Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2009

ΡΟΥΜΠΑ: ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΛΑΠΣΤΙΚ ΚΑΙ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΚΩΜΩΔΙΑ


Οι Dominique Abel, Fiona Gordon και Bruno Romy είναι ένα τρίο από το Βέλγιο που δουλεύουν μαζί: Σκηνοθετούν τα φιλμ τους και οι δύο πρώτοι πρωταγωνιστούν κιόλας. Πριν λίγα χρόνια είχα βρει απολαυστικότατο το Iceberg τους. Τώρα επανέρχονται με τη Rumba (2008) και βαδίζουν στα ίδια χνάρια.
Αυτό που χαρακτηρίζει το στιλ τους είναι η ομοιότητά του με το βουβό σινεμά. Βασίζεται περισσότερο σe οπτικά γκαγκς, ενώ ο λόγος είναι ελάχιστος και σε μεγάλες σκηνές απουσιάζει εντελώς. Βοηθούν και οι φάτσες των (ίδιων στις δύο ταινίες) 3 πρωταγωνιστών, οπότε η όλη κατάσταση θυμίζει κλόουν.
Η Rumba έχει αρκετά "μαύρα" στοιχεία. Το αγαπημένο και σαν καρτούν ζεύγος που τρέφει πάθος για τους λάτιν χορούς (και έχει μαζέψει όλα τα βραβεία στους σχετικούς διαγωνισμούς), χάνει τα πάντα μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Εκείνη χάνει το πόδι της, εκείνος τη μνήμη του και από εκεί και πέρα ξεκινά ένας κατήφορος. Μόνο που όλα αυτά, ακόμα και οι πιο τραγικές καταστάσεις, που κανονικά θα έφτιαχναν ένα δράμα, δίνονται μέσα από χιουμοριστικά, οπτικά κυρίως γκαγκς, και η ίδια η ιστορία είναι κι αυτή απίθανη, αστεία, βασισμένη σε συμπτώσεις, επίτηδες σχηματική και μινιμαλιστική, όπως ακριβώς και η εικόνα. Ο μινιμαλισμός είναι γενικότερα ένα άλλο βασικό στοιχείο που τους χαρακτηρίζει.
Το πρόβλημα για μένα είναι ότι σ' αυτόν τον αθώο, αστείο και αισιόδοξο, ακόμα και στις δυσκολότερες φάσεις, κόσμο, το χιούμορ είναι περιορισμένο και συχνά επαναλαμβανόμενο. Ή, να το πω πιο απλά, γέλασα λιγότερο απ' όσο, φαντάζομαι, θα ήθελαν οι ιδιόρυθμοι δημιουργοί. Γενικά το βρήκα κατώτερο από το Iceberg, που με είχε ιδιαιτέρως διασκεδάσει. Γενικά πάντως, αν δεν τους έχετε υπ' όψιν σας, είναι ευκαιρία να γνωρίσετε το, αν μη τι άλλο, πολύ πρωτότυπο αυτό δημιουργικό τρίο, που, όπως όλα δείχνουν, δημιουργεί μια δική του σχολή με το προσωπικό στιλ και χιούμορ του (τώρα πώς μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει "προσωπικό" το στιλ 3 ανθρώπων, αυτό είναι άλλη ιστορία. Μη ξεχνάτε ότι απίστευτα προσωπικό - δηλαδή δεν έμοιαζε με κανένα άλλο - ήταν και το στιλ των 6 Monty Python).

Τετάρτη, Ιουλίου 22, 2009

Η ΡΩΜΗ, Η ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΑ ΚΑΙ Η ΚΟΜΨΟΤΗΤΑ ΑΛΛΩΝ ΕΠΟΧΩΝ



Το 1953 ο William Wyler (1902-1981) γυρίζει την κλασική ρομαντική κωμωδία "Διακοπές στη Ρώμη", πρώτη ταινία της υπέροχης Όντρεϊ Χέπμπορν, και σχεδόν καθορίζει για πάντα την έννοια αυτού που σήμερα αποκαλούμε κομεντί, στο όνομα της οποίας έχουν γίνει ουκ ολίγα παντελώς ξενέρωτα φιλμ. Δεν ξέρω αν θα με αποκαλέσετε παλιομοδίτη ή... αρχαιολάτρη, αλλά βρήκα αυτές τις "Διακοπές" πολύ καλύτερες από δεκάδες σύγχρονες αντίστοιχες (που μπορεί να πάρουν τη μορφή ρομαντικού, κατασκοπικού, αστυνομικού, ερωτικού ή ό,τι άλλου είδους, πλην όμως διατηρούν τη βασική φόρμα της κομεντί).
Στην ταινία του Wyler πάντως δεν ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις. Την κομψότητα και το πνεύμα της, την άψογη μείξη κωμικού και ρομαντικού στοιχείου, γέλιου και συγκίνησης, την υπέροχη Ρώμη του 53 (έστω και ασπρόμαυρα φωτογραφημένη), που δεν είναι απλό σκηνικό, αλλά ίσως η ουσιαστική πρωταγωνίστρια του φιλμ, την Όντρεϊ Χέπμπορν στην πρώτη της εμφάνιση, ως θλιμένη πριγκήπισα, να σφύζει από νιάτα κι από εκείνη τη μοναδική χάρη που υπήρξε πάντα το σήμα κατατεθέν της...
Σαφώς το στόρι είναι αφελές και απλό. Μην ψάχνετε για βαθιά νοήματα και συμβολισμούς. Και, μέσα στην αφέλειά του, μας λέει απλώς ότι και οι πριγκήπισες (κι ας είναι και όμορφες) μπορεί να είναι δυστυχισμένες και να χρειάζονται απεγνωσμένα "αληθινή" ζωή (τουτέστιν να έρθουν σε επαφή με τον λαό, να ερωτευτούν, να ξεσκάσουν...) Τίποτα το σπουδαίο δηλαδή. Η ουσία όμως δεν βρίσκεται στο θέμα, αλλά στο πώς δίνεται αυτό, ώστε το φιλμ να παραμένει τόσο ευχάριστο και έξυπνο διαχρονικά. Αυτή είναι άλλωστε και η τέχνη του κλασικού αμερικάνικου σινεμά, που εδώ βρίσκεται στα καλύτερά του. Αφέλεια, αλλά τόσο τέλεια σερβιρισμένη... Μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να μειωθεί το IQ κανενός βλέποντας μια τέτοια ταινία. Αρκεί να ξέρεις από την αρχή ότι θα δεις μια απλοϊκή ιστορία. Αν το έχεις χωνέψει αυτό και δεν παραμυθιάζεσαι (μόνο βλάκες θα πίστευαν όσα βλέπουν), ε, τότε αυτό που μένει είναι καθαρή κινηματογραφική απόλαυση.
ΥΓ και Spoiler Spoiler Spoiler: Αυτό που θαυμάζω ακόμα περισσότερο στην ταινία αυτή είναι η καθαρή συγκίνηση του τέλους. Πέστε μου, πόσες χαριτωμένες σύγχρονες αισθηματικές κομεντί έχετε δει ΧΩΡΙΣ χάπι εντ; Με μια πρόχειρη σκέψη δεν θυμάμαι καμιά απολύτως. Κι όμως το 1953 ο Wyler τολμούσε να τελειώσει το φιλμ του δείχνοντας το αδύνατο μιας τέτοιας σχέσης και κάνοντας ίσως, μετά την τόση ευφορία, ένα δάκρυ να τρέξει από το μάτι των πιο ευαίσθητων θεατών. Πόσοι τολμούν κάτι τέτοιο στις μέρες μας;

