Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2006

ΠΟΣΟ ΤΥΧΕΡΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΛΕΒΙΝ;


Το "Στοίχημα του Σλέβιν" του Paul McGuigan πριν από οτιδήποτε άλλο θυμίζει τρομερά Γκάι Ρίτσι και, φυσικά, τον πατέρα όλων αυτών Ταραντίνο. Τα χαρακτηριστικά του αποτελούν: εξαιρετικά γρήγορη σκηνοθεσία, εντελώς απίθανη πλοκή, χιούμορ και έξυπνες ατάκες, overdose βίας και παντελής απουσία "αληθινών" χαρακτήρων. Όλοι τους σχεδόν αγγίζουν σχεδόν την καρικατούρα. ΟΚ, αυτό είναι σαφώς ηθελημένο. Είναι μέσα στο "παιχνίδι" και το στιλ της ταινίας.
Στο πρώτο μισό το φιλμ κυλούσε ευχάριστα. Είναι αυτό που λέμε "ό,τι πρέπει για θερινό". Μετά όμως, ο καταιγισμός των ανατροπών, η κάθε μια από τις οποίες αποκάλυπτε όλο και περισσότερο το αναληθοφανές της πλοκής, ομολογώ ότι με κούρασε κάπως. Τελικά κατέληξα να το κατατάξω στην κατηγορία των "απλώς συμπαθητικών". Και να προβληματιστώ για το πόσο ακόμα θα γίνονται τέτοιες ταραντινώδεις ταινίες, που, ενώ τις βλέπεις σχετικά ευχάριστα, τις ξεχνάς αμέσως μετά. Ας μη γκρινιάζω όμως. Ίσως το ζητούμενο να είναι ακριβώς αυτό...
ΥΓ: Καλά όλα, αλλά ολόκληρη η ερωτική ιστορία, που παίζει κεντρικό ρόλο στην πλοκή, βασίζεται σε μια τερατώδη σύμπτωση: Σε ολόκληρη τη Νέα Υόρκη (11 εκατομύρια, μαθαίναμε στο Γυμνάσιο. Από τότε θα αυξήθηκαν φαντάζομαι) ο φίλος του Σλέβιν ΕΤΥΧΕ να μένει πόρτα - πόρτα με μια κοπέλα (τη Λούσι Λιου) που επίσης σχετίζεται άμεσα με την όλη υπόθεση!!!

Τετάρτη, Ιουλίου 19, 2006

ΕΚΕΙΝΟΙ "ΦΙΛΟΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ". ΕΜΕΙΣ, ΤΙ ΦΤΑΙΜΕ;


Για το "Φίλοι για πάντα" (Bronzes 3) του Patrice Leconte δεν έχω τίποτα θετικό να πω. Πρόκειται για μια απίστευτα χοντροκομένη φαρσοκωμωδία, που θυμίζει αντίστοιχες του παλιού ελληνικού σινεμά, πλην όμως αρκετά χειρότερη, αφού λείπουν οι σπιρτόζικες ατάκες που χαρακτήριζαν τις τελευταίες. Τρίτη συνέχεια της πρώτης μεγάλης επιτυχίας του Λεκόντ "Les Bronzes" πίσω στα 1978, σάρωσε τα ταμεία στη Γαλλία και έγινε η επιτυχία της χρονιάς εκεί, πράγμα που το μόνο που αποδεικνύει είναι ότι (και) οι Γάλλοι - ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος τους - διαθέτουν κακό γούστο.
Οι γερασμένοι πλέον ήρωες της πρώτης ταινίας λοιπόν, 28 χρόνια μετά, στα 50φεύγα τους, πάνε διακοπές, αλλάζουν (ή προσπαθούν να αλλάξουν) ερωτικούς παρτενέρ, κάνουν πλήθος από γκάφες, κάνουν επίσης εξαιρετική επίδειξη κιτς (καμία σχέση με Almodovar, μην πάει εκεί το μυαλό σας) και, αντί γέλιου, προκαλούν μάλλον αισθήματα θλίψης για την εσωτερική και εξωτερική κατάντια τους.
Το πιό απίστευτο στο φιλμ δεν είναι οι τόννοι κακογουστιάς που προαναφέραμε (και οι οποίες ούτε χαμόγελο δεν κατάφεραν να μου αποσπάσουν), αλλά το ότι έχει γυριστεί από τον Πατρίς Λεκόντ - αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που την είδα - ο οποίος παλιότερα μας έχει δώσει εξαιρετικά τρυφερές και λεπτές (σχεδόν πάντοτε όμως με πολύ χιούμορ) ταινίες, από τον "Εραστή της Κομώτριας", το "Tango" και τους ξεκαρδιστικούς "Αρχιδούκες", μέχρι τον σχετικά πρόσφατο "Άνθρωπο του τρένου". O Tempora o Mores!

