Σάββατο, Σεπτεμβρίου 30, 2006

"13" ΓΙΑ ΓΕΡΑ ΝΕΥΡΑ


Το "Tzameti" (που στα γεωργιανά σημαίνει 13) του, προφανώς, γεωργιανού που ζει στη Γαλλία Gela Babluani αποτέλεσε μια από τις μεγάλες εκπλήξεις στις Νύχτες Πρεμιέρας και μάλλον βάζει υοπψηφιότητα (από τον Σεπτέμβρη μόλις) για μια θέση στις καλύτερες της σεζόν. Πρώτη ταινία του σκηνοθέτη, ασπρόμαυρη, με φοβερό νεύρο και ένταση, με κράτησε "στην άκρη του καθίσματος" από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό.
Λίγα μπορούμε να πούμε για την υπόθεση, αφού μέρος της δύναμης της βασίζεται σ' αυτό που αποκαλύπτεται μετά από 30 περίπου λεπτά... και από εκεί και πέρα ο θεατής δυσκολεύεται να ανασάνει. Ας πούμε απλώς ότι ο φτωχός μετανάστης νεαρός ήρωας παίρνει τον ρόλο κάποιου σχεδόν άγνωστού του, αναλαμβάνοντας την μυστηριώδη αποστολή του, όπου έχει αντιληφτεί ότι παίζονται πολλά λεφτά, προσπαθώντας έτσι να ξεφύγει από την καταθλιπτική καθημερινή του μιζέρια (ίσως όμως και σε μια περισσότερο μεταφυσική προσπάθεια να αλλάξει την ταυτότητα και τη ζωή του). Από εκεί και πέρα, μετά το μισάωρο που λέγαμε, ανακαλύπτει, μαζί με τον θεατή, ποια είναι αυτή η αποστολή και... ο δρόμος είναι πια χωρίς γυρισμό.
Το 13 αποτελεί πρότυπο σασπένς στον κινηματογράφο. Έντονος ρυθμός, συνεχής ένταση, νευρική ασπρόμαυρη φωτογραφία, ψυχολογική και όχι μόνο βία, φοβερή επιλογή ηθοποιών, που αποτελούν ένα πάνθεον παράδοξων μορφών, αγχωτική, πνιγηρή ατμόσφαιρα, από την οποία νοιώθεις, μαζί με τον έντρομο ήρωα, ότι είνα αδύνατο να ξεφύγεις - κι όλα αυτά σε μια φτηνή ταινία - συνθέτουν ένα από τα εντυπωσιακότερα σκηνοθετικά ντεμπούτα, που ελπίζουμε να έχει συνέχεια.
ΥΓ: Όταν το κοινό ρώτησε τον πρωταγωνιστή (που είναι αδελφός του σκηνοθέτη) γιατί ο αδελφός του έκανε την ταινία, απάντησε ότι έφυγαν από τη Γεωργία στα 16 τους ή κάτι τέτοιο θέλοντας να γλυτώσουν από την τρομαχτική βία της καθημερινότητας που επικρατούσε εκεί. Στην πλούσια Γαλλία όμως συνάντησαν παρόμοια βία, ίσως όχι τόσο ωμή και ανοιχτή, αλλά περισσότερο ύπουλη και καλυμμένη, κι αυτό ήταν το έναυσμα: Να μιλήσει, μεταξύ άλλων, για τη "πολυτελή" βία των πλούσιων.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 29, 2006

