Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2006

ΠΙΓΚΟΥΙΝΟΙ, ΚΛΑΚΕΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ


Ανάμεσα στην πληθώρα κινουμένων σχεδίων που κατέκλυσαν φέτος τις οθόνες, και που πολλά απ' αυτά ήταν αδιάφορα, το Happy Feet, αν μη τι άλλο, διαθέτει σχετική πρωτοτυπία. Ψηφιακό, γυρισμένο από τον George Miller (ναι, τον ίδιο Miller που έκανε τα Mad Max και τις Μάγισσες του Ίστγουικ), εκμεταλλεύεται στο έπακρο το χαριτωμένο στυλ των πιγκουίνων για να μας δώσει ένα αρκετά διασκεδαστικό καρτούν. Μιούζικαλ στην ουσία, αφού πάρα πολλές γνωστές επιτυχίες (μαύρης μουσικής κυρίως), εμπορικές και ποπίζουσες βεβαίως - μην περιμένει κανείς "προχωρημένα κομμάτια - τραγουδιούνται και χορεύονται διασκευασμένες από πλήθη των συμπαθών πτηνών και από το εντυπωσιακό καστ γνωστών ηθοποιών που δανείζουν τις φωνές τους.
Η ταινία βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον, αφού διαθέτει μερικές εξαιρετικά εντυπωσιακές σκηνές σλάλομ, κυνηγητών κλπ. ανάμεσα σε τρομακτικά παγόβουνα, χαράδρες και σπηλιές, υποβρύχιες και μη, και εξίσου εντυπωσιακές σκηνές πλήθους (πιγκουίνων φυσικά), που είναι συγκεντρωμένοι σε τόσο απίστευτους αριθμούς που σχεδόν προκαλούν δέος. Ενδιαφέροντα και τα "μηνύματα", τόσο αυτό υπέρ της διαφορετικότητας, αφού ο ήρωας είναι ο μόνος από το πλήθος που χορεύει αντί να τραγουδά όπως όλοι - και φυσικά δικαιώνεται -, όσο και το οικολογικό. Μόνο που το τελευταίο δίνεται με πολύ αφελή τρόπο, που γίνεται ακόμα αφελέστερος με την τελική λύση. (Αλήθεια, κατάλαβε κανείς γιατί οι άνθρωποι πείθονται τόσο εύκολα και απλά να σταματήσουν τις αντιοικολογικές τους δραστηριότητες στον πόλο;)
Τέλος πάντων, τα παιδιά νομίζω ότι θα το διασκεδάσουν, όπως άλλωστε και αρκετοί μεγάλοι.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 28, 2006

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ, ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Κοιτάξτε: Ξέρω πολύ καλά ότι πολλοί (κυρίως άντρες) έχουν απόλυτη αλλεργία στο είδος που λέγεται "ρομαντική κομεντί". Ούτε και γω, άλλωστε, είμαι φανατικός. Πάντως το The Holiday της εξειδικευμένης σ' αυτό σεναριογράφου και σκηνοθέτιδας Nancy Meyers, χωρίς να είναι και τίποτα σπουδαίο, είναι από τα συμπαθητικά του είδους. Βλέπεται ευχάριστα τέλος πάντων. Κι αν δεν φτάνει τα σύγχρονα "ορόσημα" των εν λόγω κομεντί "Τέσσερεις γάμοι και μια κηδεία" και "Όταν ο Χάρυ γνώρισε τη Σάλυ", ωστόσο κινείται σε αξιοπρεπή επίπεδα.
Χιούμορ υπάρχει, ρομαντισμός και ερωτικά μπερδέματα, διλήμματα και άλλα τέτοια, με τη σέσουλα (σ' αυτά βασίζεατι άλλωστε το στόρυ), οι ηθοποιοί (και ίδίως οι πρωταγωνίστριες) είναι χάρμα οφθαλμών, οπότε περνάει το δίωρο άνετα. Άτολμο βέβαια, κυρίως στο τέλος, θυσία στο βωμό της εμπορικότητας και του πάσει θυσία feel good κλίματος, αλλά τι να κάνουμε; Έτσι είναι αυτά. Αν δεν έχει αυτό το είδος συμβάσεις, τότε ποιο έχει;
Στα συν η πληθώρα ενδοκινηματογραφικών σχολίων: Ο γέρος σεναριογράφος του Χόλυγουντ, η πετυχημένη δημιουργός τρέιλερ, ο συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής - φοβερός ο Τζακ Μπλακ και τα σχόλιά του για τα σάουντρακ - οι συζητήσεις για το παλιό και το καινούριο σινεμά, όλα συμβάλλουν σ' αυτό το light σινεφίλ κλίμα.
Οπότε, αν δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε, περάστε κι από κει. Οι υπόλοιποι, με την αλλεργία που λέγαμε στην αρχή, ας αλλάξουν γρήγορα σινεμά, γιατί αυτά τα πράγματα είναι και κολλητικά.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 26, 2006

