Τρίτη, Αυγούστου 29, 2006

BEST OF 2005-2006

Βρισκόμαστε στα τέλη Αυγούστου, εποχή που τα τελευταία χρόνια ξεκινά η καινούρια κινηματογραφική χρονιά. Καιρός λοιπόν για απολογισμούς. Τι μας άρεσε περισσότερο ή ένα προσωπικό Top-10 της χρονιάς 2005-2006.

Πριν όμως τρεις διευκρινήσεις:
1. Ως "σεζόν", όπως είπα, θεωρώ την περίοδο <Τελευταία εβδομάδα Αυγούστου 2005 - Τελευταία εβδομάδα Αυγούστου 2006>. Έτσι οι "Πειρατές της Καραϊβικής" ή ο Kitano για παράδειγμα, που βγήκαν στις 25 του μήνα, θεωρούνται ταινίες της νέας σεζόν, θα αξιολογηθούν δηλαδή του χρόνου.
2. Η σειρά των 10 καλύτερων κατά τη γνώμη μου ταινιών είναι εντελώς τυχαία. ΔΕΝ σημαίνει δηλαδή ότι η πρώτη είναι η καλύτερη, η δεύτερη η επόμενη κλπ. Μου είναι αδύνατο να αξιολογήσω μ' αυτόν τον τρόπο ταινίες ή οτιδήποτε άλλο, να καθορίσω δηλαδή ότι η τάδε είναι 7η ενώ η δείνα 8η. Απλώς αναφέρω τις 10 που μου άρεσαν περισσότερο αλφαβητικά και χωρίς αξιολογική σειρά.
3. Δεν περιλαμβάνονται οι παλιές ταινίες που ξαναβγήκαν σε πρώτη προβολή (Τατί, Κουροσάβα κλπ.)

ΟΙ ΔΕΚΑ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ :

- ΑΝΘΡΩΠΟΚΤΟΝΙΑ του Per Fly
- Ο ΕΠΙΜΟΝΟΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ του Fernando Meirelles
- A CASE OF VIOLENCE του David Kronenberg
- ΚΡΥΜΕΝΟΣ του Michael Haneke
- MATCH POINT του Woody Allen
- ΝΕΚΡΗ ΝΥΦΗ του Tim Burton
- ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ (3-IRON) του Kim Ki-duk
- Η ΠΙΟ ΛΥΠΗΤΕΡΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ του Guy Maddin
- ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΑΦΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΚΙΑΔΕΣ ΕΣΤΡΑΝΤΑ του Tommy Lee Jones
- TIDELAND του Terry Gilliam

ΤΟ ΑΜΕΣΩΣ ΕΠΟΜΕΝΟ ΓΚΡΟΥΠ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΣΕ (ΠΑΝΤΑ ΧΩΡΙΣ ΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ):

- TORREMOLINOS 73 του Pablo Berger
- Η ΓΗ ΤΩΝ ΖΩΝΤΑΝΩΝ ΝΕΚΡΩΝ του George Romero
- HOWL'S MOVING CASTLE του Hayao Miyazaki
- CRASH του Paul Haggis
- Ο ΤΣΑΡΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ του Tim Burton
- WOODSMAN του Nicole Kassell
- ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ του George Clooney
- BROKEBACK MOUNTAIN του Ang Li
- ΚΑΠΟΤΕ του Bennett Miller
- V FOR VENDETTA του James McTeigue
- MANDARLEY του Lars von Trier
- Ο ΥΠΟΚΙΝΗΤΗΣ (INSIDE MAN) του Spike Lee

ΚΑΛΥΤΕΡΟ BLOCKBUSTER ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ (εκτός του ΤΣΑΡΛΙ...): KING KONG του Peter Jackson

Άντε, και του χρόνου (και οι διαφωνίες, αντιρρήσεις, λιποθυμίες και ό,τι άλλο, ελεύθερες!)

ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ, ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ, ΔΑΚΡΥΑ ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΑ


Για να σας προλάβω, δεν είμαι γενικά φαν των "ταινιών εποχής" (εξαιρέσεις, και μάλιστα λαμπρές, εννοείται ότι υπάρχουν). Αυτή εδώ η "Περηφάνεια και Προκατάληψη" του πρωτοεμφανιζόμενου πρώην τηλεοπτικού Joe Wright, σίγουρα έχει αρετές, που θα αναφέρουμε πιο κάτω, ωστόσο δεν νομίζω ότι συγκαταλέγεται στις λαμπρές εξαιρέσεις που λέγαμε πριν. Με κίνδυνο να χαρακτηριστώ "ρατσιστής" θα την αποκαλούσα κατ' εξοχήν "κοριτσίστικη" ταινία: Βασισμένη στο γνωστό μυθιστόρημα της Jane Austin, μιλά για τους γάμους ή τις απόπειρες γάμου πέντε (βοήθειά μας) νεαρών αδελφών κοριτσιών. Μία μία λοιπόν βρίσκουν το ταίρι τους, άλλες από έρωτα άλλες από συνεικέσια, ενώ ένας σκοτεινός, ανομολόγητος και βαθύς έρωτας είναι το φόντο για όλα όσα συμβαίνουν στο φιλμ. Τελικά... άντε, ας μη σας αποκαλύψω το τέλος.
Πλήξατε ήδη; Κι εγώ μ' όλα αυτά που έγραψα. Ίσως κάποιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έκθεση των απάνθρωπων μερικές φορές (με τα σημερινά κριτήρια) ηθών γάμου της βαθειά συντηρητικής βρετανικής κοινωνίας του 19ου αιώνα (γάμοι από στυγνό συμφέρον, "λογοδοσίες" παιδιών σχεδόν από τότε που γεννιούνται κλπ.). Ωστόσο, όσο ασφυκτική κι αν είναι αυτή η κοινωνία, η ταινία κλίνει σαφώς προς τον ρομαντισμό, τον θρίαμβο των αισθημάτων πάνω στους ψυχρούς υπολογισμούς.
Οι αρετές που λέγαμε; Ο Joe Wright είναι ένας πολύ καλός σκηνοθέτης, που χρησιμοποιεί εξαιρετικά την κίνηση της μηχανής, έχει ιδέες για το πώς θα δείξει με πρωτότυπο τρόπο κοινότοπα πράγματα και γενικά κατορθώνει να κάνει την ταινία αρκετά ευχάριστη. Είναι και η εξαιρετική φωτογραφία και η στάνταρ ποιότητα των βρετανικών παραγωγών με την πλειάδα των πολύ καλών ηθοποιών (Κίρα Νάιτλι, Τζούντι Ντεντς, Ντόναλντ Σάντερλαντ, Μπρέντα Μπλέθιν κ.ά.), οπότε τα πράγματα βελτιώνονται πολύ.
Συνίσταται μόνο σε βαθειά ρομαντικούς, που πιστεύουν στον απόλυτό έρωτα, ή σε όσους θα εκτιμήσουν τις καθαρά κινηματογραφικές αρετές της ταινίας.

Κυριακή, Αυγούστου 27, 2006

BANDIDAS ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ


Αν το ντεμπούτο των πρωτοεμφανιζόμενων Joachim Roenning και Espen Sandberg είναι μια ταινία όπως οι Λησταρχίνες (Bandidas), είναι φυσικό να μην ενδιαφέρομαι σχεδόν καθόλου για τη συνέχεια του έργου τους. Βέβαια πίσω τους κρύβεται ο Luc Besson, ο οποίος μπορεί να έχει γυρίσει μερικές ενδιαφέρουσες ή / και διασκεδαστικές ταινίες, πλην όμως ως παραγωγός πάει από το κακό στο χειρότερο...
Γουέστερν με χιούμορ θα ήθελαν να είναι λοιπόν αυτές οι κάτι-σαν-Ζορό "Λησταρχίνες", καθαρό fun ίσως, πλην όμως ούτε το κομμάτι "περιπέτεια", ούτε αυτό της κωμωδίας κατόρθωσαν να μου προκαλέσουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Κοινότοπες καταστάσεις, κλισέ επί κλισέ, κρυόκωλο χιούμορ, πατεράδες που πεθαίνουν δίχως να συγκινήσουν κανέναν, Μεξικό που το έχετε δει άπειρες φορές σε άπειρα γουέστερν, κάκιστες σκηνές δράσης (ξύλου για την ακρίβεια) και κακές ηθοποιίες από τις δύο - υποτίθεται - σούπερ σταρς Σάλμα Χάγιεκ και Πενέλοπε Κρουζ, που αμφότερες έχουν να επιδείξουν μερικές χιλιάδες φορές πιο ενδιαφέροντες ρόλους.
Αν κάποιες νύχτες του χειμώνα είναι πολύ βαρετές... θυμηθείτε ότι στα βιντεοκλαμπ σας υπάρχουν πολύ πιο συμπαθείς ταινίες καθαρού fun.
ΥΓ: Τι δουλειά είχε ο Σαμ Σέπαρντ σε μια τέτοια ταινία;;;;

