Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2006

ΚΑΘΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΥΤΟ ΤΡΟΜΟ


Η "Κάθοδος" του άγνωστού μου Neil Marshall είναι ίσως η καλύτερη φετινή ταινία καθαρού τρόμου - και μια από τις καλές των τελευταίων χρόνων, που το είδος βρίσκεται σαφώς σε παρακμή. Κλειστοφοβικό, απαισιόδοξο, σκοτεινό, ειδεχθώς σπλάτερ, έχει όλα τα στοιχεία που κάνουν μια καλή ταινία του είδους και διώχνουν από την αίθουσα όσους δεν είναι εξοικειωμένοι μ' αυτό. Στις πρωτοτυπίες της και το ότι παίζουν μόνο γυναίκες - καθώς και οι μεταξύ τους σχέσεις, που δίνουν ένα παράλληλο σεναριακό ενδιαφέρον. Πάντως μετά το τέλος της, οι επίδοξοι σπηλαιολόγοι και οι λάτρεις των extreme σπορ και της άγριας, παρθένας φύσης μάλλον θα αισθανθούν ανησυχία για τις αγαπημένες τους ασχολίες. Στα ανεξερεύνητα υπόγεια σπήλαια, δεν καραδοκούν μόνο οι κίνδυνοι του να χαθείς ή των κατολισθήσεων...
Προσοχή: Συνίσταται μόνο σε λάτρεις του είδους. Οι υπόλοιποι ας διαλέξουν κάτι άλλο.

Κυριακή, Μαρτίου 26, 2006

Ο ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΟΣ κ. ΚΑΠΟΤΕ


Η όντως αντιφατική προσωπικότητα του Τρούμαν Καπότε σκιαγραφείται θαυμάσια στην ομώνυμη ταινία του (πρωτοεμφανιζόμενου νομίζω) Bennett Miller. Ο συγγραφέας, εγωπαθής, ομοφυλόφιλος, έξυπνος, ταλαντούχος, ευαίσθητος και αδίστακτος, κάτι μεταξύ Ορσον Ουέλες και Γουόρχολ με περισσότερα κοινά με τον δεύτερο, ένα είδος πόρνης των media της εποχής του και σούπερ σταρ κοσμικών εκδηλώσεων, εμπλέκει τη ζωή του με τρόπο αντιφατικό (σαν την προσωπικότητά του άλλωστε) με έναν θανατοποινίτη που σκότωσε εν ψυχρώ μια οικογένεια. Το ενδιαφέρον της ταινίας (η οποία, σημειωτέον, είναι μάλλον αργή και χωρίς κορυφώσεις) βρίσκεται ακριβώς στο είδος αυτής της εμπλοκής. Πρόκειται ταυτόχρονα για μια κυνική εκμετάλλευση του δολοφόνου, ώστε να αποκαλύψει τα πάντα και να γραφεί έτσι ένα φοβερό βιβλίο, αλλά και για μια ειλικρινή, βαθειά συμπάθεια, που όταν αυτός εκτελείται, οδηγεί τον συγγραφέα σε κατάθλιψη από την οποία, όπως φαίνεται, δεν συνήλθε ποτέ απόλυτα.
Αξίζει να δείτε το Capote, τόσο για την ηθοποιία του Σέιμουρ Χόφμαν, όσο και για τον τονισμό της αντιφατικότητας κάποιων καταστάσεων και πραγμάτων (ανάμεσα στα οποία η τέχνη, φυσικά, έχει την πρωτοκαθεδρία). Ή για να δείτε πώς είναι δυνατόν η χυδαία λογική της Espresso να συναντά την υψηλή τέχνη...

Τετάρτη, Μαρτίου 22, 2006

ΕΠΙΣΗΜΑΙΝΟΝΤΑΣ ΛΑΘΗ

Προφανώς κάτι περίεργο έκανα - χωρίς να το καταλάβω - και 2 από τα πρόσφατα κείμενα εμφανίστηκαν χωρίς τη δυνατότητα σχολιασμού. Δεν είχα τέτοια πρόθεση, αλήθεια σας λέω. Ακόμα ψάχνω τον ξένο δάκτυλο που υπονόμευσε την δημοκρατία στο blog μου. Αν λοιπόν διακαώς επιθυμείτε να σχολιάσετε τους "Παραγωγούς" ή το Tsotsi, κάντε το ελεύθερα "πατώντας" πάνω στα σχόλια άλλων ταινιών ("Syriana" ή "Το Κακό").
Δεν θα επαναληφθεί (ελπίζω...)