DEJA VU ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ


Ο Tony Scott είναι ένας σκηνοθέτης που έχει κάνει ενδιαφέροντα, αλλά και παντελώς αδιάφορα εμπορικά φιλμς. Το Deja Vu (4 ημέρες 6 ωρες πίσω) είναι από τα σχετικά καλά του. Όχι ότι έπεσα κάτω δηλαδή, αλλά πάντως βλέπεται ευχάριστα - και έχει και κάτι να προσθέσει στις περί χρονοταξιδιών μυθολογίες της επιστημονικής φαντασίας. Μία από τις πρωτοτυπίες μάλιστα είναι ότι στο πρώτο τέταρτο (ίσως και λίγο περισσότερο) δεν καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για φιλμ του φανταστικού.
Δοσμένη με ρεαλισμό, αποφεύγοντας τα εφφέ και κινηματογραφώντας τους ηθοποιούς με πολύ συχνά κοντινά πλάνα, δημιουργεί περισσότερο αστυνομική ατμόσφαιρα, όπου εμπλέκονται εθνικιστές - βλέπε φασίστες - τρομοκράτες (ο βομβιστής της Οκλαχόμα πριν κάμποσα χρόνια μας έρχεται αμέσως στο μυαλό), μπάτσοι που τους κυνηγούν και ο απαραίτητος έρωτας. Στα συν και η κινηματογράφηση στη σύγχρονη, μεταπλημμυρική Νέα Ορλεάνη - είναι η πρώτη ταινία γυρισμένη σ' αυτούς τους χώρους που έχω δει, αλλά και ο συνδυασμός μιας απόλυτα Big Brother εφεύρεσης με το ταξίδι στο χρόνο.
Στα μείον, οι αρκετές συμβάσεις της ταινίας με αποκορύφωμα το τέλος, το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά, θα σας πω όμως ότι με ξενέρωσε αφάνταστα - και συγχρόνως είναι και πολύ συζητήσιμο σεναριακά όσον αφορά τη λογική των παράλληλων συμπάντων και τα παράδοξα που προκύπτουν απ' αυτό. Επίσης ιδεολογικά με ενόχλησε το ότι πέρασε απόλυτα ξώφαλτσα, χωρίς σχεδόν καθόλου σχολιασμό, το τεράστιο θέμα της αλα Big Brother παρακολούθησης κάθε "ύποπτου" (με τη γνωστή σχετικότητα της λέξης που μπορεί να δώσει μια κρατική υπηρεσία). Εδώ είχαμε να κάνουμε με το απόλυτο μηχάνημα καταγραφής κάθε κίνησης, πράξης, κουβέντας, κυριολεκτικά οποιουδήποτε (και μάλιστα και μέσα από τους τοίχους του σπιτιού του) και όλες οι συζητήσεις αναλώθηκαν στο επιστημονικό μέρος της εφεύρεσης και στην ποινική χρήση του - την παρακολούθηση δηλ. υπόπτων του κοινού ποινικού δικαίου, δίχως κανενός το μυαλό να πάει σε κάτι πιο πονηρό...
Τέλος πάντων, αν τα ξεχάσετε αυτά, η ταινία, όπως είπα, βλέπεται ευχάριστα και κρατά το ενδιαφέρον του θεατή.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 24, 2006

ΜΠΟΡΕΙ Ο BIG BROTHER ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ;



"Οι ζωές των άλλων" (Das Leben der Anderen) του πρωτοεμφανιζόμενου γερμανού με το όνομα - σιδηρόδρομος Florian Henckel von Donnersmarck έχουν από τώρα ήδη εξασφαλίσει τη θέση τους μέσα στις 5 καλύτερες ταινίες της χρονιάς στις προσωπικές μου προτιμήσεις. Βαθειά συγκινητικό χωρίς να είναι μελό, βαθειά πολιτικό χωρίς ρητορείες και κραυγές και πάνω απ΄όλα ανθρώπινο, είναι ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα σκηνοθέτη που έχω δει ποτέ.
Στην εφιαλτική Ανατολική Γερμανία της δεκαετίας του 80, που θυμίζει έντονα το οργουελιανό 1984, η πανίσχυρη μυστική αστυνομία Στάζι, από τις αγριότερες του λεγόμενου ανατολικού μπλοκ, ελέγχει πέρα για πέρα κάθε πτυχή των ζωών των ανθρώπων, ιδιωτική ή δημόσια. Ένας πράκτορας αναλαμβάνει να παρακολουθεί έναν πετυχημένο και διάσημο θεατρικό συγγραφέα, ο οποίος θεωρείται ύποπτος για "αντικαθεστωτικές δραστηριότητες". Όταν όμως η ασφυκτική παρακολούθηση αρχίζει, τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου όπως περιμένουμε, καθώς ο στυγνός πράκτορας ανακαλύπτει βαθμιαία ξεχασμένες γωνιές του εαυτού του και ο θύτης επωμίζεατι εκούσια το ρόλο του θύματος.
Η πολιτική καταγγελία ενός απάνθρωπου καθεστώτος, η οποία ούτως ή άλλως υπάρχει, περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο ανθρώπινο δράμα που σιγά σιγά ξετυλίγεται, μπροστά στη σταδιακή μεταμόρφωση του πράκτορα, που ανακαλύπτει ότι υπάρχουν και άλλα πράγματα στη ζωή πέρα από το καθήκον. Πιθανόν όσα γράφω να ακούγονται κοινότοπα, σας διαβεβαιώνω όμως ότι η ταινία δεν σ' αφήνει να βαρεθείς ούτε λεπτό καθώς είναι γεμάτη ένταση και σασπένς, ενώ τα τεκταινόμενα είναι πολύ πολυπλοκότερα όσων φαίνονται. Και, βέβαια, είναι και η εκπληκτική ηθοποιία του κεντρικού ρόλου, του πράκτορα, που κυριολεκτικά σ' αφήνει άναυδο, καθώς καστορθώνει να παίζει με κάθε βλέμμα, με κάθε μικρή σύσπαση των χαρακτηριστικών του.
Ανεξάρτητα από το αν σας ενδιαφέρει ή όχι το θέμα, το οποίο ούτως ή άλλως αποτελεί πρόσχημα για βαθύτερες αναλύσεις, μην το χάσετε. Συνίσταται ανεπιφύλακτα.