ΕΝΑΣ "ΠΟΡΝΟΣΤΑΡ" ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ


Ο "Πορνοστάρ" (1998) είναι η πρώτη ταινία του Toshiaki Toyoda (και η τρίτη δική του που είδα). Μάλλον αδιάφορο πρωτόλειο, είναι μια αιματηρή και βίαιη ιστορία που διαδραματίζεται στους κόλπους της Γιακούζα, καθώς και η σχέση ενός σιωπηλού (και κατά πάσα πιθανότητα ψυχοπαθούς) νεαρού με έναν wanabe Γιακούζα νονό. Αλλεπάλληλα μαχαιρώματα, φαντασιώσεις με μαχαίρια που πέφτουν από τον ουρανό, βίαιες πράξεις που δεν καταλαβαίνουμε ακριβώς τα κίνητρά τους (όπως και σε επόμενες ταινίες του σκηνοθέτη), η εντελώς μπερδεμένη και ακατανόητη περσόνα του νεαρού, μοιραίες γυναίκες - αδίστακτες δολοφόνοι που εμφανίζονται από το πουθενά και άλλα τέτοια συνθέτουν μια γιακουζοκεντρική σαλάτα, που το μόνο που μου άφησε στο τέλος ήταν το ερώτημα: "Γιατί όλα αυτά;"
Δεν πειράζει. Είναι η πρώτη του ταινία. Οι άλλες είναι σαφώς πιο ενδιαφέρουσες, αλλά και πάλι δεν νομίζω ότι ο σκηνοθέτης αυτός άξιζε ενός συνολικού αφιερώματος.
ΥΓ: Ο "Πορνοστάρ" κερδίζει αναμφισβήτητα μια θέση στο βιβλίο Γκίνες για τον πλέον άσχετο τίτλο που έγινε ποτέ. Δεν έχει καμία, μα καμία απολύτως σχέση με τίποτα στην ταινία, ούτε γίνεται η παραμικρή αναφορά σε κάτι τέτοιο (αν και τα γιαπωνέζικά μου δεν με βοηθούν πολύ και ίσως να έχασα - μαζί με τον μεταφραστή - κάποιο αδιόρατο hint). Είναι σαν να παίρνεις μια ταινία με τον Ξανθόπουλο και να την ονομάζεις "Η φριχτή νύχτα των ζόμπι" ή κάτι τέτοιο...

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 28, 2006

ΟΙ ΔΙΧΩΣ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ BLUE SPRING


Το Blue Spring (2001), τρίτη ταινία του Toshiaki Toyoda, μας μεταφέρει σ' ένα γιαπωνέζικο σχολείο, όπου η βία, ο ανταγωνισμός για εξουσία, η κάθε λογής "μαγγιά" και η εγκληματικότητα σε διαφορετικές μορφές κυριαρχούν ανάμεσα στους μαθητές. Το ύφος του Toyoda μας είναι πια γνώριμο: Απόλυτο στυλιζάρισμα και προσωπική ματιά, αναληθοφανείς καταστάσεις, απουσία κοινωνικού περίγυρου. Πράγματι, οι μαθητές μοιάζουν να είναι μόνοι. Ελάχιστοι καθηγητές εμφανίζονται, σχεδόν καμιά γυναίκα (το σχολείο είναι αρρένων), κανένας γονιός, ούτε καν άλλοι μαθητές εκτός από τις συγκεκριμένες ομάδες των ηρώων, που συγκρούονται μερικές φορές μέχρι θανάτου και στον κοινωνικό περίγυρο που προαναφέραμε μοιάζει να υπάρχει μονάχα η Γιακούζα, έτοιμη πάντα να στρατολογήσει νεαρούς πριν καν τελειώσουν το σχολείο. Όλα αυτά είναι μάλλον ηθελημένα, αφού τον σκηνοθέτη ενδιέφερε πιθανώς να δημιουργήσει έναν εφιαλτικό σχολικό μικρόκοσμο της "έξω" κοινωνίας. Ωστόσο οι χαρακτήρες νομίζω ότι δεν αναπτύσονται και πολύ ξεκάθαρα, καθώς συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε τα κίνητρα ορισμένων (βίαιων κυρίως) πράξεών τους.
Η ταινία σίγουρα έχει κάποιο ενδιαφέρον, με κράτησε αρκετά με τα άιματηρά της ξεσπάσματα - και όχι μόνο - αλλά συνολικά, για μια ακόμα φορά, με άφησε ανικανοποιήτο.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 27, 2006

9 ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ


Το "9 Souls" (2003) του γιαπωνέζου Toshiaki Toyoda, η πρώτη ταινία του που είδα στις Νύχτες Πρεμιέρας, μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα, όπως και όλο το έργο του άλλωστε. Η ταινία αφηγείται την απόδραση 9 επικίνδυνων κατάδικων και την περιπλάνησή τους στους δρόμους των γιαπωνέζικων πόλεων (μένουν συνεχώς όλοι μαζί, και παρά το ότι ο καθένας έχει τη δική του ιστορία, η μοίρα τους μοιάζει να είναι δεμένη).
Το φιλμ ξεκινά με αρκετό χιούμορ για να καταλήξει σε ένα αιματηρό και βίαιο φινάλε, τραγικό για τους περισσότερους - αν και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Υπάρχει σκηνοθετικό στυλιζάρισμα, υπάρχει κάποιος σουρεαλισμός σε μερικά σημεία, υπάρχει μια προσωπική ματιά και, αναμφισβήτητα, καλές και δυνατές στιγμές. Το όλο αποτέλεσμα ωστόσο με άφησε μάλλον αμήχανο, να μη μπορώ ακριβώς να αποφασίσω αν μου άρεσε ή όχι.
Ο Toyoda, 36 μόλις χρονών, έχει προλάβει να γυρίσει ήδη 5 ταινίες (αυτή είναι η 4η, του 2003). Έχοντας δει τις 3 απ' αυτές, θεωρώ ότι σίγουρα έχει ενδιαφέρον ως δημιουργός, δεν μπορώ να πω όμως ότι ήταν και μια πραγματική αποκάλυψη.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 24, 2006

ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ "ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ"


Η "Ανακύκλωση" των δίδυμων Danny και Oxide Pang (από το Χονγκ Κονγκ, που ζουν και δουλεύουν στην Ταϊλάνδη και πριν λίγα χρόνια είχαν κάνει το ενδιαφέρον "Μάτι") ξεκινά σαν μια καλή ταινία τρόμου, για να εκφυλιστεί γρήγορα σε κάτι σαν εφιαλτικό παραμύθι που βρίθει από ηθικοπλαστικά μηνύματα. Όσο η μοναχική ηρωίδα συγγραφέας βρίσκεται στο διαμέρισμά της και αντιλαμβάνεται παράξενα και τρομακτικά φαινόμενα γύρω της, το φιλμ υπόσχεται πολλά. Όταν όμως, στα καλά καθούμενα, μεταφέρεται σε έναν άλλο κόσμο και με οδηγό ένα κοριτσάκι ξεκινά μια οδύσσεια για να επιστρέψει, η βαρεμάρα καταλαμβάνει σιγά - σιγά την οθόνη, καθώς σκηνοθετικά λείπει το νεύρο και το σασπένς. Η κλασσική δομή του παραμυθιού, όπου το ένα στοιχείο σε οδηγεί στο επόμενο, ή του video game αν θέλετε, όπου περνάς από τη μία πίστα στην άλλη, κυριαρχούν. Το χειρότερο όμως είναι το μπαράζ από ηθικοπλαστικά, χριστιανικά "διδάγματα", με αποκορύφωμα την πολεμική κατά των εκτρώσεων, που τελικά φαίνεται να είναι το βασικό μήνυμα της ταινίας. Πώς, τώρα, ένα ταϊλανδέζικο φιλμ μοιάζει να έχει χρηματοδοτηθεί από την καθολική εκκλησία, αυτό είναι όντως απορίας άξιο.
Τα θετικά της ταινίας βρίσκονται μόνο στις εικόνες της (σε ορισμένες από αυτές για να είμαστε ακριβείς). Πράγματι μερικές είναι εξαιρετικής σύλληψης και σκοτεινής ομορφιάς (η πόλη σε σήψη που καταρρέει, τα ιπτάμενα νησιά κλπ.), ενώ ορισμένα εφφέ (ψηφιακά φυσικά) είναι εντυπωσιακά. Όπως και στο Silent Hill όμως, η εντυπωσιακή εικόνα δεν φτάνει σε καμία περίπτωση να κάνει μια καλή ταινία, όταν το σενάριο στερείται φαντασίας, είναι κούφιο ή/και αντιδραστικό.
Τελικά μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε μια επιδημία στο χώρο του φανταστικού, όπου προσπαθούν να τα κάνουν όλα με τον απλό οπτικό εντυπωσιασμό, χτίζοντας ωστόσο σε σαθρότατα θεμέλια;

