Δευτέρα, Αυγούστου 30, 2010

ΒΛΕΠΩ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΒΑΡΙΕΜΑΙ


Ίσως μια ταινία όπως το "Βλέπω το θάνατό σου" (Final Destination), που γύρισε το 2000 ο ούτως ή άλλως μέτριος James Wong (έχετε προσέξει ότι το "μέτριος" είναι πλέον, εδώ και πολλά χρόνια, ευφημισμός του "κακός";), να είναι χαρακτηριστική της παρακμής του σινεμά τρόμου της εποχής μας. Βασίζεται σε μια πρωτότυπη σχετικά ιδέα - κι αυτή πάντως, κατά τη γνώμη μου, τραβηγμένη απ' τα μαλλιά - κι από εκεί και πέρα η ίδια ακριβώς ιστορία επαναλαμβάνεται σε διάφορες ανέμπνευστες παραλλαγές μέχρι τελικής πτώσης.
Η παρέα των κλασικών αμερικάνων τινέιτζερς αρχικά σώζεται χάρη στις ιδιαίτερες δυνάμεις που διαθέτει ένα μέλος της και προβλέπει την πτώση του αεροπλάνου στο οποίο θα επέβαιναν και στη συνέχεια εξοντώνεται σιγά - σιγά (πρωτότυπο), επειδή... ο Θάνατος έχει συγκεκριμένο σχέδιο και αν κάποιος του το χαλάσει (με μια μη αναμενόμενη πρόβλεψη ας πούμε) "παίρνει το αίμα του πίσω" και μάλιστα με συγκεκριμένη σειρά, βάσει του αρχικού σχεδίου! Συγχωρείστε με, αλλά το βρίσκω λιγάκι χαζό. Και, σα να μην έφταναν όλα αυτά, το παιχνίδι έχει και κανόνες, ώστε αν τη σκαπουλάρει όποιος έχει σειρά, πάμε στον επόμενο παίχτη κλπ. Επινοεί και διάφρες πολύπλοκες μεθόδους για εξόντωση, όπως φυσά - αέρας - κουνά - ξυλαράκι - που - πέφτει - σε - καλώδιο - που - ηλεκτρίζει - χυμένο - νερό και άλλα τέτοια. Και το χειρότερο είναι, όπως είπα και στην αρχή, ότι αυτό το μοτίβο επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Τελικά το μόνο ενδιαφέρον είναι να στοιχηματίζει κανείς ποιος θα πεθάνει και οιος θα τη γλυτώσει (αν τη γλυτώσει) από την παρέα.
Η σκηνοθεσία δεν διαθέτει καμιά πρωτοτυπία, το σενάριο μπάζει από παντού (αλήθεια, όλοι αυτοί οι έφηβοι δεν έχουν γονείς, που, φυσιολογικά, μετά τόσες σφαγές, θα έπρεπε να εμπλακούν κάπως στην υπόθεση; Πώς γίνεται να τα κάνουν όλα μόνοι τους δίχως την παραμικρή σχεδόν παρουσία μεγάλων εκτός από κάποιους πράκτορες του FBI;), σε καμιά σχεδόν στιγμή δεν τρόμαξα (που, φυσικά, είναι ζητούμενο για το είδος), όσο για ατμόσφαιρα... ούτε να το συζητάτε.
Φυσικά αυτά όλα δεν εμπόδισαν το φιλμ να γνωρίσει επιτυχία, αν κρίνω τουλάχιστον από τις τρεις (!!!) συνέχειες που ακολούθησαν. Αν βαρέθηκα τόσο βλέποντας την πρωτότυπη ταινία, δεν μπορώ να διανοηθώ τι θα τραβούσα στα σίκουελ...