Κυριακή, Ιουλίου 19, 2009

Ο ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΞΟΡΓΙΣΤΙΚΟΣ BRUNO


Εδώ είναι που σηκώνω τα χέρια ψηλά. Διότι τι άλλο να κάνεις, αν βγαίνοντας από μια ταινία νοιώθεις ταυτόχρονα ευχαρίστηση και απώθηση; Ο λόγος φυσικά για το Bruno του Larry Charles (δε ξέρω αν το προσέξατε, αλλά είναι ο ίδιος που έκανε και το Borat και το Religoulous) με τον απίστευτο Sacha Baron Cohen βέβαια, που αυτή τη φορά ενσαρκώνει την περσόνα ενός gay (στην υπέρτατη δυνατή μορφή του) αυστριακού παρουσιαστή σόου, που μετά τον εξοστρακισμό του από την πατρίδα του πάει στην Αμερική με μοναδικό στόχο - τι άλλο; - να γίνει διάσημος με κάθε κόστος. Ακολουθούν αμίμητες φάσεις, που πραγματικά δεν πιστεύεις ότι τις βλέπεις στην οθόνη ενός mainstream κινηματογράφου, που γίνονται ακόμα εντονότερες αφού το φιλμ έχει τη μορφή (όπως και στο Borat) ψευδοντοκιμαντέρ.
Πρόκειται σαφέστατα για κωμωδία κακού γούστου. Ο Cohen κάνει απίστευτες χοντράδες (πότε έχετε δει σε mainstream, ξαναλέω, ταινία να κουνά κάποιος επί ώρα το πουλί του σε γκρο πλαν;) και αρνείται πεισματικά να τηρήσει οποιαδήποτε κινηματογραφική σύμβαση. Μα τότε γιατί τελικά εκτιμάμε αυτή την ταινία; Γιατί ο "Bruno" δεν αφήνει πραγματικά τίποτα όρθιο. Γιατί σατιρίζει ανελέητα τους πάντες και τα πάντα και μάλιστα αυτά που είναι "ιερά και όσια" για τους αμερικάνους (και όχι μόνο φυσικά). Γιατί δείχνει όσο κανένας άλλος και με τον πιο άμεσο (και χοντρό και χυδαίο μπορείτε αν θέλετε να προσθέσετε) τρόπο την απύθμενη ηλιθιότητα, κενότητα και υπό το μηδέν πολιτική συνείδηση της σόου μπίζνες, του κόσμου της μόδας, της τηλεόρασης και των σόου. Γιατί καυτηριάζει όσο κανείς άλλος τη μανία τού να γίνεις ντε και καλά διάσημος (έστω και πατώντας επί πτωμάτων), τον ρατσισμό (και άσπρο και μαύρο), τη θρησκεία και τους διάφορους χριστιανοειδείς σύγχρονους απατεώνες, τον φαλλοκρατισμό και το αντριλίκι (σε φασιστοειδείς μάλιστα εκδοχές τους όπως ο στρατός, οι κυνηγοί, το κατς κλπ.), αλλά, ταυτόχρονα, και την gay υπερβολή ή "μόδα", και την gay κακογουστιά. Και, βέβαια, την συχνή κενότητα των σταρς (που δεν διστάζει πολλούς απ' αυτούς να τους λέει με τα ονόματά τους κάνοντας χοντρά σχόλια) και την σύγχρονη φιλανθρωπική μόδα, όπου ο καθένας "υιοθετεί" μια χώρα, μια ασθένεια, ένα υπό εξαφάνιση ζώο, ένα παιδάκι και τα προστατεύει. Και πολλά, πολλά άλλα.
Αυτοί οι απόλυτα θετικοί (για μένα τουλάχιστον) στόχοι είναι που ανεβάζουν την εκτίμησή μου στο φαινόμενο Cohen. Οι πιθανές αντιρρήσεις βρίσκονται στον τρόπο που το κάνει. Είναι σα να πολεμά τους "κακούς" με τους πλέον χοντρούς, χυδαίους, κακόγουστους τρόπους. Αλλά, ό,τι κι αν κάνει, δεν μπορώ παρά να του βγάλω το καπέλο αν μη τι άλλο για την απίστευτη τόλμη του.
Είπαμε: Ο Cohen είναι μια κατηγορία από μόνος του. Δεν μοιάζει με κανέναν άλλο κωμικό και κάνει πράγματα που ουδείς άλλος τόλμησε στο σινεμά. Και δεν κολώνει μπροστά σε τίποτα. Ή τον αγαπάτε ή τον μισείτε και νοιώθετε βαθύτατα προσβεβλημένοι γι' αυτό που είδατε ή, ακόμα συχνότερα, και τα δύο μαζί.