Τρίτη, Μαρτίου 21, 2006

ΤΡΕΛΛΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ, ΤΡΕΛΛΕΣ ΑΠΟΤΥΧΙΕΣ


Οι "Τρελλοί Παραγωγοί" της Susan Stroman είναι ριμέικ της ομώνυμης πρώτης ταινίας του Μελ Μπρουκς (γύρω στο 1970), με τους φοβερούς Ζίρο Μόστελ και Τζιν Γουάιλντερ, οι οποίοι, ως παραγωγοί του Μπροντγουέι, προσπαθούν συνειδητά να κάνουν τη μεγαλύτερη αποτυχία που έγινε ποτέ. Μόνο που δεν πρόκειται ακριβώς για ριμέικ της ταινίας, αλλά του μιούζικαλ του Μπρόντγουει (επιτυχημένο όπως έμαθα) που βασίστηκε στην ταινία. Έχουμε λοιπόν ένα καθαρό μιούζικαλ - πλήν όμως η παλιά ταινία υπερτερεί σε όλα τα επίπεδα. Οι Νέιθαν Λέιν και Μάθιου Μπρόντερικ, που ενσαρκώνουν τους βασικούς χαρακτήρες, παίζουν υστερικά - ουρλιάζοντας σχεδόν -, η Ούμα Θέρμαν έχει διακοσμητικό ρόλο (οι ερωτικές - τραγουδιστικές σκηνές της με τον Μπρόντερικ είναι από τις πιο βαρετές) και η ταινία είναι αδικαιολόγητα μεγάλη, κάνοντας εξ ίσου μεγάλη κοιλιά, ενώ αρκετό από το χιούμορ της είναι επιπέδου σύγχρονης ελληνικής επιθεώρησης (για να μην πω Σεφερλή). Μένουν μερικές αστείες σκηνές, κυρίως προς το τέλος, όταν ανεβάζεται το περίφημο σούπερ κιτς ναζιστικό μιούζικαλ και ο ανεκδιήγητος γκέι σκηνοθέτης-πρωταγωνιστής γελοιοποιεί απόλυτα (άθελά του) τον Χίτλερ, καθώς και λίγες ακόμα σκόρπιες.
Όπως στο 90% των ρικέικ, προτιμείστε την παλιά ταινία.
ΥΓ1: Επιτέλους, τόση έλλειψη έμπνευσης στο σύγχρονο Χόλιγουντ; Οι μισές παραγωγές του είναι πλέον ριμέικ ή μεταφορές παλιών κόμικς στην οθόνη...
ΥΓ2: Έμαθα ότι η ταινία δεν βρήκε ελληνική διανομή. Μην στενοχωρηθείτε πολύ. Μικρό το κακό.

Κυριακή, Μαρτίου 19, 2006

ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ "ΚΑΚΟ"


Το "Κακό" του Γιώργου Νούσια είναι το πρώτο αμιγές ελληνικό σπλάτερ. Και μόνο γι' αυτό αξίζει να κραυγάσουμε ένα βροντερό "επιτέλους"! Επίσης έχει χαβαλέ, και πολύ καλά κάνει, αφού είναι μια ταινία που έγινε γι' αυτόν ακριβώς το λόγο. Βλέποντάς την ως τέτοια, θα περάσετε καλά. Όπως έμαθα ο δημιουργός της είναι φαν του είδους (φαίνεται άλλωστε) και η αγάπη του για το low budget και για την πλάκα που υποβόσκει ακόμα και σε "σοβαρές" ταινίες του είδους είναι σαφής. Τέλος, είναι πλημμυρισμένη από σπλάτερ εφφέ (οι αδελφοί Αλαχούζοι έκαναν επιτέλους αυτό που πάντα γούσταραν).
Από εκεί και πέρα, προβλήματα υπάρχουν. Κακή ηθοποιία (αυτό δεν πειράζει, αποτελεί έναν από τους κρυφούς κώδικες του είδους), μη πιστευτές αντιδράσεις των χαρακτήρων και, γενικά, αρκετά σεναριακά λάθη και ευκολίες. Ακόμα και ως low budget, αρκετά πράγματα θα μπορούσαν να προσεχτούν περισσότερο (σεναριακά πάντοτε).
Εδιαφέρον το σημείο όπου στην πρώτη μαζική σφαγή ζόμπι από τους λίγους επιζήσαντες στο εστιατόριο, οι τελευταίοι (οι επιζήσαντες δηλαδή), παρά το ότι είναι "κανονικοί", καθημερινοί άνθρωποι, απολαμβάνουν απίστευτα τη σφαγή, δείχνοντας υπερβολικό ζήλο και γουστάροντας το ρόλο του θύτη. Γίνεται έτσι ένα σχόλιο πάνω σε ό,τι κρύβουμε επιμελώς μέσα μας, παρά την "νορμάλ" ζωή των περισσότερων από μας. Ωραία κινηματογραφημένη, τέλος, η νεκρή Αθήνα, όπως ελάχιστες (ίσως και καμία) φορές την έχουμε δει στο σινεμά.