Κυριακή, Ιουλίου 16, 2006

ΣΕΞ, ΞΗΡΑΣΙΑ ΚΑΙ...ΚΑΡΠΟΥΖΙΑ ΣΤΑ ΤΑΪΒΑΝΕΖΙΚΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ


Τα "Ταξιδιάρικα Σύννεφα" του Μαλαίσιου Ming-liang Tsai (που ζει και δουλεύει στην Ταϊβάν) είναι μια πειραματική ταινία. Τουτέστιν, μην περιμένετε κλασική αφήγηση μιας ιστορίας ή λογικό ειρμό. Οι παράδοξες, αναίτιες πιθανόν, συμπεριφορές των ηρώων, ο τρόπος κινηματογράφησης, οι αργοί ρυθμοί και οι νεκροί χρόνοι, όλα παραπέμπουν στο πειραματικό σινεμά. Κυρίως όμως σ' αυτό παραπέμπει ο απίστευτος σουρεαλισμός της ταινίας και η παρανοϊκή μείξη κινηματογραφικών ειδών. Είναι μάλλον η μοναδική φορά που οι αργοί ρυθμοί και τα ακίνητα πλάνα που προαναφέραμε - δείγμα γραφής ενός ορισμένου στιλ καλλιτεχνικού σινεμά - συνυπάρχουν με τον ακραίο ερωτισμό, που αγγίζει την πορνογραφία, το κιτς μιούζικαλ και μια σκηνοθετική εμμονή με τα... καρπούζια!
Σε μια Ταϊπέι που υποφέρει από αφόρητο καύσωνα και λειψυδρία, μια μοναχική κοπέλα συναντιέται με έναν ηθοποιό ταινιών πορνό. Η ερωτική τους σχέση - με τη θερμοκρασία να ανεβαίνει ανεξέλεγκτα - κάθε άλλο παρά "φυσιολογική" είναι. Η (όποια) αφήγηση διακόπτεται κάθε λίγο από απίστευτα, μεγαλοπρεπή και ηθελημένα κιτς μουσικοχορευτικά νούμερα, σαν βιντεοκλίπ - υπερπαραγωγές κινέζικων παθιάρικων ερωτικών τραγουδιών, με όντως διασκεδαστικότατα αποτελέσματα. Κι όλα αυτά, κάτω από μία... καρπουζοκεντρική οπτική. Το πανταχού παρόν αυτό φρούτο θα σας προσφέρει απίθανους ερωτικούς συνειρμούς και θα σας ανοίξει τα μάτια για ερωτικές του χρήσεις που δεν είχατε φανταστεί...
Ναι, υπάρχει ένα ιδιόρυθμο χιούμορ, υπάρχει και σεξ και ίσως και μια προβληματική στο θέμα της πορνογραφίας. Πλην όμως οι εξαιρετικά αργοί ρυθμοί και η έλλειψη στόχου - όλοι θα αναρωτηθούν "πού το πάει ο σκηνοθέτης" - με κούρασαν αφάνταστα. Τελικά η ταινία βλέπεται πολύ δύσκολα και δεν νομίζω ότι έχει κάτι να πει πέραν των ακραίων σκηνοθετικών - και όχι μόνο - παιχνιδιών της. Μόνο για όσους κυνηγούν την απόλυτη κινηματογραφική παραδοξότητα (ρισκάροντας πιθανόν το σπάσιμο των νεύρων τους)...
ΥΓ: Θα ήμουν πανευτυχής αν είχα σε DVD τα πέντε (αν θυμάμαι καλά) φοβερά μουσικοχορευτικά νούμερα που - άνευ προφανούς λόγου - διακόπτουν την ταινία. Είναι εκπληκτικά!

