Πέμπτη, Φεβρουαρίου 28, 2008

ΟΤΑΝ Η ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ... ΧΥΝΕΤΑΙ ΑΙΜΑ


Στο "Θα χυθεί αίμα" (Τhere will be blood) ο Paul Thomas Anderson, από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες, στήνει ένα πυκνό δράμα με πολλαπλά θέματα: Την απληστία που οδηγεί στην τρέλα, την γέννηση του αμερικάνικου έθνους και της οικονομίας του, τον θρησκευτικό φανατισμό και την κρυφή σχέση των εκκλησιών ή "εκκλησιών" με το χρήμα... για να αναφέρουμε μερικά μόνο απ' αυτά.
Ένας φτωχός χρυσοθήρας στα τέλη του 19ου αιώνα βρίσκει πετρέλαιο και σύντομα μετατρέπεται σε πολυεκατομμυριούχο. Με μια διαφορά: Είναι πλέον μαθηματικά βέβαιο ότι, ακόμα κι αν βρεις πετρέλαιο στην αυλή σου, για να γίνεις πολυεκατομμυριούχος και πανίσχυρος σε όλα τα επίπεδα, πρέπει να κάνεις και πολλά άλλα, όχι τόσο τίμια πράγματα. Απάτες, κλοπές, ίσως και φόνους. Στο επίπεδο αυτό η ταινία λειτουργεί σαν αλληγορία του καπιταλισμού ή, ειδικότερα, σαν αλληγορία της γέννησης του αμερικάνικου έθνους. Και εδώ μπαίνει και ένας ακόμα βασικός, βασικότατος παράγοντας, ψυχολογικός αυτή τη φορά: Η απληστία. Δίχως αυτή, ίσως κάποιος να γίνει με τυχαίο τρόπο πλούσιος (γιατί κέρδισε το Λόττο ας πούμε), δεν πρόκειται όμως ποτέ να γίνει πανίσχυρος και πολυεκατομμυριούχος, να φτάσει να διοικεί μια αυτοκρατορία.
Το πορτρέτο ενός τέτοιου ανθρώπου λοιπόν και την πορεία του σκιαγραφεί η ταινία. Μόνο που η απληστία, η μονομανία της απόκτησης δύναμης, οδηγεί μοιραία στην τρέλα. Η οποία, όσο διαρκεί το φιλμ, μεγαλώνει όλο και περισσότερο, για να πνίξει τον ήρωα. Είναι φυσικό η ιστορία αυτή να φέρνει στο νου τον "Πολίτη Κέιν" ή την αληθινή ιστορία του Χάουαρντ Χιουζ, κι άλλες ταινίες ή περιπτώσεις. Νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι ηθελημένο. Όσο για τη θρησκεία, καιρός ήταν να δούμε κάποιο σχόλιο για τη θρησκοληψία και τους εκατοντάδες ψευδοπροφήτες και έξαλλους τηλεπαπάδες που κατακλύζουν τη σύγχρονη Αμερική. Τέλος οι εικόνες της, με τις γιγάντιες πετρελαιοπηγές, τα έρημα τοπία και τον ανθρώπινο μόχθο, αποζημιώνουν τον θεατή.
Ο Ντάνι Ντέι Λιούις είναι εκπληκτικός και νομίζω ότι δίκαια κέρδισε το Όσκαρ. Όσο για την επική αυτή ταινία (γιατί για έπος της ανθρώπινης απληστίας και αχαλίνωτης φιλοδοξίας πρόκειται) μπορεί να είναι λίγο αργή και μεγάλη σε διάρκεια, προσωπικά όμως δεν με κούρασε. Αντίθετα απόλαυσα μια από τις μεγάλες φετινές ταινίες, που κατεβαίνει στη σκοτεινή άβυσο της ανθρώπινης ψυχής και τη "ζωγραφίζει" πιο εύγλωττα από πολλές άλλες.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

"ΔΑΓΚΩΜΑΤΙΕΣ" ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΑΣ ΦΟΒΙΣΑΝ ΟΥΤΕ ΜΑΣ ΕΚΑΝΑΝ ΝΑ ΓΕΛΑΣΟΥΜΕ


Το "Les Morsures de l'aube" (2001), γαλική ταινία του Antoine de Caunes, διαθέτει (για τους φανς) την Άζια Αρτζέντο στον πρωταγωνιστικό ρόλο... και όχι πολλά άλλα πράγματα. Βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Tonino Banaquista ("Τα δόντια της Αυγής" στα ελληνικά) και, επειδή το έχω διαβάσει και το βρήκα αρκετά διασκεδαστικό, είδα από περιέργεια και το φιλμ.
Το στόρι και η όλη ατμόσφαιρα είναι αρκετά ελκυστικά - ή μάλλον θα μπορούσαν να είναι, γιατί, για να το πω από την αρχή, βρήκα την ταινία αποτυχημένη. Πρόκειται για μια περιπλάνηση στο νυχτερινό Παρίσι όπως δεν το ξέρουμε, με τα κλαμπ του (γνωστά ή "μυστικά", δηλαδή απόλυτα πριβέ), τα πάρτι, τις διαστροφές και πολλά και ποικίλα άλλα. Ο ήρωας, ένας "επαγγελματίας - παράσιτο", ζει με σχεδόν μηδέν χρήματα, δίχως σπίτι ή οποιαδήποτε ιδιοκτησία εκτός από το κυριλέ σμόκιν του. Κοιμάται τη μέρα σε κολυμβητήρια, βγαίνει τη νύχτα για να τραφεί και να πιει δωρεάν στις εν λόγω "εκδηλώσεις" και περιπλανιέται σε μπαρ, πάρτ, κλαμπ ή ό,τι άλλο μέχρι την επόμενη αυγή. Κάποια στιγμή η ζωή αυτή θα "σοβαρέψει" απότομα, καθώς μπλέκεται άθελά του σε μια ιστορία με βρικόλακες, οι οποίοι φυσικά κυκλοφορούν τις ίδιες ακριβώς ώρες μ' αυτόν. Το σασπένς και οι ανατροπές επικεντρώνονται στο αν το gothic ζεύγος είναι όντως βρικόλακες ή κανονικοί άνθρωποι που πάσχουν από βαμπιρισμό ή, τέλος, το παίζουν έτσι.
Συγνώμη που θα κάνω συγκρίσεις με το βιβλίο (πράγμα που γενικά δεν μου αρέσει), αλλά όλα αυτά δίνονται καθαρά, με σασπένς και χιούμορ σ' αυτό, ενώ στην ταινία (που αν εξαιρέσει κανείς το τέλος, όπου κυριολεκτικά του "άλλαξαν τα φώτα", παραμένει αρκετά πιστή στο κείμενο) και κοιλιές υπάρχουν και πράγματα δεν ξεκαθαρίζονται... και γενικά, παρά το κάποιο χιούμορ, δύσκολα αποφασίζει κανείς αν ο σκηνοθέτης ήθελε να κάνει μια μαύρη κωμωδία ή μια ταινία τρόμου, αφού το αποτέλεσμα ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι. Απογοητευτικό είναι και το ότι ελάχιστο βάρος πέφτει (μάλλον τυχαία και από σπόντα το καταλαβαίνει κανείς) στο ότι ο ήρωας είναι συνειδητά και σχεδόν ιδεολογικά ένα κοινωνικό παράσιτο - και στα όσα κάνει για να επιβιώσει όντας τέτοιο. Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι μια διασκεδαστική ταινία.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2008

ΕΡΩΤΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ


Με την "Άκρη του Ουρανού" (Auf der anderen Seite) ο τουρκογερμανός Fatih Akin επιβεβαιώνει τις προσδοκίες μας από το "Μαζί ποτέ" πριν μερικά χρόνια - και πολύ χαίρομαι γι' αυτό. Και πάλι όλα συμβαίνουν ανάμεσα στις δύο πατρίδες του: Τη Γερμανία και την Τουρκία. Και πάλι οι πολιτισμοί αλληλοεπιδρούν, συγκρούονται, αναμειγνύονται. Και οι ήρωες, τούρκοι και γερμανοί, κάποια στιγμή αλλάζουν ταυτότητα, περνώντας από τον έναν στον άλλον.
Με ένα έξυπνο σενάριο, που παρακολουθεί τις ιστορίες 6 ανθρώπων, που κινούνται παράλληλα και άλλοτε τέμνονται άλλοτε όχι, ο Akin καταφέρνει να μας πει πολλά. Για τις βαθιές διαφορές των δύο πολιτισμών, για το πάθος του έρωτα (που βέβαια μπορει να γεννηθεί ανάμεσα σε διαφορετικής προέλευσης ανθρώπους), για την πολιτική κατάσταση, στην Τουρκία κυρίως, και τον αγώνα κάποιων ανθρώπων εκεί, για την ανάγκη ή τον εξαναγκασμό πολλών ανθρώπων να πετάξουν από πάνω τους το παρελθόν και ν' αλλάξουν ζωή ή / και ταυτότητα ψάχνοντας απεγνωσμένα για έναν σκοπό.
Χαρακτήρισα έξυπνο το σενάριο επειδή, ενώ βασίζεται σε συμπτώσεις (πράγμα που γενικά θεωρώ σεναριακή αδυναμία), οι συμπτώσεις αυτές δεν παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη. Εννοώ ότι οι ήρωες δένονται με πολλαπλούς δεσμούς, αναζητούν μερικές φορές το ίδιο ή σχετικά πρόσωπα για διαφορετικούς λόγους, συναντώνται σε κοινούς χώρους ή διασταυρώνουν τις πορείες τους καθώς ταξιδεύουν με ποικίλα μέσα μεταφοράς... πλην όμως συνήθως δεν αντιλαμβάνονται αυτές τις συμπτώσεις, αγνοούν ότι συμπτωματικά βρίσκονται ακριβώς δίπλα σ' αυτό ακριβώς που αναζητούν. Από την άλλη, η πολιτική και ο ακτιβισμός μπλέκονται με το πάθος, το τραγικό στοιχείο αναμειγνύεται με το συγκινητικό και το ανθρώπινο, οι αρνητικές πλευρές και των δύο διαφορετικών πολιτισμών διαγράφονται αδρά και το σύγχρονο πρόσωπο της Τουρκίας, με το ένα πόδι στην Ευρώπη και τη Δύση και το άλλο στον Τρίτο Κόσμο, σχεδιάζεται καθαρά.
Με την "Άκρη του Ουρανού" ο Akin νομίζω ότι κατακτά περίοπτη θέση ανάμεσα στους σημαντικούς σύγχρονους δημιουργούς. Περιμένω τη συνέχεια.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 21, 2008