Πέμπτη, Αυγούστου 26, 2010

Η ΜΠΟΝΙ, Ο ΚΛΑΪΝΤ ΚΑΙ Η ΝΕΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Βρισκόμαστε στα 1967 όταν ο σημαντικός αμερικανός σκηνοθέτης Arthur Penn γυρίζει μια από τις εμβληματικότερες ταινίες για την παραβατικότητα, το περίφημο Bonnie and Clyde. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως γκαγκστερική ταινία, νομίζω όμως ότι η ουσία βρίσκεται αλλού.
Εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης στην Αμερική, γύρω στο 1930 δηλαδή, και το ομώνυμο ζεύγος γνωρίζεται, ερωτεύεται κεραυνοβόλα και ξεκινά αμέσως τη θρυλική εγκληματική του καριέρα ληστεύοντας τράπεζες και, πού και πού, όταν χρειάζεται, σκοτώνοντας και κανέναν απ’ αυτούς που είχαν την ατυχία να τις υπερασπίσουν. Εκείνος διαθέτει εγκληματική προϊστορία και έχει μόλις αποφυλακιστεί. Εκείνη είναι μια συνηθισμένη κοπέλα από την επαρχία, που το μίζερο περιβάλλον της την πνίγει και ξέρει ότι αυτό που θα χαρακτηρίσει την υπόλοιπη ζωή της είναι η πλήξη, οπότε αρπάζει την πρώτη ευκαιρία που της δίνεται για κάτι πιο ενδιαφέρον.
Πέρα από τη δράση, τις περιπέτειες του ζεύγους, τα πάνω και τα κάτω τους, το φιλμ διαποτίζεται από έναν διάχυτο ρομαντισμό, καθώς ο έρωτάς τους μοιάζει να αντέχει σε οποιαδήποτε δοκιμασία. Ταυτόχρονα όμως, το ρομαντικό, ή μάλλον το «μάτσο» στοιχείο που θα μπορούσε να είναι κυρίαρχο στον αρρενωπό Γουόρεν Μπίτι, υπονομεύεται εκ των έσω καθώς ο τελευταίος είναι ανίκανος. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με έναν απόλυτο αλλά πέρα για πέρα παράδοξο έρωτα. Το πιο ενδιαφέρον όμως στοιχείο για μένα είναι ότι πρόκειται για μια από τις πρώτες ταινίες που τάσσονται σαφώς υπέρ της «παρανομίας», με την έννοια ότι ο θεατής ταυτίζεται απόλυτα με το ζεύγος των παρανόμων, που δείχνονται συμπαθείς, πανέμορφοι, ερωτευμένοι, με έναν ιδιόρρυθμο ρομαντισμό – αντίθετα από τον αντιπαθέστατο διώκτη τους. Επίσης η Μπόνι, με την παράδοξη για την εποχή συμπεριφορά της, ακόμα και με τον τρόπο που ντύνεται, αποτελεί ένα είδος προδρόμου των φεμινιστριών. Και επί πλέον υπάρχουν και αρκετές νύξεις για το πολιτικοκοινωνικό υπόβαθρο της στάσης τους: Γιατί να σεβαστούμε τις τράπεζες και τους νόμους τους, όταν εμείς θα είμαστε μια ζωή – κι αυτό είναι προκαθορισμένο – «απ’ έξω» δίχως ουσιαστικά να φταίμε σε τίποτα; Το στοιχείο αυτό τονίζεται και με τη συχνή, αν και διακριτική, κατάδειξη της κοινωνικής εξαθλίωσης που επικρατούσε στην εποχή, με τα καραβάνια των άνεργων και πάμφτωχων οικογενειών, την πνιγηρή, επαρχιακή μιζέρια και άλλα σχετικά. Πολλά απ’ αυτά, φοβάμαι, θυμίζουν έντονα τη σημερινή εποχή.
Το τέλος είναι κι αυτό προκαθορισμένο, το αντιλαμβανόμαστε από την αρχή, τονίζοντας έτσι τον αυτοκαταστροφικό, μηδενιστικό ίσως ρομαντισμό που ανέφερα πριν. Η Φέι Νταναγουέι και ο Γουόρεν Μπίτι βρίσκονται στη μεγάλη ακμή τους, πράγμα που φυσικά προσθέτει στη γοητεία του φιλμ, ενώ η δράση και το σασπένς είναι αρκετά έντονα. Με άλλα η λόγια, δείτε το αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Κυριακή, Αυγούστου 08, 2010

ΚΑΛΕΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ


Είναι η εποχή που το blog πάει για βουτιές. Αν τύχει εκεί (στο βυθό) να δει και καμιά ταινία, μπορεί και να γράψει κανένα αλμυρό ποστ. Αν πάλι όχι, ραντεβού τον Σεπτέμβριο (ή κάπου εκεί γύρω) και καλές παραλίες σε όλους! (άντε, και καλά βουνά για τους πιο λίγους).

ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΕΦΗΒΕΙΕΣ ΣΤΟ "GHOST WORLD"


Το "Ghost World" του εξαιρετικού, αλλά δυστυχώς σπανίως εμφανιζόμενου, Terry Zwigoff γυρίστηκε το 2001 και είναι μια από τις αγαπημένες μου ταινίες των 00ς (έτσι δεν τα λένε;). Κατ' αρχάς μην παραπλανηθείτε από τον τίτλο. ΔΕΝ πρόκειται για ταινία τρόμου. Καμία σχέση. Το φιλμ παρακολουθεί την πορεία δύο έφηβων φιλενάδων, από τη μέρα που αποφοιτούν από το σχολείο και αποφασίζουν να συγκατοικήσουν, μέχρι... Αλλά αφήνω το "μέχρι" σε σας. Μόνο που τα δύο κορίτσια της ταινίας δεν είναι ο συνηθισμένος τύπος αμερικανίδων τινέιτζερς. Αμφισβητούν και σαρκάζουν κάθε καθιερωμένο πρότυπο, σιχαίνονται το περιβάλλον τους, την πόλη τους, τους συμβατικούς ανθρώπους και καταστάσεις, το μέλλον που - σύμφωνα με τον μέσο όρο - τις περιμένει, γοητεύονται από παράξενα πράγματα, ψάχνουν για διαφορετικούς τύπους. Και κάποτε πέφτουν σ' έναν από τους χαρακτηριστικότερους τέτοιους: Τον "σπασίκλα", ακοινώνητο, αλλά και εξαιρετικά συμπαθητικό Στιβ Μπουσέμι (σ' έναν από τους καλύτερους ρόλους του), που ενδιαφέρεται μόνο για τη συλλογή παλιών δίσκων και έχει ξεχάσει προ πολλού να ζει. Τι θα γίνει μετά και ποιο είναι το μέλλον της σχέσης των δύο κοριτσιών;
Ταινία με ιδιαίτερο στιλ, που περιγράφει με χιούμορ, αλλά και έντονη μελαγχολία, την αβέβαιη μοίρα των "διαφορετικών" ανθρώπων μέσα σ' ένα συμβατικό, και συχνά ασφυκτικό, περιβάλλον, μιλά για τα προβλήματα και τις παραξενιές της εφηβείας και για τη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων (που γίνονται ακόμα πιο δύσκολες όταν πρόκειται για τους "διαφορετικούς" τύπους που λέγαμε), εκπέμπει μια έντονη γοητεία και μπορεί κανείς από τις πρώτες σκηνές να καταλάβει γιατί πρόκειται για ένα cult φιλμ. Βασισμένο πιστά στο ομώνυμο κόμικς του Dan Clowes, έχει την ικανότητα να σε κάνει να γελάς, αλλά και να δακρύζεις, ενώ παράξενες, ξεχασμένες μουσικές από δίσκους γραμμοφώνου συμβάλλουν στη δημιουργίας νοσταλγικής και γοητευτικής ατμόσφαιρας. Σ΄όλα αυτά προσθέστε και μία από τις πρώτες εμφανίσεις της Σκάρλετ Γιόχανσον σε πολύ νεαρή ηλικία και έχετε όλα τα στοιχεία της απόλυτα cult ταινίας. Αν αγνοείτε το όχι και τόσο γνωστό αυτό φιλμ και ψάχνετε για κάτι διαφορετικό και ανεξάρτητο, θα σας το συνιστούσα ανεπιφύλακτα.