Σάββατο, Ιουλίου 18, 2009

ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ HANGOVER


Υπάρχει μια φρέσκια σχολή αμερικάνικης κωμωδίας η οποία, ενώ βασίζεται σε χοντρές πλάκες, παίζει με την έννοια της καφρίλας, δεν είναι καθόλου "πολιτικά ορθή", ωστόσο είναι εξόχως διασκεδαστική, έχει αληθινή πλάκα αν θέλετε να το πω αλλιώς και, παραδόξως, ενώ σε πρώτη φάση μοιάζει να απαρτίζεται από τα ίδια ουσιαστικά συστατικά, δεν έχει καμιά σχέση με τα διάφορα "American Pie" ή τους καθ' ημάς Σεφερλήδες. Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να σας εξηγήσω λογικά πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό, νομίζω όμως ότι θα το καταλάβετε βλέποντας ταινίες της "σχολής" Apatow ή το "The Hangover" του Todd Phillips.
Όπου τρεις φίλοι πάνε στο κλασικό Λας Βέγκας (απόλυτα κιτς και τυπική "πόλη ακολασίας" για τους αμερικάνους) για το κλασικό μπάτσελορ πάρτι, αφού ο ένας τους παντρεύεται σε δύο μέρες. Μόνο που παίρνουν μαζί τους και τον αδελφό της νύφης, που κανείς τους δεν τον ξέρει καλά, ο οποίος είναι... κάπως. Και το μπάχαλο αρχίζει το επόμενο μεσημέρι, όταν ξυπνάνε στην πολυτελέστατη σουίτα τους σε ένα απόλυτα σουρεαλιστικό σκηνικό: η σουίτα είναι κατεστραμένη, ένα άγνωστο βρέφος κλαίει σε ένα καλάθι, μια κότα περιφέρεται, μια... τίγρη βρίσκεται κλεισμένη στο μπάνιο και, το σπουδαιότερο, ο μέλλων γαμπρός έχει εξαφανιστεί. Αλλά το ακόμα σπουδαιότερο είναι ότι ουδείς από τους τρεις εναπομείναντες θυμάται το παραμικρό για την προηγούμενη νύχτα!
Το είπα: Πολλές από τις πλάκες είναι χοντρές, ορισμένες λεπτομέρειες μπορεί να ενοχλήσουν κάποιους (ή κάποιες), ίσως το φιλμ να κατηγορηθεί ότι απευθύνεται μόνο σε άντρες, αφού ουσιαστικά ασχολείται με την αντρική καφρίλα ή/και ανωριμότητα ή/και παλιμπαιδισμό, αλλά, διάβολε, διασκέδασα πολύ. Και επιπλέον διαθέτει και γερό σενάριο που δημιουργεί αναμφισβήτητο σασπένς. Αφείστε που τολμά να ισχυριστεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις - προσοχή, όχι σε όλες - όλη αυτή η καφρίλα μπορεί να είναι απόλυτα απελευθερωτική και να αλλάξει (προς το θετικό βάβαια) τη ζωή κάποιου.
Όλα τα λεφτά νομίζω ότι είναι ο αδελφός (ο ελληνικής καταγωγής Ζακ Γαλιφιανάκης, τον οποίο προσωπικά αγνοούσα). Δεν είναι ακριβώς καθυστερημένος ή ηλίθιος ή απλώς βλάκας, αλλά είναι... πώς να το πω, αλλού. Σα να ζει σε ένα δικό του κόσμο, που δεν έχει πάντα επαφή με όσα κωμικοτραγικά συμβαίνουν γύρω του. Κι αυτό το "αλλού" είναι που προσωπικά με έκανε να γελάσω περισσότερο στην ταινία.
Καλή διασκέδαση, λοιπόν, αλλά... εγώ σας προειδοποίησα.

Πέμπτη, Ιουλίου 16, 2009

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ, Ο ΓΙΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΨΑΡΙΑ


Ένας αμερικανός που ζει στο Παρίσι έχει αποξενωθεί από τον αθεράπευτα παραμυθά πατέρα του. Όταν όμως μαθαίνει ότι αυτός είναι στα τελευταία του αναγκάζεται να γυρίσει στην πόλη του με τη γαλίδα γυναίκα του. Πατέρας και γιος συναντιούνται, μιλάνε για πρώτη φορά μετά από χρόνια και σιγά – σιγά αρχίζει ένα είδος προσέγγισης.
Θα μπορούσε να είναι το στόρι ενός φιλμ του Μπέργκμαν ή κάτι τέτοιο. Είναι όμως το Big Fish του 2003 του Τim Βurton, ενός δημιουργού που διαθέτει από τις οργιαστικότερες φαντασίες που «κυκλοφορούν» στο σύγχρονο σινεμά. Και είναι ίσως η τρυφερότερη και πιο συγκινητική του ταινία.
Και η οργιαστική φαντασία; Το παραμύθι; Οι φευγάτες εικόνες, που αποτελούν το σήμα κατατεθέν του Burton; Μην ανησυχείτε. Βρίσκονται όλες (και) εδώ. Είπαμε. Ο πατέρας υπήρξε σ΄όλη του τη ζωή ένας απίστευτος παραμυθάς. Αυτές ακριβώς οι απίθανες ιστορίες του, που αφορούν πάντοτε "περιπέτειες που έζησε", δείχνονται στο φιλμ. Κι αυτές μπλέκονται αξεδιάλυτα με την πραγματικότητα, κάνοντας έτσι ένα διαρκές μπρος - πίσω στο παρόν και στο παρελθόν, στο πραγματικό και στο φανταστικό, στην αλήθεια και στο ψέμα. Κι έτσι, όσο προχωρά το φιλμ, τα όρια ανάμεσα στο παραμύθι και στα γεγονότα γίνονται όλο και περισσότερο δισδιάκριτα. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η γοητεία της ταινίας.
Εκει όμως βρίσκεται νομίζω κι αυτό που θέλει να πει: Τελικά η "πραγματικότητα", αυτό που βιώνουμε, είναι μια σύνθεση του "αντικειμενικού" εξωτερικού περιβάλλοντος κι αυτού που έχουμε στο μυαλό μας. Η φαντασία μας αλληλεπιδρά με τα γεγονότα και δημιουργεί αυτό που εκλαμβάνουμε σαν πραγματικό. Κι ότι η αλήθεια, μας λέει επίσης το φιλμ, είναι λίγο διαφορετική για τον κάθε άνθρωπο. Αυτά όλα είναι που αρνείται να δεχτεί ο γιος, κι αυτό τον κάνει να αποξενωθεί απ' τον πατέρα. Κι όταν σιγά - σιγά τα αποδεχτεί θα δει τη ζωή γενικότερα και τον πατέρα του ειδικότερα με άλλο μάτι και θα τον πλησιάσει πραγματικά σε ένα από τα συγκινητικότερα φινάλε των τελευταίων χρόνων.
Αλλά μέχρι να φτάσουμε εκεί θε έχετε νομίζω διασκεδάσει με το χιούμορ, την παράδοξη ροή των όσων συμβαίνουν, τις αλλόκοτες ιστορίες που μπλέκονται η μια με την άλλη. Θα έχετε δηλαδή απολάυσει μια από τις καλύτερες,νομίζω, στιγμές στην καριέρα του Burton.