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 23, 2006

ΚΛΗΡΟΝΟΜΩΝΤΑΣ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ


Μετά την θαυμάσια "Ανθρωποκτονία", ο Δανός Per Fly το έκανε πάλι: Η "Κληρονομιά" είναι, αυτή τη φορά, ένα δυνατό δοκίμιο πάνω στην ικανότητα του πλούτου και της δύναμης να απομυζούν την ανθρωπιά, οδηγώντας τον κάτοχό τους σε εσωτερική ξεραϊλα και μαρασμό. Παράλληλα μιλά για το αβάσταχτο βάρος των οικογενειακών υποχρεώσεων, την δειλία και την άνευ όρων παράδοση σε σιδερένιους, προϋπάρχοντες κανόνες, το ξεπούλημα τελικά των "θέλω" στα "πρέπει".
Όλα αυτά μέσα από την ιστορία ενός έξυπνου, ερωτευμένου και ευτυχισμένου ανθρώπου, που κάνει τη ζωή που πάντοτε ήθελε... μέχρις ότου, με τον θάνατο του πατέρα του, κληρονομεί την πανίσχυρη - και προβληματική - βιομηχανία του. Από εκεί και πέρα ο Fly μας δείχνει με ακρίβεια - και ψυχρότητα - χειρούργου την δίχως επιστροφή πορεία του προς τη δύναμη, την εδραίωση του πλούτου... και την δυστυχία: Ο έρωτας σβήνει κάτω από το βάρος των υποχρεώσεων, η ψυχρή και άτεγκτη "καθώς πρέπει" οικογένεια - με επικεφαλής την δεσποτική μητέρα - παίρνει σιγά - σιγά το πάνω χέρι, τα πλούσια συναισθήματα δίνουν βαθμιαία τη θέση τους σε μια άνευ προηγουμένου εσωτερική ξηρασία... Ο άνθρωπος πεθαίνει, ο πανίσχυρος και υπεράνω ηθικής και συναισθημάτων υπεράνθρωπος γεννιέται.
Με τη δεύτερη αυτή ταινία του Fly που βλέπω, ο σκηνοθέτης αυτός αναδεικνύεται σε έναν βαθύ (και κάπως ψυχρό, ίσως λόγω βόρειας καταγωγής) ανατόμο της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Χρειαζόμαστε όμως τέτοιους. Σε μια εποχή άνευ αντιπάλων θριάμβου των συγκεκριμένων μοντέλων και προτύπων και άκριτης αποδοχής των κάθε λογής status quo, καλό είναι κάποιοι να θυμίζουν το βαρύ κόστος όλων αυτών...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 20, 2006

ΕΝΑΣ ΑΛΙΓΑΤΟΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ ΠΟΥ ΑΚΡΙΒΩΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΑΕΙ


Στον "Αλιγάτορα" ο Nanni Moretti ήθελε πρώτα απ' όλα να κάνει μια ταινία ενάντια στον Μπερλουσκόνι. Στη συνέχεια το ξανασκέφτηκε, έβαλε και κάμποσα στοιχεία προσωπικής και οικογενειακής κρίσης του ήρωά του, μερικές αναφορές σε παλιά B-movies τρόμου και νύξεις για τα ενδοκινηματογραφικά - δημιουργικά και μη - προβλήματα και... έφτιαξε μια σαλάτα. Πολύ απλά νομίζω ότι τα συστατικά δεν δένουν μεταξύ τους.
Οι αναφορές στον Μπερλουσκόνι είναι ανοιχτές: Ο γελοίος πρώην πρωθυπουργός αναφέρεται με το όνομά του. Αλλά όλο αυτό το μπρος - πίσω με τον ξεπεσμένο παραγωγό που πασχίζει να κάνει μετά από καιρό μια ταινία, και μάλιστα για πρώτη φορά πολιτική, καθώς και "η ταινία μέσα στην ταινία", είναι πράγματα που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές.
Διατηρώ επίσης κάποιες επιφυλάξεις για το πόσο χρήσιμο ή καλλιτεχνικά σημαντικό είναι να κάνεις ένα φιλμ που να μιλά για ένα πολύ συγκεκριμένο, υπαρκτό πρόσωπο, κατακρίνοντάς το (καλλιτεχνικές επιφυλάξεις, ξαναλέω, διότι δεν τρέφω την παραμικρή συμπάθεια για τον Μπερλουσκόνι, και θα χαιρόμουν ιδιαίτερα αν επιτέλους τον οδηγούσαν στη φυλακή, όπου είναι η θέση του). Είναι σαν ο Μορέτι να έχει παρασυρθεί από το - απόλυτα δικαιολογημένο - προσωπικό του μένος εναντίον του Μπ. και να το έχει κάνει άξονα της ταινίας.
Μένουν οι απίστευτες αληθινές σκηνές με τον Μπερλουσκόνι, από διάφορες ομιλίες στη βουλή ή αλλού. Ο άνθρωπος είναι απόλυτα γελοίος και χυδαίος σε βαθμό που είναι αδύνατο να το πιστέψετε αν δεν το δείτε με τα ίδια σας τα μάτια (και θεωρώ προσβολή για ολόκληρη την Ιταλία το ότι αυτό το άτομο εξελέγει δύο φορές). Πάντως αν υπήρχε ένα ντοκιμαντέρ που να καταγράφει τα highlights από τις θητείες του, θα το έπαιρνα τρέχοντας. Θα ήταν πολύ πιο διασκεδαστικό και απίστευτο από οποιαδήποτε fiction ταινία πάνω σ' αυτόν.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 19, 2006