Παρασκευή, Αυγούστου 06, 2010

O "ΘΑΛΑΣΣΟΠΟΡΟΣ" ΚΑΙ Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΟΥ ΚΙΤΟΝ


Ο Μπάστερ Κίτον θεωρείται, μαζί με τον Τσάπλιν, οι σπουδαιότεροι ίσως κωμικοί του βωβού. Μια χαρακτηριστική ταινία του, που γυρίζεται το 1924 από τον Donald Crisp (1882-1974) και τον ίδιο Buster Keaton (1895-1966), είναι το “Navigator” (Ο Θαλασσοπόρος), που σε αρκετά σημεία της παραμένει αστεία μέχρι τις μέρες μας.
Ο Κίτον παίζει εδώ το κακομαθημένο νεαρό πλουσιόπαιδο, που, από μια σειρά συμπτώσεων, βρίσκεται πάνω στο ομώνυμο πλοίο που πλέει ακυβέρνητο, με μοναδική συνεπιβάτιδα μια εξ ίσου πλούσια και άσχετη με οτιδήποτε πρακτικό κοπέλα, η οποία μόλις την προηγούμενη μέρα είχε αρνηθεί την πρόταση γάμου του ήρωα. Υπάρχουν μερικές ξεκαρδιστικές σκηνές στην αρχή (όταν ακόμα βρίσκονται στη στεριά), αλλά κυρίως όταν μένουν μόνοι τους στο μεγάλο πλοίο: Όντας παντελώς άχετοι και οι δύο, προσπαθούν να μαγειρέψουν με κωμικά αποτελέσματα και, στη συνέχεια, τη νύχτα, τα πάντα συνωμοτούν ώστε να νομίζουν ότι το πλοίο είναι στοιχειωμένο. Τα πράγματα θα γίνουν πιο περίπλοκα (και αστεία φυσικά), όταν θα ναυαγήσουν σ’ ένα νησί με κανίβαλους.
Το φιλμ, που έχει τη, συνηθισμένη για την εποχή, διάρκεια των 50 και κάτι λεπτών, περιλαμβάνει πολλά γκαγκς. Κάποια μάλιστα απ' αυτά είναι εντυπωσιακά για την εποχή, αφού είναι γυρισμένα στο βυθό (!), με τον Κίτον, με στολή δύτη, να ξιφομαχεί με έναν… ξιφία και άλλα σχετικά. Πολλές από τις καταστάσεις βασίζονται σε εξωφρενικές συμπτώσεις, πράγμα επίσης συνηθισμένο στις κωμωδίες της εποχής. Φυσικά σε ολόκληρο το φιλμ ο μεγάλος κωμικός παραμένει με το πρόσωπο ανέκφραστο, σχεδόν ψυχρό, παρά τα όσα του συμβαίνουν και, εννοείται, δεν χαμογελά ποτέ. Τα στοιχεία αυτά τα διατήρησε σε ολόκληρη την καριέρα του και σφράγισαν κυριολεκτικά την χαρακτηριστική κινηματογραφική περσόνα που δημιούργησε.
Αν σας αρέσουν οι παλιές, βουβές κωμωδίες, τόσο βασικές στην ιστορία του κινηματογράφου, νομίζω ότι πρέπει να δείτε αυτό το φιλμ (και, φυσικά, και τα υπόλοιπα μεγάλα του μοναδικού Buster Keaton.