Κυριακή, Ιουλίου 12, 2009

Ο ΜΑΜΠΟΥΖΕ ΞΑΝΑ


11 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη ταινία για τον Μαμπούζε (Dr Mambuse, der spieler), το 1933 δηλαδή, ο Fritz Lang επιστρέφει στον εφιαλτικό του ήρωα με το Das Testament des Dr. Mabuse (Η Διαθήκη του Δρ Μαμπούζε). Τη φορά αυτή η ταινία είναι ομιλούσα, ο ιδιοφυής εγκληματίας είναι τρομακτικότερος ίσως από την προηγούμενη φορά... και το στοιχείο του φανταστικού μπαίνει για τα καλά στην ιστορία.
Ο Μαμπούζε είναι κλεισμένος στο κελί του στο άσυλο (όπου τον είχαμε αφήσει στο τέλος του πρώτου φιλμ) και το μόνο που κάνει είναι να γράφει μανιακά, γεμίζοντας πλήθος σελίδων αρχικά με ασυναρτησίες, βαθμιαία όμως με... Ας μη σας χαλάσω όμως το σασπένς. Ο εξαιρετικός Rudolf Klein-Rogge, από τις πλέον αξέχαστες φιγούρες που έχεουν στοιχειώσει ποτέ την οθόνη ως Μαμπούζε, έχει εδώ δευτερεύοντα ρόλο και δεν κυριαρχεί όπως στο πρώτο φιλμ. Ωστόσο η παρουσία του, άυλη έστω, είναι πανταχού παρούσα. Γιατί από το κελί του το εγκληματικό πνεύμα του μπορεί να "καταλαμβάνει" πλέον σώματα άλλων ανθρώπων... Στα συν της ταινίας και η αξέχαστη φιγούρα του επιθεωρητή - αντίπαλου του δόκτορα: Είναι ένας μάλλον κτηνώδης, άξεστος τύπος, δίχως προσωπική ζωή (τον βλέπουμε να κοιμάται στο γραφείο του), που καπνίζει ασταμάτητα και προκαλεί φόβο στους πάντες (όχι μόνο στους εγκληματίες). Νομίζω ότι κι αυτή η αντιπαράθεση νόμου - εγκλήματος, όπου καμιά από τις δύο πλευρές δεν δείχνεται ιδιαίτερα κολακευτική (άσχετα αν ταυτιζόμαστε με τον επιθεωρητή μπροστά στην αντίπαλη φρίκη), έχει κι αυτή το ενδιαφέρον της.
Στην ταινία αυτή, που περιστρέφεται όλη γύρω από το άσυλο, διαθέτει ένα όλο και αυξανόμενο σασπένς και αρκετές αξέχαστες σκηνές (ο Μαμπούζε στο κελί του, η κατάληψη ενός σώματος από τη φασματική του παρουσία, ο τρελός πρώην συνεργάτης της αστυνομίας κ.ά.), ξετυλίγεται όλη η εγκληματική φιλοσοφία του βασικού ήρωα. Ο Μαμπούζε είναι, ρητά πλέον, υπεράνω κάθε χρηματικού κέρδους. Αυτό που θέλει (το γράφει ο ίδιος) είναι να εγκαθιδρύσει μια παγκόσμια αυτοκρατορία τρόμου και εγκλήματος, να εγκαταστήσει τον φόβο στην ψυχή κάθε ανθρώπου και να σπείρει το χάος στην υφήλιο. Γι' αυτό και τα χτυπήματα που σχεδιάζει δεν έχουν καμιά σχέση με κέρδος: Θέλει να προκαλέσει κατάρρευση του χρηματιστηρίου, να ανατινάξει επικίνδυνα χημικά εργοστάσια, να δηλητηριάσει το νερό... Το κέρδος παύει πλέον να είναι υλικό. Ο στόχος του είναι πια μόνο η απόκτηση απόλυτης δύναμης, ο πόθος του να εξουσιάζει μια παγκόσμια αυτοκρατορία τρόμου!
Η ναζιστική κυβέρνηση απαγόρευσε το φιλμ, όπως ο διαβόητος Γκέμπελς, θαυμαστής ο ίδιος του έργου του Λανγκ, του ανακοίνωσε. Ίσως η ομοιότητα του τρελού Μαμπούζε να γράφει τις ολέθριες οδηγίες του στο κελί του στο άσυλο με τον Χίτλερ να γράφει το "Ο Αγών μου" από το δικό του κελί όταν ήταν φυλακισμένος, να παραήταν εμφανείς...
Προσωπικά βρίσκω την "Διαθήκη" πιο σφιχτή ταινία από τον πρώτο, πάνω από τετράωρο, δόκτορα. Την συμπαθώ περισσότερο. Και νομίζω ότι διαθέτει ακόμα περισσότερες δυνατές σκηνές από την προηγούμενη.
Λίγο μετά την ολοκλήρωσή της ο Λανγκ εγκατέλειψε κρυφά τη Γερμανία και δεν επέστρεψε παρά αρκετά μετά την πτώση των ναζί.