Ο SUPERMAN ΠΕΤΑ... ΕΜΕΙΣ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ


Έτυχε να δω δύο blockbaster το ένα μετά το άλλο. Στους "Πειρατές" διασκέδασα. Στο Superman Returns κοιμήθηκα. Κρίμα, γιατί παραμένω θαυμαστής του Bryan Singer, του οποίου, κατά τη γνώμη μου, αυτός εδώ ο S. είναι η χειρότερη ταινία. Κατ' αρχάς μια ακόμα πτήση του - κατ' εμέ - πλέον ξενέρωτου σούπερ ήρωα, μόνο για οικονομικούς λόγους μπορεί να επιχειρηθεί (θα μου πείτε: μα καλά, όλα τα blockbasterς εκεί δεν αποβλέπουν; Βεβαίως. Αλλά αρκετά απ' αυτά είναι τουλάχιστον πρωτότυπα και όχι remake, prequel, sequel, μεταφορές από κόμικς και δεν συμμαζεύεται). Ούτε κι αυτός όμως είναι ο λόγος που αντιπάθησα τον S. Ακόμα και μέσα σ' όλα αυτά μπορεί να βρεθούν συμπαθητικά πράγματα. Αυτή εδώ όμως η ταινία δεν είχε τίποτα απολύτως να προσθέσει στον γνωστό μύθο.
Παλιομοδίτης όσο δεν παίρνει, με ηθοποιό (τον Brandon Routh) πιο ξενέρωτο από ποτέ, με χαζό σενάριο, γεμάτο χριστιανικές αναφορές (ο πατέρας που στέλνει τον σωτήρα - γιο στη γη και πλήθος άλλες - αφείστε πια και τη χιλιοειδωμένη "αγάπη που σώζει") και τελικά δίχως καν το απαιτούμενο νεύρο (στοιχείο απαραίτητο σε blockbaster). Ακόμα και τα εφφέ (το λιγότερο σημαντικό κριτήριο για μένα) ήταν αδιάφορα. Κάποιοι θεώρησαν αυτό το εμφανώς παλιομοδίτικο στοιχείο ως αρετή. Συγνώμη, αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση το θεωρώ απλώς άνευ λόγου. Όπως και το όλο εγχείρημα άλλωστε.
Ξέρω ότι τέτοιες ταινίες είναι λίγο άκυρο να κρίνονται ιδεολογικά. Είναι συνήθως ταινίες που στόχο έχουν την καθαρή διασκέδαση (στόχος που, όσον αφορά τουλάχιστον εμένα, δεν επετεύχθει σ' αυτήν εδώ) και όταν τις αναλύεις σε βάθος ίσως και να γίνεσαι αστείος. Ωστόσο, τελικά, για την τόσο αρνητική γνώμη μου ίσως κατά ένα (μικρό) μέρος να φταίει και η γενικότερη απέχθειά μου προς τον συγκεκριμένο ήρωα και για το γενικό μεσιανικό μήνυμα που κουβαλά: Ότι ο κόσμος χρειάζεται έναν σωτήρα, αλλιώς δεν... Ποτέ κάποιος άνθρωπος δεν έσωσε τον κόσμο. Τον έσωσαν (ή τον άλλαξαν) οι άνθρωποι, όχι Ο άνθρωπος.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 16, 2006

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟΙ (ΚΑΙ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟΙ) ΠΕΙΡΑΤΕΣ