Κυριακή, Αυγούστου 06, 2006

ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Το blog φεύγει για δεύτερο μέρος διακοπών, αυτή τη φορά έως 28 Αυγούστου. Το αυτό επιθυμώ και δι' υμάς. Έως τότε... καλό καλοκαίρι και καλή αντάμωση όταν επανέλθω (ποιος ξέρει; Ίσως και δριμύτερος).

7 ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΟΜΑΤΑ... 10 ΛΕΠΤΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ


Τελικά είναι μόδα οι σπονδυλωτές ταινίες, που υπογράφουν μεγάλα ονόματα σκηνοθετών. Στο "10 λεπτά αργότερα - Η τρομπέτα" 7 από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες έχουν 10 λεπτά ο καθένας στη διάθεσή του για να πει μια ιστορία που έχει σχέση με το χρόνο (πολλοί μάλιστα φροντίζουν στα φιλμάκια τους να αναφέρονται σε χρόνο 10΄ ακριβώς). Ναι, τα ονόματα είναι πολύ μεγάλα. Aki Kaurismaki, Victor Erice, Werner Hertzog, Wim Wenders, Jim Jarmusch, Spike Lee, Chen Kaige. Το αποτέλεσμα όμως συνολικά δεν νομίζω ότι φτάνει την αξία καθενός απ' αυτούς ξεχωριστά - και ιδιάιτερα στις καλές στιγμές τους.
Ο Καουρισμάκι με το γνώριμο, μινιμαλιστικό του χιούμορ, την ηθελημένα αποστασιοποιημένη σκηνοθεσία και την "κουφή" ιστορία, εξαίρετος ως κινηματογραφική γλώσσα ο ασπρόμαυρος Έριθε, πολύ ενδιαφέρον το ντοκιμαντέρ του Χέρτσογκ για την τελευταία άγνωστη φυλή του κόσμου, που ανακαλύφτηκε στον Αμαζόνιο το 1981 και για τις τραγικές επιπτώσεις του πολιτισμού πάνω της, συμπαθητικός "ψυχεδελικός" Βέντερς, με την δηλωμένη αγάπη του για - το έρημο κυρίως - αμερικάνικο τοπίο και το ροκ, συγκινητικός και ποιητικός ο Κάιγκε, ενώ οι Σπάικ Λι και Τζάρμους μάλλον με απογοήτευσαν.
Σίγουρα το θέμα είναι αρκετά φλου, σαν το χρόνο που ρέει, και το σύνολο μοιάζει ασύνδετο και ενίοτε άσχετο. Υπάρχουν ανισότητες - φυσικό είναι - και μέτριες στιγμές και τελικά διδασκόμαστε ότι 7 μεγάλα ονόματα δεν κάνουν ντε και καλά μια μεγάλη ταινία. Θεωρώ το συνολικό αποτέλεσμα χλιαρό.