Ο ΝΤΙΛΑΝ ΣΕ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ


To "I'm not there" του Todd Heynes είναι μια σχεδόν πειραματική ταινία. Δεν είναι ακριβώς μια ταινία για τον Bob Dylan, αλλά μια ταινία εμπνευσμένη από τον Bob Dylan. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν πρόκειται για βιογραφία ενός από τους πολύ μεγάλους του 20ού αιώνα, ούτε για ντοκιμαντέρ γύρω απ' αυτόν, ούτε καν για "εικονογράφηση" ιστοριών που διηγείται στα τραγούδια του, ενώ ο ίδιος δεν εμφανίζεται ποτέ. Πρόκειται για ένα χαλαρά δομημένο (άτακτα θα έλεγαν πολλοί) κράμα όλων αυτών και διάφορων άλλων στοιχείων. Φάσεις της ζωής και των ιδεολογικών του περιόδων, ήρωες των τραγουδιών του, άνθρωποι και καταστάσεις που τον επηρέασαν, όλα μπερδεύονται άναρχα, δίχως αρχή, μέση και τέλος, σε ένα πολύπλοκο παζλ "για δυνατούς λύτες". Η μία ιστορία μπαίνει μέσα στην άλλη, διακόπτεται απότομα και (ίσως) ξαναρχίζει σε κάποια εντελώς αυθαίρετη στιγμή, οι ηθοποιοί που υποτίθεται ότι τον ενσαρκώνουν αλλάζουν κι αυτοί (ακόμα και η Κέιτ Μπλάνσετ υποδύεται τον Ντίλαν των '60ς), ο Ντίλαν δεν λέγεται καν Ντίλαν σε ορισμένα βιογραφικά του κομμάτια (αλλά είναι σαφές πως πρόκειται γ' αυτόν) και μόνο τα μεγάλα τραγούδια του πλημμυρίζουν από την αρχή ως το τέλος το φιλμ (κι αυτά όχι πάντα εκτελεσμένα από τον ίδιο, αλλά πολύ συχνά από άλλα, ενίοτε πολύ σημαντικά ονόματα, που τα διασκευάζουν).
Ο Heynes, από τους πλέον ενδιαφέροντες και ανήσυχους σύγχρονους δημιουργούς, κινήθηκε κι εδώ κάθε άλλο παρά ορθόδοξα. Το αποτέλεσμα όλου αυτού του σχεδόν χάους έχει για μένα θετικές και αρνητικές πλευρές. Μου άφησε γενικά μια όμορφη, ερεθιστική γεύση. Μπορεί όμως εύκολα να κατηγορηθεί για πολλά. Προφανώς για το χάος που προαναφέραμε πρώτα - πρώτα. Αλλά και - κυρίως - για το ότι απευθύνεται σε ένα πολύ κλειστό κλαμπ φανατικών του Ντίλαν, που ξέρουν όχι μόνο τη μουσική, αλλά και λεπτομέρειες της ζωής του, τις επιροές του κλπ. Αν κάποιος δεν γνωρίζει κάτι απ' αυτά, παρακολουθεί μια παντελώς ακατάληπτη ταινία. Άντε να ξέρει τώρα ένας 20άρης ποιος ήταν ο Γούντι Γκάθρι και γιατί η κιθάρα του μικρού μαυρού γράφει πάνω της "This kills fascists", τι σήμαινε για κείνη την εποχή η ηλεκτρική στροφή του μέχρι τότε "τροβαδούρου" Ντίλαν στα μέσα των 60ς και γιατί αυτό στοίχισε τόσο στους φανατικούς οπαδούς του που τον γιουχάισαν άγρια, ποιά η σχέση και οι επιροές του από τον Ρεμπό ή τον Γκίνσμπεργκ, γιατί μια από τις ιστορίες έχει σαν ήρωα τον παράνομο του Ουέστ Μπίλι δε Κιντ κλπ. κλπ. (εννοείται ότι ούτε και γω τα έζησα όλα αυτά, έτυχε όμως να τα ψάξω αργότερα επειδή μ' αρέσει ο Ντίλαν).
Εν κατακλείδι, παρά το ότι βρήκα το τολμηρό αυτό εγχείρημα ενδιαφέρον, δεν θα το συνιστούσα έξω από τον κύκλο των "οπαδών" που λέγαμε.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2008

ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΣΤΟ "COBRA VERDE"


Το 1987 ο Werner Herzog δουλεύει για 5η και τελευταία φορά με τον ηθοποιό - φετίχ του Κλάους Κίνσκι στο "Cobra Verde", μια ακόμα ιστορία τρέλλας που διαδραματίζεται στους τροπικούς. Οι σχέσεις τους είχαν φτάσει σε οριακό σημείο, ο ένας κατηγορούσε τον άλλον για παράνοια και τυραννικότητα, αρκετές φορές λίγο έλλειψε να αλληλοσκοτωθούν... κι όταν το φιλμ τελείωσε ήξεραν και οι δύο ότι δεν επρόκειτο να συνεργαστούν ξανά (ο Κίνσκι πέθανε 4 χρόνια αργότερα).
Ο Cobra Verde είναι ένας διάσημος παράνομος της Νότιας Αμερικής (έχει οδηγηθεί στην παρανομία λόγω του λιμού στη φτωχή περιοχή του), που γίνεται αρχικά επιστάτης των σκλάβων σε μια φυτεία ζάχαρης και στη συνέχεια στέλνεται στην άγρια Αφρική, στη Δαχομέη, με αποστολή να ξαναστήσει το εμπόριο σκλάβων που έχει διακοπεί εξ αιτίας της τρέλας του ντόπιου βασιλιά. Στην πραγματικότητα η αποστολή του είναι μια άτυπη καταδίκη σε θάνατο, αφού όλοι την θεωρούν αδύνατη. Όμως...
Γυρισμένη σε Νότια Αμερική και Αφρική, η ταινία είναι μία ακόμη παραληρηματική ματιά του Χέρτσογκ πάνω στη μεγαλομανία που οδηγεί στην τρέλα, όπως ακριβώς τα προγενέστερα "Αγκίρε" και "Φιτζγκαράλντο". Η ιστορία δεν έχει τόση σημασία εδώ. Άυτό που μετρά κυρίως είναι το βαθμιαίο γλίστριμα στην παρακμή και στην τρέλλα και οι απίστευτες, σουρεαλιστικές ενίοτε, εικόνες, κυρίως στο αφρικάνικο μέρος του φιλμ. Και φυσικά ο Κίνσκι, που για μια ακόμα φορά τα δίνει όλα σε έναν ημιπαρανοϊκό ρόλο, που ούτως ή άλλως βρισκόταν πολύ κοντά στην ιδιασυγκρασία του.
Δεν μπορεί κανείς να συστήσει σε όλους τις ταινίες του Χέρτσογκ, που αυτό που επιδιώκουν, όπως επανειλημμένα λέει ο ίδιος, είναι η έκσταση. Η αφήγησή τους δεν είναι στρωτή, υπάρχουν κενά κλπ. Ο θεατής ή θα "μπει μέσα τους", θα βιώσει ένα μέρος της έκστασης αυτής, αφήνοντας τον εαυτό του σε εικόνες από απομακρυσμένες γωνιές του κόσμου που δεν έχει ξαναδεί ή, πιθανόν, θα βαρεθεί. Μόνο αν είστε "μυημένοι" στο σινεμά του Χέρτσογκ λοιπόν, ψάξτε για το Cobra Verde, άλλη μια μεγάλη ταινία του.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 17, 2008