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ, Ο ΜΠΛΕΡ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Συμβαίνει το εξής: Η Queen του Steven Frears είναι καλή ταινία, οι ηθοποιοί, με επικεφαλής την Έλεν Μίρεν, είναι άψογοι, πλην όμως είναι το είδος ταινιών που δεν μ' ενδιαφέρει. Προσωπικό είναι αυτό και μόνο. Αν τώρα θέλετε να μάθετε τις σχέσεις βασιλισσας - Νταϊάνας, τι έκανε η πρώτη μετά το θάνατό της, ποια ήταν η στάση του νεοεκλεγέντος Μπλερ και άλλα τέτοια, ΟΚ. Είναι η καλύτερή σας.
Ωστόσο για μένα συνέβει αυτό περίπου που έγραψα και για το Flight 929 του Greengras: Βαριέμαι το τόσο ωμό κινηματογραφικό "ρεπορτάζ", όσο καλογυρισμένο κι αν είναι. Είναι σα να γυρίζεις μια πολύ καλη και ρεαλιστικότατη ταινία για τις σχέσεις π.χ. Καραμανλή - Παπανδρέου στη δεκαετία του 80 και να αποκαλύπτεις, ας πούμε, ότι τα είχαν κάνει πλακάκια και η κόντρα τους ήταν για τα μάτια του κόσμου. Θα γίνει σκάνδαλο, θα βουίξουν οι εφημερίδες, αλλά... νομίζω ότι αυτά όλα είναι δουλειά των δημοσιογράφων. Προσωπικά δεν θα κατανοήσω ποτέ γιατί ένας θαυμάσιος σκηνοθέτης όπως ο Frears καταπιάνεται με τέτοια θέματα.
Αρκετά γκρίνιαξα όμως. Αν δεν σας ενοχλούν όλα αυτά - που βεβαίως είναι δικαίωμά σας - το φιλμ είναι εντυπωσιακό από πολλές απόψεις. Κατ' αρχάς η ομοιότητα των ηθοποιών με τα πραγματικά πρόσωπα είναι εκπληκτική. Έπειτα, οι ηθοποιίες είναι εξαίρετες - με πρώτη και καλύτερη, όπως είπαμε, τη Μίρεν, που σε πείθει συνεχώς ότι μπρος σου αντικρύζεις την Ελισσάβετ. Τρίτο, καταδεικνύει καθαρά πόσο αποκομμένη από τον λαό είναι τόσο η βασίλισσα, όσο και το Παλάτι γενικότερα, που παραμένει κολημμένο σε σχεδόν μεσαιωνικούς τύπους και συμπεριφορές. Και, το εντυπωσιακότερο όλων, επικεντρώνει στην προσωπικότητα και συμπεριφορά του "σοσιαλιστή" Μπλερ (κεντρικό πρόσωπο της ιστοριας κατά τη γνώμη μου). Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την εκλογή του ο Μπλερ μετατρέπεται σε ένθερμο μοναρχικό, κάνοντας τα πάντα για να σώσει το παλάτι, που κλονίζεται και παραπαίει εξ αιτίας ης αρτηριοσκληρωτικής συμπεριφοράς των ενοίκων του μπρος στον απρόσμενο θάνατο της "πριγκήπισας του λαού" Νταϊάνας, φτάνοντας να αμφισβητηθεί για πρώτη φορά - το παλάτι - από τους μισούς σχεδόν άγγλους (και μάλιστα ο όψιμος αυτός φιλομοναρχισμός εκδηλώνεται σε άντίθεση με τη γνώμη πολλών συνεργατών του στο κόμμα και της ίδιας της συζύγου του). Είναι σαν να θαυμάζει αιφνιδίως (ο Μπλερ) τη βασιλισσα, βλέποντάς την κάπως σαν μητέρα.
Αν σας καίνε όλα αυτά... είπαμε, είναι καλή σαν ταινία.
ΥΓ: Το ποστ αυτό είναι καταραμένο. Το ανεβάζω στο blog κι αυτό εξαφανίζεται. Η κατάρα της βασίλισσας ίσως;

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ ΣΤΟΥΣ "ΣΥΝΩΜΟΤΕΣ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ"


Το 1996 ο Jan Svankmajer κάνει ίσως τη σουρεαλιστικότερη ταινία του, τους "Συνωμότες της Ηδονής". Είναι δύσκολο να μιλήσεις για ένα φιλμ τόσο πλημμυρισμένο από χιούμορ του παράλογου και κάθε λογής παραδοξότητες, ώστε κάθε λογική ερμηνεία να γίνεται μάλλον αδύνατη.
Στην ταινία υπάρχουν 6 συνηθισμένοι, καθημερινοί άνθρωποι, που ζουν στις τόσο προσφιλείς στον σκηνοθέτη παλιές, φθαρμένες πολυκατοικίες της Πράγας: Μια ταχυδρόμος, μια παρουσιάστρια δελτίου ειδήσεων στην TV, ο απίστευτος σύζυγός της, ο ιδιοκτήτης ενός ψιλικατζίδικου, ένας απροσδιορίστου ασχολίας τριαντάρης και η σχετικά ηλικιωμένη - αλλά νταρντάνα - γειτόνισά του. Όλοι αυτοί είναι συνηθισμένοι τύποι, το είπαμε, που ζουν σε συνηθισμένα σπίτια. Πλην όμως, όταν είναι μόνοι, επιδίδονται σε εξωφρενικά απίθανες ασχολίες, μονομανίες θα ήταν η σωστότερη έκφραση, με απίστευτη ένταση και πάθος, δημιουργώντας προσωπικά φετίχ. Δραστηριότητες παράλογες, που αδυνατούμε να μαντέψουμε τη χρησιμότητά τους - και οι οποίες συγχρόνως μας προκαλούν γέλιο εξ αιτίας ακριβώς της απιθανότητάς τους: Η μία φτιάχνει ασταμάτητα μπαλάκια από ψύχα ψωμιού, ο άλλος κατασκευάζει... μηχανές αυνανισμού, άλλος φτιάχνει μια τεράστια κότα από ποικίλα υλικά... Στο τέλος, σε μια γκροτέσκα και ξεκαρδιστική ταυτόχρονα σειρά σκηνών, ο καθένας τους θέτει σε λειτουργία τους κόπους των μόχθων του, χρησιμοποιώντας τους με απίθανους τρόπους. Παράλογο, στοιχεία βουντού και σκοτεινές και κωμικοτραγικές καταστάσεις μπλέκονται αξεδιάλυτα δημιουργώντας ένα από τα πιο παράδοξα φιλμς που έγιναν ποτέ.
Ταινία που κινείται στα όρια του πειραματικού, με λίγα animation και, κυρίως, αληθινούς ηθοποιούς, μόνο με ήχους, μουσική και χωρίς λόγο, είναι μια πιστότατη στο σουρεαλιστικό πνεύμα δημιουργία, που μιλά έμμεσα για την υποκειμενικότητα της ηδονής (και είναι αφιερωμένη από τον δημιουργό της στον μαρκήσιο Ντε Σαντ). Ας την αποφύγουν όσοι ψάχνουν για σαφείς ερμηνείες, λογική και συγκροτημένη δομή. Για τους λίγους υπόλοιπους, πρόκειται για αληθινό πανηγύρι.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2006

ΟΥΡΑΝΙΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ


Η Uranya, δεύτερη ταινία του Κώστα Καπάκα, είναι μάρκα τηλεόρασης των 60ς-70ς, αλλά και μια λαχταριστή πόρνη στο χωριό όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Ανάμεσα στον πόθο τους για αμφότερα πρέπει να διαλέξουν τα πιτσιρίκια της ταινίας: Προσελήνωση από την TV ή ηδονή live;
Ο Καπάκας προσπαθεί απεγνωσμένα να επαναλάβει τη συνταγή και την επιτυχία του Pepermint, πλην όμως το κάνει τόσο βεβιασμένα και "επί τούτου", που μάλλον καρικατούρα όσων θα ήθελε προκύπτει. Λίγος Φελίνι, λίγο "Σινεμά ο Παράδεισος", λίγο "Δέντρο που πληγώναμε"... πολύ κάτω βεβαίως απ' όλα αυτά, κακοχωνεμένα και πρόχειρα αναμεμειγμένα. Επί πλέον, τα παιδάκια παίζουν άτεχνα (και μάλιστα το καθένα μ' έναν δικό του, προσωπικό, άτεχνο τρόπο), το σενάριο είναι προσχηματικό, η αναπαράσταση της εποχής της χούντας στην επαρχία μπάζει από αρκετές πλευρές... και έχω και κάποιες μικρές ιδεολογικές αντιρρήσεις (που πιο πολύ αφορούν το τραγούδι των τίτλων παρά την ίδια την ταινία). ΟΚ, υπάρχουν και μερικές αστείες και διασκεδαστικές σκηνές, δεν νομίζω όμως ότι αρκούν για να ανεβάσουν το σύνολο. Όσο για την Cucinotta, ο ρόλος της είναι καθαρά διακοσμητικός - άντε, να βάλουμε και μια demi σταρ - και παίζει και κακά (και μεταγλωττισμένη). Μου άρεσε πάντως η μουσική του Καλατζόπουλου.
Η αναπαράσταση της εποχής που λέγαμε, φτάνει σε αρνητική κορύφωση στη σκηνή όπου κοτζάμ αντιπρόεδρος των ΗΠΑ επισκέπτεται το χωριό (όντως ο ελληνικής καταγωγής αντιπρόεδρος Άγκνιου, αναμεμειγμένος στο σκάνδαλο Watergate και άρον-άρον παραιτηθείς παρέα με τον Νίξον, είχε περιοδεύσει στην ελληνική επαρχία). Εδώ όμως τον βλέπουμε να φτάνει σχεδόν μόνος, με μια λιμουζίνα, συνοδευόμενος μόνο από έναν έλληνα αξιωματούχο και δύο γελοίους μπάτσους με μηχανές (!!!), λες και είναι ένας απλός αμερικάνος τουρίστας. Όσο για τις ιδεολογικές αντιρρήσεις (κυρίως στους στίχους του τραγουδιού της Νικολακοπούλου, που τραγουδά η Πρωτοψάλτη) όλο αυτό το νοσταλγικό κλίμα - αναπόληση της "ευτυχισμένης" παρά τα προβληματάκια παιδικής ηλικίας, αποδυναμώνει το θέμα της καταπιεστικής χούντας και - χωρίς φυσικά τίποτα τέτοιο να δηλώνεται ρητά - αποπνέει κάτι του στυλ "αχ τι καλά που ήταν όλα τότε, μακάρι να είμαστε πάλι εκεί - ε, ας μην ήταν κι αυτή παλιοχούντα..."
Δε νομίζω ότι φτάνει η θέληση, το χιούμορ και η νοσταλγία. Χρειάζεται και κάτι άλλο ώστε να "δέσει το φαγητό".

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2006

ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΠΩΣ CRAZY


Το C.R.A.Z.Y. του καναδού Jean-Marc Vallee θα μπορούσε να είναι ένα ζοφερό δράμα στους κόλπους μιας σχετικά συνηθισμένης πολυμελούς οικογένειας, στην οποία συνυπάρχουν ναρκομανείς, gay, θρησκόληπτοι και macho. Πλην όμως, υπάρχει το διάχυτο χιούμορ, που την μετατρέπει σε άκρως ευχάριστη και, ενίοτε, διασκεδαστική, παρ' όλα τα δράματα που συμβαίνουν και την υποβόσκουσα συγκίνηση. Επίκεντρο ο τρίτος από τους 5 γιους της γαλλόφωνης οικογένειας, που, παρά τις ομοφυλοφιλικές του κλίσεις, αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να πείσει τον περίγυρό του, οικογενειακό και μη, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Βλέπετε, η αποκλίνουσα σεξουαλική συμπεριφορά παραμένει ταμπού μεγαλύτερο από άλλες καταστάσεις, που, αν εξεταστούν αντικειμενικά, είναι πολύ σοβαρότερες.
Γύρω από τον άξονα αυτόν, οι δεκαετίες του 60, του 70 και του 80, με τις μουσικές, τις μόδες και τα στιλ τους, αποτελούν έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα φόντο, που δίνει και μια νοσταλγική (καθόλου γλυκερή όμως) πινελιά. Οι μουσικές κυρίως είναι εξαιρετικά επιλεγμένες, αποτελώντας ένα αγαπημένο σάουντρακ που θα θυμίσει πολλά σε πολλούς.
Κριτική - με ευχάριστο πάντα τρόπο - απέναντι στην οικογένεια, τα κοινωνικά ταμπού, τη θρησκεία (όλα τα λεφτά η ατάκα που μάτσο πατέρα που, ενώ είναι αρκετά συντηρητικός, αρχίζει να αμφιβάλλει απέναντι σε μια θρησκεία "της οποίας ο ιδρυτής φορούσε φουστάνια") και μελέτη των σχέσεων πατέρα - γιου, κάνουν το C.R.A.Z.Y. μια από τις πιο ευχάριστες φετινές εκπλήξεις, επιβεβαιώνοντας ότι, τελικά, το Κεμπέκ παράγει συχνότατα πολύ καλούς κινηματογραφικούς καρπούς.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 17, 2006