Σάββατο, Ιουλίου 15, 2006

ΡΑΣΟΜΟΝ Ή ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ


Το "Ρασομόν", γυρισμένο το μακρινό 1950, είναι μια από τις γνωστότερες ταινίες του Akira Kurosawa (1910-1998). Ασπρόμαυρη, παλιά, κι όμως βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον, καταφέρνοντας να ερεθίσει την σκέψη και του σύγχρονου θεατή.
Δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλές σημερινές ταινίες με τόσο παράδοξο και ενδιαφέρον από φιλοσοφική άποψη θέμα: Μια ιστορία φόνου και βιασμού, που διαδραματίζεται στον γιαπωνέζικο μεσαίωνα, λέγεται με τέσσερεις διαφορετικούς τρόπους, από τη σκοπιά του εκάστοτε αφηγητή (οι οποίοι είναι ένας αυτόπτης μάρτυρας και οι τρεις πρωταγωνιστές του δράματος, ακόμα και ο νεκρός!) Το ενδιαφέρον είναι ότι οι αφηγητές δεν λένε ψέματα για να γλυτώσουν το τομάρι τους. Αντίθετα, ο καθένας ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι ο δολοφόνος! Οπότε; Οι σκέψεις μας οδηγούνται σε μονοπάτια που αφορούν την ανθρώπινη υποκειμενικότητα, τα παιχνίδια της μνήμης, το φιλτράρισμα (ηθελημένο ή μη) των γεγονότων από τον χαρακτήρα, τις επιθυμίες ή την κοσμοθεωρία αυτών που τα έζησαν. Πιθανόν η τελευταία εκδοχή, αυτή του αυτόπτη μάρτυρα, να είναι η "αληθινή". Τελικά όμως ούτε αυτό έχει και πολλή σημασία. Θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί κι αυτή μια υποκειμενική ματιά, όπως οι υπόλοιπες. Δεν είναι λοιπόν η όποια "αλήθεια" που ενδιαφέρει, αλλά το πώς αυτή μετατρέπεται, φιλτράρεται, παραμορφώνεται, αλλάζει, από την υποκειμενικότητα και των χαρακτήρα των ανθρώπων.
Μέσα σ' αυτό το βίαιο τοπίο, με φόντο πάντα το φριχτό συμβάν, οι άνθρωποι που ακούν τις εκδοχές της ιστορίας, δείχνουν να απογοητεύονται από τον κόσμο και την ανθρώπινη κατάσταση, αν και στο τέλος ο Kurosawa αφήνει μια μικρή χαραμάδα ελπίδας και αισιοδοξίας (όχι βέβαια όσον αφορά τα γεγονότα του βιασμού και του φόνου, αυτά έχουν συμβεί αμετάκλητα, έστω και με άγνωστο, τελικά, τρόπο).
Ίσως η ταινία να βλέπεται δύσκολα από όσους έχουν συνηθίσει στον κλασσικό (αμερικάνικο κυρίως) τρόπο γραφής και αφήγησης, όχι τόσο λόγω της παλαιότητάς της, όσο κυρίως λόγω της "ιαπωνικότητάς" της. Οι ηθοποιοί "φωνάζουν", κάνουν υπερβολικές χειρονομίες και γκριμάτσες (κυρίως ο μόνιμος πρωταγωνιστής του Κουρασάβα Τοσίρο Μιφούνε), συμπεριφέρονται παράξενα για τα δικά μας δεδομένα. Ίσως αυτό έχει να κάνει με τους αρχαίους κώδικες και τρόπους του γιαπωνέζικου θεάτρου, που στους δυτικούς θεατές είναι ουσιαστικά άγνωστοι (η αρχή μάλιστα μάλιστα της κάθε ιστορίας είναι θεατρικά κινηματογραφημένη, καθώς ο αφηγητής μοιάζει να απευθύνεται στο θεατή, παρά το ότι μιλά στους ανακριτές του, οι οποίοι δεν δείχνονται ποτέ). Πάντως αυτές - και οι όποιες άλλες - "δυσκολίες", δεν μπορούν να κάνουν την ταινία λιγότερο κλασσική.