Η "ΠΑΓΙΔΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΤΥΨΕΙΣ


"Η Παγίδα" (Klopka) του σέρβου Srdjan Golubovic είναι ένα δυνατό δράμα, αρκετά βαρύ και καταθλιπτικό, αλλά και αρκετά ενδιαφέρον. Δοκιμάζει τα όρια της ηθικής ενός συνηθισμένου, απόλυτα τίμιου όμως ανθρώπου, και εξερευνά για μια ακόμα φορά το θέμα του αν όλοι μας έχουμε κάποια τιμή στην οποία μπορούμε να εξαγοραστούμε.
Ένας πατέρας με οικονομικά προβλήματα, του οποίου ο μικρός γιος θα πεθάνει σύντομα αν δεν εγχειριστεί, δέχεται την πρόταση να σκοτώσει έναν άγνωστο με αντάλλαγμα την εγχείρηση του γιου του. Τι θα έκανε οποιοσδήποτε μπροστά στο εφιαλτικό αυτό δίλημμα;
Η ταινία του Golubovic δεν μένει μόνο στο αμιγώς ηθικό επίπεδο. Δείχνει καθαρά το γιατί ένας καθ' όλα τίμιος άνθρωπος σκέφτεται σοβαρά να ενδώσει στην "προσφορά". Είναι λοιπόν το αμείλικτο οικονομικό σύστημα που ωθεί με μαθηματική βεβαιότητα στη διαφθορά και την επακόλουθη οδύνη, το σύστημα που, πολύ απλά, λέει "αφού δεν έχεις λεφτά, ας πεθάνει ο γιος σου" . Σε έναν κόσμο όπου το χρήμα κυριαρχεί και όσοι δεν το έχουν δεν έχουν και στον ήλιο μοίρα, τα δράματα θα γίνονται όλο και πιο ζοφερά και οι επιπτώσεις ανεξέλεγκτες. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι και η κατάδειξη του μηχανισμού διάλυσης μιας ευτυχισμένης (πριν) οικογένειας εξ αιτίας οικονομικών κατά βάση παραγόντων και οι έμμεσες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των τελευταίων ακόμα και στις προσωπικές σχέσεις.
Το άλλο στοιχείο που θίγεται είναι αυτό των τύψεων. Που, όπως βλέπουμε στο φιλμ, δεν είναι καθόλου "πολυτέλεια", αλλά μπορούν να αποβούν ο καταλύτης της ιστορίας. Φαίνεται ότι αυτές δεν έχουν ακόμα εξαφανιστεί παντελώς από την στυγνή κοινωνία που παγκόσμια διαμορφώνεται τα αρκετά τελευταία χρόνια.
Ενδιαφέρουσα ταινία λοιπόν, με κάποια σεναριακή αντίρρησή μου στο ότι το δράμα πυροδοτείται ουσιαστικά από κάποια σύμπτωση, δίχως την οποία ίσως όλα ίσως θα ήταν πιο ανώδυνα (το κακό όμως ούτως ή άλλως θα είχε γίνει). Το βρίσκω κάπως εύκολο σαν λύση. Πάντως αν δεν θέλετε πολύ "βαριές" ταινίες, αλλάξτε αίθουσα. Αλλιώς νομίζω ότι είναι ένα αρκετό καλό δράμα με έντονο πολιτικοκοινωνικό background.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008

Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ SWEENEY TODD


Δεν είναι καθόλου πρωτότυπο, βέβαια, να πω ότι και εγώ (μαζί με μερικά άλλα εκατομμύρια) θεωρώ τον Tim Burton ως έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Ο σκοτεινός, συχνά νοσηρός κόσμος του, είναι ένας καθαρά δικός του κόσμος, βγαλμένος κατευθείαν από την καλπάζουσα φαντασία του. Το ενδιαφέρον με τον Burton είναι ότι, αν και απόλυτα προσωπικός, παραμένει ένας εμπορικός σκηνοθέτης, που κάθε ταινία του αποφέρει εκατομμύρια και διακρίνεται στο box office. Είναι η περίπτωση όπου τα όρια ανάμεσα στην προσωπική δημιουργία και το blockbuster καταρρέουν. Και είμαι ένας από τα εκατομμύρια και πάλι που απολαμβάνουν απόλυτα αυτή την κατάρρευση.
Δεν έχω να πω κάτι πρωτότυπο για τον Sweeney Todd, το τελευταίο πόνημα του Μπάρτον, με τον αγαπημένο του ηθοποιό, τον Τζόνι Ντεπ φυσικά, στον βασικό ρόλο (αλλά και τη σύζυγό του σκηνοθέτη, την Έλενα Μπόναμ Κάρτερ). Τα έχουν ήδη επισημάνει όλα. Αυτό που θεωρώ πρωτότυπο είναι η πλήρης αποδόμηση του μιούζικαλ, ενός είδους που οι περισσότεροι θεωρούν από "γλυκούλι" έως ξενέρωτο. Ε, λοιπόν, καμία σχέση. Ο Μπάρτον κάνει ένα απόλυτα μαύρο, ματοβαμμένο και νοσηρό μιούζικαλ (γιατί, βέβαια, μιούζικαλ είναι ο Sweeney Todd), δίχως ίχνος φωτός και ελπίδας, με τον άσβεστο πόθο για εκδίκηση να κυριαρχεί από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό. Το μιούζικαλ προϋπήρχε ως θεατρικό, αυτό που βλέπουμε όμως στην οθόνη είναι καθαρός Μπάρτον. Και, επιπλέον, με μια πολιτική διάσταση, καθώς ο δαιμονικός και άδικα καταδικασμένος κουρέας της βικτωριανής Αγγλίας εκδικείται (σφάζοντας) δίχως ίχνος ελέους την άρχουσα τάξη: Πλούσιους, δικαστές, προύχοντες κάθε είδους, σα να λέει ότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος σε μια απόλυτα άδικη κοινωνία.
Η εντυπωσιακή φωτογραφία εξαλείφει σχεδόν κάθε χρώμα, κάνοντας στο γκριζόμαυρο να κυριαρχεί ώστε να επιτείνει τη ζοφερή ατμόσφαιρα. Αλλά όχι μόνο γκριζόμαυρο. Υπάρχει και το κόκκινο, που σχεδόν ρέει σε κάθε σκηνή, καθώς οι πίδακες του αίματος ξεπηδούν όλο και πιο συχνά αγγίζοντας τα όρια του σπλάτερ. Και το χιούμορ του Μπάρτον; Φυσικά και υπάρχει. Είναι όμως τόσο μαύρο και σαρδόνιο, που δύσκολα το διακρίνει ο αμύητος θεατής.
Απολαύστε το. Σας προειδοποιώ όμως: Είναι πιο μαύρο απ' όσο νομίζετε. Είναι μάλλον ο πιο "μαύρος" Μπάρτον μέχρι σήμερα.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 13, 2008