Σάββατο, Ιουλίου 11, 2009

Ο ΜΑΜΠΟΥΖΕ ΩΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ ΚΑΚΟΥ


Το 1922 ο Fritz Lang (1890-1976) γυρίζει τον θρυλικό "Dr Mabuse, der Spieler" (Δρ Μαμπούζε, ο Παίκτης) και πετυχαίνει ταυτόχρονα αρκετά πράγματα. Πρώτα όμως μια προειδοποίηση: Η ταινία, εκτός από βουβή φυσικά, διαρκεί ούτε λίγο ούτε πολύ 4,5 (τέσσερεις και μισή) ώρες! Πρόκειται για ένα αληθινό έπος, έπος για το Κακό θα λέγαμε.
Σίγουρα το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη σύλληψη ενός τέτοιου φιλμ: Η Γερμανία είναι διαλυμένη από την πρόσφατη ήττα της στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Παντού επικρατεί ηττοπάθεια, απελπισία και κυρίως φτώχεια και ανεργία. Οι άνθρωποι θρηνούν ακόμα τους χιλιάδες νεκρούς τους, ενώ πολλά μέρη ή υποδομές είναι ακόμα κατεστραμένα. Ο φόβος για το μέλλον είναι διάχυτος (και, φυσικά, όπως έδειξε η ιστορία και ο επερχόμενος ναζισμός, απόλυτα δικαιολογημένος). Μέσα σ' αυτό το ζοφερό κλίμα, είναι πολύ φυσικό ο μεγάλος σκηνοθέτης να συλλάβει έναν εκπρόσωπο του απόλυτου κακού, κάποιον που επιθυμεί το απόλυτο χάος και τη διάλυση των πάντων (την ατμόσφαιρα δηλαδή που σχεδόν επικρατεί στην πραγματικότητα). Και συγχρόνως να δώσει μια εμβληματική φιγούρα κακού, από τις πρώτες και συγχρόνως από τις χαρακτηριστικότερες στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά.
Ο Δρ Μαμπούζε στην καθημερινότητά του είναι διάσημος ψυχίατρος του Βερολίνου. Κουράρει πλούσιους και δίνει πετυχημένες διαλέξεις. Στην κρυφή ζωή του όμως είναι ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα, ο άσσος στις μεταμφιέσεις, ο ιδιοφυής εγκληματίας. Μπορεί να μεταμφιεστεί σε οτιδήποτε θέλει, από σεβάσμιο γέρο αριστοκράτη μέχρι μέθυσο εργάτη, να βρίσκεται όπου επιθυμεί, ακόμα και μπροστά στους διώκτες του, που φυσικά είναι αδύνατο να τον αναγωρίσουν (ακόμα και εμείς οι θεατές δυσκολευόμαστε αρκετές φορές να καταλάβουμε ποιος απ' όλους είναι αυτή τη φορά ο Μαμπούζε καθώς το μακιγιάζ και οι προσθετικές κάνουν θαύματα). Κι έτσι μπορεί να υλοποιεί τα ιδιοφυή του σχέδια, που μπορεί να έχουν σα στόχο από την κατάρρευση του χρηματιστηρίου μέχρι την απαγωγή μιας όμορφης αριστοκράτισας που έχει ερωτευτεί. Συγχρόνως (κι εδώ μπαίνει κάπως και το φανταστικό στοιχείο) ο Μ. είναι πανίσχυρος υπνωτιστής και μπορεί να συντρίψει τη βούληση οποιουδήποτε, αναγκάζοντάν τον να κάνει ό,τι εκείνος (ο Μαμπούζε) θέλει. Έτσι, πρακτικά είναι πανίσχυρος. Και αρέσκεται να παίζει κυρίως με τις ζωές, τις ψυχές, τις πίστεις των ανθρώπων, να τους κατευθύνει σα μαριονέτες. Εξ ου και ο "παίκτης" του τίτλου. Μόνος εχθρός που μπορεί να τον απειλήσει είναι η ίδια του η μεγαλομανία, η τρέλα του (οι σκηνές όπου αντικρίζει τα φαντάσματα των θυμάτων του είναι πολύ δυνατές). Κι εδώ γίνεται ένα ακόμα πρώιμο σχόλιο για την πολύ κοντινή συγγένεια μεγαλοφυίας και τρέλας.
Στην ταινία ξέρουμε από την αρχή τον εγκέφαλο του κακού, δεν ψάχνουμε να "βρούμε τον δολοφόνο", πράγμα πρωτοποριακό για την εποχή του. Απλώς παρακολουθούμε την σχεδόν υπερανθρώπινη αυτή ευφυία να καταστρώνει και να εκτελεί τα σατανικά του σχέδια. Έχουν ειπωθεί πολλά για τους πιθανούς συμβολισμούς που μπορεί να κρύβει ένα τέτοιο πρόσωπο: Πολλοί έγραψαν ότι μέσα απ' αυτόν ο Λανγκ πρόβλεψε την έλευση του Χίτλερ (την κατάλυση δηλ. κάθε ελευθερίας και την επικράτηση του απόλυτου κακού), αν και ο ίδιος ο σκηνοθέτης αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Έχει ακόμα ειπωθεί πως το ότι ακριβώς ο Μαμπούζε μπορεί να είναι οποιοσδήποτε δίπλα μας, δείχνει την πανταχού παρουσία του κακού, που μπορεί να βρίσκεται μέσσα σε κάθε άνθρωπο, κάθε κοινωνικής τάξης. Εσείς μπορείτε να επινοήσετε και όποια άλλη ερμηνεία νομίζετε, αν πιστεύετε ότι οι ερμηνείες είναι απαραίτητες.
Ο Λανγκ είναι εδώ λιγότερο εξπρεσιονιστής από τον Μουρνάου ή τον Βίνε (Καλιγκάρι) ας πούμε. Χρησιμοποιεί συχνά δυνατές εξπρεσιονιστικές εικόνες (παραμόρφωση χώρων, σκιές κλπ.), αλλά όχι πάντοτε. Πάντως ο χώρος (τα τεράστια, ψηλοτάβανα δωμάτια, που μπορεί να εκμηδενίσουν τον άνθρωπο, οι εκκεντρικές διακοσμήσεις) παίζει συχνά κεντρικό ρόλο.
Σήμερα ίσως ολόκληρη η παρακολούθηση του έπους κουράζει και κάποια σημεία του φαίνονται πιθανόν ξεπερασμένα. Επισημαίνω και το θεατρικό, υπερβολικό παίξιμο των ηθοποιών, χαρακτηριστικό στοιχείο του βωβού και δη του εξπρεσιονιστικού σινεμά. Ωστόσο το επικό αυτό φιλμ παραμένει μια σημαντική στιγμή του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ο Λανγκ θα επανέλθει, αρκετά χρόνια αργότερα, άλλες δύο φορές στον σκοτεινό του ήρωα. Ίσως αυτό δείχνει και την κεντρική σημασία που έπαιξε ο Μαμπούζε στο έργο του.