Τετάρτη, Αυγούστου 04, 2010

ΠΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΒΑΡΕΘΕΙΣ ΟΤΑΝ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ ΣΕ "PERMANENT VACATIONS";


Είχα γράψει παλιότερα ότι μου αρέσουν όλες οι ταινίες του Jim Jarmusch εκτός από το "Limits of Control". Βιάστηκα, διότι δεν είχα δει την πρώτη του, το "Permanent Vacations", που γύρισε το 1980. Μ' αυτήν εγιναν δύο οι ταινίες του που βαριέμαι.
Βεβαίως το "Permanent Vacations" έχει όσες δικαιολογίες θέλετε. Είναι πρώτη ταινία ενός 27χρονου τότε άπειρου σκηνοθέτη, χωρίς καθόλου προϋπολογισμό, καθαρά ανεξάρτητη. Ο Τζάρμους θέλει να είναι μοντέρνος, να δώσει το στίγμα του και, όπως θα πω παρακάτω, το καταφέρνει μια χαρά. Νομίζω ότι κι αυτό το, για μένα τουλάχιστον, απόλυτα βαρετό φιλμ φέρει ξεκάθαρα τη σφραγίδα του, τους προβληματισμούς του, τη στάση ζωής που υιοθετεί. Αν ήταν και λιγάκι πιο ενδιαφέρον...
Η ταινία παρακολουθεί έναν νεαρό που ζει σα να βρίσκεται σε "συνεχείς διακοπές". Θέλει να είναι ένας τουρίστας στη ζωή, αγαπά την περιπλάνηση, αρνείται να βολευτεί σ' ένα μέρος, σε μια σχέση, σε μια δουλειά. Όλα αυτά ακούγονται ενδιαφέροντα. Ο Τζάρμους όμως οδηγεί τα πράγματα στο άκρο άωτο του μινιμαλισμού, του σχεδόν τίποτα. Ατέλειωτα πλάνα όπου ο ήρωας απλώς περπατά ή κάθεται ή ρεμβάζει ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων με έκαναν να βαρεθώ βαθύτατα, περισσότερο, φοβάμαι, απ' όσο βαριέται την κάθε είδους μονιμότητα ο ίδιος ο πρωταγωνιστής. Μεγάλοι, νεκροί φιλμικοί χρόνοι, ελάχιστοι διάλογοι, ελάχιστα πράγματα που συμβαίνουν πού και πού... Κάποια στιγμή έπιασα τον εαυτό μου να θέλει απεγνωσμένα να καταφύγει στο fast forward.
Το ενδιαφέρον, όπως σας είπα, είναι όλα αυτά εξακολουθούν να έχουν (ή μάλλον εμφανίζουν για πρώτη φορά) ψήγματα από τη γοητεία των ταινιών του δημιουργού, που θα φαινόταν στα επόμενα χρόνια. Καταλαβαίνεις ότι εδώ έχεις να κάνεις με μια προσωπική γραφή, με ένα πολύ ιδιαίτερο στιλ, με έναν ξεχωριστό δημιουργό. Ο μινιμαλισμός, οι μοναχικοί ήρωες που αφήνονται να παρασυρθούν από ό,τι βρουν μπροστά τους, οι "τουρίστες στη ζωή", οι σποραδικές έξυπνες σκηνές, η έλλειψη δράσης, είναι χαρακτηριστικά όλου του τόσο ιδιόρυθμου στιλ του. Μόνο που εδώ, που εμφανίζονται για πρώτη φορά, γίνονται, κατά τη γνώμη μου, πιο άτεχνα, πιο μακρόσυρτα και, τελικά, πολύ πιο βαρετά.
Τέλος πάντων, έγραψα και στην αρχή ότι πρόκειται για πρωτόλειο. Γι' αυτό μπορώ να το συγχωρήσω και να το θεωρήσω απλώς μια άτεχνη εισαγωγή στο έργο ενός δημιουργού που αγαπώ πολύ.