CLOVERFIELD: ΟΤΑΝ ΤΟ "BLAIR WITCH" ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ


Φαίνεται ότι κάθε 10 περίπου χρόνια, όταν ο θόρυβος από το προηγούμενη προσπάθεια έχει καταλαγιάσει, θα σκάει μύτη μια αντίστοιχη (όμοια θα έλεγαν πολλοί) απόπειρα. Μιλώ φυσικά για το απροσδόκητο Cloverfield του Matt Reeves, που ήρθε από το πουθενά (για μένα τουλάχιστον, που μια εβδομάδα πριν αγνοούσα την ύπαρξή του) για να με ξαφνιάσει μάλλον ευχάριστα.
Πρόκειται για τυπική ταινία τρόμου - καταστροφής. Το στόρι μπορεί να συνοψιστεί σε δύο σειρές: Ένα αγνώστου ταυτότητας και προέλευσης γιγάντιο και εφιαλτικό τέρας σκάει από το πουθενά (σαν την ταινία) και καταστρέφει με μανία τη Νέα Υόρκη. Αυτά. Και γιατί είναι ενδιαφέρον αυτό μετά τόσους Γκοντζίλες (ο συνειρμός με τον γιαπωνέζο ξάδελφό του είναι φυσικά προφανής) και άλλα συναφή τέρατα; Εδώ είναι που μπαίνει το Blair Witch Project που λέγαμε. Υποτίθεται (όπως ακριβώς σ' αυτό) πως ό,τι βλέπουμε δεν είναι ταινία, αλλά μια τυχαία καταγραφή σε ερασιτεχνικό βίντεο από έναν νεοϋορκέζο που έτυχε να έχει ανοιχτή την κάμερά του και να κινηματογραφεί τα συγκλονιστικά συμβάντα ως το τέλος. Που, παρεπιπτόντως, δεν είναι καθόλου "τέλος", μια που τα πάντα μένουν μετέωρα και αναπάντητα, όπως ακριβώς θα συνέβαινε αν όντως επρόκειτο για μια ερασιτεχνική καταγραφή. Αφήστε το ότι πολλές σκηνές δεν μπορούν παρά να σου φέρουν στο μυαλό την 11η Σεπτέμβρη...
Τα θετικά είναι ότι η ταινία κατάφερε να με κρατήσει σ' όλη της τη διάρκεια. Η ενταση ανεβαίνει διαρκώς, η κουνημένη φωτογραφία και η κάμερα στο χέρι, οι ενίοτε θαμπές εικόνες, τα απότομα κοψίματα, όλα συμβάλλουν στην πειστικότητα του εγχειρήματος, ενώ η σχετικά low-budget αίσθηση μοιάζει να ανατρέπει τα κλισέ των ταινιών καταστροφής, που πάντοτε είναι υπερπαραγωγές. Τα αρνητικά είναι όλα, τόσο δηλαδή το σκέλος "Γκοτζίλα" όσο και αυτό του "Blair Witch", τα έχουμε ξαναδεί και εμπεδώσει, οπότε η πρωτοτυπία περιορίζεται στο πάντρεμά τους και μόνο. Και υπάχουν βέβαια και αρκετά κλισέ (οι ξενέρωτες ατάκες, ο ερωτευμένος ήρωας που πάει με τα δυο του χέρια στο "στόμα" του τέρατος και τον ακολουθεί και η παρέα του από πάνω) κλπ. Διαλέγετε και παίρνετε. Ωστόσο, ξαναλέω, είναι καλογυρισμένη, πειστική σ' αυτό που θελει να μας πείσει και κρατά τον θεατή.
ΥΓ: Σημειωτέον ότι το τέρας καθόλου δεν θυμίζει Γκοτζίλα. Είναι πολύ πιο εντυπωσιακό και "εξωγήινο".