Παρασκευή, Ιουλίου 10, 2009

ΝΤΙΛΙΝΤΖΕΡ, ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ


Ο "Δημοσιος Κίνδυνος" (Public Enemies) του Michael Mann είναι μια ακόμα κλασική γκαγκστερική ταινία, που διαδραματίζεται στο Σικάγο της δεκαετίας του 30 και βασίζεται στην αληθινή ιστορία του περιβόητου ληστή τραπεζών Ντίλιντζερ. Και, αφού πρόκειται για ταινία του Mann, είναι εξ ορισμού καλογυρισμένη, στιβαρή και χορταστική.
Η εποχή δίνεται ανάγλυφα και σωστά σκηνογραφικά, ο Ντίλιντζερ παρουσιάζεται ως ένα είδος ρομαντικού εγκληματία (θα το αναλύσουμε λίγο πιο κάτω αυτό) και η δράση είναι συχνά καταιγιστική. Α, και η επιλογή της μουσικής μου άρεσε ιδιαίτερα, καθώς έπιανε απόλυτα το κλίμα της εποχής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα είχε όχι μόνο ο "ρομαντισμός" του ήρωα, αλλά και η αντιπαράθεσή του με τις νέες μορφές του οργανωμένου εγκλήματος, που μόλις τότε αναδύονταν: Πρόκειται για την πολύ απλή σκέψη ενός κακοποιού ότι "έτσι κι αλλιώς για τα λεφτά πάω, οπότε γιατί να μη το κάνω με λιγότερο ρίσκο και όσο πιο νόμιμα γίνεται;". Έτσι ένας άλλος πρώην γκάγκστερ έχει στήσει μια ολόκληρη επιχείρηση με τηλεφωνικές παρακολουθήσεις που σχετίζονται με ιππόδρομο και βγάζει πολύ περισσότερα εκατομμύρια από τον ήρωά μας, παράνομα μεν αλλά αναίμακτα, δίχως να ρισκάρει, "πολιτισμένα". Ενώ ο Ντίλιντζερ επιμένει στη "χειρωνακτική" δράση, κοινώς ληστείες τραπεζών, όπου όλα παίζονται κάθε φορά κορώνα - γράμματα κι όπου τα παίρνει από το σύστημα (από τις τράπεζες δηλαδή), δίχως μάλιστα να ληστεύει τους πελάτες που βρίσκονται τη στιγμή αυτή στο κατάστημα. Γι' αυτό άλλωστε γίνεται και ένα είδος λαϊκού ήρωα. Από την άλλη ο μπάτσος που τον κυνηγά είναι κι αυτός τίμιος (και οι δύο βασικοί ήρωες διαθέτουν ένα είδος αδιαπραγμάτευτης προσωπικής ηθικής), αναγκάζεται όμως κι αυτός να παραβεί ορισμένους κανόνες για να συλλάβει τον αντίπαλό του.
Το πρόβλημά μου με το φιλμ είναι ότι όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί πολλές φορές, από το "Μπόνι και Κλάιντ" μέχρι τον άλλο "Δημόσιο Κίνδυνο", το πρόσφατο "Μεσρίν" δηλαδή, το οποίο σημειωτέον βρήκα πιο ενδιαφέρον, αφού καταπιανόταν με έναν πολύ πιο πολύπλευρο και αντιφατικό χαρακτήρα. Όσο λοιπόν καλογυρισμένη και να βρήκα την ταινία, ατμοσφαιρική σε μερικές στιγμές της, δεν μου ήταν αρκετό για να μ' αρέσει πραγματικά. Εννοώ ότι σχεδόν κάθε μέση χολιγουντιανή ταινία έχει πλέον φτάσει τεχνικά σε ένα υψηλό επίπεδο, είναι δηλαδή καλογυρισμένη, οπότε αυτό το - θετικό σίγουρα - στοιχείο δεν είναι για μένα αρκετό από μόνο του. Φοβάμαι ότι ο Michael Mann, όσο καλός σκηνοθέτης και να είναι, παγιδεύεται σε ευπρόσωπα μεν φιλμ, τα οποία όμως πολύ λίγα προσθέτουν σε όσα ήδη ξέρουμε. Και δεν νομίζω ότι η στιβαρότητα της σκηνοθεσίας είναι πλέον ικανή από μόνη της να κάνει την (σημαντική) διαφορά. Έτσι συνολικά τη βρήκα καλή ταινία, όχι όμως και κάτι ιδιαίτερο.