Πέμπτη, Αυγούστου 03, 2006

UGETSU MONOGATARI: ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ


Το Ugetsu Monogatari του Kenji Mizogutsi (1898-1956), γυρισμένο το 1953, θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Είναι ο ορισμός αυτού που λέμε "κλασσικό". Σήμερα, πάνω από 50 χρόνια μετά, η ομορφιά και η ποίηση παραμένουν ακέραιες και η εικαστικότητα της ασπρόμαυρης φωτογραφίας εξακολουθεί να συγκινεί τον σύγχρονο θεατή αφού - το έχουμε ξαναπεί - κάποιες αξίες δείχνουν να είναι αιώνιες (είπα "δείχνουν", δηλαδή μέχρι στιγμής. Ποιος ξέρει τι θα νομίζουν οι άνθρωποι 500, ας πούμε, χρόνια μετά...)
Βασισμένη σε παράξενες ιστορίες της μεσαιωνικής Ιαπωνίας, γεμάτες πόλεμο, ηρωισμό (ή μάλλον θαυμασμό προς τον ηρωισμό, αφού ο ίδιος δεν φαίνεται πουθενά στην ταινία) και φαντάσματα, αφηγείται τις παράλληλες ιστορίες δύο φίλων από ένα μικρό χωριό, που η απληστία και η μεγαλομανία τους οδηγούν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες τραγωδίες. Όταν θα καταλάβουν την αξία της επιστροφής στην "Ιθάκη" τους και η νοσταλγία για το απλό και καθημερινό που ανόητα άφησαν πίσω τους γίνει αφόρητη, θα είναι πια αργά: Διάφορα κακά θα έχουν ήδη συμβεί.
Αυτό όμως που κυρίως μένει στη μνήμη του θεατή είναι η ομορφιά των εικόνων. Το ταξίδι με τη βάρκα στην γεμάτη ομίχλη λίμνη, το τραγούδι της γυναίκας - φάντασμα, οι "στοιχειωμένες" ερωτικές σκηνές, η επιστροφή του "άσωτου" στο χωριό, όπου όλα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται (ή μάλλον όπως θα ήθελε να είναι)...
Παράλληλα με διάφορα άλλα νοήματα, που μαζί με την πανταχού παρούσα ομορφιά που προαναφέραμε διαποτίζουν την ταινία, ιδιαίτερο ενδιαφέρον νομίζω ότι παρουσιάζει το έντονο αντιπολεμικό της κλίμα. Ο πόλεμος - που είναι σχεδόν άγνωστο και αδιάφορο ανάμεσα σε ποιούς γίνεται - είναι απλά και μόνο πηγή μύριων δεινών. Τίποτα άλλο. Οι στρατιώτες - άγνωστο σε ποια παράταξη ανήκουν - δείχνονται μονάχα σαν πεινασμένα κτήνη που λεηλατούν και βιάζουν. Δεν υπάρχει ίχνος έπους, ηρωισμού ή έστω θαυμασμού προς τον ηρωισμό. Αντίθετα μάλιστα, ο ανόητος και τυφλός θαυμασμός προς τους υποτιθέμενους ήρωες είναι που οδηγεί τον έναν από τους δύο φίλους στην δική του τραγωδία. Σημειωτέον ότι και οι δύο φίλοι νομίζουν σε κάποιες φάσεις ότι έχουν βρει τον παράδεισο, ότι η τόλμη (ή η απερισκεψία τους, αν θέλετε) έχουν ανταμειφθεί. Πλην όμως, το είπαμε ξανά, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται...
Η δυσκολία του απροετοίμαστου θεατή μπροστά στην "ιαπωνικότητα" της ταινίας υφίσταται, όπως ακριβώς είχα γράψει και για το "Ρασομόν". Πλην όμως, νομίζω ότι η επαφή με κουλτούρες ολότελα διαφορετικές από τη δική μας, μόνο καλό μπορεί να κάνει, ακόμα κι αν δεν τις κατανοούμε πλήρως, όπως είναι φυσικό. Μη φοβάστε το ξένο. Είναι τόσο δροσιστικό...