O TSOTSI ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ


Η νοτιοαφρικάνικη ταινία Tsotsi του Gavin Hood, πέρα από την ιστορία ενός ανήλικου εγκληματία και του σταδιακού εξανθρωπισμού του χάρη σ' ένα βρέφος που βρίσκει, αφηγείται πριν απ' όλα την εφιαλτική ζωή στις παραγκουπόλεις - γκέτο στην ουσία - του Γιοχάνεσμουργκ. Αυτές είναι και ο αληθινός πρωταγωνιστής της. Η εικόνα της μεγαλούπολης με τους γυαλιστερούς ουρανοξύστες, η γυμνή no man's land που μεσολαβεί και στη συνέχεια η κόλαση των χαμόσπιτων από λαμαρίνες, δίχως ηλεκτρικό και νερό που ακολουθεί, είναι πραγματικά συγκλονιστική. 'Οπως συγκλονιστικά είναι και τα αβίαστα συμπεράσματα που βγαίνουν. Απο εναν τέτοιο ακραίο διαχωρισμό, μόνο εγκληματικότητα, βία και δυστυχία μπορούν να γεννηθούν. Μεταφέρετε τώρα την εικόνα αυτή σε παγκόσμια κλίμακα, όπου τον ρόλο των εξαθλιωμένων παραγκουπόλεων παίζει ο τρίτος κόσμος και της μεγάλης πόλης η δύση, και θα έχετε μια πρώτη απάντηση για όσα συμβαίνουν σήμερα -και θα συμβούν πολύ εντονότερα στο μέλλον.
Κατά τα άλλα, η ταινία είναι συμπαθητική, αρκετά καλά γυρισμένη, με ένα παράξενο, κοκκινωπό χρώμα να κυριαρχεί, αλλά με κάπως αδύναμο στόρι. Πιστεύω όμως ότι αξίζει κανείς να τη δει και μόνο για τη ντοκιμαντερίστικη δύναμή της. Η μουσική, ένας πολύ ιδιαίτερος αφρικάνικος χιπχοποειδής ήχος, είναι ένας άλλος πρωταγωνιστής - αποκάλυψη.
Όπως καταλάβατε, το όλο κλίμα θυμίζει αρκετά τη θαυμάσια "Πόλη του θεού", χωρίς όμως σε καμία περίπτωση να την φτάνει. Σκεφτείτε όμως - μιλώντας και πάλι κοινωνικά - πόσο πολύ μοιάζουν τα πράγματα σε δύο τόσο διαφορετικές γωνιές του πλανήτη, τη Νότια Αφρική και τη Βραζιλία, και θα καταλάβετε το μέγεθος του προβλήματος.

