοι όμως που μπορούν να απολαύσουν έναν τέτοιο κινηματογράφο θα ανακαλύψουν ποίηση, συγκίνηση, χιούμορ και γενικά μια κατάφαση στη ζωή, όπως κι αν έρχονται τα πράγματα. Όσο για το σοβιετικό καθεστώς, αυτό πολύ λίγο φαίνεται. Η ζωή, με όποιο σύστημα, μοιάζει να είναι ίδια, με χαρές και λύπες, με πολλή καθημερινότητα (αρκετά πρωτόγονη στη συγκεκριμένη περίπτωση). Ίσως ο Ιοσελιάνι να θέλει να μας πει ότι η ουσία είναι αλλού. Δεν ξέρω...

Τρίτη, Ιουνίου 02, 2015

ΟΙ ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΕΣ "ΜΑΓΙΣΣΕΣ ΤΟΥ ΙΣΤΓΟΥΙΚ"

Το 1987 ο αυστραλός (ελληνικής καταγωγής, όπως ίσως γνωρίζετε) George Miller, έχοντας μόλις πίσω του τη θριαμβευτική τριλογία του Mad Max, γυρίζει το επόμενο φιλμ του: Τις "Μάγισσες του Ίστγουικ", ένα είδος φανταστικής κομεντί, με ένα λαμπρό καστ: Τζακ Νίκολσον, Μισέλ Φάιφερ, Σούζαν Σάραντον, Σερ!
Στην ομώνυμη ήσυχη αμερικάνικη πόλη τρεις μόνες γυναίκες (άλλες μόνες, άλλες χήρες με παιδιά) μαζεύονται τακτικά, οικτίρουν τη βαρετή και μίζερη ζωή τους και ονειρεύονται τον τέλειο άντρα - ή, τέλος πάντων, κάτι να τους συμβεί επιτέλους. Και να: Σαν να εκπληρώνετε η ευχή τους, ξαφνικά εγκαθίσταται στην πόλη, αγοράζοντας και ανακαινίζοντας έναν πελώριο παλιό πύργο, ένας μυστηριώδης, γοητευτικός και, όπως όλα δείχνουν, ζάπλουτος ξένος με τον υπηρέτη του. Ο ξένος θα συνάψει σχέσεις και με τις τρεις, αλλά σύντομα οι πάντες θα αντιληφτούν ότι κάτι δεν πάει καλά. Μήπως ο άγνωστος δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον διάβολο;
Η ταινία ξεκινά σαν χαριτωμένη κομεντί και, όσο πλησιάζουμε προς το τέλος, γίνεται όλο και πιο ανησυχητική αγγίζοντας συχνά το γκροτέσκο (ίσως και κάπως ενοχλητικό) στοιχείο. Δίχως ωστόσο, ακόμα και τότε, να παραλείπει κάποιες πινελιές χιούμορ.
Κατά την προσωπική μου γνώμη το κύριο χαρακτηριστικό της είναι το στοιχείο του διφορούμενου: Πρόκειται για ένα φεμινιστικό φιλμ, που δείχνει τη δύναμη του θηλυκού πάνω στο κυρίαρχο (υποτίθεται) αρσενικό; Αλλά τότε γιατί οι ηρωίδες γοητεύονται τόσο απ' αυτό, μοιάζουν να το έχουν τόσο ανάγκη; Όσο για το Κακό, που φορέας του είναι βεβαίως το αρσενικό που λέγαμε και πριν... εκεί να δείτε πόσο διφορούμενο παρουσιάζεται: Από τη μία είναι πραγματικά λυτρωτικό, απολαυστικό, ικανό να πραγματοποιήσει κάθε όνειρο φτάνει να αφεθείς σ' αυτό, ικανό να ταράξει τα νερά και να εξαφανίσει κάθε μιζέρια και βαρεμάρα. Από την άλλη, ταυτόχρονα, είναι μοχθηρό, εγωμανές, αδίστακτο. Δεν σταματά μπροστά σε τίποτα προκειμένου να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Ακόμα και ο θάνατος άλλων δεν αποτελεί ηθικό εμπόδιο.
Έτσι διφορούμενο θα μείνει το φιλμ ως την τελευταία σκηνή, παρουσιάζοντας ένα Κακό γοητευτικό και απωθητικό ταυτόχρονα, καθώς και γυναίκες εξαρτημένες από το αρσενικό, αλλά και εξαιρετικά δυνατές, νικήτριες τελικά. Διαλέγετε και παίρνετε.
Τελικά σαν φιλμ το βρίσκω σχετικά διασκεδαστικό, δίχως όμως να αποτελεί και μια από τις αγαπημένες μου ταινίες...

eXTReMe Tracker