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2008

Ο ΚΥΡΙΟΣ VERDOUX: ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ CHAPLIN


Το 1947, εφτά χρόνια μετά τον "Δικτάτορα", ο Charlie Chaplin (1889-1977) γυρίζει τον "Κύριο Βερντού" (Monsieur Verdoux). Το σενάριο είναι δικό του, βασίζεται όμως σε μια ιδέα του Όρσον Ουέλες. Η ταινία αποκτά αμέσως μια ξεχωριστή θέση στη φιλμογραφία του για έναν απλό λόγο: Παρουσιάζει έναν πολύ διαφορετικό Τσάπλιν απ' αυτόν που όλοι είχαν συνηθίσει μέχρι τότε (και που κι εμείς σήμερα ξέρουμε). Ο πάμφτωχος, χαριτωμένος, καλόκαρδος ανθρωπάκος, ο Σαρλώ, εξαφανίζεται για να δώσει τη θέση του σε έναν πικρόχολο και κυνικό Τσάπλιν, που δείχνει να έχει χάσει κάθε πίστη στους ανθρώπους, στην ηθική τους και στην πρόθεσή τους να κάνουν το καλό.
Στον "κ. Βερντού" ο Τσάπλιν ενσαρκώνει ούτε λίγο ούτε πολύ έναν σύγχρονο Κυανοπώγωνα, έναν σχετικά ηλικιωμένο, γοητευτικό τύπο, με άψογους, αριστοκρατικούς τρόπους, που παντρεύεται ηλικιωμένες μοναχικές γυναίκες, τις σκοτώνει και κληρονομεί την περιουσία τους. "Ο γλυκούλης Σαρλώ είναι αυτός;", θα πείτε έκπληκτοι. Το ίδιο, φαντάζομαι, θα είπε και το κοινό της εποχής που έκπληκτο παρακολούθησε την απροσδόκητη μεταστροφή μιας αγαπημένης φιγούρας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ότι ο ήρωας παρουσιάζεται εδώ γοητευτικός, όπως είπαμε, αστείος και συμπαθητικός, παρά τις απεχθείς του δραστηριότητες. Και, ακόμα περισσότερο, παρά την πληθώρα γάμων που έχει κάνει, είναι στην πραγματικότητα παντρεμένος με τη γυναίκα που αγαπά και είναι απόλυτα αφοσιωμένος σ' αυτήν και το παιδί του. Για να είμαστε ακριβέστεροι, κάνει ό,τι κάνει για το δικό τους καλό, για να τους εξασφαλίσει ένα άνετο μέλλον σ' έναν αβέβαιο, ταραγμένο και συχνά εφιαλτικό κόσμο. Κι όταν αυτό που αγαπά χάνεται, αφήνεται ουσιαστικά να αντιμετωπίσει τη μοίρα που του επιφυλάσσει μια παράλογη κοινωνία.
Η μεταστροφή του Chaplin μπορεί να εξηγηθεί με μια ματιά στην εποχή: Ο κόσμος έχει μόλις βγει από τον φριχτό Β' Παγκόσμιο και είναι μισοκατεστραμένος. Κάθε αξία έχει καταρρεύσει μέσα στις εκατόμβες των νεκρών. Η βόμβα της Χιροσίμα έχει ολοκληρώσει τη φρίκη, αποδεικνύοντας με περίτρανο τρόπο την τρομαχτική εφευρετικότητα του ανθρώπου όταν πρόκειται να σκοτώσει. Η αγωνία και η αβεβαιότητα είναι διάχυτες παντού. Μέσα σ' αυτό το εφιαλτικό περιβάλλον, ο κάθε Βερντού κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα για να περιφρουρήσει την όποια ευτυχία του. Αν αυτό που ξέρει είναι να σκοτώνει, αυτό θα κάνει. Στο τέλος, στη δίκη, ο Βερντού / Τσάπλιν δηλώνει κάτι αυτονόητο και προφανές, που όμως όλοι ξεχνάμε: Όταν κάποιος σκοτώσει δέκα αθώους είναι απεχθές κτήνος και καταδικάζεται σε θάνατο. Όταν, σ' έναν πόλεμο, σκοτώσει εκατοντάδες ή χιλιάδες (βλ. Χιροσίμα), είναι ήρωας και παρασημοφορείται. "Μα αυτός εκτελεί διαταγές", θα μου πείτε. Ε, τότε, ας εκτελέσουν αυτούς που δίνουν τις διαταγές. Τους στρατηγούς ή τους κυβενήτες των χωρών. Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια ότι ένας κατά συρροήν δολοφόνος είναι αθώος. Καλό είναι όμως να μη ξεχνάμε πως, όσο απεχθής κι αν είναι αυτός, είναι ο "τελευταίος τροχός της άμαξας", πως υπάρχουν πολύ χειρότεροι δολοφόνοι εκεί έξω.
Η ταινία παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον και ο φινετσάτος Τσάπλιν δίνει ρεσιτάλ. Δεν στερείται χιούμορ (κάθε άλλο), αλλά δεν είναι και ο ξεκαρδιστικός Τσάπλιν που είχαμε συνηθίσει παλιότερα. Όπως και να το κάνουμε πάντως, και μόνο για τις ιδιαιτερότητές της και το μαύρο, κυνικό πνεύμα της, αξίζει να τη δει κανείς.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 08, 2008

ΟΣΚΑΡΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΗΣ "ΕΞΙΛΕΩΣΗ"


Είχα ξεχωρίσει τον μέχρι πρότινος τηλεοπτικό Joe Wright από την πρώτη μόλις ταινία του. Το "Περηφάνεια και προκατάληψη", ενώ δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, διέθετε εντυπωσιακή σκηνοθεσία. Αυτό επιβεβαιώνεται και με το παραπάνω από την τωρινή "Εξιλέωση" (Atonement), δεύτερη μόλις ταινία του, από το γνωστό βιβλίο του Ian McEwan.
Πρόκειται για ένα δυνατό δράμα, απόλυτα οσκαρικών προδιαγραφών, που ξεκινά ανάλαφρα για να καταλήξει τραγικά. Αγγλία, μεσοπόλεμος (και λίγο μετά πόλεμος), πλούσιες οικογένειες, ανέμελες και πληκτικές μέρες... και μετά έρχεται η σκοτεινιά. Είναι βέβαια αδύνατο με όλα αυτά να μη σου έρθει στο μυαλό ο Ivory, πλην όμως νομίζω ότι ο Wright, με τη συγκεκριμένη ταινία, στέκεται άξια δίπλα του.
Το όλο νόημα της ταινίας είναι το πώς μια επιπόλαια, πεισματάρικη και απερίσκεπτη παιδική πράξη μπορεί να καταστρέψει για πάντα τις ζωές των γύρω. Παράλληλα όμως, θίγονται και θέματα όπως η μεγάλες ταξικές διαφορές της εποχής, τα "δύο μέτρα και δύο σταθμά" και η κοινωνική αδικία γενικότερα, αλλά και, κυρίως, η φρίκη του πολέμου. Ο πόλεμος (ο Β' Παγκόσμιος στο συγκεκριμένο φιλμ) δείχνεται απόλυτα ζοφερά, δίχως τίποτα μεγαλόπνοο και ηρωικό, σαν μια κατάρα που πέφτει επί δικαίων και αδίκων και μόνο κακό μπορεί να προκαλέσει. Αν ακόμα πιστεύετε σε πολεμικούς ηρωισμούς και "αναγκαιότητες" και άλλες τέτοιες μπούρδες, φοβάμαι πως θα απογοητευτείτε.
Πάντως, όπως είπα και στην αρχή, μετρά κυρίως η εντυπωσιακή σκηνοθεσία, με ενδιαφέροντα πήγαιν'-έλα στο χρόνο, με έξυπνες κινήσεις της κάμερας και με ένα πολύ εντυπωσιακό τράβελινγκ στη σκηνή της παραλίας με τους στρατιώτες, που από μόνη της θα ήταν ικανή να εδραιώσει το αντιπολεμικό κλίμα που λέγαμε. Ενδιαφέρουσα και η ανατροπή στο τέλος, όπου τονίζεται η συγκίνηση και η απώλεια, παίζει έξυπνα με την λογοτεχνική προέλευση του φιλμ και για λίγο - αλλά συγκλονιστική - εμφανίζεται η Βανέσα Ρέντγρέιβ. Φωτογραφία, κοστούμια κλπ. άψογα όπως αναμενόταν. Είπαμε. Πρόκειται για "οσκαρικό" φιλμ, ασχέτως αν τελικά θα το πάρει ή όχι.
Όσοι δεν αντέχετε τα δράματα εποχής κρατηθείτε μακριά. Οι υπόλοιποι θα απολάυσετε ένα από τα καλά δείγματα του είδους.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2008

ΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ


Το 1987 ο Pedro Almodovar γυρίζει τον "Νόμο του Πόθου", μια από τις σχετικά άγνωστες ταινίες του. Σχετικά άγνωστος εκτός Ισπανίας ήταν βέβαια και ο ίδιος την εποχή εκείνη. Ωστόσο και στο φιλμ αυτό διαγράφονται σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη.
Πρόκειται για ένα απόλυτα gay δράμα (είναι χαρακτηριστικό ότι η βασική γυναικεία παρουσία, η Κάρμεν Μάουρα, ερμηνεύει όχι μια γυναίκα, αλλά μια τρανσέξουαλ). Πάθη, μοιραία ενίοτε, φόνοι, ίντριγκες, ερωτευμένοι (με αγόρια φυσικά) σκηνοθέτες - ένα alter ego του ίδιου του Almodovar; - συνθέτουν μια ταινία που, ενώ ξεκινά σαν έντονα ερωτική, εξελίσσεται βαθμιαία σε ένα είδος ιδιόρυθμου αστυνομικού φιλμ, με μια α λα Χίτσκοκ πλοκή, με τον ήρωα - σκηνοθέτη να κατηγορείται άδικα και να πασχίζει να αποδείξει την αθωότητά του.
Είπα στην αρχή ότι "διαγράφονται σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη". Το "σχεδόν" το έβαλα επειδή, ενώ πρόκειται για μία τυπικά αλμοδοβαρική ταινία, διαφέρει από τις περισσότερες άλλες του αφού λείπει το χιούμορ. Πράγματι, τα πάντα εδώ αντιμετωπίζονται σοβαρά. Σε άλλα του φιλμ, ακόμα κι αν δεν ξεκαρδίζεται κανείς στα γέλια, υπάρχει όλη αυτή η υπερβολή, το πανταχού παρόν κιτς, οι τόσο τραβηγμένες καταστάσεις, που προκαλούν γέλιο μέσα στα δράματα που περιγράφουν. Στον "Νόμο του Πόθου" (όπως και στο κοντικό χρονικά "Matador") το στοιχείο αυτό λείπει εντελώς.
Προσωπικά δεν τη θεωρώ κακή ταινία, ούτε όμως και μία από τις σημαντικές ενός μεγάλου δημιουργού. Πιστεύω ότι ο Almodovar "απογειώνεται" πραγματικά από τις "Γυνάικες στα πρόθυρα..." και μετά. Ωστόσο, ξαναλέω, δεν είναι και κάτι που δεν βλέπεται. Και, ως κερασάκι στην τούρτα, διαθέτει και τον προ Χόλιγουντ Αντόνιο Μπαντέρας σε ρόλο ψυχωτικού gay δολοφόνου...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2008