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΛΧΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΦΑΟΥΣΤ


O Faust (1994) είναι η ταινία του Jan Svankmajer που μάλλον μου άρεσε λιγότερο. Όχι ότι με απογοήτευσε, αλλά με κούρασε κάπως με κάποιες επαναλήψεις που περιέχει. Ο σουρεαλιστής Svankmajer δείχνει εδώ τον πιο "αλχημιστικό" του εαυτό, μεταφέροντας την ιστορία του Faust - πού αλλού;- στη σύγχρονη Πράγα. Ο μοντέρνος Faust κάνει τη συμφωνία του με τον διάβολο και πραγματοποιεί τις μαγικές του τελετουργίες μέσα σε φθαρμένα υπόγεια εγκαταλειμένων σπιτιών και παρακμασμένες πολυκατοικίες. Η εντροπία και η φθορά είναι για μια ακόμα φορά παρούσες, καθώς και μια έντονη αλχημιστική αίσθηση - και αισθητική. Ο Φάουστ δημιουργεί, μεταξύ άλλων, ένα ον από πηλό, στο οποίο εμφυσά ζωή, σε μια πιστή, σύντομη απεικόνιση του μύθου του Γκόλεμ, μεταφέρεται, όπως συμβαίνει στα όνειρα, από χώρο σε χώρο δίχως λογικό ειρμό (από ένα ερειπωμένο υπόγειο βρίσκεται σ' ένα παλιό κουκλοθέατρο κι από κει, δίχως προειδοποίηση, απλώς ανοίγοντας πόρτες, στη σκηνή ενός θεάτρου κλπ.) και γενικά δίνει την ευκαιρία στο δημιουργό για μια σειρά από αξέχαστες, σουρεαλιστικές εικόνες με την προσωπική σφραγίδα της αισθητικής του.
Αυτό που κάπως με κούρασε, όπως είπα στην αρχή, είναι οι συχνές μεταφορές της δράσης σε κουκλοθέατρο με γιγάντιες μαριονέτες, όπου ο μύθος κατά κάποιο τρόπο επαναλαμβάνεται, παιγμένος από κούκλες. Το χιούμορ - άλλο σήμα κατατεθέν του Svankmajer - δεν λείπει ούτε από αυτή του την ταινία, όπου για μια ακόμα φορά παρακολουθούμε έκπληκτοι έναν συνδυασμό από ηθοποιούς, μαριονέτες, πηλό και κάθε λογής κινούμενα αντικείμενα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2006

"ΕΚΕΙΝΟΙ" ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΣΑΣ ΤΡΟΜΑΞΟΥΝ


Το γαλλικό Ils ((Εκείνοι) των David Moreau και Xavier Palud είναι μια καθαρόαιμη, απόλυτα low budget ταινία τρόμου. Ένα ζευγάρι Γάλλων που ζει σ' ένα μεγάλο, απομονωμένο σπίτι κάπου στη Ρουμανία, δέχεται κατά τη διάρκεια μιας νύχτας τη λυσσασμένη επίθεση κάποιων που τα πρόσωπά τους δεν φαίνονται... μέχρι τις τελευταίες σκηνές. Δεν υπάρχουν εφφέ, δεν υπάρχουν εντυπωσιακές κορυφώσεις, υπάρχει μονάχα ένα αδιάκοπο σασπένς από την αρχή μέχρι το τέλος, που, με την τελική αποκάλυψη (που φυσικά δεν θα σας αποκαλύψω) γίνεται ακόμα πιο ανατριχιαστικό στην ωμότητά του.
Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για αριστούργημα, είναι όμως μια αξιοπρεπέστατη ταινία ενός είδους με πιστούς θαυμαστές (οι υπόλοιποι ας μην κάνουν καν τον κόπο). Και μάλιστα του υποείδους αυτού που πετυχαίνει να τρομάξει τους θεατές με πολύ λίγα μέσα, δηλαδή ουσιαστικά με την ατμόσφαιρα, την υποβλητική σκηνοθεσία και μια "ντοκιμαντερίστικη" εικόνα, που κάνει το πράγμα πιο τρομαχτικό, καθώς δίνει την ψευδαίσθηση ρεαλισμού. Πολύ περισσότερο που, σύμφωνα με τα λεγόμενα στην αρχή και στο τέλος, πρόκειται για αληθινή ιστορία...