Τετάρτη, Αυγούστου 02, 2006

Ο ΓΛΥΚΥΤΕΡΟΣ ΘΕΙΟΣ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ


Πρώτα απ' όλα πρέπει κανείς να είναι "μυημένος" στην πολύ προσωπική άποψη του Jacques Tati (1907-1982) για το χιούμορ. Κάποιος που την αγνοεί, πιθανόν να νοιώσει αμηχανία μπροστά στο ιδιόρυθμο στυλ του. Ο Τατί δεν έκανε ποτέ αυτό που λέμε "ξεκαρδιστική" κωμωδία. Δεν θα κλάψετε από τα γέλια, όπως με τους αδελφούς Μαρξ (αν πιάνετε τις καταιγιστικές ατάκες και τα λογοπαίγνιά τους) ή με το "Πάρτι" του Έντουαρντς και τις απίστευτες γκάφες του Πίτερ Σέλερς. Ο Τατί είναι ένας μινιμαλιστής της κωμωδίας. Το χιούμορ του είναι διακριτικό, καθόλου κραυγαλέο, "ύπουλο". Ο αμίμητος τύπος που δημιούργησε (όπως ο Τσάπλιν τον Σαρλώ) είναι ο κύριος Υλό, ήρωας σε όλες τις ταινίες του, που είναι 5 όλες κι όλες (συν μερικές μικρού μήκους).
"Ο θείος μου" του 1958 είναι μια από τις καλύτερες. Μέσα από την φοβερή αντίθεση του ατσούμπαλου, ανεπρόκοπου, πλην όμως γλυκύτατου θείου του πιτσιρικά και της "μοντέρνας", πλούσιας, κρυόκωλης και απολύτως καθώς πρέπει οικογένειάς του (περιτό να πούμε ότι ο πιτσιρικάς προτιμά σαφώς τον θείο), ο Τατί για μια ακόμα φορά σατιρίζει ανελέητα ό,τι ακριβώς σατιρίζει σε όλες του τις ταινίες: Την σύγχρονη, μοντέρνα κοινωνία, που παρά τις υλικές ανέσεις και την πληθώρα των γκάτζετ μέσα στα οποία ζει, μοιάζει να έχει χάσει την ψυχή της ή να έχει ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκαν όλα αυτά. Κοινώς, σύμφωνα με τον Τατί (που κατά βάθος είναι ένας αθεράπευτα ρομαντικός) ο σύγχρονος άνθρωπος δεν υπηρετείται αλλά υπηρετεί κοπιωδώς την "πρόοδο".
Όλα αυτά δείχνονται με πλήθος από "αργά", βραδυφλεγή κωμικά γκαγκς, με ελάχιστο - έως και καθόλου - λόγο, με νωχελική σκηνοθεσία, που βγάζει γέλιο όχι μόνο (ή μάλλον όχι κυρίως) από αυτό που συμβαίνει, αλλά από αυτό που περιμένεις να συμβεί. Οι ατελείωτες, καθημερινές και απείρου γελοιότητας φάσεις στο υπερμοντέρνο, γεμάτο αυτοματισμούς σπίτι της ρομποτοποιημένης και ψυχρής οικογένειας είναι όλα τα λεφτά και, όπως είπαμε, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το "χειροποίητο", ζεστό, ευφάνταστο, αστείο και σαν καρικατούρα σπίτι του άνεργου και καλόκαρδου θείου, του κ. Υλό, του Τατί δηλαδή, που, φυσικά, πρωταγωνιστεί όπως πάντα στις ταινίες του. Όσοι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Τατί ας προσέξουν ένα ακόμα κοινό χαρακτηριστικό των ταινιών του: Αυτά που συμβαίνουν στο "βάθος πεδίου", όχι δηλαδή στο πρώτο πλάνο αλλά στο φόντο της εικόνας. Το οπτικό χιούμορ του Τατί διαδραματίζεται σε όλα τα επίπεδα.
Ίσως αντιληφθήκατε πως ό,τι ακριβώς είπαμε για τον "Θείο μου" ισχύει και για το υπόλοιπο έργο του δημιουργού. Πρόκειται για έναν από τους λίγους καλλιτέχνες που δημιούργησε ένα καθαρά δικό του, προσωπικό και άμεσα αναγνωρίσιμο σύμπαν. Όλες του οι ταινίες μοιάζουν, αυτό όμως δεν μειώνει στο παραμικρό την απόλαυση της θέασής τους.
Ξαναλέω ότι ίσως το "αργόσυρτο" χιούμορ ξενίσει τους πρωτάρηδες. Αν το συνηθίσει όμως κανείς, αργά ή γρήγορα θα αγαπήσει βαθειά το μικρό σε όγκο και μεγάλο σε ποιότητα έργο του, θα γίνει "φαν". Όπως καταλάβατε, ανήκω σ΄αυτούς.

eXTReMe Tracker