Ο ΚΡΥΟΣ ΑΣΤΕΡΙΞ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ


Ποτέ δεν μου άρεσαν οι ταινίες του Αστερίξ (μιλώ για τις 3 ταινίες με ηθοποιούς, όχι για τα κινούμενα σχέδια). Πιο συμαθητική βρήκα τη δεύτερη, αυτή με την Κλεοπάτρα, από κει και πέρα όμως... Θεωρώ λοιπόν αυτή εδώ την τρίτη περιπέτεια του τρομερού Γαλάτη και των συγχωριανών του ως μία από τις χειρότερες.
Αυτή τη φορά ο Αστερίξ και ο Οβελίξ έρχονται στους Ολυμπιακούς, στη χώρα μας δηλαδή, και οι σκηνοθέτες Frédéric Forestier και Thomas Langmann (ή μάλλον οι παραγωγοί τους) σκέφτονται προφανώς ότι είναι ευκαιρία για μια αρπαχτή, αφού Ολυμπιακοί έρχονται, όλο και κάποιοι θα τσιμπήσουν. Το θέμα είναι όμως η τεράστια απόσταση της ταινίας από το κόμικς (και γενικότερα των ταινιών Αστερίξ από τα κόμικς Αστερίξ). Το λεπτό, πανέξυπνο, ξεκαρδιστικό χιούμορ των κόμικς έχει αντικατασταθεί με χοντράδες, ηλίθια αστεία και τόννους ψηφιακών εφφέ, από την αναπαράσταση της αρχαίας Ολυμπίας (που φωνάζει από μακριά ότι είναι ψηφιακή) έως τις λεγεώνες και τους κλασσικούς Ρωμαίους που απογειώνονται μετά τις γροθιές του Οβελίξ. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, έρχονται οι άνευ κανενός σεναριακού λόγου εμφανίσεις των Ζιντάν και κάποιων άλλων διάσημων άθλητών, που παίζουν με την μπάλα (και με τα νεύρα μας) κάνοντας ακόμα χειρότερα τα πράγματα - δείγμα κι αυτό της αρπαχτής που λέγαμε, αφού "ε, κοτζάμ Ζιντάν εμφανίζεται, όλο και κάποιοι θάρθουν να τον δουν". Η εμφάνιση του Σουμάχερ ως αρματηλάτη είναι κάπως πιο ενσωματωμένη στο στόρι και δικαιολογημένη - αν και αναρωτιέμαι πόσα εκατομμύρια πλήρωσε η Ferrari για να βάλουν το κατακόκκινο άρμα της στον αγώνα ως (καθόλου γκρίζα) διαφήμηση... Όσο για τον καινούριο Αστερίξ, τον Κλοβίς Κορνιγιάκ δηλαδή, είναι επιεικώς αχώνευτος.
Τίποτα καλό δηλαδή στο φιλμ; Προσωπικά το μόνο που μου άρεσε (εκτός του σταθερού και ταιριαστού Ντεπερντιέ ως Οβελίξ) είναι ο πολύ καλός Αλέν Ντελόν στο ρόλο του Καίσαρα. Ήταν το μόνο στοιχείο που βρήκα απολαυστικό και με έκανε να γελάσω κάπως. Αυτά από έναν φανατικό των κόμικς του Αστερίξ και του ιδιοφυούς χιούμορ του ανεπανάληπτου Rene Gosciny (που εδώ βέβαια έχει κάνει φτερά σαν αυτά που φορά ο Γαλάτης στο κράνος του). Κρίμα.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2008

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΟΠΤΙΚΑ ANTENA ΑΠΟ ΤΑ '20ς (ΑΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΚΡΙΒΩΣ)


"La Antena", δεύτερη μόλις fiction ταινία του αργεντινού Esteban Sapir, είναι ένα από τα πιο παράδοξα και εντυπωσιακά φετινά φιλμ. Τι έχει κάνει ο Sapir; Πρώτα - πρώτα μια βουβή, ασπρόμαυρη ταινία. Έπειτα, μια ταινία του φανταστικού που παραπέμπει άμεσα στη Metropolis του Lang, αλλά και σε άλλες κλασικές ταινίες του γερμανικού εξπρεσιονισμού και του φανταστικού της βωβής εποχής. Και τέλος μια ταινία με αρκετά "μηνύματα" και αλληγορίες, που στοχεύουν βέβαια στο σήμερα.
Θα το πω καθαρά από την αρχή: Σεναριακά, το όλο πράγμα μπάζει σε αρκετά σημεία. Υπάρχουν κενά, υπάρχουν σύμβολα που η χρήση τους δημιουργεί ερωτηματικά, υπάρχουν στοιχεία που μένουν μετέωρα, σα να εμφανίζονται κάποια στιγμή δίχως να αξιοποιούνται στη συνέχεια. Αυτό όμως που είναι εκπληκτικό και αποζημιώνει τον θεατή είναι το οπτικό μέρος, η σκηνοθεσία, το συνεχές ποτάμι οπτικών ιδεών που δεν σταματά από την αρχή ως το τέλος. Το φιλμ είναι πειραγμένο, λίγο θαμπό, λίγο γρήγορο, ώστε να σε πείθει ότι πρόκειται για ταινία της δεκαετίας του 20 ή κάπου εκεί. Έπειτα, παρά το ότι είναι βουβό, διαθέτει ένα θαυμάσιο σάουντρακ, που είναι μια σπάνια περίπτωση "real time", διαρκεί δηλαδή δίχως διακοπή από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό (όπως στο Koyanisqatsi ας πούμε). Οι τερατώδεις φιγούρες, η παράξενη αρχιτεκτονική, όλα συμβάλλουν στο κλίμα του φανταστικού που δημιουργείται από τις πρώτες κιόλας εικόνες. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η ευρηματικόταη χρήση των λέξεων. Δεν υπάρχουν υπότιτλοι, όπως δεν υπάρχουν και οι φράσεις που έβγαιναν ανάμεσα στα πλάνα στο παλιό βουβό σινεμά. Οι φράσεις βγαίνουν με διάφορους τρόπους από τα στόματα των ηρώων και αποτελούς αναπόσπαστο μέρος του εικαστικού σύμπαντος της ταινίας, είναι ενσωματωμένες στην εικόνα. Αδύνατο να καταλάβετε τι ακριβώς εννοώ αν δεν το δείτε. Όσο για το βουβό, έχει σχέση και με την ιστορία, που αναφέρεται σε μια πόλη όπου έχουν κλεψει τη φωνή των κατοίκων καταδικάζοντάς τους σε απόλυτη βουβαμάρα. Αν σκεφτείτε μάλιστα ότι αυτός που τους την έκλεψε είναι ο παντοδύναμος "Mr. TV", καταλαβαίνετε ότι η αλληγορία είναι κάτι παραπάνω από σαφής και ότι οι πολιτικές θέσεις δεν λείπουν.
Όλα αυτά παντρεύονται έξυπνα με μια παραμυθένια ατμόσφαιρα, με ποίηση και λυρισμό, και οδηγούν στο τελικό εικαστικό παραλήρημα. Δείτε την για το οπτικό της μέρος. Πιστεύω ότι είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που τα σεναριακά κενά περνούν σε δεύτερη μοίρα και παύουν να ενοχλούν.
ΥΓ: Με την ευκαιρία δείτε και την ενδιαφέρουσα έκθεση κόμικς από γνωστούς δημιουργούς που εμπνέυστηκαν από την ταινία, οργανώθηκε από το "9" της Ελευθεροτυπίας και λειτουργεί στο φουαγιέ του "Μικρόκοσμου".

eXTReMe Tracker