Τρίτη, Ιουλίου 07, 2009

ICE AGE 3: ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΜΕ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΥΣ


Ξέρετε ίσως ότι έχω μια κάποια απέχθεια στα κινηματογραφικά νο 2, 3 και δεν συμμαζεύεται. Αν μη τι άλλο προδίδουν κατά τη γνώμη μου έλλειψη πρωτότυπων ιδεών ή, πολύ απλά, γίνονται μόνο για τα λεφτά, αφού το πρωτότυπο υπήρξε προφανώς πετυχημένο.
Στο Ice Age 3 : Dawn of the Dinosaurs ωστόσο του Carlos Saldanha θα κάνω μια εξαίρεση. Το διασκέδασα όσο και τα προηγούμενα - και πιθανόν ακόμα περισσότερο.
Πώς να αντισταθείς στους ξέφρενους ρυθμούς, που με κράτησαν από την αρχή ως το τέλος, στις φοβερές εικόνες, άλλοτε με πάγους κι άλλοτε με ηφαίστεια, που ενίοτε προκαλούν ακόμα και δέος, στο πανταχού παρόν χιούμορ, στις πολλές κινηματογραφικές και φιλολογικές αναφορές (στο Moby Dick ή στον "Χαμένο Κόσμο" του Έντγκαρ Ράις Μπάροους για παράδειγμα), στην εισαγωγή δεινοσαύρων στο στόρι και, στο κάτω - κάτω, και στο 3-D, που μπορεί να μη "βγάζει μάτι", αλλά προσθέτει όπως και να το κάνουμε μια παραπάνω διάσταση στο φιλμ (στην προκειμένη περίπτωση κυριολεκτικά).
Αλλά και τα νέα σεναριακά ευρήματα μου άρεσαν αρκετά, όπως ο ερωτευμένος αυτή τη φορά σκίουρος, που διχάζεται ανάμεσα στο γνωστό βελανίδι του και σε μια νεαρή και πονηρή σκιουρίνα ή η εισαγωγή του μονόφθαλμου λίγο-Ταρζάν-λίγο-Αχάμπ κουναβιού με την παλαβή συμπεριφορά και τον αιώνιο αντίπαλο. Και, φυσικά, ο χαμένος κόσμος που ανακαλύπτουν οι γνωστοί ήρωες δίνει την ευκαιρία για εντυπωσιακές εικόνες και ακόμα πιο εντυπωσιακές και ιλιγγιώδεις πτώσεις (ή παραλίγο πτώσεις) από δυσθεώρητα ύψη. Όπως καταλαβαίνετε το διασκέδασα αρκετά και πιστεύω ότι μάλλον το ίδιο θα "πάθετε" κι εσείς.
Τελικά τα κινούμενα σχέδια, είτε τα πιο "σκεπτόμενα" της Pixar είτε τα καθαρά διασκεδαστικά άλλων εταιριών, καταφέρνουν να έχουν στις μέρες μας μια σχεδόν σταθερή ποιότητα και να τη συνδυάζουν με μια καλοδεχούμενη εμπορικότητα. Μπράβο τους.

Κυριακή, Ιουλίου 05, 2009

ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΕΣ ΓΑΤΕΣ ΚΑΙ ΑΣΦΥΚΤΙΚΑ ΝΟΤΙΑ ΔΡΑΜΑΤΑ


Η "Λυσσασμένη Γάτα" (Cat on a hot tin roof, 1958) του Richard Brooks (1912-1992) βασίζεται στο γνωστό θεατρικό του Τενεσί Ουίλιαμς και, βέβαια, δείχνει τις θεατρικές της καταβολές. Ανεξάρτητα απ' αυτό, πάντως, είναι μια ταινία βουτηγμένη στο δράμα, βαρύ, σπαρακτικό, ασφυκτικό. Στο πρώτο μέρος κυρίως έφτασα να δυσανασχετώ από τα αδιέξοδα πάθη, την δυσλειτουργικότητα και τη μιζέρια όλων ανεξαιρέτως των χαρακτήρων.
Αυτό που κάνει βέβαια η ταινία είναι να επιτίθεται με κάθε τρόπο, να καταλύει τον μύθο, να σπάζει την όμορφη και ψεύτικη βιτρίνα της μεγάλης αμερικάνικης οικογένειας - και μάλιστα νότιας, όπου τα πράγματα είναι ως γνωστόν πιο συντηρητικά (αμερικάνικη, νότια είναι η οικογένεια που βλέπουμε, φαντάζομαι όμως ότι όλα αυτά ισχύουν για κάθε δυτική οικογένεια). Επίτηδες η οικογένεια που επιλέγει ο Ουίλιαμς (και ο Brooks) είναι πολύ πλούσια, διάσημη στα μέρη της, με πάτερ-φαμίλια γαιοκτήμονα και γερουσιαστή, ώστε η βιτρίνα, που από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή θα τσακίζει μεθοδικά, να είναι όσο πιο αστραφτερή γίνεται. Ε, λοιπόν, όλα μα όλα τα μέλη (έξη βασικά) κρύβουν σκοτεινά μυστικά, ανομολόγητους πόθους, κρυφές βλέψεις, βρώμικα σχέδια... και στο παρόν που βλέπουμε δεν λειτουργεί τίποτα απολύτως: Βαθύτατα μίση καλυμμένα κάτω από ψεύτικες στρώσεις αγάπης και καθωσπρεπισμού, υποκρισία, αλληλοσπαραγμοί φανεροί ή κρυφοί, συμφέροντα, σεξουαλικές δυσλειτουργίες, αλκοολισμός - οι πάντες μοιάζουν να μισούν και να είναι αηδιασμένοι με τους πάντες, άλλοτε φανερά κι άλλοτε κρυφά.
Κάτω απ' όλα αυτά όμως υποβόσκει η πίστη στην κλασική φροϊδική ψυχανάλυση: Πολλά από τα τραύματα μπορούν να θεραπευτούν, φτάνει να ειπωθούν, να βγουν στο φως - αφού βέβαια βρεθεί η ρίζα του κακού, η πρωταρχική αιτία που τα δημιούργησε. Ίσως σήμερα αυτή η πίστη να μοιάζει κάπως απλοϊκή, ωστόσο, ανεξάρτητα απ' αυτό, η καταγγελία της ψευτιάς της οικογένειας και των σκοτεινών και μυστικών σχέσεων των μελών της παραμένει. Αν σ' αυτά προσθέσετε και τις αστραφτερές παρουσίες των Πολ Νιούμαν και Ελίζαμπεθ Τέιλορ, έχουμε μια από αυτό που θα αποκαλούσαμε "κλασική δραματική ταινία".
ΥΓ: Νομίζω ότι εδώ εμφανίζεται η απεχθέστερη οικογένεια που έχετε δει ποτέ. Δεν μιλώ για τη συνολική, αλλά συγκεκριμένα για την οικογένεια του αδελφού του Νιούμαν, με την αντιπαθέστατη σύζυγο (πρότυπο κακίας) και τα εφιαλτικότερα 5 παιδιά που έχετε δει ποτέ (και τα οποία η Τέιλορ αποκαλεί σ' όλο το φιλμ "άλαιμα τέρατα"). Τόσο, που κινδυνεύετε να μισήσετε τα παιδιά για πάντα. Και όλα αυτά ενώ, όπως είπαμε, πρόκειται για εύπορη οικογένεια και, κυρίως, όσο πιο "αμερικάνικη" γίνεται, με όλα ανεξαιρέτως τα σχετικά στερεότυπα.

Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2009

Η ΟΝΕΙΡΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΤΟΥ VAMPYR


Το 1932 ο δανός Carl Theodor Dreyer (1889-1968), που θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του κινηματογράφου, γυρίζει το Vampyr, τη μοναδική του ταινία τρόμου. Βασισμένο χαλαρά σ' ένα διήγημα του ιρλανδού Σεριντάν Λε Φανού, με πολυεθνικό καστ και συντελεστές, γυρισμένο στη Γαλλία, αφηγείται τις περιπέτειες ενός νέου που περνά μια νύχτα σ' ένα παράξενο, απομάκρυσμένο πανδοχείο και όσα αλλόκοτα συμβαίνουν εκεί - που σχετίζονται βέβαια με ένα βαμπίρ.
Μην περιμένετε ωστόσο μια κανονική ιστορία με στρωτή αφήγηση. Σας λέω από τώρα ότι είναι δύσκολο να παρακολουθήσει ο θεατής τα όσα συμβαίνουν στο φιλμ. Κι αυτό επειδή το τελευταίο διαθέτει μια απόλυτα ονειρική ποιότητα, μοιάζει σε ορισμένα σημεία σαν ένα σουρεαλιστικό πείραμα. Συχνά δεν κατανοούμε γιατί συμβαίνει κάτι ή, ακόμα περισσότερο, αν συμβαίνει στ' αλήθεια ή πρόκειται για όνειρο, φαντασίωση ή κάτι άλλο. Παραιτηθείτε λοιπόν από την (πλήρη) κατανόηση των τεκταινόμενων. Τότε;
Αυτό που μένει είναι η ποιότητα των ασπρόμαυρων εικόνων, η φοβερή ατμόσφαιρα, το ονειρικό κλίμα. Είναι από τις περιπτώσεις που το στόρι υποχωρεί μπροστά στην εικόνα. Και είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις μερικές μόνο απ' αυτές.
Πώς να το κάνεις σε μια ταινία όπου οι σκιές αυτονομούνται από τους "ιδιοκτήτες" τους και δρουν μόνες τους, κάνοντας ακόμα και εγκλήματα; Όπου ένας άνθρωπος παρακολουθεί την ίδια του την κηδεία (μερικά υπέροχα υποκειμενικά πλάνα υπάρχουν εδώ) δίχως ποτέ να εξηγηθεί αν η σκηνή αυτή είναι όνειρο ή πραγματικότητα; Όπου ο γιατρός συνεργάτης του βρικόλακα θάβεται σε μια ατμοσφαιρική σκηνή κάτω από τόννους από αλεύρι ανάμεσα στους τροχούς ενός νερόμυλου; Ή όπου το βαμπίρ εμφανίζεται σε μια αλλόκοτη σκηνή και σε έναν ακαθόριστο χώρο με γρανάζια και τροχούς να κινούνται ψηλά πάνω από το κεφάλι του; Κι υπάρχουν και πολλές άλλες ακόμα. Αλλά και η ηθοποιία, οι κινήσεις των ηρώων που μοιάζουν να υπνοβατούν, τα νυχτερινά εξωτερικά πλάνα με το θαμπό, ομιχλώδες φως (που υποτίθεται ότι είναι το σεληνόφως, στο φιλμ όμως διαθέτει μια πολύ διαφορετική, παράξενη ποιότητα), μαζί με το "αφηρημένο" σενάριο, όλα συντελούν στη δημιουργία της απόλυτα ονειρικής ατμόσφαιρας.
Φυσικά θα καταλάβατε ότι μια τέτοια ταινία (και μόνο το ότι είναι του 32 αρκεί, πολύ περισσότερο που έχει τόσες ιδιορυθμίες) δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί από τον σύγχρονο θεατή σα μια ταινία τρόμου. Μην περιμένετε να τρομάξετε ή να νοιώσετε σασπένς. Εδώ τον βασικό ρόλο παίζουν οι εικόνες και η ατμόσφαιρα. Και αυτές την κάνουν ένα κλασικό αριστούργημα. Ας τη δουν λοιπόν όσοι αγαπάνε το σινεμά σαν τέχνη και όχι όσοι βλέπουν ένα φιλμ τρόμου (μόνο) για να τρομάξουν.

eXTReMe Tracker