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2006

OTESANEK Ή ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΟΥ ΠΑΓΩΝΟΥΝ ΤΟ ΑΙΜΑ


Το 2000 ο Jan Svankmajer γυρίζει το Otesanek (Ο μικρός Οtik), όπου σπρώχνει το γκροτέσκο, που πάντοτε τον χαρακτηρίζει, στα απώτατα όριά του. Ο Μικρός Otik είναι κωμωδία, είναι παραμύθι... και συγχρόνως είναι ένας αληθινός εφιάλτης. Βασίζεται σε ένα λαϊκό παραμύθι, όπου ένα άτεκνο ζευγάρι φέρνει σπίτι ένα κομμάτι ξύλου με κλαδιά, που μοιάζει κάπως με ανθρώπινη φιγούρα. Το "υιοθετούν" ως το παιδί που δεν έχουν, κι αυτό κάποια στιγμή ζωντανεύει και... ας μη σας πω τι κάνει αφού ζωντανέψει.
Ο σατανικός Svankmajer μεταφέρει την ιστορία στη σύγχρονη Πράγα, σε μια καταθλιπτική, παλιά πολυκατοικία. Το ζευγάρι επισκέπτεται γυναικολόγους, κάνει ό,τι μπορεί, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν το κούτσουρο μπαίνει στη ζωή τους, η γυναίκα είναι έτοιμη να το δεχτεί σαν αληθινό της παιδί και... ο εφιάλτης αρχίζει. Με μια διαφορά: Ότι θα γελάσετε πολύ, πάρα πολύ, μ' αυτόν τον εφιάλτη. Το πρώτο μέρος του φιλμ είναι αληθινά τρομαχτικό, καθώς παρακολουθούμε τη σύζυγο να βυθίζεται όλο και περισσότερο στην παράνοια, αντιμετωπίζοντας το ξύλο σαν αληθινό βρέφος. Είναι στιγμές που στο μυαλό μας έρχονται ταινίες όπως η "Αποστροφή" του Πολάνσκι. Στη συνέχεια όμως, το φανταστικό (χέρι - χέρι με το κατάμαυρο χιούμορ) εισβάλλει ανεπιστρεπτί.
Την παράσταση κλέβει η απίθανη οικογένεια των γειτόνων, και κυρίως το μικρό κοριτσάκι τους, η πρωταγωνίστρια ουσιαστικά της ταινίας και η μόνη που αντιλαμβάνεται όλη την αλήθεια, όταν οι μεγάλοι γύρω της έχουν μεσάνυχτα. Το κοριτσάκι αυτό είναι και αστείρευτη πηγή γέλιου με τα μικρομέγαλα καμώματά του, όπως και ο πατέρας του, εμβληματική φιγούρα που ο σκηνοθέτης έχει χρησιμοποιήσει κι άλλες φορές.
Αντίθετα με την "Αλίκη" ο S. εδω χρησιμοποιεί κανονικούς ηθοποιούς και περιβάλλοντα (με την απαραίτητη δόση κλειστοφοβίας και φθοράς βεβαίως), ενώ με animation δίνει μόνο το πλάσμα και το λαϊκό παραμύθι πάνω στο οποίο βασίζεται όλη η ιστορία. Ίσως η πιο στρωτή αφηγηματικά ταινία του σκηνοθέτη, αποτελεί must για τους φίλους του σουρεαλισμού και του κινηματογραφικού παράδοξου.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 10, 2006

Η "ΑΛΙΚΗ" ΣΑΝ ΕΦΙΑΛΤΗΣ


Πριν δείτε οποιαδήποτε ταινία του, καλό είναι να ξέρετε λίγα πράγματα για τον Τσέχο Jan Svankmajer. Γεννημένος το 1934, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους animators ου σινεμά. Χρησιμοποιεί ποικίλες τεχνικές (οτιδήποτε εκτός από κλασσικό κινούμενο σχέδιο): Κούκλες, πλαστελίνες, κίνηση αντικειμένων, μαριονέτες και πλήθος άλλες που επινοεί η αστείρευτη φαντασία του. Σουρεαλιστής μέχρι το κόκαλο (βασικό μέλος άλλωστε της σουρεαλιστικής ομάδας της Πράγας, που είναι ακόμα ενεργή), ασεβής, με κατάμαυρο χιούμορ, δημιουργεί απίστευτες εικόνες, που κινούνται ανάμεσα στην ποίηση και το... σπλάτερ, την ομορφιά και την απέχθεια. Το παράλογο, το γκροτέσκο, αλλά και το ιδιόρυθμο μαύρο χιούμορ που λέγαμε, κυριαρχούν στις ταινίες του, πολλές μικρού μήκους κυρίως (οι περισσότερες εξαιρετικές), αλλά και 5 μεγάλες.
Η "Αλίκη" (Neco z Alenky) του 1988 είναι ίσως η γνωστότερή του. Πρόκειται για το περίφημο παραμύθι του Λούις Κάρολ "Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων" σε μια απόλυτα Svankmajerική, ιδιόρυθμη εκδοχή. Χρησιμοποιώντας μία και μόνη "κανονική" ηθοποιό, τη μικρή Αλίκη, στήνει γύρω της έναν απίστευτο χορό από κάθε λογής κινούμενα αντικείμενα - καθημερινά ή φτιαχτά, υπαρκτά ή επινοημένα. Μόνο που ο φοβερός τσέχος "διαβάζει" το όνειρο της Αλίκης ως καθαρό εφιάλτη, μετατρέποντάς το έτσι στην πιο σκοτεινή ίσως "παιδική" (εντός πολλών εισαγωγικών) ταινία που έγινε ποτέ. Κλειστοφοβική, με ιδιαίτερη τάση - όπως σε όλα τα έργα του δημιουργού - προς τη φθορά και την εντροπία των πραγμάτων, δημιουργεί ένα απόλυτα γκροτέσκο, αλλόκοτο και εφιαλτικό αποτέλεσμα: Ο λαγός είναι ένας βαλσαμωμένος λαγός που ζωντανεύει, με ροκανίδια να χύνονται σαν αίμα από τα σωθικά του, τα τραπουλόχαρτα αποκεφαλίζονται στ' αλήθεια, τα κάθε λογής ζώα και πλάσματα του παραμυθιού αποτελούνται από αλλόκοτους, σαν μεταλλαγμένους, σκελετούς ζώων που θυμίζουν Bosch και δεν είναι ιδιαίτερα φιλικά προς την Αλίκη, κάλτσες ζωντανεύουν και γίνονται σκουλήκια, νύξεις για το ξύπνημα της σεξουαλικότητας υπάρχουν παντού, ανάκατες με σύμβολα - κλειδιά της ψυχανάλυσης... Και, μόνη ανθρώπινη φιγούρα ανάμεσα σ' όλα αυτά τα παράδοξα, η Αλίκη δεν γελά ποτέ σ΄όλο αυτό το βγαλμένο από εφιάλτες παραμύθι.
Δείτε το αν μπορέσετε - ξέροντας εκ των προτέρων ότι η εμπειρία δεν είναι ακριβώς ευχάριστη - θαυμάστε την καλπάζουσα φαντασία του Svankmajer και γνωρίστε τον δημιουργό που επηρέασε καλλιτέχνες όπως Burton ή ο Gilliam, που μου έρχονται πρόχειρα στο νου.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006

Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ JAN SVANKMAJER




Στο Μικρόκοσμο, στη Συγγρού, υπάρχει ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στο έργο του μεγάλου Τσέχου Jan Svankmajer. Από τους μεγαλύτερους animators του παγκόσμιου σινεμά, 72 χρονών σήμερα, έχει χρησιμοποιήσει πλήθος τεχνικών (τα πάντα εκτός από κλασσικό κινούμενο σχέδιο): Πλαστελίνες, κούκλες, αντικείμενα που κινούνται με καρέ - καρέ κίνηση κλπ.), καθώς και "κανονικούς" ηθοποιούς. Σουρεαλιστής, με κατάμαυρο χιούμορ και απόλυτα γκροτέσκα ματιά, κινείται με άνεση ανάμεσα στην καθαρή ποίηση και στα όρια του... σπλάτερ, δημιουργώντας έναν προσωπικό, μαγικό κόσμο. Ζωντανός μύθος στον χώρο του, δουλεύει πρωτοποριακά από τη δεκαετία του 60 και θεωρείται κάτι σαν σύγχρονος αλχημιστής.
Στο αφιέρωμα περιλαμβάνονται 5 μεγάλου και πάρα πολλές μικρού μήκους ταινίες του. Ξεκινά από την Πέμπτη 7/12 και τελειώνει την Τρίτη 12/12 (δύο προβολές καθημερικά, 6.30 και 8.30). Μην το χάσετε!
Θα επανέλθω εν καιρώ με εντυπώσεις από συγκεκριμένες ταινίες του που΄θα έχω δει.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 06, 2006

ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ Ή PECKINPAH ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Δεν έχω εντρυφήσει όσο θα έπρεπε στα γουέστερν. Μερικές βασικές ταινίες έχω δει μόνο. Αυτές όμως και μόνο αρκούν να με πείσουν ότι το σχεδόν ξεχασμένο αυτό είδος είναι και αρκετά παρεξηγημένο. Υπάρχουν περισσότερα φιλμ απ' όσα νομίζουμε που ΔΕΝ εξυμνούν τον ηρωισμό των πιονιέρων, την γενναιότητα της Άγριας Δύσης, τη γέννηση της μεγάλης Αμερικής. Αυτές οι σκέψεις δεν αφορούν μόνο τον μεγάλο Sam Reckinpah (αυτός είναι πασίγνωστος "αιρετικός", που καμία σχέση δεν έχει με τις παραπάνω "αμερικάνικες" αρετές). Αφορούν και άλλα γουέστερν.
Ωστόσο ο Peckinpah και ο "Εκδικητής της Ερήμου" (Ride the high country) του 1962, υπήρξε η αφορμή γι' αυτές. Μια ταινία που ξεκινά χαλαρά, σαν ένα ακόμα γουέστερν, πολύ σύντομα όμως καταλαβαίνουμε ότι τίποτα "παραδοσιακό" και συνηθισμένο δεν κομίζει με την εξέλιξή του. Δύο είναι τα σημεία που με άγγιξαν περισσότερο:
α: Οι χαρακτήρες. Πολύ γρήγορα οποιοσδήποτε σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε "καλούς" και "κακούς" εξαφανίζεται, ανατρέπεται. Πριν παγιώσεις την άποψή σου για τους ήρωες, πριν προλάβεις να τους κατατάξεις, ξύνεις με αμηχανία το κεφάλι παρακολουθώντας την εξέλιξή τους, τις αποφάσεις τους, τους "καλούς" και "κακούς" ρόλους που εναλάσσονται στις συμπεριφορές τους. Τι μας λέει εδώ ο Πέκινπα; Αυτό που όλοι λίγο - πολύ γνωρίζουμε, σπάνια όμως βλέπουμε σε ταινίες - και δη αμερικάνικες: Ότι οι διαχωρισμοί σε καλούς και κακούς στην πραγματική ζωή δεν υφίστανται, ότι όλοι μας κάποιες στιγμές μπορεί να αλλάξουμε ρόλους ή να εξελιχθούμε διαφορετικά απ' ό,τι αρχικά φαίνεται (ή νομίζουμε).
β: Ο χώρος. Η Αμερική των πιονιέρων, του άγριου Γουεστ, καθόλου ειδυλιακή και ηρωική δεν είναι. Κάθε άλλο. Παλιοί φίλοι ετοιμάζονται να ληστέψουν ο ένας τον άλλον, πιτσιρικάδες έχουν σαν όνειρο να σκοτώσουν με την πρώτη αφορμή για τον τσαμπουκά και μόνο, κι όσο για τα απομακρυσμένα χωριά που οι κάτοικοί τους ψάχνουν για χρυσό... μακάρι να μην περάσετε ποτέ από κει. Αποτελούνται από βιαστές, δολοφόνους, χαρτοκλέφτες, μέθυσους και άλλα τέτοια ωραία και - εκτός από εκκλησία - τα μόνα κτίρια για το κοινό που διαθέτουν είναι μπαρ - χαρτοπαικτική λέσχη και πορνείο (ίσως και φυλακή). Από κατοίκους σαν κι αυτούς "κατακτήθηκε η δύση".
Πέραν όλων αυτών όμως των θεωρητικών, η ταινία βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον, μέχρι την επική της κορύφωση, που, 7-8 χρόνια πριν, προαναγγέλει την αντίστοιχη - και πολύ πιο διάσημη - της αξεπέραστης "Άγριας Συμμορίας".