Τρίτη, Αυγούστου 03, 2010

Ο ΜΠΕΡΝΙ ΝΕΚΡΟΣ


Υπάρχουν μερικές κωμωδίες που, απλώς, είναι διασκεδαστικές - και ενίοτε έξυπνες - και μέχρι εκεί. Κοινώς περνάς δύο ευχάριστες ώρες. Σ΄αυτή την κατηγορία θα κατέτασα το "Τρελό Γουίκεντ στου Μπέρνι" (Weekend at Bernie's) που γύρισε το 1989 ο Ted Kotcheff. Μόνο που η συγκεκριμένη κωμωδία διαθέτει στον πυρήνα της μια πολύ έξυπνη ιδέα που μάλλον τη μετατρέπει σε μαύρη κωμωδία.
Όταν δύο νεαροί, επίδοξοι γιάπηδες, αφανείς υπάλληλοι μεγάλης εταιρίας, καλούνται να περάσουν ένα οργιαστικό γουίκεντ στο πολυτελέστατο παραθαλάσιο σπίτι του αφεντικού τους Μπέρνι, διαπιστώνουν ότι ο τελευταίος έχει δολοφονηθεί. Από το σημείο αυτό και πέρα πρωταγωνιστής του φιλμ γίνεται το πτώμα, το οποίο περιφέρεται όλο το σαββατοκύριακο από πάρτι σε παραλίες και από μπαρ σε θαλάσσια σπορ από τους δύο νεαρούς, καθώς οι τελευταίοι φοβούνται ότι θα μπλέξουν αν αποκαλύψουν ότι ο δημοφιλέστατος Μπέρνι είναι νεκρός.
Χαρακτηριστική 80ς ευδαιμονία και ξενοιασιά, όταν ακόμα η σφοδρή επιθυμία να γίνεις γιάπι είναι απόλυτα αποδεκτή, όταν η εταιρία στην οποία δουλεύεις γίνεται δεύτερο σπίτι σου, όταν η κρίση βρίσκεται ακόμα πολύ πολύ μακριά... Πλην όμως το φιλμ ρίχνει και μια σκοτεινή σκιά σ' ολα αυτά, αφού μιλά και για τη βρώμικη πλευρά όλου αυτού του πλούτου και της ξενοιασιάς. Κατά τα άλλα, οι σεναριακές απιθανότητες (και τα κλισέ) υπάρχουν, αλλά, ειλικρινά, δεν με πείραξαν και τόσο, αφού υπάρχουν στο πλαίσιο μιας συνολικά τρελής κωμωδίας, που δεν παίρνεις και πολύ - πολύ στα σοβαρά. Έτσι κρατώ την έξυπνη ιδέα, της οποίας βέβαια η εκτέλεση θα μπορούσε να είναι και καλύτερη, και δηλώνω τελικά ότι πέρασα δύο ευχάριστες ώρες. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Δευτέρα, Αυγούστου 02, 2010

ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ


Ας αρχίσω απο μερικές γενικές παρατηρήσεις, που νομίζω ότι κάπου έχω ξαναγράψει: Το αμερικάνικο μιούζικαλ είναι ένα ιδιόρυθμο είδος, με δική του αισθητική και κανόνες. Όπως όλα τα είδη ή το αγαπάς ή το μισείς. Ιδιαίτερα στις μέρες μας που ουσιαστικά έχει εκλείψει σαν είδος (εκτός φυσικά από σχετικά σπάνιες εξαιρέσεις), πολύς κόσμος δεν μπορεί να αντέξει τις διαρκείς διακοπές στην αφήγηση για να παρεμβληθούν μουσικοχορευτικά νούμερα, μερικές φορές μάλιστα ψιλοάσχετα με την υπόθεση καθεαυτή. Αλλά είπαμε: Αυτό είναι το στιλ. Αν δεν το αντέχει κανείς, πολύ απά, δεν βλέπει μιούζικαλ.
Για τους υπόλοιπους τώρα, το αριστουργηματικό "Singing in the Rain" (Τραγουδώντας στη βροχή) του 1952 των Stanley Donen και Gene Kelly (1912-1996) είναι σίγουρα ένα αρχετυπικό δείγμα του είδους. Σπάνια το κωμικό στοιχείο, ο κλασικός ρομαντικός έρωτας, τα "κολλητικά" τραγούδια, τα εκπληκτικά χορευτικά, αλλά και η σάτιρα συγκεκριμένων πραγμάτων και καταστάσεων έδεσαν με τόσο απολαυστικό τρόπο, σε ένα τόσο αρμονικό αποτέλεσμα. Φυσικά ο Gene Kelly, ένας από τους δυο-τρεις σημαντικότερους χορευτές ηθοποιούς της οθόνης, είναι η ψυχή του φιλμ, τόσο με τα αέρινα χορευτικά του όσο και με το κωμικό του ταμπεραμέντο.
Αυτό όμως που ξαφνιάζει σήμερα είναι η σάτιρα του ίδιου του Χόλιγουντ και της υποκρισίας του. Βέβαια, για να χρυσώσει το χάπι, αυτή στρέφεται στην κοσμογονική για το σινεμά εποχή της μετάβασης από τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο (μετάβαση από την οποία ανλούνται και πολλά από τα αστεία του φιλμ), αλλά το ξεσκέπασμα της υποκρισίας και της ψευτιάς που κρύβονται κάτω τον απαστράπτοντα κόσμο της Μέκκας του σινεμά είναι εντυπωσιακό μέχρι τις μέρες μας. Όσοι βέβαια ξέρουν τις κλασικές ταινίες του είδους, γνωρίζουν ότι συχνά τα μιούζικαλ αυτοαναφέρονται, μιλάνε δηλαδή για το ίδιο το σινεμά, το θέατρο, το Μπρόντγουέι, έχουν συχνά σαν ήρωες σταρ της σκηνής ή του πάλκου και αφηγούνται τις ιστορίες τους άλλοτε με κωμικό κι άλλοτε με δραματικό τρόπο. Συχνά επίσης κάνουν πλάκα με το δίπολο "υψηλής" και "χαμηλής" τέχνης, με πρωταγωνιστές που θέλουν να πάψουν να χορεύουν για να ασχοληθούν με τον Σέξπιρ ή που, τέλος πάντων, ταλανίζονται από παρόμοια διλήμματα. Υπάρχει δηλαδή στους ίδιους τους δημιουργούς των μιούζικαλ η γνώση ότι "εμείς κάνουμε ποπ κουλτούρα και όχι "υψηλή" τέχνη" και, βέβαια, συνήθως επιλέγουν να βγάλουν γέλιο από το δίλημμα αυτό. Έτσι το ότι τα στοιχεία αυτά ενυπάρχουν και εδώ δεν είναι μεν κάτι πρωτότυπο, δίνονται όμως, νομίζω, με πραγματικά άψογο τρόπο. Τόσο ώστε δικαίως το "Singing in the Rain" να θεωρείται ένα από τα καλύτερα και δημοφιλέστερα μιούζικαλ όλων των εποχών και να κατέχει περίοπτη θέση στην παγκόσμια ιστορία του κινηματογράφου.
Πέραν από τις αναλύσεις πάντως, θα απολαύσετε θαυμάσια μουσικοχορευτικά κομμάτια (μερικά απ' αυτά ιδιαιτέρως κωμικά), μερικές πολύ αστείες σκηνές και, βέβαια, το κλασικό ομώνυμο νούμερο με τον Κέλι να τραγουδά και να χορεύει στη βροχή. Και, για μένα τουλάχιστον, όλες αυτές οι αρετές δεν έχουν καθόλου ξεθωριάσει μετά από τόσες δεκαετίες. Γι' αυτό άλλωστε και θεωρώ (μαζί με αρκετά εκατομμύρια άλλους στον πλανήτη) την ταινία κλασική.

eXTReMe Tracker