Τρίτη, Μαρτίου 14, 2006

ΧΑΩΔΗΣ SYRIANA


Οι προθέσεις είναι άριστες. Τα πυρά σημαδεύουν πολύ υψηλούς στόχους - την ίδια την καρδιά του αμερικάνικου (και καπιταλιστικού γενικότερα) συστήματος. Η ίδια η ταινία όμως, η Syriana, βλέπεται πολύ δύσκολα, κουράζει, μπερδεύει. Ο Stephen Gaghan προσπαθεί να τα πει όλα, μόνο που το κάνει όσο πιο μπερδεμένα γίνεται. Επιχειρεί να μιμηθεί τη δομή του Traffic, αλλά κατακερματίζει τόσο πολύ το παζλ, που μετά είναι εξαιρετικά δύσκολο να το συναρμολογήσεις ξανά. Από ένα σημείο και πέρα ο θεατής εγκαταλείπει - φοβάμαι - την προσπάθεια να καταλάβει ποιος δουλεύει για ποιον, ποιος συνομωτεί ενάντια σε ποιον, ποιο ακριβώς είναι το νομικό κόλπο που προσπαθεί να ακολουθήσει ο κάθε βρώμικος εμπλεκόμενος.
Ωστόσο το γενικό νόημα βγαίνει. Ακόμα κι αν πάψεις να πασχίζεις και αφεθείς χωρίς να σε νοιάζουν οι πολύπλοκες ίντριγκες, ο αντιαμερικανισμός είναι ξεκάθαρος, η αποκάλυψη της βρωμιάς του συστήματος σαφής. Όλοι είναι αδίστακτοι, όλοι πατάνε σε πτώματα για να κερδίσουν - εταιρείς, κυβερνήσεις, μυστικές υπηρεσίες - και οι λαοί δυστυχούν. Έξυπνη η αντιπαράθεση των κτηνωδών ισχυρών με τους τριτοκοσμικούς που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και, μοιραία, προσχωρούν στον μουλάδικο φασισμό και στρέφονται στην τρομοκρατία. Η κατάδειξη του μηχανισμού που μετατρέπει έναν συνηθισμένο άνθρωπο σε φανατικό έτοιμο να πεθάνει τινάζοντας τους εχθρούς στον αέρα, είναι από τα καλά σημεία της ταινίας.
Έχουμε λοιπόν την σπάνια περίπτωση μιας ταινίας που, ενώ συμφωνώ απόλυτα μαζί της, δεν μου άρεσε. Αξίζει πάντως να αναρωτηθεί κανείς πώς το Χόλιγουντ γυρίζει τέτοιες ταινίες, τόσο τολμηρές και, τελικά, αντιαμερικάνικες. Μήπως τελικά ισχύει η ρήση που θέλει τον καπιταλισμό να "πουλά το σκοινί που θα τον κρεμάσει" (προκειμένου να βγάλει λεφτά); Ή μήπως έχει πολύ καλά καταλάβει (ο καπιταλισμός) ότι σε τελική ανάλυση το σκοινί (ο κινηματογράφος στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τέχνη γενικότερα)είναι αδύνατο και ουσιαστικά δεν ειναι σε θέση να κρεμάσει κανέναν;

Σάββατο, Μαρτίου 11, 2006

ΜΟΝΑΧΟ(Σ)