Οι δεύτεροι "Πειρατές της Καραϊβικής" (Το Σεντούκι του Νεκρού) του Gore Verbinski, αποδείχτηκαν το ίδιο διασκεδαστικοί και θεαματικοί με τους πρώτους. Με μια διαφορά. Τα πάντα εδώ είναι πολύ πιο μαύρα, πιο gothic, πιο μακάβρια, πιο σπλάτερ ακόμα - και φυσικά και το χιούμορ, που μετατρέπεται κι αυτό πολλές φορές σε μαύρο. Εδώ τον κύριο λόγο έχουν τα τέρατα, οι μεταλλαγμένοι σε θαλάσσια πλάσματα πειρατές του στοιχειωμένου πλοίου, το φοβερό Κράκεν... Γι' αυτό διασκεδάστε το όσο θέλετε, μην πάρετε όμως καλού - κακού τα παιδάκια σας μαζί σας.
Για μένα και οι δύο Πειρατές αποτελούν υπόδειγμα καλού και σχετικά πρωτότυπου blockbuster, όπου φυσικά πας χωρίς πολλές - πολλές απαιτήσεις, με αποκλειστικό σκοπό να διασκεδάσεις... και το καταφέρνεις απόλυτα. Σημαντική μερίδα σ' αυτό έχει βέβαια και πάλι ο εξαιρετικός Τζόνι Ντεπ, που ενσαρκώνει με μοναδικό τρόπο τον ανεκδιήγητο πειρατή Σπάροου, που είναι ταυτόχρονα καλός και κακός, ζαβολιάρης και πονηρός, γενναίος και δειλός, απόλυτα ανέντιμος αλλά και με κρίσεις τιμιότητας, και που το παρουσιαστικό του και οι κινήσεις του είναι κατι μεταξύ γοητευτικού αρσενικού, μονίμως μαστουρωμένου τύπου και γκέι...
Αφεθείτε λοιπόν να διασκεδάσετε με το σούπερ θέαμα και τις απίθανες περιπέτειες των ηρώων σ' έναν πειρατικο κόσμο που μπλέκεται αξεδιάλυτα με το παραμύθι, το φανταστικό και τον τρόμο.
Και βέβαια, οι ενστάσεις υπάρχουν: Το ότι είναι νο 2, το έχω πει πολλές φορές, όσο νάναι στερεί εξ ορισμού κάτι από την πρωτοτυπία του πρώτου. Το ότι το τέλος είναι απόλυτα ανοιχτό, προετοιμάζοντάς σε έτσι για το νο 3, κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14, 2006

ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡΙΣΤΙΚΗ "ΠΤΗΣΗ 93"


Η "Πτήση 93" του Paul Greengrass έχει ήδη μια μικρή θέση στην ιστορία του σινεμά: Είναι η πρώτη ταινία που καταπιάστηκε με το καυτό θέμα της 11ης Σεπτέμβρη, που φυσικά παραμένει ανοιχτό για τις ΗΠΑ. Και μόνο το ότι χρειάστηκαν 5 ολόκληρα χρόνια για να γίνει η πρώτη προσπάθεια, αποδεικνύει το πόσο καίει ακόμα.
Η συγκεκριμένη ταινία θέλει πάνω απ' όλα να είναι μια αντικειμενική καταγραφή των όσων συνέβησαν στο 4ο αεροπλάνο, αυτό που δεν βρήκε τον στόχο του και έπεσε κάπου στην Πενσυλβάνια. Υποτίθεται ότι βασίζεται στα αληθινά γεγονότα, όπως καταγράφηκαν από πύργους ελέγχου και συνομιλίες στα κινητά των επιβατών τις τελευταίες στιγμές (τουλάχιστον αυτή θεωρείται η "επίσημη αλήθεια", διότι - ευτυχώς - κανείς μας δεν βρισκόταν εκεί να το επιβεβαιώσει).
Το θέμα, ούτως ή άλλως, είναι συγκλονιστικό. Επίσης ο Greengrass είναι καλός σκηνοθέτης. Ωστόσο, ομολογώ ότι όλος αυτός ο αγώνας για "πιστότητα" και "αλήθεια" (που ενισχύεται από το real time των 80τόσων λεπτών, όσο δηλαδή κράτησε η μοιραία πτήση, και από τη χρήση άγνωστων ηθοποιών για περαιτέρω αποστασιοποίηση) με κούρασε αρκετά. Ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, τίγκα στις συντεταγμένες και στην τεχνική ορολογία εν γένει, που διαδραματίζεται σε πύργους ελέγχου κι όπου σχεδόν κόντεψα να μάθω να κατευθύνω αεροπλάνα από ραντάρ ή ασύρματους. Στο τελευταίο τέταρτο βέβαια η ένταση ανεβαίνει, ο σκηνοθέτης ξεδιπλώνει τη μαεστρία του και το κοινό ξυπνάει. Μάλλον αργά.
Στα συν της ταινίας συγκαταλέγεται η "τίμια" πρόθεση της αντικειμενικής καταγραφής, το ντοκιμαντερίστικο στυλ, η αποφυγή κάθε συναισθηματισμού (και θέσης). Όντως, οι συγγενείς που κλαίνε, τα παιδάκια που μιλάν για τελευταία φορά στους γονείς και όλα τα συναφή, από τα οποία βρίθουν αντίστοιχες αμερικάνικες ταινίες, εδώ λείπουν παντελώς. Στα συν επίσης το ότι δεν επιχειρήθηκε καμιά ηρωοποίηση των επιβατών, ούτε προσπάθησε να δειχτεί η "αυτοθυσία" τους. Απλούστατα οι άνθρωποι ενήργησαν με απόλυτη λογική: Όταν κατάλαβαν ότι ούτως ή άλλως ήταν καταδικασμένοι, αφού οι αεροπειρατές δεν διαπραγματεύονταν για τίποτα, επιχείρησαν να ρισκάρουν επαναστατώντας, διατηρώντας έτσι κάποιες ελάχιστες ελπίδες σωτηρίας - και απέτυχαν. Κανένας ηρωισμός. Μόνο κοινή λογική.
Στα πλην τώρα... μα ακριβώς το ντοκιμαντερίστικο στυλ που λέγαμε και η
παντελής έλλειψη θέσης. Βάρέθηκα αρκετά.
Τελικά αναρωτιέμαι αν στο σινεμά γενικότερα έχει νόημα η απλή, πιστή καταγραφή ενός γεγονότος και μόνον αυτή. Αν ζητούσα κάτι τέτοιο θα μπορούσα να ικανοποιηθώ από τα ντοκιμαντέρ του BBC.