Κυριακή, Δεκεμβρίου 03, 2006

ΜΕΣΑ ΚΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ


Το Science of sleep (Σε είδα στ' όνειρό μου) του Michel Gondry κινείται στο ίδιο κλίμα με το πολύ καλό δικό του "Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού". Η σχέση με την προηγούμενη είναι φυσικά η ενασχόληση με τα όνειρα, το ασυνείδητο και γενικά τις "κρυμμένες" γωνιές του ανθρώπινου νου. Μόνο που εδώ γίνεται εμφανής προσπάθεια όλο αυτό να γίνει μέσα σε ένα απόλυτα feel good κλίμα, οπότε, μπορούμε να πούμε ότι το αποτέλεσμα είναι κάτι μεταξύ "Αιώνιας λιακάδας..." και "Αμελί", δίχως όμως να καταφέρνει να φτάσει κανένα από τα δύο.
Δεν είναι ακριβώς κακή ταινία. Ίσα - ίσα που διασκεδάζεις σε πολλά σημεία και, φεύγοντας, σου έχει μείνει αυτό το συναίσθημα ευφορίας που επιδιώκεται. Μέχρι τότε όμως, έπιασα πολλές φορές τον εαυτό μου να σκέφτεται "Πάλι τα ίδια;" κάθε φορά που ο ευαίσθητος, ρομαντικός και ονειροπόλος ήρωας μπαίνει ξανά και ξανά στον προσωπικό ονειρικό του κόσμο. Ο οποίος (και αυτό ανήκει στις πρωτοτυπίες της ταινίας) καμιά σχέση δεν έχει με ψηφιακές κατασκευές και υπολογιστές. Είναι όλος χειροποίητος, φτιαγμένος θάλεγες από παιδάκια που κάνουν χαρτοκοπτική και κάθε λογής άλλες κατασκευές με πρόχειρα υλικά, για να τονιστεί έτσι η αθωότητα και ο ρομαντισμός που λέγαμε.
Ωστόσο το σενάριο - εδώ λείπει ο Κάουφμαν, βλέπετε - επαναλαμβάνεται, πολυλογεί άνευ λόγου και μπερδεύεται όλο και περισσότερο με τα συνεχή πήγαιν΄- έλα στον ονειρόκοσμο , με αποτέλεσμα τη βαρεμάρα που προανέφερα.
Παρά το ότι λοιπόν το συγκεκριμένο φιλμ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, περιμένω με ενδιαφέρον κάθε καινούρια δουλειά του Gondry, ο οποίος έχει αποδείξει ότι νοιάζεται, αν μη τι άλλο, για την πρωτοτυπία στη δουλειά του.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2006

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΟΔΟΤΕΣ ΔΥΟ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΩΝ


Μετά από δυο - τρία σκαμπανεβάσματα, ο Martin Scorsese "το έκανε". "Ο Πληροφοριοδότης" (The departed) είναι μια ταινία που μάλλον θα γραφεί στις χρυσές σελίδες του αστυνομικού φιλμ. Γυριμένο με στιβαρότητα, καταφέρνει να μην αφήσει τον θεατή να πάρει ανάσα επί δυόμιση ώρες (και πάνω που είχα αρχίσει να γκρινιάζω για τις αδικαιολόγητα μακρές διάρκειες αρκετών πρόσφατων ταινιών...) Και επιπλέον - ή μάλλον ταυτόχρονα - φτιάχνει έναν ζοφερό κόσμο όπου το Κακό κυριαρχεί και Καλό μάλλον δεν υπάρχει. Τι σημασία έχει αν ο Ντι Κάπριο αγωνίζεται στις τάξεις των "καλών", όταν έχει πέρα για πέρα χάσει τον εαυτό του και η ζωή του είναι κόλαση; Και τι νόημα έχει η τιμιότητα του μπάτσου που θα πει την "τελευταία λέξη" στο τελευταίο λεπτό, όταν στην καθημερινότητά του είναι ένας από τους αντιπαθέστερους χαρακτήρες που έχουμε δει; Και, τελικά, τι νόημα έχει ο όποιος διαχωρισμός καλού και κακού, όταν όλα είναι τόσο βρώμικα, τόσο αξεδιάλυτα μπερδεμένα (όλοι έχουν διπλές ταυτότητες, δουλεύουν κρυφά για άλλους, καρφώνουν αυτούς στους οποίους παρουσιάζονται σαν φίλοι και συνέταιροι κλπ.), ώστε σε τελευταία ανάλυση οι πάντες, μπάτσοι και γκάνγκστερς, ζουν την ίδια ουσιαστικά ζωή, κυλιούνται στον ίδιο βούρκο, άσχετα με το ποιον υπηρετούν στην πραγματικότητα; Μόνος, και πάνω απ' όλους, ο Νίκολσον, η απόλυτη ενσάρκωση του Κακού: Γι΄αυτόν τα πράγματα είναι ξακάθαρα. Είναι κακός επειδή το γουστάρει.
Ενδιαφέρον έχει το φως που ρίχνει ο Scorsese στις επιπτώσεις αυτής της βρώμικης καθημερινότητας στις ιδιωτικές ζωές των ηρώων. Είναι κάτι που εύκολα ξεχνιέται σε πιο σχηματικές ταινίες του είδους. Τελικά, αν όλο αυτό το μπάχαλο είναι η "επαγγελματική" σου ζωή, ε, τα προσωπικά σου δεν μπορεί να είναι και τόσο νορμάλ...
Αρκετά με το μπλα μπλά όμως. Ο "Πληροφοριοδότης" είναι πάνω απ' όλα μια απολαυστική ταινία, που με κράτησε από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, αυτό με την φοβερή κάθαρση, κι αυτό είναι που μετρά πάνω απ' όλα.

eXTReMe Tracker