Το Μόναχο του Steven Spielberg κατ' αρχήν με κούρασε με την αδικαιολόγητα, κατά τη γνώμη μου, μακρά διάρκειά του. Ενδιαφέρον είχε η "ξεθωριασμένη" φωτογραφία, που θύμιζε όντως φιλμ των αρχών των 70ς, πλην όμως κι αυτή, επί τρεις ώρες, συνέβαλλε κάπως στην κούραση που σας έλεγα. Παρ' όλα αυτά και καλές στιγμές διέθετε και έναν ερεθιστικό προβληματισμό μου άφησε συνολικά.
Ένα τέτοιο φιλμ όμως, είναι, φοβάμαι, "καταδικασμένο" από την αρχή να συζητιέται όχι τόσο για τις όποιες κινηματογραφικές αρετές του, όσο για την ιδεολογία του. Κι εδώ είναι που δίχασε το κοινό όσο πολύ λίγες φετινές ταινίες. Προσωπικά λοιπόν δεν το βρήκα τόσο φιλοϊσραηλινό όσο φοβόμουν και όσο άκουσα πολλούς να φωνάζουν σκίζοντας τα ιμάτιά τους. Σίγουρα οι ήρωες ήταν ισραηλινοί, από τη δική τους σκοπιά δειχνόταν το όλο θέμα, αλλά και η παλαιστινιακή άποψη εκφραζόταν καθαρά (θυμηθείτε τον παθιασμένο - αλλά όχι εθνικιστικό - λόγο του παλαιστίνιου τρομοκράτη στην Αθήνα για το τι σημαίνει τελικά να μην έχεις πατρίδα κι ότι μπροστά σ' αυτό όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα), σκεφτείτε και τον φανατικό εβραίο της ομάδας που θέλει να καθαρίσει κάθε μη εβραϊκό ον που κουνιέται, ο οποίος μόνο αρνητικά μπορεί να ειδωθεί. Εβραίοι ήρωες λοιπόν, αλλά σχετικά ισορροπημένη ματιά.
Αυτό που μου άρεσε πολύ όμως - και είναι γενικότερο από την αραβοϊσραηλινή διαμάχη - είναι το τελευταίο τέταρτο της ταινίας, όπου η αποστολή έχει τελειώσει και ο ήρωας μπορεί να επιστρέφει σπίτι και... τότε αρχίζουν τα αληθινά προβλήματα γι' αυτόν. Δεν θυμάμαι ποτέ στο σινεμά να έχει δειχτεί με τόσο ρεαλιστικό τρόπο ένα προφανές γεγονός: Αν ένας άνθρωπος (ανεξαρτήτως εθνικότητας και στρατοπέδου) αποφασίσει (από μαλακία κατά την προσωπική μου γνώμη) να γίνει πράκτορας και βρίσκεται επί 2 χρόνια στην τσίτα, σκοτώνοντας συνεχώς, φοβούμενος και τη σκιά του, μετακινούμενος ασταμάτητα από τόπο σε τόπο και αλλάζοντας διαρκώς ταυτότητες, ε, τότε, ακόμα κι αν όλα τελειώσουν, ποτέ πια δεν θα είναι ένας κανονικός άνθρωπος. Θα έχει σαλτάρει για τα καλά και αυτό που θα έχει χαραχτεί ανεξίτηλα από την προηγούμενη ζωή του θα είναι, ακριβώς, το να φοβάται και τη σκιά του. Από εκεί και πέρα, αντίο ευτυχία. Θα υποψιαζεται με παρανοϊκό τρόπο τους πάντες και τα πάντα, ακόμα και στο σεξ θα βλέπει εχθρούς... Δεν έχει να κάνει με τύψεις - καμία σχέση. Έχει να κάνει με κοινη παράνοια. Αν το καλοεξετάσουμε, χαρακτήρες όπως, ας πούμε, ο Τζέιμς Μποντ ή διάφοροι παρόμοιοι σούπερ, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υπάρχουν in real life. Όχι μόνο επειδή κανείς δεν μπορεί να έχει τις φοβερές ικανότητές τους, αλλά διότι, ζώντας τόσο καιρό με τεντωμένα νεύρα θα είχαν καταλήξει με μαθηματική ακρίβεια σε κάποιο ψυχιατρείο. Αυτό για μένα ήταν το καλύτερο σημείο του φιλμ κι αυτό που κατάφερνε να εκφράσει μια γενική αηδία για όλη αυτή τη βία - και την κρατική τρομοκρατία ιδιαίτερα, αφού αυτού του είδους η βία πρωταγωνιστούσε.
Πιστεύω πάντως ότι ποτέ πια δεν θα ξαναδούμε έναν καθαρά διασκεδαστικό Σπίλμπεργκ, στο στυλ των Ιντιάνα Τζόουνς, του ΕΤ ή των Στενών Επαφών...
Και μια τελευταία απορία - που αφορά μία από τις αρκετές σεναριακές αφέλειες της ταινίας. Ποιοί ήταν επιτέλους, ρε παιδιά, αυτοί οι φοβεροί γάλλοι αναρχικοί, με το απίστευτο πατριαρχικό σύστημα, που τα ήξεραν όλα, απαντούσαν σε κάθε ερώτηση και βρίσκονταν χωμένοι παντού;

Τρίτη, Μαρτίου 07, 2006

BROKEBACK MOUNTAIN: ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΟΥΜΠΟΪΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ...