ΥΓ: Ας μην αρχίσει παρακαλώ κάποια κουβέντα για το αν έγιναν όντως έτσι τα γεγονότα ή άν αυτή η επίσημ εκδοχή είναι παραπλανητική. Αυτό είναι άλλη, εξωκινηματογραφική κουβέντα, πολύ ενδιαφέρουσα μεν, αλλά για άλλα blogs.

ΧΑΟΣ ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΟΥ ΤΑΚΕΣΙ


Στο Takeshi´s, την πιο πρόσφατη ταινία του, ο Takeshi Kitano δεν τα κατάφερε. Από τις πλέον σουρεαλιστικές ταινίες που έγιναν ποτέ, ξεκινά από μια ενδιαφέρουσα ιδέα: Ο διάσημος σταρ Τακέσι - κατ' εικόνα και ομοίωση με τον πραγματικό σταρ στην Ιαπωνία Κιτάνο - έχει έναν σωσία, άσημο, κακομοίρη, άνεργο στην ουσία, που προσπαθεί, γυρίζοντας από οντισιόν σε οντισιόν, να πάρει κανένα ρολάκο. Είναι μάλιστα και θαυμαστής του διάσημου Τακέσι, τον οποίο περιμένει για να του πάρει αυτόγραφο. Από εκεί και πέρα τα πράγματα μπερδεύονται καθώς η πραγματικότητα (;) αναμειγνύεται αξεδιάλυτα με τα όνειρα, τις φαντασιώσεις, τις (κρυφές) επιθυμίες ή τους εφιάλτες του άσημου Τακέσι. Οι απόλυτα σουρεαλιστικές σκηνές (μερικές φορές με χιούμορ) εναλλάσσονται με πιστολίδι άνευ λόγου - δηλωμένη αναφορά στις "κανονικές" ταινίες του Κιτάνο με την έντονη βία.
Ίσως στην αρχή να παρακολουθείται με ενδιαφέρον και έκπληξη για τα όσα παράλογα διαδραματίζονται, πολύ σύντομα όμως το φιλμ κουράζει, καθώς οι διάφορες "κουφές" και δίχως ειρμό καταστάσεις επαναλαμβάνονται ατελείωτα - και γίνονται όλο και περισσότερο δίχως ειρμό. Τελικά πιάνεις τον εαυτό σου να κοιτά το ρολόι για το πότε θα τελειώσει όλο αυτό το άνευ λόγου μπέρδεμα.
Πολλοί κριτικοί έγραψαν σωστά ότι το Takeshi's θα ήθελε να είναι το "8μιση" του Κιτάνο και όντως πιστεύω κι εγώ ότι κάτι τέτοιο σκόπευε να κάνει. Πλην όμως δεν του βγήκε. Έμεινε στο "θα ήθελε".

eXTReMe Tracker