Σάββατο, Ιουλίου 08, 2006

ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Υπάρχουν ταινίες που βασικός στόχος τους είναι η "εξερεύνηση" του περιθωρίου, ανθρώπων δηλαδή που ζουν στα έσχατα άκρα της κοινωνίας - σχεδόν εκτός αυτής, θα λέγαμε. Οι "Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας" του Marco Ferreri (1928-1997), που ο σημαντικός αυτός Ιταλός γύρισε το 1981, είναι σίγουρα μια από τις πιο χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις. Εδώ ο Ferreri συναντά έναν από τους διασημότερους "καταραμένους" και περιθωριακούς, τον Τσαρλς Μπουκόφσκι, μεταφέροντας στην οθόνη ιστορίες από το ομώνυμο αυτοβιογραφικό του βιβλίο.
Κοινός άξονας των ηρώων είναι η τάση για αυτοκαταστροφή. Ο πρωταγωνιστής - αντίγραφο του Μπουκόφσκι είναι ταλαντούχος συγγραφέας, πλην όμως αλκοολικός, απόλυτα παρατημένος, παρακμιακός, έρμαιο των παρορμήσεων - ερωτικών και όχι μόνο - της στιγμής. Η δόξα, η καταξίωση και το χρήμα καθόλου δεν τον συγκινούν και προτιμά να κάνει παρέα με κάθε λογής περιθωριακούς (τους οποίους ουσιαστικά θαυμάζει), παρά με "καθώς πρέπει" ανθρώπους - και να πηδά όποια γυναίκα βρίσκει μπροστά του και μπορεί, χωρίς καμιά διάκριση ηλικιακή ή εμφανισιακή. Η πόρνη που ερωτεύεται (υπέροχη η Ορνέλα Μούτι) είναι κι αυτή απόλυτα αφημένη και με έντονες τάσεις αυτοκτονίας. Γύρω από το κάθε άλλο παρά συνηθισμένο αυτό ζευγάρι, κινείται μια τερατώδης πινακοθήκη απίστευτων τύπων, με κοινό γνώρισμα την απόλυτη απόκλιση από αυτό που θα λέγαμε "κανονικό".
Τα κωμικά, διασκεδαστικά επεισόδια εναλλάσονται με τα τραγικά, συγκλονιστικά ενίοτε, που συνηθίζονται σε τέτοιους χώρους. Βλέπετε, στο περιθώριο, η εναλλαγή τραγωδίας και κωμωδίας είναι πολύ πιο έντονη και ακραία απ' όσο στη ζωή που οι περισότεροι από εμάς ζούμε. Ενδιαφέρων είναι και ο τρόπος που ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί το Χόλιγουντ, όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ: Παρακμιακό, άσχημο, γυμνό, δίχως την παραμικρή λάμψη. Υπάρχουν κι εκεί, βλέπετε, φτωχογειτονιές, εκτός από τις βίλες των αστέρων, που, στο κάτω - κάτω, βρίσκονται σε απομακρυσμένα προάστια...
Παρά τα τόσα χρόνια που τη βαραίνουν, η ταινία βλέπεται άνετα σήμερα - αν εξαιρέσει κανείς το ντύσιμο, που προδίδει από μακριά την εποχή που γυρίστηκε - και είναι αρκετά πιο ακραία, στο ερωτικό μέρος τουλάχιστον, από το μεταγενέστερό της "Barfly", που εμπνέεται από ο ίδιο βιβλίο.
Δείτε την ταινία, αλλά να είστε προετοιμασμένοι για μια ολοκληρωτική βουτιά στον πάτο της κοινωνίας μας.

Παρασκευή, Ιουλίου 07, 2006

KIN-DZA-DZA: ΣΟΒΙΕΤΙΚΟ, ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ



Χάρη σ' έναν blogger και φίλο, ένα αληθινό φιλμικό αξιοπερίεργο έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου. Πρόκειται για το σοβιετικό φιλμ του (Γεωργιανού) Georgi Daneliya "Kin-Dza-Dza", γυρισμένο το 1986. Νομίζατε ότι δεν υπήρχε επιστημονική φαντασία στο σοβιετικό σινεμά; Γελιέστε! Όχι μόνο υπήρχε, αλλά και γνώρισε και καλές στιγμές, όπως αυτή εδώ.
Το πρώτο που έρχεται στο μυαλό βλέποντας την πάνω από 2 ώρες αυτή ταινία, είναι ένα low budget "Γυρίστε τον Γαλαξία με ωτοστόπ". Πράγματι, το Kin-Dza-Dza διαθέτει πολύ χιούμορ - και επίσης έντονα στοιχεία κοινωνικής σάτιρας: Δύο σοβιετικοί πολίτες τηλεμεταφέρονται κατά λάθος στον ομώνυμο πλανήτη, όπου όλα είναι έρημος, οι κάτοικοι διαθέτουν μια παράδοξα προχωρημένη τεχνολογία, που, ωστόσο, εξωτερικά θυμίζει μάλλον μεσαίωνα, και το στοιχείο που κυριαρχεί (εκτός της πανταχού παρούσας διάθεσης για απάτη) είναι η αυστηρότατη κοινωνική ιεραρχία. Η γλώσσα του πλανήτη αποτελείται από 5-6 λέξεις, που σχετίζονται με κάποια τεχνογκάτζετ και, φυσικά, με το χρήμα. Όλες οι υπόλοιπες λέξεις είναι ΚΟΥ, που προφέρεται με άπειρους τρόπους και συνοδεύεται από πολύπλοκες υποκλίσεις. Στο δεύτερο μέρος, στην προσπάθειά τους να επιστρέψουν στη γη, οι δύο άτυχοι πρωταγωνιστές θα περάσουν και από άλλους πλανήτες, με τις δικές τους πάντοτε ιδιαιτερότητες...
Η κοινωνική κριτική σε θέματα όπως η ιεραρχία και οι τάξεις, η λατρεία του χρήματος, το ανήθικο του εμπορίου κλπ. είναι σαφείς, χωρίς ωστόσο η ταινία να γίνεται διδακτική. Οι αστείες καταστάσεις και οι απίστευτες φάτσες διαδέχονται η μία την άλλη, διαβρώνοντας έτσι την όποια σοβαροφάνεια της καταγγελίας. Εντύπωση προκαλεί η έξυπνη χρήση της εξωγήινης τεχνολογίας. Όλες οι κατασκευές και τα αντικείμενα είναι εξαιρετικά ευτελή. Σχεδόν εγκατελειμένες παράγκες, κομάτια σπάγκου, ξύλινες, πρόχειρες κατασκευές, βαρέλια, σκουριασμένα μέταλλα, τα πάντα χρησιμεύουν για πολύ προχωρημένες χρήσεις (ταξίδια στο διάστημα, τηλεμεταφορές κλπ.), συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ενός πρωτότυπου, ασυνήθιστου σύμπαντος.
Αν ποτέ πέσει στα χέρια σας, δείτε το. Όχι μόνο σαν φιλμικό αξιοπερίεργο...