Αρχικά θαύμασα την ευαισθησία της πολυσυζητημένης ταινίας του Ang Lee. Οι σκληροτράχηλοι κάουμπόις του Brokeback Mountain μπορούν να ερωτευθούν (και μάλιστα μεταξύ τους) κι αυτό μπορεί να κρατήσει μια ζωή. Αν η σχέση αυτή δεν ήταν τόσο απαγορευμένη, η ταινία δεν θα ήταν παρά ένα ακόμα μελό. Ωστόσο η αξία και η "εξυπνάδα" της έγκειται στην καταγραφή ενός τόσο ασφυκτικού κοινωνικού περίγυρου, ώστε ακόμα και η παραμικρή σκέψη αποκάλυψης να καθίσταται αδιανόητη. Έτσι το δράμα που έρχεται είναι απόλυτα δικαιολογημένο: Καμιά διέξοδος δεν μπορεί να υπάρχει στον αμερικάνικο νότο (και μάλιστα 40 χρόνια πριν). Και, ως γνωστόν, τα αδιέξοδα οδηγούν πάντα σε καταστροφή...
Γι' αυτό, κατά τη γνώμη μου, πέρα από την σταδιακή δόμηση των χαρακτήρων των δύο ηρώων και την παρακολούθηση της πορείας της ζωής τους, αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας είναι το περιβάλλον: Η μιζέρια, η πληκτικότητα, ο αβάσταχτος συντηρητισμός, η σκληρότητα και το απίστευτο κιτς που βασιλεύει - και μάλιστα για 20 χρόνια, αφού φτάνουμε μέχρι τις αρχές των 80ς. Είναι σαν η έκρηξη της δεκαετίας του 60, οι χίπις, ο ελεύθερος έρωτας, η πολιτικοποίηση, η έκρηξη του πανκ αργότερα και τόσα άλλα καυτά γεγονότα και καταστάσεις, να μην άγγιξαν καθόλου τα μέρη αυτά, να πέρασαν ξόφαλτσα αφήνοντάς τα να κοιμούνται τον (γεμάτο εφιάλτες και καθόλου μακάριο) ύπνο τους. Να λοιπόν το αληθινό δράμα!
Πολύ καλός ο Χιθ Λέτζερ, καθώς και η σύζυγός του. Και μια προειδοποίηση: Η ταινία δεν διαθέτει σχεδόν καθόλου δράση (ούτε τολμηρές ερωτικές σκηνές). Αρκείται στην καθημερινή καταγραφή του παράλληλου δράματος των δύο ηρώων. Κι αν στο τέλος συγκινηθείτε, αυτό θα έρθει από μόνο του, χωρίς εντυπωσιακές κορυφώσεις.

Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2006

Ο ΤΙΓΡΗΣ, ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΙΡΟΠΙ


Ο Roberto Benigni το έκανε πάλι. Ένας ακόμα ύμνος στον έρωτα, στην ανθρωπιά, στην αγάπη, την ποίηση κι όλα τα σχετικά. Καλά είναι αυτά, δεν λέω, αλλά όπως εκφράζονται από τον πάλαι ποτέ ξεκαρδιστικό κωμικό καταντάνε να λιγώνουν τον θεατή. Κάτι σαν να έχεις φάει ολομόναχος ένα τεράστιο ταψί μπακλαβά. Προφανώς η αντίρηση δεν βρίσκεται στον μπακλαβά καθ' εαυτόν (μια χαρά είναι), αλλά στην ποσότητά του...
Στο πρώτο μισό της ταινίας "Ο Τίγρης και το Χιόνι" όντως ένοιωθα μπουχτισμένος, δεν άντεχα τόσον έρωτα, τόσο ρομαντισμό. Στη συνέχεια τα πράγματα βελτιώθηκαν κάπως, υπήρχε και η ανατροπή στο τέλος (που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά), αλλά εξακολουθώ να θεωρώ το σύνολο overdose.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο Μπενίνι απομακρύνεται όλο και πιο πολύ από την καθαρή κωμωδία των πρώτων ταινιών του (θεωρώ από τις πιο αστείες ταινίες τον Διαβολάκο και διασκέδασα πολύ και στο Τέρας), πασχίζοντας να γίνει, όπως έγραψε κάποιος κριτικός, "ο Τσάπλιν των καιρών μας". Κρίμα, γιατί στην κωμωδία τα κατάφερνε καλύτερα.
Και μια ιδεολογική αντίρηση: Η μισή ταινία, που διαδραματίζεται στο σύγχρονο Ιράκ, βγάζει όντως ένα έντονα αντιπολεμικό αίσθημα κι αυτό είναι καλό. Όμως ο Μπενίνι αρνείται να πάρει οποιαδήποτε θέση για τον συγκεκριμένο πόλεμο, έναν από τους πιο βρώμικους των τελευταίων δεκαετιών. Είναι σαν να πήγε εκεί και, τυφλωμένος από έρωτα, να μην κατάλαβε απολύτως τίποτα. Θα μπορούσαν οι εμπόλεμοι να είναι πραγματικά οπιοιδήποτε. Ούτε λέξη για εισβολή. Μα τότε θα μπορούσε κάλλιστα να τοποθετήσει ως πλαίσιο του δραματικού έρωτά του έναν φανταστικό πόλεμο, ανάμεσα σε δύο φανταστικά έθνη. Το αντιπολεμικό κλίμα, που προφανώς αποκλειστικά τον ενδιέφερε να περάσει, θα έβγαινε το ίδιο καλά.

eXTReMe Tracker