Κυριακή, Ιουλίου 02, 2006

Η ΔΙΠΛΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΒΕΡΟΝΙΚ


Υπάρχουν ταινίες ερμητικές, ταινίες που είναι πολύ δύσκολο να υποθέσεις "τι θέλει να πει" ο δημιουργός τους (ή αν όντως θέλει να πει κάτι). Μια απ' αυτές είναι, νομίζω, και η "Διπλή ζωή της Βερονίκ" του μακαρίτη Krzysztof Kieslowski (1941-1996), που γυρίστηκε το 1991, πριν την "τριλογία των χρωμάτων". Ωστόσο, η ερμητικότητα αυτή καθόλου δεν στερεί τα έργα αυτά από την ομορφιά τους. Βλέπετε, η ομορφιά δεν έχει πάντοτε νόημα, απλώς υπάρχει. Την θαυμάζουμε (συχνά, αν ειμαστε τυχεροί), αλλά δεν σκεφτόμαστε ότι πρέπει να την ερμηνεύσουμε.
Η ομορφιά είναι πανταχού παρούσα στην αλλόκοτη αυτή ιστορία των δύο πανομοιότυπων Βερονίκ, που ζουν παράλληλα, σε διαφορετικά μέρη του κόσμου (στη Γαλλία και στην Πολωνία), μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, έχουν τις ίδιες συνήθειες και κλίσεις - πλην όμως εντελώς διαφορετικές μοίρες -, αλλά αγνοούν η μία την ύπαρξη της άλλης. Μια ψυχαναλυτική ερμηνεία του στυλ "οι δύο όψεις που συνυπάρχουν μέσα μας" (καλό - κακό, αρσενικό - θηλυκό, λογική - συναίσθημα κλπ. κλπ. κλπ.) θα έπεφτε στο κενό, καθώς οι δύο κοπέλες δεν είναι ούτε αντίθετες ούτε συμπληρωματικές: Είναι απλώς ίδιες, εσωτερικά και εξωτερικά. Από εκεί και πέρα, ίσως δοθούν πολλές άλλες ερμηνείες, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Μπορεί κάποια απ' αυτές να πλησιάζει τις προθέσεις του δημιουργού, μπορεί πάλι όχι. Όπως και να έχει όμως, η ομορφιά εξακολουθεί να υπάρχει: Στις εικόνες του Κισλόφσκι, στην υπέροχη μουσική του Preisner, στο κουκλοθέατρο του πρωταγωνιστή, στον μεταξύ τους έρωτα, στην ίδια την Ιρέν Ζακόμπ, την εμφάνιση και την ουράνια φωνή της...
Ίσως πολλοί να χρειάζονται ερμηνείες, ένα συγκεκριμένο και κατανοητό στόρι, που εξηγεί τα πάντα. Σεβαστό. Και εγώ , άθελά μου πολλές φορές, αναζητώ κάτι τέτοιο. Ωστόσο θα πρότεινα απλώς να αφεθείτε στην ομορφιά. Των εικόνων, της μουσικής, της ίδιας της Ζακόμπ.

eXTReMe Tracker